Δημοκρατίας ν. Πάτσιου κ.α., Υπόθεση αρ.: 19463/2019, 30/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:24 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 19463/2019 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσας Αρχής και
- ΧΧΧ Πάτσιου
- ΧΧΧ Ιωάννου Κατηγορούμενων ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30.6.2021 Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Λοχίας Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Νεοφύτου με κ. Σταυρινίδη Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δυο κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε (κατηγορίες 4 και 6) και δυο κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση, των σχετικών, επίσης, διατάξεων, του ίδιου Νόμου (κατηγορίες 5 και 7). Οι πρώτες τρεις κατηγορίες, που επίσης αντιμετώπιζαν, διακόπηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, οπότε, σ' αυτές απαλλάχθηκαν. Η κατηγορούσα αρχή, με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 4 και 5 αποδίδει και στους δυο κατηγορούμενους, ότι στις 29 Αυγούστου, 2019, στο Κολόσσι της επαρχίας Λεμεσού, σε έδαφος που ελέγχεται από τις Βρετανικές Βάσεις, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή, 32 κιλά και 359 γραμμάρια κάνναβης, με σκοπό την προμήθειά της σε άλλα πρόσωπα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 6 και 7, τους αποδίδει ότι μεταξύ των ημερομηνιών 28/8/2019 και 7/9/2019, στη Λεμεσό, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή, 3 κιλά και 804,2 γραμμάρια κάνναβης, με σκοπό την προμήθειά της σε άλλα πρόσωπα. Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι η παρούσα αφορά μόνο στο 2ο κατηγορούμενο, ΧΧΧ Ιωάννου (στο εξής «κατηγορούμενος»). Ο 1ος κατηγορούμενος (στο εξής «Πάτσιος») παραδέχθηκε εξ αρχής και τις 4 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε 12 συνολικά μάρτυρες και συγκεκριμένα, τους αστυφύλακες XXXXX Ιωάννη Κωνσταντίνου, XXXXX XXXXX Παναγιώτου, XXXXX XXXXX Νικολαΐδη και XXXXX XXXXX Αγαθοκλέους, τον Α/Υπαστυνόμο XXXXX XXXXX Φραγκούδη, τον αστ. XXXXX XXXXX Ιωάννου, τους λοχίες XXXXX XXXXX Δημητρίου και XXXXX XXXXX Πιτσιλλή, τον Α/Αστ. XXXXX XXXXX Παπαελισσαίου, τον Αστυνόμο Α' XXXXX Πέτρου, τον αστ. XXXXX XXXXX Γιάννου και τέλος, το λοχ. XXXXX XXXXX Σωκράτους (Μ.Κ.1 μέχρι 12, αντίστοιχα). Ο τελευταίος (Μ.6 στο κατηγορητήριο), μολονότι δεν χρησιμοποιήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, προσφέρθηκε στην υπεράσπιση, η οποία τον υπόβαλε σε σύντομη αντεξέταση. Με τη σειρά του, ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία - με την έκδοση σχετικής ενδιάμεσης απόφασής μας - και στις 4 κατηγορίες που αντιμετωπίζει και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρες, τον Πάτσιο (Μ.Υ.1) και τον πολιτικό μηχανικό, ΧΧΧ Λευτέρη (Μ.Υ.2). Τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών και συνακόλουθα, αντίστοιχα ευρήματα του Δικαστηρίου, υπό την έννοια, είτε παραδεκτών γεγονότων είτε μαρτυρίας, η οποία εδράζεται σε διάφορους ισχυρισμούς μαρτύρων - περιλαμβανομένου του κατηγορούμενου - που παρέμειναν αδιαμφισβήτητοι: Στις 28/8/2019, ο αστ. XXXXX Ε. Παναγιώτου (Μ.Κ.2) της ΥΚΑΝ, κατόπιν οδηγιών μετέβη μαζί με άλλους συναδέλφους του στη Λάρνακα, για παρακολούθηση του Πάτσιου - που είναι από την Ελλάδα -, για τον οποίο υπήρχε πληροφορία ότι ασχολείται με την εισαγωγή και εμπορία ναρκωτικών, έχοντας συνεργάτες στην Κύπρο. Να σημειωθεί ότι ο Πάτσιος, κατά την παραμονή του στην Κύπρο, είχε συχνές επαφές με τον κατηγορούμενο - με τον οποίο είναι φίλοι -, τόσο στην κατοικία του τελευταίου στην οδό ΧΧΧ ΧΧΧ ΧΧ στο Κολόσσι όσο και σε υποστατικά που διατηρεί αυτός σε περιφραγμένο χώρο, ο οποίος εφάπτεται με το δρόμο Κολοσσίου προς Τραχώνι. Στα εν λόγω υποστατικά (στο εξής «επίδικα υποστατικά»), μεταξύ άλλων υπάρχει και μια αποθήκη, αποτελούμενη από τρεις ξεχωριστούς χώρους (στο εξής «επίδικη αποθήκη»). Ο μάρτυρας, περί τις 08:10 εγκαταστάθηκε περιμετρικά της οικίας του Πάτσιου, η οποία βρίσκεται σε διαμέρισμα συγκεκριμένης πολυκατοικίας στην Ορόκλινη. Στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας, βρισκόταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ58, ιδιοκτησίας του γιου του κατηγορούμενου, ΧΧΧ Ιωάννου. Περί τις 16:46, ο Πάτσιος αναχώρησε με τον εν λόγω όχημα με κατεύθυνση τη Λάρνακα και αφού εισήλθε στον αυτοκινητόδρομο κατευθύνθηκε προς Λεμεσό. Μία ώρα αργότερα σταμάτησε σε χώρο στάθμευσης της κρεαταγοράς «ΜΕΛΗΣ» στο Κολόσσι και περί τις 17:57 αναχώρησε από εκεί και κατευθύνθηκε προς το Τραχώνι. Γύρω στις 18:00 στάθμευσε στο χώρο στάθμευσης του Κάστρου στο Κολόσσι όπου και παρέμεινε για ενάμιση περίπου ώρα. Εκεί περιφερόταν στο χώρο, μιλούσε στο τηλέφωνο, ενώ είχε καθίσει σε καφετέρια η οποία βρισκόταν πλησίον του Κάστρου. Αναχώρησε από εκεί γύρω στις 19:30 και κατευθύνθηκε στα επίδικα υποστατικά. Σ' αυτά βρίσκονταν σταθμευμένα, το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41, μάρκας Mercedes, ιδιοκτησίας του Πάτσιου και ένα μεγάλο βαν, χωρίς αριθμό εγγραφής. Εκεί βρισκόταν και ο κατηγορούμενος. Το τι ακριβώς έκαναν οι δυο τους εκεί, εν μέρει αποτέλεσε αντικείμενο έντονης αντιδικίας μεταξύ των μερών, επομένως, στο βαθμό που θα καταστεί δυνατό, αυτό, θα διαφανεί αργότερα, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ό,τι μπορεί να θεωρηθεί από τώρα, ως γεγονός είναι τα εξής: εκεί, στα επίδικα υποστατικά, ο κατηγορούμενος (ο οποίος, κάποια στιγμή πότιζε διάφορα κηπευτικά και αρωματικά φυτά καθώς και διάφορα δέντρα/θάμνους, τα οποία βρίσκονταν, άλλα εντός των επίδικων υποστατικών και άλλα εκτός, κατά μήκος του εφαπτόμενου με αυτά περιφραγμένου χώρου) ήρθε σε άμεση επαφή και επικοινωνία με τον Πάτσιο, ο οποίος, γύρω στις 20:23 αναχώρησε από το μέρος, με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41 με κατεύθυνση το Κολόσσι. Στις 21:00 περίπου, ήρθε στο μέρος με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ01, μάρκας Nissan Note, η σύζυγος του κατηγορούμενου, ΧΧΧ Νικολάου. Ο κατηγορούμενος, αφού είχε κλείσει την κύρια είσοδο των επίδικων υποστατικών (διπλή καγκελόπορτα), επιβιβάστηκε στο εν λόγω όχημα στη θέση του συνοδηγού και μαζί με τη σύζυγό του αναχώρησαν από το μέρος. Να σημειωθεί ότι από τη στιγμή που ο Πάτσιος μετέβη στα επίδικα υποστατικά μέχρι και τη στιγμή που, τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος είχαν αναχωρήσει από το μέρος, ο Μ.Κ.2 βρισκόταν σε αμπέλι, που κι αυτό εφάπτεται με τον πιο πάνω δρόμο και βρίσκεται απέναντι από τα επίδικα υποστατικά. Απ' εκεί, κατόπιν οδηγιών που είχε λάβει, ασκούσε καθήκοντα παρατηρητή. Τα επίδικα υποστατικά, το αμπέλι και ο δρόμος, εμφαίνονται στη φωτογραφία (τεκ. 24). Με την αναχώρηση από το μέρος, τόσο του Πάτσιου όσο και του κατηγορούμενου, δόθηκαν οδηγίες για ανακοπή τους από μέλη της ομάδας παρακολούθησης, με την πρώτη ευκαιρία, για έρευνα. Την ίδια μέρα, περί ώρα 20:35, κάτω από τον κυκλικό κόμβο Αγ. Αθανασίου, ο αστ. XXXXX Μ. Γιάννου (Μ.Κ.11) - με τη βοήθεια άλλων μελών της Αστυνομίας της Δημοκρατίας -, ανέκοψε για έρευνα το όχημα με το οποίο είχε αναχωρήσει ο Πάτσιος από τα επίδικα υποστατικά, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος. Ο μάρτυρας, αφού τον πληροφόρησε για το λόγο της ανακοπής και την πρόθεσή του να ερευνήσει τόσο το όχημα όσο και τον ίδιο και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε «εντάξει». Κατά τη διάρκεια της έρευνας στο όχημα, ο μάρτυρας βρήκε σε θήκη ρούχινης τσάντας που βρισκόταν πάνω στη θέση του συνοδηγού, ένα νάιλον σακουλάκι που περιείχε άσπρη σκόνη κοκαΐνης. Ευθύς αμέσως, επέστησε στον Πάτσιο την προσοχή στο νόμο, ο οποίος απάντησε «είναι κοκαΐνη.» Ακολούθως, ο μάρτυρας, το συνέλαβε, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή στο νόμο, απάντησε «όλα αυτά για ένα γραμμάριο;» Το εν λόγω όχημα μεταφέρθηκε στην ΑΔΕ Λεμεσού και περί ώρα 21:30, μετά το πέρας της έρευνας, ο μάρτυρας, το κλείδωσε και πληροφόρησε τον Πάτσιο ότι θα κρατηθεί για εξετάσεις. Αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός δεν απάντησε. Την ίδια, πάντοτε, μέρα και περί ώρα 21:04, στη συμβολή των λεωφόρων Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ και Απ. Λουκά, ο αστ. XXXXX Ν. Κωνσταντίνου - με τη βοήθεια άλλων μελών της αστυνομίας της Δημοκρατίας -, ανέκοψε για έρευνα το όχημα με το οποίο ο κατηγορούμενος είχε αναχωρήσει μαζί με τη σύζυγό του από τα επίδικα υποστατικά. Ο μάρτυρας, αφού πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για την πρόθεση της Αστυνομίας να ερευνήσει τόσο το όχημα όσο και τον ίδιο και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε «ελεύθερα.» Κατά την έρευνα δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Μεταξύ των ωρών 21:50 - της ίδιας μέρας - και 00:10 της 29/8/2019, ο αστ. XXXXX Κ. Λαπέρτας - με τη βοήθεια συναδέλφων του -, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου (τεκ. 39) ερεύνησε την κατοικία του στο Κολόσσι. Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν διάφορα τεκμήρια, τα οποία παραλήφθηκαν για εξετάσεις. Μετά τη λήξη της έρευνας, ο αστ. Λαπέρτας ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι εξασφαλίστηκε από την Αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων, δικαστικό ένταλμα έρευνας για τα επίδικα υποστατικά του (τεκ.
- 1). Αφού τον ενημέρωσε για την πρόθεση της Αστυνομίας της Δημοκρατίας να μεταβεί στα εν λόγω υποστατικά για να είναι παρούσα κατά την έρευνα και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε «πάμε να κάμουμε έρευνα. Εν έσιει τίποτε παράνομο.» Στη συνέχεια, το μετέφερε στα επίδικα υποστατικά, στα οποία είχε μεταφερθεί και ο Πάτσιος. Κατά την έρευνα των εν λόγω υποστατικών (στην οποία συμμετείχε αριθμός αστυνομικών των Βρετανικών Βάσεων και χρησιμοποιήθηκε ειδικά εκπαιδευμένος σκύλος για ναρκωτικές ουσίες), δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Η έρευνα άρχισε στις 00:45 της 29/8/2019 και λόγω του σκότους, του προχωρημένου της ώρας, αλλά και της αναγκαιότητας για παρουσία και συμμετοχή αστυνομικών, εξειδικευμένων σε έρευνες, διακόπηκε στις 03:20, για συνεχίσει με το φως της ημέρας. Στις 29/8/2019, ο αστ. XXXXX Π. Χριστοδουλίδης των Βρετανικών Βάσεων αποτάθηκε στο Δικαστήριο των Βάσεων για την έκδοση νέου εντάλματος έρευνας των επίδικων υποστατικών. Το ένταλμα (τεκ. 19) εκδόθηκε την ίδια μέρα στις 13:45 και περί ώρα 14:30, ο εν λόγω αστυφύλακας μετέβη στα επίδικα υποστατικά και το παρέδωσε στο συνάδελφό του των Βάσεων, λοχ. XXXXX Α. Δημητρίου (Μ.Κ.7). Νωρίτερα την ίδια μέρα και συγκεκριμένα, μεταξύ των ωρών 11:45 - 12:15, οι λοχίες XXXXX Α. Κωνσταντίνου και XXXXX Δημητρίου (Μ.Κ.7) και οι αστυνομικοί, XXXXX Ιωάννου (Μ.Κ.6), XXXXX Χριστοφόρου, XXXXX Χαραλάμπους, XXXXX Γεωργίου και XXXXX Αγαθοκλέους (Μ.Κ.4), όλοι της Αστυνομίας των Βάσεων, ενημερώθηκαν από τον Α/Υπαστυνόμο - λοχία τότε - XXXXX Σ. Φραγκούδη (Μ.Κ.5) για μια επιχείρηση έρευνας, εν' ονόματι «παπούτσι του αλόγου». Ο λοχ. Κωνσταντίνου και οι αστυνομικοί XXXXX Γεωργίου, XXXXX Αγαθοκλέους (Μ.Κ.4), XXXXX Χαραλάμπους και XXXXX Χριστοφόρου, έφυγαν από τον Αστυνομικό Σταθμό Βάσεων Ακρωτηρίου και έφτασαν στην περιοχή της έρευνας και συγκεκριμένα, στα επίδικα υποστατικά, στις 13:
- Εκεί συναντήθηκαν με 4 αστυνομικούς της ΥΚΑΝ Λευκωσίας και Λεμεσού. Η έρευνα ξεκίνησε κατόπιν οδηγιών του Α/Υπαστυνόμου Φραγκούδη, στις 14:10 και αφού στο μεταξύ ο λοχ. Δημητρίου (Μ.Κ.7) είχε ενημερωθεί για την έκδοση του σχετικού εντάλματος (τεκ. 19). Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας - στην οποία χρησιμοποιήθηκαν και δυο ανιχνευτικοί σκύλοι, ο ένας για ανεύρεση εκρηκτικών και ο άλλος, ναρκωτικών - εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Τρία ξύλινα ντουλάπια/κατασκευές, τύπου συρταριέρας, που περιείχαν, αντίστοιχα, 8, 12 και 14 νάιλον αεροστεγώς συσκευασίες, που περιείχαν ξηρή φυτική ύλη κάνναβης. Σε κάθε ντουλάπι υπήρχε ως μέρος του ένα λευκό ξύλινο συρτάρι. Ακόμη ένα ξύλινο ντουλάπι, τύπου συρταριέρας, που περιείχε απομεινάρια διογκωμένου αφρού στο εσωτερικό του με το συρτάρι του. Τα εν λόγω ξύλινα ντουλάπια, εντοπίστηκαν εντός της επίδικης αποθήκης και εμφαίνονται σε αριθμό φωτογραφείων (βλ. το σχετικό βιβλιάριο - τεκ. 8 -). Τεμάχια διογκωμένου αφρού (τεκ. 15) που ανευρέθηκαν μέσα σε κάδο απορριμμάτων. Τέσσερα λευκά πλαστικά και χρησιμοποιημένα γάντια μιας χρήσης (τεκ. 11 - 14), που ανευρέθηκαν σε κάδο απορριμμάτων. Ευθύς αμέσως, ο λοχ. XXXXX Α. Κωνσταντίνου ρώτησε τους κατηγορούμενους (οι οποίοι ήταν παρόντες κατά την έρευνα) σε ποιον ανήκουν τα γάντια και τους επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτοί δεν απάντησαν. Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας, εντοπίστηκαν πάνω σε πάγκο και παραλήφθηκαν, ένα κομμάτι διογκωμένου αφρού και ένα κουτί γάντια μιας χρήσης. Οι εν λόγω ξύλινες κατασκευές, μετά τον εντοπισμό τους, μεταφέρθηκαν έξω από την επίδικη αποθήκη, στο προαύλιο και ανοίχθηκαν από τον αστ. Ιωάννου (Μ.Κ.6) - ο οποίος είναι προσοντούχος ειδικός εξεταστής σκηνών εγκλήματος - με τη χρήση ενός σιδερένιου λοστού (λιβεριού) και με τη βοήθεια συναδέλφων του, με τον τρόπο που εμφαίνεται στον ψηφιακό δίσκο (τεκ. 17). Εν μέρει εμφαίνεται και στις φωτογραφίες 24, 25 και 26 του τεκ.
- Και οι 4 ξύλινες κατασκευές είχαν σχήμα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο. Τμήμα τους καταλάμβανε το ξύλινο συρτάρι που ήταν κενό, ακολουθούσε κατά πλάτος ένα ξύλινο διαχωριστικό, τύπου πλακάτ και στο υπόλοιπο τμήμα των τριών ξύλινων κατασκευών, ήταν τοποθετημένες οι νάιλον συσκευασίες με τα ναρκωτικά, σταθεροποιημένες με κομμάτια συμπιεσμένου αφρού πολυουρεθάνης. Μετά από προκαταρκτικό έλεγχο (τεκ. 10) που διενεργήθηκε από το Μ.Κ.6 στο περιεχόμενο νάιλον συσκευασίας, όπου διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για κάνναβη, ο Μ.Κ.7 έδωσε οδηγίες στους αστ. XXXXX Χρ. Νικολαΐδη (Μ.Κ.3) και XXXXX Χριστοδουλίδη, όπως συλλάβουν, ο πρώτος, τον Πάτσιο και ο δεύτερος, τον κατηγορούμενο. Ευθύς αμέσως και συγκεκριμένα, στις 15:53, ο αστ. Νικολαΐδης ενημέρωσε τον Πάτσιο ότι είναι υπό σύλληψη για κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε «Τα πράγματα τα έφερα εγώ εδώ, ο κύριος από εδώ (με αναφορά στον κατηγορούμενο) δεν έχει καμία σχέση.» Περί η ώρα 15:54, ο αστ. Χριστοδουλίδης ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για κατοχή ναρκωτικών ουσιών, του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός απάντησε «Δεν έχω να πω τίποτα.» Το συνολικό - καθαρό - βάρος της πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης που εντοπίστηκε στις τρεις - από τις 4 συνολικά - ξύλινες κατασκευές κατά την έρευνα στις 29/8/2019, στα επίδικα υποστατικά του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα, εντός της επίδικης αποθήκης είναι 32 κιλά και 359 γραμμάρια. Στις 6/9/2019, το Δικαστήριο των Βρετανικών Βάσεων διέταξε την παράδοση του κατηγορούμενου καθώς και του Πάτσιου στην Αστυνομία της Δημοκρατίας, όπως και έγινε. Συνελήφθησαν και οι δυο δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων, την ίδια μέρα και συγκεκριμένα, στις 15:
- Ο κατηγορούμενος, από το Μ.Κ.1 και ο Πάτσιος, από το λοχ. XXXXX Δ. Σωκράτους. Ακολούθως, μεταφέρθηκαν και οι δυο στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Την επόμενη μέρα, ο λοχ. XXXXX Ν. Πιτσιλλής (Μ.Κ.8), στη βάση πληροφορίας, ότι εντός του οχήματος με το οποίο είχε αναχωρήσει ο Πάτσιος από τα επίδικα υποστατικά, υπάρχει κρύπτη, στην οποία φυλάγει και άλλη ποσότητα κάνναβης, αφού τον ανάκρινε προφορικά και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός παραδέχθηκε ότι πράγματι, εντός του εν λόγω οχήματος υπήρχαν και άλλα ναρκωτικά. Όταν ο μάρτυρας του επέστησε εκ νέου την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε «Έχω μέσα σε κρύπτη ακόμη τέσσερα κιλά κάνναβη. Υπάρχει κουμπί στο ταμπλό που ανοίγει την κρύπτη, θα σας το δείξω.» Στη συνέχεια, κατόπιν επιθυμίας του Πάτσιου και γραπτής συγκατάθεσής του για έρευνα, ο μάρτυρας μετέβη με τρεις συναδέλφους του - ανάμεσά τους και ο Μ.Κ.1 - στο σημείο που ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41, όπου, μετά από υπόδειξη του Πάτσιου, εντοπίστηκε κρύπτη εντός του οχήματος και μέσα σ' αυτή, ανευρέθηκε μια πράσινη σακούλα σκουπιδιών (τεκ. 16), η οποία περιείχε τέσσερεις διαφανείς νάιλον συσκευασίες κάνναβης, περίπου ενός κιλού, η κάθε μια, συνολικού - καθαρού - βάρους 3 κιλών και 804,2 γραμμαρίων. Καθ' υπόδειξη του Πάτσιου λήφθηκαν 15 συνολικά φωτογραφίες του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41 καθώς και διάφορων τεκμηρίων που ανευρέθηκαν μέσα στην κρύπτη του οχήματος. Οι εν λόγω φωτογραφίες - σε βιβλιάριο, με επισυνημμένο ευρετήριο - αποτελούν το τεκ.
- Στην Α.Δ. Λεμεσού, λήφθηκαν 31 φωτογραφίες των πιο πάνω τεσσάρων ξύλινων κατασκευών καθώς και τριών ξύλινων συρταριών (βλ. το τεκ. 3). Οι 38 συνολικά συσκευασίες με τις ναρκωτικές ουσίες παραλήφθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους και φυλάχθηκαν νομότυπα και με ασφάλεια. Από επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν επί του περιεχομένου των ναρκωτικών ουσιών διαπιστώθηκε ότι περιείχαν ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη, συνολικού βάρους 36 κιλών και 163, 2 γραμμαρίων (βλ. τεκ. 1). Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, από το λευκό γάντι μίας χρήσης (τεκ. 13) που εντοπίστηκε σε κάλαθο εντός των επίδικων υποστατικών του κατηγορούμενου, απομονώθηκε μικρή ποσότητα μονού γενετικού υλικού, το οποίο ταυτίζεται με το γενετικό υλικό του Πάτσιου. Από το λευκό γάντι μίας χρήσης (τεκ. 14) που εντοπίστηκε στον ίδιο κάλαθο, απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού. Ο Πάτσιος δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότης μέρους του. Από την πράσινη σακούλα σκουπιδιών (τεκ. 16), από την οποία λήφθηκε επίχρισμα από την εξωτερική πλευρά, απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού. Ο Πάτσιος δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότης μέρους του. Τέλος, από το κλειστό αεροστεγώς νάιλον σακούλι - που περιείχε 2ο κλειστό αεροστεγώς νάιλον σακούλι το οποίο περιείχε 3ο κλειστό αεροστεγώς νάιλον σακούλι που περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης -, το οποίο εντοπίστηκε εντός της πράσινης σακούλας σκουπιδιών (τεκ. 16), λήφθηκε επίχρισμα από την εξωτερική πλευρά. Απομονώθηκε πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού και ο Πάτσιος δεν μπορεί να αποκλειστεί ως δότης μέρους του. Στο σύνολό τους τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν κατά τη διάρκεια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, όπως καταγράφονται αναλυτικά στον κατάλογο τεκμηρίων (τεκ. 4), παραλήφθηκαν και διακινήθηκαν νομότυπα με ασφάλεια, χωρίς να υποστούν οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση, εκτός αυτής που έγινε για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων και βρίσκονται από την ημέρα της παραλαβής τους μέχρι σήμερα υπό τη συνεχή και ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας. Στις 16/9/2019, εντεταλμένος υπάλληλος της εταιρείας Cyprus Import Corporation Ltd, εξέτασε το όχημα Mercedes - Benz Citan 109 με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41 σ' ό,τι αφορούσε την ύπαρξη κεκαλυμμένου αποθηκευτικού χώρου (κρύπτη). [Πρόκειται για την κρύπτη εντός της οποίας εντοπίστηκε το πράσινο σακούλι (τεκ. 16), εντός του οποίου υπήρχαν 4 διαφανείς νάιλον συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, συνολικού βάρους 3 κιλών και 804,2 γραμμαρίων (ανωτέρω)]. Σύμφωνα με τα ηλεκτρονικά αρχεία του κατασκευαστή, η εργοστασιακή διαμόρφωση του οχήματος, ήταν σαν όχημα μεταφοράς φορτίου (βαν) με διαχωριστικό τοίχωμα μεταξύ του θαλάμου επιβατών και του διαμερίσματος μεταφοράς φορτίου. Στο όχημα διαπιστώθηκε η ύπαρξη κεκαλυμμένου αποθηκευτικού χώρου, κάτω από το δάπεδο του διαμερίσματος μεταφοράς φορτίου του οχήματος, ακριβώς πίσω από το διαχωριστικό τοίχωμα μεταξύ του θαλάμου επιβατών και του διαμερίσματος φορτίου του οχήματος. Ο εν λόγω αποθηκευτικός χώρος, δεν αποτελεί εργοστασιακό εξοπλισμό του οχήματος - το δάπεδο του διαμερίσματος φορτίου του οχήματος καλύπτεται από ενιαίο και μακροσκοπικά επίπεδο μεταλλικό κάλυμμα (το πάτωμα του διαμερίσματος μεταφοράς φορτίου του οχήματος) το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του οχήματος. Τέλος, παραδεκτά γεγονότα είναι και τ' ακόλουθα: ο κατηγορούμενος, στην επίδικη αποθήκη που εντοπίστηκαν οι ξύλινες κατασκευές εντός των οποίων βρέθηκαν τα ναρκωτικά, τοποθέτησε και στο παρελθόν προσωπικά αντικείμενα πελατών του, ήτοι, έπιπλα, βάρη, διάφορους εξοπλισμούς, κρεβάτια, καναπέδες, ντουλάπια, τραπέζια, καρέκλες και άλλα κινητά αντικείμενα. Το έδαφος των επίδικων υποστατικών του κατηγορούμενου και του επίδικου δρόμου, βρίσκεται στην ίδια κατάσταση που ήταν πριν τη σύλληψη και κατά τη σύλληψη του κατηγορούμενου. Το βασικό ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε είναι το εξής: εκτός από τον Πάτσιο, που καθ' ομολογία του, στον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοχος της συνολικής επίδικης ποσότητας ναρκωτικών, έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ισχύει το ίδιο και για τον κατηγορούμενο; Δηλαδή, ότι ήταν κάτοχος τη εννοία του Νόμου της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών; Η κεντρική θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, σύμφωνα με την αγόρευσή της είναι ότι έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο Πάτσιος είχε κοινή κατοχή των επίδικων ναρκωτικών ουσιών με τον κατηγορούμενο, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, και με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, παρείχε συνέργεια και βοήθεια στον Πάτσιο, στη φύλαξη και την κατοχή των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών στα επίδικα υποστατικά του. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, με τη δική του αγόρευση, καταληκτικά εισηγείται ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στις επίδικες κατηγορίες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και τούτο, επειδή, όπως είναι η θέση του, από τα γεγονότα της υπόθεσης, βάσει της μαρτυρίας, δεν φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση μα ούτε και κατοχή των ναρκωτικών. Η ανεύρεσή τους εντός του χώρου των επίδικων υποστατικών του, κάτω από τις συνθήκες που ο ίδιος αναφέρει, ήταν απότοκο παράνομων ενεργειών της ΥΚΑΝ «και σύμφωνα με την μαρτυρία δεν αποκαλύπτουν γνώση ή κατοχή των από πλευράς του κατηγορούμενου πράξεις ποινικές κολάσιμες ώστε να καταδικαστεί αλλά φανερώνεται ότι υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης από κάποιο πρόσωπο που διατηρούσε φιλικές σχέσεις.» Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε ότι αυτό είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε επουσιώδες, εγειρόμενο επιχείρημα (βλ. κατ' αναλογία, Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας, ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία, Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι πιστεύουμε αυτονόητο, πως εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμαστε να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224). Επισημαίνουμε ότι εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα, στο σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας, θεωρώντας τα - καθώς ήδη έχει αναφερθεί - ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Αντρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) και κρίνοντάς τα, ως περιέχοντα παραδεκτή μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Τονίζουμε ότι κάθε αποδεκτή μαρτυρία, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω κι αν δεν διατυπώνονται γλωσσικώς στο σκεπτικό μας. Όπως έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B160, Ποιν. Έφ. 263/17, ημερ. 22/5/2020, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητά τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με θεωρίες που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση σε μια υπόθεση. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661 έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν, υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση (βλ. κατ' αναλογία, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογία, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητά της (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τη Σάββα (ανωτέρω), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162). Στην Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148 υποδεικνύεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα Δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο. Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816 σύμφωνα με την οποία: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Προστίθενται και τα εξής: επειδή προς επίλυση του βασικού επίδικου θέματος της υπόθεσης, όπως θα διαφανεί αργότερα, ουσιαστικό ρόλο θα διαδραματίσουν και διάφορα σημαντικά στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, αναφορικά με την αξία της λαμβάνουμε υπόψη, ότι, αυτή, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. μεταξύ άλλων και τη Μαρίνου ν. Σοφοκλέους, ECLI:CY:AD:2016:A192, Πολ. Έφ. Αρ. 151/2011, ημερ. 12/4/2016): «..αποτελεί τη βάση με την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει και τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας.» Αναφορικά με το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη, ότι το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μας ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Τέλος παραπέμπουμε και στο ακόλουθο απόσπασμα, από τη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Βλέπε και την Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες - περιλαμβανομένου του κατηγορούμενου - κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που αυτές αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και τις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημερ. 20/10/11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου και άλλων
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Εκτιμήσαμε, επίσης, με ιδιαίτερη προσοχή, την κάθε περίπτωση παράλειψης αναφοράς των μαρτύρων σε γεγονότα και στοιχεία στις γραπτές καταθέσεις τους στην Αστυνομία, τα οποία παρέθεσαν κατά τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο για πρώτη φορά. Ο αστ. XXXXX Ι. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1), στις 6/9/2019 ορίστηκε μέλος της ανακριτικής ομάδας και χειριστής τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του περικλείονται στις γραπτές καταθέσεις του (ενδείξεις Γ.1 και Γ.2), το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ο μάρτυρας, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης παρουσίασε μερικά από τα τεκμήρια της υπόθεσης και απάντησε και σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής. Υποβλήθηκε σε πολύ σύντομη αντεξέταση από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί καθόλου σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του, η οποία, εκτός από αξιόπιστη, σε σημαντικό βαθμό συνάδει και με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, γίνεται αποδεκτή. Προτού υπεισέλθουμε στη μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα, που είναι ο αστ. XXXXX Ε. Παναγιώτου (Μ.Κ.2) θεωρούμε σκόπιμο να τοποθετηθούμε επί των ακόλουθων θέσεων του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου, με τις οποίες επιχειρεί να μας πείσει να αποκλείσουμε το πλέον ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του υπό αναφορά μάρτυρα, για καθαρά νομικούς λόγους. Δεδομένου ότι τα επίδικα υποστατικά καθώς και το αμπέλι στο οποίο βρισκόταν ο μάρτυρας στον ουσιώδη χρόνο, εμπίπτουν εντός των Βρετανικών Βάσεων, η πρώτη θέση που υποβάλλεται από το συνήγορο του κατηγορούμενο είναι η εξής: Ενόψει της παραδοχής του μάρτυρα, ότι ενώ ήταν εντός των Βρετανικών Βάσεων και εκτελούσε αστυνομικά καθήκοντα και προέβαινε σε παρακολούθηση των κινήσεων κύπριου και ευρωπαίου πολίτη, ενώ είχε εισέλθει σε ακίνητη περιουσία, χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της, οι πράξεις αυτές συνιστούν παρανομία, γιατί η παρακολούθηση του κύπριου πολίτη εντός του υποστατικού του από το μάρτυρα, παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 15 του Συντάγματος και του άρθρου 8 της ΕΣΑΔ και η παράνομη είσοδος του μάρτυρα εντός ακίνητης περιουσίας αποτελεί ποινικό αδίκημα, με αποτέλεσμα, η μαρτυρία του υπό αναφορά να είναι μιασμένη σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη νομολογία, ότι μαρτυρία ληφθείσα παρανόμως και κατά παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και απορρίπτεται. Η γενική και αόριστη θέση του δικηγόρου του κατηγορούμενου, ότι επειδή ο μάρτυρας εισήλθε στο αμπέλι από το οποίο παρακολουθούσε, εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του ακινήτου, είναι πράξεις που συνιστούν παρανομία, χωρίς να συγκεκριμενοποιείται από το συνήγορό του, σε τι έγκειται η παρανομία δε στοιχειοθετεί άνευ άλλου τη θέση του, ότι συνεπεία της εν λόγω «παρανομίας», παραβιάζεται το συνταγματικά θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμά του για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του, ότι η «παράνομη είσοδος» του μάρτυρα εντός ακίνητης περιουσίας αποτελεί ποινικό αδίκημα, με το αποτέλεσμα που αναφέρει στη συνέχεια. Εν πάση περιπτώσει, ο κατηγορούμενος, ουδεμία σχέση ιδιοκτησίας - ή άλλη - είχε με την εν λόγω περιουσία και δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι υπέστη οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Έχει νομολογηθεί συναφώς (βλ. Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 563), ότι ζητήματα παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος, δεν εξετάζονται αφηρημένα, αλλά, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που ενέχει μια τέτοια παραβίαση στον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα, στην άσκηση του συνταγματικού του δικαιώματος να υπερασπιστεί τον εαυτό του στην εναντίον του δίκη. Η άλλη θέση που υποβάλλεται από το δικηγόρο του κατηγορούμενου είναι η εξής: η κατηγορούσα αρχή, απότυχε να παρουσιάσει σαφή μαρτυρία ότι είχε τη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών των Βρετανικών Βάσεων ώστε η ΥΚΑΝ να προβεί σε αστυνομικές ενέργειες εντός των Βάσεων και στη μαρτυρία του ο Μ.Κ.10 ανάφερε ότι έτυχε πληροφόρησης από την ΥΚΑΝ, για πιθανή είσοδο μελών της και δεν είπε ότι ήταν ο αρμόδιος ή ότι είχε εξουσία να δώσει άδεια εισόδου της ΥΚΑΝ, για να ασκήσει αστυνομικά καθήκοντα εντός του χώρου των Βάσεων. Μολονότι και πάλι γίνεται λόγος για άσκηση αστυνομικών ενεργειών της ΥΚΑΝ εντός των Βάσεων, γενικά και αόριστα, δηλαδή, χωρίς ειδική αναφορά στις ενέργειες που αφορά η εν λόγω θέση, εντούτοις, το αβάσιμό της, καταφαίνεται από τα εξής: Ο Αστυνόμος Α' Κ. Πέτρου (Μ.Κ.10), στη μαρτυρία του ανάφερε τα εξής, τα οποία, βασικά, παρέμειναν αναντίλεκτα: Είναι βοηθός αστυνομικός διευθυντής στην επαρχία Ακρωτηρίου - Επισκοπής τα τελευταία τρία χρόνια και υπεύθυνος της διεύθυνσης όλων των τμημάτων της αστυνομικής διεύθυνσης, ανάμεσά τους και το τμήμα ναρκωτικών. Στις 28/8/2019 είχε λάβει τηλεφώνημα από τον τότε διοικητή της ΥΚΑΝ, Αστυνόμο Λεοντίου, ο οποίος, το απόγευμα, γύρω στις 6 με 6:30, τον είχε ενημερώσει για μια παρακολούθηση που διεξάγετο στην περιοχή κοντά στις Βρετανικές Βάσεις και ότι ίσως κάποια στιγμή, αυτή η παρακολούθηση να κατέληγε εντός του εδάφους των Βρετανικών Βάσεων. Ο ίδιος έλαβε την ενημέρωση και προετοίμασε τις αστυνομικές του δυνάμεις εντός των Βάσεων, σε τέτοια περίπτωση να εμπλακούν. Όταν ενημερώθηκε από τον ίδιο αξιωματικό (το Λεοντίου) ότι ενδεχομένως να χρειαστεί η παρακολούθηση να συνεχίσει εντός των Βάσεων, του είχε αναφέρει ότι αντιλαμβάνεται ότι η παρακολούθηση είναι μια δυναμική διαδικασία και δεν μπορεί να προβλεφθεί με ακρίβεια για το πού θα παν κάποιοι ύποπτοι. Σίγουρα, εάν έμπαιναν εντός των Βάσεων ήταν να ενημερωθούν αμέσως, ούτως ώστε να εμπλακεί η Αστυνομία τους. Το τι ανάφερε στη συνέχεια ο μάρτυρας ακολουθεί αυτούσιο: «Ε. Και είχατε λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση για το τι έγινε στη συνέχεια; Α. Στη συνέχεια σε κάποιαν στιγμή είχα λάβει πληροφορία από τον ίδιο αξιωματικό ότι υπήρχαν . συνελήφθηκαν κάποιοι ύποπτοι εντός στα όρια της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι ήθελαν να έρθουν στο δικό μας χώρο εντός των Βάσεων σε κάποιο υποστατικό για να γίνει έρευνα στο υποστατικό και ότι οι ύποπτοι αυτοί είχαν κάποιαν σχέση με ναρκωτικά. Ε. Και ποια ήταν η θέση σας όταν λάβατε αυτήν την ενημέρωση; Α. Η θέση μου ήταν θετική προς την ενημέρωση αυτήν, ... » Δεδομένης της ιδιότητας του μάρτυρα στις Βρετανικές Βάσεις, των παραπάνω που ανάφερε και όσων ακολούθησαν στη συνέχεια από την Αστυνομία των Βάσεων (μεταξύ άλλων, οι δυο έρευνες στα επίδικα υποστατικά, δυνάμει των ενταλμάτων έρευνας τα οποία εξέδωσε Δικαστήριο των Βάσεων, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Αστυνομίας των Βάσεων, ο εντοπισμός των ναρκωτικών, η παράδοση των δυο κατηγορούμενων καθώς και των τεκμηρίων της υπόθεσης από την Αστυνομία των Βάσεων στην Αστυνομία της Δημοκρατίας και η παρουσία των μελών της Αστυνομίας της Δημοκρατίας σε όσες ενέργειες των συναδέλφων τους των Βάσεων συνέβη αυτό), αποδεικνύεται με τον πλέον ξεκάθαρο και κατηγορηματικό τρόπο, η αγαστή συνεργασία της Αστυνομίας των Βάσεων με την Αστυνομία της Δημοκρατίας στον ουσιώδη χρόνο, ως επίσης, ότι το σύνολο των ενεργειών της ΥΚΑΝ εντός των Βάσεων, ήταν κατόπιν άδειας και συγκατάθεσης της Αστυνομίας των Βάσεων. Σ' αυτό συνηγορεί και ο αναντίλεκτος ισχυρισμός του Α/Υπαστυνόμου XXXXX Σ. Φραγκούδη (Μ.Κ.5), ότι είναι πολύ φυσιολογικό, που κατά την έρευνα στα επίδικα υποστατικά, στις 29/8/2019 ήταν παρόντες και αστυνομικοί της Δημοκρατίας και τούτο, επειδή επρόκειτο για συντονισμένη επιχείρηση, εννοώντας προφανώς, μεταξύ της Αστυνομίας των Βάσεων και της Αστυνομίας της Δημοκρατίας. Εν πάση περιπτώσει, τα μέλη της τελευταίας, δεν συμμετείχαν στην έρευνα. Συνεπώς, η περί αντιθέτου θέση της υπεράσπισης δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Για το ίδιο θέμα προστίθενται και τα εξής: όπως αναφέρεται στην υπόθεση Yiacoub
(2012)1(B) A.A.Δ. 1211 (η οποία αφορούσε σε αίτηση για παραχώρηση άδειας προς καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari), «Με γνώμονα το Άρθρο 15 του Παραρτήματος Ο του συντάγματος, η συνεργασία μεταξύ των αστυνομικών αρχών της Δημοκρατίας και των βρετανικών Βάσεων, είναι θεσμοθετημένη.» Αναμφίβολα, η μαρτυρία του αστ. XXXXX Ε. Παναγιώτου (Μ.Κ.2) - σε συνδυασμό ασφαλώς και με το αντίστοιχο μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου καθώς και του Πάτσιου - είναι υψίστης σημασίας για σκοπούς επίλυσης του βασικού επίδικου θέματος της υπόθεσης, το οποίο αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε μέρος της μαρτυρίας του υπό αναφορά και δη, εκείνο το μέρος που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Στο βαθμό που η μαρτυρία του συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία, είτε ακόμη αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, γίνεται αποδεκτή. Ωστόσο, την ίδια ώρα υπάρχει σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του που δεν μπορούμε να δεχθούμε και τούτο, επειδή ο μάρτυρας, συναφώς με αυτό, μεταξύ άλλων υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη, που έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που κατά τη γνώμη μας, αιτιολογούν την κρίση μας αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του υπό αναφορά, στο βαθμό που δεν μπορούμε να δεχθούμε τη μαρτυρία του. Ειδικότερα: Στη γραπτή κατάθεσή του (ένδειξη Δ) ισχυρίζεται πως όταν έφτασε ο Πάτσιος στα επίδικα υποστατικά, είδε τον κατηγορούμενο να περιφέρεται εντός του περιφραγμένου χώρου. Ακολούθως, πήρε οδηγίες όπως αναλάβει καθήκοντα παρατηρητή και για το σκοπό αυτό εγκαταστάθηκε πεζός σε παρακείμενο χωράφι (πρόκειται για το αμπέλι) όπου είχε οπτική επαφή με το εσωτερικό του περιφραγμένου χώρου διά μέσω της καγκελόπορτάς του και ενημέρωνε μέσω ασυρμάτου την υπόλοιπη ομάδα παρακολούθησης. Ο Πάτσιος και ο κατηγορούμενος συνομιλούσαν στον προαύλιο χώρο του περιφραγμένου χώρου και ακολούθως κατευθύνθηκαν σε εμπορευματοκιβώτιο, χρώματος πράσινου, το οποίο εφάπτεται με άλλο υποστατικό και αφού ο κατηγορούμενος ξεκλείδωσε το εμπορευματοκιβώτιο εισήλθαν και οι δυο εντός αυτού. Μετά πάροδο ενός λεπτού περίπου, εξήλθαν από αυτό, κρατώντας εργαλεία και εισήλθαν εντός του εφαπτόμενου υποστατικού. Ο κατηγορούμενος μπαινόβγαινε στο πιο πάνω υποστατικό και πηγαινοερχόταν προς την καγκελόπορτα, παρατηρώντας το δρόμο, ενώ ο Πάτσιος βρισκόταν εντός του υποστατικού. Περί η ώρα 19:50 και ενώ ο Πάτσιος βρισκόταν εντός του υποστατικού και ο κατηγορούμενος έξω από αυτό, ακούγονταν χτυπήματα σε ξύλινη επιφάνεια. Ακολούθως και μετά πάροδο ενός λεπτού, ο Πάτσιος εξήλθε του υποστατικού, φορώντας γάντια μιας χρήσης, χρώματος άσπρου και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του πει πώς ανάβουν τα φώτα και ακολούθως μπήκαν και οι δυο στο υποστατικό και είδε τα φώτα να ανάβουν. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος εξήλθε και συνέχισε να περιφέρεται στον προαύλιο χώρο του υποστατικού, παρατηρώντας το δρόμο και ακολούθως, τον είδε να μπαινοβγαίνει στο υποστατικό. Ο Πάτσιος πηγαινοερχόταν εντός του υποστατικού και συγκεκριμένα στο δεξιό μέρος του, όπως έβλεπε ο ίδιος και από το οποίο άκουγε προηγουμένως χτυπήματα. Στη συνέχεια, έσκυψε εντός του υποστατικού και δίπλα από την κύρια είσοδό του και στη συνέχεια άναψε τσιγάρο και κρατώντας ένα άδειο σακούλι κατευθύνθηκε ξανά προς τη δεξιά πλευρά του υποστατικού. Ακολούθως εξήλθε του υποστατικού και κρατούσε ένα μεγάλο νάιλον σακούλι που φαινόταν γεμάτο και κατευθύνθηκε προς τα οχήματα ΧΧΧ Χ41 και ΧΧΧ Χ58 όπου ο ίδιος έχασε οπτική επαφή. Μετά πάροδο ενός περίπου λεπτού είδε τον Πάτσιο να επιστρέφει εντός του υποστατικού όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος, χωρίς να κρατά οτιδήποτε και να κατευθύνεται προς τα δεξιά και μετά από λίγο άκουσε και πάλι χτυπήματα σε ξύλο. Στη συνέχεια και περί ώρα 20:10 εξήλθαν και οι δυο από το υποστατικό και κάθισαν σε τραπέζι που βρίσκεται μπροστά από το υποστατικό και συνομιλούσαν. Περί η ώρα 20:22 είδε τον Πάτσιο να πηγαίνει προς το ΧΧΧ Χ41, κρατώντας το τσαντάκι του και τον κατηγορούμενο να τον ακολουθεί. Μετά πάροδο ενός περίπου λεπτού είδε το εν λόγω όχημα να βγαίνει πισινή, με οδηγό τον Πάτσιο και να αναχωρεί με κατεύθυνση το Κολόσσι. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε δια ζώσης στο Δικαστήριο. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε τα εξής: Ο χώρος στα επίδικα υποστατικά ήταν περιφραγμένος. Υπήρχε μεγάλη διπλή καγκελόπορτα και διέκρινε από μέσα, έβλεπε καθαρά δυο οχήματα, το όχημα εντός του οποίου είχαν εντοπιστεί οι 4 συσκευασίες κάνναβης, δεν το έβλεπε από το σημείο που ήταν. Παρόλα αυτά, στη γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι το είδε. Η πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι γεγονός. Και δεν είναι η μόνη για το ίδιο θέμα. Όταν αργότερα είδε τη φωτογραφία αρ. 4 του τεκ. 18, όπως είπε, απ' εκεί που ήταν, έβλεπε μέρος του ΧΧΧ, (το οποίο προηγουμένως έβλεπε καθαρά) και το Χ41 (δηλαδή το ΧΧΧ Χ41) «..δεν έβλεπα πολλά .. δεν έβλεπα σχεδόν καθόλου.» Ειδικά για το συγκεκριμένο όχημα (στο οποίο ο Πάτσιος είχε τοποθετήσει μέσα σε κρύπτη, 4 συσκευασίες ναρκωτικών, για τις οποίες ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες), το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: τι ισχύει απ' όσα ισχυρίστηκε ο μάρτυρας σε σχέση με αυτό; Ενώ το έβλεπε, όταν είδε τον Πάτσιο κρατώντας ένα μεγάλο νάιλον σακούλι που φαινόταν γεμάτο και να κατευθύνεται και προς το εν λόγω όχημα, ο ίδιος έχασε οπτική επαφή, από το σημείο που ήταν, δεν το έβλεπε ή μήπως, δεν το έβλεπε σχεδόν καθόλου; Μια από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ήταν η εξής: «Και όταν μπήκαν στο υποστατικό μετά τι έγινε;». Και η απάντησή του: «Ο ΧΧΧ κινείτουν εις τον χώρο, μπαινόβγαινε τέλος πάντων μέσα στο υποστατικό, ερχόταν και προς την καγκελόπορτα, πότιζε, εκράταν λάστιχο, πότιζε. Για να θυμηθώ να τα βάλω στη σειρά γιατί έχει καιρό.» Θεωρούμε πως, όχι τυχαία ο μάρτυρας, στη γραπτή κατάθεσή του, απέφυγε να αναφερθεί σ' αυτό το, τόσο κεφαλαιώδους σημασίας γεγονός, που είναι ότι κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο ερχόταν προς την καγκελόπορτα, κρατούσε λάστιχο, πότιζε. Μολονότι, ούτε και αυτό που είπε για πρώτη φορά είναι απολύτως ακριβές, δοθέντος ότι, η αλήθεια - όπως άλλωστε παραδέχθηκε και ο ίδιος λίγο αργότερα - είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν πήγαινε μέχρι την καγκελόπορτα με το λάστιχο και πότιζε, αλλά, έβγαινε και έξω από τον περιφραγμένο χώρο και πότιζε διάφορα φυτά που βρίσκονταν κατά μήκος του δρόμου σε κάποια απόσταση, εντούτοις, ο μάρτυρας, με την αποσιώπηση αυτού του γεγονότος στην κατάθεσή του είναι σαφές, ότι προσπάθησε να σχηματίσει για τον κατηγορούμενο την εικόνα ενός ανθρώπου, ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο, το μόνο που έκανε ήταν να υποβοηθά τον Πάτσιο σε σχέση με ό,τι έκανε μέσα στα επίδικα υποστατικά, αποδίδοντας του, μεταξύ άλλων, ότι πηγαινοερχόταν προς την καγκελόπορτα και παρατηρούσε το δρόμο, αφήνοντας ξεκάθαρα να νοηθεί ότι είχε έγνοια να μην γίνει αντιληπτός ο Πάτσιος για αυτό που έκανε για το οποίο προφανώς είχε γνώση και ο ίδιος. Η επίμονη θέση του, ότι απ' εκεί που ήταν, άκουγε χτυπήματα σε ξύλινη επιφάνεια και μάλιστα συνεχόμενα και με ένταση, τον αφήνει πολλαπλά εκτεθειμένο. Και τούτο, επειδή η εν λόγω θέση του, με την οποία προφανώς επιχειρεί να μας πείσει ότι τα χτυπήματα ήταν στις ξύλινες κατασκευές που περιείχαν τα ναρκωτικά, καταρχήν είναι παράλογη και έπειτα, καταρρίπτεται από άλλη, αξιόπιστη μαρτυρία και μάλιστα, συναδέλφου του της κατηγορούσας αρχής, καθώς και από πραγματική μαρτυρία, που είναι οι ίδιες οι κατασκευές. Καταρχήν, αδυνατούμε να κατανοήσουμε, πώς ήταν δυνατό για το μάρτυρα, ακόμη και να ευσταθεί η θέση του ότι άκουε χτυπήματα, απ' εκεί που ήταν και παρακολουθούσε, χωρίς να βλέπει ποιος χτυπούσε και με τι χτυπούσε, αλλά και χωρίς να θέσει το αναγκαίο υπόβαθρο, να είναι βέβαιος ότι χτυπούσε σε ξύλινη επιφάνεια. Δηλαδή, γιατί δε θα μπορούσε τα εν λόγω χτυπήματα να ήταν, είτε σε πλαστική είτε σε μεταλλική επιφάνεια; Ακολούθως, πώς μπορεί ο μάρτυρας να ισχυρίζεται ότι τα χτυπήματα στην ξύλινη επιφάνεια που άκουγε, ήταν συνεχόμενα και με ένταση, τη στιγμή που ο συνάδελφός του των Βάσεων (Μ.Κ.6) που είχε ανοίξει τις ξύλινες κατασκευές (είδαμε και στο ψηφιακό δίσκο (τεκ. 17) με ποιο τρόπο τις είχε ανοίξει, σίγουρα όχι με οποιοδήποτε χτύπημα), όπως είπε, καθ' όλα αξιόπιστα, δεν πρόσεξε να ήταν χτυπημένες αυτές και ότι αν τις άνοιγαν, χτυπώντας τες, θα τους προκαλούσαν ζημιά; Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του: Το χωράφι από το οποίο παρακολουθούσε είναι περιφραγμένο και εκτός από τα σύρματα έχει και ένα δίχτυ πράσινο το οποίο εμποδίζει την ορατότητα. Μπήκε μέσα στο χωράφι (δηλαδή στο αμπέλι) από την καγκελόπορτα και στεκόταν ακριβώς απέναντι από την κεντρική είσοδο των επίδικων υποστατικών του κατηγορούμενου. Ωστόσο, λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι κατά την παρακολούθηση ήταν εκ του πρηνηδόν και έβλεπε κάτω που το τέλι. Όπως είπε, έκανε το δίχτυ πάνω και έβλεπε ό,τι έβλεπε. Και για να δει όσα περιγράφει, άλλαζε θέσεις κάποιες φορές για να μπορεί να έχει καλύτερη ορατότητα. Το αμπέλι στο οποίο ήταν, είναι λίγο πιο χαμηλό από το δρόμο, αλλά από το σημείο που ήταν είχε καθαρή ορατότητα για να μπορέσει να δει όσα αναφέρει στην κατάθεσή του. Λίγο πιο χαμηλά από το δρόμο είναι και η καγκελόπορτα και η περίφραξη του κατηγορούμενου. Από τους παραπάνω ισχυρισμούς του, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής: κατά την παρακολούθηση, στεκόταν, ήταν εκ του πρηνηδόν ή άλλαζε θέσεις κάποιες φορές; Και με δεδομένο ότι σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία, μεταξύ του αμπελιού, του δρόμου και των επίδικων υποστατικών, σχηματίζεται μια καμπύλη, με το δρόμο να παρουσιάζει κάποια υψομετρική διαφορά (δηλαδή να είναι πιο ψηλά) και από το αμπέλι και από τα επίδικα υποστατικά και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, ότι όπως φαίνεται και στη φωτογραφία (τεκ. 24), κατά μήκος του αμπελιού στο οποίο βρισκόταν ο μάρτυρας για σκοπούς παρακολούθησης, υπάρχει τέλι περίφραξης σε κάποιο ύψος και εξωτερικά αυτού, δηλαδή προς το δρόμο, μέχρις ενός σημείου, υπάρχει το πράσινο δίχτυ, το οποίο καθ' ομολογία του μάρτυρα, εμποδίζει την ορατότητα, πόσο λογικός είναι ο ισχυρισμός του - κατά μια εκδοχή - για να μπορεί να γίνει πιστευτός, ότι κατά την παρακολούθηση, ήταν εκ του πρηνηδόν (δηλαδή τελείως πεσμένος στο έδαφος) και έβλεπε κάτω που το τέλι, κάνοντας πάνω το δίχτυ; Καθόλου πειστικός. Όταν του υποβλήθηκε ότι το αυτοκίνητο το βαν που ήταν σταθμευμένο στα επίδικα υποστατικά δεν μπορούσε να το δει κανείς, εκτός κι αν έμπαινε μέσα στην αυλή, γιατί ήταν μεταξύ μιας αποθήκης και των εμπορευματοκιβωτίων, οπότε, ο ίδιος, με την πρηνηδόν θέση που είχε μέσα στο αμπέλι, όπως ήταν ο ισχυρισμός του δεν είχε τέτοια δυνατότητα, απάντησε ως εξής: «Για να ξεκαθαρίσω κάτι. Εγώ δεν είπα ότι εν που το χωράφι που έβλεπα το βαν. Εγώ είπα ότι την ώρα που επήε ο κ. Πάτσιος εκεί υπήρχαν τούτα τα τρία οχήματα. Εγώ εν τζιαι έπεσα έτσι μες το χωράφι. Πέρασα με το αυτοκίνητο μου τζιαι είδα με τα μάτια μου ότι υπήρχαν τούτα τα πράγματα τζιαμέ. Μετά πήγα εγκαταστάθηκα στη θέση που σας ανάφερα προηγουμένως.» Ας δούμε τι αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του (ένδειξη Δ), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης και πόσο συνάδουν με την πιο πάνω απάντησή του. Ούτε στην κατάθεσή του μα ούτε και στο στάδιο της κυρίως εξέτασης αναφέρει ότι πέρασε με το αυτοκίνητο και είδε τα τρία οχήματα μέσα στα επίδικα υποστατικά. Στην κατάθεσή του, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής: Όταν ο Πάτσιος εξήλθε του υποστατικού και κρατούσε ένα μεγάλο νάιλον σακούλι που φαινόταν γεμάτο κατευθύνθηκε προς τα οχήματα ΧΧΧ Χ41 και ΧΧΧ Χ58 όπου έχασε οπτική επαφή. Δεδομένου ότι υπήρχαν τρία οχήματα στα επίδικα υποστατικά, για να βλέπει τον Πάτσιο να κατευθύνεται προς τα δυο συγκεκριμένα, σημαίνει ότι αποτελεί θέση του ότι από το σημείο που βρισκόταν σε θέση πρηνηδόν, μέσα στο αμπέλι, έβλεπε τα εν λόγω οχήματα. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του στη συνέχεια, ότι περί ώρα 22:22 είδε τον Πάτσιο να πηγαίνει προς το ΧΧΧ Χ41, κρατώντας το τσαντάκι του κ.ο.κ. Κληθείς να πει εάν συμφωνεί ότι έξω από την καγκελόπορτα των επίδικων υποστατικών υπάρχουν μικρά δέντρα και στη μια πλευρά και στην άλλη, ισχυρίστηκε πως δεν το γνωρίζει. Όταν αργότερα ρωτήθηκε εάν στην περίφραξη έξω από τα επίδικα υποστατικά υπάρχουν λεκάνες των δέντρων, απάντησε καταφατικά. Όταν του υποβλήθηκε ότι στην οριζόντια πλευρά των επίδικων υποστατικών η οποία εφάπτεται με τον κύριο δρόμο, για περίπου 30 μέτρα υπάρχουν κατά διαστήματα δέντρα, ισχυρίστηκε πως δε θυμάται αν υπάρχουν δέντρα. Στην αμέσως επόμενη υποβολή, ότι ο κατηγορούμενος εξερχόταν από τα επίδικα υποστατικά για να ποτίζει αυτά τα δέντρα, τα οποία φαίνονται και στη φωτογραφία 2 του τεκ. 18, ισχυρίστηκε ότι αυτά τα ανάφερε ο ίδιος, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε λάστιχο και πότιζε. Για να προσθέσει ότι δε διαφωνεί ότι πότιζε, όμως δεν πότιζε καθ' όλη τη διάρκεια. Δηλαδή, περιφερόταν και στο χώρο, χωρίς να ποτίζει και έκανε και πάλι το ίδιο πράγμα, να κοιτάζει προς το δρόμο. Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε είναι και το γεγονός, ότι, ακόμη και όταν υπό το βάρος της πραγματικής μαρτυρίας, η οποία τον εξέθετε, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι ο κατηγορούμενος, σε κάθε περίπτωση, έξω από τα υποστατικά, κρατούσε λάστιχο και πότιζε, την ίδια ώρα, προσπαθούσε να διατηρήσει αλώβητη την αναληθή θέση του στη γραπτή του κατάθεση, ότι αυτό που έκανε ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο, ήταν απλώς ότι έβγαινε στο δρόμο και παρατηρούσε τα αυτοκίνητα, αφήνοντας να νοηθεί ότι είχε έγνοια να μην γίνει αντιληπτός ο Πάτσιος για ό,τι έκανε μέσα στα επίδικα υποστατικά, εν γνώσει του κατηγορούμενου. Ο ισχυρισμός του ότι από το σημείο που βρισκόταν και έκανε παρακολούθηση και από απόσταση 50 μέτρων είχε ακούσει την πόρτα του Mercedes (δηλαδή του ΧΧΧ Χ41), τη στιγμή που δεν το έβλεπε, είναι μη πειστικός, έχοντας υπόψη, ότι στο χώρο υπήρχαν και άλλα οχήματα. Ο ισχυρισμός του ότι η γεννήτρια στα επίδικα υποστατικά δεν ακουγόταν, κατ' ελάχιστον, κατατάσσεται ως μη πειστικός. Ενώ από τη μια, όπως ήταν η θέση του άκουε συνομιλία του κατηγορούμενου με τον Πάτσιο, από την άλλη, δεν άκουε τη γεννήτρια, που κι αυτή βρισκόταν εντός του περιφραγμένου χώρου. Ούτε και μας διαφεύγει, ότι ο κατηγορούμενος, επί του ισχυρισμού του - στη γραπτή του δήλωση (ένδειξη Μ) -, ότι η εν λόγω γεννήτρια όταν τεθεί σε λειτουργία κάνει δυνατό θόρυβο ασταμάτητα, δεν έχει αντεξεταστεί. Ο μάρτυρας, εκτός από την εμπειρία του, κάποια στιγμή αργότερα, επικαλέστηκε και την ηλικία του προκειμένου να μας πείσει για κάτι που ισχυρίστηκε πολλές φορές, το οποίο καταρρίπτεται από την πραγματική μαρτυρία. Όταν του υποβλήθηκε ότι για να μπορέσει ο Πάτσιος να μετακινήσει τα αντικείμενα που ήταν μέσα οι ναρκωτικές ουσίες, έπεσαν κάποιες καρέκλες, απάντησε ως εξής: «Αμφισβητώ την, γιατί εγώ ξέρω τι άκουσα κ. Νεοφύτου. Εγώ ξέρω τι άκουσα. Είμαι 41 χρονών, εν τζιαι εν ότι εν μπορώ να ξεχωρίσω τα χτυπήματα πάνω σε ξύλο. Και ήταν πολλά δυνατά. Εγώ κατάλαβα ότι κάποιος προσπαθεί να σπάσει κάτι, τούτο το συμπέρασμα έφκαλα εγώ που τα χτυπήματα.» Επαναλαμβάνουμε απλώς, ότι ο Μ.Κ.6 που είχε ανοίξει τις ξύλινες κατασκευές, το διαψεύδει. Το διαψεύδουν ακόμη και οι ίδιες οι ξύλινες κατασκευές - που αποτελούν και πραγματική μαρτυρία -, οι οποίες δεν παρουσίαζαν κανένα σημάδι στην επιφάνειά τους, σ' οποιαδήποτε πλευρά, που να υποδηλώνει ότι είχαν δεχθεί οποιοδήποτε χτύπημα σε οποιοδήποτε σημείο. Δε νομίζουμε πως χρειάζεται να επεκταθούμε. Μολονότι δεχόμαστε ότι ο μάρτυρας, από το σημείο που βρισκόταν μέσα στο αμπέλι - το οποίο δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια -, είχε δει κάποια πράγματα τα οποία λάμβαναν χώρα εντός των επίδικων υποστατικών, όπως για παράδειγμα, τον Πάτσιο να φεύγει από τα επίδικα υποστατικά με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41 και ακολούθως, τον κατηγορούμενο να επιβιβάζεται στο αυτοκίνητο της συζύγου του και να αναχωρεί και αυτός από το μέρος και κάποια στιγμή, νωρίτερα, να ποτίζει, εντούτοις, η κρίση μας για την ποιότητα της μαρτυρίας του και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα στο βαθμό που όσα ανάφερε αμφισβητούνται από την υπεράσπιση, δεν μας επιτρέπει να δεχθούμε τη θέση του, ότι είδε, όλα όσα είχε ανάφερε. Ο αστ. XXXXX Μ. Γιάννου (Μ.Κ.11), καθ' ομολογία του, για πλείστα όσα αναφέρει στην κατάθεσή του (ένδειξη Λ) - το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της -, ενημερωνόταν μέσω ασυρμάτου από τον προηγούμενο μάρτυρα (Μ.Κ.2). Ασφαλώς πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του. Με αυτό δεδομένο, στην έκταση που δεν έχουμε δεχθεί το αντίστοιχο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, ο οποίος έχει προβεί στις αρχικές δηλώσεις προς το μάρτυρα, το ίδιο ακριβώς θα συμβεί και με τη μαρτυρία του τελευταίου. Απ' εκεί και πέρα, είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε εκείνο μόνο το μέρος της μαρτυρίας του υπό κρίση μάρτυρα το οποίο συγκεντρώνει τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας, ενώ στο βαθμό που ο μάρτυρας προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του, ασφαλώς δεν γίνεται αποδεκτό. Για παράδειγμα, ο ισχυρισμός του, ότι στις 28/8/2019 και ώρα 20:35 ανέκοψε για έρευνα το όχημα με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41 το οποίο οδηγούσε ο Πάτσιος και όλα όσα ακολούθησαν, γίνεται αποδεκτός και τούτο, επειδή αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Αντίθετα, ο ισχυρισμός του, ότι ο Μ.Κ.2, του ανάφερε ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος πότιζε, πλην όμως, επειδή το θεώρησε άσχετο γεγονός δεν το κατέγραψε στην κατάθεσή του, δεν μπορεί να γίνει δεκτός και τούτο, επειδή, εκτός του ότι, ούτε και ο Μ.Κ.2 αναφέρει το συγκεκριμένο γεγονός στην κατάθεσή του, ότι κάθε άλλο παρά άσχετο γεγονός είναι αυτό, αναφέρεται στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του τελευταίου. Η ουσία της μαρτυρίας του αστ. XXXXX Χρ. Νικολαΐδη (Μ.Κ.3) - ο οποίος εργάζεται στην Αστυνομική Διεύθυνση Ακρωτηρίου και είναι αποσπασμένος στο ΤΑΕ - περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή του (ένδειξη Ε), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ο μάρτυρας, για ό,τι έκανε, γνώριζε και θυμόταν απαντούσε αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια, σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και κατά τη σύντομη αντεξέτασή του κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Απ' εκεί και πέρα είναι και το γεγονός, ότι η μαρτυρία του - κατά βάση αναντίλεκτη -, σε σημαντικό βαθμό συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα ή με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Να πούμε απλώς, ότι ο μάρτυρας ήταν παρών κατά την έρευνα στα επίδικα υποστατικά του κατηγορούμενου η οποία οδήγησε στον εντοπισμό των 34 νάιλον συσκευασιών κάνναβης. Ακόμη, καταγράφουμε τη θέση του, ότι μεταξύ του δρόμου στο σημείο όπου βρίσκονται τα επίδικα υποστατικά και των εν λόγω υποστατικών υπάρχει μια υψομετρική διαφορά. Η κρίση μας για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του αστ. XXXXX Α. Αγαθοκλέους (Μ.Κ.4) είναι ίδια ακριβώς με του προηγούμενου μάρτυρα (Μ.Κ.3). Επομένως, η μαρτυρία και αυτού γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας, στον ουσιώδη χρόνο συμμετείχε στην έρευνα στα επίδικα υποστατικά και βασικά αυτός είναι που είχε εντοπίσει τις ξύλινες κατασκευές που περιείχαν τα ναρκωτικά. Συγκρατούμε ακόμη τη θέση του, ότι κατά την έρευνα ήταν παρόντες και αστυνομικοί της Δημοκρατίας, οι οποίοι, ωστόσο, δεν συμμετείχαν στην έρευνα, ως επίσης, ότι ο δρόμος μεταξύ των επίδικων υποστατικών και του αμπελιού που βρίσκεται απέναντι από αυτά, παρουσίαζε υψομετρική διαφορά σε σχέση και με τα δυο. Ο Α/Υπαστυνόμος XXXXX Σ. Φραγκούδης (Μ.Κ.5) υπηρετεί στο Αρχηγείο των Βρετανικών Βάσεων στην Επισκοπή. Ανάμεσα στα καθήκοντά του καθώς και τα προσόντα του είναι αυτά του Police Search Advisor (PolSA). Η ουσία της μαρτυρίας του περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή του (ένδειξη Ζ), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Βασικά πρόκειται για τον υπεύθυνο της έρευνας στα επίδικα υποστατικά, στις 29/8/2019, κατά την οποία εντοπίστηκαν εντός της επίδικης αποθήκης οι 4 ξύλινες κατασκευές, εκ των οποίων, οι τρεις περιείχαν τις 34 νάιλον συσκευασίες κάνναβης. Ο μάρτυρας απαντούσε αυθόρμητα, με απόλυτη ειλικρίνεια, ακρίβεια και πειστικότητα, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και παρότι αντεξετάστηκε και σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε, επί της ουσίας, ανάφερε. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση. Ούτε και με μας διαφεύγει ότι στο βαθμό που έχει αμφισβητηθεί, αυτό έγινε με έωλες υποβολές. Από εκεί και πέρα είναι και το γεγονός, ότι η μαρτυρία και αυτού, σε σημαντικό βαθμό συνάδει με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία, περιλαμβανομένης και πραγματικής μαρτυρίας, είτε τέλος, παρέμεινε αναντίλεκτη. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και απολύτως αξιόπιστος, επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Από τη μαρτυρία του σημειώνουμε τη θέση και αυτού, ότι μεταξύ του δρόμου και των επίδικων υποστατικών υπάρχει μια υψομετρική διαφορά. Η κρίση μας για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του αστ. XXXXX Α. Ιωάννου (Μ.Κ.6) είναι ίδια ακριβώς με του προηγούμενου μάρτυρα (Μ.Κ.5). Για τους ίδιους λόγους, η μαρτυρία και αυτού, επί της ουσίας γίνεται συνολικά αποδεκτή. Σημειώνουμε από αυτή τα εξής: Όταν λίγη ώρα μετά τα μεσάνυχτα, μεταξύ 28ης και 29ης 8/2019 έφθασαν στα επίδικα υποστατικά, για να τα ερευνήσουν (πρώτη έρευνα), αυτά ήταν περιφραγμένα με τέλι το οποίο ήταν καλυμμένο με πλαστικό δίχτυ πράσινου χρώματος, κάτι το οποίο περιόριζε την ορατότητα εντός του χώρου. Κατά την έρευνα υπήρχε μικρή γεννήτρια, η οποία έκανε θόρυβο, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιορίσει το βαθμό του. Δεν ήταν και τόσο εύκολο να ανοίξουν τις ξύλινες κατασκευές που είχαν εντοπιστεί στα επίδικα υποστατικά, κατά τη δεύτερη έρευνα, οι οποίες περιείχαν το μεγαλύτερο μέρος της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών. Χρησιμοποιήσαν σιδερένιο λοστό, αλλά έβαζαν και δύναμη με τη βοήθεια άλλων συναδέλφων για να μπορέσουν να ανοίξουν και να ανοίξουν το κάθε πλευρό ή καπάκι. Σημειώνουμε ότι, πράγματι, όπως φαίνεται και στον ψηφιακό δίσκο (τεκ. 17) δεν ήταν εύκολο το άνοιγμα των εν λόγω ξύλινων κατασκευών, οι οποίες είχαν ανοίξει με τον τρόπο που ανάφερε ο μάρτυρας. Οι συνάδελφοί τους της Δημοκρατίας, δεν ερευνούσαν. Η επιφάνεια των ξύλινων κατασκευών που περιείχαν τα ναρκωτικά, ήταν επίπεδη από όλες τις πλευρές και μπογιατισμένη με άσπρη μπογιά, σαν λούστρο, καινούργιο έπιπλο. Οι εν λόγω κατασκευές δεν πρόσεξε να ήταν χτυπημένες. Έβαλαν δύναμη για να τις ανοίξουν. Δοκίμασαν να τις ανοίξουν με τα χέρια, αλλά δεν ήταν δυνατό, γι' αυτό χρησιμοποίησαν το λοστό. Εάν τις άνοιγαν, χτυπώντας τες, θα προκαλείτο ζημιά σ' αυτές. Κάτι τέτοιο, ως ανάφερε, θα άφηνε εμφανή σημάδια. Ο δρόμος είναι σε πιο ψηλό επίπεδο απ' ότι τα επίδικα υποστατικά. Υπάρχει υψομετρική διαφορά του δρόμου και από το αμπέλι που βρίσκεται απέναντι από τα επίδικα υποστατικά, αλλά όχι ίδια ακριβώς. Για τους ίδιους περίπου λόγους που θεωρούμε αξιόπιστους τους δυο προηγούμενους μάρτυρες, εξίσου αξιόπιστο μάρτυρα θεωρούμε και το λοχ. XXXXX Α. Δημητρίου (Μ.Κ.7), η μαρτυρία του οποίου, επίσης γίνεται αποδεκτή. Συγκρατούμε από αυτή τα εξής: Ο μάρτυρας υπηρετεί στο ΤΑΕ των Βρετανικών Βάσεων Ακρωτηρίου και συμμετείχε και αυτός στην έρευνα στα επίδικα υποστατικά, στο πλαίσιο της οποίας ανευρεθήκαν στην επίδικη αποθήκη, οι 4 ξύλινες κατασκευές, εκ των οποίων, οι τρεις περιείχαν μέρος της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών. Δεν ήταν εύκολο να εντοπιστούν οι ναρκωτικές ουσίες στα επίδικα υποστατικά. Μεταξύ του δρόμου, των επίδικων υποστατικών και του αμπελιού υπάρχει μια υψομετρική διαφορά. Ο λοχ. XXXXX Ν. Πιτσιλλής (Μ.Κ.8), ο οποίος υπηρετεί στην ΥΚΑΝ και είναι τοποθετημένος στο κλιμάκιο Λεμεσού, ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης στις 6/9/
- Το σύνολο των ενεργειών του περικλείονται στη γραπτή κατάθεσή του (ένδειξη Ι), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ο μάρτυρας, μολονότι αντεξετάστηκε και, σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Ήταν και αυτός μάρτυρας της αλήθειας, ο οποίος ανάφερε στο Δικαστήριο με απόλυτη ειλικρίνεια και πειστικότητα οτιδήποτε γνώριζε ή έκανε για την υπόθεση. Επομένως, η μαρτυρία του, επί της ουσίας -η οποία σε σημαντικό βαθμό συνάδει και με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων - γίνεται αποδεκτή. Δυο μόνο στοιχεία επιθυμούμε να σημειώσουμε ειδικά από τη μαρτυρία του. Το πρώτο, το αυτοκίνητο του Πάτσιου στο οποίο είχαν εντοπιστεί οι 4 νάιλον συσκευασίες ναρκωτικών, το χρησιμοποιούσε ο Πάτσιος και σύμφωνα με μαρτυρίες, κατά διαστήματα το οδηγούσε και ο κατηγορούμενος και το δεύτερο, δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό, είτε αποτυπώματα του κατηγορούμενου στην κρύπτη του εν λόγω οχήματος. O A/Aστ. XXXXX Ε. Παπαελισσαίου (Μ.Κ.9), υπηρετεί στην ΥΚΑΝ και σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του (ένδειξη Κ), στις 6/9/2019 ορίστηκε μέλος της ανακριτικής ομάδας στην παρούσα υπόθεση. Η ουσία της μαρτυρίας του, αφορά στις ενέργειές του, οι οποίες αναφέρονται στην εν λόγω κατάθεση και σε σημαντικό βαθμό αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Ο μάρτυρας ήταν αξιόπιστος και μάρτυρας της αλήθειας. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Η ουσία της μαρτυρίας του Αστυνόμου Α', Κ. Πέτρου (Μ.Κ.10), εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως δεν χρήζει επανάληψης. Γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη, παρέμεινε και αναντίλεκτη, ενώ σε σημαντικό βαθμό αποτελεί και κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Ο λοχ. XXXXX Δ. Σωκράτους (Μ.Κ.12) προσφέρθηκε προς αντεξέταση στην υπεράσπιση και τα όσα ανάφερε γίνονται αποδεκτά και αποτελούν ευρήματά μας, αφού, εκτός του ότι παρέμειναν αναντίλεκτα, επιβεβαιώνονται και από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Από τη σύντομη μαρτυρία του συγκρατούμε τα εξής: Ο κατηγορούμενος, στο στάδιο που του εξήγησαν ότι ως ΥΚΑΝ ήθελαν να συνεχίσουν την έρευνα στα επίδικα υποστατικά του, ήταν ελεύθερος και είναι οικειοθελώς, δηλαδή συγκατατέθηκε να μεταβεί μαζί τους σ' αυτά για να μπορέσουν ως ΥΚΑΝ να συνεχίσουν τις έρευνες. Όταν ο ίδιος, τον πληροφόρησε ότι θα έπρεπε να είναι παρών, ως ιδιοκτήτης των επίδικων υποστατικών στα οποία θα συνεχιζόταν η έρευνα, ήθελε να πάει, αλλά δεν είχε όχημα και τους ζήτησε να το μεταφέρουν εκείνοι, αφού ήταν κι αυτοί έτοιμοι να ξεκινήσουν να πάνε στο σημείο. Υπεισερχόμαστε τώρα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου, ΧΧΧ Ιωάννου και δηλώνουμε πως είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψουμε άλλο. Είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε εκείνο το μέρος της το οποίο συγκεντρώνει όλα τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Αυτό δε, συντίθεται από ισχυρισμούς, οι οποίοι, είτε επιβεβαιώνονται από άλλη, αξιόπιστη μαρτυρία είτε συνάδουν με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων είτε παρέμειναν αδιαμφισβήτητοι είτε τέλος συνάδουν με το αξιόπιστο μέρος της μαρτυρίας του Πάτσιου, με αναφορά, κυρίως, σε γεγονότα στα οποία αναφέρονται και οι δυο στις γραπτές καταθέσεις τους στην Αστυνομία, οι οποίες τους είχαν ληφθεί καθ' ον χρόνο και οι δυο τελούσαν υπό κράτηση, οπότε δεν υπήρχε δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ τους, ως προς το τι θα κατέθεταν. Σ' αυτό το πλαίσιο, οι ακόλουθοι - μεταξύ άλλων - ισχυρισμοί του κατηγορούμενου είναι αποδεκτοί: με τον Πάτσιο ήταν γνωστοί και κατά την παραμονή του στην Κύπρο, οι δυο τους είχαν συχνές επαφές, τόσο στην κατοικία του κατηγορούμενου όσο και στα επίδικα υποστατικά του. Κατά τη μεταφορά των ξύλινων κατασκευών που περιείχαν τα ναρκωτικά στα υποστατικά του κατηγορούμενου από τον Πάτσιο, ο κατηγορούμενος ήταν εκεί και το βοήθησε να τις μεταφέρει και τοποθετήσει στο σημείο που είχαν εντοπιστεί από την Αστυνομία κατά την έρευνα στις 29/8/
- Στις 28/8/2019, ο Πάτσιος μετέβη στα επίδικα υποστατικά με το αυτοκίνητο του γιου του κατηγορούμενου. Την ημέρα αυτή, καθ' ον χρόνο βρίσκονταν και οι δυο στα επίδικα υποστατικά, ο κατηγορούμενος, κάποια στιγμή πότιζε με λάστιχο διάφορα κηπευτικά και αρωματικά φυτά, καθώς και διάφορα δέντρα τα οποία βρίσκονταν, άλλα εντός των επίδικων υποστατικών και άλλα εκτός, κατά μήκος του δρόμου. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος, κάποια στιγμή είχε θέσει σε λειτουργία τη γεννήτρια, η οποία, όταν τεθεί σε λειτουργία, κάνει δυνατό θόρυβο. Το ίδιο βράδυ, ο Πάτσιος έφυγε από τα επίδικα υποστατικά, με το αυτοκίνητό του με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41, ενώ ο κατηγορούμενος έφυγε στη συνέχεια με το αυτοκίνητο της συζύγου του, η οποία ήρθε στο μέρος και τον παρέλαβε. Απ' εκεί και πέρα, είναι γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος υπέπεσε σε μερικές αντιφάσεις, ενώ προέβαλε και ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Αυτονόητο πως, το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Όσα ακολουθούν αποβλέπουν στο να τεκμηριώσουν τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούμε να δεχθούμε τη μαρτυρία του, στην έκταση που συμβαίνει αυτό. Ειδικότερα: Ο κατηγορούμενος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (ένδειξη Μ) (στο εξής «δήλωση»). Αντεξεταζόμενος δε, αφού είδε και αναγνώρισε τις 5 συνολικά ανακριτικές καταθέσεις που του είχαν ληφθεί από την Αστυνομία (τρεις από την Αστυνομία των Βάσεων και δυο από την Αστυνομία της Δημοκρατίας), όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, συμφωνεί με αυτά που έχει πει στις εν λόγω καταθέσεις. Όπως αναφέρει στη δήλωσή του, ο Πάτσιος, του δάνειζε το όχημά του το βαν, σε διάφορες περιπτώσεις που έπρεπε να μεταφέρει αρκετά εργαλεία για την εργασία του, γιατί το όχημά του ήταν ένα μικρό σαλούν όχημα. Σε άλλο σημείο, αναφέρει ότι ένα μήνα πριν τη σύλληψή του, ο Πάτσιος, του παραχώρησε το εν λόγω όχημα, διότι το δικό του χάλασε και χρειαζόταν επισκευή. Στην ανακριτική του κατάθεση (τεκ. 21), όταν ρωτήθηκε υπό ποιες συνθήκες ο Πάτσιος οδηγούσε το αυτοκίνητο του γιου του, απαντώντας ισχυρίστηκε τα εξής: το αυτοκίνητο του γιου του το κρατά ο ίδιος, επειδή το δικό του ήταν σπασμένο και ο Πάτσιος, του άφησε το δικό του το βαν, το οποίο το βόλευε για τη δουλεία του για να φορτώνει τα εργαλεία του και διάφορα υλικά για τη δουλεία του, οπότε του έδωσε το αυτοκίνητο του γιου του, πριν κανένα μήνα να το κρατά, όποτε ήταν στην Κύπρο, πράγμα το οποίο έκανε ξανά όταν ήρθε ξανά στην Κύπρο ο Πάτσιος, για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Απλή αντιπαραβολή των πιο πάνω αποκαλύπτει και την πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε. Στη δήλωσή του ισχυρίζεται απλώς, ότι ο Πάτσιος του δάνειζε το όχημά του το βαν, σε διάφορες περιπτώσεις που έπρεπε να μεταφέρει αρκετά εργαλεία για την εργασία του, γιατί το όχημά του ήταν ένα μικρό σαλούν όχημα, χωρίς να αναφέρει ότι ήταν σπασμένο ή χαλασμένο. Στη δήλωση του και πάλι, ισχυρίζεται ότι ο Πάτσιος έτυχε να ξαναφορέσει γάντια ενόσω ήταν εκεί για να πλύνει τα ποτήρια που ήταν στην κουζίνα και αστειευόμενος, να του λέει ότι θα πιάσουν και καμιά αρρώστια και ο ίδιος (κατηγορούμενος) και οι υπάλληλοί του. Λίγο παρακάτω, ισχυρίζεται πως δεν είχε σε καμιά περίπτωση λόγο να σκεφτεί ότι υπάρχει πιθανότητα να κάνει οτιδήποτε παράνομο ο Πάτσιος, φορώντας γάντια. Ωστόσο, στην ίδια ανακριτική κατάθεση (τεκ. 21), όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο φορούσε γάντια ο Πάτσιος, ισχυρίστηκε μόνο πως δεν ήξερε το λόγο, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε αναφέρει στη δήλωσή του. Στην ίδια ανακριτική κατάθεσή του, όταν του λέχθηκε ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία, όταν κάποια στιγμή έμεινε μόνος του ο Πάτσιος, μέσα στα υποστατικά του, ακουγόταν θόρυβος από το εσωτερικό τους, ο οποίος έμοιαζε με χτυπήματα πάνω σε ξύλο, σαν κάποιος να κάρφωνε ξύλα και του ζητήθηκε να τοποθετηθεί, ισχυρίστηκε πως δεν πρόσεξε και δεν έπεσε στην αντίληψή του τέτοιο πράγμα. Ωστόσο, λίγο αργότερα, ισχυρίστηκε πως δεν μπορούσε να θυμηθεί αν ακούγονταν χτυπήματα. Δεν νομίζουμε πως χρειάζεται να επεκταθούμε. Είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του ΧΧΧ Πάτσιου (Μ.Υ.1), το οποίο συγκεντρώνει τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Αυτό δε, συντίθεται από ισχυρισμούς, οι οποίοι, είτε επιβεβαιώνονται από άλλη, αξιόπιστη μαρτυρία είτε συνάδουν με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων είτε τέλος, παρέμειναν αδιαμφισβήτητοι. Σ' αυτό το πλαίσιο, εντάσσουμε και την παραδοχή του, ότι αυτός μετέφερε στα επίδικα υποστατικά τις ξύλινες κατασκευές που περιείχαν - εν γνώσει του - την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών, τις οποίες είχε τοποθετήσει με τη βοήθεια του κατηγορούμενου στο σημείο εντοπισμού τους από την Αστυνομία. Δεχόμαστε ακόμη όσα είπε, αναφορικά με το χρόνο καθώς και τον τρόπο με τον οποίο είχε ανοίξει τη μια ξύλινη κατασκευή και αφαίρεσε από αυτή τις 4 νάιλον συσκευασίες ναρκωτικών, τις οποίες, αφού έβαλε στο πράσινο σακούλι σκουπιδιών (τεκ. 16), ακολούθως τοποθέτησε στην κρύπτη του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ
- Απ' εκεί και πέρα δεν μπορούμε να δεχθούμε τη μαρτυρία του. Και τούτο, επειδή υπέπεσε σε αντιφάσεις και προέβαλε ισχυρισμούς παράλογους και στερούμενους πειστικότητας. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μας, αιτιολογούν πλήρως όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μας αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του Πάτσιου, ως μάρτυρα, στην έκταση που δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του, την οποία απορρίπτουμε. Ειδικότερα: Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ερωτηθείς ποια η σχέση του με την παρούσα υπόθεση, όπως είπε - και το δεχόμαστε -, τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στο υποστατικό του κατηγορούμενου ήταν δικά του. Κληθείς ακολούθως να δώσει λεπτομέρειες, απαντώντας, ισχυρίστηκε τα εξής: κατά τα τέλη Μαΐου είχε μιλήσει με κάποιον άνθρωπο στην Αθήνα, τον έφερε σε επαφή με κάποιον άνθρωπο και του είπε να του φυλάξει κάτι συσκευασίες που περιείχαν ναρκωτικά, για 15 μέρες. Βρέθηκε με κάποιο άτομο που του έδωσε κάποιες συσκευασίες που υπήρχαν ναρκωτικά και του είπε να τις φυλάξει για 10 - 15 μέρες. Όπως είπε λίγο αργότερα, αν κάποιος δεν ήξερε τον τρόπο που ανοίγουν οι συσκευασίες έπρεπε να τις καταστρέψει εντελώς, να τις χαλάσει για να βρεθούν τα ναρκωτικά. Στον ίδιο είχαν δείξει, ήξερε ακριβώς πως ανοίγουν οι συσκευασίες. Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: αφού το πρόσωπο που του είχε δώσει τις συσκευασίες που περιείχαν τα ναρκωτικά, του τις έδωσε για να τις φυλάξει για 10 - 15 μέρες, ποιος ο λόγος να του εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο αυτές άνοιγαν; Και με δεδομένο ότι, όπως είπε αντεξεταζόμενος, στις ανακριτικές του καταθέσεις, είπε την αλήθεια για τα γεγονότα, όπως έχουν λάβει χώρα, το άλλο εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: ποιος του είχε δώσει τις συσκευασίες με τα ναρκωτικά και του είπε να τις φυλάξει; Το πρόσωπο με το οποίο τον είχε φέρει σε επαφή ο άνθρωπος με τον οποίο είχε μιλήσει στην Αθήνα κατά τα τέλη του Μάη ή ο Μάριος, τον οποίο του είχε συστήσει ο γνωστός του ο XXXXX, με τον οποίο είχαν βρεθεί μια φορά στη Θεσσαλονίκη και του είπε για το Μάριο, ο οποίος, όταν ο ίδιος ήρθε στην Κύπρο, του τηλεφώνησε και βρεθήκανε όπως αναφέρει στην ανακριτική κατάθεσή του (τεκ. 20); Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Και πάλι στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, όπως είπε, το πρόσωπο που είχε συναντήσει στο Κάστρο ήταν γνωστός του, ήξερε για τα ναρκωτικά και μπορεί να πει ότι ήταν ο άνθρωπος που τον παγίδεψε μαζί με την Αστυνομία και τον τελευταίο καιρό, του έλεγε, χωρίς να ξέρει τον κατηγορούμενο μα ούτε και σε ποιο μέρος έχει τα ναρκωτικά, να τα πάρει απ' εκεί που τα είχε και να πάει να τα πετάξει και γι' αυτό το λόγο είχαν βρεθεί εκείνη τη μέρα εκεί. Στην ίδια ανακριτική κατάθεση, όταν του ζητήθηκε να πει, πώς λένε το φίλο του με τον οποίο κάθισε στο Κάστρο και ήπιε μια μπύρα, όπως είπε, XXXXX το φωνάζουνε, XXXXX το όνομά του. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης και πάλι, ισχυρίστηκε ότι δεν αποκάλυψε στην Αστυνομία το πρόσωπο αυτό, είτε ποιος είναι είτε την ιδιότητά του, δηλαδή το αν γνώριζε ή όχι για την παρούσα υπόθεση. Κατάθεσε ότι βρέθηκε μαζί του, αλλά έδωσε ψευδή στοιχεία. Ανάφερε ότι το λένε XXXXX και το φωνάζανε XXXXX, ενώ το πραγματικό του όνομα είναι άλλο. Αντεξεταζόμενος δε, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε για το ίδιο πρόσωπο τα εξής: αυτός ο άνθρωπος ήταν αναμεμειγμένος στην υπόθεση. Ήταν ο άνθρωπος που την προηγούμενη μέρα της σύλληψής του, τον κατέδωσε στην ΥΚΑΝ και τον τελευταίο καιρό, τον πίεζε να πάρει τα ναρκωτικά και να τα πετάξει. Το πραγματικό του όνομα δεν θέλει να το αναφέρει για ευνόητους λόγους και ο πρώτος είναι γιατί η ΥΚΑΝ και η κατήγορος μπορούν να το ξέρουν. Διερωτόμαστε, πόσο λογικό είναι, ακόμη και στο Δικαστήριο να μην αποκαλύπτει το πραγματικό όνομα του προσώπου με το οποίο υποτίθεται πως είχε συναντηθεί στο Κάστρο, τη στιγμή που, όπως είναι η θέση του, το θεωρεί ως τον άνθρωπο που τον είχε παγίδεψε μαζί με την Αστυνομία και το τον ξέρει η ΥΚΑΝ. Το πόσο παράλογος είναι ο εν λόγω ισχυρισμός του είναι ολοφάνερο. Στην ίδια ανακριτική κατάθεση (τεκ. 20), μεταξύ άλλων ισχυρίζεται τα εξής: Τις ξύλινες κατασκευές, του τις είχε δώσει ο XXXXX πριν 2 με 2 ½ μήνες. Τις είχε κοντά στη Λεμεσό και επειδή θα έφευγε και είχε πρόβλημα, του ζήτησε να τις φυλάξει, του είχε δώσει 3 χιλιάδες και όταν θα τα έπαιρνε όλα μαζί, όπως του τα έδωσε, θα του έδινε και κάποια λεφτά, δεν ξέρει πόσα. Σε ερώτησή του, γιατί δεν τα πούλησε, ο XXXXX του απάντησε ότι είναι πάρα πολύ κακή ποιότητα και δεν μπορεί να τα πουλήσει. Από τότε εξαφανίστηκε και δεν είχε καμιά επικοινωνία μαζί του και απ' ό,τι έμαθε, πρέπει να το βάλανε φυλακή. Αυτό του το είπε κάποιος άλλος γνωστός του που τον είχε δει μαζί με τον XXXXX, όταν βρέθηκαν μια φορά στη Θεσσαλονίκη. Και ενώ πιο πάνω ισχυρίστηκε ότι ο XXXXX του είχε δώσει 3 χιλιάδες και όταν θα τα έπαιρνε όλα μαζί, όπως του τα έδωσε, θα του έδινε και κάποια λεφτά, δεν ξέρει πόσα, όταν λίγο αργότερα, ρωτήθηκε εάν πήρε αυτές τις 3 χιλιάδες από το XXXXX, όπως είπε, του είχε δώσει περίπου €2.200,00 σε μετρητά και το υπόλοιπο ποσό, θα του έδινε όταν θα έπαιρνε τα πράγματα του πίσω. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε, αποτελεί γεγονός. Όμως, το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Τίθεται και το ερώτημα, αφού όταν ρώτησε το XXXXX, γιατί δεν πούλησε τα ναρκωτικά, αυτός του απάντησε ότι είναι πάρα πολύ κακή ποιότητα και δεν μπορεί να τα πουλήσει, καταρχήν, για ποιο λόγο ο XXXXX ήθελε να του τα φυλάξει ο ίδιος και μάλιστα, για το πολύ σύντομο διάστημα των 10 με 15 ημερών που θα τα φύλαγε, του κατέβαλε είτε το ποσό των €3.000,00 είτε των €2.200,00 και μάλιστα, όταν θα του τα επέστρεφε, θα του έδινε κι άλλα λεφτά; Το πόσο παράλογα είναι όλα αυτά που ισχυρίστηκε ο μάρτυρας στην κατάθεσή του είναι ολοφάνερο. Ακολούθως, τι ισχύει απ' όσα ισχυρίζεται; Ότι, όταν ρώτησε το XXXXX, γιατί δεν πούλησε τα ναρκωτικά, αυτός του απάντησε ότι είναι πάρα πολύ κακή ποιότητα και δεν μπορεί να τα πουλήσει ή μήπως, ο ισχυρισμός του στο στάδιο της αντεξέτασης, ότι το πρόσωπο με το οποίο είχε βρεθεί Θεσσαλονίκη (δηλαδή ο XXXXX), του είπε ότι έχει κάποια ναρκωτικά στην Κύπρο και επειδή έχει κάποιο πρόβλημα με την αποθήκευσή τους και για το λόγο ότι δεν μπορούσε να τα πουλήσει γιατί ήταν για πέταμα, του ζήτησε, αν μπορούσε, να το βοηθήσει και του είπε ότι μπορούσε να το βοηθήσει να τα αποθηκεύσει για 10 με 15 μέρες; Τελικά, σε ποιον ανήκαν τα ναρκωτικά, στον XXXXX ή στο XXXXX; Επί του ιδίου θέματος υπάρχει και συνέχεια. «Εσένα, τούτος ο XXXXX, πόσο καιρό σου είπε ότι θα θέλει να φυλάξεις κάπου τα ναρκωτικά», ρωτήθηκε κάποια στιγμή αντεξεταζόμενος. Προφανώς, ξεχνώντας ότι λίγο νωρίτερα ισχυρίστηκε ότι είναι ο XXXXX που του το είχε ζητήσει αυτό, «10 - 15 μέρες» απάντησε. Ακολούθως, ισχυρίστηκε πως όταν πέρασαν οι 15 μέρες διερωτήθηκε πολλές φορές πότε θα έρθουν να πιάσουν τα ναρκωτικά. Όπως είπε, τους έπαιρνε τηλέφωνο και τον ένα και τον άλλο και δε σήκωναν τα τηλέφωνα με τίποτα και απ' ότι έμαθε, ο ένας, ο XXXXX μπήκε φυλακή. Για το XXXXX δεν έμαθε τίποτα. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί γεγονός. Υπενθυμίζουμε ότι στην ανακριτική του κατάθεση, ισχυρίζεται ότι το XXXXX το βάλανε φυλακή και αυτό του το είπε κάποιος άλλος, γνωστός του, που τον είχε δει μαζί με τον XXXXX όταν βρέθηκαν μια φορά Θεσσαλονίκη. Αντεξεταζόμενος και πάλι, ερωτηθείς που θα πέταγε τις 4 συσκευασίες ναρκωτικών μετά που τις έπιασε, απάντησε ως εξής: «Πού είχα σκοπό να τις πετάξω; Το σκεπτικό μου . να σου πω το σκεπτικό μου. Επειδή με πίεζε πάρα πολύ εκείνες τις μέρες (εννοεί ο XXXXX), σκέφτηκα να πάω να πετάξω 3, 4, 5, να δω την αντίδραση τη δικιά του, γιατί μπορούσε να μου πούνε μετά, να έχω άλλα προβλήματα που τις πέταξα και να ζητάνε τα ναρκωτικά τους αυτοί μετά. Λέω να πάω να πετάξω αυτά εδώ, να του πω ότι τα πέταξα και να δω τις αντιδράσεις του. Πού θα τα πέταγα; Στο δρόμο απάνω.» Δεν πείθει καθόλου ο μάρτυρας με τους παραπάνω ισχυρισμούς του, οι οποίοι στερούνται λογικής και πειστικότητας. Αφού όπως είναι η θέση του, ο XXXXX, ούτε τον κατηγορούμενο γνώριζε μα ούτε και που βρίσκονταν τα ναρκωτικά ήξερε και όπως ισχυρίστηκε νωρίτερα, ο XXXXX, του έλεγε να πάρει τα ναρκωτικά και να τα πετάξει και μάλιστα, χωρίς να θέλει να ξέρει που θα τα πέταγε, ο ίδιος, αφού είχε την έγνοια μήπως του πουν γιατί τα πέταξε και του τα ζητήσουν, για ποιο λόγο αποφάσισε να πετάξει, είτε 4 είτε περισσότερες συσκευασίες; Δηλαδή, εάν έλεγε στον XXXXX ότι τις είχε πετάξει και δεν τις πέταγε, δεν θα μπορούσε να ελέγξει και μάλιστα εκ του ασφαλούς και χωρίς επιπτώσεις, τις ενδεχόμενες αντιδράσεις, είτε του XXXXX είτε εκείνων στους οποίους υποτίθεται ανήκαν τα ναρκωτικά; Αντεξεταζόμενος και πάλι, ερωτηθείς γιατί δεν είπε και στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία ότι τον πίεζαν να πετάξει τα ναρκωτικά, αντιλαμβανόμενος προφανώς το παράλογο του εν λόγω ισχυρισμού του, ισχυρίστηκε πως δεν το ρώτησαν για κάτι τέτοιο. Και όμως, δεν είναι αλήθεια ότι δε ρωτήθηκε σχετικά ανακρινόμενος ή εν πάση περιπτώσει, ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρει και στην Αστυνομία ότι ανάφερε και στο Δικαστήριο περί πιέσεων που είχε δεχθεί να πετάξει τα ναρκωτικά. Σημαντικό μέρος της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκ. 28) περιστρέφεται γύρω από τα 4 περίπου κιλά ναρκωτικά που είχαν εντοπιστεί σε κρύπτη εντός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ
- Στην εν λόγω κατάθεση, η 3η ερώτηση που του είχε υποβληθεί είναι η εξής: «Σχετικά με τα τέσσερα περίπου κιλά κάνναβης που βρέθηκαν στο αυτοκίνητό σου με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ Χ41, μέσα σε κρύπτη, τι έχεις να πεις;» Και η απάντησή του: «Τα τέσσερα κιλά τα έβαλα εγώ εκεί με σκοπό να πάω να τα πετάξω.» Η φύση της ερώτησης ήταν τέτοια, που του έδινε άνετα την ευκαιρία, εάν αυτός ήταν ο σκοπός του, δηλαδή να τα πετάξει επειδή τον πίεζε, είτε ο XXXXX είτε οποιοσδήποτε άλλος, να το δηλώσει. Όμως, ότι τα περί πιέσεών του να πετάξει τα ναρκωτικά, αποτελεί προϊόν δεύτερων σκέψεων που έκανε, καταφαίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρα από την απάντησή του στην 33η ερώτηση που του υποβλήθηκε, στην ίδια κατάθεση: «Δηλαδή, είχες σκοπό να πετάξεις 38 περίπου κιλά ναρκωτικά τα οποία ανήκαν σε άλλο πρόσωπο, όπως ισχυρίζεσαι σε κάποιο XXXXX;» ήταν η ερώτηση. Και η απάντησή του: «Ναι, αφού είχε εξαφανιστεί εδώ και 2 μήνες περίπου και μου είχε πει ότι είναι για πέταμα.» Δεν θα μπορούσε να του δοθεί καλύτερη ευκαιρία από την υποβολή της συγκεκριμένης ερώτησης για να αναφέρει ότι δεχόταν και πιέσεις να πετάξει τα ναρκωτικά, εάν αυτός ήταν ο λόγος ή ένας από τους λόγους που είχε τοποθετήσει τα ναρκωτικά στην κρύπτη του οχήματός του. Αντεξεταζόμενος, πάντοτε, ισχυρίστηκε ότι ο XXXXX είναι που πήγε φυλακή, για το XXXXX ότι δεν ξέρει ακριβώς, για τον XXXXX ότι είναι σίγουρος ότι πήγε και για το XXXXX ότι πήγε και αυτός. Το πόσο επαμφοτερίζουσα, εκτός από αντιφατική είναι η μαρτυρία του σε ουσιώδεις πτυχές τις υπόθεσης είναι ολοφάνερο. Αντεξεταζόμενος και πάλι, όταν ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος τον είδε να φορά γάντια, όπως είπε, «Αυτό πρέπει να ρωτήσετε τον XXXXX, δεν είμαι εγώ στο μυαλό του αν με είδε να φορώ γάντια.» Κι όμως, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκ. 28) ισχυρίστηκε πως δεν τον είδε και μάλιστα ήταν και σίγουρος. Αντεξεταζόμενος, πάντοτε, όταν ρωτήθηκε γιατί είπε ψέματα στην κατάθεσή του για το όνομα του XXXXX και σε τι θα τον ωφελούσε να δώσει ψεύτικο όνομα, απάντησε ως εξής: «Έδωσα ψέματα, ... καταρχήν, πρώτα φοβόμουνα και δεύτερο, ήθελα να δω και τις αντιδράσεις της Αστυνομίας, γιατί όπως σας είπα δεν ρωτήθηκα καθόλου γι' αυτό το άτομο, ούτε από τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, γιατί εκαλέσαν τα τελευταία άτομα που μίλησα εκείνες τις μέρες η ΥΚΑΝ, τους κάλεσε για καταθέσεις και τους πήρε τηλέφωνο. Με αυτό το άτομο δεν ασχολήθηκαν καθόλου.» Το μέγεθος και της σύγχυσης που τον είχε κυριεύσει, υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβαλλόταν είναι ολοφάνερο. Καταρχήν, δεν είναι αλήθεια ότι δε ρωτήθηκε καθόλου γι' αυτό το άτομο. Στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκ. 20), όταν αναφέρθηκε στον XXXXX (XXXXX), του ζητήθηκε να πει περισσότερα στοιχεία για αυτόν. Ακολούθως, δεδομένου ότι, όπως είναι η θέση του, έδωσε ψεύτικα στοιχεία για αυτό το άτομο, πώς μπορεί να μέμφεται την Αστυνομία ότι δεν ασχολήθηκε καθόλου μαζί του; Τι ανάμενε από την Αστυνομία δηλαδή; Να ασχολείται με ένα ανύπαρκτο άτομο; Έπειτα, πώς γνωρίζει ότι η Αστυνομία δεν διερεύνησε τον ισχυρισμό του περί της συνάντησής του με το XXXXX στο Κάστρο; Και τέλος, έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του στο Δικαστήριο, ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν συνεργάτης - πληροφοριοδότης της Αστυνομίας και ουσιαστικά μαζί τον παγίδεψαν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, τι νόημα είχε η Αστυνομία να ασχοληθεί μαζί του; Αργότερα, πάντοτε αντεξεταζόμενος, όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο θα πρεπε να φυλάξει τα ναρκωτικά στην αποθήκη κάποιο τρίτου, αφού ο XXXXX, του είπε ότι ήταν για πέταμα, όπως είπε - μεταξύ άλλων - απαντώντας, ο ίδιος έκανε μια συμφωνία με τον XXXXX να κρατήσει τις συσκευασίες για 10 - 15 μέρες, θα του έδινε κάποιο χρηματικό ποσό και κάποια ποσότητα κοκαΐνης γιατί είναι χρήστης. Εάν είναι με το XXXXX ή τον XXXXX που έκανε τη συμφωνία να κρατήσει τα ναρκωτικά, ο λόγος που συμφώνησε να τα κρατήσει και τέλος, εάν εν τέλει πήρε ή όχι χρήματα για το σκοπό αυτό και από ποιον τα πήρε ή θα τα έπαιρνε, είναι μερικά βασανιστικά ερωτήματα, τα οποία, σίγουρα δεν μπορούν να απαντηθούν απ' όσα αντιφατικά ισχυρίστηκε συναφώς ο μάρτυρας. Η μαρτυρία του συναφώς με αυτά τα πρόσωπα καθώς και για το XXXXX (XXXXX) ήταν νεφελώδης, παραπλανητική και μη πειστική. Δεν νομίζουμε πως χρειάζεται να επεκταθούμε προκειμένου να τεκμηριώσουμε τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούμε να δεχθούμε τη μαρτυρία του Πάτσιου, στην έκταση που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Ο ΧΧΧ Λευτέρη (Μ.Υ.2) είναι πολιτικός μηχανικός. Η ουσία της μαρτυρίας του περικλείεται στη έκθεσή του (τεκ. 42), την οποία ετοίμασε κατόπιν οδηγιών του δικηγόρου του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας κατάθεσε με απλότητα, ευθύτητα και απόλυτη ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, και μολονότι αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του, επί της ουσίας της μαρτυρίας του, η οποία έγκειται στον ισχυρισμό του - στο στάδιο της κυρίως εξέτασης -, ότι δεν υπάρχει περίπτωση, κάποιος που είναι ξαπλωμένος μέσα στο αμπέλι στο οποίο εισήλθε για να κάνει την εργασία του (από το οποίο εκτελούσε χρέη παρατηρητή ο Μ.Κ.2), να βλέπει απέναντι στα επίδικα υποστατικά. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι θα πρέπει να απορριφθεί η μαρτυρία του - για τους λόγους που αναφέρει στη γραπτή αγόρευσή της -, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Καταρχήν, επειδή παραβλέπει τους ακόλουθους ισχυρισμούς του μάρτυρα, στο στάδιο της αντεξέτασής του, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι: όταν ρωτήθηκε εάν υπάρχουν παράγοντες, οι οποίοι, ενδεχομένως μπορούν να επηρεάσουν μια υψομετρική διαφορά σε μια πάροδο χρόνου ενός - ενάμισι χρόνου, για παράδειγμα, καθίζηση ή οποιδήποτε άλλοι παράγοντες, όπως είπε, στο συγκεκριμένο σημείο δεν έχουμε καθιζήσεις ή οτιδήποτε. Όταν του υποβλήθηκε πως δεν μπορεί να πει, πώς ήταν το χωράφι (δηλαδή το αμπέλι) ή τα επίδικα υποστατικά ή δρόμος κατά τις 28/8/2019, όπως είπε απαντώντας, το μόνο που μπορεί να έχει οποιαδήποτε αλλαγή, αλλά λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους, αποκλείει, είναι το αμπέλι. Όπως είπε απαντώντας στην αμέσως επόμενη ερώτηση, στο συγκεκριμένο σημείο είναι δύσκολο να έχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση το έδαφος από φυσικά αίτια. Στις παραπάνω απαντήσεις του μάρτυρα, προστίθεται και ο ισχυρισμός του Μ.Κ.6, ο οποίος, αντεξεταζόμενος και αφού του υποδείχθηκε η φωτογραφία (τεκ. 24), που προηγουμένως είχε αναγνωρίσει ότι αποτυπώνει τα επίδικα υποστατικά, το δρόμο και το αμπέλι, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν στη συνέχεια, βασικά συμφώνησε ότι ο χώρος στα τρία αυτά σημεία είναι ο ίδιος από την ημέρα της σύλληψης του κατηγορούμενου μέχρι και την ημέρα της κατάθεσής του ιδίου στο Δικαστήριο. Τέλος, είναι και το γεγονός, ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι το έδαφος των επίδικων υποστατικών και του επίδικου δρόμου βρίσκεται στην ίδια κατάσταση που ήταν, πριν τη σύλληψη και κατά τη σύλληψη του κατηγορούμενου. Νομίζουμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων μας, τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης - πέραν όσων εκτίθενται σε άλλο σημείο πιο πάνω, υπό μορφή κοινού εδάφους μεταξύ των μερών - είναι τα ακόλουθα: Οι 4 ξύλινες κατασκευές είχαν μεταφερθεί στα επίδικα υποστατικά από τον ΧΧΧ Πάτσιο, περίπου, 2 με 3 μήνες προτού εντοπιστούν από την Αστυνομία των Βάσεων, κατά την έρευνα, στις 29/8/
- Αυτές τοποθετήθηκαν από τον Πάτσιο με τη βοήθεια του κατηγορούμενου στο σημείο που είχαν εντοπιστεί, στο βάθος αποθήκης και μπροστά από αυτές τοποθετήθηκαν διάφορα άλλα αντικείμενα, κατά βάση, έπιπλα. Στις 28/8/2019, όταν ο Πάτσιος έφθασε στα επίδικα υποστατικά, κάποια στιγμή εισήλθε εντός της αποθήκης, στην οποία ήταν τοποθετημένες οι 4 ξύλινες κατασκευές, όπου στις 3 από αυτές, μετά το άνοιγμά τους από την Αστυνομία εντοπίστηκαν οι 34 συνολικά, νάιλον συσκευασίες κάνναβης. Κατά την εκεί παραμονή του ο Πάτσιος, κάποια στιγμή φόρεσε και λευκά γάντια μίας χρήσης. Οι 4 συσκευασίες ναρκωτικών που είχαν εντοπιστεί μέσα στην κρύπτη του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41 αποτελούν μέρος της συνολικής ποσότητας ναρκωτικών που ήταν κρυμμένες μέσα στις εν ξύλινες κατασκευές. Σ' αυτό συνηγορούν τα εξής: οι εν λόγω συσκευασίες ναρκωτικών είναι ίδιες, ως προς τη μορφή και τον τρόπο που ήταν τοποθετημένα σ' αυτές τα ναρκωτικά με όλες τις άλλες που είχαν εντοπιστεί στις 3 ξύλινες κατασκευές, κατά την έρευνα στις 29/8/2019 και έχουν περίπου το ίδιο βάρος. Μολονότι κατά την εν λόγω έρευνα, στη μια ξύλινη κατασκευή δεν είχαν εντοπιστεί ναρκωτικά, είναι φανερό, ότι οι 4 συσκευασίες ναρκωτικών, ήταν τοποθετημένες στη συγκεκριμένη ξύλινη κατασκευή και αφού είχαν αφαιρεθεί από τον Πάτσιο στις 28/8/2019, ακολούθως, τοποθετήθηκαν από τον ίδιο στο όχημά του με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41, με το οποίο, αποδεδειγμένα αναχώρησε από τα επίδικα υποστατικά το βράδυ της ημέρας αυτής. Ότι αυτό συνέβη καταφαίνεται και από τα εξής: στη ξύλινη κατασκευή που δεν είχαν εντοπιστεί ναρκωτικά κατά την έρευνα στις 29/8/2019, εντοπίστηκαν υπολείμματα διογκωμένου αφρού πολυουρεθάνης, όμοια με αυτά που είχαν εντοπιστεί στις υπόλοιπες τρεις ξύλινες κατασκευές που περιείχαν ναρκωτικά. Πέραν τούτου, είναι και το γεγονός, ότι ο Πάτσιος, καθ' ομολογία του, στις 28/8/2019 είχε πάρει τις 4 νάιλον συσκευασίες ναρκωτικών που είχαν εντοπιστεί στο αυτοκίνητό του, από μια από τις 4 ξύλινες κατασκευές, την οποία είχε ανοίξει, αφού πρώτα είχε αφαιρέσει το ξύλινο συρτάρι και ακολούθως, με ένα χτύπημα, το ξύλινο διαχωριστικό τύπου πλακάτ. Σημειώνουμε ότι, ενώ στις 3 ξύλινες κατασκευές που περιείχαν ναρκωτικά, κατά το άνοιγμά τους από την Αστυνομία διαπιστώθηκε ότι έφεραν αυτό το διαχωριστικό πλακάτ, στη μια που δεν υπήρχαν ναρκωτικά, δεν υπήρχε. Ότι οι εν λόγω συσκευασίες ναρκωτικών είχαν τοποθετηθεί από τον Πάτσιο στο παραπάνω όχημα καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι στην πράσινη σακούλα σκουπιδιών (τεκ. 16), στην οποία ήταν τοποθετημένες οι εν λόγω συσκευασίες και σε μια από αυτές, λήφθηκε επίχρισμα από την εξωτερική τους πλευρά και απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού και από τις σχετικές εξετάσεις του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας, προέκυψε ότι ο Πάτσιος, δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότης μέρους του. Απ' εκεί και πέρα είναι και το γεγονός, ότι ο Πάτσιος, ο οποίος όταν ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι υπάρχει πληροφορία ότι κατέχει και άλλες ποσότητες ναρκωτικών, το παραδέχθηκε αμέσως, ως επίσης, ότι οι εν λόγω συσκευασίες ήταν στις ξύλινες κατασκευές και ότι τις είχε πάρει απ' εκεί και τις έβαλε στο όχημα με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41, στις 28/8/2019, ενώ υπόδειξε στην Αστυνομία και την κρύπτη του εν λόγω οχήματος μαζί με τα ναρκωτικά καθώς και πώς αυτή ανοίγει. Καθ' όλη τη διάρκεια που ο Πάτσιος βρισκόταν στα επίδικα υποστατικά, σ' αυτά ήταν και ο κατηγορούμενος, για τον οποίο, το μόνο που με ασφάλεια μπορούμε να πούμε, είναι ότι κάποια στιγμή, κρατώντας ένα λάστιχο, πότιζε διάφορα δέντρα, θάμνους και κηπευτικά που είχε φυτέψει εντός και εκτός του περιφραγμένου χώρου των υποστατικών του, σε κάποια απόσταση κατά μήκος του δρόμου Κολοσσίου - Ακρωτηρίου, ενώ, όταν άρχισε να σκοτεινιάζει έθεσε σε λειτουργία την ηλεκτρογεννήτρια που υπήρχε στα υποστατικά, η οποία έκανε δυνατό θόρυβο. Στο σύνολό τους οι 38 νάιλον συσκευασίες ναρκωτικών, σε κάθε περίπτωση, κατέχονταν από τον Πάτσιο. Κατά πόσο τα κατείχε από κοινού με τον κατηγορούμενο, θα διαφανεί στη συνέχεια. Στην ποινική δίκη, το βάρος που επωμίζεται η κατηγορούσα αρχή είναι να αποδείξει την υπόθεσή της, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτό στην πράξη ισοδυναμεί με την απόδοση του ευεργετήματος της όποιας λογικής αμφιβολίας στον κατηγορούμενο. Πάγια νομολογημένη είναι η αρχή, ότι η απόδειξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις, ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων, όσο εύλογες κι αν είναι προς στοιχειοθέτηση της παραβατικής συμπεριφοράς (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). «Σύμφωνα με την Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 25 και 29/2014, ημερ.20/9/2018: «Η υπεράσπιση αρκεί να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία η οποία να είναι πιθανή και να συνάδει με τη μαρτυρία (Ayres v. The Republic
(1971)2 CLR 40) ή, με άλλα λόγια, μια εξήγηση ικανή να προκαλέσει εύλογη, έστω υποβόσκουσα αμφιβολία (lurking doubt), χωρίς να είναι ανάγκη η εξήγηση αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο ως αληθινή (Woolmington [v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72] (ανωτ.), Αttorney General v. Hassan
(1971)2 CLR 316, R. V Murtagh and Kennedy, 39, Cr. App. R. 72, 83, Koutras v The Republic
(1976)CLR 13, Fournaris v. The Republic
(1978)2 CLR 20). Η αποτυχία της υπεράσπισης είναι μοιραία μόνο στο βαθμό που η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ακλόνητη και επαρκώς ισχυρή στο τέλος ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη (Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).» Ακολούθως, όπως υποδεικνύεται στη Δημοκρατίας v. Περδίκη (ανωτέρω), με παραπομπή στο παραπάνω απόσπασμα από τη Μαμαλικόπουλος: «Μεταξύ της αποδοχής της θέσης του κατηγορούμενου, που προϋποθέτει, κατά κανόνα, κρίση ότι αυτός είναι αξιόπιστος και της κατάληξης ότι η θέση του είναι ψευδής, που προϋποθέτει κρίση ότι αυτός είναι αναξιόπιστος και επιπλέον άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που αποδεικνύει ότι η εκδοχή του είναι ψευδής, υπάρχει και ενδιάμεση κατάληξη, όταν ο κατηγορούμενος δεν κρίνεται αξιόπιστος ώστε η θέση του να γίνει αποδεχτή, αλλά δεν αποκλείεται να είναι και αληθινή. Τέτοια είναι η περίπτωση όταν η θέση δεν είναι πειστική, αλλά δεν αποκλείεται να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού δεν υπάρχει και άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να την καταρρίπτει.» Ο κατηγορούμενος, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (κατηγορίες 4 και 6) και δυο κατηγορίες κατοχής του λόγω ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα, (κατηγορίες 5 και 7). Συστατικό στοιχείο των αδικημάτων της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, είναι η κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου. Και με δεδομένο ότι η κάνναβη αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο και δη, τάξεως Β, στη συνέχεια, θα εξετάσουμε κατά πόσο από το σύνολο των ευρημάτων μας, ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό ότι ο 2ος κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοχος της επίδικης συνολικής ποσότητας ναρκωτικών ή μέρους αυτής, τη εννοία του Νόμου. Το άρθρο 2
(3)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου (από τώρα θα καλείται ο Νόμος) προνοεί ότι: «Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, παν πρόσωπο θεωρείται ως έχον εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα υπό τον έλεγχο αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό την φύλαξιν ετέρου προσώπου.» Κατοχή, στα πλαίσια του Νόμου, σημαίνει φυσικόν έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της χρήσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Καϊμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256). Η έννοια όμως της κατοχής έχει τέτοια ευρύτητα ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις φύλαξης σε υποστατικό, εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχό του. Ως εκ τούτου, η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (βλ. Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, 416-417, Αθηνής ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Σιβιτανίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B385, Ποιν. Έφ. 123/2015, ημερ. 10/9/2018). Η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (βλ. R. v. Blake 68 Cr.R.1 και R. v. Peaston 69 Cr.App.R. 203). Στην απόφαση Peaston το Αγγλικό Εφετείο υιοθέτησε τη θέση, ότι, αφού ο εφεσείων είχε παραγγείλει τα ναρκωτικά από τον προμηθευτή και αυτά στάληκαν μέσω του ταχυδρομείου στη διεύθυνση που διέμενε, τότε ορθά θεωρήθηκε (από το πρωτόδικο Δικαστήριο) ότι τα ναρκωτικά ήταν στην κατοχή του από την στιγμή που εναποτέθηκαν από τον ταχυδρόμο μέσα στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού που διέμενε και στο οποίο σπίτι ο κατηγορούμενος ενοικίαζε ένα από τα πολλά δωμάτια που υπήρχαν. Στο στάδιο αυτό επισημαίνεται ότι έλεγχος σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή συγκατάθεση (acquiescence). Πρέπει να υφίσταται μαρτυρία για κάτι θετικό, όπως π.χ. ενθάρρυνση. Η απλή συγκατάθεση δεν είναι αρκετή (βλ. σύγγραμμα Misuse of Drugs and Drug Trafficking Offences, R. Fortson, 6th Edition, Sweet & Maxwell, σελ. 187, Conway and Burkes
(1994)Crim. LR 826, Black v. HM Advocate
(1974)SLT 247, Hughes v. Guild
(1990)SCCR 527, και R. v. Kousar
(2009)EWCA Crim. 139). Όπως έχει νομολογηθεί, ούτε και η γνώση μπορεί να ταυτιστεί με κατοχή. Το γεγονός και μόνο ότι ένας κατηγορούμενος γνωρίζει ότι κάποιο άλλο πρόσωπο κατέχει ναρκωτικά σε υποστατικό όπου διαμένουν ή στο όχημα που διακινούνται, δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει κατοχή από τον ίδιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Hiscock v. Δημοκρατίας κ.ά. ECLI:CY:AD:2017:B362, Ποιν. Έφ. 183/2015 και 205/2015 ημερ. 19/10/2017: «. θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει, περιπλέον της γνώσης, ότι υφίσταται «κοινή κατοχή» («joint possession»). Κοινή δε, θεωρείται η κατοχή όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ασκούν, έκαστος κάποιο βαθμό ελέγχου των ναρκωτικών (R. v. Irala-Prevost
(1965)Crim. L.R. 606). Ως προς την έννοια του ελέγχου, στην R. v. Searle
(1971)Crim. L.R. 592, τέθηκε ως κριτήριο η στοιχειοθέτηση «κοινής παρακαταθήκης» («common pool») εκ της οποίας κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση (βλ. Σίφουνας ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91). Στην υπόθεση R. v. Strong
(1989)86
(10)L.S.G. 41, ελέχθη ότι θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι κάθε κατηγορούμενος είχε λόγο για το χειρισμό των ναρκωτικών. Η κοινή κατοχή υπό την παραπάνω έννοια καθιστά κάθε συμμετέχοντα σ' αυτή (πρωτογενώς) αυτουργό (principal offender) και όλους μαζί συναυτουργούς (joint principals). Υπάρχει, όμως και η περίπτωση που ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί δευτερογενώς ως κάτοχος, υπό την έννοια της παροχής συνδρομής ή παρακίνησης (aiding and abetting). Η διάκριση εξηγείται στον Blackstone's Criminal Practice, 2016 B19.26, όπου για τη δεύτερη αυτή περίπτωση αναφέρονται τα εξής: "The second situation is where D aids and abets another to be in possession of a controlled drug. In this situation, there must be some evidence of assistance, or encouragement, or some element of control." (Για την ίδια διάκριση βλ., επίσης, Searle, ανωτ. και R. v. Downes
(1984)Crim. L.R. 552). Έχει δε διευκρινιστεί ότι η ανοχή ή συγκατάθεση (acquiescence) ενός συγκατοίκου δεν συνιστά, αφ' εαυτής, παροχή βοήθειας ή υποκίνηση. Απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία που να στοιχειοθετεί, τουλάχιστον, ενθάρρυνση (R. v. Conway and Burkes
(1994)Crim. L.R. 887)." Όπου προβάλλεται ότι υφίσταται κοινή κατοχή συναυτουργών (joint principals), θα πρέπει να υφίσταται μαρτυρία ότι κάθε πρόσωπο ασκεί έλεγχο στο αντικείμενο της κατηγορίας (βλ. σύγγραμμα Misuse of Drugs and Drug Trafficking Offences, ανωτέρω, σελ. 197). Στην Bland
(1988)Crim. L.R. 41, CA, επισημάνθηκε ότι το γεγονός ότι ο εφεσείοντας διέμενε μαζί με άλλο πρόσωπο στο ίδιο δωμάτιο, δεν αποτελούσε επαρκή μαρτυρία από την οποία οι ένορκοι μπορούσαν να συμπεράνουν ότι ασκούσε κατοχή ή έλεγχο των ναρκωτικών. Στην Tansley v. Painter
(1969)Cr. L.R. 139, επισημάνθηκε ότι η απλή γνώση της ύπαρξης των ναρκωτικών δεν μπορούσε να εξισωθεί με κατοχή ή έλεγχο των ναρκωτικών. Στο ίδιο πνεύμα και η υπόθεση Irala-Prevost
(1965)Crim. L.R. 606, όπου υποδείχθηκε ότι η απλή παρουσία του συνεπιβάτη σε ένα αυτοκίνητο, δεν είναι επαρκής μαρτυρία ελέγχου έστω και εάν γνωρίζει την ύπαρξη της απαγορευμένης ουσίας σε αυτό. Έχοντας υπόψη πως δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος, γνώριζε για την ύπαρξη των ναρκωτικών στα υποστατικά του, ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσο υπάρχουν τέτοια στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας, που να οδηγούν σε τέτοιο συμπέρασμα. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102): «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλ. και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746. Βλέπε και την εντελώς πρόσφατη απόφαση από την υπόθεση Δημοκρατίας v. Περδίκη, ECLI:CY:AD:2021:B206, Ποιν. Έφ. Αρ. 98/2020, 140/2020 και 142/2020, ημερ. 27/5/2021, σύμφωνα με την οποία: «Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής όταν δεν συμβιβάζεται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χάρπα, Ποιν. Έφ. Αρ.71/2012, ημερ.21.2.2014). Αυτό συμβαίνει όταν δεν επιδέχεται άλλη λογική ερμηνεία ή εξήγηση, συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, έτσι ώστε η ενοχή του κατηγορούμενου να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 687, 696 και Farooq κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.165, 166, 169 και 170/2018, ημερ.7.9.2020).» Αναμφίβολα, ο εντοπισμός - ύπαρξη - του γενετικού υλικού στον τόπο του εγκλήματος αποτελεί σημαντικό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428) και το ίδιο ισχύει και για τα δακτυλικά αποτυπώματα. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στη Χαρίτου (ανωτέρω): «Στην περίπτωση δακτυλικών αποτυπωμάτων η ύπαρξη τους δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε εύρημα ότι το άτομο που άφησε τα αποτυπώματά του στον τόπο του εγκλήματος είναι ο δράστης. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή με το αντικείμενο του εγκλήματος. Ανάλογα δε με την εξήγηση που μπορεί να υπάρχει για την ύπαρξη τους, η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυνατή και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη (βλ. μεταξύ άλλων Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Mantis v. Police
(1981)2 C.L.R. 234, Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, σελ. 418 - 419). Κατ' αναλογία και η ύπαρξη γενετικού υλικού παρόλο που είναι αρκετή από μόνη της για να οδηγήσει σε καταδίκη, αυτό δεν είναι απαραίτητο διότι η ύπαρξη του μπορεί να έχει λογική εξήγηση. Τότε μόνο οδηγεί σε ενοχή, εφόσο η ύπαρξή του συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά του εγκλήματος δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση. (Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331).» Προστίθενται και το εξής: ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η απουσία αποτυπωμάτων ή γενετικού υλικού οδηγεί σε αρνητική διαπίστωση επαφής με κάποιο αντικείμενο (βλ. Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 662 και Αριστείδου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 32). Δεδομένου ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ότι οι 34 από τις 38 συνολικά συσκευασίες ναρκωτικών, στον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν μέσα στα υποστατικά του 2ου κατηγορούμενου, ενώ έχει αποδειχθεί ότι και οι άλλες 4 συσκευασίες που εντοπίστηκαν αργότερα στην κρύπτη του αυτοκινήτου του Πάτσιου, κι αυτές βρίσκονταν στο ίδιο μέρος προτού παραληφθούν από αυτόν και τοποθετηθούν μέσα στο αυτοκίνητό του και με δεδομένο επίσης, το αποδεδειγμένο γεγονός, ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε βοηθήσει τον Πάτσιο κατά την τοποθέτηση των ξύλινων κατασκευών που περιείχαν το σύνολο της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών στο σημείο εντοπισμού τους από την Αστυνομία, το κρίσιμο ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε είναι κατά πόσο υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας (μιας και δεν υπάρχουν καθόλου άμεσης), που να οδηγούν στο μόνο και ασφαλές συμπέρασμα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο 2ος κατηγορούμενος, γνώριζε για την ύπαρξη των ναρκωτικών στα υποστατικά του. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα, το επόμενο που θα πρέπει να απαντήσουμε είναι κατά πόσο ο 2ος κατηγορούμενος κατείχε τα ναρκωτικά τη εννοία του Νόμου. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, κατά την κρίση μας θα πρέπει να είναι και είναι αρνητική. Όσα ακολουθούν θεωρούμε πως δεν αρκούν, για σκοπούς εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος, ότι ο 2ος κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο γνώριζε για την ύπαρξη των ναρκωτικών στα υποστατικά του. Ειδικότερα: Με τον Πάτσιο, στον ουσιώδη χρόνο ήταν φίλοι, συναντιόνταν ακόμη και στο σπίτι του κατηγορούμενου, πραγματοποιούσαν κοινές εξόδους για ψυχαγωγία, ενώ είχαν ανταλλάξει και τα οχήματά τους. Ο Πάτσιος κατείχε και οδηγούσε το αυτοκίνητο του γιου του 2ου κατηγορούμενου και ο τελευταίος, το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής, ΧΧΧ Χ41, ιδιοκτησίας του πρώτου. Όταν ο Πάτσιος είχε τοποθετήσει τις 4 ξύλινες κατασκευές με τα ναρκωτικά στα υποστατικά του κατηγορούμενου, αυτός ήταν παρών και το βοήθησε στην τοποθέτησή τους, σε σημείο, μέσα στην αποθήκη, που καθιστούσε τον εντοπισμό τους, καθ' όλα δύσκολο εγχείρημα. Στις 28/8/2019, ο Πάτσιος ταξίδεψε με το αυτοκίνητο του γιου του κατηγορούμενου από τη Λάρνακα στη Λεμεσό και με αυτό εισήλθε και στα υποστατικά του κατηγορούμενου, ο οποίος γνώριζε για την εκεί μετάβασή του. Όταν έφυγε από εκεί ο Πάτσιος, έφυγε με το αυτοκίνητό του με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41 - στο οποίο προηγουμένως είχε τοποθετήσει τις 4 συσκευασίες ναρκωτικών -, το οποίο, ωστόσο, στα πλαίσια της ανταλλαγής που είχε κάνει με τον κατηγορούμενο, θα έπρεπε να κατέχει ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος, κατά το χρόνο που ο Πάτσιος είχε τοποθετήσει τα ναρκωτικά μέσα στην κρύπτη του οχήματός του, εξακολουθούσε να είναι στα επίδικα υποστατικά του, χωρίς βέβαια να υπάρχει αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία, σε ποιο σημείο ακριβώς ήταν καθώς και τι έκανε εκείνη τη στιγμή. Την ίδια ώρα, όμως, υπάρχουν και διάφορα άλλα στοιχεία μαρτυρίας, τα οποία, αποδυναμώνουν ακόμη περισσότερο τη θέση της κατηγορούσας αρχής, πως έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση ότι οι 4 κατασκευές που βοήθησε τον Πάτσιο να μεταφέρει στα υποστατικά του, περιείχαν ναρκωτικά. Ειδικότερα: Όταν ο Πάτσιος, στις 28/8/2019 μετέβη στα υποστατικά του κατηγορούμενου και φεύγοντας πήρε από την αποθήκη τις 4 νάιλον συσκευασίες κάνναβης και αφού τις έβαλε μέσα στο πράσινο σακούλι σκουπιδιών και ακολούθως, μέσα στην κρύπτη του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ Χ41, εγκατέλειψε το μέρος, εάν ο κατηγορούμενος είχε γνώση όλων όσων λάμβαναν χώρα εντός των υποστατικών του και ότι σ' αυτά υπήρχαν τα ναρκωτικά και ήθελε να διασφαλίσει ότι δεν θα γινόταν αντιληπτός, είτε ο Πάτσιος είτε ο ίδιος είτε και οι δυο, εκείνο που θα μπορούσε να κάνει, δεν είναι αυτό που ισχυρίστηκε αναληθώς ο Μ.Κ.2, ότι έκανε. Δηλαδή, ότι δήθεν, την ώρα που ο Πάτσιος βρισκόταν μέσα στα υποστατικά, ο ίδιος έβγαινε στο δρόμο και έλεγχε τα αυτοκίνητα, επειδή ανησυχούσε. Βασικά, ότι εκτελούσε χρέη τσιλιαδόρου για να καλύψει τον Πάτσιο για ό,τι έκανε παράνομα, μέσα στα υποστατικά. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι τα υποστατικά ήταν περίκλειστα, ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ο κατηγορούμενος, θα μπορούσε πολύ απλά να κλειδώσει την καγκελόπορτά τους, έτσι ώστε, να μην υπάρχει καθόλου δυνατότητα για οποιοδήποτε ο οποίος βρισκόταν εκτός των υποστατικών, να βλέπει τι γινόταν εντός των υποστατικών και το πιο σημαντικό, να μπορεί να εισέλθει σ' αυτά και να τους αιφνιδιάσει, ακόμη και να τους καταλάβει αυτοφώρω να παρανομούν. Ακόμη ένα στοιχείο που δε συνηγορεί υπέρ της θέσης της κατηγορούσας αρχής, πως έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση περί τις ύπαρξης των ναρκωτικών είναι το παραδεκτό γεγονός, ότι στο σημείο που είχαν εντοπιστεί οι ξύλινες κατασκευές με τα ναρκωτικά, ο κατηγορούμενος είχε τοποθετήσει και κατά το παρελθόν προσωπικά αντικείμενα πελατών του, δηλαδή, έπιπλα, βάρη, διάφορους εξοπλισμούς, κρεβάτια, καναπέδες, ντουλάπια, τραπέζια, καρέκλες και άλλα κινητά αντικείμενα. Ουσιαστικά, ακριβώς αυτή η εικόνα επικρατούσε στο ίδιο σημείο και κατά την αστυνομική έρευνα, στις 28/8/2019. Το τελευταίο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι ασφαλώς ο τρόπος που ήταν συσκευασμένα και κρυμμένα μέσα στις ξύλινες κατασκευές τα ναρκωτικά και μέρος αυτών, ακολούθως και στο αυτοκίνητο του Πάτσιου. Τόσο καλά κρυμμένα ήταν, που χρειάστηκαν δυο αστυνομικές έρευνες μέσα στα υποστατικά του κατηγορούμενου, ακόμη και με τη χρήση ειδικά εκπαιδευμένων σκύλων μέχρι να εντοπιστούν τα ναρκωτικά και το ίδιο έγινε και για τις 4 συσκευασίες που ο Πάτσιος είχε βάλει μέσα στο αυτοκίνητό του. Βασικά, αυτός είναι που υπέδειξε και την κρύπτη με τα ναρκωτικά μέσα στο αυτοκίνητό του και πώς αυτή ανοίγει. Δε νομίζουμε πώς χρειάζεται να επεκταθούμε. Συγκεφαλαιώνοντας, αυτό που με απόλυτη ασφάλεια μπορούμε να πούμε, είναι ότι, τουλάχιστον, διατηρούμε υποβόσκουσα αμφιβολία, εάν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι στον ουσιώδη χρόνο υπήρχαν στα υποστατικά του οι επίδικες ποσότητες ναρκωτικών. Στην απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου, που αποτελεί ασφαλώς συστατικό στοιχείο όλων των αδικημάτων που προσάπτονται στον κατηγορούμενο, δεν μπορεί βάσιμα να γίνει λόγος, ότι αυτός, είτε κατείχε από κοινού με τον Πάτσιο τις επίδικες ποσότητες ναρκωτικών ή μέρους τους, είτε ακόμη, ότι αποτελεί συνεργό του Πάτσιου με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Ακολουθεί ότι και οι 4 κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι έκθετες σε απόρριψη. Ο 2ος κατηγορούμενος, στις κατηγορίες 4, 5, 6 και 7 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο