← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παπαπαύλου κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 24785/16, 30/6/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παπαπαύλου κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 24785/16, 30/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B59 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 24785/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧΧ Παπαπαύλου ΧΧΧΧΧ Παπαχριστοδούλου ΧΧΧΧΧ Καραμήτας ΧΧΧΧΧ Χαραλάμπους Κατηγορούμενοι --------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού Για τον κατηγορούμενο 1: κος Χρήστος Χατζηλοϊζου Για κατηγορούμενο 2: κος Παύλος Μπενάκης Για κατηγορούμενους 3 και 4: κος Καϊκκης Παναγιώτης Κατηγορούμενοι: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά 8 κατηγορίες. Οι τέσσερις κατηγορίες εξ αυτών, ήτοι οι κατηγορίες 1, 3, 5 και 7, αφορούν, με βάση το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και πιο συγκεκριμένα των αντίστοιχων αδικημάτων των κατηγοριών 2, 4, 6 και

  1. Ειδικότερα, η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στην Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατάρτισαν πλαστό έγγραφο, δηλαδή την έκθεση εκτίμησης του γραφείου Ιωάννη Μιχαλάκη & Συνεργάτες Εκτιμητές & Συνεργάτες Ακινήτων Λτδ (το γραφείο), ημερ. 12/1/2011 και με αριθμό αναφοράς 111/32956, η οποία εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Η τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, εν γνώση τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, ήτοι το έγγραφο που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία. Η έκτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασαν από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου (ΣΤΑΣΚ) το ποσό των € 150,
  2. Η όγδοη κατηγορία αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(ιιι)
(2)και 5(α) του περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες νόμου 188
(1)/2007 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι περιουσία, ήτοι το χρηματικό ποσό των € 150,000 αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησαν και κατείχαν το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Κ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την γραπτή της κατάθεση, ήτοι το τεκμήριο
  1. Σε αυτήν αναφέρει ότι διορίστηκε μαζί με άλλον αστυφύλακα για να διερευνήσει τα υπό εξέταση αδικήματα, κάνοντας μια σύντομη αναφορά για το πως προέκυψαν τα υπό εξέταση αδικήματα και πιο συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 1 παρουσίασε με αίτηση δανείου έκθεση εκτίμησης του γραφείου για συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο εκτιμήθηκε για το ποσό των € 210,000 και έλαβε δάνειο από το ΣΤΑΣΚ ύψους € 150,000, ενώ σε κατοπινό στάδιο, όταν το δάνειο δεν εξυπηρετείτο, το 2014 το ΣΤΑΣΚ ζήτησε εκτιμήσεις από δύο εκτιμητές για το εν λόγω ακίνητο, το οποίο εκτιμήθηκε σε € 8,000 και € 10,000 αντίστοιχα και ακολούθησε η σχετική καταγγελία. Ακολούθως κάνει αναφορά στις ενέργειες που είχε προβεί στα πλαίσια των καθηκόντων της, όπως είναι η λήψη καταθέσεων και η παραλαβή τεκμηρίων τα οποία και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, κάνοντας αναφορά, στην έκταση που γνώριζε ή θυμόταν, στο περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε και τι ενέργειες έγιναν ή δεν έγιναν σε σχέση με αυτό, όπως π.χ. η μη διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων σε τεκμήρια που κατατέθηκαν. Το νομότυπο της διακίνησης των τεκμηρίων δεν αμφισβητήθηκε. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση της έδωσε την δική της εκτίμηση, ως ανακρίτρια πάντα και στην έκταση που θυμόταν, ποια ήταν η εμπλοκή των κατηγορουμένων στα υπό εξέταση αδικήματα. Αντεξεταζόμενη, έδωσε τις δικές τις τοποθετήσεις, στην έκταση που θυμόταν ή είχε γνώση μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της, αναφορικά με την εμπλοκή των κατηγορουμένων, με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχουν παραληφθεί, τις ενέργειες που έγιναν ή δεν έγιναν με αυτά, όπως π.χ. η διενέργεια ή μη διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων σε έγγραφα του κτηματολογίου και σε επιταγές που κατατέθηκαν. Παρέπεμπε κυρίως στους συντάξαντες των τεκμηρίων αναφορικά με ζητήματα που ερωτάτο που αφορούσαν τα εν λόγω τεκμήρια, όπως π.χ. για το πως διατέθηκαν τα χρήματα από το δάνειο που έλαβε ο κατηγορούμενος 1 από το ΣΤΑΣΚ και για τα έγγραφα του κτηματολογίου που αφορούσαν την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, ως επίσης ανέφερε ότι παρέλαβε από το κτηματολόγιο τα έγγραφα που κατατέθηκαν, λέγοντας ειδικά ως προς τα πληρεξούσια έγγραφα ότι δεν ήταν στα πλαίσια του ανακριτικού έργου να τα αναζητήσει και σίγουρα δεν έγινε κάτι εσκεμμένα, αρνούμενη ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις αναφορικά με την επάρκεια εκτέλεσης των ανακριτικών της καθηκόντων. Συμφώνησε όμως ότι στο κτηματολόγιο εμφανίστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του πωλητή - κατηγορούμενου 3 ο τέταρτος κατηγορούμενος και εκ μέρους του αγοραστή - πρώτου κατηγορούμενου ο δεύτερος κατηγορούμενος. Έκανε επίσης αναφορά στις καταθέσεις που λήφθηκαν από τα άτομα που φαίνονταν ως δικαιούχοι των επιταγών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο και εξέφρασε άγνοια για την μετέπειτα πορεία του δανείου, ήτοι κατά πόσο εξυπηρετείτο ή όχι και τι μέτρα λήφθηκαν για αυτό, περιορίζοντας τις αναφορές τις στα όσα έγιναν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Η Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε τις καταθέσεις της, ήτοι τα τεκμήρια 15 και
  2. Στο τεκμήριο 16 αναφέρει ότι θυμάται την υπόθεση δανείου που αιτήθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος. Η μάρτυρας εργαζόταν στο κατάστημα του ΣΤΑΣΚ όπου ο κατηγορούμενος 1 αιτήθηκε το δάνειο και είχε ήδη έτοιμη την εκτίμηση του ακινήτου που ήθελε να βάλει υποθήκη για την παραχώρηση του δανείου και η μάρτυρας θυμάται αυτήν την περίπτωση διότι δεν θυμόταν η ίδια να έφερε άλλος πελάτης εκτίμηση του ακινήτου και μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος επέμενε να στείλει η μάρτυρας την εκτίμηση στην Λευκωσία, η δε μάρτυρας το έπραξε διότι δεν ενέπιπτε στα καθήκοντα της να αποδεχθεί ή να αρνηθεί κάτι, αλλά ήταν υπόχρεα να τα παραλάβει και να τα στείλει στην Λευκωσία, το δε γραφείο το οποίο φαίνεται να προερχόταν η εκτίμηση συνεργαζόταν με το ΣΤΑΣΚ. Ακολούθως περιέγραψε την διαδικασία που προηγήθηκε για να συνταχθεί η αίτηση δανείου και η μάρτυρας συμπλήρωσε χειρόγραφα σε έγγραφο (τεκμήριο 17) που ανέγραψε ότι βάση εκτίμησης δικαιούται € 147,500 και όχι € 160,000 και ότι την εκτίμηση την έφερε ο ίδιος ο πελάτης και να ελεγχθεί και ο λόγος που το έπραξε αυτό η μάρτυρας ήταν επειδή πρώτη φορά έφερνε ο πελάτης εκτίμηση και δεν την ζήτησε το ΣΤΑΣΚ. Δεν θυμόταν εάν η εκτίμηση ήταν πρωτότυπο ή αντίγραφο και ούτε το έλεγξε διότι δεν ήταν στα καθήκοντα της και ούτε της τηλεφώνησε κάποιος από την Λευκωσία, όπως συνηθίζετο, για να την ρωτήσει οτιδήποτε για το δάνειο και μετά από 2 μήνες ειδοποιήθηκε ότι το δάνειο εγκρίθηκε και η μάρτυρας μετέβηκε στο κτηματολόγιο για διεκπεραίωση της υπόθεσης. Τα χρήματα του δανείου δόθηκαν από το κατάστημα στην Λεμεσό και ανέρχονταν στο ποσό των € 150,000 και στην πρώτη κατάθεση που έδωσε η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πως αυτά διατέθηκαν, το έπραξε όμως με την δεύτερη της κατάθεση, ήτοι το τεκμήριο
  3. Συγκεκριμένα, στο τεκμήριο 16, αναφέρει ότι τα ποσά του δανείου έχουν διατεθεί ως ακολούθως: € 600 για τα δικαιώματα του ΣΤΑΣΚ, € 243,81 χαρτόσημα, € 59,631,01 ως μετρητά, € 58,130,16 εξοφλήθηκε υφιστάμενο δάνειο που είχε ο κατηγορούμενος 1 στο Ταμιευτήριο Στρατού και € 1,500,85 πληρώθηκαν ως δικαιώματα κτηματολογίου και οι € 89,525,18 μεταφέρθηκαν στον τρεχούμενο λογαριασμό του είχε στο ταμιευτήριο του Στρατού. Από τις € 89,525,18 έγινε αμέσως ανάληψη € 4,230 για εξόφληση της πιστωτικής του κάρτας. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, αναγνώρισε τα τεκμήρια 11, 12 και 13 τα οποία περιέγραψε και ανέλυσε και που σχετίζονταν και καταδείκνυαν τον τρόπο όπου χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα του δανείου που δόθηκε στον κατηγορούμενο 1, ως επίσης αναγνώρισε, περιέγραψε και ανέλυσε το τεκμήριο 8 που αφορά τα έγγραφα του δανείου. Περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθείται για να παραχωρηθεί ένα δάνειο, χωρίς να γνωρίζει την μετέπειτα πορεία του διότι αυτό αφορά άλλο τμήμα της τράπεζας, διευκρινίζοντας ότι αρχικά η αίτηση δανείου απορρίφθηκε λόγω του Αίαντα και ήταν για το ποσό των € 160,000, ήτοι απορρίφθηκε στις 4/4/2011, ενώ μετά από μια εβδομάδα εγκρίθηκε, χωρίς να γνωρίζει η ίδια τον λόγο. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται ποιαν ακριβώς εκτίμηση παρέλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο, στα πλαίσια των καθηκόντων της δεν ήταν να ελέγξει τα στοιχεία του τίτλου του ακινήτου όπου θα υποθηκευόταν και γενικά λάμβανε οδηγίες από το τμήμα στην Λευκωσία και η παρουσία της ήταν τυπική για την ολοκλήρωση της διαδικασίας παραχώρησης του δανείου, ούτε γνωρίζει οποιονδήποτε από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στα καθήκοντα της και γενικά στην εμπλοκή της όταν γίνεται μια αίτηση δανείου, όπως και στην παρούσα υπόθεση και ότι τον περαιτέρω χειρισμό της αίτησης αναλαμβάνει το τμήμα της Λευκωσίας. Ανέλυσε επίσης τα έγγραφα που σχετίζονταν με την παραχώρηση του δανείου και το πως χρησιμοποιήθηκε το ποσό του δανείου, στην έκταση που είχε η ίδια εμπλοκή, γνώση ή μνήμη επί αυτών, δεν γνωρίζει όμως εάν το δάνειο αυτό αργότερα εξυπηρετείτο ή όχι. Έγινε εκτεταμένη αναφορά όσον αφορά το τι έλαβε υπ΄ όψην της όταν συνέτασσε το τεκμήριο 17 και ιδίως ποιαν εκτίμηση είχε υπ΄ όψην της ως προς την αξία του ακινήτου που θα υποθηκευόταν με βάση την εκτίμηση που της παρουσιάστηκε, ξεκαθάρισε όμως ότι έλαβε υπ΄ όψην της αξία που θα δικαιολογούσε την παραχώρηση δανείου, δεν θυμόταν όμως ποια ακριβώς εκτίμηση της παρουσιάστηκε. Ο Μ.Κ. 3 κλητεύθηκε ως εμπειρογνώμονας γραφολόγος, ειδικός επί εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, τα προσόντα του δεν έχουν αμφισβητηθεί και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την έκθεση του - τεκμήριο
  4. Σε αυτήν αναφέρει ότι εξέτασε τα τεκμήρια 4, 5, 9 και 14 Δικαστηρίου και με βάση το παραδεκτό γεγονός που δηλώθηκε στο Δικαστήριο είναι αντίστοιχα η έκθεση εκτίμησης που με βάση την θέση της κατηγορούσας αρχής είναι πλαστή έκθεση εκτίμησης, ως επίσης είναι και τα δείγματα γραφής και υπογραφής του Μ.Κ. 7 και των κατηγορουμένων 1 και
  5. Το αποτέλεσμα της εξέτασης είναι ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο τεκμήριο 4 δεν είναι πρωτότυπη (μελάνι), αλλά πρόκειται για αποτέλεσμα έγχρωμης αναπαραγωγής. Στις περιπτώσεις αυτές τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά και οι μικρολεπτομέρειες της γραφής δεν αποτυπώνονται με ευκρίνεια. Επίσης, στις περιπτώσεις αντιγράφων υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος μεταφοράς μιας υπογραφής από ένα πρωτότυπο έγγραφο ή αντίγραφο σε άλλο. Βάσει των πιο πάνω δεδομένων, η εκφορά απόλυτης γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε καθίσταται επισφαλής. Παρ΄ όλο τούτο, συγκρίνοντας την αμφισβητούμενη υπογραφή στο τεκμήριο 4 με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον Μ.Κ. 7, βρίσκει ότι παρουσιάζουν κάποια ομοιότητα ως προς την γενική μορφή, ενώ παρουσιάζουν διαφορές σε εμφανή χαρακτηριστικά, όπως την έναρξη, το μεσοδιάστημα και την κατάληξη και ως εκ τούτου κατά την γνώμη του αυτός δεν μπορεί να συνδεθεί. Συγκρίνοντας την αμφισβητούμενη υπογραφή στο τεκμήριο 4 με τα δείγματα γραφής που αποδίδονται στους κατηγορουμένους 1 και 2, βρίσκει ότι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους ως προς την γενική μορφή και τον τρόπο σχηματισμού και ως εκ τούτου κατά την γνώμη του κανενός από τους πιο πάνω είναι γνήσια υπογραφή τους. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του έδωσε διευκρινήσεις αναφορικά με την εξέταση που προέβηκε επί του τεκμηρίου 4 και αυτό που εξέτασε ήταν η υπογραφή και όχι το περιεχόμενο του και αντιπαραβάλλοντας με το τεκμήριο 6 ανέφερε ότι υπάρχουν μονογραφές στο τεκμήριο 6 ενώ στο τεκμήριο 4 όχι. Η έγχρωμη αναπαραγωγή κατά τον ίδιο μπορεί να επιτευχθεί με διάφορα μέσα που εξήγησε, διευκρίνισε επίσης ότι δεν θα μπορούσε να προβεί σε επιτόπια σύγκριση εάν του έδειχναν από την μια το κάλυμμα του τεκμηρίου 4 με ένα άλλο, διότι δεν είναι ορθή η μέθοδος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι αυτό που εξέτασε, όπως ανέφερε και στην κυρίως εξέταση του είναι η υπογραφή, το τεκμήριο 6 το είδε μόνο την ημέρα που έδινε την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, εντόπισε ότι δεν υπάρχει υπογραφή στον αντίστοιχο χώρο που υπάρχει το τεκμήριο 4, στο τεκμήριο 4 δεν υπάρχουν οι μονογραφές που υπάρχουν στο τεκμήριο 6 και αυτές οι μονογραφές δεν ήταν προς εξέταση παρά μόνο η υπογραφή. Ανέφερε ότι εάν η υπογραφή είναι μεταφορά της γνήσιας υπογραφής τότε θα υπάρχει ταύτιση πλήρως με κάποιαν πρωτότυπη γνήσια υπογραφή σε περίπτωση έγχρωμης αναπαραγωγής, εάν όμως η υπογραφή δεν είναι γνήσια, δηλαδή δεν προήλθε από συγκεκριμένο έγγραφο όπου υπάρχει γνήσια υπογραφή κάποιου προσώπου και κάποιος προσπάθησε να κάνει την υπογραφή εκείνου του προσώπου, η μεταφορά βάσει και των δεδομένων θα είναι πάλι ότι δεν είναι γνήσια υπογραφή και επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην εκτίμηση του, τονίζοντας ιδίως το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση έγινε έγχρωμη αναπαραγωγή όμως που κατά την γνώμη του δεν προήλθε από γνήσια υπογραφή του συγκεκριμένου προσώπου. Ο Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 19, στην οποία περιγράφει τις ενέργειες που είχε προβεί στα πλαίσια των ανακριτικών του καθηκόντων, όπως είναι η λήψη καταθέσεων από τους κατηγορούμενους και πρόσαψη γραπτών κατηγοριών σε αυτούς και τις απαντήσεις που αυτοί έδωσαν και ακολούθως στην προφορική του μαρτύρια κατέθεσε ως τεκμήρια τα πιο πάνω και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αναφέρει στην κατάθεση του είναι αυτά που λήφθηκαν από τον δεύτερο κατηγορούμενο και είναι το τεκμήριο
  6. Σημειωτέο ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου 4 είναι τελικώς ανυπόγραφη, είναι υπογραμμένη όμως από τον ίδιο η πρόσαψη σε αυτόν των γραπτών κατηγοριών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έχει κάτι στον φάκελο του αναφορικά με τον ισχυρισμό του δεύτερου κατηγορούμενου ότι δάνεισε τον πρώτο κατηγορούμενο διότι δεν του παραδόθηκε κάτι σχετικό, ούτε ρώτησε ο ίδιος σχετικά. Ως προς την προβαλλόμενη αντιπροσωπευτική ιδιότητα του δεύτερου κατηγορούμενου για τον πρώτο κατηγορούμενο και για τα όσα ρώτησε ο Μ.Κ 4 τον δεύτερο κατηγορούμενο επί αυτού του θέματος στο τεκμήριο 25, παρέπεμψε στο τεκμήριο 10, χωρίς να είναι σε θέση να θυμάται εάν ζήτησε να παραλάβει αντίγραφο του ειδικού πληρεξουσίου, τονίζοντας ότι αυτό δεν ήταν στα πλαίσια της διερεύνησης. Επίσης αναφέρθηκε στην πηγή των πληροφοριών του αναφορικά με ισχυρισμούς και θέσεις που προβλήθηκαν στα πλαίσια του ανακριτικού του καθήκοντος και που σχετίζονταν με τον δεύτερο κατηγορούμενο και τρίτο κατηγορούμενο και τι ενέργειες έχει προβεί αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν, στην έκταση που θυμόταν ή ήταν σε θέση να απαντήσει, δίνοντας όμως έμφαση στο τι ακριβώς διερευνούσαν την δεδομένη στιγμή. Ο Μ.Κ. 5 κλητεύθηκε ως εμπειρογνώμονας εκτιμητής ακινήτων, τα προσόντα του οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 28, στην οποία κάνει αναφορά στην έκθεση εκτίμησης που αργότερα κατέθεσε ως τεκμήριο 29, αναφέροντας επίσης ότι τον πρώτο κατηγορούμενο δεν τον γνωρίζει. Ακολούθως , αφού πρώτα υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης εκτίμησης του - τεκμήριο 29, καταλήγοντας ότι το ακίνητο που εξέτασε, ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου ανέρχεται σε € 8,000, αντιπαραβάλλοντας ταυτόχρονα την έκθεση του με τα τεκμήρια 4 και 6, βρίσκοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ τους, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι το τεκμήριο 6 δεν έχει κάποια σχέση με τα τεκμήρια 4 και
  7. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανέφερε ότι στο τεκμήριο 4 αναγράφεται το ίδιο ακίνητο, με διαφορετική όμως αξία, διαφέρει η περιγραφή, η φωτογραφία του, αφού δείχνει σπίτια γύρω και το τοπογραφικό είναι διαφορετικό, το τεμάχιο 292 δεν είναι αυτό που αναφέρεται στον τίτλο, χαρακτηρίζοντας αυτό που συνέβηκε ως περίεργο. Στο τεκμήριο 6 διαφέρει ο αριθμός εγγραφής με αυτόν που αναγράφεται στο τεκμήριο 29, στα τεκμήρια 4 και 29 τ στοιχεία είναι τα ίδια, στο τεκμήριο 6 το Φ/Σχ διαφέρει, το εμβαδόν όμως είναι το ίδιο στα τεκμήρια 4, 6 και
  8. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το ΣΤΑΣΚ του έδωσε οδηγίες για να ετοιμάσει το τεκμήριο 29 που είναι ο πελάτης και όχι ο κατηγορούμενος 1 που δεν τον έχει δει ποτέ, τα δε στοιχεία του κατηγορούμενου 1 του τα έδωσε το ΣΤΑΣΚ, πελάτης του οποίου ήταν ο κατηγορούμενος 1 και για να ετοιμάσει την έκθεση του έκανε χρήση του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου του κατηγορουμένου 1, αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως τεκμήριο 30 στα πλαίσια της αντεξέτασης του, το δε τοπογραφικό δεν του το προσκόμισε κάποιος διότι διατηρεί αρχείο με όλα τα κτηματολογικά σχέδια και βγάζουν φωτοτυπίες. Ο Μ.Κ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ητοι το τεκμήριο
  9. Σε αυτήν κάνει αναφορά στα καθήκοντα του στο ταμιευτήριο όπου εργάζεται, πρώην ΣΤΑΣΚ. Αναφέρει ότι μεταξύ των καθηκόντων του είναι και η προετοιμασία, αποστολή και επισκόπηση εκτιμήσεων και επανεκτιμήσεων για ενυπόθηκα δάνεια. Κατά την διάρκεια επισκόπησης επανεκτιμήσεων που στάλησαν μέσα στα πλαίσια των συνήθων διαδικασιών του ταμιευτηρίου, εντόπισε περίπτωση δανείου με πρωτοφειλέτη τον κατηγορούμενο1,α το οποίο εξασφαλίζεται με υποθήκη ακίνητης ιδιοκτησίας, όπου σε επανεκτίμηση του υποθηκευμένου ακινήτου που στάληκε κατά την διάρκεια του 2014, η αξία του ακινήτου επανεκτιμήθηκε στα € 10.000 με ημερομηνία εκτιμήσεως 14 Φεβρουαρίου 2014, ενώ το υπόλοιπο του δανείου ανερχόταν σε € 174.224,20 και το δάνειο είναι μη εξυπηρετούμενων και υφίσταται διαιτητική απόφαση εναντίον του πρωτοφειλέτη. Η συγκεκριμένη επανεκτίμηση του ακινήτου έγινε από συγκεκριμένο εκτιμητή, η παραχώρηση του δανείου το οποίο εκδόθηκε στις 4 Μαΐου 2011 με πόσο εκδόσεως € 150.000 είχε βασιστεί σε ενυπόθηκη εξασφάλιση ακινήτου για το οποίο είχε προσκομιστεί από τον αιτητή έκθεση εκτιμήσεως ημερομηνίας 12 Ιανουαρίου 2011 από συγκεκριμένο εκτιμητή που κατονομάζει με την οποία η αξία του ακινήτου υπολογίστηκε στα € 281.
  10. Όπως μπόρεσε να διαπιστώσει από την μελέτη του φακέλου σε σχέση με το συγκεκριμένο δάνειο, φαίνεται ότι η εκτίμηση προσκομίστηκε από τον ίδιο τον αιτητή, πράγμα που φαίνεται να έγινε αποδεκτό από το ΣΤΑΣΚ για την συγκεκριμένη περίπτωση. Σύμφωνα με τα έγγραφα του δανείου και συγκεκριμένα σύμφωνα με το έντυπο αξιολόγησης της αίτησης δανείου βλέπει ότι ο λειτουργός αξιολόγησης του ταμιευτηρίου είχε καταγράψει τις παρατηρήσεις του ότι το ακίνητο εκτιμήθηκε από τον συγκεκριμένο εκτιμητή με οδηγίες του κατηγορουμένου 1 και η εκτίμηση ήταν λίγο ψηλή και για τον λόγο αυτό αλλά και για όλους τους λόγους που καταγράφονται στην αίτηση ο λειτουργός κατέγραψε επίσης ότι το δάνειο είχε πολλούς κινδύνους. Η λειτουργός που χειρίστηκε την περίπτωση εξακολουθεί να εργάζεται στο ταμιευτήριο και από ότι βλέπει ο ίδιος από την αίτηση για την έγκριση του δανείου μπήκαν κάποιοι όροι που ο ίδιος δεν είναι σε θέση να εξηγήσει. Αναγνωρίζει στην αίτηση κάτω από τους όρους για έγκριση την υπογραφή του πρώην γραμματέα του ΣΤΑΣΚ ο οποίος είναι αρμόδιος να εξηγήσει τι έγινε και εξακολουθεί να εργάζεται στο ταμιευτήριο ως διευθυντής διοικητικών εργασιών. Όταν παραλείφθηκε η εκτίμηση την οποία τον ταμιευτήριο έδωσε οδηγίες για να γίνει, λόγω της μεγάλης διαφοράς στην αξία του ακινήτου μεταξύ της αρχικής εκτίμησης και της επανεκτίμησης, θεώρησε αναγκαίο όπως δώσει οδηγίες να ζητηθεί και δεύτερη επανεκτίμηση από τρίτο εκτιμητή. Η τρίτη επανεκτίμηση ζητήθηκε από συγκεκριμένο εκτιμητή που εκτιμούσε την αξία του ακινήτου στα €
  11. Και οι δύο εκτιμητές είναι εκτιμητές που συνεργάζεται το ταμιευτήριο. Με βάση τα πιο πάνω θεώρησε αναγκαίο όπως προωθήσει το συγκεκριμένο θέμα στην ολομέλεια της επιτροπείας αφού ήταν φανερό ότι εκ πρώτης όψεως εντόπιζε αμέλεια ή δόλο εκ μέρους του πρώτου εκτιμητή σε σχέση με την εκτίμηση που διενεργήθηκε, με αποτέλεσμα το ταμιευτήριο να κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή ζημιά. Η επιτροπεία σε συνέδρια της 19 Μαρτίου 2015 ομόφωνα αποφάσισε όπως το ταμιευτήριο προχωρήσει σε καταγγελία στην αστυνομία η οποία είναι και το αρμόδιο όργανο για να διερευνήσει την πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν έχουν κινηθεί νομικά εναντίον του οφειλέτη ή του εκτιμητή περιμένοντας το πόρισμα της έρευνας της αστυνομίας. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του περιέγραψε τον τρόπο που γίνεται η επανεκτίμηση των δανείων, όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση και που οι επανεκτιμήσεις ήταν σύνηθες φαινόμενο, όπου διαπιστώθηκε η απόκλιση στις εκτιμήσεις του ακινήτου που δόθηκε για εξασφάλιση παραχώρησης δανείου στον κατηγορούμενο 1, αναλύοντας και τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την διαδικασία αυτή και τι ενέργειες έγιναν από τον ίδιο και την καταγγελία που έγινε στην αστυνομία. Δεν ήταν εμπλεκόμενος ο μάρτυρας στην διαδικασία αίτησης για παροχή δανείου όταν κλήθηκε να αναγνωρίσει το τεκμήριο 8 και ερωτήθηκε σχετικά. Κατέθεσε ως τεκμήριο 32 την μια εκ των δύο εκθέσεων εκτιμήσεων που ετοιμάστηκαν στα πλαίσια της επανεκτίμησης του δανείου και του ακινήτου που δόθηκε για εξασφάλιση, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα και το τεκμήριο 29 την άλλη έκθεση εκτίμησης που ετοιμάστηκε στα ίδια πλαίσια και για τον ίδιο σκοπό. Αναγνώρισε το τεκμήριο 4 ως την έκθεση που χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια αίτησης παραχώρησης δανείου και συνεπώς δεν γνωρίζει κάτι σχετικό για αυτό και πιθανόν να θεώρησε ότι ήταν εκ παραδρομής που σημειώθηκε λανθασμένο το επώνυμο του κατηγορουμένου
  12. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει τα άτομα με τα οποία απαρτιζόταν η επιτροπεία του ΣΤΑΣΚ. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε και επανέλαβε ότι η εμπλοκή του άρχισε στα πλαίσια επανεκτίμησης του δανείου και όχι στα πλαίσια της αίτησης του δανείου και ότι γνώση έλαβε είναι από μελέτη του φακέλου, το δε τεκμήριο 4 το είδε για πρώτη φορά το 2014 και θεώρησε ότι ζητήθηκε και ετοιμάστηκε από το ΣΤΑΣΚ. Επανέλαβε τις θέσεις του για τις ενέργειες που έχει προβεί ο ίδιος στα πλαίσια των καθηκόντων του για επανεκτίμηση του δανείου και τις διευκρινίσεις που ζήτησε αναφορικά με τις εκτιμήσεις που ετοιμάστηκαν, τα δε νομικά μέτρα που ανέφερε ότι δεν έχουν ληφθεί είναι αναφορικά με τις παρεκκλίσεις που σημειώθηκαν στις εκτιμήσεις και προτίμησαν να δουν εάν προκύπτουν ποινικά αδικήματα, δεν ήταν όμως εις γνώση του διαδικασίες αστικής φύσεως για ανάκτηση του χρέους, παρά μόνο σε γενικές γραμμές ως προς την διαδικασία της διαιτησίας, ούτε μπορούσε να πει λεπτομέρειες για την πορεία του δανείου και της αποπληρωμής του. Επεξήγησε επίσης τι εννοούσε και πως το έχει εκλάβει ότι η εκτίμηση ήταν λίγο ψηλή και τι θα έκανε ο ίδιος εάν εντόπιζε αυτήν την σημείωση. Ο Μ.Κ. 7 κλητεύθηκε ως ένας από τους κύριους μάρτυρες κατηγορίας, τα δε προσόντα του ως εμπειρογνώμονας εκτιμητής ακινήτων δεν έχουν αμφισβητηθεί και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  13. Σε αυτήν αναφέρει ότι διατηρεί δικό του εκτιμητικό οίκο με συγκεκριμένη ονομασία και ανάμεσα στις εργασίες του είναι η εκτίμηση ακινήτων για σκοπούς δανειοδότησης ή ενημέρωσης ή για σκοπούς Δικαστηρίου και μεταξύ άλλων συνεργαζόταν και με το ΣΤΑΣΚ στο οποίο ο ίδιος είναι μέλος από το 1993, περιγράφοντας ταυτόχρονα και την διαδικασία που ακολουθείτο με το ΣΤΑΣΚ για να ετοιμαστεί μια έκθεση εκτίμησης ακινήτων, τον τρόπο που γινόταν, ποια έγγραφα απαιτούνταν, ποια δεδομένα λαμβάνονταν υπ΄ όψη, τι ενέργειες γίνονταν και ποια άτομα εμπλέκονταν στην ζήτηση, ετοιμασία, σύνταξη, μελέτη, παράδοση και παραλαβή της έκθεσης εκτίμησης ακινήτου. Για σκοπούς δανείων ο ίδιος ουδέποτε έκανε εκτιμήσεις σε ιδιώτες. Όταν κάποιος ιδιώτης ερχόταν και του ζητούσε εκτίμηση για σκοπούς δανειοδότησης τον παρέπεμπε στην τράπεζα και του έλεγε να συνεννοηθεί με τον τραπεζικό για να τους στείλει διατακτικό από την τράπεζα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις όταν ζητείτο εκτίμηση από ιδιώτη η εκτίμηση έγγραφε πάνω ότι γινόταν για σκοπούς ενημέρωσης. Όσον αφορά την εκτίμηση που του υποδείχθηκε και που αργότερα αναγνώρισε ως το τεκμήριο 4, ανέφερε ότι αυτή η εκτίμηση δεν έγινε από το γραφεί του, αλλά η πραγματική εκτίμηση που διενήργησε το γραφείο του είναι το τεκμήριο 6, η οποία ζητήθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος τους παρέδωσε τον τίτλο του ακινήτου που ζήτησε να γίνει εκτίμηση. Παρέδωσε επίσης στην αστυνομία αντίγραφο του εγγράφου που συμπληρώθηκε από το γραφείο του όταν το πρόσωπο πήγε στο γραφείο του και ζήτησε την εκτίμηση και ήταν και για άλλα ακίνητα στην ίδια περιοχή για σκοπούς ενημέρωσης. Ουδέποτε ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε εκτίμηση για σκοπούς δανείου από το ΣΤΑΣΚ και ουδέποτε το ΣΤΑΣΚ ζήτησε εκτίμηση για το άτομο αυτό, είτε για το ακίνητο που αναφέρεται στην εκτίμηση που έγινε για τον ίδιο, είτε για το ακίνητο που φαίνεται στο τεκμήριο
  14. Ακολούθως περιέγραψε τις διαφορές που βρίσκει στο τεκμήριο 4 με τις εκτιμήσεις που γίνονται από το γραφείο του, ήτοι παρουσιάζει διαφορές στο χαρτί, στα στοιχεία του προσώπου που ζήτησε την εκτίμηση και τον σκοπό της εκτίμησης, στα χαρακτηριστικά του ακινήτου, η τοποθεσία του ακινήτου παρέμεινε η ίδια κάτι που υποδηλεί καταρτισμό πλάτης εκτίμησης, αφού δεν μπορεί δύο ακίνητα να έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, η περιγραφή φαίνεται να έχει αλλαχθεί και επίσης παρόλο που το τεκμήριο 4 αναγράφει ότι το τεμάχιο έχει υπηρεσίες στην πραγματικότητα αυτό δεν έχει υπηρεσίες αφού είναι γεωργικό ακίνητο, τα πολεοδομικά και νομικά δεδομένα φαίνεται να είναι τα ίδια κάτι που και πάλι δεν μπορεί να ισχύει αφού πρόκειται για γεωργικό τεμάχιο, η τοπική αγορά έχει παραμείνει και πάλι ίδια κάτι που και πάλι δεν μπορεί να ισχύει, η ημερομηνία εκτίμησης και η μέθοδος εκτίμησης είναι ίδια και τέλος, όσον αφορά το ποσό της εκτίμησης αυτό που αναγράφει στην εκτίμηση τεκμήριο 4 δηλαδή € 281,000 είναι αδύνατο να ισχύει διότι στην περιοχή τα γεωργικά κινητά η αξία τους δεν υπερβαίνει τις € 12,000, δηλαδή η εκτίμηση - τεκμήριο 4 φαίνεται να είναι πλαστογραφημένη αφού είναι κατά € 270,000 περίπου υπερεκτιμημένη. Όσον αφορά την υπογραφή του στην εκτίμηση - τεκμήριο 4 παρόλο που αυτό φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι έγχρωμο αντίγραφο, εντούτοις πιστεύει ότι παρόλο που η υπογραφή σε αυτό μοιάζει με την δική του θεωρεί ότι είναι πλαστογραφημένη. Όσον αφορά το κτηματικό σχέδιο που επισυνάπτεται στο τεκμήριο 4 πρόκειται για εντελώς διαφορετικό σχέδιο από αυτό που περιγράφεται στην εκτίμηση και δεν είναι ούτε καν σε κλίμακα που το γραφείο του σε καμία περίπτωση δεν βάζει χωρομετρικά που να μην είναι σε κλίμακα. Ο ίδιος δεν ξέρει κανέναν με το όνομα του κατηγορουμένου ή με την παράφραση του επώνυμου του ούτε το γραφείο του είχε τέτοιον πελάτη διότι διατηρεί αρχεία των πελατών του από την ημέρα που ξεκίνησε. Αναφέρει επίσης ότι παραδίδει επίσης εκτύπωση των αρχείων που διατηρεί για συγκεκριμένη εκτίμηση στην οποία φαίνεται ότι από τις 12/1/2011 δεν έγινε καμία τροποποίηση στην εκτίμηση που να αφορά οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή οργανισμό. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του περιέγραψε τον τρόπο συνεργασίας του με το ΣΤΑΣΚ και τον τρόπο που λάμβανε οδηγίες για να ετοιμαστεί μια έκθεση εκτίμησης και γενικά την διαδικασία που ακολουθείτο, καταθέτοντας το τεκμήριο 34 για να υποστηρίξει τον τρόπο που λάμβανε οδηγίες για να ετοιμαστεί μια έκθεση εκτίμησης ακινήτου. Αντιπαραβάλλοντας τα τεκμήρια 4 και 7, ανέφερε ότι το τεκμήριο 7 είναι επιστολόχαρτο του γραφείου του και το τεκμήριο 4 δεν έγινε από το γραφείο του και δεν είναι γραφόμενα από το γραφείο του, το δε τεκμήριο 6 έγινε από το γραφείο του, κατέθεσε δε το τεκμήριο 35, το οποίο ανέλυσε, περιέγραψε και επεξήγησε και που σε αυτό καταγράφονται τα δύο ακίνητα, ήτοι το ένα ακίνητο που έλαβε οδηγίες από τον δεύτερο κατηγορούμενο να το εκτιμήσει και το άλλο ακίνητο είναι αυτό που καταγράφεται στο τεκμήριο 4 που κατά τον ίδιο είναι πλαστό, διότι δεν ζητήθηκε από το ΣΤΑΣΚ να γίνει, σε αντίθεση με το τι αυτό αναγράφει, αφού δεν ζητήθηκε τέτοια εκτίμηση για αυτό το ακίνητο που φαίνεται στο τεκμήριο
  15. Η τοποθεσία του ακινήτου που περιγράφεται στο τεκμήριο 4 είναι λανθασμένη διότι είναι η τοποθεσία του ακινήτου που αναγράφεται στο τεκμήριο 6, ως επίσης στα δύο αυτά τεκμήρια εμφαίνονται η ίδια φωτογραφία και για τα δύο ακίνητα, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει διότι κανένα ακίνητο δεν είναι το ίδιο και γενικά αντιπαραβάλλοντας τα τεκμήρια 4, 6 και 35 ανέφερε, ανέλυσε και περιέγραψε τις διαφορές μεταξύ αυτών των δύο ακινήτων, όπως είναι η διαφορετικότητα στην πολεοδομική ζώνη, στις υπηρεσίες, δικαιώματα και η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο. Για να αιτιολογήσει την κατάθεση του τεκμηρίου 34 ανέφερε ότι αυτό έγινε για να καταδείξει ότι δεν έχει ανοίξει το συγκεκριμένο file από τις 12/1/
  16. Επανέλαβε την θέση του ότι δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο 1 ούτε οποιανδήποτε παράφραση του επωνύμου του, αναγνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο ως το άτομο που του ζήτησε στις 4/1/2011 να εκπονίσει την έκθεση - τεκμήριο 6 και του παρέδωσε αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 40 που αρχικά ήταν το τεκμήριο Θ 1 προς αναγνώριση όταν έδινε μαρτυρία ο Μ.Κ. 7 και το εμβαδόν των ακινήτων που φαίνονται στα τεκμήρια 4 και 6 είναι το ίδιο και βρίσκονται στο ίδιο χωριό - Στατός - Άγιος Φώτιος στην Πάφο. Στο τεκμήριο 4, το οποίο δεν έχει συντάξει το γραφείο του, αναγράφεται ο ίδιος αριθμός αναφοράς με αυτόν που αναγράφεται στο τεκμήριο 6, ουδέποτε το γραφείο του έδινε την πρωτότυπη έκθεση εκτίμησης σε πελάτη για να την παραδώσει στην τράπεζα για σκοπούς εκτίμησης. Του υποδείχθηκαν επίσης και σχολίασε τα τεκμήρια 29 και 30, λέγοντας ότι η τιμή που αναγράφεται είναι λογική. Αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορουμένου 1 κλήθηκε να αντιπαραβάλει τα τεκμήρια 4 και 6 και να αναφέρει τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ τους, πράγμα που έπραξε και ουσιαστικά επανέλαβε τις θέσεις του όπως αυτές έχουν εκτεθεί πιο πάνω και αναφέρθηκε στην σχέση εμπιστευτικότητας και προσωπικών δεδομένων όταν ετοιμάζεται μια έκθεση εκτίμησης. Αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορουμένου 2 αναφέρθηκε στην ιδιότητα που είχε ως στρατιωτικός, ως μέλος του ΣΤΑΣΚ και μετέπειτα εκτιμητής ακινήτων και την συνεργασία που είχε με το ΣΤΑΣΚ, επανέλαβε την διαδικασία που ακολουθείτο όταν του ζητείτο από το ΣΤΑΣΚ για να κάνει μια εκτίμηση, χωρίς να δώσουν ποτέ προσωπικά σε μέλος του ΣΤΑΣΚ έκθεση εκτίμησης. Επανέλαβε τις θέσεις του ως προς τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ των τεκμηρίων 4 και 6 και ότι το τεκμήριο 6 συντάχθηκε από το γραφείο του, όχι όμως το τεκμήριο 4 και ούτε γνωρίζει το άτομο που το τεκμήριο 4 αναφέρει, ούτε εκτίμησε το ακίνητο που αναγράφεται στο τεκμήριο 4, το δε τεκμήριο 6 παραδόθηκε στον κατηγορούμενο 2, αφού πρώτα ο κατηγορούμενος 2 προσκόμισε το τεκμήριο 40 και αυτό που χρειαζόταν το γραφείο του Μ.Κ. 7 είναι τα κτηματολογικά δεδομένα και αυτά αποτυπώνονται το τεκμήριο
  17. Επίσης αναφέρθηκε στην ιδιότητα του κατηγορουμένου 2 ως πελάτη του γραφείου του και ότι εκδίδονταν τιμολόγια και αποδείξεις για τις εκτιμήσεις που γίνονταν και τις πληρωμές που γίνονταν για αυτές, ως επίσης τοποθετήθηκε αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 40 που αρχικά ήταν το τεκμήριο Θ 1 προς αναγνώριση όταν έδινε μαρτυρία ο Μ.Κ. 7 και το οποίο συντάχθηκε από υπάλληλο του γραφείου του, δίνοντας τις δικές του τοποθετήσεις αναφορικά με τις συνθήκες και τους λόγους που αυτό συντάχθηκε. Ο Μ.Κ. 8 κλητεύθηκε τόσο ως μάρτυρας γεγονότων, όσο και ως εμπειρογνώμονας σε θέματα εκτίμησης ακινήτων, τα δε προσόντα του δεν έχουν αμφισβητηθεί και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 36 και την έκθεση εκτίμησης του - τεκμήριο
  18. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι παρουσιάζει την έκθεση που ετοίμασε μετά από οδηγίες που έλαβε από το ταμιευτήριο, τον δε κατηγορούμενο 1 δεν τον αναγνωρίζει. Στην έκθεση εκτίμησης του αναφέρει ότι εκτίμησε το ακίνητο, το οποίο ο κατηγορούμενος 1 προσέφερε για εξασφάλιση στο ΣΤΑΣΚ για σκοπούς χρηματοδότησης, περιγράφοντας τα χαρακτηριστικά του ακινήτου τα οποία καταγράφει λεπτομερώς, διευκρινίζοντας ότι το ακίνητο δεν έχει επιθεωρηθεί και στηρίχθηκε στα δεδομένα που του δόθησαν και νοουμένου ότι η κατάσταση του ακινήτου δεν έχει αλλάξει, η δε αγοραία αξία του εκτιμήθηκε στις € 10,000 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης στις € 8,
  19. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Η Μ.Κ 9 ανέφερε ότι είναι λειτουργός το κτηματολόγιο, ειδική σε θέματα εκτίμησης ακινήτων και τα προσόντα της δεν έχουν αμφισβητηθεί και υιοθέτησε το τεκμήριο 37 στην οποία αναφέρει ότι το ακίνητο, το οποίο ο κατηγορούμενος 1 προσέφερε για εξασφάλιση στο ΣΤΑΣΚ για σκοπούς χρηματοδότησης, η αγοραία αξία του ανέρχεται στις € 8,000, κάνοντας αναφορά στα δεδομένα που έλαβε υπ΄ όψην της. Ο Μ.Κ. 10 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  20. Σε αυτήν αναφέρει ότι για την επιταγή, η οποία αποτελεί μέρος του τεκμήριο 13 και που αναγνώρισε ο Μ.Κ. 10 ακολούθως, του την έδωσε ο τρίτος κατηγορούμενος το 2011 για να την εξαργυρώσει επειδή ο κατηγορούμενος 3 δεν είχε λογαριασμό στο ταμιευτήριο ενώ ο Μ.Κ. 10 είχε και τα λεφτά της επιταγής όταν αυτή εξαργυρώθηκε τα έδωσε στον κατηγορούμενο 3, χωρίς να γνωρίζει ο Μ.Κ. 10 τον λόγο που είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος 3 αυτήν την επιταγή, το μόνο που ξέρει είναι ότι έχει ένα ενεχυροδανειστήριο με τον κατηγορούμενο 4 συνεταιρικά. Τον κατηγορούμενο 3 τον γνωρίζει διότι τότε ο Μ.Κ 10 ασχολείτο με τις κατασκευές και συντηρήσεις κήπων και τότε ο Μ.Κ. 10 έφτιαξε τον κήπο του κατηγορούμενου 3 και ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις διότι ο κατηγορούμενος 3 είναι συγχωριανός του πατέρα του Μ.Κ. 10 και αυτές οι φιλικές σχέσεις διατηρούνται αφού ο μάρτυρας έκανε ασφάλεια στον γιο του κατηγορούμενου
  21. Δεν γνωρίζει τους κατηγορούμενους 1 και 2, ούτε τον Μ.Κ.
  22. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέλαβε την εν λόγω επιταγή, την εξαργύρωσε και έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο 3, χωρίς να γνωρίζει τι τα έκανε τα χρήματα ο κατηγορούμενος 3 με τον οποίο εξακολουθεί να έχει φιλικές σχέσεις μαζί του και συχνές επαφές. Όταν ο κατηγορούμενος 3 του έδωσε την επιταγή του είπε ότι του την έδωσε ένας πελάτης του στρατιωτικός, χωρίς όμως ο μάρτυρας να τον γνωρίζει. Αντεξεταζόμενος έδωσε διευκρινίσεις αναφορικά με τα όσα σχετίζονταν με την εν λόγω επιταγή και ότι ο κατηγορούμενος 3 του ανέφερε ότι δάνεισε χρήματα στον στρατιωτικό που ανέφερε προηγουμένως και ότι ο τελευταίος του τα επέστρεψε. Η Μ.Κ. 11 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση της - τεκμήριο 39 που αρχικά είχε κατατεθεί ως τεκμήριο Θ προς αναγνώριση και αναγνώρισε και υιοθέτησε το τεκμήριο 40 που αρχικά είχε κατατεθεί ως τεκμήριο Θ 1 προς αναγνώριση. Στην κατάθεση της ανέφερε ότι εργάζεται στο γραφείο του Μ.Κ. 7 και ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι να δέχεται τις αιτήσεις για εκτίμηση από πελάτες, περιγράφοντας την διαδικασία που ακολουθείται και στην προκειμένη περίπτωση ήρθε στο γραφείο ο δεύτερος κατηγορούμενος και ζήτησε έκθεση εκτίμησης για συγκεκριμένο ακίνητο και η μάρτυρας συμπλήρωσε ένα ειδικό έντυπο που αργότερα αναγνώρισε ως το τεκμήριο 40 και όταν η έκθεση εκτίμησης ετοιμάστηκε παραδόθηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο τον οποίο η μάρτυρας γνωρίζει ως πελάτη του γραφείου. Διευκρίνισε ότι οι εκθέσεις εκτιμήσεων παραδίδονται εκτυπωμένες στα επιστολόχαρτα του γραφείου τους και ποτέ σε αντίγραφα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της ανέλυσε και περιέγραψε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 40 και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό συντάχθηκε και τα στοιχεία που παρέδωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, χωρίς να θυμάται η ίδια για ποιον λόγο ζητήθηκε η έκθεση εκτίμησης - τεκμήριο 6 το οποίο και αναγνώρισε και ο δεύτερος κατηγορούμενος ζήτησε και άλλες εκτιμήσεις σε άλλες περιπτώσεις. Δεν αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα στο τεκμήριο 6 σε μονογραφές, το τεκμήριο 6 παραδόθηκε από την ίδια στον δεύτερο κατηγορούμενο, αναγνώρισε και περιέγραψε το τεκμήριο 7 ως το επιστολόχαρτο του γραφείου που εργάζεται και όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο αναγνώρισε διαφορές στον τύπο του χαρτιού με τον τύπο χαρτιού που χρησιμοποιεί το γραφείο όπου εργάζεται. Περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθείται όταν ετοιμαστεί έκθεση εκτίμησης για ιδιώτη ή για τραπεζικό οργανισμό, όπου εάν την ζητεί ιδιώτης παραδίνεται στον ιδιώτη εάν όμως ζητείται από τράπεζα παραδίδεται στην τράπεζα. Αντεξεταζόμενη από πλευράς κατηγορουμένου 2, ανέφερε ότι υπάρχει αρχείο πελατών στο οποίο δεν φαίνονται πόσες εκτιμήσεις έγιναν για κάθε πελάτη. Έδωσε διευκρινίσεις αναφορικά με το τεκμήριο 40 και ποια ήταν τα γραφόμενα που προέρχονται από την ίδια και ποια όχι, εξέφρασε άγνοια για συγκεκριμένα άτομα, αναφέρθηκε στον τρόπο παράδοσης των εκτιμήσεων, τα άτομα που μπορούν να προβούν σε εκτύπωση, δεν σημειώνεται πότε γίνεται η πληρωμή, η έκθεση παραδόθηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο αφού πρώτα έδωσε ο κατηγορούμενος 2 έδωσε τα στοιχεία του ακινήτου που ήθελε να εκτιμηθεί όπως φαίνονται στο τεκμήριο 40 χωρίς να θυμάται επακριβώς τον τρόπο που αυτό τα στοιχεία δόθησαν στο γραφείο, δηλαδή εάν ήταν με τηλεομοιότυπο ή όχι. Ο Μ.Κ. 12 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε τις καταθέσεις του, ήτοι τα τεκμήρια 41 και
  23. Στο τεκμήριο 41 κάνει αναφορά στην ανάμιξη του στην αίτηση δανείου που έκανε ο πρώτος κατηγορούμενος και πιο συγκεκριμένα ως γραμματέας της επιτροπής και η οποία την πρώτη φορά η αίτηση απορρίφθηκε επειδή υπήρχαν καθυστερήσεις στην καταβολή δανείου σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Στην επόμενη συνεδρία που έγινε μετά από μια εβδομάδα μετά από αίτημα του κατηγορουμένου 1 η αίτηση εγκρίθηκε αφού τέθηκαν κάποιοι όροι και αυτό που λάμβαναν υπ΄ όψη είναι το ποσό της εκτίμησης να καλύπτει το ποσό του δανείου και δεν ήταν της αρμοδιότητας τους να εξετάσουν κατά πόσο η εκτίμηση είναι αληθινή ή όχι, η δε εκτίμηση που προσκομίστηκε έγινε αποδεκτή διότι προερχόταν από συνεργάτη του ταμιευτηρίου. Στην συνέχεια αφού εκπληρώθηκαν οι όροι εκταμιεύθηκε το δάνειο και ως συνηθίζεται κάθε τρία χρόνια γίνονται επανεκτιμήσεις των ακινήτων που είναι υποθηκευμένα, κάτι που έγινε και στην προκειμένη περίπτωση και διαπιστώθηκαν τα όσα καταγγέλθηκαν στην αστυνομία. Στο τεκμήριο 42 κάνει αναφορά σε έγγραφα τα οποία και αναλύει. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1, αναφέρθηκε την διαδικασία που ακολουθείτο για την υποβολή αίτησης δανείου και τι εξασφαλίσεις απαιτούνταν αναλόγως της περίπτωσης, έτυχε, αν και σπάνια, κάποιος μέλος του ταμιευτηρίου κατά την αίτηση δανείου να φέρει ο ίδιος έκθεση εκτίμησης ακινήτου που θα παραχωρείτο ως εξασφάλιση. Η αίτηση που υπέβαλε ο κατηγορούμενος 1 και η εκτίμηση που υπήρχε εξετάστηκε στα κεντρικά γραφεία στην Λευκωσία, αφού έγινε επικοινωνία με την Μ.Κ. 2 που παρέλαβε την αίτηση δανείου από τον κατηγορούμενο 1 στο υποκατάστημα της Λεμεσού και στην μεταξύ τους συνομιλία είχαν την εντύπωση ότι η έκθεση εκτίμησης που προσκομίστηκε είναι πρωτότυπη και συνεπώς να γίνει αποδεκτή αφού προέρχεται από συνεργάτη του ΣΤΑΣΚ και ακολούθως το δάνειο εγκρίθηκε και εκταμιεύθηκε, ακολούθησε όμως η επανεκτίμηση και τα δεδομένα άλλαξαν όπου διαπιστώθηκε το πρόβλημα με την έκθεση εκτίμησης και ζητήθηκε η διενέργεια νέων εκτιμήσεων, όπου φάνηκε η απόκλιση στην αξία του ακινήτου και γενικά ανέφερε τι περιήλθε στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αναλόγως της χρονικής περιόδου διότι τα καθήκοντα του σε κατοπινό στάδιο άλλαξαν. Αναγνώρισε το τεκμήριο 17 ως το έγγραφο που προήλθε από την Μ.Κ. 17 αναγνωρίζοντας τα γράμματα της και που ήταν στην αίτηση δανείου, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα και το τεκμήριο 8 ως τα έγγραφα του δανείου και την υπογραφή του σε αυτά, όπου μεταξύ άλλων ήταν και η έκθεση εκτίμησης - τεκμήριο 4 το οποίο και αναγνώρισε σε κατοπινό στάδιο. Η αίτηση δανείου αρχικά στις 4/4/2011 έχει απορριφθεί αλλά μετά από πρωτοβουλία του πρώτου κατηγορουμένου αυτή επαναξιολογήθηκε μετά από μια εβδομάδα και η αίτηση εγκρίθηκε με συγκεκριμένους όρους τους οποίους και περιέγραψε, αφού πρώτα ο κατηγορούμενος 1 πληροφορήθηκε ότι η αίτηση απορρίφθηκε λόγω καθυστερημένων δόσεων και ο κατηγορούμενος 1 εξέφρασε την πρόθεση του να εξοφλήσει αυτές, πράγμα που έγινε και γενικά τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τέθηκαν για να παραχωρηθεί το δάνειο, διευκρινίζοντας ότι όλα τα έγγραφα και γενικά τα στοιχεία και τα δεδομένα τελούσαν υπό την αίρεση της έγκρισης της επιτροπής που θα αξιολογούσε την αίτηση δανείου. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στην επικοινωνία που είχε με την Μ.Κ. 2 στα πλαίσια της αίτησης δανείου που υπέβαλε ο κατηγορούμενος 1 και που η Μ.Κ. 2 παρέλαβε και την απέστειλε στα γραφεία του ταμιευτηρίου στη Λευκωσία, όπου η αίτηση προωθήθηκε για σκοπούς αξιολόγησης και δεν χρειαζόταν ο ίδιος να τηλεφωνήσει στον Μ.Κ. 7 για τα όσα η Μ.Κ. 2 σημείωσε. Η επιτροπή ενημερώθηκε ότι η έκθεση εκτίμησης προσκομίστηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 1 και δεν ήταν στις αρμοδιότητες του να ρωτήσει την επιτροπή εάν έχει ελέγξει οτιδήποτε σχετικό με τις παρατηρήσεις που υπήρχαν, ο ίδιος θεώρησε την έκθεση εκτίμησης που προσκομίστηκε ως πρωτότυπη, τα έγγραφα του δανείου ελέγχονταν από την επιτροπή και τον εσωτερικό ελεγκτή. Αναγνώρισε το τεκμήριο 43 ως την διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στην παρουσία του και που αφορά το επίδικο δάνειο που εξασφάλισε ο πρώτος κατηγορούμενος, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει λεπτομέρειες για το τι ακολούθησε όσον αφορά τα μέτρα εκτέλεσης. Αναφέρθηκε επίσης και σε περιπτώσεις που ο Μ.Κ 7 έδινε εκθέσεις σε πελάτες για να δοθούν στο ταμιευτήριο και γενικά αναφέρθηκε στο ζήτημα παράδοσης εκθέσεων εκτιμήσεων ακινήτων στο ταμιευτήριο. Αναφέρθηκε εκ νέου στην πορεία που είχε η αίτηση δανείου που υπέβαλε ο κατηγορούμενος 1 σε υποκατάστημα στην Λεμεσό, στην αποστολή αυτής στην Λευκωσία, την παραλαβή της και την προώθηση της στο αρμόδιο τμήμα, όπου μετά από αξιολόγηση αυτή απορρίφθηκε την πρώτη φορά αλλά μετά από μια εβδομάδα εγκρίθηκε, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, θεώρησε δε τυπογραφικό λάθος την παράφραση στο επώνυμο του κατηγορουμένου
  24. Ερωτήθηκε επίσης για το περιεχόμενο του φακέλου της αίτησης δανείου και ειδικότερα του τεκμηρίου 8, δίνοντας τις δικές του τοποθετήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου και τι περιήλθε στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των δικών του καθηκόντων και αρμοδιοτήτων και γενικά αναφέρθηκε στο τι έλαβε χώρα αναφορικά με την εν λόγω αίτηση δανείου και αναγνώρισε υπογραφές άλλων ατόμων, κάνοντας αναφορά στην εμπλοκή τους. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος πρότεινε να γίνει αποδεκτή η εκτίμηση που προσκομίστηκε, υπό την αίρεση αποδοχής της από την επιτροπή και έδωσε πίστη ότι αυτή είναι πρωτότυπη και ελέγχθηκαν τα χαρακτηριστικά του ακινήτου. Εξέφρασε άγνοια για το πόσα θα αγόραζε ο κατηγορούμενος 1 το ακίνητο διότι δεν είναι στην αρμοδιότητα του. Η Μ.Κ. 13 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο 44, στην οποία κάνει αναφορά στα καθήκοντα της στο ΣΤΑΣΚ, όπου εξέτασε την αίτηση δανείου του κατηγορουμένου 1, ο οποίος ζητούσε δάνειο ύψους € 160,000 και αφού η ίδια εξέτασε τα έγγραφα που της παρουσιάστηκαν αξιολόγησε την αίτηση και επισήμανε τον κίνδυνο όσον αφορά τους δείκτες του αιτητή για τις δόσεις έναντι του μισθού του και στην συνέχεια προώθησε την αίτηση δανείου στην επιτροπή για εξέταση και η οποία στις 4/4/2011 δεν εγκρίθηκε. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε το τεκμήριο 8, το οποίο ανέλυσε και περιέγραψε και που αφορά ουσιαστικά τον φάκελο της αίτησης δανείου του κατηγορουμένου 1 και γενικά ανέφερε, στην έκταση που γνώριζε, την πορεία αυτής της αίτησης δανείου και ότι σχετιζόταν με αυτήν, την εμπλοκή της, την εκτίμηση της αναφορικά με τους κινδύνους του δανείου με βάση τους δείκτες του κατηγορουμένου 1 που αφορούν τον μισθό και τις δόσεις του, λέγοντας ότι πείστηκε ότι η έκθεση εκτίμησης είναι πρωτότυπη και ότι αφορά το σωστό χωρομετρικό σχέδιο, αφού δεν έχει και η ίδια εξειδικευμένες γνώσεις, αργότερα όμως όταν έγινε επανεκτίμηση πληροφορήθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα. Θεώρησε η ίδια ως ψηλή της αξία που αναγράφηκε στο τεκμήριο 4 μέσα από την εμπειρία της και σε συνδυασμό με την τοποθεσία του ακινήτου και την ζώνη που αυτό ενέπιπτε. Αντεξεταζόμενη, αναγνώρισε το τεκμήριο 4 που ήταν στην αίτηση δανείου και δεν έχει μιλήσει με τον Μ.Κ. 7 για αυτήν την έκθεση και για τον συγκεκριμένο πελάτη - κατηγορούμενο, μιλούσε όμως μαζί του όταν επρόκειτο να πληρωθεί ο Μ.Κ.
  25. Έδωσε διευκρινήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 4 και 8 και ποια ήταν η εμπλοκή και η γνώση της αναφορικά με αυτά, τον έλεγχο που έγινε σε αυτά και ιδίως του τεκμηρίου 4 και τα στοιχεία του ακινήτου που ελέγχθηκαν και επανέλαβε την δική της γνώμη ότι η εκτίμηση του ακινήτου ήταν ψηλή, μέσα από τις δικές τις εμπειρίες και γνώσεις, ως επίσης αναφέρθηκε, στην έκταση που γνώριζε, για την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του κατηγορουμένου
  26. Η Μ.Κ 14 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο 45, στην οποία αναφέρει ότι εργάζεται στο ΣΤΑΣΚ και στις 19/2/2016 παρέδωσε στην Μ.Κ. 1 το τεκμήριο 4 και που αφορούσε τον κατηγορούμενο 1 και που φαινόταν να έγινε από το γραφείο του Μ.Κ.
  27. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο και το τεκμήριο 4 που αναφέρει στην κατάθεση της και που πήρε από τα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία για να την παραδώσει στην Μ.Κ. 1, κάνοντας αναφορά στις συνθήκες που αυτή η έκθεση παραλήφθηκε, ήτοι με την εσωτερική αλληλογραφία. Αντεξεταζόμενη από πλευράς κατηγορουμένου 1 εξέφρασε άγνοια ως προς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 και κατά πόσο αυτό είναι πλαστό ή όχι και το μόνο που γνωρίζει είναι τα όσα ανέφερε για την παραλαβή αυτού του τεκμηρίου. Αντεξεταζόμενη από πλευράς κατηγορουμένου 2 ανέφερε ότι δεν θυμάται ακριβώς πότε παραλήφθηκε το τεκμήριο 4 και πότε το παρέδωσε στην Μ.Κ.1, δεν είδε το ακίνητο που περιγράφεται στο τεκμήριο 4 και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι εστάληκε άλλη έκθεση εκτίμησης όταν της υποδείχθηκε ότι στο τεκμήριο 4 αναγράφεται άλλο όνομα και πιο συγκεκριμένο παράφραση του επωνύμου του κατηγορουμένου
  28. Ο Μ.Κ. 15 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, τεκμήριο 46, το οποίο αρχικά καταχωρήθηκε ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Σε αυτήν αναφέρει ότι για την επιταγή, την οποία στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε ως μέρος του τεκμηρίου 13 και που εκδότης της είναι ο κατηγορούμενος 1 και δικαιούχος ο ίδιος ο μάρτυρας, όπου το έτος 2011 εργάστηκε στο γραφείο του κατηγορουμένου 3 ως κλητήρας και στα πλαίσια των καθηκόντων του ο τρίτος κατηγορούμενος του έδωσε την εν λόγω επιταγή για να την εξαργυρώσει, όπως και έπραξε και έδωσε όλα τα χρήματα της επιταγής στον τρίτο κατηγορούμενο, χωρίς να ξέρει ο μάρτυρας τον λόγο που είχε ο τρίτος κατηγορούμενος στην κατοχή του αυτήν την επιταγή. Αναφέρει επίσης ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο 4, όπως δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, δεν γνωρίζει όμως τους κατηγορούμενους 1 και 2 και άλλα άτομα που ερωτήθηκε σχετικά. Ούτε έχει αντιληφθεί στην ολιγόμηνη απασχόληση του στο γραφείο του κατηγορούμενου 3 οτιδήποτε το παράνομο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι για την εξαργύρωση της επιταγής δεν έχει λάβει ο ίδιος οποιοδήποτε ποσό, τον τέταρτο κατηγορούμενο τον έβλεπε σχεδόν καθημερινά στο γραφείο, εργοδότης του μάρτυρα ήταν ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος δεν του είπε από που πήρε την επιταγή παρά μόνο του ζήτησε να πάει να την εξαργυρώσει και δεν είχε οποιανδήποτε άλλη ανάμειξη. Αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορουμένου 1 ερωτήθηκε και έδωσε διευκρινήσεις και κυρίως επανέλαβε για πράγματα που ανέφερε στην κατάθεση του και όταν αντεξετάστηκε από πλευράς κατηγορουμένων 3 και 4 ανέφερε ότι τα μόνα άτομα που μπορεί να αναγνωρίσει στην αίθουσα του Δικαστηρίου είναι οι κατηγορούμενοι 3 και
  29. Ο Μ.Κ. 16 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  30. Σε αυτήν αναφέρει ότι το ακίνητο που αφορά η παρούσα υπόθεση πωλήθηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο στον πρώτο κατηγορούμενο με δηλωθείσα τιμή πώλησης € 8,000 ενώ το κτηματολόγιο το εκτίμησε € 14,000 και πληρώθηκαν συγκεκριμένα τέλη. Το ακίνητο μπήκε υποθήκη στο ΣΤΑΣΚ στις 12/5/2011 για το ποσό των € 150,000 και η μεταβίβαση έγινε στις 15/4/2011 και εκ μέρους του πωλητή - κατηγορούμενου 3 παρουσιάστηκε με ειδικό πληρεξούσιο ο κατηγορούμενος 4 και εκ μέρους του αγοραστή - κατηγορούμενου 1 ο δεύτερος κατηγορούμενος, δεν υπήρχε πωλητήριο έγγραφο, ούτε μεσολάβησε κτηματομεσίτης. Κατά την υποθήκη παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως ο κατηγορούμενος
  31. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε την υπογραφή του στο τεκμήριο 10 το οποίο και περιέγραψε και που αφορά την δήλωση μεταβίβασης του ακινήτου και την υποθήκη και του υποδείχθηκε το τεκμήριο 4 ανέφερε ότι παρόλο που έχει αρκετή εκτιμητική πείρα δεν μπορεί να εκφράσει σχετική άποψη από τα έγγραφα του τεκμηρίου 4 και όταν ερωτήθηκε να σχολιάσει την αξία του ακινήτου που αναγράφεται στο τεκμήριο 4 με αυτήν που αναγράφεται στο τεκμήριο 10, ανέφερε ότι οι τιμές που αναγράφονται στους τίτλους ιδιοκτησίας είναι για σκοπούς φορολογίας και δεν είναι η τρέχουσα αξία του ακινήτου. Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν το άτομο που αποδέχθηκε την υποθήκη και δεν γνωρίζει οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους, η δε μεταβίβαση κτηματολογικά είναι ολόσωστη με βάση την νομοθεσία. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν είχε στην κατοχή του τα πληρεξούσια έγγραφα που αφορούν την μεταβίβαση του ακινήτου επειδή έχει αφυπηρετήσει και αυτά θα βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, επανέλαβε όμως την θέση του ότι η όλη διαδικασία από κτηματολογικής απόψεως ήταν σωστή. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 4 ανέφερε ότι αυτό που ελέγχθηκε ήταν τα κτηματολογικά χαρακτηριστικά και δεν έχουν ελεγχθεί η τοποθεσία ή τυχόν οποιαδήποτε δικαιώματα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 16 η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στους κατηγορούμενους τα δικαιώματα τους, ο πρώτος κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως, οι κατηγορούμενοι 2 και 4 επέλεξαν όπως προβούν σε ανώμοτη δήλωση, ο τρίτος κατηγορούμενος επέλεξε όπως παραμείνει σιωπηλός, ουδείς εκ των κατηγορουμένων κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος έδωσε προφορικά την εκδοχή του, διότι οι καταθέσεις τους δεν έγιναν αποδεκτές για κατάθεση τους μετά και από την διεξαγωγή δύο διαδικασιών δίκης εντός δίκης και το Δικαστήριο εξέδωσε ισάριθμες ενδιάμεσες αποφάσεις. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2011 διάβασε στις χρυσές ευκαιρίες ότι πωλούνταν ακίνητα σε τιμές ευκαιρίες και όταν τηλεφώνησε στον αριθμό τηλεφώνου που υπήρχε έγινε η συνάντηση στο γραφείου του τρίτου κατηγορουμένου, ο οποίος τρίτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον δεύτερο κατηγορούμενο ο οποίος κατέφθασε στο μέρος μετά από λίγα λεπτά και συστήθηκε ως κτηματομεσίτης. Αφού ερωτήθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος για την οικονομική του κατάσταση, του ανέφεραν για το επίδικο ακίνητο και ότι με αυτό μπορεί να καλύψει τα δάνεια μαζί με την αγορά, ο δεύτερος κατηγορούμενος του ανέφερε ότι η αξία του ακινήτου ανέρχεται στις € 280,000, ο δε τρίτος κατηγορούμενος που ήταν και ο ιδιοκτήτης του ακινήτου ζήτησε ως τιμή πώλησης € 63,000 και τότε ο κατηγορούμενος 1 τους είπε ότι θα το σκεφθεί. Μετά από λίγες μέρες επισκέφθηκε την περιοχή όπου βρισκόταν το ακίνητο, όπου ένας χωρικός τον βοήθησε να τον μεταφέρει στην περιοχή για να την δει και ο χωρικός του ανέφερε ότι η περιοχή είναι καλή και υπό ανάπτυξη. Μετά από αυτό διευθετήθηκε εκ νέου συνάντηση στο γραφείο του τρίτου κατηγορουμένου στην παρουσία του δεύτερου κατηγορουμένου, όπου ο πρώτος κατηγορούμενος τους είπε ότι ενδιαφέρεται να το αγοράσει, νοουμένου ότι εξασφαλίσει δάνειο ύψος € 150,000 και να γίνει πρώτα η μεταβίβαση στο όνομα του κατηγορουμένου 1 και να γίνει η υποθήκη και ακολούθως να εξοφλήσει ο πρώτος κατηγορούμενος το τίμημα των € 63,
  32. Ο τρίτος κατηγορούμενος το αποδέχθηκε και ανέφερε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος θα ετοίμαζε τα έγγραφα του δανείου και τότε ο κατηγορούμενος 1 έδωσε τα στοιχεία του. Μετά από 5 - 6 μέρες του τηλεφώνησε ο δεύτερος κατηγορούμενος και διευθέτησαν συνάντηση απέναντι από το υποκατάστημα του ΣΤΑΣΚ και του έδωσε τα έγγραφα για να κάνει την αίτηση δανείου, πράγμα που έγινε και ο δεύτερος κατηγορούμενος του τα έδωσε σε ένα φάκελο κλειστό και ακολούθως μετέβηκε ο κατηγορούμενος 1 στο εν λόγω υποκατάστημα, όπου και συνάντησε την Μ.Κ. 2, περιγράφοντας την στοιχομυθία που έλαβε χώρα εκεί και ο φάκελος που του έδωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος ανοίχθηκε εκεί. Εκείνη την στιγμή, ήτοι την στιγμή ανοίγματος του φακέλου είδε για πρώτη φορά το τεκμήριο 4, αναγνώρισε την υπογραφή του στο τεκμήριο 8 που είναι η αίτηση δανείου που έκανε και την οποία περιέγραψε, τον δε Μ.Κ. 7 τον είδε για πρώτη και τελευταία φορά στο Δικαστήριο όταν ήρθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει, το όνομα του το άκουσε για πρώτη φορά την ημέρα όταν ανοίχθηκε ο φάκελος που αναφέρθηκε πιο πάνω και όταν του είπε η Μ.Κ. 2 ότι ο Μ.Κ 7 είναι συνεργάτης του γραφείου αλλά δεν είναι στην πρακτική να παραλαμβάνουν εκτιμήσεις από πελάτες, ο κατηγορούμενος 1 της είπε από την στιγμή που ο Μ.Κ. 7 είναι συνεργάτης του ΣΤΑΣΚ να αποσταλεί το τεκμήριο 4 στη Λευκωσία. Ακολούθως, η αίτηση δανείου του αρχικά απορρίφθηκε λόγω καθυστερημένων δόσεων, αλλά την δεύτερη φορά εγκρίθηκε νοουμένου ότι διευθετηθούν οι καθυστερημένες δόσεις, όπως και έγινε και ακολούθως επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 3 και έγινε η διευθέτηση όπως μεταβούν όλοι οι κατηγορούμενοι στο κτηματολόγιο Πάφου για να σκοπούς μεταβίβασης, όπως και έγινε και αφού υπογράφτηκε πληρεξούσιο έγγραφο μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2 με το οποίο ο κατηγορούμενος 1 εξουσιοδοτούσε τον κατηγορούμενο 2 να μεταβιβαστεί το ακίνητο στο όνομα του κατηγορουμένου 1, ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι θα πήγαινε μέσα στο κτηματολόγιο με τον κατηγορούμενο 4 για να γίνει η μεταβίβαση, όπως και έγινε με την ενημέρωση που έλαβε από τον κατηγορούμενο 2 και ακολούθως έλαβε ταχυδρομικώς τον τίτλο ιδιοκτησίας. Ακολούθως επικοινώνησε με την Μ.Κ. 2 στην οποία ανέφερε ότι εκδόθηκε ο τίτλος και η αυτή με την σειρά της του ανέφερε ότι όταν τα έγγραφα είναι έτοιμα να μεταβούν στο κτηματολόγιο Λεμεσού για να γίνει η υποθήκευση του ακινήτου, όπως και έγινε. Τότε τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 3 και του γνωστοποίησε το γεγονός της υποθήκευσης του ακινήτου και διευθετήθηκε συνάντηση για να τον πληρώσει, όπου παρόντες ήταν όλοι οι κατηγορούμενοι και εκεί ο κατηγορούμενος 3 του ανέφερε να μην εκδοθεί μια επιταγή μόνο αλλά 7 και να μείνουν ανοικτές ως προς το όνομα, όπως και έπραξε και τις οποίες αναγνώρισε στο τεκμήριο
  33. Η πορεία του δανείου από ένα σημείο κα μετά έγινε προβληματική και δεν καταβαλλόταν η δόση λόγω κάποιας ποινικής υπόθεσης που αντιμετώπιζε και έπρεπε να καταβάλλει δικηγορικά έξοδα στον δικηγόρο του και αναγνώρισε τα τεκμήρια Δ, Ε, Ζ και Η προς αναγνώριση τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 48 έως 51 αντίστοιχα, όπου τα μεν τεκμήρια 48 έως 50 αφορούν μέτρα εκτέλεσης αστικής φύσεως που λήφθηκαν εναντίον του για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού, το δε τεκμήριο 51 αφορά κατάσταση λογαριασμού. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ουδέποτε δανείστηκε χρήματα από τους κατηγορούμενους 2 -
  34. Ακολούθησε αντεξέταση από πλευράς συγκατηγορουμένων πρώτα, διότι η μαρτυρία του κατηγορουμένου 1 κρίθηκε και από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους ότι ήταν ενοχοποιητική εις βάρος τους. Αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορουμένου 2 αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε την ύπαρξη του επίδικου ακινήτου, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι δεν υπήρχε καταχώρηση σε συγκεκριμένη εφημερίδα. Τον ουσιώδη χρόνο ενδιαφερόταν να αγοράσει ακίνητο για επένδυση σε τιμή ευκαιρίας, περιέγραψε την οικονομική του κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο, επανέλαβε διάφορες θέσεις του όπως την θέση του για το τι του ανέφεραν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 για την αγοραία αξία του ακινήτου και ποια ήταν η τιμή πώλησης του και ότι βασίστηκε στα λεγόμενα του κατηγορούμενου 2 ως προς την αξία του ακινήτου και αναλόγως ο κατηγορούμενος 1 έκανε τους δικούς του υπολογισμούς σύμφωνα με τις δυνατότητες και τις υπάρχουσες τότε οικονομικές του υποχρεώσεις για να προβεί ακολούθως στο δάνειο που σύνηψε. Επίσης επανέλαβε τα της μετάβασης του στην περιοχή του ακινήτου και τι έλαβε χώρα εκεί και τι του έδειξε εκεί ο χωρικός που συνάντησε στο καφενείο του χωριού και που του έδειξε την περιοχή και τι λέχθηκε μεταξύ τους, ως επίσης επανέλαβε τις θέσεις του για τους όρους που τέθηκαν για να γίνει η επίδικη σύμβαση πώλησης ακινήτου. Είναι η θέση του κατηγορουμένου 1 ότι ξεγελάστηκε από τον κατηγορούμενο 2 ως προς την αγοραία αξία του ακινήτου, έδωσε εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο 2 να τον εκπροσωπήσει στο κτηματολόγιο και ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 ως αξιωματικός του στρατού δεν είχε ανάγκη να κάνει καμία κομπίνα, ως πολύ χαρακτηριστικά ανέφερε. Επανέλαβε επίσης τις θέσεις του ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε τον κλειστό φάκελο έξω από το υποκατάστημα του ΣΤΑΣΚ που εντός αυτού υπήρχε μεταξύ άλλου και το τεκμήριο 4 και τι ακολούθησε μετά εντός του υποκαταστήματος με την συνομιλία που είχε με την Μ.Κ 2 και την πορεία που είχε η αίτηση δανείου του ως ήδη έχει αναφερθεί ανωτέρω, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν έχει διαβάσει το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4, η Μ.Κ. 2 όμως του είπε ότι η εκτιμημένη αξία του ακινήτου ήταν € 281,000, παρέπεμψε δε τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου 2 να ρωτήσει τον πελάτη του για το ποιο είναι το άτομο που αναγράφει το τεκμήριο
  35. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 8 περιέγραψε τι αναγνωρίζει σε αυτό και ποια στοιχεία του υπέδειξε η Μ.Κ. 2 να συμπληρώσει και υπογράψει, ως επίσης αναγνώρισε το τεκμήριο 12 που είναι κατάσταση λογαριασμού του κατηγορουμένου 1, αναλύοντας τα ποσά και τις κινήσεις που αναγράφονται σε αυτό, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την πραγματική διάθεση του ποσού του δανείου και γενικά πως έχει χρησιμοποιήσει ο κατηγορούμενος 1 χρηματικά ποσά. Επανέλαβε επίσης τις θέσεις του όσον αφορά τις ενέργειες που έγιναν για να υποθηκευτεί το επίδικο ακίνητο και τις διευθετήσεις που είχε κάνει με την Μ.Κ. 2 για αυτό το ζήτημα και την επικοινωνία που είχε μαζί της, όσο και με τον τρίτο κατηγορούμενο, αναγνωρίζοντας σχετικά το τεκμήριο
  36. Αναγνώρισε εκ νέου το τεκμήριο 13 που είναι οι 7 επιταγές που εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο 3 ο οποίος του έδωσε οδηγίες για το τι θα αναγραφεί και τι όχι σε αυτές και αυτές οι επιταγές συνολικού ποσού € 63,000 ήταν το αντάλλαγμα αγοράς του επίδικου ακινήτου. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν του έχει συστηθεί ως κτηματομεσίτης, εμμένοντας στην θέση του, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι οι συγκατηγορούμενοι του του δάνεισαν χρήματα και όφειλε να τους τα επιστρέψει. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι έχει σκηνοθέτησε το όλο σκηνικό για να εξασφαλίσει χρήματα και να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις του και κυρίως ότι έχει ξεγελαστεί ιδίως από τον κατηγορούμενο 3 αγοράζοντας ένα ακίνητο αξίας πολύ χαμηλότερης από την πραγματική αξία του και αναλαμβάνοντας και το ανάλογο ποσό δανείου. Το ότι έχει ξεγελαστεί το έχει αντιληφθεί όταν τον έχει κατηγορήσει η αστυνομία και θα κινήσει ο ίδιος αστική διαδικασία όταν ολοκληρωθεί η παρούσα υπόθεση, αρνούμενος αντίθετη υποβληθείσα θέση ότι ο λόγος που δεν έχει κάνει παράπονο στην αστυνομία ότι ξεγελάστηκε είναι επειδή ο ίδιος τα έχει σκηνοθετήσει όλα. Αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορουμένων 3 και 4, αναφέρθηκε εκ νέου στις συνθήκες κάτω από τις οποίες μετέβηκε στο γραφείο του τρίτου κατηγορουμένου, χωρίς να γνωρίζει από προηγουμένως τους υπόλοιπους συγκατηγορούμενους του και ούτε γνώριζε ότι εκείνο το γραφείο ήταν ενεχυροδανειστήριο. Αναγνώρισε το τεκμήριο 52 ως μια επιταγή που ο ίδιος έχει εκδώσει, χωρίς να θυμάται σε ποιον την έχει εκδώσει, αναγνωρίζοντας όμως τα στοιχεία που αναγράφονται σε αυτήν, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 γνώριζε τους συγκατηγορούμενους του και ότι δανειζόταν χρήματα από αυτούς και εξέφρασε την έκπληξη του για το γεγονός ότι το τεκμήριο 52 βρέθηκε στην κατοχή των κατηγορουμένων 3 και
  37. Ειδικότερα για το τεκμήριο 52 αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι αυτή εκδόθηκε για ποσό που είχε δανειστεί ο πρώτος κατηγορούμενος από τον τρίτο κατηγορούμενο. Επανέλαβε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μετέβηκε με τους συγκατηγορούμενους του στο κτηματολόγιο Πάφου για να μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο, αφού προηγήθηκε μετάβαση σε πιστοποιών υπάλληλο στην Πάφο για σκοπούς σύνταξης πληρεξούσιου εγγράφου με το οποίο ο κατηγορούμενος 1 εξουσιοδοτούσε τον δεύτερο κατηγορούμενο να εμφανιστεί εκ μέρους του στο κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση, ανέφερε δε ότι τον κατηγορούμενο 4 τον είδε για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο έχει αναρωτηθεί για την αναγκαιότητα ετοιμασίας πληρεξουσίων από την στιγμή που όλοι ήταν παρόντες στο κτηματολόγιο, ανέφερε ότι έχει δείξει εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο 2 ως κτηματομεσίτης και ως το άτομο που ετοίμασε όλα τα έγγραφα και γενικά επικαλέστηκε την αμοιβαία εμπιστοσύνη που υπήρχε, λέγοντας ταυτόχρονα ότι ο κατηγορούμενος 2 εσκεμμένα δεν τον άφησε να μπει μέσα στο κτηματολόγιο για να μην δει την ΄΄κομπίνα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ως προς την πραγματική αξία του ακινήτου. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι όλα ήταν εις γνώση του διότι οι συγκατηγορούμενοι του τον βοήθησαν να μεταβιβαστεί το ακίνητο στο όνομα του κατηγορούμενου 1 για να μπορέσει να κάνει το δάνειο και να εξοφλήσει τα χρέη που είχε, συμπεριλαμβανομένων και των χρεών έναντι των συγκατηγορούμενων του, λέγοντας ότι ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του έναντι του ΣΤΑΣΚ και ότι ουδέποτε χρωστούσε χρήματα στους συγκατηγορούμενους του, επαναλαμβάνοντας την θέση ότι ουσιαστικά έχει ζημιώσει με την αγορά του επίδικου ακινήτου. Αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορούσας αρχής, αναφέρθηκε σε προηγούμενη αγορά διαμερίσματος, πριν από την επίδικη πράξη και προς αυτόν τον σκοπό κατατέθηκε το τεκμήριο 53 και την αγορά του διαμερίσματος έχει παραχωρηθεί υποθήκη το ίδιο το διαμέρισμα, το δε δάνειο που σύναψε ο κατηγορούμενος 1 για την αγορά του διαμερίσματος πληρωνόταν από το ενοίκιο και το έχει διαχωρίσει από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που έχει αναφέρει στην παρούσα διαδικασία, ούτε το ανέφερε στην Μ.Κ.2 την ύπαρξη αυτού του δανείου διότι τότε το πιστωτικό ίδρυμα από το οποίο έλαβε το δάνειο για την αγορά του διαμερίσματος δεν ήταν ενοποιημένο με το ΣΤΑΣΚ. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο σκοπός που αιτήθηκε το επίδικο δάνειο ήταν για να εξυπηρετήσει και το προγενέστερο δάνειο του διαμερίσματος, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις του επί αυτού του ζητήματος και γενικά τον λόγο που έκανε το δάνειο και πως τα χρήματα του δανείου διευθετήθηκαν, τονίζοντας το γεγονός ότι το δάνειο θα το έκανε στο ΣΤΑΣΚ και η αίτηση δανείου του είχε να κάνει και με τις υποχρεώσεις του στο ΣΤΑΣΚ, αποσυνδέοντας το δάνειο που έκανε για την αγορά του διαμερίσματος. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 (στα πρακτικά ημερομηνίας 24/2/2021 αναγράφηκε λανθασμένα το επώνυμο του δεύτερου κατηγορουμένου στη σελ.9) ότι υπήρχε ένα ακίνητο εκτός Λεμεσού σε τιμή ευκαιρίας και γενικά αναφέρθηκε στα όσα λέχθησαν μεταξύ των κατηγορούμενων 1, 2 και 3 για αυτό το ζήτημα και γενικά ότι αφορούσε το ενδιαφέρον του κατηγορουμένου 1 για την αγορά ακινήτου, επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι μέχρι την ημέρα που συνάντησε στο γραφείο του κατηγορουμένου 3 τους κατηγορουμένους 2 και 3 δεν ήξερε κανέναν από τους συγκατηγορούμενους του, ούτε έγγραφε έξω από το γραφείο οτιδήποτε που να παρέπεμπε σε ενεχυροδανειστήριο, αλλά ήταν ένα διατηρητέο κτήριο διαμορφωμένο ως γραφείο. Επανέλαβε επίσης τις θέσεις του ως προς τις διευθετήσεις που συμφωνήθηκαν για την αγορά του ακινήτου και γενικά στο τι έλαβε χώρα και στο τι λέχθηκε μεταξύ των εμπλεκόμενων προσώπων, όπως είναι η αίτηση δανείου και η μετάβαση του στο ΣΤΑΣΚ για αυτόν τον σκοπό αφού πρώτα προηγήθηκε η ετοιμασία και παράδοση των εγγράφων από τον δεύτερο κατηγορούμενο, την μετάβαση στο κτηματολόγιο για σκοπούς μεταβίβασης του ακινήτου και η ακόλουθη εξόφληση του τιμήματος του ακινήτου με την έκδοση των επιταγών - τεκμήριο 13, την αμοιβαία εμπιστοσύνη που υπήρχε για να γίνουν αυτές οι διευθετήσεις, την προηγούμενη μετάβαση του στην περιοχή του ακινήτου αφού πρώτα ο τρίτος κατηγορούμενος έδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο σε μια κόλλα χαρτί τα στοιχεία του ακινήτου στην παρουσία του δεύτερου ακινήτου και προτίμησε ο πρώτος κατηγορούμενος να πάει να δει την περιοχή μόνος του, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις για το ψευδές και το παράλογο των θέσεων του και ότι συνωμότησε με τους συγκατηγορούμενους του να διαπράξει τα υπό εξέταση αδικήματα. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το μυαλό του ΄΄δεν πήγε στο πονηρό΄΄ όταν χαρακτηριστικά έχει ερωτηθεί όταν άκουσε ότι το ακίνητο πωλείτο € 63,000 ενώ η αξία του ήταν € 281,000, λέγοντας ότι δεν ήξερε από αγοραπωλησίες, η δε προηγούμενη αγορά του διαμερίσματος ήταν μεταφορά χρέους για λιγότερο ποσό και ως προς το τίμημα πώλησης ανέφερε ότι δεν γνώριζε εάν η αξία του ακινήτου ήταν αυτή, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν είναι η δουλειά του. Όταν του ανέφερε ο κατηγορούμενος 3 την τιμή πώλησης αυτό που σκέφθηκε είναι ότι είναι μια λογική τιμή, χαμηλή, χωρίς να ξέρει τι θα το έκανε μελλοντικά, ούτε αναρωτήθηκε για ποιον λόγο ήταν εκεί στην συνάντηση στο γραφείου του τρίτου κατηγορούμενου και ο δεύτερος, τον δε τέταρτο κατηγορούμενο τον είδε για πρώτη φορά την ημέρα που πήγαν στην Πάφο για την μεταβίβαση του ακινήτου. Επανέλαβε εκ νέου το ιστορικό της αίτησης δανείου με την αρχική απόρριψη και την μετέπειτα έγκριση με τους όρους που τέθηκαν και τηρήθηκαν για την έγκριση του και κατέθεσε το τεκμήριο 54 που αφορά την απάντηση που έλαβε την πρώτη φορά με την οποία η αίτηση δανείου έχει απορριφθεί. Ανέφερε ότι όταν γινόταν η μεταβίβαση στο κτηματολόγιο δεν γνώριζε ποιο ακριβώς ακίνητο αγόραζε, μέχρι την στιγμή που παρέλαβε τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου που αγόρασε. Επανέλαβε επίσης τα όσα ανέφερε για τους λόγους που σταμάτησε να καταβάλλει τις δόσεις του στις προηγούμενες του υποχρεώσεις, όπως είναι η καταβολή δικηγορικών εξόδων για άλλη διαδικασία, κάνοντας επίσης αναφορά και στα μέτρα ανάκτησης του χρέους αστικής φύσεως που λήφθηκαν εναντίον του ως αναφέρθηκαν πιο πάνω και επανέλαβε τις θέσεις του ως προς το τεκμήριο 52 και ειδικότερα ότι δεν έχει εκδώσει την εν λόγω επιταγή σε οποιονδήποτε από τους συγκατηγορούμενους του, αφού αφήνει πολλές φορές το όνομα του δικαιούχου κενό μετά και από υποδείξεις των ατόμων που συναλλάζεται και οι επιταγές του πληρώνονται από τον τραπεζικό του λογαριασμό. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 1, ο κατηγορούμενος 1 δεν προσέφερε άλλη μαρτυρία από μάρτυρα υπεράσπισης, ο δεύτερος και ο τέταρτος κατηγορούμενος επέλεξαν όπως προβούν σε γραπτή ανώμοτη δήλωση, ο τρίτος κατηγορούμενος επέλεξε όπως παραμείνει σιωπηλός και ουδείς εκ των κατηγορουμένων 2 έως 4 κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο δεύτερος κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση αναφέρεται στην γνωριμία του με τον κατηγορούμενο 1 τον οποίο γνώρισε στο γραφείο του κατηγορουμένου 3 που έχει εταιρεία που δανείζει χρήματα και ο ίδιος ο κατηγορούμενος έχει δανείσει χρήματα στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος καθυστερούσε την εξόφληση και ο δεύτερος κατηγορούμενος άρχιζε να τον πιέζει ότι θα καταθέσει τις μεταχρονολογημένες του επιταγές. Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε πίστωση χρόνου, την οποία έλαβε και ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος του ανέφερε ότι η τράπεζα δεν δέχεται μόνο το διαμέρισμα του και τότε ο πρώτος κατηγορούμενος του ζήτησε εάν έχει κάποιο ακίνητο να του το δώσει και ακολούθως να κάνει ενυπόθηκο δάνειο και να το αγοράσει και με το δάνειο να εξοφλήσει τόσο το τίμημα πώλησης, όσο και τις προηγούμενες οφειλές. Τότε ο κατηγορούμενος 2 τον ενημέρωσε ότι έχει μεγάλα οικιστικά τεμάχια αξίας πέραν των € 300,000 το καθένα, αλλά ο κατηγορούμενος 1 τον πληροφόρησε ότι δεν μπορεί να αγοράσει ακίνητο τέτοιας αξίας. Αρνείται οποιανδήποτε ανάμειξη με την υποβολή του δανείου και ουδέποτε παρέδωσε φάκελο στον πρώτο κατηγορούμενο, ούτε ήξερε σε ποιαν τράπεζα θα έκανε δάνειο ο πρώτος κατηγορούμενος. Αφού εγκρίθηκε το δάνειο όπως τον πληροφόρησε ο πρώτος κατηγορούμενος και ο οποίος του ζήτησε να τον εκπροσωπήσει στο κτηματολόγιο Πάφου λόγω του ότι δεν μπορεί να απουσιάσει από την εργασία του και όταν πήγαν στην Πάφο μαζί του είπε ο πρώτος κατηγορούμενος ότι έχει κάποια άλλη δουλειά στην Πάφο και από ότι φαίνεται εκ των υστέρων, ως η θέση του, ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να εμφανιστεί στο κτηματολόγιο διότι έτσι θα λάμβανε γνώση της αγοραίας αξίας του ακινήτου και την οποία εσκεμμένα απέκρυψε από την τράπεζα. Αφού εξασφάλισε ο πρώτος κατηγορούμενος το δάνειο του, τότε τον εξόφλησε, δίνοντας του δύο επιταγές προς εξόφληση του δανείου και ο δεύτερος κατηγορούμενος του επέστρεψε και ένα ποσό πίσω. Ο τέταρτος κατηγορούμενος αναφέρει στην ανώμοτη του δήλωση ότι ο τρίτος κατηγορούμενος είναι εξάδελφος του και με τον οποίο έχουν συστήσει μια εταιρεία και η οποία λειτουργούσε ως ενεχυροδανειστήριο, όπου και επισκέφθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και ζήτησε δάνειο και ήταν τακτική τους όπως ο δανεισμός να ήταν έντοκος και ως ενέχυρο λάμβαναν μεταχρονολογημένες επιταγές. Τα καθήκοντα του ήταν ως εισπράκτορας και επικοινωνούσε με τα άτομα που καθυστερούσαν να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά και κάποιες φορές τα επισκεπτόταν. Κατά τα τέλη του 2010 ενημερώθηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε επιπλέον δανειοδότηση, η οποία και δεν έγινε αποδεκτή διότι ήδη ο πρώτος κατηγορούμενος όφειλε το ποσό των € 26,500, το οποίο και απαίτησαν, ζητώντας ο πρώτος κατηγορούμενος πίστωση χρόνου, ο οποίος παρήλθε χωρίς αποτέλεσμα. Κάποια μέρα, όταν επέστρεψε στο γραφείο από τα καθήκοντα του, βρήκε τον πρώτο κατηγορούμενο στο γραφείο του τρίτου κατηγορουμένου και να μιλούν μεταξύ τους και πιο συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος ρώτησε τον τρίτο κατηγορούμενο εάν έχει κάποιο ακίνητο για αγορά και ο τρίτος κατηγορούμενος του είπε ότι έχει ένα ακίνητο στον Στατό - Άγιο Φώτιο. Τότε άκουσε τον τρίτο κατηγορούμενο να λέει στον πρώτο κατηγορούμενο ότι η τιμή του ακινήτου είναι € 8,000 και εάν θέλει ο πρώτος να το αγοράσει σε αυτήν την τιμή, πλέον τα μεταβιβαστικά τέλη. Κατά τον Απρίλιο του 2011 ο τρίτος κατηγορούμενος τον είχε ενημερώσει ότι θα μεταβεί μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο στο κτηματολόγιο Πάφου για σκοπούς μεταβίβασης του ακινήτου στον πρώτο κατηγορούμενο με πληρεξούσιο έγγραφο διότι ο τρίτος κατηγορούμενος δεν μπορούσε να μεταβεί στην Πάφο. Μετέβησαν στην Πάφο με το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου μέσα στο οποίο ήταν ήδη ο δεύτερος κατηγορούμενος και έγινε η μεταβίβαση, αλλά πρώτος κατηγορούμενος δεν ήθελε να παρευρεθεί στην μεταβίβαση και έμεινε στο καφενείο του κτηματολογίου και τον οποίο εκπροσώπησε ο δεύτερος κατηγορούμενος. Κατά τον Μάιο του 2011 ενημερώθηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο γραφείο τους και είπε ότι θα έρθει να τους πληρώσει το ποσό που το δάνεισαν. Πράγματι ήρθε ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε τέσσερις επιταγές για το συνολικό ποσό των € 35.000 στον τρίτο κατηγορούμενο. Τα ποσά στις επιταγές τα συμπλήρωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος
  38. Ο πρώτος κατηγορούμενος με την καταβολή του ποσού των € 35.000 στον τρίτο κατηγορούμενο εξόφλησε και το ποσό που του δάνεισαν όπως φαίνεται στην επιταγή τεκμήριο 52 για το ποσό των € 3500, δάνειο το οποίο δόθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο πριν τον Μάιο του
  39. Ο πρώτος κατηγορούμενος πλήρωσε όλα τα ποσά τα οποία δανείστηκε από τους κατηγορούμενους 3 και 4, αλλά όπως φαίνεται εκ παραδρομής δεν του επέστρεψαν μία από τις επιταγές που τους έδωσε, δηλαδή την επιταγή - τεκμήριο 52 και ούτε την κατέθεσαν ποτέ. Ο τρίτος κατηγορούμενος του έδωσε μία επιταγή στο όνομα του για το ποσό των € 8750 και τότε μετέβηκε στην τράπεζα, την εξαργύρωσε και παρέδωσε το ποσό πίσω στον τρίτο στον κατηγορούμενο. Ο ίδιος καμία ανάμειξη είχε με την υποβολή του δανείου του πρώτου κατηγορουμένου και καμιά γνώση είχε για τις ενέργειες του πρώτου κατηγορουμένου για την εξασφάλιση δανείου. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482.Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Όσον αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, δυνάμει του άρθρου 333(β) του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, σχετικές είναι οι πρόνοιες των άρθρων 331 και 333(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπου προνοούνται τα ακόλουθα: ΄΄331. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης. 333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί ο καταρτισμός του πλαστού εγγράφου που αυτό να εμφανίζεται ουσιαστικά ως γνήσιο ενώ αυτό να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα λόγω ακριβώς της πλαστότητας του. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Όσον αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος>>. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. <<Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)>>. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν π.χ. είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." Αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις σχετικά είναι τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. Από το λεκτικό των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι: Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Ως προς την νομική πτυχή που διέπει τα αδικήματα νομιμοποίησης και συγκάλυψης, κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης, οι επίμαχες διατάξεις είχαν ως ακολούθως: 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε µορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιµοποιεί τέτοια περιουσία˙ διαπράττει αδίκηµα τιµωρούµενο µε φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και µε φυλάκιση πέντε ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) ∆εν έχει καµιά σηµασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκηµα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών ∆ικαστηρίων· (β) τα αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικηµάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικηµάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις. Κοινός πυρήνας των πιο πάνω νομοθετικών ρυθμίσεων, είναι το ότι ως συστατικό στοιχείο είναι η γνώση από τον αδικοπραγούντα ότι το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, προέρχεται από αδίκημα που εμπίπτει στην εφαρμογή του πιο πάνω νόμου και κατ΄ επέκταση ο αδικοπραγών να το αποκτά ή να το κατέχει ή να το χρησιμοποιεί το εν λόγω χρηματικό ποσό. Όπως επισημάνθηκε στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B534, Ποιν. Εφ. 40/2015 ημερ. 25.11.2016 με αναφορά στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικώς από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Τούτο γιατί ο σκοπός του Νόμου είναι η πάταξη της κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των εσόδων της παρανομίας αφού η κατοχή και διαχείριση των εσόδων επεκτείνεται σε εύρος χρόνου πέραν του χρόνου διάπραξης του γενεσιουργού αδικήματος. Πρόκειται επομένως για αυτοτελές αδίκημα, το οποίο στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται μια από τις πέντε ενέργειες του άρθρου 4[3] του Νόμου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο δράστης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι «οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος». To πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην πρόσφατη απόφαση Λεμονάρη - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 212/2017 ημερ. 17/4/2019. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι ο Μ.Κ. 1 θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο.΄ Μικροαντιφάσεις, που αφορούν σε δευτερεύοντα θέματα και επουσιώδεις λεπτομέρειες, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, (βλέπε υπόθεση Κ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166) στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Μάρτυρας που προσέρχεται στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). ΄΄ Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου, δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή ενός συγκατηγορουμένου και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Eνδεικτικά και όχι περιοριστικά, το Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση Γεώργιος Νεάρχου ν. Αστυνομίας, 1996 2 ΑΑΔ σελ. 38 και στην πρόσφατη απόφαση Άθως Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 96/2016 ημερομηνίας 28/11/2017. Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσης που προβάλλεται και που δεν έχει υποβληθεί, σχετική ειναι η πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149,2015, ημερομηνίας 25/4/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου: ΄΄Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδηισχυρισμό.(βλ.επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.΄΄ Ως προς τον τρόπο αντίκρυσης της περιστατικής μαρτυρίας σχετική είναι η υπόθεση Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, όπου επιβεβαιώθηκε η σπουδαιότητα της, που τείνει να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορουμένου, πολλές φορές αποκλείοντας και το ανθρώπινο λάθος, αφού εδράζεται σε συμπερασματική στοιχειοθέτηση ενός γεγονότος. H περιστατική μαρτυρία πρέπει να οδηγεί όχι μόνο σε εκδοχή συμβατή με την ενοχή ενός κατηγορουμένου, αλλά επίσης να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα παρά ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Ως προς το δικαίωμα των κατηγορουμένων 2 και 4 να προβούν σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα τους. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ.Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.΄΄ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας, αλλά και το νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει τις υπό εξέταση κατηγορίες, προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ως προς την Μ.Κ. 1, η οποία είναι ανακριτής της υπόθεσης, το Δικαστήριο την αξιολογεί με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο ως προς την αξιολόγηση μαρτυρίας ανακριτή. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η μάρτυρας στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας εξιστόρισε στο Δικαστήριο όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση της να αποκρύψει, διαστρεβλώσει ή να παραποιήσει οποιαδήποτε γεγονότα. Απεναντίας, δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν γνώριζε ή δεν θυμόταν και ειλικρινώς παρέπεμπε στα πρόσωπα τα οποία είχαν γνώση και εμπλοκή για γεγονότα ή έγγραφα που η ίδια δεν μπορούσε να δώσει σαφείς τοποθετήσεις. Ούτε έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε μεροληπτική στάση υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε παράγοντα της δίκης. Ούτε βεβαίως προκύπτει ζήτημα ορθής και νόμιμης διακίνησης των τεκμηρίων διότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το νομότυπο της διακίνησης τους. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ. 2 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης το Δικαστήριο την έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή, διότι ήταν το πρώτο άτομο που παρέλαβε το τεκμήριο 4 και που σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή είναι η πλαστή έκθεση εκτίμησης που προσκόμισε ο κατηγορούμενος 1 για να υποβάλει αίτηση δανείου. Το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα για την φιλαλήθεια, εντιμότητα και ειλικρίνεια της μάρτυρος. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της στο ΣΤΑΣΚ και που σχετίζονταν με την παραλαβή από τον κατηγορούμενο 1 του τεκμηρίου 4 και γενικά εξιστόρισε ότι πραγματικά έλαβε χώρα και λέχθηκε μεταξύ της ίδιας και του κατηγορουμένου 1 την ημέρα όταν παρέλαβε το τεκμήριο
  1. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα έλαβαν χώρα με την αποστολή των εγγράφων της αίτησης δανείου στην Λευκωσία και τα όσα ακολούθησαν με την αρχική απόρριψη της αίτησης δανείου και της μεταγενέστερης επαναξιολόγησης της αίτησης δανείου και της έγκρισης του. Το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οποιοδήποτε κενό στην μαρτυρία της όσον αφορά το τεκμήριο 4 και ότι είναι αυτό που παρέλαβε από τον κατηγορούμενο 1, παρά την εκ μέρους της ειλικρινή έλλειψη επαρκούς μνήμης και βεβαιότητας επί αυτού, διότι το ότι η Μ.Κ. 2 παρέλαβε το τεκμήριο 4 επιβεβαιώνεται και από Άλλη μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή και που θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω, αλλά επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 1 στην μαρτυρία του, που επίσης θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω. Επίσης έχει πειστεί το Δικαστήριο για την αναφορά της Μ.Κ. 2 ότι ο κατηγορούμενος ουσιαστικά επέμενε να γίνει αποδεκτή η έκθεση εκτίμησης - τεκμήριο 4, διότι αυτό το επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 ως γεγονός, με κάποια βεβαίως απόκλιση, ήτοι ο κατηγορούμενος 1 την παρακάλεσε να γίνει αποδεκτή και να την στείλει στην Λευκωσία, αφού προέρχεται από τον Μ.Κ. 7, όπως πίστευε η Μ.Κ.
  2. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η Μ.Κ. 2 έχει πειστεί ότι το τεκμήριο 4 προερχόταν από τον Μ.Κ. 7, παρ΄ όλους τους ενδοιασμούς που είχε λόγω του ότι δεν συνηθιζόταν να προσκομίζονται εκθέσεις εκτιμήσεων από πελάτες. Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην μαρτυρία της Μ.Κ. 2, είτε κατά την δια ζώσης της μαρτυρία, είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, διότι η μάρτυρας εκτέλεσε τα καθήκοντα της στο ακέραιο και στην έκταση των αρμοδιοτήτων της όσον αφορά την παραλαβή, ετοιμασία και αποστολή εγγράφων που σχετίζονταν με την αίτηση δανείου που υπέβαλε ο κατηγορούμενος 1 στο ΣΤΑΣΚ. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 2 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, αυτή θα ιδωθεί και αξιολογηθεί κάτω από το πρίσμα που έθεσε η νομολογία για την αξιολόγηση μαρτύρων που κλητεύονται ως εμπειρογνώμονες, ούτως ή άλλως η ιδιότητα του Μ.Κ. 3 ως εμπειρογνώμονα γραφολόγου δεν έχουν αμφισβητηθεί. Το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 3 ως αληθή και αξιόπιστη, διότι διαφώτισε με την δική του επιστημονική επάρκεια και εμπειρία πλήρως το Δικαστήριο για τα ευρήματα του όπως αυτά αποτυπώνονται στην μαρτυρία του. Υπήρξε αντικειμενικός, ανεξάρτητος και αμερόληπτος, τηρώντας υπεύθυνη στάση και παραμένοντας σταθερός σε αυτά που ο ίδιος εξέτασε, ήτοι την υπογραφή στο τεκμήριο 4, όχι όμως το περιεχόμενο και χωρίς να επεκταθεί σε αυτό, ακόμα και όταν κλήθηκε να το πράξει με γυμνό μάτι κατά την ακροαματική διαδικασία, επεξηγώντας πλήρως τον λόγο που δεν το πράττει και που κρίνεται από το Δικαστήριο ως απολύτως λογική και υπεύθυνη στάση, παραδεχόμενος ότι το τεκμήριο 6 το είδε εκείνη την ημέρα που έδινε μαρτυρία στο Δικαστήριο και αυτό είναι απολύτως λογικό, έχοντας υπ΄ όψη το αντικείμενο εξέτασης που έλαβε οδηγίες να διεκπεραιώσει. Το ότι δεν διασυνδέονται επιστημονικά οι κατηγορούμενοι 1 και 2 από γραφολογικής απόψεως στο τεκμήριο 4 δεν διαδραματίζει κάποιον ρόλο ή βαρύτητα, έχοντας υπ΄ όψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας που ακολουθεί αναφορικά με την εμπλοκή τους σε αυτό το ζήτημα. Αυτό που προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ. 3 είναι ότι η υπογραφή στο τεκμήριο 4 δεν ανήκει στον Μ.Κ. 7, γεγονός που ούτως ή άλλως επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του Μ.Κ.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.