ΔΗΜΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΜΟΔΕΣΤΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1327/2021, 9/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1327/2021 ΔΗΜΟ ΛΕΜΕΣΟΥ v. XXX ΜΟΔΕΣΤΟΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 9 Ιουλίου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Αργυρώ Ευσταθίου. Για τον Κατηγορούμενο: Καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Ο Κατηγορούμενος ο οποίος να σημειωθεί επέλεξε να χειριστεί προσωπικά την υπεράσπιση του αντιμετωπίζει μία κατηγορία η οποία σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος συνίσταται στο ότι την 08.10.2020 και περί ώρα 20:05 μέσα στα Δημοτικά όρια του Δήμου Λεμεσού, ενώ είχε τον έλεγχο του μηχανοκινήτου οχήματος με αριθμό εγγραφής XXX, σε δρόμο, δηλαδή στην οδό Χριστοδούλου Χατζηπαύλου - Μόλος 3, στάθμευσε τούτο σε χώρο όπου έχει ορισθεί και σηματοδοθεί από την Αρμόδια Αρχή ως χώρος στάθμευσης μόνο για οχήματα Αναπήρων και αφού του επιδόθηκε η προβλεπόμενη ειδοποίηση παρέλειψε να πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο που αναφέρεται στην ειδοποίηση και παρήλθαν 45 ημέρες από την ημερομηνία της έκδοσης της εξού και η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Νομική Βάση της κατηγορίας που βρίσκεται αντιμέτωπος ο Κατηγορούμενος αποτελεί το αδίκημα της στάσης μηχανοκινήτου οχήματος σε χώρο όπου έχει ορισθεί ως χώρος στάθμευσης μόνο για οχήματα αναπήρων, κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(9)(γ), 71, 72 και 73 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2013, όπως τροποποιήθηκαν, των Κανονισμών 2, 3, 4, 5, 7, 16
(1)(ια), 16
(1)(ιγ), 22 και 23 των Περί Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του Δήμου Λεμεσού του 2000 (ΚΔΠ 260/2000), όπως τροποποιήθηκαν, των άρθρων 88
(1), 88
(3)και 88
(4)του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/85όπως τροποποιήθηκε, του Περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμου Ν.166/1987, των άρθρων 2, 3, 4, 5
(2)
(1), 6,8 και 9 του Περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων (Πίνακες Αδικημάτων και Προστίμων) Διατάγματα του 1998 μέχρι (Αρ. 3) 2010 (ΚΔΠ 444/2010) παράγραφος 45 (γ)(ι). Παραδεκτά Γεγονότα: Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 22.06.2021 και με την έγκριση του Δικαστηρίου αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν ως παραδεκτά γεγονότα (Έγγραφο Α) τα ακόλουθα:
- Ο Κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής XXX.
- Ο Κατηγορούμενος είχε τον έλεγχο και την ευθύνη του οχήματος με αριθμό εγγραφής XXX κατά την 08.10.2020 μεταξύ των ωρών 20:05 μέχρι η ώρα 20:
- Ο Κατηγορούμενος στάθμευσε το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής XXX την 08.10.2020 μεταξύ των ωρών 20:05 μέχρι η ώρα 20:13 στην οδό Χριστόδουλου Χατζηπαύλου (Μόλος 3) σε χώρο στάθμευσης που έχει ορισθεί και σηματοδοθεί από την Αρμόδια αρχή ως χώρος στάθμευσης αναπήρων.
- Στον χώρο στάθμευσης στην οδό Χριστόδουλου Χατζηπαύλου (Μόλος 3) που στάθμευσε ο Κατηγορούμενος την 08.10.2020 υπήρχε τοποθετημένη ταμπέλα - ένδειξη σήματος αναπήρων μπροστά από τις θέσεις στάθμευσης για ανάπηρους και ο χώρος στάθμευσης ήτο βαμμένος γαλάζιος.
- Κατά την 08.10.2020 μεταξύ των ωρών 20:05 μέχρι η ώρα 20:13 στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XXX δεν υπήρχε τοποθετημένο πιστοποιητικό/δελτίο στάθμευσης για άτομο με αναπηρίες σε περίοπτη θέση στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου.
- Ο Κατηγορούμενος απέστειλε την επιστολή ημερ. 08.10.2020 προς τον Δήμο Λεμεσού.
- Ο Δήμος Λεμεσού απάντησε στην επιστολή του Κατηγορούμενου με επιστολή του ημερ. 14.10.2020 προς τον Κατηγορούμενο.
- Ο Κατηγορούμενος απέστειλε την επιστολή ημερ. 03.11.2020 προς τον Δήμο Λεμεσού.
- Η οδός Χριστόδουλου Χατζηπαύλου (Μόλος 3) βρίσκεται μέσα στα δημοτικά όρια του Δήμου Λεμεσού. Για τα πιο πάνω προβαίνω και στα αντίστοιχα ευρήματα. Επίσης στην διαδικασία κατατέθηκαν και τα εξής Τεκμήρια που αναφέρονται στον Κατάλογο των Παραδεκτών Γεγονότων: Τεκμήριο 7 επιστολή ημερομηνίας 08.10.2020 του Κατηγορούμενου προς τον Δήμο Λεμεσού. Τεκμήριο 8 επιστολή ημερομηνίας 14.10.2020 του Δήμου Λεμεσού προς τον Κατηγορούμενο. Τεκμήριο 9 επιστολή ημερομηνίας 03.11.2020 του Κατηγορούμενου προς τον Δήμο Λεμεσού. Τεκμήριο 4 φωτογραφία που λήφθηκε στις 08.10.2020 από τον Τροχονόμο XXX Μυλωνά περί των ώρα 20:13 με το κινητό του τηλέφωνο που δείχνει το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου σταθμευμένο σε χώρο στάθμευσης για άτομα με αναπηρίες. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ήτοι τον τροχονόμο του Δήμου Λεμεσού κ.XXX Μυλωνά. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου στις 22.06.2021 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση από το εδώλιο του μάρτυρα. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και απλά πιο κάτω παρουσιάζεται μια συνοπτική παράθεση της με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Μοναδικός μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ο δημοτικός τροχονόμος XXX Μυλωνάς (ΜΚ1) ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν αναφέρει μεταξύ άλλων ότι πρόκειται για τον τροχονόμο που στα πλαίσια περιπολίας που εκτελούσε στις 08.10.2020 στην οδό Χριστόδουλου Χατζηπαύλου (Μόλος 3) που εμπίπτει εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού (Τεκμήριο 2) διαπίστωσε πως μεταξύ των ωρών 20:05 μέχρι η ώρα 20:13 ότι το όχημα με αριθμό εγγραφής XXX, μάρκας Audi χρώματος λευκού ήταν σταθμευμένο σε θέση αναπηρικών οχημάτων χώρος ο οποίος είχε ορισθεί και σηματοδοθεί από τον Δήμο Λεμεσού ως χώρος στάθμευσης αναπήρων αφού υπήρχε τοποθετημένη ταμπέλα - ένδειξη σήματος αναπήρων μπροστά από τις θέσεις στάθμευσης για αναπήρους και ο χώρος ήταν βαμμένος γαλάζιος σύμφωνα και με τις πρόνοιες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με τον μάρτυρα το εν λόγω όχημα δεν ήταν αναπηρικό και ούτε μετά από καλό έλεγχο στον οποίο προέβηκε στον μπροστινό ανεμοθώρακα και ταμπλό του αυτοκινήτου αλλά και τον πισινό ανεμοθώρακα αυτού διαπίστωσε να υπάρχει οποιοδήποτε δελτίο / κάρτα στάθμευσης ατόμου με αναπηρία. Ενόψει της εξέλιξης αυτής και αφού βεβαιώθηκε ότι στο εν λόγω όχημα δεν βρισκόταν τοποθετημένο οποιοδήποτε δελτίο στάθμευσης για άτομο με αναπηρίες προέβηκε σε καταγγελία και εξέδωσε το εξώδικο πρόστιμο με αριθμό XXX για το ποσό των €300 αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 αφού το πρωτότυπο ως ανέφερε το τοποθέτησε στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου. Επιπρόσθετα με την έκδοση του εξωδίκου προχώρησε και στην λήψη φωτογραφίας του αυτοκινήτου XXX στο σημείο που αυτό ήταν σταθμευμένο και καταγγέλθηκε, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Μετά την παρέλευση 45 ημερών και το εξώδικο πρόστιμο δεν είχε πληρωθεί διαπιστώθηκε μετά από έρευνα στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 ότι ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος. Λόγω της μη πληρωμής του εξωδίκου εντός της διορίας των 45 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του επιβλήθηκε σχετική επιβάρυνση ποσού €150,00 με αποτέλεσμα το εξώδικο να ανέλθει στο συνολικό ποσό των €450,
- Στην συνέχεια ως ο μάρτυρας ανέφερε ενημερώθηκε από τον Αρχιλοχία της Υπηρεσίας Τροχονομίας XXX Ερμογένους ότι ο Κατηγορούμενος με επιστολή του ημερ. 08.10.2020 (Τεκμήριο 7) την οποία υπέγραφε ως ιδιοκτήτης του οχήματος ζητούσε από το Δήμο Λεμεσού όπως διαγραφεί το ρηθέν εξώδικο ισχυριζόμενος ότι το αναπηρικό πιστοποιητικό το οποίο είναι στο όνομα της συζύγου του και η οποία ήταν υπό την φροντίδα του την ώρα της στάθμευσης γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα του αυτοκινήτου εξού και δεν φαινόταν. Μάλιστα με την εν λόγω επιστολή ως ανέφερε επισυναπτόταν και αντίγραφο εγγράφου (Τεκμήριο 10) στο οποίο φαινόταν το σήμα του αναπηρικού και αναγραφόταν σε αυτό μόνο τα εξής στοιχεία: «STATIONNMENT», κάτω από την εν λόγω λέξη ο αριθμός XX και ο αριθμός XXXX, ακολουθεί το σήμα του αναπηρικού και κάτω από αυτό ο αριθμός XXX και η λέξη XXX. Ο Δήμος Λεμεσού προχώρησε στις 14.10.2020 σε αποστολή απαντητικής επιστολής (Τεκμήριο 8) προς τον Κατηγορούμενο με την οποία τον ενημέρωνε ότι η δικαιολογία την οποία προέβαλε δεν δικαιολογεί την διαγραφή του εξωδίκου και περαιτέρω ενημερωνόταν ότι η κάρτα αναπήρων που κατέχει δεν είναι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ορθά καταγγέλθηκε από τον τροχονόμο του Δήμου. Μάλιστα τον καλούσε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την εξασφάλιση της κανονικής κάρτας που εκδίδει το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτων. Ο Κατηγορούμενος με νέα του επιστολή ημερομηνίας 03.11.2020 (Τεκμήριο 9) προς τον Δήμο Λεμεσού με έντονο ύφος και αυστηρό περιεχόμενο ζήτησε εκ νέου την διαγραφή του εξωδίκου επικαλούμενος ότι το αναπηρικό πιστοποιητικό το οποίο κατέχει εκδοθεισομένο από τον Καναδά θα πρέπει να τυγχάνει της ίδιας αναγνώρισης όπως και τα Ευρωπαϊκά και επανέλαβε την θέση ότι την συγκεκριμένη ημέρα το εν λόγω αναπηρικό πιστοποιητικό με δικαιούχο την σύζυγο του γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα του αυτοκινήτου και δεν φαινόταν. Ο μάρτυρας τέλος σημείωσε ότι για τον συγκεκριμένο Κατηγορούμενο σύμφωνα με έρευνα στην οποία προέβηκε στην Υπηρεσία Τροχονομίας διαπίστωσε ότι αυτός καταγγέλθηκε ξανά από άλλο τροχονόμο του Δήμου στις 22.06.2020 από το Δήμο Λεμεσού για την ίδια τροχαία παράβαση ως και η υπό εξέταση και μάλιστα η υπόθεση έχει οδηγηθεί στο Δικαστήριο. Μάλιστα για την συγκεκριμένη καταγγελία ο Κατηγορούμενος και πάλι με δική του επιστολή ημερομηνίας 23.06.2020 (Τεκμήριο 12) προς τον Δήμο Λεμεσού ζητούσε την διαγραφή του εξωδίκου προβάλλοντας και πάλι τον λόγο ότι το αναπηρικό πιστοποιητικό το οποίο είναι στο όνομα της συζύγου του για κάποιο λόγο γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα του αυτοκινήτου και δεν φαινόταν, με τον Δήμο Λεμεσού με επιστολή του ημερ. 22.07.2020 (Τεκμήριο 13) να αρνείται την διαγραφή του εξωδίκου. Ο Κατηγορούμενος προχώρησε και αντεξέτασε τον μάρτυρα και μάλιστα η αντεξέταση του παρά το εκτενή περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που αφορά στην ουσία την επτασέλιδη γραπτή του δήλωση που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του περιορίστηκε μονάχα σε συγκεκριμένο ζήτημα. O μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσον κατά την συγκεκριμένη ημέρα το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου έφερε την κάρτα με τη σήμανση την οποία υπέδειξε στον μάρτυρα ότι δηλαδή ήταν αναπηρικό με τον μάρτυρα να απαντά ότι μετά από έλεγχο που προέβηκε δεν εντόπισε τέτοιο σήμα. Στη συνέχεια ερωτήθηκε κατά πόσον αν υπήρχε τέτοιο σήμα θα προχωρούσε στην έκδοση εξωδίκου με τον μάρτυρα να απαντά πως αν πράγματι υπήρχε τέτοιο σήμα δεν θα προχωρούσε στην έκδοση του εξωδίκου. Τέλος ερωτήθηκε κατά πόσον εάν έβλεπε οποιοδήποτε σήμα αναπήρου το οποίο εκδίδεται εκτός Ευρώπης θα προχωρούσε στην έκδοση εξωδίκου ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν θα προχωρούσε στην έκδοση εξωδίκου. Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Με την έναρξη της κυρίως εξέτασης του ο μάρτυρας άρχισε να εξιστορεί το ιστορικό μετανάστευσης του ιδίου και της οικογένειας του το XXX στον Καναδά καθώς και την επιστροφή τους πίσω στην Κύπρο το XXX λίγο πριν την εισβολή με σκοπό την φοίτηση της θυγατέρας του σε συγκεκριμένο σχολείο καθώς και την εκ νέου επιστροφή τους πίσω στον Καναδά με την έναρξη της εισβολής αφού κατείχαν και την Καναδέζικη Υπηκοότητα. Μάλιστα σε κάποια στιγμή της κυρίως εξέτασης του το Δικαστήριο αναγκάστηκε να παρέμβει και να επισύρει την προσοχή του Κατηγορούμενου στο να περιοριστεί στα επίδικα θέματα της υπόθεσης και ότι η εξιστόρηση άλλων ζητημάτων που δεν αφορούν την υπόθεση δεν είναι ωφέλιμη για το χρόνο του Δικαστηρίου. Στην συνέχεια εξέφρασε την θέση ότι κακώς τον φέρνουν στο Δικαστήριο αφού είναι «καλυμμένοι» ως χαρακτηριστικά ανέφερε από το διεθνή σήμα αναπήρων που έχουν από το 1998, σήμα το οποίο και οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμπεριλαμβανομένου και της Κύπρου πρέπει να αναγνωρίζουν καταθέτοντας προς υποστήριξη της θέσης του αυτής έγγραφο που τιτλοφορείται Mutual Recognition of Parking Badges Agreement for Persons with Disabilities ως Τεκμήριο 14 καθώς και του International Transport Forum (Parking Cards for Disabled People) και του Resolution No. 97/4 on Reciprocal Recognition of Parking Badges for Persons with Mobility Handicaps το οποίο και κατάθεσε ως Τεκμήριο 15 τα οποία μάλιστα έγγραφα ως ανέφερε εξασφάλισε αμέσως μετά που έλαβε την εναντίον του υπόθεση και παρέδωσε στην δικηγόρο του Δήμου που χειρίζεται την υπόθεση. Η δικηγόρος του Δήμου ως ανέφερε ο Κατηγορούμενος τον ενημέρωσε ότι θα λάμβανε οδηγίες από τον Δήμο Λεμεσού και τον παρέπεμψε να μιλήσει με την υπεύθυνη της Τροχονομίας κα. XXX την οποία και επισκέφθηκε. Περαιτέρω σημείωσε πως παρά το γεγονός ότι έχει συμπληρώσει την αίτηση και έχει μαζέψει όλα τα σχετικά έγγραφα και θα μπορούσε να υποβάλει αίτημα στο Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρία για να εξασφαλίσει η σύζυγος του Κυπριακό πιστοποιητικό αναπήρου δεν το έχουν πράξει παρά και τις πιέσεις της πλευράς του Δήμου γιατί θεώρησε ότι τυχόν τέτοια ενέργεια θα τον έκανε να φανεί ένοχος στην υπόθεση που αντιμετωπίζει. Ο ίδιος συμφώνησε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε αναρτημένη οποιαδήποτε κάρτα / δελτίο αναπήρων αφού ήταν η θέση του ότι αυτή γλίστρησε κάτω. Μόλις εντόπισε το εξώδικο της καταγγελίας απέστειλε την επιστολή ημερ. 08.10.2020 μαζί με αντίγραφο της κάρτας / δελτίου αναπήρων και προέβαινε σε εξηγήσεις προς το Δήμο μάλιστα ως σημείωσε για ζήτημα το οποίο συνέβαινε στον ίδιο για δεύτερη φορά. Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε την θέση ότι ο Δήμος δεν έχει καμία δικαιοδοσία να προβαίνει σε διάκριση στα αναπηρικά σήματα, και το σήμα που ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του στο οποίο παρουσιάζεται άντρας να κάθεται σε αναπηρικό κάθισμα είναι διεθνές σήμα και πρέπει να είναι σεβαστό από όλες τις χώρες της Ευρώπης, του Καναδά, της Αυστραλίας ως ανέφερε. Τέλος επανέλαβε την θέση ότι οι ίδιοι δεν έχουν κάνει οτιδήποτε, απλά το συγκεκριμένο σήμα γλίστρησε στο πάτωμα του αυτοκινήτου τους και δεν μπορούσε να το δει ο τροχονόμος και προχώρησε στην έκδοση του εξωδίκου με αποτέλεσμα να κατηγορείται σήμερα σαν οδηγός του οχήματος και υπεύθυνος την συζύγου του που έχει την αναπηρία ότι το σήμα που κατέχουν δεν είναι Ευρωπαϊκό. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι το πιστοποιητικό αναπήρου που έχει στην κατοχή του δεν είναι Ευρωπαϊκό ούτε και εκδόθηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρία της Κυπριακής Δημοκρατίας σημειώνοντας ότι αυτό είναι διεθνές αφού εκδόθηκε από τον Καναδά και αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος και η σύζυγος του δεν κάνουν σωστή του χρήση. Ο ίδιος δεν αναγνώρισε το Τεκμήριο 10 που του υποδείχθηκε ότι πρόκειται για το αντίγραφο του πιστοποιητικού αναπήρου που έχει στην κατοχή του και το οποίο μάλιστα χαρακτήρισε ως παραποιημένο έγγραφο και δεν συνάδει με τα στοιχεία που έστειλε στον Δήμο Λεμεσού. Ο ίδιος σε ερώτηση κατά πόσον υπάρχει στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 υπογραφή του δικαιούχου απάντησε ότι για αυτό το ζήτημα θα έπρεπε να αποταθούν για λήψη απάντησης στον Καναδά που το έκδωσε. Σε περαιτέρω ερώτηση αν εμφανίζεται σε αυτό οποιαδήποτε φωτογραφία απάντησε ότι σε αυτό υπάρχει ένας αριθμός ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο όνομα της γυναίκας του αφού ο Καναδάς βάζει ως ισχυρίστηκε μόνο ένα διακριτικό αριθμό. Σε νέα ερώτηση αν υπάρχει στο Τεκμήριο 10 οποιαδήποτε σφραγίδα από τον οργανισμό που υποτίθεται ότι το εκδίδει ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο Καναδάς τοποθετεί μόνο τον συγκεκριμένο αριθμό. Ο ίδιος επανέλαβε την θέση ότι παρά το γεγονός ότι έχει ετοιμάσει την αίτηση για λογαριασμό της συζύγου του μαζί με τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα και θα μπορούσε να την υποβάλει στο Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρία για να εξασφαλίσει αναπηρικό πιστοποιητικό δεν το έχει πράξει γιατί θεωρεί ότι κάτι τέτοιο θα είναι εναντίον της υπόθεσης του στο Δικαστήριο. Μάλιστα ο ίδιος αποδέχθηκε το γεγονός ότι έχει καταγγελθεί εκ νέου για παρόμοιο ζήτημα από Τροχονόμο του Δήμου Λεμεσού και επικαλέστηκε ως δικαιολογία για διαγραφή του εξωδίκου και πάλι το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πιστοποιητικό γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα. Τέλος αρνήθηκε τις υποβολές ότι έχει παρκάρει στις 08.10.2020 σε χώρο στάθμευσης αναπήρων χωρίς να είναι δικαιούχος, ότι ο λόγος που δεν έχει αποταθεί στις Αρμόδιες Αρχές της Δημοκρατίας για έκδοση σχετικού πιστοποιητικού αναπήρων είναι διότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του δεν είναι δικαιούχοι, ότι το πιστοποιητικό που επικαλείται ότι κατέχει δεν είναι έγκυρο ούτε και έχει εκδοθεί από αναγνωρισμένο οργανισμό ή αρχή από τον Καναδά ή άλλη χώρα και ότι χρησιμοποιεί την ίδια δικαιολογία όποτε καταγγελθεί για να πετύχει την διαγραφή του εξωδίκου σε κάθε περίπτωση Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι μέσα από τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα αλλά και την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία έμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη στοιχειοθετείτε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και αυτός θα πρέπει να κριθεί ένοχος. Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος επικεντρώθηκε σε ένα και μοναδικό σημείο κατά την αγόρευση του προς το Δικαστήριο που δεν ήταν άλλο από τον ισχυρισμό του ότι η σύζυγος του την οποία συνόδευε κατά την επίδικη ημερομηνία και ώρα ήταν από το 1998 και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα δικαιούχος αναπηρικής κάρτας / δελτίου η οποία έχει εκδοθεί από τον Καναδά και παρά το γεγονός ότι δέχεται ότι δεν ήταν τοποθετημένη σε οποιαδήποτε περίοπτη θέση μέσα στο αυτοκίνητο του αλλά ως ισχυρίζεται είχε γλιστρήσει και πέσει στο πάτωμα του αυτοκινήτου και δεν φαινόταν θα έπρεπε ο Δήμος να προχωρήσει στην διαγραφή του εξωδίκου μετά που τους είχε ενημερώσει μέσω αλληλογραφίας για την ύπαρξη της συγκεκριμένης αναπηρικής κάρτας / δελτίου στη βάση του Τεκμηρίου 14 ήτοι Mutual Recognition of Parking Badges Agreement for Persons with Disabilities και του Τεκμηρίου 15 του International Transport Forum (Parking Cards for Disabled People) και του Resolution No. 97/4 on Reciprocal Recognition of Parking Badges for Persons with Mobility Handicaps και γενικά της επιχειρηματολογίας που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δηλαδή τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και οι Τοπικές Αρχές αυτής θα πρέπει να αναγνωρίζουν κατά τρόπο αμοιβαίο την ύπαρξη τέτοιων αναπηρικών καρτών / δελτίων τα οποία εκδίδονται από Ευρωπαϊκές ή τρίτες χώρες μεταξύ άλλων και του Καναδά. Συνεπώς στην βάση της ανωτέρω επιχειρηματολογίας κάλεσε το Δικαστήριο όπως απορρίψει την εναντίον του υπόθεση. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων. (Βλ. Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της. (Βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία του μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής (ΜΚ1) παρέμεινε αναντίλεκτη στο σύνολο της έκτασης της αφού ως σημειώθηκε και ανωτέρω ο Κατηγορούμενος ο οποίος υπενθυμίζεται χειρίστηκε μόνος του την υπεράσπιση του προέβηκε μόνο σε περιορισμένες ερωτήσεις προς τον συγκεκριμένο μάρτυρα. Σε σχέση με την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα στο σημείο αυτό αναφορά θα πρέπει να γίνει στην νομολογιακή αρχή ότι η παράλειψη αντεξέτασης πάνω σε ένα ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα την αφήνει αναντίλεκτη και δύναται να εκληφθεί ως αποδοχή της μαρτυρίας του. (Βλ. Phipson on Evidence, 12η Έκδοση, παράγραφος 1593, σελίδα 687 και Δημήτρης Ζαχαρίου ν. Ανδρονίκης Δ. Ζαχαρίου
(1993)1 ΑΑΔ 159). Ούτως η άλλως το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα που αφορά κυρίως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος καλύπτεται και από τα παραδεκτά γεγονότα που καταγράφονται ανωτέρω. Δεν έχω καμία επιφύλαξη η ενδοιασμό από το να δεκτό ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1 την οποία και αποδέχομαι στο σύνολο της αφού αυτή δεν έτυχε οποιουδήποτε κλονισμού από πλευράς υπεράσπισης. Στρεφόμενος προς την μαρτυρία του Κατηγορούμενου θα ήθελα εξ αρχής να αναφέρω τα εξής. Εξαιρουμένης της μαρτυρίας που αφορούσε το οικογενειακό ιστορικό της μετακίνησης του Κατηγορούμενου από την Κύπρο στον Καναδά και αντιστρόφως και γενικά τα όσα ο ίδιος ανέφερε που αφορούσαν την οικογένεια του και την μετανάστευση τους στον Καναδά αλλά και τον επαναπατρισμό τους γεγονότα τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς Κατηγόρου καθώς και τα όσα ο ίδιος ανέφερε τα οποία επιβεβαιώνονται από το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων δεν είμαι διατεθειμένος να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα[1] στις αναφορές του μάρτυρα για την κατ΄ ισχυρισμό ύπαρξη του πιστοποιητικού / δελτίου / κάρτας αναπήρου με δικαιούχο την σύζυγο του για τους λόγους που εξηγώ. Η μοναδική υπεράσπιση του Κατηγορούμενου αφορούσε την κατ΄ ισχυρισμό ύπαρξη πιστοποιητικού ή κάρτας ή δελτίου όπως πολλές φορές το περιέγραφε αναπήρου εκδοθεισομένο από τον Καναδά και με δικαιούχο πρόσωπο την σύζυγο του από το 1998 μέχρι και σήμερα την οποία κατά τον επίδικο για την κατηγορία τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος συνόδευε. Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε κατέθεσε στο Δικαστήριο κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ακόμα και όταν ο ίδιος αποφάσισε να δώσει μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα το συγκεκριμένο πιστοποιητικό ή έστω αντίγραφο αυτού. Μάλιστα αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ακόμα και όταν ο Δήμος κατάθεσε ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο του εγγράφου το οποίο ισχυρίστηκε ότι έλαβε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο με την επιστολή του ημερομηνίας 08.10.2020 ως την κατ΄ ισχυρισμό κάρτα αναπήρου, ο Κατηγορούμενος δεν το αναγνώρισε ούτε και αποδέχθηκε την κατάθεση του φέροντας μάλιστα και ένσταση (η οποία εν τέλει απορρίφθηκε από το Δικαστήριο) προβάλλοντας την θέση ότι το έγγραφο αυτό είναι προϊόν παραποίησης και δεν πρόκειται για αντίγραφο της κάρτας που ο ίδιος κατέχει με δικαιούχο την σύζυγο του. Περαιτέρω πέραν την απουσίας κατάθεσης του συγκεκριμένου πιστοποιητικού κανένα έγγραφο ή άλλης μορφής μαρτυρία ο Κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του ότι δηλαδή υπάρχει στην κατοχή του πιστοποιητικό αναπήρου εκδοθεισομένο από επίσημη αρχή του Καναδά και με δικαιούχο την σύζυγο του. Ούτε καν η σύζυγος του Κατηγορούμενου ως η κατ΄ ισχυρισμό δικαιούχος του συγκεκριμένου πιστοποιητικού δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να επιβεβαιώσει τα όσα ο Κατηγορούμενος προφορικά διατεινόταν και τα οποία η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής αμφισβητούσε. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω η μαρτυρία του Κατηγορούμενου στο βαθμό που αφορά την ύπαρξη του συγκεκριμένου πιστοποιητικού αναπήρων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού δεν υποστηρίχτηκε από οτιδήποτε άλλο πέραν από τα όσα προφορικά ο Κατηγορούμενος ανέφερε στο Δικαστήριο. Ευρήματα: Λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα καθώς και την αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης: Στις 08.10.2020 μεταξύ των ωρών 20:05 μέχρι η ώρα 20:13 ο Κατηγορούμενος ως ιδιοκτήτης και οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής XX το οποίο είχε κάτω από την ευθύνη και έλεγχο του εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού και συγκεκριμένα στην οδό Χριστόδουλου Χατζηπαύλου (Μόλος 3) σε χώρο στάθμευσης που έχει ορισθεί και σηματοδοθεί από την Αρμόδια αρχή ως χώρος στάθμευσης αναπήρων και στον οποίο υπήρχε τοποθετημένη ταμπέλα - ένδειξη σήματος αναπήρων μπροστά από τις θέσεις στάθμευσης για ανάπηρους και ο χώρος στάθμευσης ήτο βαμμένος γαλάζιος στάθμευσε το αυτοκίνητο του χωρίς να υπάρχει τοποθετημένο εντός αυτού σε περίοπτη θέση πιστοποιητικό / δελτίο στάθμευσης για άτομο με αναπηρίες ούτε και οποιαδήποτε άλλη σήμανση ότι το συγκεκριμένο όχημα ήταν αναπηρικό. Ενόψει της εξέλιξης αυτής ο Δημοτικός Τροχονόμος αρ. X XXX Μυλωνάς της Τροχονομίας του Δήμου Λεμεσού προχώρησε στην έκδοση του εξωδίκου με αριθμό XXX για το ποσό των €300 το οποίο και τοποθέτησε στην συνέχεια στον μπροστινό υαλοπίνακα του οχήματος. Το εξώδικο πρόστιμο δεν πληρώθηκε εντός 45 ημερών από της έκδοσης του. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Το βάρος της απόδειξης μιας ποινική υπόθεσης, ήτοι την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου (πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Η κατηγορία της παράνομης στάθμευσης μηχανοκίνητου οχήματος σε χώρο που έχει ορισθεί ως χώρος στάθμευσης μόνο για οχήματα αναπήρων εδράζεται ως αναφέρεται και στην έκθεση αδικήματος στους Κανονισμούς 58
(9)(γ), 71, 72 και 73 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2013, όπως τροποποιήθηκαν, στους Κανονισμούς 2, 3, 4, 5, 7, 16
(1)(ια), 16
(1)(ιγ), 22 και 23 των Περί Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του Δήμου Λεμεσού του 2000 (ΚΔΠ260/2000), όπως τροποποιήθηκαν, στα Άρθρα 88
(1), 88
(3)και 88
(4)του Περί Δήμων Νόμου, Ν.111/1985, όπως τροποποιήθηκε, του Περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμου, Ν.166/1987, των άρθρων 2, 3, 4, 5
(2)(α), 6, 8 και 9 του περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμου, Ν.47(Ι)/1997, όπως τροποποιήθηκε και του Πίνακα ΙΙ του Περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων (Πίνακες Αδικημάτων και Προστίμων) Διατάγματα του 1998 μέχρι (Αρ.3) 2010 (ΚΠΔ 444/2010), παράγραφος 45(γ)(ι). Το άρθρο 58
(9)(γ) των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, που αναφέρεται στο κατηγορητήριο προνοεί ότι: «9. Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο, οφείλει να μη σταθμεύει το όχημα ούτε εγκαταλείπει αυτό- iii σε χώρους στάθμευσης οχημάτων για άτομα με αναπηρίες και σε χώρους στάθμευσης για ταξί και για οχήματα τροφοδοσίας.» Σύμφωνα με το άρθρο 71 των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, που αναφέρεται στο κατηγορητήριο προνοεί ότι: «Ως σήματα τροχαίας καθορίζονται τα σήματα τα οποία εκτίθενται εις τον Οδικό Κώδικα τον εκδιδομένον από καιρού εις καιρόν υπό του Εφόρου και δημοσιευμένου κατά τοιούτον τρόπον ως ο Έφορος ήθελεν ορίσει, τα σήματα τα οποία ορίζονται υπό δημοτικού συμβουλίου ή υφ' οιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχον και την ρύμισιν της τροχαίας, και τα σήματα τα οποία ορίζονται δυνάμει οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού ή οιασδήποτε διεθνούς Συμβάσεως εις την οποίαν προσεχώρησε και η Δημοκρατία.» Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εδράζεται επίσης επί του Καν. 16
(1)(ιγ) Περί Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του Δήμου Λεμεσού του 2000 (Κ.Δ.Π. 260/2000), όπως τροποποιήθηκαν, ο οποίος αφορά το αδίκημα της μη συμμόρφωσης, προσώπου που έχει τον έλεγχο ή την ευθύνη οχήματος, με τις πινακίδες και σημάνσεις που τοποθετούνται στους δρόμους από το Δήμο. Στο Κανονισμό 2 των ως άνω Κανονισμών δίδεται η ερμηνεία του όρου «σήμα τροχαίας» και «στάθμευση»: «σήμα τροχαίας» όπως καθορίζεται στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο ή μέσο (μόνιμα τοποθετημένο ή κινητό) ή οποιοδήποτε σημείο, σήμανση, σύμβολο ή γραμμή για μετάδοση στην τροχαία κίνηση γενικά ή σε ορισμένη κατηγορία αυτής προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οποιασδήποτε φύσης, καθώς και οποιοδήποτε σημείο, σήμανση, σύμβολο ή γραμμή πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο ή χαραγμένο στο κατάστρωμα οποιουδήποτε δρόμου για μετάδοση προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων. «στάθμευση» σημαίνει την ακινητοποίηση μηχανοκίνητου οχήματος για οποιαδήποτε χρονική περίοδο χρόνου ή για τόσο χρόνο, καθορίζεται με σήμα τροχαίας.» Από την πιο πάνω παράθεση του σχετικού Νόμου και Κανονισμών και τη γραμματική ερμηνεία που δίδεται στο κείμενο του νόμου, εφόσον το νόημα των νομοθετημάτων είναι σαφές, προκύπτει ότι αυτό που απαγορεύεται είναι η στάθμευση σε χώρους για άτομα με αναπηρίες από πρόσωπο που οδηγεί ή έχει τον έλεγχο του οχήματος. Ήδη έχει εκτεθεί πιο πάνω η ερμηνεία των λέξεων «σήμα τροχαίας» και «στάθμευση». Επομένως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) Πρόσωπο που οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο του εν λόγω οχήματος, (β) σταθμεύει το όχημα ή εγκαταλείπει αυτό, (γ) σε χώρο στάθμευσης οχημάτων για άτομα με αναπηρίες, ταξί και οχήματα τροφοδοσίας. Οι εν λόγω κανονισμοί είναι του Δήμου Λεμεσού οι οποίοι και δημιουργήθηκαν στη βάση του άρθρου 88 του Περί Δήμων Νόμου, Ν.111/85 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο επιτρέπει τη σύνταξη και εφαρμογή τους με τη συναίνεση του Αρχηγού της Αστυνομίας και έγκριση τους από τον Υπουργό Εσωτερικών για σκοπούς ρύθμισης και ελέγχου της τροχαίας κίνησης σε οποιαδήποτε οδό που εμπίπτει εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού. Ο δε Κανονισμός 23 των Περί Δήμων Κανονισμών, Κ.Δ.Π.260/2000 καθιστά ποινικό αδίκημα την παράβαση οποιουδήποτε δημοτικού κανονισμού οι διατάξεις των οποίων προνοούν την επιβολή της ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή τη χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €768,87 (ΛΚ 450) ή και τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω σχετικά και με την υπό εξέταση υπόθεση είναι και τα άρθρα 4
(1), 5
(1)και 6
(1)του Περί Εξωδίκου Ρύθμισης Αδικημάτων Νόμος του 1997, Ν.47(Ι)/97 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς και οι διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 9 της ίδιας νομοθεσίας που προνοούν ότι σε περίπτωση που δημοτικός τροχονόμος εντοπίσει όχημα αναφορικά με το οποίο εύλογα πιστεύει ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί αδίκημα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν.47(Ι)/97 προχωρεί με την επικόλληση ειδοποίησης στο όχημα, η οποία θεωρείται ότι δόθηκε στο πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου και αυτό δεν αμφισβητήθηκε ούτως η άλλως από πλευράς Υπεράσπισης απεναντίας δηλώθηκε και ως μέρος των παραδεκτών γεγονότων ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο για την κατηγορία τόπο και χρόνο εντός της δικαιοδοσίας του Δήμου Λεμεσού ενώ ήταν ο ιδιοκτήτης και οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής με αριθμό ΝΤΧ498 στάθμευσε αυτό σε χώρο στάθμευσης για άτομα με αναπηρίες. Λόγω της μη ύπαρξης σε περίοπτη θέση οποιουδήποτε σήματος / πιστοποιητικού ότι επρόκειτο είτε για αναπηρικό όχημα είτε για ανάπηρο πρόσωπο ο Δημοτικός Τροχονόμος με αριθμό 9 προχώρησε στην έκδοση εξωδίκου το οποίο και τοποθέτησε στην συνέχεια στον μπροστινό υαλοπίνακα του οχήματος. Το εξώδικο πρόστιμο δεν πληρώθηκε εντός 45 ημερών από της έκδοσης του. Από τα πιο πάνω προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι το σύνολο των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ικανοποιούνται σωρευτικά. Η πλευρά του Κατηγορούμενου προέβαλε την υπεράσπιση της ύπαρξης πιστοποιητικού / κάρτας / δελτίου αναπήρου εκδοθεισομένη προς όφελος της συζύγου του Κατηγορούμενου η οποία κατά τον επίδικο για την κατηγορία τόπο και χρόνο ήταν μαζί του. Το βάρος απόδειξης ύπαρξης τέτοιου πιστοποιητικού το έφερε ο Κατηγορούμενος στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Κατηγορούμενος παρά τις προφορικές του αναφορές και επικλήσεις στην ύπαρξη του συγκεκριμένου πιστοποιητικού τίποτε δεν κατάθεσε στο Δικαστήριο για την ύπαρξη του είτε δια της κατάθεσης αυτούσιου του εγγράφου αυτού ή αντιγράφου του ή έστω οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που να βεβαιώνει την ύπαρξη του. Επιπρόσθετα παρά το ότι ως ανέφερε δικαιούχος τέτοιου πιστοποιητικού είναι η σύζυγος του ούτε τέτοιο πρόσωπο παρουσιάστηκε για να υποστηρίξει, επιβεβαιώσει ή ενισχύσει την υπερασπιστική γραμμή του Κατηγορούμενου. Παρά τις ανωτέρω ουσιώδεις κατά το Δικαστήριο παραλείψεις του Κατηγορούμενου αυτός περιορίστηκε να επιχειρηματολογήσει περί της υποχρέωσης από πλευράς Κυπριακής Δημοκρατίας και Τοπικών Αρχών συμπεριλαμβανομένου και του Δήμου Λεμεσού περί της αμοιβαίας αναγνώρισης πιστοποιητικών αναπήρων τα οποία εκδίδονται είτε από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε τρίτες χώρες μεταξύ άλλων και του Καναδά όπως και η περίπτωση του Κατηγορούμενου χωρίς όμως όπως αναφέρεται και ανωτέρω να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς υπεράσπισης οτιδήποτε το σχετικό αναφορικά με το κατ΄ ισχυρισμό πιστοποιητικό αναπήρου εκδοθεισομένο από τον Καναδά. Το Δικαστήριο δεν προτίθεται να προβεί σε σχολιασμό ζητημάτων που αφορούν την κατ΄ ισχυρισμό αμοιβαία υποχρέωση αναγνώρισης πιστοποιητικών αναπήρων αφού αυτό θα ήταν καθαρά και μόνο ακαδημαϊκής σημασίας στην υπό εξέταση υπόθεση[2] από την στιγμή που απουσιάζει το μαρτυρικό υπόβαθρο για την ύπαρξη τέτοιου πιστοποιητικό συνεπώς δεν θα εξυπηρετούσε οτιδήποτε να ασχοληθεί το Δικαστήριο με το ζήτημα αν θα έπρεπε ή όχι ένα τέτοιο κατ΄ ισχυρισμό Καναδέζικο πιστοποιητικό να αναγνωρίζεται και στην Κύπρο. Κατάληξη: Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων αναφέρω ανωτέρω ο Κατηγορούμενος αναπόφευκτα κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αυτός αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......................................... Ν. Φακοντής Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Υπενθυμίζεται πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). [2] Όπως έχει νομολογιακά αποφασιστεί «τα δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω, ούτε επιλύουν ακαδημαϊκά ζητήματα, ούτε και προχωρούν σε επίλυση διαφορών οι οποίες είτε έχουν εκλείψει, είτε λόγω μεταβολής των συνθηκών, η επίλυσή τους δεν θα κατέληγε σε οποιοδήποτε αποτέλεσμα» (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Tudor
(2011)1Β ΑΑΔ 1176). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο