Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 11140/18, 3/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11140/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν XXXXXXX ΘΕΟΔΩΡΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 03.08.21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Πουργουρίδης Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του ΜΚ1, άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στην ακόλουθη κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει μόνο την 1η κατηγορία. Σημειώνεται ότι το υπό τιμωρία αδίκημα είναι πολύ σοβαρό. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και με αυτά η Υπεράσπιση συμφώνησε. Αυτά, έχουν συνοπτικά ως ακολούθως : Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 83 ετών και είναι ένας εκ των διευθυντών της κτηματομεσιτικής εταιρείας XXXX XXXXXXXX XXXXXX LTD στην οποία και απασχολείτο κατά τον χρόνο που επεσυνέβη το δυστύχημα. Στις 13/10/17 και περί ώρα 14:15 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX76, με χαμηλή ταχύτητα, στην οδό Νίκου Παττίχη ακολουθώντας βόρεια πορεία και τηρώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του. Ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να κατευθυνθεί δεξιότερα, δηλαδή να στρίψει στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου. Το όχημα που οδηγούσε ήταν ιδιοκτησία της πιο πάνω αναφερόμενης εταιρείας και είχε σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους στην Παγκυπριακή Ασφαλιστική. Το άλλο ενεχόμενο πρόσωπο στο δυστύχημα (θύμα-πεζός), είναι ο XXXXXXX Παρμαξής ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 85 ετών, συνταξιούχος και κάτοικος Λεμεσού. Το θύμα κατά τον ουσιώδη χρόνο, διασταύρωνε βαδίζοντας την οδό Νίκου Παττίχη από το δυτικό πεζοδρόμιο προς τα ανατολικό. Πιο συγκεκριμένα, όταν ο Κατηγορούμενος πέρασε την πάροδο Ζιάν Ντ Αρκ η οποία βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, οδήγησε βεβιασμένα το όχημα του δεξιότερα ανεβαίνοντας επί της ζωγραφιστής νησίδας που είναι χαραγμένη στον δρόμο και στην οποία απαγορεύεται η διέλευση μηχανοκίνητων οχημάτων διότι είχε πρόθεση να εισέλθει στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου για να στρίψει ακολούθως δεξιά και να εισέλθει στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου. Η πιο πάνω ενέργεια του Κατηγορούμενου, είχε ως αποτέλεσμα να κτυπήσει τον πεζό XXXXXXX Παρμαξή με το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος του στο σημείο Χ, κατά την στιγμή που αυτός διασταύρωνε τον δρόμο πεζός ( ως η πορεία Β επί του σχεδιαγραφήματος). Διευκρινίζεται ότι το κύριο κτύπημα στο όχημα του Κατηγορούμενου βρίσκεται στο κέντρο του μπροστινού του μέρους και δεξιότερα γεγονός που καταδεικνύει ότι το μισό μέρος του οχήματος του Κατηγορούμενου κατά την στιγμή της σύγκρουσης με το θύμα, βρισκόταν επί της ζωγραφιστής νησίδας η οποία ήταν καθ' όλα ευδιάκριτη. Το θύμα από το κτύπημα που δέχτηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου, εκτινάχθηκε στον μπροστινό ανεμοθώρακα και στην συνέχεια έπεσε στην άσφαλτο ως το σημείο Β1 επί του σχεδιαγραφήματος (Τεκμήριο 2), με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα. Ενημερώθηκε η Αστυνομία και στην σκηνή του δυστυχήματος έφτασε πρώτα ο Μ3 επί του κατηγορητηρίου, ο οποίος βρήκε στην σκηνή τον Κατηγορούμενο αλλά και το θύμα να βρίσκεται επί της ασφάλτου. Το δε όχημα του Κατηγορούμενου βρισκόταν στην τελική του θέση. Παρόντες στην σκηνή ήταν τόσο η XXX XXXXX Ewicz Μ1 επί του κατηγορητηρίου , όσο και ο XXXX Karimov, Μ2 επί του κατηγορητηρίου. Αμέσως μετά, και περί ώρα 14:35 κατέφθασε στην σκηνή κυβερνητικό ασθενοφόρο με επικεφαλής την νοσηλεύτρια XXXXX Χριστοδούλου, Μ4 επί του κατηγορητηρίου, η οποία διαπίστωσε ότι ο πεζός- θύμα δεν είχε αναπνοές αλλά ούτε και σφυγμό. Το θύμα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και αφού εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό Δρ. XXXXXX Κυριάκου, διαπιστώθηκε στις 14:54 o θάνατος του. Προς τούτο εξέδωσε γραπτή βεβαίωση θανάτου. Ο Μ6 επί του κατηγορητηρίου, Αστ. XXXX Μαντοβάνης επισκέφθηκε το Νοσοκομείο και αφού επιθεώρησε την σωρό του θύματος διαπίστωσε ότι αυτός φορούσε πουκάμισο χρώματος ανοιχτού γκρίζου με άσπρες ρίγες, παντελόνι μακρύ μαύρου χρώματος, γκρίζες κάλτσες και σανδάλια χρώματος καφέ. Την διερεύνηση της υπόθεση ανέλαβε ο Λοχ. XXXX X. Σάββα ενώ ο Μ10 στο κατηγορητήριο φωτογράφισε την σκηνή καθώς και το ενεχόμενο όχημα. Οι φωτογραφίες που λήφθηκαν από την σκηνή του δυστυχήματος αποτελούν το Τεκμήριο
- Επίσης ο Μ11 επί του κατηγορητηρίου ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα στο οποίο σημείωσε το πραγματικό σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ καθώς και το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος με το γράμμα Χ
- Με βάση το πρόχειρο σχέδιο ο Αστ. XXXX ετοίμασε σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος με κλίμακα 1:250 (Τεκμήριο 2). Ο Κατηγορούμενος κατά την άφιξη του Μ11 στην σκηνή, αφού ρωτήθηκε για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος ανέφερε ότι «δεν αντιλήφθηκε καθόλου τον πεζό προηγουμένως ούτε τον ίδιο , ούτε την πορεία του». Η XXX XXXXX Ewicz M1 επί του κατηγορητηρίου οδηγούσε το αυτοκίνητο της και προπορευόταν του οχήματος του Κατηγορούμενου και είδε το θύμα που στεκόταν στο δυτικό πεζοδρόμιο της οδού Νίκου Παττίχη. Όταν αυτή εισήλθε στην τρίτη λωρίδα του δρόμου για να στρίψει δεξιά προς την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, κοίταξε προς τα πίσω από το εσωτερικό καθρεφτάκι του οχήματος της και είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και συγκεκριμένα την δεξιά του πλευρά να βρίσκεται επί της ζωγραφιστής νησίδας και να κτυπά τον πεζό. Η κατάθεση της Μ1 αποτελεί το Τεκμήριο
- Επίσης την σύγκρουση του οχήματος του Κατηγορούμενου με τον πεζό είδε και ο Μ2 επί του κατηγορητηρίου XXXXX Karimov ο οποίο κινείτο εξ αντιθέτου σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος, δηλαδή κινείτο από τα βόρεια προς τα νότια του δρόμου. Ο Μ2 επιβεβαίωσε ως το σημείο σύγκρουσης το σημείο Χ διευκρινίζοντας μάλιστα ότι η δεξιά πλευρά του οχήματος του Κατηγορούμενου βρισκόταν επί της ζωγραφιστής νησίδας ενώ η αριστερά πλευρά του οχήματος εντός της δεξιάς λωρίδας του δρόμου. Η κατάθεση του Μ2 αποτελεί το Τεκμήριο
- Την ίδια μέρα και περί ώρα 17:35 ο Μ12 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο με δικαστικό ένταλμα σύλληψης στην Τροχαία Λεμεσού ως ύποπτο για το αδίκημα που αντιμετωπίζει και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε «έτρεξε όπως ένας που θέλει να αυτοκτονήσει τζαι έδωσε πάνω στο αυτοκίνητο». Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 18:15 - 19:50 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην οποία μεταξύ άλλων ανέτρεψε την αρχική του δήλωση ότι δηλαδή δεν αντιλήφθηκε καθόλου τον πεζό. Επίσης ανέφερε ότι οδηγούσε με ταχύτητα 45 - 50 χιλιόμετρα και δεν πάτησε καθόλου τα φρένα ούτε ελάττωσε ταχύτητα πριν κτυπήσει το θύμα. Μάλιστα ανέφερε ότι « μόλις άρκεψα να κινούμαι ελαφρά προς την τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, είδα μια ανθρώπινη φιγούρα να κινείται από τα αριστερά προς τα δεξιά μου, μπροστά από το μούτρο του αυτοκινήτου μου. Κινείτο πολύ γρήγορα και πρέπει να έτρεχε, σαν να ήθελε να αυτοκτονήσει». Η ώρα 21:00 ο Κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος. Στις 16.10.2017 και ώρα 11:30, ο ιατροδικαστής Δρ. XXXXXXX Σοφοκλέους διενέργησε στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού την νεκροψία επί της σορού του θύματος και διαπίστωσε ότι ο θάνατος του οφειλόταν σε «πλήρης διατομή 7ου αυχενικού σπονδύλου, ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα». Η ιατροδικαστική έκθεση αποτελεί το Τεκμήριο
- Τη σωρό αναγνώρισε ο γιος του θύματος XXXXXX Παρμαξής Μ8 επί του κατηγορητηρίου, ενώ τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 11) κατά την διάρκεια της νεκροψίας έλαβε ο Αστ. XXXX XXXXX Ματθαίου Μ4 στο κατηγορητήριο. Κατά την διάρκεια της νεκροψίας, ο ιατροδικαστής Δρ. XXXXXX Σοφοκλέους, έλαβε από τη σορό του θύματος δείγματα αίματος, οφθαλμικού υγρού και ούρων για ανάλυση ως προς την περιεκτικότητα τους σε αιθυλική αλκοόλη, ναρκωτικές ουσίες και φάρμακα και τα παρέδωσε στον Μ9 επί του κατηγορητηρίου, ο οποίος αφού τα σφράγισε σε κιβώτιο βιολογικών δειγμάτων, τα μετέφερε στη Τροχαία Λεμεσού και τα παρέδωσε στον ανακριτή της υπόθεσης Μ
- Στις 19.10.2017 και ώρα 08:00 ο Μ.12 έδωσε το κιβώτιο με τα βιολογικά δείγματα στον Μ6, το οποίο μετέφερε στο Γενικό Χημείο του Κράτους για τις αιτούμενες αναλύσεις και τα παρέδωσε η ώρα 11:00 στη χημικό XXXXXX Λιβέρη. Τα δείγματα αναλύθηκαν και ήταν αρνητικά σε ναρκωτικά και αιθυλική αλκοόλη. Βρέθηκε μόνο η ουσία Acetaminophen που ανήκει στην κατηγορία των αναλγητικών και αντιπυρετικών φαρμάκων. Σύμφωνα με την χημικό, χρησιμοποιείται για την ανακούφιση των πονοκεφάλων και άλλων πόνων. Η Έκθεση του Κρατικού Χημείου σχετικά με τα δείγματα τα οποία λήφθηκαν από το θύμα και στάλθηκαν για τις απαραίτητες επιστημονικές εξετάσεις, αποτελεί το Τεκμήριο
- Στις 17.10.2017 μεταξύ των ωρών 11:15-11:45 ο Μ12 έλεγξε στη Τροχαία Λεμεσού τα συστήματα διεύθυνσης και πέδησης του αυτοκινήτου, τις αναρτήσεις και ελαστικά και λειτουργούσαν κανονικά. Επίσης ο Μ10 φωτογράφησε εκ νέου το αυτοκίνητο και τις προκληθείσες ζημίες σε αυτό. Η οδός Νίκου Παττίχη, η οποία ενώνει το κύριο δρόμο Λεμεσού - Πλατρών με το κέντρο της πόλης, αποτελείται από τέσσερεις λωρίδες κυκλοφορίας, δύο για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται είτε από άσπρη συνεχή γραμμή, είτε από κτιστή ή ζωγραφιστή νησίδα κατά μήκος του δρόμου. Το δυστύχημα επεσυνέβηκε σε σημείο όπου υπήρχε ζωγραφιστή νησίδα, στο τέλος της οποίας αρχίζει η τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου που αφορά τα οχήματα που ενώ ακολουθούν βόρεια πορεία εισέρχονται σε αυτήν για να στρίψουν στην συνέχεια δεξιά και να εισέλθουν στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου. Στο ίδιο σημείο και συγκεκριμένα στην ανατολική πλευρά του δρόμου υπάρχει εισδοχή για να σταματούν τα λεωφορεία αφού πρόκειται για στάση. Πεζοδρόμια υπάρχουν και στις δύο πλευρές του δρόμου. Η περιοχή εμπίπτει εντός των ορίων του Δήμου Λεμεσού και είναι κατοικημένη περιοχή. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι τα 50 ΧΑΩ. Το συνολικό πλάτος των δύο λωρίδων κυκλοφορίας του δρόμου με βόρεια κατεύθυνση, στο σημείο που βρίσκεται το σημείο σύγκρουσης Χ, είναι 7 μέτρα. Συγκεκριμένα η κάθε λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 3,50 μέτρα. Το αυτοκίνητο υπ' αριθμούς XXX 764 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος βρέθηκε στη τελική του θέση ως το σημείο Α2 επί του σχεδιαγραφήματος, την οποία θέση όταν την προεκτείνουμε προς τα πίσω, καταλήγει εντός της ζωγραφιστής νησίδας, όπου βρέθηκαν θρυμματισμένα γυαλιά από το μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου. Στην άσφαλτο βρέθηκε κηλίδα αίματος, που σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες προκλήθηκε λόγω αιμορραγίας από την κεφαλή του θύματος (πεζού), σημείο όπου κατέληξε ο πεζός μετά την σύγκρουση του με το αυτοκίνητο. Οι ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα του Κατηγορούμενου, είναι βούλωμα στο καπό μηχανής πριν το δεξιό μπροστινό φανάρι με διαγώνια πορεία προς τα δεξιά, σκούπισμα σκόνης από το μπροστινό προφυλακτήρα, έσπασε ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου μπροστά από τον οδηγό και δίπλα από τον δεξιό στύλο, ο μπροστινός προφυλακτήρας βγήκε από τη θέση του μπροστά δεξιά. Ο πεζός XXXXXXX Παρμαξής (θύμα) ήταν ύψους 1,67 και βάρους 70kg. Από το κτύπημα με το όχημα του Κατηγορούμενου υπέστη εκδορές στην αριστερή σφυρίτιδα χώρα, στην αριστερή πλευρά της ραχιαίας επιφάνειας του κορμού και στο πρόσωπο. Επίσης υπέστη πλήρη διατομή του 7ου αυχενικού σπονδύλου και κατάγματα πλευρών. Σύμφωνα με μέτρηση που έκανε ο Αστ. XXXX, η ορατότητα ως προς την πορεία του Κατηγορούμενου ήταν 70 μέτρα χωρίς καμία παρεμπόδιση. Το πλάτος του δυτικού πεζοδρομίου της οδού Νίκου Παττίχη ως η πορεία του θύματος είναι 1.70 μέτρα. Η απόσταση από την άκρια του δυτικού πεζοδρομίου μέχρι το σημείο συγκρούσεως Χ είναι 7 μέτρα. Η απόσταση από το σημείο συγκρούσεως Χ μέχρι το σημείο Β1 που κατέληξε ο πεζός μετά την σύγκρουση είναι 11,80 μέτρα. Στη σκηνή του δυστυχήματος δεν βρέθηκαν καθόλου ίχνη τροχοπέδησης. Το μήκος των θρυμματισμένων γυαλιών από τον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, δηλαδή από το σημείο συγκρούσεως Χ και βορειότερα είναι 8.20 μέτρα. Η τροχαία κίνηση κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ήταν μέτρια και η περιοχή είναι πυκνοκατοικημένη. Ο Αστ. XXXX XXXXXX Αντωνίου Μ11 επί του κατηγορητηρίου, ως ειδικός εμπειρογνώμονας στη διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων, με βάση την αναφορά του Κατηγορούμενου στη κατάθεση του, δηλαδή ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης οδηγούσε με ταχύτητα από 45 μέχρι 50 ΧΑΩ και αφού προέβηκε σε ορισμένους υπολογισμούς με βάση την απόσταση εκτίναξης του θύματος, δηλαδή της τελικής θέσης που βρέθηκε το θύμα που ήταν αυτή των 11,80 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης Χ και τον συντελεστή τριβής, κατέληξε κατά προσέγγιση ότι το θύμα εκτινάχθηκε με ταχύτητα μεταξύ 37 ΧΑΩ - 45,83 ΧΑΩ. Στην συνέχεια έχοντας υπόψη τα πιο πάνω συμπεράσματα και κατ' επέκταση την ταχύτητα των 37,5 ΧΑΩ ως κατώτερη αλλά και την ταχύτητα των 50 ΧΑΩ που ανέφερε ο Κατηγορούμενος ότι οδηγούσε ως μέγιστη, αλλά και την ταχύτητα με την οποία βάδιζε ο πεζός - θύμα, ο Μ11 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος κατά την είσοδο του πεζού-θύματος στον δρόμο αν οδηγούσε με την ελάχιστη ταχύτητα των 37,5 ΧΑΩ ευρισκόταν 52,15 μέτρα μακριά του ενώ στην περίπτωση που οδηγούσε με ταχύτητα 50 ΧΑΩ τότε βρισκόταν σε απόσταση 69,4 μέτρα μακριά του. Πιο συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος έπρεπε να αντιληφθεί τον πεζό και να αντιδράσει είτε από απόσταση 52,15 μέτρων εάν κινείτο με 37,5 ΧΑΩ είτε από απόσταση 69,4 μέτρα εάν κινείτο με 50 ΧΑΩ. Αντί αυτού όμως, ο Κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του πεζού στον δρόμο και δεν προέβει σε οποιαδήποτε αντίδραση πριν το δυστύχημα. Η κατάθεση του Αστ. XXXX Μ11 στο κατηγορητήριο αποτελεί το Τεκμήριο 8 και η κατάθεση του Λοχ. XXXX X Σάββα το Τεκμήριο
- Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής πρόσθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο κοντά στο σημείο σύγκρουσης δεν υπήρχε διάβαση πεζών. Τέλος, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής. Ο κ. Πουργουρίδης, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, εξέφρασε την απολογία του Κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος που αντιμετωπίζει και συμφώνησε με τα γεγονότα όπως τα έχει εκθέσει η Kατηγορούσα αρχή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος, εφίστησε την προσοχή του Δικαστηρίου στην ηλικία του Κατηγορούμενου ο οποίος σήμερα είναι 87 ετών τονίζοντας μάλιστα ότι είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται ενώπιον Δικαστηρίου αφού ουδέποτε έχει διαπράξει οποιοδήποτε τροχαίο ή άλλο αδίκημα. Ανέφερε επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 83 ετών. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κος. Πουργουρίδης υποστήριξε ότι η αμέλεια που επέδειξε ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο, συναρτάται από διάφορους παράγοντες αρκετοί από τους οποίους δυστυχώς ούτε μπορούν ούτε να αναδειχθούν αλλά ούτε και να διαπιστωθούν. Πιο συγκεκριμένα, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ανέφερε ότι η οδός Νίκου Παττίχη αποτελεί ένα πολυσύχναστο δρόμο και άρα κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει πόσα οχήματα ευρίσκοντο στον συγκεκριμένο δρόμο κατά την στιγμή που επεσυνέβη το δυστύχημα και αν μάλιστα κάποιο από αυτά εμπόδιζε είτε την ορατότητα του Κατηγορούμενου ή και του θύματος. Σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, ο συνήγορος υποστήριξε ότι μπορεί ο πελάτης του να ανέβηκε και κινήθηκε επί της ζωγραφιστής νησίδας που υπήρχε στον δρόμο, αλλά το ίδιο είχε πράξει και το θύμα. Περαιτέρω ο συνήγορος αναφέρθηκε κατά την αγόρευση του στους διάφορους παράγοντες που κατά την θέση του, επηρέαζαν δυσμενώς την δυνατότητα του Κατηγορούμενου να αντιληφθεί και να αντιδράσει έγκαιρα μπροστά στον κίνδυνο που εμφανίστηκε μπροστά του, δηλαδή στην παρουσία του θύματος-πεζού στον δρόμο. Ο κ.Πουργουρίδης αρχικά εστίασε στην προχωρημένη ηλικία του Κατηγορούμενου η οποία όπως υποστήριξε επηρέασε δυσμενώς την δυνατότητα του να αντιληφθεί και να αντιδράσει εγκαίρως. Επιπλέον ο συνήγορος, ανέφερε ότι επειδή ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο λάμβανε φαρμακευτική αγωγή εξαιτίας των διαφόρων προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει σε συνδυασμό με τις παρενέργειες των φαρμάκων από τις χημειοθεραπείες στις οποίες είχε υποβληθεί προς αντιμετώπιση της νόσου του καρκίνου από τον οποίο πάσχει και ταλαιπωρείται μέχρι σήμερα, ο χρόνος αντίληψης και αντίδρασης του ήταν σίγουρα διαφορετικός από τον χρόνο αντίληψης και αντίδρασης ενός νεαρού οδηγού ο οποίος μάλιστα δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας όπως αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τον συνήγορο, ένας νεαρός οδηγός μπορεί να αντιδράσει γρηγορότερα όταν θα αντιληφθεί τον κίνδυνο να βρίσκεται μπροστά του. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης ο συνήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο έγγραφο με τίτλο "Perception and Reaction Time" (Τεκμήριο 12). Πέραν των πιο πάνω ο συνήγορος υποστήριξε ότι επειδή το δυστύχημα επεσυνέβη σε ένα πολυσύχναστο δρόμο, όπως είναι η οδός Νίκου Παττίχη, δεν είναι καθόλου απίθανο να υπήρξε οποιοδήποτε εμπόδιο που να παρεμπόδιζε την απρόσκοπτη ορατότητα του Κατηγορούμενου ώστε να μην μπορεί να αντιληφθεί την παρουσία του θύματος στον δρόμο. Συνοψίζοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε, ότι όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η οδήγηση του Κατηγορούμενου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου και ότι επίσης δεν είναι τέτοια που να εμπεριέχει το στοιχείο της εγωιστικής συμπεριφοράς και αδιαφορίας αφού ο Κατηγορούμενος δεν εμπίπτει στην περίπτωση όπου ένας οδηγός αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο μπροστά του και παρόλα αυτά αδιαφορεί χωρίς να προβεί σε οποιουδήποτε είδους αντίδραση. Σύμφωνα με τον συνήγορο τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν με τα γεγονότα της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου Παπακώστα 2009,2 Α.Α.Δ 55 στην οποία είχε επιβληθεί η χρηματική ποινή η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ο συνήγορος κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι η οικογένεια του θύματος έχει αποζημιωθεί. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ο κ. Πουργουρίδης υιοθέτησε την έκθεση του Γρ. Ευημερίας. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο πελάτης του. Συγκεκριμένα όπως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος πάσχει από καρκίνο. Μάλιστα πριν από επτά χρόνια διεγνώσθη με καρκίνο του προστάτη, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση και στην συνέχεια υποβλήθηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σε χημειοθεραπείες. Διευκρίνισε επίσης, ότι πριν από 4 χρόνια ο Κατηγορούμενος διεγνώσθη με μεταστατικό καρκίνο στο χοντρό έντερο, ενώ πρόσφατα, δηλαδή πριν μερικούς μήνες διαπιστώθηκε η ύπαρξη άλλης μετάστασης στην περιοχή του λαιμού. Σύμφωνα πάντοτε με τη έκθεση του Γρ. Ευημερίας ο Κατηγορούμενος είναι παντρεμένος και από τον γάμο του έχει αποκτήσει δύο παιδιά. Είναι συνταξιούχος τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του, αλλά αυτός εξακολουθεί να εργάζεται σε εργοληπτική εταιρεία η οποία ανήκει στην οικογένεια του. Ο Κατηγορούμενος προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Στον έγγαμο βίο του παρουσίασε σταθερότητα και περιέγραψε στην λειτουργό του Γρ. Ευημερίας την σχέση του τόσο με την σύζυγο όσο και με τα δύο παιδία του ως άριστη. Ανέφερε μάλιστα ότι είναι οδηγός για 65 χρόνια και ότι είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για τροχαία παράβαση. Τέλος ανάφερε ότι από τα εισοδήματα που λαμβάνει ενισχύει οικονομικά και τα δύο ενήλικα τέκνα του. Επίσης ο συνήγορος του Κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου καθώς και την παραδοχή του έστω και σε αυτό το στάδιο. Τόνισε ακόμα ότι απουσιάζει κατά την οδήγηση του το στοιχείο της εγωιστικής συμπεριφοράς κάτι το οποίο όπως υποστήριξε θα συνιστούσε επιβαρυντικό παράγοντα. Τέλος, ο κ. Πουργουρίδης εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση, με βάση τα γεγονότα που την περιβάλλουν, δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις εκείνες όπου το Δικαστήριο ενδείκνυται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας αφού ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε οποιουδήποτε είδους αδιαφορία αλλά ούτε και εγωισμό. Επίσης εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο λάβει υπόψη το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 : «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72όπως τροποποιήθηκε το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω το αδίκημα της 1ης κατηγορίας είναι αδιαμφισβήτητα σοβαρό. Επισημαίνεται ότι η διάπραξη τροχαίων δυστυχημάτων έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Τούτο επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237) Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014 ημερομηνίας 20.3.2015. συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για το καθορισμό τόσο του είδους της ποινής όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Έγινε δε παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353) αλλά και σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 και Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562). Παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα : «Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείτε από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.» Στην απόφαση Παντέλας v. Αστυνομίας. (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, λέχθηκε ότι οι αρχές των Guilfoyle και Boswell (ανωτέρω) έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στρεφόμενος τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου ή ότι δεν είναι τέτοια που να εμπεριέχει το στοιχείο της εγωιστικής συμπεριφοράς και αδιαφορίας. Η οδός Νίκου Παττίχη αποτελείται από τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, δηλαδή δύο για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις του δρόμου διαχωρίζονται σε κάποιο σημείο από συνεχή άσπρη γραμμή ενώ σε άλλο σημείο από κτιστή διαχωριστική νησίδα. Στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα οι δύο κατευθύνσεις του δρόμου διαχωρίζονται από ζωγραφιστή νησίδα η οποία είναι χαραγμένη στον δρόμο. Σημειώνεται ότι στο σημείο που τελειώνει η ζωγραφιστή νησίδα, αρχίζει μια τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας η οποία αφορά τα οχήματα που έχουν πρόθεση να στρίψουν δεξιά για να εισέλθουν στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου. Αυτή ήταν και η πρόθεση του Κατηγορούμενου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Κατηγορούμενος κινείτο με το όχημα του στην οδό Νίκου Παττίχη εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας με βόρεια κατεύθυνση. Είχε απρόσκοπτη ορατότητα 70 μέτρα. Η τροχαία κίνηση ήταν μέτρια ενώ ο δρόμος είναι ευθύς και το περιστατικό επεσυνέβη κατά την διάρκεια της ημέρας. Στο σημείο του δρόμου που αρχίζει η χαραγμένη ζωγραφιστή νησίδα, στην οποία σημειώνεται ότι απαγορεύεται η διέλευση των μηχανοκίνητων οχημάτων, ο Κατηγορούμενος έστριψε βεβιασμένα το όχημα του δεξιά και άρχισε να κινείται με το δεξιό μέρος του οχήματος του επί αυτής ακολουθώντας βόρεια πορεία με σκοπό εισέλθει στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας για να στρίψει τελικά δεξιά στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ο Κατηγορούμενος ενώ κινείτο πάνω στην ζωγραφιστή νησίδα με το δεξιό μέρος του οχήματος του, το άλλο μισό μέρος του οχήματος του, δηλαδή το αριστερό, βρισκόταν εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Παρά την ορατότητα των 70 μέτρων που είχε ο Κατηγορούμενος, και ένεκα του ότι ενήργησε βεβιασμένα στρίβοντας το όχημα του δεξιά πριν από το σημείο που έπρεπε κανονικά να στρίψει για να εισέλθει στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά και προδήλως επειδή δεν είχε την δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή μέσα στον δρόμο κτύπησε το θύμα στο σημείο σύγκρουσης Χ. Σημειώνεται ότι το θύμα είχε ήδη διανύσει βαδίζοντας, 7 μέτρα απόσταση από το δυτικό πεζοδρόμιο του δρόμου προς τα ανατολικά. Η αποτυχία του Κατηγορούμενου να αντιληφθεί τον πεζό και κατ' επέκταση η έλλειψη τήρησης από μέρους του της δέουσας παρατηρητικότητας και προσοχής μέσα στον δρόμο επιμαρτυρείται και από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε αποτρεπτική κίνηση για να αποφύγει την σύγκρουση μαζί του πριν το δυστύχημα. Υπό το φως των πιο πάνω θα διαφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου ότι το σφάλμα του δεν εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η οδήγηση του Κατηγορουμένου εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο περιλαμβανομένου του θύματος και ήταν αλόγιστη και επικίνδυνη. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το λευκό οδικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 87 ετών χωρίς να έχει επιδείξει οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά στο παρελθόν. Είναι επίσης οδηγός για 65 χρόνια χωρίς να έχει διαπράξει οποιαδήποτε τροχαία παράβαση. Έλαβα υπόψη μου επίσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής την παραδοχή του Κατηγορουμένου έστω και στο προχωρημένο στάδιο στο οποίο αυτή έγινε. Έγινε, όμως, σε αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, όταν δηλαδή ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του ΜΚ1. Στην υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 λέχθηκε ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν αυτή δεν είναι έγκαιρη. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα επίσης υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του και περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη προς μετριασμό της ποινής την ηλικία του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος ήταν ηλικίας 83 ετών ενώ σήμερα είναι 87. Στην υπόθεση R. v. Tussler
(1920)15 Cr. App. Rep. 59 και Pittas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 137, καθορίστηκε ότι η μεγάλη ηλικία ενός Κατηγορουμένου και η ενδεχόμενη ταλαιπωρία λόγω προχωρημένης ηλικίας λειτουργεί ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας. Όπως έχει παρατηρηθεί στην υπόθεση R. v. Lucas, R. v. Walsh
(2000)All E.R. CD 183, είναι σημαντικό όταν επιβάλλεται ποινή σε άτομο προχωρημένης ηλικίας, να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο χρόνος είναι πιο πολύτιμος για το ηλικιωμένο άτομο και το αποτέλεσμα μιας ποινής φυλάκισης σε αυτόν είναι δυσμενέστερο, καθότι η προσδοκία ζωής του είναι μικρότερη. Τονίστηκε, ταυτοχρόνως, ότι σε τέτοια περίπτωση πρέπει να διατηρείται για τον καταδικασθέντα φως στο τέλος της σήραγγας, έχοντας υπόψη ακριβώς την προσδοκία ζωής ενός ηλικιωμένου ατόμου. Βεβαίως όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Ευριπίδη Χρίστου Ποιν. Έφεση 20/15 6.11.17 για αδικήματα σοβαρής μορφής οι προσωπικές περιστάσεις και ιδιαιτέρως η ηλικία, δεν μπορούν να έχουν ουσιαστική σημασία καθότι τα δικαστήρια θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα προς άτομα μιας ηλικίας, κάτι το οποίο δεν είναι πρόθεση μας να πράξουμε. Το Δικαστήριο δεν παραμένει επίσης αδιάφορο μπροστά στα σοβαρά προβλήματα υγείας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Έλαβα υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από την επάρατη νόσο, δηλαδή τον καρκίνο, και ότι μάλιστα έχει ήδη υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση καθότι πριν από 7 χρόνια διεγνώσθη με καρκίνο του προστάτη. Έλαβα ακόμη υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος πριν από 4 χρόνια διεγνώσθη με μεταστατικό καρκίνο στο έντερο ενώ μόλις πρόσφατα διαπιστώθηκε ότι έχει μεταστατικό καρκίνο στην περιοχή του λαιμού. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την Νομολογία τα προβλήματα υγείας ενός Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, όχι, όμως, σε βαθμό που να υπερφαλαγγίζουν την αποτελεσματικότητα του νόμου όταν πρόκειται για σοβαρά αδικήματα ή όπου η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη. Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέδειξε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (Βλ. A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93 και The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Σε σχέση με τα όσα επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου τα οποία συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος, έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Έλαβα ιδιαίτερα υπόψη μου προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, ότι η προχωρημένη ηλικία του αποτελούσε παράγοντα που επενεργούσε δυσμενώς επηρεάζοντας τον χρόνο αντίληψης και αντίδρασης του, χωρίς βέβαια να μπορεί να καθοριστεί ο χρόνος αυτός με ακρίβεια σε δευτερόλεπτα, όπως άλλωστε αποδέχτηκε και ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Σημειώνεται επίσης ότι ο κ. Πουργουρίδης υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος τόσο λόγω της προχωρημένης ηλικίας του αλλά όσο και της βεβαρημένης κατάστασης της υγείας του, δεν κατάφερε να αντιληφθεί έγκαιρα τον πεζό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι εφόσον ο Κατηγορούμενος είχε μειωμένα αντανακλαστικά και δεν μπορούσε να αντιληφθεί εγκαίρως ένα πιθανό κίνδυνο που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να παρουσιαστεί μπροστά του μέσα στον δρόμο όφειλε και έπρεπε να μην οδηγεί γιατί η παρουσία του και μόνο μέσα στον δρόμο δημιουργούσε κίνδυνο τόσο για τον ίδιο όσο και για τους υπόλοιπους συνανθρώπους του. Δεν μπορώ επίσης να αποδεχτώ την θέση της υπεράσπισης ότι επειδή ο χρόνος αντίληψης και αντίδρασης του Κατηγορούμενου με βάση το Τεκμήριο 12 μπορούσε να αυξηθεί μέχρι και 5 δευτερόλεπτα αφού και το θύμα χρειάστηκε 5 δευτερόλεπτα για να διανύσει την απόσταση των 7 μέτρων μέσα στον δρόμο βαδίζοντας μέχρι να κτυπηθεί από το όχημα του Κατηγορούμενου στο σημείο σύγκρουσης Χ ως ήταν και η θέση του εμπειρογνώμονα της Αστυνομίας Αστ. XXXX XXXXXX Αντωνίου, εξυπακούεται ότι η οδήγηση του Κατηγορούμενου δεν εμπεριέχει το στοιχείο της εγωιστικής συμπεριφοράς και αδιαφορίας. Και αυτό γίνεται αποδεκτό γιατί όπως προκύπτει μέσα από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με βόρεια πορεία στην οδό Νίκου Παττίχη και είχε απρόσκοπτη ορατότητα 70 μέτρων, χωρίς να έχει τεθεί οτιδήποτε που να καταδεικνύεται ότι εμποδιζόταν η ορατότητα του, βεβιασμένα άρχισε να κινείται με το δεξιό μέρος του οχήματος του πάνω στην ζωγραφιστή νησίδα του δρόμου στην οποία να σημειωθεί ότι απαγορεύεται η διέλευσης οχημάτων, παραλείποντας να αντιληφθεί εγκαίρως την παρουσία του πεζού με αποτέλεσμα να συγκρουστεί μαζί του στο σημείο σύγκρουσης Χ και να τον τραυματίσει θανάσιμα χωρίς να έχει προβεί σε οποιαδήποτε αντίδραση πριν τον κτυπήσει. Περαιτέρω σε σχέση με την εισήγηση του κ. Πουργουρίδη ότι η φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο επηρέαζε δυσμενώς τα αντανακλαστικά του πελάτη του, δηλαδή τον χρόνο αντίληψης και αντίδρασης του, οφείλω να αναφέρω ότι δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου όπως για παράδειγμα κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό που να επιβεβαιώνει και να δικαιολογεί επιστημονικά την πιο πάνω θέση και συνεπώς δεν μπορώ να την αποδεχτώ. Αναφορικά με την απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου Παπακώστα 2009 2ΑΑΔ 55, την οποία ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε και εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα της προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να αναφέρω ότι σε εκείνη την υπόθεση το δυστύχημα σε αντίθεση με την παρούσα περίπτωση επεσυνέβη κατά την διάρκεια της νύχτας, ο φωτισμός που υπήρχε δεν ήταν ικανοποιητικός ενώ οι πεζοί φορούσαν σκούρου χρώματος ρούχα. Επίσης σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσίβλητος ενώ οδηγούσε με κανονική ταχύτητα, την οποία ελάττωσε σε κάποια στιγμή εξαιτίας της κίνησης που είδε εκτός δρόμου σε κέντρο στο οποίο εξελισσόταν γαμήλια δεξίωση, γύρισε το κεφάλι του προς τα αριστερά για να ελέγξει προς εκείνη την κατεύθυνση και παρέλειψε να δει εγκαίρως τους πεζούς, δηλαδή το θύμα με την σύζυγο του που βρίσκονταν περίπου στο μέσο του δρόμου στην προσπάθεια τους να τον διασταυρώσουν. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αφού συνυπολόγισε λοιπόν τις κακές συνθήκες φωτισμού, το γεγονός ότι οι πεζοί φορούσαν σκούρα ρούχα κατέληξε ότι η αμέλεια που επέδειξε ο Εφεσίβλητος αναγόταν σε στιγμιαία αβλεψία επιβάλλοντας του χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδήγησης του για περίοδο 12 μηνών. Έτσι η Έφεση που ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα απορρίφθηκε. Στην παρούσα όμως υπόθεση οι συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνη την υπόθεση, καθότι το δυστύχημα επεσυνέβη κατά την διάρκεια της ημέρας όπου υπήρχε επαρκής φωτισμός και ο Κατηγορούμενος είχε απρόσκοπτη ορατότητα 70 μέτρων. Επίσης στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος δεν είχε γυρίσει το κεφάλι του προς κάποια κατεύθυνση όπως στην Παπακώστα (ανωτέρω) πριν να συγκρουστεί με το θύμα αλλά ενώ οδηγούσε ανέβηκε βεβιασμένα και άρχισε να κινείται με το δεξιό μέρος του οχήματος του πάνω στην ζωγραφιστή νησίδα του δρόμου, παραλείποντας να αντιληφθεί εγκαίρως το θύμα που διασταύρωνε τον δρόμο και βρισκόταν επί αυτής. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη ότι η οικογένεια του θύματος έχει αποζημιωθεί πλήρως για το δυστύχημα. Σε σχέση με την θέση του κ. Πουργουρίδη ότι μπορεί ο Κατηγορούμενος να κινείτο επί της ζωγραφιστής διαχωριστικής νησίδας στην οποία δεν επιτρεπόταν η διέλευση των οχημάτων αλλά πάνω σε αυτή βρισκόταν και ο πεζός την ώρα που χτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου, θα πρέπει να αναφέρω ότι η παρουσία του πεζού πάνω στην διαχωριστική νησίδα σε καμία απολύτως περίπτωση δεν αναιρεί περίπτωση την του Κατηγορούμενου ο οποίος είχε ορατότητα και έπρεπε ούτως ή άλλως να τον αντιληφθεί. Δεν παραγνωρίζω όμως ότι ο πεζός επιχείρησε να διασταυρώσει ένα πολυσύχναστο δρόμο στον οποίο βεβαίως κατά τον ουσιώδη χρόνο και στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπήρχε διάβαση πεζών. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν την 13/10/17 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε την 20/06/18 δηλαδή 8 μήνες μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνεται επίσης ότι η υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα. Η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης κρίνεται μεγάλη, αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο, δηλαδή της τάξης των 3 ετών και 9 μηνών. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου την 24/09/18 και απαντώντας με μη παραδοχή στην κατηγορία. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 22/11/
- Εκείνη την ημερομηνία η υπεράσπιση ζήτησε αναβολή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 22/02/
- Στις 22/02/19 η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα να οριστεί ξανά για ακρόαση στις 14/05/
- Εκείνη την ημερομηνία ζητήθηκε αναβολή από την Κατηγορούσα Αρχή, η υπόθεση ορίστηκε στις 28/06/19 για ακρόαση, ημερομηνία που και πάλι η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου για τις 14/10/19 και στην συνέχεια για τον ίδιο λόγω στις 04/02/
- Στις 04/02/20 η υπόθεση αναβλήθηκε ξανά για τις 08/05/20 αφού ζητήθηκε χρόνος και από τις δύο πλευρές με σκοπό να ετοιμαστούν κάποια παραδεκτά γεγονότα. Η υπόθεση στις 08/05/20 και στις 22/05/20 αναβλήθηκε εξαιτίας των μέτρων που είχαν ληφθεί ένεκα της πανδημίας του κορωναιού με αποτέλεσμα να οριστεί ξανά για ακρόαση στις 28/09/
- Εκείνη την ημερομηνία η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 02/02/21 κατόπιν αιτήματος αναβολής που υποβλήθηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Στις 02/02/21 και πάλι η υπόθεση αναβλήθηκε εξαιτίας των μέτρων που λήφθηκαν για αναχαίτιση της πανδημίας, και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση χωρίς μάρτυρες στις 30/03/
- Στις 30/03/21 ο Κατηγορούμενος απουσίαζε λόγω προβλήματος υγείας και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του το οποίο παρέμεινε ανεκτέλεστο μέχρι τις 14/04/21, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακροαματική διαδικασία με την κατάθεση παραδεκτών γεγονότων. Η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση στις 26/04/21 και στην συνέχεια για συνέχιση στις 05/05/
- Εκείνη την ημερομηνία ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντησε και παραδέχτηκε την κατηγορία. Η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και ποινή στις 26/05/21, στις 08/06/21 στις 09/06/21, στις 30/06/21, 02/07/21 και τέλος στις 12/07/
- Στην πιο πάνω καθυστέρηση μέχρι την έκθεση των γεγονότων συνέβαλε η μη έγκαιρη ετοιμασία έκθεση από το γραφείο ευημερίας αλλά και στην συνέχεια κάποια διαφωνία που υπήρξε μεταξύ των δύο πλευρών αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον μετριασμό της ποινής. Η ποινή επιφυλάχθηκε για τις 03/08/
- Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος δεν συνέβαλε σημαντικά στην καθυστέρηση για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Ο πιο πάνω διαρρεύσαντας χρόνος καθώς και η μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, και ιδιαίτερα η επιδείνωση του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει, θα έχουν το αντίκρισμά τους στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας του αδικήματος της 1ης κατηγορίας η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα του υπό τιμωρία αδικήματος της 1ης κατηγορίας αλλά και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Συνυπολογίζω τη σοβαρότητα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και τους προαναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος μη στέρησης. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της κατηγορίας της 1ης κατηγορίας κρίνω ορθό σκόπιμο και δίκαιο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής σε αυτή την κατηγορία. Επίσης κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλω και βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών και 7 βαθμούς ποινής. Επιπλέον επιβάλλεται στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 2 ετών από σήμερα 03.08.
- Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής και Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, τα Δικαστήρια διατάσσουν την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και από τα προσωπικά περιστατικά του Kατηγορουμένου. Αυτό επιτάσσει η πρακτική, όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Κ. Νικολάου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 41/16, ημερομηνίας 14.04.
- Οι περιορισμοί που είχαν εισαχθεί με τον τροποποιητικό νόμο του 1997 (Ν. 41
(1)/97) εξαλείφθηκαν με την κατάργηση του, (Ν.186
(1)/03) και είναι αποδεκτό πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επί του θέματος διευρύνθηκε και πάλι (βλέπε Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη,
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Το σύνολο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για μετριασμό της ποινής, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ανασταλεί επιβληθείσα ποινή φυλάκισης. Συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενα με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου καταλήγω ότι μπορώ να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια ώστε να διατάξω την αναστολή της ποινής φυλάκιση που επέβαλα σήμερα για περίοδο τριών
(3)ετών. Η παραδοχή του Κατηγορούμενου έστω και στο στάδιο που αυτή έγινε , το λευκό του ποινικό μητρώο, το λευκό του οδικό μητρώο, η προχωρημένη ηλικία του αφού σήμερα είναι 87 ετών, η μεταφερθείσα ενώπιον μου μεταμέλεια του και τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αυτός αντιμετωπίζει καθώς και το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι και την ημερομηνία επιβολής της ποινής για το οποίο δεν ευθύνεται ο Κατηγορούμενος, αποτελούν τους παράγοντες που έλαβα υπόψη για να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι ορθό δίκαιο και σκόπιμο η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα. Δεν παραγνωρίζω ότι μια ενδεχόμενη ποινή άμεσης φυλάκισης θα ενέχει σοβαρές επιπτώσεις στην ζωή και στην υγεία του Κατηγορούμενου η οποία είναι ήδη επιβαρυμένη. Συνακόλουθα, διατάσσω όπως η ποινή φυλάκισης μη εκτελεσθεί, εκτός αν κατά την διάρκεια της περιόδου των τριών
(3)ετών από σήμερα, ο Κατηγορούμενος διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο θα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. (Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο