Δημοκρατία ν. H.A. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3738/20, 2/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:18 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Ν. Κονή, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3738/20 Δημοκρατία ν.
- H.A.
- Y.A.A. Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 02.06.21 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου μαζί με κα Ε. Κληρίδου Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος 1: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Δίκη εντός Δίκης αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1) Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν σε ναρκωτικές ουσίες Τάξεως 'Β' κατά παράβαση προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977, ως αυτός τροποποιήθηκε, καθώς επίσης των άρθρων 20 και 371 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154). Οι σοβαρότερες από αυτές είναι εισαγωγή και κατοχή ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα (κατηγορίες 2 και 6). Τις ίδιες κατηγορίες αντιμετώπιζε και ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας προέβηκε σε παραδοχή σε κάποιες κατηγορίες και του επιβλήθηκε ποινή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, στις 03.04.20 στη Λεμεσό ο κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο 'κατηγορούμενος') παράνομα εισήγαγε από την Ελλάδα στην Κύπρο κάνναβη ποσότητας 11 κιλών και 934,20 γραμμαρίων, την οποίαν μαζί με άλλα άτομα παράνομα είχαν στην κατοχή τους με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα. Η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει και ήδη τρεις μάρτυρες κατηγορίας έχουν καταθέσει. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.4 αστυφύλακας XXXXX XXXXX Μαθηκολώνης, ανακριτής της υπόθεσης, επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο τη δεύτερη γραπτή ανακριτική κατάθεση ημερ. 07.04.20 που είχε λάβει από τον κατηγορούμενο, προσπάθεια η οποία προσέκρουσε στην ένσταση της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Πρόκειται για έγγραφο που περιέχει ενοχοποιητικές για τον κατηγορούμενο δηλώσεις. Ειδικότερα στην εν λόγω κατάθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων τα εξής: "Ο A.D. γνώριζε ότι δεν κρατούσα χρήματα και ότι λόγο της κατάστασης με τον κορονοϊό δεν μπορούσα να βρω δουλειά ήρθε από μόνος του δύο ημέρες πριν τη σύλληψη μου και μου είπε αν θέλω να βγάλω εύκολα χρήματα. Εγώ του είπα ναι θέλω και τότε μου ανάφερε ότι περιμένει πακέτα από το εξωτερικό που έχουν μέσα χόρτο δηλαδή κάνναβη. Μου είπε ότι το μόνο πράγμα που έπρεπε να κάνω είναι να συστηθώ στον υπάλληλο της εταιρείας που θα τα φέρει ως ο παραλήπτης και να υπογράψω εκ μέρους του. Επίσης μου είπε ότι θα μας βοηθούσε και ο O. και να μην έχω έγνοια. Την Παρασκευή το πρωί μου είπε ότι θα μου έδινε 200 ευρώ μετά που θα γινόταν η δουλειά. Λίγα λεπτά πριν έρθουν τα πακέτα μου ανάφερε το όνομα Α.Π.. Δεν ξέρω αν εμπλέκονται άλλα πρόσωπα στην ιστορία αυτή δεν άκουσα ούτε μου είπε. Τούτη είναι όλη η αλήθεια, έκαμα το για τα λεφτά. Τα ναρκωτικά δεν είναι δικά μου." Είναι η θέση της κυρίας Αδάμου ότι το εν λόγω έγγραφο λήφθηκε χωρίς πρώτα να δοθεί η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να συμβουλευτεί δικηγόρο. Επίσης είναι η θέση της συνηγόρου ότι στον πελάτη της δόθηκε υπόσχεση και συμβουλή από την αστυνομία ότι θα ήταν καλύτερα για τον ίδιο να προβεί στην κατάθεση αυτή καθ' ότι σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα τον αντιμετώπιζε με επιείκεια και εύνοια και δεν θα τον τιμωρούσε όπως κάθε άλλο εγκληματία. Στη βάση των πιο πάνω που ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, αποφασίστηκε, με τη συγκατάθεση της κατηγορούσας αρχής, να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης για να διευκρινιστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε το επίμαχο έγγραφο. Στη διαδικασία δίκης εντός δίκης που ακολούθησε η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες ενώ από την πλευρά της υπεράσπισης επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ο κατηγορούμενος. Επίσης μάρτυρας για την υπεράσπιση στην παρούσα διαδικασία υπήρξε ο τότε δικηγόρος του κατηγορουμένου. Παράλληλα προσκομίστηκαν 8 τεκμήρια και ένα τεκμήριο προς αναγνώριση. Το επίμαχο έγγραφο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια ΔΕΔ7Α (κείμενο στη μητρική γλώσσα του κατηγορουμένου) και ΔΕΔ7Β (πιστή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα). Πρώτος μάρτυρας στη διαδικασία για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Μαθηκολώνης (Μ.Κ.1 ΔΕΔ). Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του, περιλαμβανομένης της γραπτής του κατάθεσης ημερ. 13.04.20 (Τεκμήριο ΔΕΔ1) μπορεί να λεχθεί ότι στις 03.04.20 και περί ώρα 20:10 ο εν λόγω μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αμέσως μετά (20:15) παρέδωσε στον κατηγορούμενο έντυπο με τα δικαιώματα του που είχε ως συλληφθέντας/κρατούμενος στη μητρική του γλώσσα, το οποίο ο τελευταίος παρέλαβε μονογράφοντας κάθε σελίδα και υπογράφοντας στις σελίδες 11 και 13 (Τεκμήρια ΔΕΔ4Α). Με βάση σχετικό αστυνομικό έντυπο ημερολογίου ενεργείας ημερ. 06.04.20 (Τεκμήριο ΔΕΔ5), την ίδια ημέρα και περί ώρα 12:35 ο εν λόγω κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το δικηγόρο XXXXX Νεοφύτου. Όταν στη συνέχεια εκείνης της ημέρας και μεταξύ των ωρών 12:40-13:00 ο Μ1ΔΕΔ ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να πει οτιδήποτε άλλο στο στάδιο εκείνο. Με βάση δεύτερο αστυνομικό έντυπο ημερολογίου ενεργείας ημερ. 07.04.20 (Τεκμήριο ΔΕΔ6), την ίδια ημέρα και περί ώρα 09:30 ο κατηγορούμενος επικοινώνησε εκ νέου τηλεφωνικώς με τον δικηγόρο Νεοφύτου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, μετά από τηλεφωνική συνεννόηση του ιδίου με το δικηγόρο Νεοφύτου συμφωνήθηκε όπως ληφθεί δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αλλά ο τελευταίος να μην απαντήσει, εξέλιξη για την οποίαν ο Νεοφύτου ενημέρωσε στα πλαίσια της ίδιας τηλεφωνικής επικοινωνίας τον πελάτη του με τη βοήθεια της διερμηνέως XXXXX Σιακά. Ακολούθως την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 09:45-10:20 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε από τον κατηγορούμενο, με τη βοήθεια της διερμηνέως Σιακά, δεύτερη ανακριτική κατάθεση αφού προηγουμένως του είχε επιστήσει την προσοχή του στο Νόμο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε υπόσχεση ή συμβουλή στον κατηγορούμενο ότι θα τύγχανε ευνοϊκής μεταχείρισης από το Δικαστήριο αν διαφοροποιούσε τη στάση του. Με βάση τη μαρτυρία του, ο μάρτυρας επιθυμούσε να ανακρίνει εκ νέου τον κατηγορούμενο, ο οποίος στην πορεία αισθάνθηκε από μόνος του την ανάγκη να πει αυτά που ανέφερε και έχουν καταγραφεί στο επίμαχο έγγραφο, παρόλο ότι αρχικά η συνεννόηση με το δικηγόρο του ήταν ότι θα ερωτάτο από τον μάρτυρα και δεν θα απαντούσε. Σε κανένα δε στάδιο ο κατηγορούμενος εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο σχετικά με τη λήψη του υπ' αναφορά εγγράφου αυτού. Όπως ο μάρτυρας ακόμη είπε, με την ολοκλήρωση της λήψης της κατάθεσης πληροφόρησε τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια της διερμηνέως Σιακά ότι μπορούσε να προβεί σε οποιεσδήποτε τροποποιήσεις ή διορθώσεις επιθυμούσε επί του περιεχομένου της, πλην όμως ο αυτός δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο υπογράφοντας σχετικά επί του εγγράφου. Τελευταίος μάρτυρας στη διαδικασία για την κατηγορούσα αρχή ήταν η μεταφράστρια XXXXX Σιακά (Μ.Κ.2 ΔΕΔ). Συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας της, περιλαμβανομένης της γραπτής της κατάθεσης ημερ. 10.04.20 (Τεκμήριο ΔΕΔ8), σημειώνει, ανάμεσα σ' άλλα, ότι στις 03.04.20 η ίδια παρείχε βοήθεια στον Μ1ΔΕΔ εξηγώντας στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του ως κρατούμενος που ήταν (Τεκμήρια ΔΕΔ4Α και 4Β). Επίσης βοήθησε τον ίδιο αστυνομικό στις 07.04.20 να λάβει το επίμαχο έγγραφο από τον κατηγορούμενο (Τεκμήρια ΔΕΔ7Α και 7Β). Σύμφωνα με την μάρτυρα, στις 07.04.20 κατά τη διάρκεια ανοικτής τηλεφωνικής ακρόασης ο τότε δικηγόρος του κατηγορουμένου είπε στον Μ1ΔΕΔ ότι μπορούσε να ανακρίνει τον πελάτη του αλλά αυτός δεν θα απαντούσε. Η ίδια μετέφρασε τη συνομιλία αυτή στον κατηγορούμενο. Με την ολοκλήρωση της τηλεφωνικής συνομιλίας ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που είχε ρωτήσει τον Μ1ΔΕΔ τι ποινή επιβάλλεται σε υποθέσεις όπως την δική του με τον αστυνομικό να του λέει πως αν υπάρχει παραδοχή το Δικαστήριο αντικρύζει την περίπτωση επιβολής ποινής περισσότερο ευνοϊκά. Ακολούθως, πάντοτε σύμφωνα με την μάρτυρα, ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να ξεκαθαρίσει τη θέση του και προς τούτο έδωσε την επίμαχη κατάθεση. Η μάρτυρας έπειτα του διάβασε το περιεχόμενο της κατάθεσης του και αυτός αφού συμφώνησε την υπέγραψε, κάτι που έπραξε και η ίδια. Επίσης η μάρτυρας διάβασε στον κατηγορούμενο την πιστοποίηση, την οποίαν και αυτή υπέγραψε. Όπως ακόμη η μάρτυρας ανάφερε, ο κατηγορούμενος ουδέποτε εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο είτε για τη διαδικασία είτε για άλλο λόγο. Επιπλέον αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ υποσχέθηκε οτιδήποτε ή συμβούλεψε τον εν λόγω κατηγορούμενο να προβεί στην επίμαχη κατάθεση για να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από το Δικαστήριο με επιβολή χαμηλότερης ποινής. Ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του έδωσε τη δική του εκδοχή σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε δεύτερη ανακριτική κατάθεση στην αστυνομία (επίμαχο έγγραφο - Τεκμήρια ΔΕΔ7Α και 7Β). Όπως είπε, στις 07.04.20 μεταφέρθηκε από το χώρο κράτησης του σε άλλο χώρο επειδή ο εξεταστής της υπόθεσης επιθυμούσε να του λάβει νέα ανακριτική κατάθεση. Εκεί παρόντες ήταν μόνο ο ίδιος και ο ανακριτής. Για το σκοπό αυτό και προτού προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, ο ανακριτής τηλεφώνησε στον τότε δικηγόρο του κατηγορουμένου, XXXXX Νεοφύτου, ο οποίος στη συνέχεια μίλησε μαζί του λέγοντας του "δεν θα πεις τίποτα, μόνο όταν έρθω εγώ θα δώσεις κατάθεση για να σε συμβουλέψω". Με βάση τα λεγόμενα του, ο στόχος ήταν να μην πει τίποτε στον ανακριτή μέχρι να μιλήσει με το δικηγόρο του. Είναι γι' αυτό που συμφώνησε με την αναφορά του ανακριτή ότι οι οδηγίες που είχε από το δικηγόρο του ήταν "δώσε κατάθεση, αλλά μην πεις τίποτε". Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι αμέσως μετά το τηλεφώνημα ο εξεταστής του άσκησε πίεση αρνούμενος να επιτρέψει την επιστροφή του στο χώρο κράτησης του εκτός αν έδιδε κατάθεση. Αυτός ενέδωσε με αποτέλεσμα να προβεί σε κατάθεση στην αστυνομία. Απέδωσε δε την καταγραφή του αποσπάσματος με το οποίο ξεκινά το κείμενο του επίμαχου εγγράφου "Αυτές τις ημέρες που έμεινα μέσα μόνος μου και ηρέμησα, αποφάσισα να μιλήσω και να διευκρινίσω κάποια πράγματα για να ξεκαθαρίσω τον ρόλο μου στην ιστορία αυτή", ως λόγια του ανακριτή και όχι δικά του. Μάλιστα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο ανακριτής του είπε ότι "εάν παραδεχτείς θα πάρεις μικρή ποινή. Αν δεν παραδεχτείς θα πάρεις ποινή δέκα ετών". Ο κατηγορούμενος συζητούσε με τον ανακριτή στην ελληνική γλώσσα. Ο ίδιος μιλούσε στον αστυνομικό "λίγα ελληνικά". Με το δικηγόρο του μίλησε σε "σπασμένα ελληνικά" σε ανοικτή ακρόαση χωρίς βοήθεια από τη μεταφράστρια, η οποία προσήλθε στο χώρο όταν ξεκίνησε η διαδικασία. Σε μεταγενέστερο χρόνο ήλθε εκ νέου σε επικοινωνία με το δικηγόρο του στο χώρο κράτησης του αλλά δεν "μίλησαν πολύ" επειδή όπως χαρακτηριστικά είπε "δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε ελληνικά". Μετά που έδωσε την επίμαχη κατάθεση δεν ζήτησε να μιλήσει με οποιονδήποτε φίλο ή συγγενή και ούτε μίλησε με κάποιο από αυτούς σχετικά με τις συνθήκες λήψης του επίμαχου εγγράφου στην αστυνομία. Ο δικηγόρος XXXXX Νεοφύτου (Μ.Υ.1 ΔΕΔ) στη δική του μαρτυρία δήλωσε πως είχε ζητήσει από τον ανακριτή της υπόθεσης να του διδόταν η ευκαιρία να συζητήσει πρώτα με τον πελάτη του προτού ο τελευταίος προβεί σε νέα ανακριτική κατάθεση. Ο ίδιος όμως δεν μπορούσε να το πράξει όταν του είχε τηλεφωνήσει ο αστυφύλακας XXXXX Μαθηκολώνης αλλά ούτε ο ανακριτής μπορούσε να περιμένει μέχρι το απόγευμα που αυτός μπορούσε. Έπειτα συνομίλησε τηλεφωνικά με τον πελάτη του στην ελληνική γλώσσα εξηγώντας του ότι δεν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να ερχόταν στην αστυνομία. Όπως του είπε, οι επιλογές που είχε ήταν είτε να προέβαινε σε ανακριτική κατάθεση χωρίς να τον συναντούσε είτε να μην προέβαινε σε κατάθεση μέχρι να πρώτα να συναντηθούν μαζί. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα επέλεγε τη δεύτερη επιλογή. Το πως στη συνέχεια λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον πελάτη του και αν η ενέργεια λήψη της ήταν τελικά ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου ή προϊόν πίεσης, είναι κάτι που ο ίδιος, όπως είπε, προσωπικά δεν γνωρίζει. Ωστόσο όταν έμαθε ότι είχε ληφθεί η επίμαχη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο παρά την επιθυμία του που είχε εκφράσει μέσα από τη συνομιλία του με τον ανακριτή της υπόθεσης και σε αντίθεση μ' αυτό που γνώριζε ότι ήθελε και ο πελάτης του, και αφού τόσο ο κατηγορούμενος όσο και συγγενείς του τον ενημέρωσαν ότι ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να δώσει κατάθεση ώστε να αποχωρήσει από το γραφείο του ανακριτή, ο ίδιος απέστειλε σχετική επιστολή διατυπώνοντας το παράπονο του αλλά και για προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (Τεκμήριο ΔΕΔ9). Αμφότερες πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους με αναφορά στη μαρτυρία και σε Νομολογία. Έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθούμε σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο με γνώμονα το καθορισμένο αντικείμενο εξέτασης της δίκης εντός δίκης. Το ίδιο ισχύει και για τη Νομολογία στην οποία μας έχουν παραπέμψει. Νοείται ότι θα εξετάσουμε τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης ότι μία κατάθεση είναι θεληματική, βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει τη θεληματικότητα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου πάνω στη οποία προσπαθεί να στηριχθεί, είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και προϊόν συνειδητής απόφασης του κατηγορουμένου. Αναφέρουμε εδώ ότι στην Κύπρο, τα Δικαστήρια ευνοούν μια πιο ευρεία έρευνα για να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει ληφθεί μια κατάθεση, παρά στην Αγγλία (Criminal Procedure in Cyprus των A.N. Λοίζου και Γ.Μ. Πική, σελ.140-142 και Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Αν από την έρευνα φανεί ότι η ομολογία λήφθηκε κάτω από ύποπτες ή ανεξακρίβωτες περιστάσεις, αυτή δεν θα γίνει δεκτή. Η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η κατάθεση δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη βούληση του κατηγορουμένου, όπως υποψία και οποιονδήποτε βαθμό καταπίεσης και εξαναγκασμού, ιδιαίτερα δε ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος (Commissioner of Customs and Excise v. Harz and Power
(1967)51 Cr. App. R. 123, D.P.P. v. Ling
(1975)3 All E.R. 175, Kokkinos v. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40). H κλασική διατύπωση της αρχής που διέπει τη δεκτότητα μιας ομολογίας φαίνεται στην υπόθεση Ibrahim ν. R
(1914)A.C. 599, 609 (σε ελεύθερη μετάφραση): «Έχει προ πολλού καθιερωθεί ως θετική αρχή του Αγγλικού Ποινικού Δικαίου ότι κατάθεση κατηγορουμένου προσώπου τότε μόνο γίνεται δεκτή ως μαρτυρία όταν αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ήταν θεληματική υπό την έννοια ότι δεν λήφθηκε από φόβο για ζημιά ή από ελπίδα για όφελος που προκλήθηκε ή υποκινήθηκε από πρόσωπο εξουσίας.» Στην υπόθεση Fournides ν. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73 υπογραμμίζεται ότι το ζήτημα της θεληματικότητας είναι ζήτημα πραγματικό. Στη σελίδα 86 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα: «It is true, as suggested, that a body of Cyprus case law acknowledges wide discretion to a trial Court to reject a statement if obtained in what the authorities' term "suspicious circumstances". The essence of these decisions is that a Court charged to decide the admissibility of a statement must take a broad view of the facts surrounding and accompanying its making and must not hesitate to reject the statement if its provenance is fraught with suspicion. They reflect our commitment to the protection of human rights and the sustenance of the rule of law. But none of the above cases aims to alter the basic principle that voluntariness is the test of admissibility. This was affirmed in Azinas and Another v. The Police. The Judges Rules too, it was stressed, are not in themselves rules of law breach of which renders inadmissible a statement. They are aids, no doubt important ones, to determining whether a statement is voluntary.» Στην Petri (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο, στην εξέταση του θέματος της δεκτότητας μιας κατάθεσης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη, πρόσθετα με τη θεληματικότητα, και το κατά πόσο η κατάθεση λήφθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου. Στην loannides ν. The Republic
(1969)2 C.L.R.169, αναφέρθηκε ότι η δεκτότητα μιας κατάθεσης είναι θέμα δικαστικής διακριτικής ευχέρειας που ασκείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Είναι εξίσου ανοικτό για το Δικαστήριο να απορρίψει μια ομολογία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης έστω και αν είναι θεληματική και αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες λήφθηκε η κατάθεση σε μια συγκεκριμένη υπόθεση. Επί του ιδίου θέματος αναφέρεται στο σύγγραμμα του δικαστή Λόρδου Devlin, The Criminal Prosecution in England, ότι η ουσία του πράγματος είναι ότι ο δικαστής πρέπει να ικανοποιηθεί ότι έχει γίνει άδικη και καταπιεστική χρήση των εξουσιών της Αστυνομίας. Εάν ικανοποιηθεί, θα απορρίψει τη μαρτυρία παρόλο που δεν υπάρχει κανόνας που ειδικά το απαγορεύει. Εάν δεν ικανοποιηθεί, θα δεχθεί τη μαρτυρία έστω και αν υπάρχει κάποια τεχνητή παραβίαση ενός από τους Κανόνες, οι οποίοι έγιναν για την καθοδήγηση της Αστυνομίας και όχι για τον περιορισμό της δικαστικής εξουσίας. Το δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί έγγραφο όπου υπήρξε παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία ασκείται με γνώμονα τη θεληματικότητα αυτής, όπως αναφέρεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556: "Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες κατά τη λήψη κατάθεσης υπόπτου από τις αστυνομικές αρχές, δε συνεπάγεται και την απόρριψη της κατάθεσης ως μαρτυρίας. Η αρχή δικαίου η οποία ισχύει είναι τούτη: Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες παρέχει διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον την υπόθεση δικαστήριο να τις απορρίψει με έρεισμα τις επιπτώσεις που ενέχει άμεσα ή έμμεσα στο εκούσιο της κατάθεσης που συνιστά και το κύριο εχέγγυο για την ορθότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου της ." Το δικαστήριο οφείλει να αποδεχθεί κατάθεση ή έγγραφο προερχόμενο από τον κατηγορούμενο όταν είναι βέβαιο στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη του επίμαχου εγγράφου είναι ελεύθερες από κάθε υποψία και οποιονδήποτε βαθμό καταπίεσης και εξαναγκασμού και βέβαια απουσιάζουν συνθήκες άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Η λέξη 'καταπίεση' επεξηγήθηκε στην υπόθεση R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1 ως: ".to my mind this word, in the context of the principles under consideration, imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary .. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world." Στην υπόθεση R. v. Prayer
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι 'καταπιεστική ανάκριση' είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά (περιλαμβανομένης και της κράτησης) δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός. Στην δε υπόθεση R. v. Houghton
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει λεχθεί ότι το δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Αναμφίβολα, η θεληματικότητα μιας κατάθεσης οδηγεί στη διαπίστωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως της μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια για να καλύψουν μόνο τα επίδικα θέματα της δίκης εντός δίκης. Η διατύπωση ευρημάτων για την αξιολόγηση μαρτύρων αποφεύγεται όσο είναι δυνατό, ώστε να μην επηρεαστεί η ευρύτερη αξιοπιστία των μαρτύρων στο πλαίσιο της κυρίως δίκης (Petri (πιο πάνω) και Ioannides (πιο πάνω). Δεν πρέπει ακόμη να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Ακούσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης, συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορουμένου. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι κατά την αξιολόγηση θα πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ειδικότερα του κατηγορουμένου (Ioannides (πιο πάνω)). Προτού όμως ασχοληθούμε με το αντικείμενο εξέτασης θεωρούμε χρήσιμο να αναφέρουμε δεδομένα που μέσα από τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μας, αποτελούν κοινό έδαφος των μερών και δεν έχουν αμφισβητηθεί στην παρούσα διαδικασία. Τα αποδεχόμαστε στο σύνολο τους. Συγκεκριμένα:
(1)Στις 03.04.20 και περί ώρα 14:45 η αστυνομία συνέλαβε αυτόφωρα τον κατηγορούμενο.
(2)Αμέσως μετά τη σύλληψη του, ήτοι την ίδια ημέρα και περί ώρα 16:26, δόθηκε στον κατηγορούμενο έντυπο δικαιωμάτων του ως συλληφθείς/κρατούμενος που ήταν μεταφρασμένο στην τουρκική γλώσσα (Τεκμήριο ΔΕΔ2Α), το περιεχόμενο του οποίου διαβάστηκε και εξηγήθηκε στον κατηγορούμενο από μεταφράστρια (Μ.Κ.2 ΔΕΔ).
(3)Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου ΔΕΔ2Α και τοποθέτησε σε κάθε σελίδα αυτού τη μονογραφή του καθώς επίσης την υπογραφή του στις σελίδες 11 και 13.
(4)Την ίδια ημέρα και περί ώρα 16:40 ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος του για νομική εκπροσώπηση, ανάφερε σε μέλη της αστυνομίας ότι επιθυμούσε να εκπροσωπηθεί από τη δικηγόρο XXXXX Αδάμου.
(5)Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 17:40 και 20:00 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο.
(6)Την ίδια ημέρα και περί ώρα 19:43 ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος.
(7)Αμέσως μετά την πιο πάνω σύλληψη του, ήτοι την ίδια ημέρα και περί ώρα 20:15, δόθηκε εκ νέου στον κατηγορούμενο έντυπο δικαιωμάτων του ως συλληφθείς/κρατούμενος που ήταν επίσης μεταφρασμένο στην τουρκική γλώσσα (Τεκμήριο ΔΕΔ4Α), το περιεχόμενο του οποίου διαβάστηκε και εξηγήθηκε στον κατηγορούμενο από μεταφράστρια (Μ.Κ.2 ΔΕΔ).
(8)Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου ΔΕΔ4Α και τοποθέτησε σε κάθε σελίδα αυτού τη μονογραφή του καθώς επίσης την υπογραφή του στις σελίδες 11 και 13.
(9)Στις 06.04.20 και περί ώρα 12:35 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ο κατηγορούμενος, ασκώντας το δικαίωμα του για νομική εκπροσώπηση (Τεκμήριο ΔΕΔ5), επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον δικηγόρο XXXXX Νεοφύτου (Μ.Υ.1 ΔΕΔ).
(10)Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 12:40 και 13:00 ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να πει οτιδήποτε άλλο στο στάδιο εκείνο (Τεκμήριο ΔΕΔ5).
(11)Στις 07.04.20 και περί ώρα 09:30 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον δικηγόρο του (Μ.Υ.1 ΔΕΔ) με τον οποίον συνομίλησε (Τεκμήριο ΔΕΔ6).
(12)Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 09:45 και 10:20 ο κατηγορούμενος προέβηκε στην κατάθεση που συνιστά το επίμαχο έγγραφο (Τεκμήρια ΔΕΔ7Α και 7Β). Τα πιο πάνω αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Στρεφόμαστε ευθύς να εξετάσουμε το υπό κρίση ζήτημα αυτής της διαδικασίας. Ο κατηγορούμενος στην ένορκη μαρτυρία του αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε το επίμαχο έγγραφο δεν ήταν ξεκάθαρος. Οι αναφορές του είναι ασαφείς και αόριστες. Παράλληλα τοποθετήσεις του περιέχουν κενά, τα οποία σε συνδυασμό με διαφορετικές θέσεις που προέβαλε, εμποδίζουν τη σύνθεση μιας ολοκληρωμένης εικόνας γεγονότων επί του αντικειμένου εξέτασης που να διαφωτίζει με επάρκεια το δικαστήριο. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι ενώ ο κατηγορούμενος αρχικά στην κυρίως εξέταση του υπέδειξε πως στην τηλεφωνική επικοινωνία του με τον τότε δικηγόρο του (Μ.Υ.1 ΔΕΔ) αυτός τον συμβούλευσε να μην αναφέρει οτιδήποτε άλλο στα πλαίσια μιας δεύτερης γραπτής κατάθεσης που η αστυνομία επιθυμούσε να του λάβει μέχρι αυτός να ερχόταν στο σταθμό για να συζητήσουν πρώτα μεταξύ τους, στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του δημιούργησε σύγχυση όταν συμφώνησε με τη θέση του Μ.Κ.1 ΔΕΔ με την οποίαν δηλωνόταν πως ο Μ.Υ.1 ΔΕΔ τον είχε συμβουλεύσει "δώσε κατάθεση, αλλά μην πεις τίποτε". Συνεπώς παρέμεινε από μέρους του αδιευκρίνιστο τι ακριβώς τον είχε συμβουλεύσει ο δικηγόρος του σχετικά με τη λήψη της επίμαχης κατάθεσης Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε απουσία της μεταφράστριας κατά την τηλεφωνική του επικοινωνία σε ανοικτή ακρόαση με τον Μ.Υ.1 ΔΕΔ στις 07.04.20. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του περί απουσίας της Μ.Κ.2 ΔΕΔ κατά την επικαλούμενη χρονική στιγμή, εκτός του ότι προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο της ένορκης μαρτυρίας του κατηγορουμένου, προσκρούει στη βάσανο της λογικής η μορφή της ανοικτής ακρόασης που είχε η τηλεφωνική επικοινωνία του κατηγορουμένου τη στιγμή μάλιστα που η αμέσως προηγουμένως τηλεφωνική συνομιλία του Μ.Κ.1 ΔΕΔ με τον τότε δικηγόρο του δεν ήταν τέτοιας μορφής. Από την άλλη συνάδει με τη λογική η εν λόγω τηλεφωνική επικοινωνία να διεξήχθη σε ανοικτή ακρόαση ώστε να μπορεί να ακούει η διερμηνέας και να μεταφράζει το περιεχόμενο της συζήτησης του στα εμπλεκόμενα πρόσωπα (κατηγορούμενο και δικηγόρο του). Εν πάση περιπτώσει, παραμένει ασαφές πότε η Μ.Κ.2 ΔΕΔ εμφανίστηκε αφού από τη μία ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε ότι ήλθε μόλις τελείωσε την τηλεφωνική του επικοινωνία με τον δικηγόρο του ενώ από την άλλη ανάφερε ότι αυτό έγινε μετά που ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ άρχισε να ετοιμάζει το επίμαχο έγγραφο. Η μη αντεξέταση της Μ.Κ.2 ΔΕΔ από την υπεράσπιση στη θέση που αυτή προέβαλε εκ των υστέρων την αφήνει μετέωρη. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η θέση του κατηγορουμένου πως συνομίλησε με τον δικηγόρο του σε 'λίγα ελληνικά' από την οποίαν συζήτηση ανάφερε το τι είχε λεχθεί μεταξύ τους, στην πορεία άλλαξε όταν είπε ότι επειδή δεν είχε καταλάβει τι του είχε λεχθεί του εξήγησε ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ που ήταν παρών μετά που τερματίστηκε η τηλεφωνική επικοινωνία. Ακολούθως η θέση του άλλαξε εκ νέου όταν επικαλέστηκε εξήγηση από τη μεταφράστρια όταν ήλθε, προκειμένου να αντιληφθεί το νόημα της συζήτησης του με τον Μ.Υ.1 ΔΕΔ. Βέβαια από την άλλη η θέση του δικηγόρου του διαφέρει αφού υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί τη μεταξύ τους συνομιλία στα ελληνικά, χωρίς παρέμβαση ή βοήθεια οποιουδήποτε. Τελικά μέσα από την ένορκη μαρτυρία του κατηγορουμένου δεν έχει ξεκαθαρίσει τι ακριβώς αυτός αντιλήφθηκε από τη συνομιλία του με τον Μ.Υ.1 ΔΕΔ και από ποιον. Επίσης ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε άσκηση πίεσης από τον Μ.Κ.1 ΔΕΔ εις βάρος του λέγοντας του τι να κάνει, ότι γνώριζε για την ύπαρξη ναρκωτικών καλώντας τον παράλληλα να του πει ότι ήξερε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για μια θέση που δεν μπορεί να εξεταστεί επειδή δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης της παρούσας διαδικασίας. Το πλαίσιο της διαδικασίας αυτής έχει καθοριστεί από την αρχή και όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό από την πιο πάνω περιγραφή του σ' αυτό δεν περιλαμβάνεται η εν λόγω θέση του κατηγορουμένου που προβάλλεται εκ των υστέρων και έξω από αυτό. Ο λόγος που καθορίζεται το πλαίσιο είναι προφανώς για να είναι από την αρχή γνωστό το επίδικο θέμα προκειμένου οι πλευρές να προσκομίσουν μαρτυρία προς υποστήριξη των εκδοχών τους. Στην παρούσα περίπτωση η υπεράσπιση δεν αντεξέτασε τους μάρτυρες κατηγορίας στην επικαλούμενη θέση της για άσκηση πίεσης προβάλλοντας για πρώτη φορά το θέμα αυτό κατά την ένορκη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η κατηγορούσα αρχή να στερηθεί του δικαιώματος της να προβάλει τη δική της θέση στο εν λόγω ζήτημα μέσω των απαντήσεων των μαρτύρων κατηγορίας. Ανεξάρτητα όμως, εξετάσαμε την εκδοχή του κατηγορουμένου και βρίσκουμε ότι αυτή στερείται σαφήνειας αφού παραλείπει να εξηγήσει και κατ' επέκταση να τεκμηριώσει με ποιον τρόπο και με ποια μορφή ασκήθηκε πίεση εις βάρος του. Συνεπώς η θέση του αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ τον συμβούλευσε να παραδεχτεί και ότι του υποσχέθηκε πως 'εάν παραδεχτεί θα πάρει μικρή ποινή, αν όμως όχι θα του επιβληθεί ποινή δέκα ετών'. Πρόκειται για άλλη μία θέση που στερείται σαφήνειας και η οποία δεν τέθηκε στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Ο κατηγορούμενος δεν διευκρινίζει αν αυτό λέχθηκε στην παρουσία της Μ.Κ.2 ΔΕΔ. Αν όντως ο κατηγορούμενος εννοούσε έτσι, τότε μόνο αφελής και παράλογη θα ήταν μία τέτοια συμπεριφορά από μέρους του ανακριτή να εκφραστεί με τον τρόπο που του αποδίδεται μπροστά σε ένα άτομο που δεν γνωρίζει προσωπικά, όπως είπε για τη διερμηνέα, θέτοντας σε κίνδυνο την επαγγελματική του καριέρα αλλά και την έκβαση της υπόθεσης. Ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αποταθεί γι' αυτό στον δικηγόρο του που εμπιστευόταν και είναι το πλέον αρμόδιο άτομο για να τον συμβουλεύσει ορθά. Αν τώρα αυτό που λέει ότι λέχθηκε έγινε στην απουσία της μεταφράστριας, είναι άξιο απορίας πως ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τέτοιες λεπτομέρειες έχοντας υπόψη τα πολύ λίγα ελληνικά που γνωρίζει. Με βάση τα πιο πάνω, ούτε αυτή η θέση του γίνεται αποδεκτή. Επιπλέον ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι το απόσπασμα από την επίμαχη κατάθεση του "Αυτές τις ημέρες που έμεινα μέσα μόνος μου και ηρέμησα, αποφάσισα να μιλήσω και να διευκρινίσω κάποια πράγματα για να ξεκαθαρίσω το ρόλο μου στην ιστορία αυτή" (πρώτη πρόταση δεύτερης παραγράφου Τεκμηρίου ΔΕΔ7Β), δεν αποτελούν δικά του λόγια αλλά του ανακριτή. Προφανώς ο κατηγορούμενος αποδίδει σκοπιμότητα στον Μ.Κ.1 ΔΕΔ προκειμένου να τον ενοχοποιήσει. Έχουμε εξετάσει τη θέση αυτή και πέραν του ότι είναι εκτός πλαισίου της διαδικασίας βρίσκουμε ότι στερείται πραγματικού υποβάθρου που θα δημιουργούσε οποιαδήποτε υποψία. Το επίμαχο έγγραφο ξεκινά με καταγραφή προειδοποίησης, πράγμα που υποδεικνύει πρόθεση του Μ.Κ.1 ΔΕΔ να ανακρίνει τον κατηγορούμενο. Από αυτό φαίνεται ξεκάθαρα ότι αρχικός σκοπός του εξεταστή ήταν να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Από το υπόλοιπο δε περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου γίνεται αντιληπτό ότι στην πορεία η ανακριτική κατάθεση μετατράπηκε σε θεληματικής φύσεως χωρίς να διαπιστώνεται οτιδήποτε το επιλήψιμο ή μεμπτό, καθιστώντας έτσι τη θέση του ανακριτή βάσιμη για τους λόγους που ο ίδιος έχε εξηγήσει στην ένορκη μαρτυρία του. Αν ο κατηγορούμενος διαφωνούσε είτε με το περιεχόμενο του είτε με το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε δεν θα υπέγραφε το επίμαχο έγγραφο ως ορθό στην παρουσία του Μ.Κ.1 ΔΕΔ και της Μ.Κ.2 ΔΕΔ. Σε περίπτωση ακόμη που ευσταθούσε ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι δεν είχε διαβαστεί στον κατηγορούμενο το περιεχόμενο της επίμαχης κατάθεσης του στη μητρική του γλώσσα αφού ο ίδιος δεν μπορεί να γράφει ή να διαβάζει τουρκικά, ο κατηγορούμενος θα αισθανόταν ένα επιπρόσθετο λόγο να μην την υπέγραφε ότι καταγράφει ορθά τα λεγόμενα του. Αντίθετα, η μη εκδήλωση οποιουδήποτε παραπόνου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αλλά και μετέπειτα είτε προς το δικηγόρο του είτε σε οποιοδήποτε φίλο ή συγγενή του ή εκδήλωση συμπεριφοράς από μέρους του ότι δεν αντιλήφθηκε το τι ακριβώς γινόταν, σε συνδυασμό με την υπογραφή του σε πιστοποίηση ότι δεν επιθυμεί να προβεί σε οποιαδήποτε ακύρωση αλλαγή, διόρθωση ή τροποποίηση επί του περιεχομένου της, καταρρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό του. Στη βάση των πιο πάνω, η μαρτυρία του κατηγορουμένου απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Υ.1 ΔΕΔ στην ένορκη μαρτυρία του επικαλέστηκε ενημέρωση από τον κατηγορούμενο αλλά και από συγγενικά του άτομα ότι η αστυνομία άσκησε πίεση στον πελάτη του με το να μην τον αφήνουν να αποχωρήσει από το χώρο ανάκρισης για να μεταβεί στο χώρο κράτησης του μέχρι που να υποκύψει και να δώσει την επίμαχη κατάθεση του. Πρόκειται για θέση που προβάλλει για πρώτη φορά στο στάδιο αυτό μία νέα μορφή επικαλούμενης πίεσης στον κατηγορούμενο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Μάλιστα αυτό που είπε είναι ότι με το δικηγόρο του συναντήθηκε μόνο μία φορά μετά το περιστατικό της κατάθεσης χωρίς όμως να καταφέρουν να συνεννοηθούν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η αναφορά αυτή του Μ.Υ.1 ΔΕΔ να παραμείνει μετέωρη και το Τεκμήριο ΔΕΔ9 κενής αξίας. Ο εν λόγω μάρτυρας σημείωσε ότι είχε ζητήσει από τον Μ.Κ.1 ΔΕΔ να μην έδιδε κατάθεση ο κατηγορούμενος παρά μόνο μετά που θα είχε την ευκαιρία να συναντηθεί μαζί του σε μεταγενέστερο χρόνο. Όπως είπε, αυτό που εξήγησε στον πελάτη του ήταν ότι επειδή τη δεδομένη εκείνη στιγμή δεν μπορούσε να μεταβεί στην αστυνομία 'ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να τον περίμενε να τον έβλεπε πρώτα και μετά να έδιδε κατάθεση ή αν επιθυμούσε να έδιδε κατάθεση χωρίς να περιμένει πρώτα να συναντηθούν'. Δεν έχει σημασία η αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα ακολουθούσε την πρώτη επιλογή. Αυτό που έχει σημασία και κρατούμε από την μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα είναι ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελικά λήφθηκε η επίμαχη κατάθεση. Αυτό που επίσης είναι σημαντικό και λαμβάνουμε υπόψη μας είναι ότι ο Μ.Υ1 ΔΕΔ δεν αμφισβητεί τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος τελικά αποφάσισε να μιλήσει στην αστυνομία προβαίνοντας στην επίμαχη κατάθεση. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 ΔΕΔ επιβεβαιώνει αναφορές του Μ.Κ.1 ΔΕΔ. Το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει κανένα κίνητρο και κανένα λόγο να πει πράγματα διαφορετικά από ότι τα αντιλήφθηκε προσωπικά. Από την τοποθέτηση της ότι ήταν παρούσα όταν μετέφρασε στον κατηγορούμενο αναφορά του Μ.Υ.1 ΔΕΔ κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας σε ανοικτή ακρόαση 'Εντάξει, μπορείς να δώσεις κατάθεση, ωστόσο μην δώσεις απάντηση σε οποιαδήποτε ερώτηση' δεν είχε και δεν μπορούσε να είχε κανένα όφελος. Ομοίως κανένα κέρδος δεν είχε και δεν μπορούσε να είχε για την τοποθέτηση της ότι με τη λήξη της τηλεφωνικής επικοινωνίας ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που ρώτησε τον Μ.Κ.1 ΔΕΔ ποιες ποινές επιβάλλονται σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου η ενεχόμενη ποσότητα ναρκωτικών είναι μεγάλη με τον ανακριτή να του λέει εάν υπάρχει παραδοχή, το δικαστήριο αντιμετωπίζει με ευνοϊκότερο φακό την ποινή που καλείται να επιβάλει. Η θέση που της υπεβλήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της ότι ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο πως αν παραδεχόταν 'θα είχε καλύτερη μεταχείριση και η ποινή που θα του επιβληθεί θα είναι χαμηλότερη από το να μην παραδεχόταν' διαφέρει ουσιωδώς από την θέση που διατύπωσε ο κατηγορούμενος με την οποίαν είχε πει ότι έλαβε υπόσχεση πως 'εάν παραδεχτεί θα πάρει μικρή ποινή, αν όμως όχι θα του επιβληθεί ποινή δέκα ετών'. Η μάρτυρας ακόμη ήταν κατηγορηματική λέγοντας ότι στην παρουσία της ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ δεν υποσχέθηκε και ούτε συμβούλευσε τον κατηγορούμενο να προβεί στην επίμαχη κατάθεση. Ο δε κατηγορούμενος όχι μόνο δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο για τη διαδικασία ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο αλλά ήταν αυτός που από μόνος του είπε ότι ήθελε να ξεκαθαρίσει τη θέση του και προχώρησε δίδοντας κατάθεση. Δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε τις εν λόγω αναφορές της μάρτυρος, από τις οποίες η ίδια κανένα συμφέρον είχε και για τις οποίες να σημειωθεί ότι δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση. Χωρίς δεύτερη σκέψη αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 ΔΕΔ. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ΔΕΔ για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ήταν σαφής και κατατοπιστική. Ταυτόχρονα επιβεβαιώνεται επί της ουσίας της από την ένορκη μαρτυρία της Μ.Κ.2 ΔΕΔ. Ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε μία ολοκληρωμένη, σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες λήψης του επιδίκου εγγράφου με το οποίο ο κατηγορούμενος συνδέεται, με τις θέσεις του μάρτυρα αυτού να παραμένουν αλώβητες μέχρι τέλους. Με θετικότητα και παραστατικότητα περιέγραψε την κατάσταση, η οποία επιβεβαιώνεται από τη χρονική αλληλουχία των πραγμάτων. Η υπεράσπιση υπέβαλε τη θέση στον μάρτυρα ότι δεν δόθηκε σχετικό έντυπο δικαιωμάτων στον κατηγορούμενο για να γνωρίζει αν ήθελε να συμβουλευτεί ή όχι δικηγόρο από τη στιγμή που κλήθηκε να δώσει την επίμαχη κατάθεση και του έγινε η σχετική επίστηση. Αυτό που ξεκάθαρα προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ΔΕΔ αλλά και της Μ.Κ.2 ΔΕΔ ήταν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ενήμερος για τα δικαιώματα του. Όπως φαίνεται από τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των μερών, στον κατηγορούμενο δόθηκε σχετικό έντυπο πριν από τη λήψη της πρώτης κατάθεσης, το περιεχόμενο του οποίου του επεξηγήθηκε από τη διερμηνέα και αφού το αντιλήφθηκε το υπέγραψε. Ακολούθως, αμέσως μετά τη σύλληψη του δυνάμει δικαστικού εντάλματος και πριν από τη λήψη της επίμαχης κατάθεσης, δόθηκε εκ νέου στον κατηγορούμενο το ίδιο έντυπο με τα δικαιώματα του, το περιεχόμενο του οποίου επίσης του επεξηγήθηκε από τη διερμηνέα και αφού το αντιλήφθηκε το υπέγραψε και αυτό. Τα Τεκμήρια ΔΕΔ3, 5 και 6 δείχνουν γνώση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος του να τύχει νομικής συμβουλής και πρόθεση του να το ασκήσει. Ασκώντας το εν λόγω δικαίωμα του, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον δικηγόρο του μετά από διάβημα της αστυνομίας και προτού του ληφθεί η επίμαχη κατάθεση, ο οποίος δικηγόρος τον συμβούλευσε σχετικά με το θέμα της επίμαχης κατάθεσης με τη βοήθεια της Μ.Κ.2 ΔΕΔ. Για τους λόγους που εξηγήσαμε αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ΔΕΔ στο σύνολο της. Η θέση της υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ ξεγέλασε τον κατηγορούμενο λαμβάνοντας του ενοχοποιητική κατάθεση χωρίς να υπολογίσει τη θέση του κατηγορουμένου και του δικηγόρου του, δεν ευσταθεί. Αν ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να πει αυτά που έχουν καταγραφεί στην επίμαχη κατάθεση του δεν θα καταρτιζόταν τέτοιο έγγραφο. Στην όποια ερώτηση του υπέβαλλαν θα απαντούσε ότι δεν επιθυμούσε να πει οτιδήποτε στο στάδιο εκείνο, ως έπραξε στο παρελθόν (Τεκμήριο ΔΕΔ5 - σημείο 10 των γεγονότων που αποτελούν κοινό έδαφος των μερών). Ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν έπραξε κάτι τέτοιο αλλά έδωσε λεπτομέρειες, τις οποίες υπέγραψε ως ορθές και πιστοποίησε ότι είχε την ευκαιρία να τις ακυρώσει, διορθώσει ή τροποποιήσει αλλά επέλεξε να παραμείνουν ως έχουν, μετά που το κείμενο τους διαβάστηκε στον ίδιο από την διερμηνέα. Επιπλέον βρίσκουμε ότι ούτε η θέση της υπεράσπισης πως η επίμαχη κατάθεση δεν είχε ληφθεί νομότυπα επειδή στέρησε από τον κατηγορούμενο την παρουσία δικηγόρου πριν από τη λήψη της, ισχύει. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε αναφορές επιλέγοντας ενσυνείδητα να μην αναμένει πρώτα να συναντηθεί με τον δικηγόρο του, τις οποίες στη συνέχεια, ως ήδη λέχθηκε, υπέγραψε ως ορθές χωρίς να επιθυμεί οποιαδήποτε τροποποίηση τους. Έχοντας υπόψη μας τα προαναφερόμενα δεν έχουμε διαπιστώσει την ύπαρξη οποιουδήποτε στοιχείου που να δημιουργεί εύλογη υποψία ότι το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες ή υπό τις συνθήκες που ο κατηγορούμενος επικαλείται. Αντίθετα, από την ενώπιον μας μαρτυρία οδηγούμαστε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι συνθήκες λήψης του επίμαχου εγγράφου είναι όπως τις ανέφερε στο δικαστήριο ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ και η Μ.Κ.2 ΔΕΔ. Θεωρούμε ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το επίδικο έγγραφο λήφθηκε χωρίς ο κατηγορούμενος να στερηθεί του δικαιώματος του να τύχει συμβουλής από δικηγόρο προτού προβεί στην επίμαχη κατάθεση. Παράλληλα η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το επίδικο έγγραφο λήφθηκε κάτω από συνθήκες ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου με τον κατηγορούμενο να θέτει την υπογραφή του σ' αυτό ως προϊόν ελεύθερης βούλησης του και χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο ή μορφή πίεσης, παραπλάνησης, εξαπάτησης, απειλής, εξαναγκασμού, ξυλοδαρμού, επηρεασμού, καθοδήγησης ή υπόσχεσης ή συμβουλής - παρότρυνσης, ή αποτέλεσμα συναλλαγής για απόκτηση οποιασδήποτε μορφής πλεονεκτήματος ή οφέλους. Ως εκ τούτου, βρίσκουμε ότι τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Αναπόσπαστο μέρος τους αποτελούν τα γεγονότα εκείνα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων και δεν έχουν αμφισβητηθεί μέσα από την παρούσα διαδικασία. Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν παραπέμπω σ' αυτά. Περαιτέρω καταλήγουμε στα πιο κάτω επιπλέον γεγονότα: Στις 07.04.20 το πρωί ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ επιθυμούσε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης να λάβει νέα ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Γι' αυτό μερίμνησε ώστε ο κατηγορούμενος να μεταφερθεί από το χώρο κράτησης του στο χώρο ανάκρισης στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Εκεί όταν ο κατηγορούμενος ήλθε βρίσκονταν ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ και η Μ.Κ.2 ΔΕΔ που θα εκτελούσε χρέη μεταφράστριας. Περί ώρα 09:30 της ίδιας ημέρας και προτού προχωρήσει με τη λήψη της, ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ τηλεφώνησε στον τότε δικηγόρο του κατηγορουμένου (Μ.Υ.1 ΔΕΔ) για να τον ενημερώσει για την πρόθεση του. Η συνεννόηση ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν θα απαντούσε σε καμία ερώτηση που θα του υποβαλλόταν, κάτι που ενημερώθηκε από τον Μ.Υ.1 ΔΕΔ σε ανοικτή ακρόαση με τη βοήθεια της Μ.Κ.2 ΔΕΔ. Με την ολοκλήρωση της τηλεφωνικής επικοινωνίας, ο κατηγορούμενος ρώτησε τον Μ.Κ.1 ΔΕΔ, στην παρουσία της Μ.Κ.2 ΔΕΔ, τι ποινές επιβάλλονται για τέτοια ποσότητα ναρκωτικών όπως η παρούσα υπόθεση. Ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ του είπε βάση της εμπειρίας του ενδεικτικά ποινές που προβλέπονται. Τότε ο κατηγορούμενος ρώτησε τον Μ.Κ.1 ΔΕΔ, πάντοτε στην παρουσία της Μ.Κ.2 ΔΕΔ, αν παραδεχόταν κατά πόσο η ποινή που θα του επιβληθεί θα ήταν μικρότερη από αυτή σε περίπτωση που δεν παραδεχόταν. Ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ του είπε ότι ένας δικαστής λαμβάνει υπόψη του μία παραδοχή και επιβάλλει χαμηλότερη ποινή χωρίς να προσδιορίσει ύψος. Ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ δεν υποσχέθηκε και δεν συμβούλευσε τον κατηγορούμενο για οτιδήποτε. Επειδή πρόθεση του Μ.Κ.1 ΔΕΔ ήταν να λάβει νέα ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο προχώρησε σε σχετική προειδοποίηση, την οποίαν και κατέγραψε στο επίμαχο έγγραφο. Ωστόσο στην πορεία και χωρίς καμίας μορφής άσκησης πίεσης εις βάρος του, ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία του να πει αυτά που αναφέρονται στο επίμαχο έγγραφο (Τεκμήρια ΔΕΔ 7Α και 7Β), τα οποία αποτελούν προϊόν της ελεύθερης του βούλησης. Ότι ο κατηγορούμενος έλεγε η Μ.Κ.2 ΔΕΔ το κατέγραφε χειρόγραφα στην τουρκική γλώσσα και ταυτόχρονα το μετάφραζε στον Μ.Κ.1 ΔΕΔ, ο οποίος το κατέγραφε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή στην ελληνική γλώσσα. Ο κατηγορούμενος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας παραπονέθηκε για οτιδήποτε. Στη συνέχεια η Μ.Κ.2 ΔΕΔ διάβασε το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου στον κατηγορούμενο στη μητρική του γλώσσα στην παρουσία του Μ.Κ.1 ΔΕΔ. Ο κατηγορούμενος την υπέγραψε ως ορθή πιστοποιώντας ότι δεν επιθυμούσε να ακυρώσει, διορθώσει, αλλάξει ή τροποποιήσει οτιδήποτε από το κείμενο της, παρόλο ότι ο Μ.Κ.1 ΔΕΔ του εξήγησε με τη βοήθεια της Μ.Κ.2 ΔΕΔ ότι μπορούσε να το πράξει. Κατά συνέπεια, η ένσταση απορρίπτεται και επιτρέπεται η κατάθεση του επίμαχου εγγράφου ως τεκμηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (κυρίως διαδικασία της υπόθεσης). (Υπ.) ............... Α. Ν. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο