← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Π.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 9622/18, 25/6/2021

Δημοκρατία ν. Π.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 9622/18, 25/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:23 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Ν. Κονή, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9622/18 Δημοκρατία ν. Π.Χ. Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - - - - - - - - 25.06.2021 Για τη Δημοκρατία: κα Ξ. Ξενοφώντος Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Ν. Νικολαΐδης Α Π Ο Φ Α Σ Η (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Το πρωτότυπο θα παραμείνει στο φάκελο. Θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων.) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 35 κατηγορίες ως ακολούθως: (α) Βιασμός κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ότι δηλαδή την 04.02.2018, 11.02.2018, 18.02.2018, 25.02.2018, 04.03.2018, 11.03.2018, 18.03.2018, 25.03.2018, 01.04.2018, 08.04.2018, 15.04.2018, 22.04.2018, 29.04.2018, 06.05.2018 και σε δύο ημερομηνίες μεταξύ της 07.05.2018 και 19.05.2019 στη Λινόπετρα της Επαρχίας Λεμεσού, ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη θυγατέρα του, Κ.Χ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 αντίστοιχα). (β) Αιμομιξία κατά παράβαση του άρθρου 147 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ότι δηλαδή κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στις κατηγορίες 1 μέχρι 16, ήρθε σε συνουσία με την Κ.Χ., γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν θυγατέρα του (κατηγορίες 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40 και 41 αντίστοιχα). (γ) Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 4

(1)
(2)(α) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν.119(Ι)/2000, ότι δηλαδή σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, μεταξύ των μηνών Φεβρουαρίου και Μαΐου του έτους 2018 στη Λινόπετρα, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον της θυγατέρας του Κ.Χ., ήτοι την υποχρέωσε να του κάνει στοματικό έρωτα (κατηγορία 42), έβαλε το δάκτυλο του μέσα στα γεννητικά της όργανα (κατηγορία 43) και έβαλε το δάκτυλο του μέσα στον πρωκτό της (κατηγορία 44). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε ακόμα τις κατηγορίες 17 έως 25 που αφορούσαν το αδίκημα του βιασμού και τις κατηγορίες 45 και 46 οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, με παραπονούμενη την Π.Κ. (Σ.), οι οποίες σε κάποιο στάδιο διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σε αυτές. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι δύο πλευρές προέβηκαν σε παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο (Ένδειξη Α) και κατέθεσαν από κοινού κάποια Τεκμήρια. Στη συνέχεια η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής παρουσίασε επτά συνολικά μάρτυρες, τον XXX Κ. (Μ.Κ.1), την Αστ.XXXXX Μ.Κ. (Μ.Κ.2), τον Αρχ/Λοχία XXXXX Τ.Θ. (Μ.Κ.3), την XXX Χ. (Μ.Κ.4), την παραπονούμενη Κ.Χ. (Μ.Κ.5), το XXX Κ. (Μ.Κ.6) και τη XXX Μ. (Μ.Κ.7). Μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία ενώ παρουσίασε και ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τη Σ. (ή Σ.) Χ. (Μ.Υ.1). Τα παραδεκτά γεγονότα στα οποία προέβηκαν η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης (Ένδειξη Α) έχουν ως ακολούθως: «
  1. Η ΧΧΧ Π. εργάζεται ως Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στο Γραφείο Ευημερίας στην Λεμεσό. Στις 15/5/2018 ενημερώθηκε από την συνάδελφο της ΧΧΧ Γ. ότι έλαβε παράπονο την 15.5.2018 από την Π.Κ., παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση, με ημερομηνία γέννησης 06/XXXXX/XXXXX και με αρ. ταυτότητας XXXXX η οποία την επισκέφτηκε στο γραφείο της με τον πατέρα της και την αδελφή της.
  2. Το παράπονο της πιο ως άνω παραπονούμενης Π. ή άλλως Σ.Κ. προς την λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας ΧΧΧ Γ. ήταν ότι ο πατέρας της φίλης της Κ.Χ. (παραπονούμενης επίσης στην παρούσα υπόθεση) ο οποίος ονομάζεται Π.Χ. (ο κατηγορούμενος) τις έπαιρνε (την ίδια και την Κ. ανωτέρω) από την στέγη XXXXX που βρίσκεται στο XXXXX κάθε Κυριακή, τις παρενοχλούσε σεξουαλικά και ερχόταν σε συνουσία μαζί τους παρά την θέληση τους.
  3. Τα ακριβή λόγια της Π. ή άλλως Σ.Κ. προς την ΧΧΧ Γ. σε σχέση με την λέξη συνουσία ήταν «έκαμνεν μας την δουλειά» «εγαμούσεν μας».
  4. Στις 16/5/2018 η πιο πάνω ΧΧΧ Π. έκανε προφορική καταγγελία στην Αστυνομία για διερεύνηση της υπόθεσης. Την 18/5/2018 ήταν παρούσα στην λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού από την παραπονούμενη Π.Κ. η οποία οπτικογραφημένη κατάθεση λήφθηκε αφού προηγουμένως η κα Π. έδωσε την γραπτή της συγκατάθεση. Στις 21/5/2018 η κα Π. συνόδευσε μαζί με την Γ/Αστ.XXXXX Μ.Κ. τις δύο πιο πάνω παραπονούμενες στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού που εξετάστηκαν από την Ιατροδικαστή Ε.Α. και στην συνέχεια τις συνόδευσε όπου εξετάστηκαν από την Κυβερνητικό Ψυχίατρο κα ΧΧΧ Χ.
  5. Οι πιο πάνω παραπονούμενες Π.Κ. και Κ.Χ. είναι άτομα με νοητική αδυναμία και επιβλέπονται από το γραφείο ευημερίας. Συγκεκριμένα η Κ.Χ. παρουσιάζει ήπια νοητική αδυναμία. Η παραπονούμενη Κ.Χ. έχει ημερομηνία γέννησης 24/XXXXX/XXXXX και αριθμό ταυτότητας XXΧΧΧ.
  6. Η ΧΧΧ Π. είναι Κοινωνική Λειτουργός στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Λεμεσού. Στις 20/5/2018 στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού ήταν παρούσα κατά την διάρκεια λήψης των δύο οπτικογραφημένων καταθέσεων της παραπονούμενης Κ.Χ. Η ΧΧΧ Παντελή πριν την λήψη κάθε οπτικογραφημένης κατάθεσης της Κ.Χ. έδινε την γραπτή της συγκατάθεση.
  7. Η γυναίκα Αστυφύλακας XXXXX Θ.Ν. την 18/5/2018 στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού στην παρουσία της ΧΧΧ Π. λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη Π.Κ. Δ.Τ. XXΧΧΧ.
  8. Η γυναίκα Αστυφύλακα XXXXX Ζ.Κ. του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Ιωάννη χειρίστηκε την συσκευή οπτικογράφησης που βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο από όπου λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση της Π.Κ. Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης η οποία ταυτόχρονα καταγράφηκε σε τρεις πρωτότυπους ψηφιακούς δίσκους έδωσε στους τρεις ψηφιακούς δίσκους τα διακριτικά Ζ.Κ1, ΖΚ2, και Ζ.Κ
  9. Στην συνέχεια, σφράγισε τους δύο ψηφιακούς δίσκους ήχου και εικόνας (dvd) με τα διακριτικά Ζ.Κ1 και Ζ.Κ2 με ταινία τεκμηρίων. Τα τεκμήρια με τα διακριτικά Ζ.Κ1 και Ζ.Κ2 φέρουν την υπογραφή της Αστυφύλακας XXXXX Ζ. Κ., της ΧΧΧ Π. του γραφείου Ευημερίας και της Αστυφύλακας XXXXX Θ.Ν. Ο τρίτος ψηφιακός δίσκος δεν σφραγίστηκε για σκοπούς απομαγνητοφώνησης. Τους πιο πάνω, τρεις ψηφιακούς δίσκους η αστυφύλακας XXXXX Ζ.Κ. την 18/5/2018 κα ώρα 15.00 τους παρέδωσε στην Αστυφύλακα XXXXX Μ.Κ.του Τ.Α.Ε Λεμεσού.
  10. Την 21/5/2018 στο Γυναικολογικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού η Ιατροδικαστικής Ε.Α. εξέτασε την παραπονούμενη Κ.Χ. Κατά την εξωτερική εξέταση που έκανε στην Κ.Χ. διαπίστωσε ότι δεν έφερε εξωτερικές κακώσεις. Επίσης κατά την γυναικολογική εξέταση δεν υπήρχαν κακώσεις στον κόλπο. Η Κ.Χ. είχε παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα. Από τον κόλπο της Κ.Χ. η Ιατροδικαστής Ε.Α. την 21/5/2018 και ώρα 10:47 π.μ. έλαβε 2 επιχρίσματα τα οποία παρέδωσε στην Γ/Αστ.XXXXX Μ.Κ.
  11. Επίσης την 21/5/2018 στο Γυναικολογικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού η Ιατροδικαστικής Ε.Α. εξέτασε την παραπονούμενη Π.Κ. και διαπίστωσε ότι δεν έφερε εξωτερικές κακώσεις. Κατά την γυναικολογική εξέταση δεν υπήρχαν κακώσεις στον κόλπο.
  12. Από τον κόλπο της Π.Κ. την 21/5/2018 και ώρα 10:58 π.μ. η Ιατροδικαστής Ε.Α. έλαβε 2 επιχρίσματα τα οποία παρέδωσε στην Γ/Αστ.XXXXX Μ.Κ. Η Π.Κ. είχε παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα.
  13. Η ρήξη παρθενικού υμένα μπορεί να γίνει με την είσοδο του ανδρικού πέους στον κόλπο μιας γυναίκας. Μετά την ρήξη του παρθενικού υμένα αρχίζει η επούλωση που διαρκεί συνήθως από 3 ως 15 ημέρες. Σε διάστημα δύο εβδομάδες με 20 ημέρες η τραυματική επιφάνεια δεν διακρίνεται καν και αυτό αναφέρεται ως παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα. Όταν έχουμε παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα, δεν μπορεί κάποιος ειδικός να προσδιορίσει τον ακριβή χρόνο που επεσυνέβη η ρήξη πέρα του ότι έχουν περάσει τουλάχιστον 20 ημέρες από την ρήξη του παρθενικού υμένα.
  14. Ο Αστυφύλακας XXXXX Θ. Θ. την 19/5/2018 και ώρα 21:15 στην Λεμεσό συνέλαβε τον κατηγορούμενο με δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Στην συνέχεια την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 22.00 - 23.50 έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση αφού προηγουμένως του εξήγησε όλα τα δικαιώματα του ως κρατούμενος.
  15. Η Γ/Αστ.XXXXX Μ.Κ. την 24/5/2018 μεταξύ των ωρών 08.50-09.25 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο.
  16. Η Γ/Αστ.XXXXX Μ.Κ.την 20/5/2018 έλαβε κατόπιν συγκατάθεσης 2 παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων. Επίσης η Γ/Αστ.XXXXX Μ.Κ. την 21/6/2018 έλαβε 2 παρειακά επιχρίσματα της παραπονούμενης Κ.Χ. για σκοπούς Επιστημονικών Εξετάσεων.
  17. Τα 2 παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου, τα 2 κολπικά επιχρίσματα της παραπονούμενης Κ.Χ., τα 2 κολπικά επιχρίσματα της παραπονούμενης Π.Κ. και τα 2 παρειακά επιχρίσματα της Κ.Χ. παραπονούμενης παραδόθηκαν στον Δρ. Μ.Κ. Διευθυντή/υπεύθυνο του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής για επιστημονικές εξετάσεις.
  18. Την 4/9/2018 σε έκθεση πραγματογνωμοσύνης με αρ. αναφοράς ΥΠ.Ε.Γ.Ε 3181/18 και 4040/18 που ετοίμασε ο Δρ. Μ.Κ. σε σχέση με τα πιο πάνω τεκμήρια κατέληξε μεταξύ άλλων ότι από τις εξετάσεις που έγιναν, στο επίπεδο του γενετικού υλικού δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τον κατηγορούμενο Π.Χ. με αντικείμενα της υπόθεσης αυτής.
  19. Ο Δρ. Μ.Κ. στο ερώτημα αν θα μπορούσε να παραμείνει και εντοπισθεί στο κόλπο γυναίκας ανδρικό βιολογικό υλικό για τουλάχιστον 48 ώρες μετά την συνουσία απαντά ότι: κάτω από κάποιες συνθήκες, σε περιπτώσεις όπου υπάρχει διείσδυση ανδρικού πέους στον κόλπο γυναίκας θα μπορούσε να εντοπισθεί ανδρικό βιολογικό υλικό στον κόλπο είτε με είτε χωρίς εκσπερμάτωση μετά την παρέλευση 48 ωρών από την εν λόγω διείσδυση. Σημειώνεται όμως ότι υπάρχουν συνθήκες οι οποίες θα καθιστούσαν δύσκολο έως αδύνατο τον εντοπισμό ανδρικού βιολογικού υλικού στον κόλπο γυναίκας, μετά από συνουσία. Σχετικές αναφορές γίνονται πιο κάτω. (παράγραφοι α μέχρι ζ). Ο Δρ. Μ.Κ. στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει συνουσία και μετά την παρέλευση 48 ωρών από το συμβάν να μην εντοπισθεί στο κόλπο της γυναίκας ανδρικό βιολογικό υλικό απαντά ότι: Υπάρχουν συνθήκες οι οποίες θα εμπόδιζαν την παραμονή ή/και εντοπισμό ανδρικού βιολογικού υλικού στον κόλπο γυναίκας μετά από διείσδυση ανδρικού πέους στον κόλπο της. Εάν και εφόσον οι ισχυρισμοί για συνουσία, ενός άνδρα με μία γυναίκα, είναι αληθείς, ο μη εντοπισμός βιολογικών ουσιών του άνδρα σε κολπικά επιχρίσματα του θύματος μπορεί να οφείλεται σε ένα ή περισσότερους από τους εξής λόγους: α. Η χρήση προφυλακτικού δεν θα επέτρεπε τον εντοπισμό ανδρικού βιολογικού υλικού στον κόλπο γυναίκας μετά από συνουσία με κάποιον άνδρα. β. Ταχεία καταστροφή του ανδρικού βιολογικού υλικού που μπορεί να είχε εναποτεθεί στον κόλπο της γυναίκας όπως επίσης και αφαίρεση του από ενέργειες και πρακτικές που αφορούν την προσωπική υγιεινή της γυναίκας, όπως π.χ. επισκέψεις στο αποχωρητήριο, κάνοντας μπάνιο, σκούπισμα της περιοχής των περιγεννητικών οργάνων ή/και του κόλπου κ.λ.π. γ. Μπορεί να μην υπήρχε εκσπερμάτωση εντός του κόλπου (δηλαδή εναπόθεση σπερματικών κυττάρων εντός του κόλπου) με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη ή αδύνατη η ανίχνευση ανδρικών επιθηλιακών κυττάρων σε κολπικό επίχρισμα λόγω του ότι είναι αναμενόμενο ότι το κολπικό επίχρισμα θα έχει πολύ μεγάλες ποσότητες γυναικείου γενετικού υλικού συγκριτικά με πολύ μικρότερες ποσότητες ανδρικού γενετικού υλικού. δ. Μπορεί να υπάρχουν στα κολπικά επιχρίσματα σπερματικές ουσίες αλλά οι ποσότητες τους μπορεί να είναι κάτω από το όριο ανίχνευσης του τεστ που χρησιμοποιήθηκε, έτσι να μην ανιχνεύονται και ως εκ τούτου να παρατηρείται αρνητικό αποτέλεσμα. Στην παρούσα υπόθεση το τεστ που χρησιμοποιήθηκε για την πιθανή παρουσία σπερματικών ουσιών ήταν το SERATEC PSA SEMIQUANT (βλέπετε Έκθεση 3181-2018, σελίδα 8, πρώτη παράγραφος κάτω από τον τίτλο "ΑΛΛΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ"). ε. Μπορεί στα κολπικά επιχρίσματα η ποσότητα του ανδρικού γενετικού υλικού να είναι κάτω του ορίου ανίχνευσης των κιτ που χρησιμοποιήθηκαν για τις αναλύσεις STRs. Έτσι, δεν εντοπίζεται ανδρικό γενετικό υλικό στα κολπικά επιχρίσματα. Στη συγκεκριμένη υπόθεση τα κιτ που χρησιμοποιήθηκαν ήταν το PowerPlex ESX-17 Fast (Βλέπετε έκθεση του ΕΔΙΓ με αριθμό 3181-2018, σελίδα 7, δεύτερη παράγραφος κάτω από τον τίτλο "ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ DNA») και το PowerPlex-Y23 (Βλέπετε έκθεση του ΕΔΙΓ με αριθμό 3181-2018, σελίδα 8, πρώτη παράγραφος). στ. Η φυσική κατάσταση του άνδρα, κατά τη χρονική στιγμή της συνουσίας, που μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να μην εναποθέτει με ευκολία τα ανδρικά κύτταρα του στον κόλπο της γυναίκας. Δηλαδή, να έχει την ιδιότητα του "κακού δότη" γενετικού υλικού. ζ. Μπορεί να υπάρξει απομάκρυνση του σπέρματος ή άλλων ανδρικών βιολογικών ουσιών λόγω εκροής από τον κόλπο ή καταστροφής τους από το περιβάλλον του κόλπου. η. Όσο το χρονικό διάστημα μεταξύ της συνουσίας και της λήψης κολπικών επιχρισμάτων διευρύνεται τόσο μειώνονται οι πιθανότητες εντοπισμού ανδρικού γενετικού υλικού στα κολπικά επιχρίσματα. 19) Η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, φύλαξη διακίνηση όλων των τεκμηρίων μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο έγινε ορθά και νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε πλήν για τις επιστημονικές εξετάσεις στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. 20) Η οπτικογραφημένη κατάθεση που λήφθηκε την 18/5/18 από Π. ή άλλως Σ.Κ. Δ.Τ. XXΧΧΧ παραπονούμενης στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε ορθά και νομότυπα τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 του Περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου του 2001 (95(I)/2001). 21) Οι δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις που λήφθηκαν την 20/5/18 από την Κ.Χ. Δ.Τ. XXΧΧΧ παραπονούμενης στην παρούσα υπόθεση λήφθηκαν ορθά και νομότυπα τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 του Περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου του 2001 (95(Ι)/2001).» Σε σχέση με το αναφερόμενο παράπονο στις παραγράφους 2 και 3 της Ένδειξης Α το οποίο έγινε από την Π.(Σ.)Κ., διευκρινίστηκε ότι είναι παραδεκτό ότι έγινε παράπονο ως γεγονός, όχι όμως ότι είναι αληθές το περιεχόμενο του παραπόνου αυτού. Επίσης διευκρινίστηκε σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 18 τα οποία αφορούν τις απαντήσεις του Δρ. Μ. Κ. (Μ.Κ.6) στο ερώτημα που του τέθηκε ότι είναι αποδεκτή η απάντηση που έδωσε, όμως η πλευρά της Υπεράσπισης δήλωσε αυτοί οι λόγοι που απαριθμεί ο Μ.Κ.6 ισχύουν γενικά. Διευκρινίστηκε τέλος να μη ληφθεί υπόψη η ημερομηνία αδικήματος που αναφέρεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου
  20. Περαιτέρω, κατά την παράθεση των παραδεκτών γεγονότων (Ένδειξη Α), κατατέθηκαν εκ συμφώνου: - Το Δικαστικό Ένταλμα Σύλληψης για το οποίο γίνεται αναφορά στην παράγραφο 13 της Ένδειξης Α (Τεκμήριο 1). - Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 19.05.2018 η οποία επίσης αναφέρεται στην παράγραφο 13 της Ένδειξης Α (Τεκμήριο 2). - Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 24.05.2018 η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 14 της Ένδειξης Α (Τεκμήριο 3). - Η Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης με αρ. αναφοράς ΥΠ.Ε.Γ.Ε. 3181/18 και 4040/18 ημερομηνίας 04.09.2018 που ετοιμάστηκε από τον Μ.Κ.6 στην Ένδειξη Α (Τεκμήριο 4). Ο Μ.Κ.1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι μέχρι την 08.05.2018 ήτο φροντιστής στο γηροκομείο «XXXXX» στο XXXXX (το ίδρυμα), το οποίο σταμάτησε τη λειτουργία του. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε στη συνέχεια ότι στο τελευταίο διάστημα λειτουργίας του ιδρύματος, φιλοξενούνταν άτομα με ειδικές ανάγκες, μεταξύ άλλων και η Π.(Σ.) Κ., 19 ετών και η Κ. Χ. (Μ.Κ.5), 20 ετών, οι οποίες είναι άτομα με νοητική υστέρηση. Η Σ. φιλοξενείτο από το Φεβρουάριο του έτους 2018 και η Κ. από τον Οκτώβριο του έτους 2017 μέχρι την ημέρα που έκλεισε το ίδρυμα. Τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, συνέχισε, είχαν πολύ στενή φιλική σχέση και για το λόγο αυτό απέφευγε να τις αφήνει να φεύγουν μαζί για κοντινούς περιπάτους γιατί παρέσυρε η μια την άλλη. Ο πατέρας της Κ. (κατηγορούμενος) ερχόταν κάθε Κυριακή στο ίδρυμα και την έπαιρνε μαζί του. Λόγω του ότι η Σ. παραπονείτο και ήθελε και αυτή να μεταβαίνει στον πατέρα της ο οποίος ήταν τυφλός (η μητέρα της είχε αποβιώσει), ο ίδιος αφού συνεννοείτο τηλεφωνικά με τον πατέρα της και λάμβανε την έγκριση του, ζητούσε από τον κατηγορούμενο να την μεταφέρει σ' αυτόν, κάτι που έγινε 4-5 φορές. Πρόσθεσε ότι απ' ότι γνωρίζει, μία φορά ο κατηγορούμενος μετέφερε τη Σ. στο σπίτι του για φαγητό, κάτι που ανέφερε στον πατέρα της. Ο ίδιος είχε πολύ καλή σχέση με τις δύο κοπέλες και γι' αυτό όταν συνέβαινε κάτι, ήτο το πρώτο άτομο που του το ανέφερναν. Τόσο η Κ. όσο και η Σ., δεν ανέφεραν στον ίδιο οτιδήποτε σε σχέση με τον πατέρα της Κ., ούτε ο ίδιος υποψιάστηκε τίποτε, καταλήγοντας ότι την 15.05.2018 ο ίδιος μίλησε τηλεφωνικώς με τη Σ. και αυτή του ανέφερε ότι είχε τσακωθεί με την Κ. χωρίς όμως να του αναφέρει το λόγο. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ακόμα ότι όταν έκλεισε το XXXXX την 08.05.2018, ο κατηγορούμενος παρέλαβε την Κ. και την πήρε μαζί του μέχρι να βρει άλλη στέγη γι' αυτήν. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 ρωτήθηκε σε σχέση με την αναφορά του κατά την κύρια εξέταση σε σχέση με τη Σ. και την Κ. ότι «παρέσυρε η μια την άλλη», δηλαδή ρωτήθηκε κατά πόσο ήτο η Σ. που ασκούσε πολύ περισσότερη επιρροή πάνω στην Κ. και ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε ένα τέτοιο ερώτημα. Χαρακτήρισε και τις δύο πιο πάνω κοπέλες ως παιδιά με ειδικές ανάγκες, με νοητική υστέρηση, ότι «μπορούν να κάνουν τα πάντα για μια σοκολάτα», ή γενικά όταν ήθελαν να κάνουν κάτι. Ερωτώμενος κατά πόσο η Σ. είχε οποιεσδήποτε απαιτήσεις από τον κατηγορούμενο, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι από τον ίδιο ζητούσε να πάει μαζί με τον κατηγορούμενο για να τη μεταφέρει στον πατέρα της και ότι ο κατηγορούμενος συναινούσε σε κάτι τέτοιο, χωρίς οποιουσδήποτε ενδοιασμούς. Κατά τις συνεννοήσεις με τον πατέρα της Σ., ο τελευταίος δεν του ανέφερε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Δεν θυμόταν οποιαδήποτε περίπτωση στην οποία η Σ. να απαιτούσε από τον κατηγορούμενο να της αγοράσει άλλο κινητό τηλέφωνο λόγω του ότι η Κ. της είχε καταστρέψει το δικό της. Ο Μ.Κ.1 ρωτήθηκε και σε σχέση με την αναφορά του κατά την κύρια εξέταση του ότι όταν συνέβαινε κάτι κακό, τότε η Σ. και η Μ.Κ.5 ο ίδιος ήτο το πρώτο άτομο που το ανέφερναν. Ο Μ.Κ.1 διευκρίνισε σε σχέση με την αναφορά αυτή, ότι στο XXXXX που εργαζόταν φιλοξενούνταν «42 ψυχασθενείς και άτομα με ειδικές ανάγκες» και ότι αν συνέβαινε κάτι σε αυτή την ομάδα ατόμων, ο ίδιος ήτο το πρώτο άτομο στο οποίο έτρεχαν για προστασία και ήθελαν να πουν οτιδήποτε. Αυτά αφορούσαν όχι σημαντικά πράγματα, δηλαδή αν π.χ. έσπρωξε κάποιο πρόσωπο ένα άλλο, αν του πήρε μια φέτα από το ψωμί του κλπ. Όταν κάποιο από τα άτομα αυτά έβγαινε έξω από το ίδρυμα, δεν του έλεγαν οτιδήποτε. Από τα άτομα αυτά υπήρχαν 8 - 10 κορίτσια με τα οποία είχε σχέση μαζί τους και προσπαθούσε να τα βοηθήσει αλλά δεν έτυχε να του αναφέρουν οτιδήποτε σημαντικό συνέβηκε εκτός του ιδρύματος. Ο ίδιος δεν ήταν ο μοναδικός φροντιστής του ιδρύματος, ενώ αν πληροφορείτο οτιδήποτε σημαντικό, θα έπρεπε να το αναφέρει στο Γραφείο Ευημερίας. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε επίσης ότι όταν η Σ. του ανέφερε ότι είχε τσακωθεί με την Κ., δεν αντιλήφθηκε ότι αυτή ήταν αναστατωμένη. Ο Μ.Κ.1 ρωτήθηκε ακόμα κατά πόσο η Σ. και η Κ. είχαν την τάση να λένε ψέματα. Ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι ο ίδιος είναι φροντιστής και δεν μπορούσε να ξέρει πότε του έλεγαν αλήθεια και πότε ψέματα. Ο ίδιος απλώς τις άκουγε και τις συμβούλευε να μην τσακώνονται. Δέχθηκε ότι τις «έπιασε» να λένε ψέματα, αλλά δεν αφορούσαν σημαντικά περιστατικά, δηλαδή μπορεί να τις ρωτούσε πού βρίσκονταν προηγουμένως και να του έλεγαν ότι ήσαν στο δωμάτιο τους ενώ ήσαν στην κουζίνα. Αρνήθηκε ότι τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι η Σ. και η Κ. έλειπαν για δύο μέρες από το ίδρυμα. Εξάλλου, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να ειδοποιηθεί η Αστυνομία. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε επίσης ότι η Σ. διέθετε κινητό τηλέφωνο και την είχε δει να το χρησιμοποιεί. Υποβλήθηκε στο Μ.Κ.1 ότι ο ίδιος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι η Σ. τηλεφωνούσε στην αδελφή της και η τελευταία διευθετούσε να συναντά άντρες η Σ. εκτός του ιδρύματος και απάντησε ότι δεν θυμάται κάτι τέτοιο. Αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος του έκανε παράπονο ότι η Σ. και η Κ. έφευγαν από το ίδρυμα ενώ ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο οι πιο πάνω κοπέλες έφευγαν κρυφά από αυτό από την πίσω πόρτα του. Αρνήθηκε ακόμα ότι ο κατηγορούμενος του εισηγήθηκε να κλειδώνεται η πίσω πόρτα του ιδρύματος για να μην φεύγουν κρυφά από την πόρτα αυτή, προσθέτοντας ότι κάτι τέτοιο ήτο αντίθετο με τους κανονισμούς ασφάλειας του ιδρύματος. Η Μ.Κ.2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι η εξεταστής της υπόθεσης και αναφέρθηκε στις ενέργειες τις οποίες προέβηκε. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο. Κατέθεσε στο Δικαστήριο την οπτικογραφημένη κατάθεση της Σ. η οποία λήφθηκε την 18.05.2018 την οποία η ίδια παρέλαβε από συνάδελφο της (τρεις πρωτότυποι ψηφιακοί δίσκοι - Τεκμήρια 5Α, 5Β και 5Γ), ως επίσης την απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της στην οποία προέβηκε η ίδια (Τεκμήριο 6). Κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο την οπτικογραφημένη κατάθεση της Κ. την οποία έλαβε την 20.05.2018 και μεταξύ των ωρών 17:21 - 17:33 (σύμφωνα με το ρολόι χεριού της) μετά από συγκατάθεση της ίδιας ως επίσης της Οικογενειακής Συμβούλου του Γραφείου Κοινωνικών Υπηρεσιών η οποία ήταν παρούσα (ΧΧΧ Π.) και με τη βοήθεια του Μ.Κ.3 ο οποίος χειριζόταν τη συσκευή οπτικογράφησης που βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο από όπου λήφθηκε η κατάθεση (τρεις πρωτότυποι ψηφιακοί δίσκοι Τεκμήρια 7Α, 7Β και 7Γ). Κατέθεσε ακόμα τη δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση που έλαβε από την Κ. την ίδια μέρα, μεταξύ των ωρών 17:50 - 17:55 (σύμφωνα με το ρολόι χεριού της) μετά από συγκατάθεση της ίδιας και της ως άνω Οικογενειακής Συμβούλου και με τη βοήθεια του Μ.Κ.3 (τρεις πρωτότυποι ψηφιακοί δίσκοι - Τεκμήρια 8Α, 8Β και 8Γ). Περαιτέρω κατέθεσε την απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της πρώτης κατάθεσης της Κ. στην οποία προέβηκε από το Τεκμήριο 7Γ (Τεκμήριο 9) και την απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της δεύτερης κατάθεσης της στην οποία προέβηκε από το Τεκμήριο 8Γ (Τεκμήριο 10). Η Μ.Κ.2 δικαιολόγησε τη λήψη της δεύτερης οπτικογραφημένης κατάθεσης λίγα λεπτά μετά τη λήψη της πρώτης αναφέροντας ότι βγαίνοντας από το δωμάτιο οπτικογράφησης με το τέλος της πρώτης κατάθεσης, η Κ. της ανέφερε ότι πιθανόν να ήταν έγκυος γιατί δεν είχε δει περίοδο, αλλά και γιατί ο κατηγορούμενος είχε εκσπερματώσει μέσα της, ότι ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι πιθανόν να ήταν έγκυος ο οποίος της ζήτησε να «ρίξει το μωρό» γιατί μπορεί να ήταν δικό του. Έτσι, θεώρησε σωστό να λάβει δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση από την Κ.. Πρόσθεσε επίσης ότι υπόβαλε σχετική ερώτηση στον κατηγορούμενο κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης που του έλαβε (Τεκμήριο 3), ούτως ώστε να τοποθετηθεί ο ίδιος στη νέα μαρτυρία που είχε. Η Μ.Κ.2 κατέθεσε επίσης τη γραπτή δήλωση της ίδιας προς τη συνοδό της Κ., δηλαδή την ως άνω Οικογενειακή Σύμβουλο πριν τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης (Τεκμήριο 11), τη γραπτή συγκατάθεση της ως άνω συνοδού (Τεκμήριο 12) και τη γραπτή συγκατάθεση της Κ. (Τεκμήριο 13) σε σχέση με την πρώτη κατάθεση αλλά και τη γραπτή συγκατάθεση της Κ. (Τεκμήριο 14) και της ως άνω συνοδού (Τεκμήριο 15) σε σχέση με τη δεύτερη κατάθεση. Ως Τεκμήριο 16 κατέθεσε τα στοιχεία του κατηγορούμενου (στοιχεία καταθέτη) τα οποία έλαβε την ημέρα που του έλαβε την ανακριτική κατάθεση ενώ ως Τεκμήριο 17 κατέθεσε τα στοιχεία της βιολογικής μητέρας (XXX ή XXX Σ.Χ.) της Κ. και την κατάθεση που της λήφθηκε (Τεκμήριο 18). Διευκρίνισε ότι το πιο πάνω πρόσωπο διέμενε στην οδό XXXXX 7Β, Λεμεσός, δηλαδή δεν έμενε μαζί με τον κατηγορούμενο ο οποίος έμενε σε διαφορετική διεύθυνση (XXX 33, XXXXX). Η Μ.Κ.2 αναφέρθηκε ακόμα στην ερώτηση 14 της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο την 19.05.2018 (Τεκμήριο 2) όπου ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε κατά πόσο διατηρεί ερωτικό δεσμό με οποιοδήποτε πρόσωπο και αυτός απάντησε ότι εδώ και δύο χρόνια διατηρούσε ερωτικό δεσμό με κοπέλα από το Βιετνάμ που ονομαζόταν XXXXX, με αριθμό τηλεφώνου XXXXX η οποία πρόσεχε μία ηλικιωμένη γυναίκα στον Άγιο Νικόλαο και ερχόταν κάθε Σάββατο στο σπίτι του. Η ίδια επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το πιο πάνω τηλέφωνο την 25.05.2018 και το πρόσωπο με το οποίο μίλησε της ανέφερε ότι δεν είχε σχέση με τον κατηγορούμενο και ετοίμασε σχετικό ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 19). Η Μ.Κ.2 κατέθεσε περαιτέρω στο Δικαστήριο τις Ψυχιατρικές Εκθέσεις της Σ., ημερομηνίας 24.05.2018 (Τεκμήριο 20) και της Κ. ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 21). Η ίδια είχε συνοδεύσει τη Σ. και την Κ. για να εξεταστούν. Κατέθεσε επίσης ημερολόγιο του έτους 2018 (Τεκμήριο 22). Η Μ.Κ.2 ανέφερε στη συνέχεια ότι κατά το χρόνο της (ισχυριζόμενης) διάπραξης των αδικημάτων ζούσε μόνο ο πατέρας της Σ. ο οποίος ήταν τυφλός, όχι όμως μητέρα της. Σήμερα δεν βρίσκεται εν ζωή ούτε ο πατέρας της. Η Μ.Κ.2 ανέφερε επίσης ότι από τις 08.05.2018, ημερομηνία κατά την οποία έκλεισε το ίδρυμα, η Κ. έμενε μαζί με τον πατέρα της, μέχρι την 19.05.2018 που ο τελευταίος συνελήφθηκε και στη συνέχεια μετακόμισε και διέμενε μαζί με τη μητέρα της στην οδό XXX 7Β. Όταν η ίδια έλαβε τις καταθέσεις από την Κ. την 20.05.2018, η ίδια έμενε με τη μητέρα της στην ως άνω διεύθυνση. Περαιτέρω κατέθεσε στο Δικαστήριο αίτηση για Επιστημονική Εξέταση Τεκμηρίων ημερομηνίας 23.05.2018 προς το Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας (Τεκμήριο 23), τα παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 24), τα κολπικά επιχρίσματα της Κ. (Τεκμήριο 25), τα κολπικά επιχρίσματα της Σ. (Τεκμήριο 26), Αίτηση για Επιστημονική Εξέταση Τεκμηρίων ημερομηνίας 23.05.2018 σε σχέση με τα παρειακά επιχρίσματα της Κ. (Τεκμήριο 27) και τα παρειακά επιχρίσματα της Κ. (Τεκμήριο 28) και διευκρίνισε ότι η Έκθεση του δρ. Κ. (Τεκμήριο 4) αφορά τα πιο πάνω Τεκμήρια. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.2 δέχθηκε ότι από την εξέταση των Τεκμηρίων που στάληκαν για εξέταση στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας δεν προέκυψε οτιδήποτε το ενοχοποιητικό για τον κατηγορούμενο ο οποίος συγκατατέθηκε να του ληφθούν παρειακά επιχρίσματα. Δέχθηκε επίσης ότι μέχρι η λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στο Γραφείο Ευημερίας Α. Π. υποβάλει παράπονο σε σχέση με τη Σ., δεν υπήρχε οποιαδήποτε καταγγελία ή παράπονο σε σχέση με την Κ.. Η ίδια προχώρησε σε λήψη κατάθεσης από την Κ. έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της κατάθεσης της Σ. Αρνήθηκε ότι κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης από την Κ. αυτή της ανέφερε ότι είναι η Σ. που της ζήτησε να προβεί στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην κατάθεση της. Ό,τι της λέχθηκε έχει καταγραφεί στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεση της Κ. Αρνήθηκε ότι έλαβε δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση από την Κ. επειδή η Κ. δεχόταν πιέσεις από τη Σ. η οποία είχε διαφορές με τον κατηγορούμενο. Ούτε η Κ. της ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με ένα κινητό τηλέφωνο της Σ. το οποίο είχε σπάσει η ίδια και η Σ. το απαιτούσε από τον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2 δέχθηκε ακόμα ότι τα κολπικά επιχρίσματα της Κ. λήφθηκαν την 21.05.2018, δηλαδή τρεις μέρες μετά την τελευταία ισχυριζόμενη συνουσία (18.05.2018). Δεν θυμόταν αν ρώτησε την Κ. κατά πόσο έκανε μπάνιο ή έπλυνε τα γεννητικά της όργανα μέχρι την 21.05.
  21. Η Μ.Κ.2 ρωτήθηκε αν γνωρίζει κατά πόσο η Κ. εμπλέκεται σε κάποια υπόθεση συνουσίας με κάποιο άτομο 85 ετών και το γιο του και απάντησε αρνητικά. Της υποδείχθηκε εκτυπωμένο απόσπασμα από ηλεκτρονική εφημερίδα ημερομηνίας 05.09.2019 (Τεκμήριο Α δι' αναγνώριση). Η Μ.Κ.2 απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις - υποβολές, είπε ότι η ίδια δεν διαπίστωσε ότι η Κ. έχει ιστορικό λανθασμένων και ψευδών ισχυρισμών ή ότι συμπεριφέρεται με παράλογο και αλλοπρόσαλλο τρόπο, παραπέμποντας στο γεγονός ότι εξετάστηκε από ψυχίατρο. Υποδείχθηκαν στη Μ.Κ.2 επιστολή του συνηγόρου του κατηγορούμενου προς την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού σε προσοχή ΤΑΕ Λεμεσού, Γ/Αστ.XXXXX Μ. Κ., δηλαδή τη Μ.Κ.2, ημερομηνίας 26.03.2019 με την οποία ζητείτο η έκθεση του δρ. Μ. Κ. (Τεκμήριο 4) και κάποιες άλλες καταθέσεις (Τεκμήριο Β δι' αναγνώριση) ως επίσης επιστολή ημερομηνίας 04.10.2019 η οποία αποτελεί υπενθύμιση της πρώτης (Τεκμήριο Γ δι' αναγνώριση) και η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν τις έχει υπόψη της, διευκρινίζοντας ότι κατά την ημερομηνία της πρώτης επιστολής, η ίδια απουσίαζε με άδεια μητρότητας και ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε σκοπιμότητα να μην δοθεί οποιοδήποτε μέρος του μαρτυρικού υλικού στο συνήγορο υπεράσπισης. Η Μ.Κ.2 ρωτήθηκε γιατί δεν αναφέρει στις γραπτές καταθέσεις της που αποτελούν μέρος της κυρίως εξέτασης της (Ένδειξη Γ1 και Γ2) ότι ο λόγος που έλαβε δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση από την Κ. είναι ότι μόλις ολοκληρώθηκε η πρώτη κατάθεση, η Κ. της ανέφερε ότι είχε καθυστερήσει η περίοδος της, ο κατηγορούμενος είχε εκσπερματώσει μέσα της και ότι πιθανόν να ήταν έγκυος και η Μ.Κ.2 παραδέχθηκε ότι ήταν παράλειψη της, αρνούμενη όμως οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Όσον αφορά την κοπέλα από το Βιετνάμ την οποία αναφέρει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος και με την οποία μίλησε στο τηλέφωνο, η ίδια δεν διαπίστωσε η εν λόγω κοπέλα να διακατέχεται από φόβο ή οποιοδήποτε παρόμοιο συναίσθημα και δήλωσε άγνοια σε υποβολή που της τέθηκε ότι η εν λόγω κοπέλα της ανέφερε ότι δεν είχε δεσμό με τον κατηγορούμενο λόγω φόβου μήπως εμπλακεί με τις Αστυνομικές Αρχές. Της υποβλήθηκε επίσης ότι η Κ. γνώριζε αυτή την κοπέλα από το Βιετνάμ και ότι είχαν φιλικές σχέσεις. Η Μ.Κ.2 απάντησε ότι για την ίδια δεν υπήρχε λόγος να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι κατείχε στοιχεία υπέρ του κατηγορούμενου τα οποία δεν ήθελε να βγουν στο φως. Επανέλαβε ακόμα ότι δεν υπέπεσε στην αντίληψη της οποιαδήποτε πληροφορία για ένα κινητό τηλέφωνο που ανήκε στη Σ., καταστράφηκε από την Κ. και ότι η Σ. το απαιτούσε από τον κατηγορούμενο. Τέλος η Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι όταν ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον κατηγορούμενο τον αποκαλούσε βιαστή και τον πίεζε πολύ για να προβεί σε παραδοχή, αναφέροντας ακόμα ότι απλώς τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του και του έλαβε ανακριτική κατάθεση. Κατά το χρόνο που συνελήφθη ο κατηγορούμενος, η ίδια δεν ήτο καθήκον και ότι ανέλαβε την υπόθεση μετά από μία-δύο μέρες. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι αδειοδοτημένος λήπτης και χειριστής μηχανημάτων οπτικογράφησης για σκοπούς λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων. Αναφέρθηκε στις δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις της Κ. που λήφθηκαν την 20.05.2018 από τη Μ.Κ.2 στην παρουσία της λειτουργού του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας XXX Π., ότι ο ίδιος χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφισης που βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο από όπου λήφθηκε η κατάθεση η οποία οπτικογραφεί την κατάθεση σε τρεις ψηφιακούς δίσκους και ότι ετοίμασε τρεις πρωτότυπους ψηφιακούς δίσκους για κάθε κατάθεση, διευκρινίζοντας ότι τους δύο πρώτους τους σφράγισε ενώ το τρίτο όχι για σκοπούς απομαγνητοφώνησης. Ο Μ.Κ.3 αναγνώρισε τα Τεκμήρια 7Α, 7Β και 7Γ ως τους τρεις ψηφιακούς δίσκους μέσω των οποίων αποδίδεται η πρώτη κατάθεση της Κ., χωρίς να αφαιρεθεί ή να προστεθεί οτιδήποτε και πρόβαλε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 7Γ με σκοπό να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης της Κ. Κατά το χρόνο προβολής, αναγνώρισε τη Μ.Κ.2, τη Λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και την Κ., ενώ έδωσε επεξηγήσεις για την ώρα και την ημερομηνία που απεικονίζονται κατά την προβολή, ότι δηλαδή είναι η ώρα και η ημερομηνία με την οποία ενημερώνεται η συσκευή οπτικογράφησης μέσω δορυφόρου. Το ίδιο έπραξε και σε σχέση με το Τεκμήριο 8Γ μέσω του οποίου αποδίδεται η δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση της Κ. Τέλος, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι πέραν της λήψης των δύο οπτικογραφημένων καταθέσεων δεν είχε οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή στην υπόθεση, κάτι που επανέλαβε και κατά την αντεξέταση του χωρίς να αντεξεταστεί περαιτέρω. Η Μ.Κ.4 (Κυβερνητική Ψυχίατρος) αναγνώρισε το Τεκμήριο 20 (Ψυχιατρική Έκθεση για τη Σ. ημερομηνίας 24.05.2018) και το Τεκμήριο 21 (Ψυχιατρική Έκθεση για την Κ. ίδιας ημερομηνίας), συμπληρώνοντας ότι είναι η ίδια που τα ετοίμασε, υιοθετώντας το περιεχόμενο τους. Η Μ.Κ.4 ανέφερε στη συνέχεια ότι εξέτασε την Κ. και τη Σ. την 21.05.2018 οι οποίες προσήλθαν σ' αυτήν με συνοδεία Αστυνομίας με σκοπό να τις εξετάσει και να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο μπορούσαν να παρακολουθήσουν τη δικαστική διαδικασία. Έτσι, τις εξέτασε μαζί με μια συνάδελφο της και αυτές της περιέγραψαν ότι ήρθαν σε σεξουαλική επαφή με τον πατέρα της Κ. (κατηγορούμενο). Και οι δύο κοπέλες περιέγραψαν τα ίδια πράγματα. Όσον αφορά την απάντηση της στο ερώτημα κατά πόσο μπορούσαν να παρακολουθήσουν τη Δικαστική διαδικασία, η απάντηση της ήταν ότι «Βεβαίως και μπορούν. Δεν εμφανίζουν κάποια ενεργό ψυχοπαθολογία που να τις εμποδίζει να καταθέσουν». Η Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στην αναφορά της στο Τεκμήριο 21 ότι η Κ. κατά την εξέταση της ήταν πολύ περιγραφική, ο λόγος της είχε συνέχεια και παρουσίαζε απρόσφορο συναίσθημα. Εξήγησε ότι «απρόσφορο συναίσθημα» σημαίνει ότι το συναίσθημα δεν συνάδει με τις καταστάσεις. Δηλαδή περιέγραφε κάποια πράγματα γελώντας, πράγμα που δηλώνει ότι ήταν αμήχανη, είτε ίσως δεν αντιλαμβανόταν τη βαρύτητα των πράξεων και της κατάστασης στην οποία περιήλθε και η αντίδραση της μπορεί να οφείλεται σε πάρα πολλούς λόγους, όπως σε αμηχανία αλλά και στην κατάσταση της που παρουσιάζει μια νοητική υστέρηση. Όσον αφορά τη Σ., αυτή περιέγραψε τα συμβάντα με συνοχή και ήταν ακριβής στις απαντήσεις της, χωρίς ενεργό ψυχοπαθολογία. Δηλαδή «απαντούσε κανονικά όπως όλοι μας». Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.4 ρωτήθηκε για την αναφορά της στο Τεκμήριο 21 ότι η Κ. ήταν «χωρίς ενεργό ψυχοπαθολογία στην παρούσα φάση» και εξήγησε ότι αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχαν ούτε κάποια στοιχεία κατάθλιψης ούτε κάποια στοιχεία ψύχωσης, δηλαδή η Κ. δεν ήταν αποδιοργανωμένη. Δέχθηκε ότι στον πιο πάνω ορισμό συμπεριλαμβάνονται οι παραληρητικές ιδέες, δηλαδή το άτομο να ζει σε μια διαφορετική διάσταση. Η Μ.Κ.4 διευκρίνισε ότι η διαπίστωση της ότι η Κ. ήταν «χωρίς ενεργό ψυχοπαθολογία στην παρούσα φάση» εννοεί ότι ήταν χωρίς ενεργό ψυχοπαθολογία τη συγκεκριμένη δεδομένη στιγμή που την εξέτασε. Ερωτώμενη κατά πόσο μπορούσε να είχε παρουσιάσει ενεργό ψυχοπαθολογία στο παρελθόν, η Μ.Κ.4 απάντησε γενικά ότι δηλαδή «όλος ο κόσμος μπορεί να είχε παρουσιάσει». Το ίδιο ισχύει και για το μέλλον, δεν μπορεί να αποκλειστεί οποιοδήποτε άτομο. Πρόσθεσε ότι το γεγονός ότι η Κ. και η Σ. παρουσιάζουν νοητική υστέρηση, παρουσιάζουν δηλαδή διαταραχές συμπεριφοράς και ψύχωσης, δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Τέτοια άτομα λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή σε σχέση με τις διαταραχές συμπεριφοράς τους επειδή είναι άτομα που δεν μπορούν να ελέγξουν τα συναισθήματα τους, έχουν κάποια ξεσπάσματα θυμού, μια πιο επιθετική συμπεριφορά και νοητικά είναι πιο κοντά στο μυαλό ενός παιδιού παρά ενός ενήλικα. Πρόσθεσε ότι λεπτομέρειες για το θέμα της νοητικής υστέρησης και ποιος ο βαθμός νοητικής υστέρησης της Κ. και της Σ. θα μπορούν να δοθούν από τη ψυχολόγο (Μ.Κ.7). Συμπλήρωσε ότι η ίδια μια φορά είχε δει την Κ. τη μέρα που την εξέτασε και παρέπεμψε στη Μ.Κ.7 που την είχε παρακολουθήσει περισσότερες φορές. Η ίδια παρακολουθούσε στο παρελθόν τη Σ.. Η Μ.Κ.4 ρωτήθηκε κατά πόσο τέτοια άτομα όπως η Κ. και η Σ. θα μπορούσαν να πουν ψέματα, να πλάσουν δηλαδή μια ιστορία που δεν συνέβηκε στην πραγματικότητα παρά μόνο στο μυαλό τους. Η Μ.Κ.4 απάντησε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο και ότι η ίδια μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι και οι δύο κοπέλες είπαν το ίδιο πράγμα, ότι δηλαδή ήρθαν σε σεξουαλική επαφή με τον πατέρα της Κ. (κατηγορούμενο). Δέχθηκε ότι τέτοια άτομα όπως η Κ. και η Σ. μπορούν να επηρεαστούν από άλλα άτομα αλλά σίγουρα όμως δεν μπορούν «να περάσουν μια σκευωρία» να πλάσουν δηλαδή μια ιστορία και να λένε τα ίδια πράγματα, γιατί δεν έχουν την ικανότητα να το κάνουν. Η Μ.Κ.4 ανέφερε επίσης ότι η Σ. έχει παρόμοιο πρόβλημα με την Κ., έχουν δηλαδή και οι δύο νοητική υστέρηση και δεν μπορεί να πει κατά πόσο υπάρχει η πιθανότητα η Σ. να επιβλήθηκε στην Κ. και κατά κάποιο τρόπο να την ανάγκασε να αναφέρει αυτά που ανάφερε. Η Μ.Κ.4 ρωτήθηκε επίσης για την αναφορά της τόσο στο Τεκμήριο 20 όσο και στο Τεκμήριο 21 «Ζητείται εκ νέου τεστ νοημοσύνης». Η Μ.Κ.4 εξήγησε ότι χωρίς τεστ κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι επίπεδο νοημοσύνης έχει ο κάθε άνθρωπος και επειδή η Κ. και η Σ. έχουν νοητική υστέρηση, είναι ορθό να γνωρίζουμε το επίπεδο νοημοσύνης τους περισσότερο για την στήριξη που θα λάμβαναν. Η Μ.Κ.4 ρωτήθηκε ακόμα κατά πόσο άτομα όπως η Κ. δεν ξεχωρίζουν τη φαντασία από την πραγματικότητα ή τον πραγματικό κόσμο από τον φανταστικό διότι είναι κατά τον ίδιο τρόπο και ανάλογο όπως ένα παιδί και απάντησε ότι κάτι τέτοιο ισχύει για μικρά παιδιά που δεν μπορούν να γνωρίζουν τι είναι πραγματικό και τι όχι. Αλλά στην περίπτωση της Κ. δεν μιλούμε για ένα παιδί πέντε χρόνων αλλά για ένα παιδί δέκα χρόνων και ότι κάποια πράγματα μπορεί να ξεχωρίζει. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι δεν μπορεί να ξέρει κατά πόσο η Κ. έχει την τάση να λέει πολύ εύκολα και σε μεγάλο βαθμό ψέματα. Η ίδια μια φορά είδε την Κ. (και την ίδια μέρα και τη Σ.) για να εξετάσει κατά πόσο μπορούσαν να παρακολουθήσουν τη δικαστική διαδικασία. Συμπλήρωσε ως γενική τοποθέτηση ότι δεν μπορούμε να κατηγοριοποιούμε όλα τα άτομα με νοητική υστέρηση ότι είναι ψεύτες ή ότι λένε ψέματα αφού κάτι τέτοιο θα ήτο άδικο. Τέλος, η Μ.Κ.4 είπε ότι δεν της ανέφερε η Σ. κατά πόσο ήτο θυμωμένη με τον κατηγορούμενο γιατί του ζήτησε να της αγοράσει ένα τηλέφωνο, ούτε η Κ. ότι είχε καταστρέψει ένα κινητό τηλέφωνο της Σ. Η Μ.Κ.7 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι εργάζεται στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας ως Κλινικός Ψυχολόγος. Σήμερα είναι τοποθετημένη ως Κλινικός Ψυχολόγος στα εξωτερικά ιατρεία του Παλαιού Νοσοκομείου Λεμεσού και στο Νοσοκομείο Πάφου στο Κέντρο Εξειδικευμένων Αξιολογήσεων Ψυχικής Υγείας όπου διεξάγονται ψυχολογικές αξιολογήσεις σε θεσμικούς φορείς όπως η Εισαγγελία, η Αστυνομία κατόπιν αιτημάτων, των ιατροσυμβουλίων. Εργάζεται επίσης υπερωριακά στο χώρο παρακράτησης απαγορευμένων μεταναστών στη Μεννόγεια. Η Μ.Κ.7 αφού κατέθεσε στο Δικαστήριο βιογραφικό της σημείωμα (Τεκμήριο 31) το οποίο υιοθέτησε, κατέθεσε στη συνέχεια Έκθεση ψυχολογικής Αξιολόγησης της Κ. ημερομηνίας 27.08.2020 (Τεκμήριο 32) την οποία συνέταξε και της οποίας το περιεχόμενο επίσης υιοθέτησε. Η Μ.Κ.7 αναφέρθηκε σε διάφορα μέρη της Έκθεσης της - Τεκμήριο
  22. Συγκεκριμένα: - Η Κ. λάμβανε αντιψυχωτική αγωγή από τον ιδιώτη Ψυχίατρο που την παρακολουθούσε. Παρόλο που αυτό είναι θέμα ψυχιάτρου, από τη γνώση που διαθέτει, γνωρίζει ότι συχνά χορηγείται αντιψυχωτική αγωγή και για τη διαχείριση και θεραπευτική αντιμετώπιση συμπτωμάτων άγχους. - Η Κ. κατά την εξέταση υπήρξε πλήρως προσανατολισμένη σε χρόνο, πρόσωπο, εαυτό και άλλους και δεν υπήρξε οποιαδήποτε ψυχική εκδήλωση τέτοια που να καθιστά προβληματική την επαφή της με το περιβάλλον. - Όπου υπάρχουν αναφορές της Κ. στο Τεκμήριο 32, αυτές είναι αυτούσιες όπως της τις έχει αναφέρει. - Κατά την αξιολόγηση του αιτήματος που αφορούσε την εκτίμηση της νοητικής και της τρέχουσας ψυχικής κατάστασης της εξεταζόμενης (Κ.) έγινε αναφορά για το ότι διερευνάται καταγγελία με διάφορες κατηγορίες που αφορούν τη σεξουαλική κακοποίηση της από τον πατέρα της (κατηγορούμενο). Σ' αυτό το πλαίσιο έγιναν στην Κ. διευκρινιστικές ερωτήσεις και μέσα από τις δικές της απαντήσεις εξήγαγε συγκεκριμένο συμπέρασμα. Η Μ.Κ.7 διάβασε από τις σημειώσεις συγκεκριμένες αυτούσιες αναφορές της Κ. προς την ίδια. - Με την αναφορά της στην έκθεση της - Τεκμήριο 32 ότι το συναίσθημα της Κ. ήταν πρόσφορο, εννοεί ότι οι λεκτικές της αναφορές συνάδαν με το συναίσθημα της. Πρόσθεσε ότι όταν η Κ. της διηγείτο για τον πατέρα της (κατηγορούμενο) ήταν έκδηλη η ψυχική της αναστάτωση, παρουσίαζε αυξημένο άγχος και κινητικότητα των κάτω και άνω άκρων. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμπεριφορική ένδειξη εκ μέρους της Κ. τέτοια, που να δημιουργεί προβληματισμό για το ότι περιγράφεται κάτι τόσο ψυχοπιεστικό και το συναίσθημα να είναι τέτοιο που να μην συνάδει, δηλαδή να υπάρχει αναίτιος γέλωτας ή οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορική εκδήλωση που να γεννά προβληματισμό για την αληθοφάνεια των αναφορών. Η Μ.Κ.7 ανέφερε στη συνέχεια ότι υπάρχουν τέσσερις διαβαθμίσεις νοητικής υστέρησης, η ήπια, η μέτρια, η σοβαρή και η βαριά ή βαθιά. Αφού αναφέρθηκε στα κριτήρια που προσδιορίζουν τις διάφορες διαβαθμίσεις, κατέληξε ότι η Κ. παρουσιάζει ήπια νοητική αδυναμία προσθέτοντας ότι στην Έκθεση της - Τεκμήριο 32 περιγράφει στην τρίτη παράγραφο της ενότητας «Διαγνωστική Εκτίμηση» τις δυσκολίες που παρουσιάζει η Κ.. Όσον αφορά τη σχέση της Κ. με το χρόνο, η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι διαπιστώνεται πως υπάρχουν δυσκολίες της Κ. όσον αφορά τον προσανατολισμό σε χώρο όπως π.χ. το διαχωρισμό δεξιά και αριστερά, ως επίσης τον προσανατολισμό στο χρόνο. Σημείωσε ότι κατά τη διάρκεια της εξέτασης η Κ. ήταν προσανατολισμένη προς τόπο, χρόνο και εαυτό. Εντούτοις, στην πορεία της αξιολόγησης διαπίστωσε δυσκολίες από πλευράς της στο να προσδιορίσει το πριν και το μετά κάποιων γεγονότων. Πρόσθεσε ότι ανάλογες δυσκολίες παρατηρούνται πολύ συχνά σε άτομα με ήπια νοητική αδυναμία και ότι οι δυσκολίες αυτές εδράζονται κυρίως στη δυσχέρεια που υπάρχει στη βραχυπρόθεσμη μνήμη. Τέτοια πρόσωπα υιοθετούν τεχνικές και μεθόδους που έχουν διδαχθεί στο πλαίσιο ειδικής εκπαίδευσης που έχουν λάβει (αν έχουν λάβει) σε σχέση με τη χρήση κάποιων άλλων σημαντικών γεγονότων (π.χ. γενέθλια, επέτειοι) ούτως ώστε να προσανατολίζονται σε σχέση με το χρόνο. Ζητήθηκε από τη Μ.Κ.7 να αξιολογήσει τη σχέση της Κ. με τον πατέρα της (κατηγορούμενο) και η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι από τη συνολική εκτίμηση και πληροφόρηση που έλαβε από την αρμόδια κοινωνική λειτουργό, από τον υπεύθυνο της στέγης όπου διέμενε η Κ. αλλά και από την ίδια την Κ., διαπίστωσε ότι υπήρχε αμφιθυμία σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Αυτή η αμφιθυμία έγκειται στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήτο το μοναδικό πρόσωπο που είχε πιο τακτική επικοινωνία μαζί της, σε αντίθεση με τη μητέρα της ενώ κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων η Κ. αναφέρθηκε σε διάφορες προσπάθειες να προστατεύσει τον πατέρα της όπως π.χ. όταν ήταν 11 ετών και ο πατέρας της φυλακίστηκε για μη καταβολή διατροφής μετά το χωρισμό των γονιών της και η ίδια φαινόταν πολύ φοβισμένη και διαφώνησε με τη συμπεριφορά της μητέρας της ως επίσης σε κάποια άλλη στιγμή κατά τη διάρκεια της συνέντευξης εξέφρασε την ανησυχία της για το ότι ο πατέρας της καταγγέλθηκε από τη Σ. ενώ σε κάποια άλλη στιγμή της ανέφερε «τον λυπάμαι, αλλά πρέπει να τιμωρηθεί για όλο αυτό». Από αυτές τις αναφορές της Κ., διαπίστωσε - συμπέρανε μια αμφιθυμία σε σχέση με τα συναισθήματα της για τον κατηγορούμενο καθώς και για ενδεχόμενη καταδίκη του. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της Κ., η ίδια δεν διαπίστωσε κάποιο στοιχείο που να οδηγηθεί σε κίνητρο της Κ. να δώσει κατάθεση στα πλαίσια της υπόθεσης εναντίον του πατέρα της (χωρίς να είναι απόλυτη). Αντίθετα, διαπίστωσε μια πρόθεση της Κ. να πάρει μια απόσταση από το γεγονός όταν της ανέφερε «δεν είμαι εγώ που τον κατάγγειλα. Είναι η Σ. που τον κατάγγειλε». Η όλη διαδικασία ήταν ιδιαίτερα ψυχοπιεστική για την Κ., απαιτούσε χρόνο, επιμονή και προσήλωση εκ μέρους της, κάτι που τη δυσκόλευε και δεν μπορούσε να συνδέσει την στάση της με κάποιο κίνητρο. Ερωτώμενη κατά πόσον παιδιά με ήπια νοητική υστέρηση έχουν την ικανότητα για σκευωρία, η Μ.Κ.7 τοποθετήθηκε γενικά, λέγοντας ότι είναι δύσκολο γι' αυτά να παραμείνουν σταθερά σε αναφορές που δεν είναι βίωμα τους και κατ' επέκταση να τις αναπαράγουν με μια συνοχή. Αυτό προϋποθέτει κάποιες γνωστικές δυνατότητες που ίσως ξεπερνούν την ικανότητα που διαθέτει η Κ.. Η Μ.Κ.7 ανέφερε επίσης ότι στο πλαίσιο της αξιολόγησης ζητήθηκε από την Κ. να είναι ειλικρινής στις τοποθετήσεις της ενώ από την άλλη διατυπώθηκαν διερευνητικές ερωτήσεις ώστε να διατυπωθεί κατά πόσο έχει τη δυνατότητα να διαχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα και το φανταστικό από το πραγματικό. Διαπιστώθηκε ότι η Κ. έχει αυτή τη δυνατότητα. Όσον αφορά τη στάση της Κ. απέναντι σε πρόσωπα που έχουν εξουσία (π.χ. Αστυνομία), συμπέρανε ότι από τη συνολική της στάση πως έχει μια διάθεση να παραμένει σταθερή και ειλικρινής στις τοποθετήσεις της, στοιχείο που το συνέδεσε και με το γεγονός ότι δεν έχει άλλες δυνατότητες, δηλαδή πολλές δυνατότητες γνωστικής ευελιξίας τέτοιας που να της επιτρέπει να τοποθετείται με τρόπο που να μπορεί να καλύψει ολισθήματα ή αντιφάσεις. Η Μ.Κ.7 ανέφερε ακόμα ότι η Σ. δεν έτυχε εξέτασης από κλινική ψυχολόγο λόγω του ότι, όπως πληροφορήθηκε από συνάδελφο της ο οποίος έλαβε το αίτημα από την Αστυνομία για την αξιολόγηση της Κ., η Σ. δεν είχε συνεργασθεί για να προχωρήσει η καταγγελία της και ότι το ίδιο της δήλωσε και η Κ. κατά την αξιολόγηση της, ότι δηλαδή η Σ. δεν ήθελε να καταθέσει. Τέθηκε στη Μ.Κ.7 το κατά πόσο ήρθε στην αντίληψη της η θέση της Υπεράσπισης, όπως τέθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, κατά πόσο η Σ., επίσης άτομο με νοητική υστέρηση, ασκούσε επιρροή στην Κ. για να καταγγείλει τον πατέρα της (κατηγορούμενο) και να πει στη συνέχεια ψέματα στην Αστυνομία. Η Μ.Κ.7 απάντησε ότι κατά το χρόνο της ψυχολογικής αξιολόγησης της Κ., αυτή δεν διατηρούσε οποιαδήποτε επικοινωνία με τη Σ. Της δημιουργήθηκε η εικόνα πως η Κ. είχε συγκρουσθεί με τη Σ. πριν την καταγγελία, επειδή η Κ. της είχε δηλώσει πως δεν μπορούσαν να βρεθούν. Δεν της δημιουργήθηκε καθόλου η εικόνα πως η Σ. ήταν ένα σημαντικό πρόσωπο αναφοράς για την Κ.. Συμπλήρωσε ότι από τη συνολική εικόνα που αποκόμισε για την Κ., διαπίστωσε ότι πρόκειται για μια νεαρή γυναίκα που έχει ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ λόγω της διαβίωσης της σε ιδρύματα από πολύ νεαρή ηλικία, έχει αλλάξει πάρα πολλά πλαίσια, επομένως άλλαζαν συχνά και τα πρόσωπα φροντίδας της και ότι από τις αναφορές της φάνηκε ότι ο πατέρας της ήταν πιο κοντά της σε σχέση με τη μητέρα της, παρόλες τις αναφορές της για σεξουαλική κακοποίηση της από εκείνον. Περαιτέρω, από τις αναφορές της φαίνεται ότι ο πατέρας της ήταν το πρόσωπο στο οποίο η Κ. βασιζόταν και συγκεκριμένα της ανέφερε ότι δεν είχε πού αλλού να πάει όταν είχε κλείσει η στέγη στην οποία διέμενε. Τοποθετούμενη για το συνήθη πληθυσμό, η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι αποτελεί γενικό φαινόμενο και είναι κοινώς διαπιστωμένο πως μια καταγγελία για σεξουαλική κακοποίηση είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμβεί και ότι υπάρχουν ψυχολογικές μελέτες που αναλύουν τα στάδια τα οποία περνά ένα θύμα κακοποίησης μέχρις ότου καταγγείλει και συχνά υπάρχουν πολύ αυξημένα ποσοστά ανάκλησης των καταγγελιών λόγω ποικίλων ψυχικών συναισθημάτων καθώς και με τον τρόπο τον οποίο αντιδρά το κοινωνικό πλαίσιο, ο φόβος για τον κοινωνικό στιγματισμό και ότι ο καταγγέλλων θα χάσει το πρόσωπο που παράλληλα μπορεί να (τον) φροντίζει. Συμπλήρωσε ότι η ποινική διαδικασία από μόνη της είναι μια ψυχοπιεστική διαδικασία. Όλοι οι πιο πάνω λόγοι συμβάλλουν στο να είναι συχνά δύσκολη η απόφαση για να καταγγείλει κάποιος ένα γεγονός. Όσον αφορά τα άτομα με ήπια νοητική υστέρηση, συνέχισε η Μ.Κ.7, στο εγχειρίδιο «Ταξινόμησης των Ψυχικών Νόσων και Διαταραχών», γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στην υποβολιμότητα και τα υψηλά ποσοστά που τα άτομα με νοητικές αναπτυξιακές διαταραχές τυγχάνουν κακοποίησης λόγω της μεγάλης ευαλωτότητας τους και της εξάρτησης τους από σημαντικά πρόσωπα για την καθημερινή τους αυτό-φροντίδα και εξυπηρέτηση. Υπάρχει ένα αυξημένο ποσοστό σεξουαλικής κακοποίησης ατόμων με νοητική υστέρηση και παράλληλα όλοι οι περιορισμοί που αναφέρονται πιο πάνω, συνηγορούν και προστίθενται στο να δυσκολεύεται ένα άτομο με νοητική αδυναμία να καταθέσει, να καταγγείλει μια κακοποίηση. Όσον αφορά την Κ., πρόσθεσε η Μ.Κ.7, αυτή περιέγραφε την ποινική διαδικασία και τη διαδικασία να καταθέσει στο Δικαστήριο ως μια διαδικασία που της προξενούσε άγχος σε συνδυασμό με τις άλλες δυσκολίες της (συνεχόμενες μετακινήσεις σε πλαίσια διαβίωσης) και το αποστερητικό υποστηρικτικό δίκτυο αφού στην πραγματικότητα δεν έχει υποστηρικτικό δίκτυο, η ίδια θεωρεί ότι ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντική γι' αυτήν. Από τις πληροφορίες που ήρθαν σε γνώση της δεν είχε οποιοδήποτε προβληματισμό σε σχέση με οποιοδήποτε κίνητρο εκ μέρους της Κ. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.7 αναφέρθηκε σε δύο περιστατικά που της ανέφερε η Κ. ότι στα 18 της χρόνια έφευγε από το σπίτι και την επιτήρηση της μητέρας της και πήγαινε με άλλους άντρες (και ότι λόγω αυτού με απόφαση της μητέρας μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας) και αυτό γινόταν μετά από τηλεφωνήματα φίλης της η οποία έπαιρνε χρήματα ενώ η ίδια όχι και ότι συνευρέθηκε σε δύο περιπτώσεις με ηλικιωμένο άντρα. Αυτό, η ίδια η Μ.Κ.7 το ονόμασε «μαθημένη συναίνεση», το να συνευρίσκεται σεξουαλικά με άλλους άντρες χωρίς η ίδια να το επιθυμεί ή και να ικανοποιείται από αυτή τη συνεύρεση. Ερωτώμενη κατά πόσο η Κ. επηρεαζόταν από φίλους και γνωστούς της, η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι υπήρξε υποβόλιμη με την έννοια ότι συναινούσε με ένα απλοϊκό και αφελές τρόπο που θα πει ότι παρασυρόταν κυρίως σε θέματα που αφορούσαν τη σεξουαλικότητα της και για την οποία θεωρεί ότι δεν έχει λάβει, με βάση τις αναφορές της, καθόλου εκπαίδευση. Ερωτώμενη επίσης κατά πόσο η φίλη της Κ. που τηλεφωνούσε σε άντρες ήτο η Σ., η Μ.Κ.7 απάντησε αρνητικά (χωρίς βέβαια να είναι απόλυτη) αφού τη Σ. την περιέγραφε αλλιώς, ενώ την πιο πάνω φίλη της δεν την προσδιόρισε. Ερωτώμενη ακόμα κατά πόσο ήτο δυνατό κατά το χρόνο που η Κ. έκανε παρέα με τη Σ., η Κ. να επηρεαζόταν σε μεγάλο βαθμό, η Μ.Κ.7 απάντησε ότι δεν γνωρίζει, αναφέροντας πάντως ότι θα μπορούσε να είναι αμφίδρομος ο επηρεασμός, αφού όπως πληροφορήθηκε είχε και εκείνη γνωσιακούς αντιληπτικούς περιορισμούς. Ξεκαθάρισε ότι τα πιο πάνω δεν αποτελούσαν μέρος των ερωτημάτων για τα οποία της ζητήθηκε να προβεί σε κλινική αξιολόγηση, αλλά να απαντήσει στα ερωτήματα ποια είναι η νοητική κατάσταση της Κ. και κατά πόσο παρουσιάζει συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες. Ξεκαθάρισε ακόμα ότι η ψυχολογική εκτίμηση και αξιολόγηση κατάστασης της Κ. αφορούσε την τρέχουσα κατάσταση της όταν την παρακολουθούσε. Η Μ.Κ.7 επανέλαβε ότι κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης της η Κ. ήταν προσανατολισμένη στο χρόνο και το χώρο. Σ' αυτό πιθανόν να συνέβαλε και το γεγονός ότι της έδινε γραμμένη την ημερομηνία του ραντεβού και συμπεραίνει ότι της το υπενθύμιζε συχνά και η φροντίστρια της που τη συνόδευε. Σε άλλες τοποθετήσεις της σχετικά με τις αναφορές της που αφορούσαν τις συνευρέσεις με τον πατέρα της, διαπιστώθηκε δυσκολία της Κ. να τοποθετηθεί στο μετά και το πριν. Η Μ.Κ.7 δέχθηκε ότι, όπως αναφέρει και στην Έκθεση της-Τεκμήριο 32, η ίδια δεν διαπίστωσε τέτοια συμπτώματα που να πληρούν τις προϋποθέσεις, πέραν του άγχους, που να συνδέονται με διαταραχή μετατραυματικού στρες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σε περίπτωση σεξουαλικών κακοποιήσεων πρέπει να εμφανίζεται διαταραχή μετατραυματικού στρες, δεν αποτελεί δηλαδή συχνό και απαραίτητο φαινόμενο και αναφέρθηκε στα κριτήρια που έχουν να κάνουν με το θέμα αυτό. Η Μ.Κ.7 ανέφερε στη συνέχεια ότι από τις αναφορές της Κ. κατανόησε ότι ήταν για ένα διάστημα φίλες με τη Σ., ότι η Σ. ήταν ένα πρόσωπο που επίσης συνευρισκόταν σεξουαλικά με τον πατέρα της Κ. (κατηγορούμενο) και ότι μεταξύ τους υπήρξε μια διαφωνία που λειτούργησε ως εκρηκτικός παράγοντας για να προβεί η Σ. στην καταγγελία. Ανέφερε επίσης ότι δεν είναι σύνηθες άτομα με νοητική αναπτυξιακή διαταραχή να παρουσιάζουν διαταραχή της συνείδησης που αφορά ψυχωτική συμπτωματολογία, δηλαδή να εκλαμβάνουν πράγματα που δεν συμβαίνουν ως πράγματα που συμβαίνουν. Η Μ.Κ.7 επανέλαβε ότι δεν περιήλθε στην αντίληψη της οποιοδήποτε κίνητρο εκ μέρους της Κ. σε σχέση με τις αναφορές της (χωρίς βέβαια να είναι απόλυτη). Η Μ.Κ.7 ρωτήθηκε κατά πόσο θα διαφοροποιείτο η θέση της αν είχε υπόψη της την κλινική εξέταση της Σ. και η Μ.Κ.7 απάντησε ότι θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί, θα μπορούσε και όχι, ξεκαθαρίζοντας πάντως ότι δεν έχει την ανάλογη γνώση για να προβαίνει σε δικανικού τύπου πραγματογνωμοσύνες που είναι ο κατ' εξοχήν κλάδος που θα μπορούσε να δώσει πιο ασφαλή τέτοια συμπεράσματα. Περαιτέρω, σε ερώτηση αν υπάρχει με βάση τη βιβλιογραφία μεγάλο ποσοστό ψευδών καταγγελιών από άτομα με νοητική υστέρηση, η Μ.Κ.7 δεν είχε σε γνώση της κάτι τέτοιο. Η Μ.Κ.7 παρέπεμψε στο εγχειρίδιο «Ταξινόμηση Ψυχικών Διαταραχών και Διαταραχών της Συμπεριφοράς» με υπότιτλο «Κλινικές Περιγραφές και Οδηγίες για τη Διάγνωση» του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, αρχική έκδοση 1993, ανατύπωση 2011, όπου αναφέρεται (σελίδα 284) ότι στα νοητικώς καθυστερημένα άτομα υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος εκμετάλλευσης από τους άλλους και σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, όπου εκεί διευθύνει το Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής, το οποίο είναι εργαστήριο για εξετάσεις και σε αστυνομικά τεκμήρια στο επίπεδο του γενετικού υλικού. Κατέθεσε στο Δικαστήριο βιογραφικό του σημείωμα (Τεκμήριο 29). Υποδείχθηκε στο Μ.Κ.6 το Τεκμήριο 4 και το αναγνώρισε ως την Έκθεση που ο ίδιος έχει ετοιμάσει την 04.09.2020 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Ο Μ.Κ.6 κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο συμπληρωματική Έκθεση ημερομηνίας 16.09.2020 την οποία ετοίμασε ο ίδιος (Τεκμήριο 30). Ο Μ.Κ.6 ανέφερε στη συνέχεια ότι έχει ασχοληθεί με διερευνήσεις που αφορούν σεξουαλικά αδικήματα και βιασμούς και το εργαστήριο του εξετάζει 20 έως 30 υποθέσεις κάθε χρόνο. Επομένως, ο ίδιος από το έτος 2000 έχει ασχοληθεί με 400 έως 600 τέτοιες υποθέσεις. Τέθηκε στο Μ.Κ.6 ως σενάριο η θέση της Κ. ότι αυτή είχε έρθει σε συνουσία με τον κατηγορούμενο την 18.05.2018, η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε την 20.05.2018 και λήφθηκαν από την Κ. κολπικά επιχρίσματα την 21.05.2018 και ώρα 10:47 π.μ. Ζητήθηκε από τον Μ.Κ.6 να τοποθετηθεί με βάση την πείρα του αν αναμένεται ο εντοπισμός γενετικού υλικού του άνδρα, στην προκείμενη περίπτωση του κατηγορούμενου, στα κολπικά επιχρίσματα της Κ. μετά από τόσο χρονικό διάστημα. Ο Μ.Κ.6 απάντησε ότι υπήρχαν περιπτώσεις που ο ίδιος συνάντησε στο εργαστήριο αλλά και υποθέσεις που καταγράφονται στη διεθνή έγκριτη επιστημονική βιβλιογραφία, ότι ναι, μετά από πάροδο τριών ημερών μπορούν να εντοπιστούν σπερματικά κύτταρα, είτε σπερματικές ουσίες, είτε ανδρικό γενετικό υλικό σε κολπικά επιχρίσματα που λαμβάνονται τρεις αλλά και περισσότερες μέχρι έξι μέρες από τη συνουσία. Διευκρίνισε πάντως ότι αυτές οι περιπτώσεις είναι μάλλον εξαιρέσεις. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι' αυτό, δηλαδή ο μη εντοπισμός ανδρικού γενετικού υλικού ή σπερματικών κυττάρων ή σπερματικών ουσιών πάνω σε ένα κολπικό επίχρισμα 48 ώρες μετά τη συνουσία και το επεξηγεί στη συμπληρωματική Έκθεση του Τεκμήριο
  23. Ως εκ τούτου, κατέληξε, όταν σε ένα κολπικό επίχρισμα δεν εντοπίζονται σπερματικά κύτταρα ή και σπερματικές ουσίες ή και ανδρικό γενετικό υλικό, τότε το γεγονός αυτό δεν στηρίζει, αλλά ούτε αποκλείει ένα ισχυρισμό για διείσδυση ενός ανδρικού πέους στον κόλπο μιας γυναίκας. Συμπλήρωσε ότι η ούρηση αλλά και η αφόδευση εκ μέρους της γυναίκας, συντείνουν στο να αφαιρεθούν σπερματικά κύτταρα ή και σπερματικές ουσίες ή και ανδρικά κύτταρα τα οποία μπορεί να έχουν εναποτεθεί στον κόλπο ή στον πρωκτό μιας γυναίκας. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.6 ρωτήθηκε, με βάση τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ότι υπήρξε συνουσία και εκσπερμάτωση εντός των γεννητικών οργάνων της πέραν της μιας φοράς και τα κολπικά επιχρίσματα λήφθηκαν δυόμιση μέρες μετά τη συνουσία, κατά πόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να εντοπιστεί γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στα κολπικά επιχρίσματα της Κ.. Ο Μ.Κ.6 απάντησε ότι και με αυτό το σενάριο που του τέθηκε, δεν διαφοροποιείται η θέση που εξέφρασε προηγουμένως. Σε πειράματα που έχουν γίνει, συνέχισε, σε γυναίκες που έχουν συμμετέχει οικειοθελώς και συναινετικά σε συνουσία με τους συντρόφους τους και λήφθηκαν κολπικά επιχρίσματα μετά από 48 ώρες, σε ένα περίπου 7% από αυτές τις γυναίκες, ακόμη και αν υπήρξε εκσπερμάτωση, δεν εντοπίστηκε καθόλου γενετικό υλικό σ' αυτά. Όπως αναφέρει και στο Τεκμήριο 30, πρόσθεσε, ως επίσης αναφέρεται στη βιβλιογραφία, κάθε ώρα που περνά από την ώρα της συνουσίας, μειώνεται η ποσότητα ανδρικού γενετικού υλικού κατά 3% περίπου. Μειώνεται συνεχώς η δυνατότητα και η πιθανότητα να εντοπιστεί γενετικό υλικό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μπορεί να υπήρξε εκσπερμάτωση και να είχαν τοποθετηθεί σπερματικά κύτταρα στον κόλπο μιας γυναίκας αφού υπάρχουν όλες οι πιο πάνω επιβαρύνσεις στον κόλπο μιας γυναίκας που μπορεί να αφαιρέσουν αυτά τα σπερματικά κύτταρα. Όσον αφορά τα πειράματα στα οποία αναφέρθηκε πιο πάνω, αυτά έγιναν κάτω από συγκεκριμένες πειραματικές συνθήκες και δεν επεσυνέβησαν, όπως συνηθίζεται να γίνεται στην πραγματικότητα, και αυτό το γεγονός πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Ως εκ τούτου, είναι η άποψη του η οποία στηρίζεται στην πείρα του και στη διεθνή βιβλιογραφία, ότι δεν είναι σωστό στην απουσία σπερματικών κυττάρων σε ένα κολπικό επίχρισμα, το γεγονός αυτό είτε να στηρίζει είτε να αποκλείει την διείσδυση ανδρικού πέους στον κόλπο ή στον πρωκτό μιας γυναίκας. Όταν υπάρχει εκσπερμάτωση στον κόλπο μιας γυναίκας, συνέχισε ο Μ.Κ.6, όταν δηλαδή τοποθετούνται σπερματικά κύτταρα και σπερματικές ουσίες στον κόλπο, ο κόλπος λόγω της φύσης του είναι ένα «εχθρικό περιβάλλον» και αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση καταστροφής των σπερματικών κυττάρων ή και σπερματικών ουσιών που έχουν εναποτεθεί σ' αυτόν. Είναι αδύνατο μια κοπέλα όπως η παραπονούμενη (Κ.) στην παρούσα υπόθεση να μην χρησιμοποίησε το αποχωρητήριο, γεγονός που αποτελεί λόγο αφαίρεσης κυττάρων από τον κόλπο ή από τον πρωκτό. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, είπε ότι το γεγονός ότι μια γυναίκα δεν έκανε μπάνιο μετά τη συνουσία υποβοηθά τη διατήρηση των σπερματικών κυττάρων, όμως δεν μπορεί να σταματήσει ένα άτομο (γυναίκα) το οποίο ζει, βρίσκεται στη ζωή, τη φυσιολογική διαδικασία κατακερματισμού, καταστροφής δηλαδή των σπερματικών κυττάρων ή και ουσιών ή και του ανδρικού γενετικού υλικού που μπορεί να τοποθετηθεί στον κόλπο μιας γυναίκας. Είναι κάτι που κανείς δεν μπορεί να το σταματήσει. Η ανεύρεση ανδρικού γενετικού υλικού μέχρι και έξι μέρες μετά τη συνουσία στον κόλπο μιας γυναίκας στην οποία αναφέρθηκε προηγουμένως, αποτελεί εξαίρεση στο κανόνα. Συνήθως, πρόσθεσε, εντοπίζεται ανδρικό γενετικό υλικό όταν υπάρχει πολύ μεγάλη ποσότητα μεταξύ 24 μέχρι 48 ωρών, μετά τη συνουσία. Ακόμα όμως και σε πιο μικρό χρονικό διάστημα, μετά τη συνουσία, υπάρχει πιθανότητα να μην εντοπιστούν σπερματικά κύτταρα ή ανδρικό βιολογικό υλικό και σχετικό παράγοντα αποτελεί και η έμμηνος ρύση της γυναίκας, εξαρτάται δηλαδή από το περιβάλλον του κόλπου. Στον ίδιο δεν θα προκαλούσε εντύπωση ακόμα και έξι έως δώδεκα ώρες μετά τη συνουσία στην οποία υπήρξε εκσπερμάτωση εντός του κόλπου, να μην εντοπιστεί ανδρικό γενετικό υλικό στον κόλπο της γυναίκας. Τέλος, ο Μ.Κ.6 συμφώνησε ότι στην παρούσα υπόθεση στα κολπικά επιχρίσματα που εξετάστηκαν, δεν εντοπίστηκαν σπερματικά κύτταρα ή σπερματικές ουσίες ή ανδρικό γενετικό υλικό. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 7Α, 7Β και 7Γ και 8Α, 8Β και 8Γ, οι δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις της Κ. και ως Τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα, οι απομαγνητοφωνήσεις τους. Οι πιο πάνω καταθέσεις κατατέθηκαν στο Δικαστήριο το οποίο τις έκανε αποδεκτές ως η κύρια εξέταση της Κ. την οποία έκρινε ως μάρτυρα ο οποίος χρήζει βοήθειας, έχοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα και τη λοιπή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, αλλά και τις πρόνοιες του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου του 2001, Ν.95(Ι)/2001ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα των άρθρων 3, 9 και 10 του εν λόγω νομοθετήματος. Η Κ. κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, δίδοντας κάποιες εξηγήσεις σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στις οπτικογραφημένες της καταθέσεις οι οποίες, ως αναφέρεται πιο πάνω, προβλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατατέθηκαν σ' αυτό οι απομαγνητοφωνήσεις τους ενώ στη συνέχεια αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Η Κ., στις πρώτες καταθέσεις της (Τεκμήρια 7Α, 7Β, 7Γ και Τεκμήριο 9), στη δεύτερη (Τεκμήρια 8Α, 8Β, 8Γ και Τεκμήριο 10) αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι γεννήθηκε την 14.XXXXX.XXXXX και ότι κατά το χρόνο της κατάθεσης της στην Αστυνομία (20.05.2018) ήτο 19 ετών και ότι διέμενε στην οδό XXX 7Β με τη μητέρα της, τον αδελφό της, τη γιαγιά, τη θεία της και την αδελφή της Σ.. Αφού ανέφερε ότι γνωρίζει τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, η Κ. είπε ότι την πρώτη φορά που πήγε στο ίδρυμα XXXXX στο XXXXX δεν ήξερε πού βρισκόταν και έτσι τηλεφώνησε στον πατέρα της (κατηγορούμενο) να την επισκεφθεί και αυτός ανταποκρίθηκε. Αυτός της ζήτησε να πάνε μια βόλτα, την πήρε στο σπίτι όπου διέμενε μόνος του, έβγαλαν τα ρούχα τους και έβαλε το πέος του μέσα της, δηλαδή μέσα στον κόλπο της («πούττο») «Βαθιά. Πολλά βαθιά» ενώ την έγλυφε παντού, δηλαδή στον κόλπο και στον πρωκτό. Μαζί τους ήταν και η Σ. και της ζήτησε και αυτής να βγάλει τα ρούχα της και να έρθει μαζί τους. Τους ζήτησε να φιληθούν μεταξύ τους, δηλαδή η ίδια με τη Σ. και στη συνέχεια άρχισε να βάζει το πέος του μέσα στον κόλπο της μιας και μέσα στον κόλπο της άλλης. Αυτό έγινε η ώρα 2:00 το μεσημέρι και η ώρα 7:00 το βράδυ. Ο κατηγορούμενος ερχόταν και την έπαιρνε από το ίδρυμα XXXXX κάθε Κυριακή. Η Κ. ανέφερε στη συνέχεια ότι δύο μέρες πριν από την ημερομηνία που λήφθηκε η κατάθεση της, η ίδια είχε κοιμηθεί στο δωμάτιο του αδελφού της και ενώ κοιμόταν γυμνή «χωρίς βρακί» σκεπασμένη με κουβέρτα, ο κατηγορούμενος ήρθε γυμνός από πάνω της και ήρθε σε συνουσία μαζί της («Τζιαι ήρθε που πάνω μου τζιαι εγάμησε με. Τζιαι έβαλε το μέσα μου. Τον βίλλο του». Διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος έβαλε το πέος του μέσα στον κόλπο της «πολλά βαθιά». Η ίδια περιέγραψε ότι είδε το πέος του, τα οπίσθια του και τις τρίχες του. Κατά τη διάρκεια αυτού του περιστατικού ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε μέσα της και της έβαλε δάκτυλο («έχυσε μέσα μου», «έβαλε μου δάκτυλο»). Η ίδια το κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος της εκσπερμάτωσε μέσα της ενώ στη συνέχεια η ίδια ένοιωσε πόνο στην κοιλιά. Διευκρίνισε ακόμα ότι ο κατηγορούμενος της έβαλε δάκτυλο τόσο στον κόλπο της όσο και στον πρωκτό της («έβαλε μου μες τον κώλο τζιαι μες τον πούττο»). Πρόσθεσε ότι κάθε φορά που ερχόταν η Σ. σπίτι τους, έτρωγε μαζί τους και έκανε μπάνιο. Σε μια περίπτωση η Σ. μπήκε μόνη της στο μπάνιο και στη συνέχεια η ίδια είδε τον πατέρα της να είναι και αυτός μέσα στο σπάνιο και να φιλά τη Σ. στο στόμα και να κάνουν σεξ. Σε μια άλλη περίπτωση καθόταν με τη Σ. στο σαλόνι του σπιτιού και ήρθε ο κατηγορούμενος και τους ζήτησε να μεταβούν στο δωμάτιο του. Αυτές τον ρώτησαν γιατί τους ζητούσε να μεταβούν στο δωμάτιο του και αυτός τους απάντησε για να έρθει σε συνουσία μαζί τους («να σας γαμήσω»). Εν συνεχεία, η ίδια και η Σ. του είπαν «εντάξει», έβγαλαν τα ρούχα τους και ο κατηγορούμενος έβαλε το πέος του μέσα τους, δηλαδή μέσα στον κόλπο τους ενώ αυτές του έγλυφαν το πέος του. Η Κ. πρόσθεσε ότι πήγε στο ίδρυμα XXXXX το καλοκαίρι του προηγούμενου έτους, ότι όταν πήγε στο εν λόγω ίδρυμα ήξερε ήδη τη Σ. από κάποιο ξενώνα και ότι ο πατέρας της την έπαιρνε από το ίδρυμα κάθε Κυριακή και ότι κάθε Κυριακή που πήγαινε στο σπίτι του γινόταν το ίδιο πράγμα (έκανε σεξ μαζί του) πολλές φορές. Πρόσθεσε ότι κάθε Κυριακή που έπαιρνε ο κατηγορούμενος την ίδια και τη Σ., τις έπαιρνε στο σπίτι του, τους μαγείρευε φαγητό και τις τάιζε και στη συνέχεια τις καλούσε στο δωμάτιο του και τους ζητούσε να βγάλουν τα παντελόνια τους και αφού έβγαζε και ο ίδιος το παντελόνι του, τους έλεγε «ππέσετε τζιαι οι θκυό» (στο κρεββάτι) και στη συνέχεια έβαζε το πέος του στον κόλπο και στον πρωκτό τους. Η Κ. ανέφερε επίσης ότι αυτό που της συνέβηκε με τον κατηγορούμενο το είπε στη μητέρα της αναφέροντας χαρακτηριστικά «Είπα της ότι ο παπάς εβίασε με τζιαι εμένα τζιαι λαλεί μου για ποιον λόγο εν το είπες τζιαι λαλώ της εφοούμουν να τον καταγγείλω τζιαι έτσι εν τον εκατάγγειλα εγώ εκατάγγειλε τον η Σ.». Πρόσθεσε ότι ο λόγος που φοβόταν να καταγγείλει τον κατηγορούμενο ήτο γιατί ο ίδιος της ζήτησε να μην πει τίποτε σε κανένα και αυτό έγινε δύο μέρες προτού δώσει κατάθεση όταν βρισκόταν στο κρεββάτι με τον κατηγορούμενο, όπως ανάφερε προηγουμένως και ήταν μόνοι οι δύο τους. Η Κ. ανέφερε διάφορες ημερομηνίες στην προσπάθεια της να προσδιορίσει πότε έφυγε από το ίδρυμα, αρχικά είπε τη «μεθ' άλλη Π.», στη συνέχεια ανέφερε πριν από 2 - 3 μήνες και στο τέλος ότι έφυγε προτού κλείσει το ίδρυμα το οποίο έκλεισε μια βδομάδα προτού δώσει τις δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις της (20.05.2018). Πρόσθεσε ότι όταν έφυγε από το εν λόγω ίδρυμα έμεινε στο σπίτι του κατηγορούμενου και ότι μαζί τους έμεναν η αδελφή της Σ. και ο μικρός της αδελφός. Η Κ. ανέφερε ότι δεν άρεσε στην ίδια που ο κατηγορούμενος έκανε σεξ μαζί της, που έβαζε το πέος του και εκσπερμάτωνε μέσα της «έκαμνε μου σεξ, έμπιεν μου μες τον βίλλο του, έχυνε μου», προσθέτοντας ότι ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωνε πάντοτε μέσα της, δηλαδή μέσα στον κόλπο της («το υγρό που έβγαινε από το πέος του ήταν άσπρο») και ότι η ίδια του έκανε και στοματικό έρωτα («έκαμνα του τζιαι πίπα»), δηλαδή έβαζε στο στόμα της το πέος του. Ερωτώμενη γιατί έκανε στοματικό έρωτα στον κατηγορούμενο, απάντησε ότι το έκανε γιατί του άρεσε και της έλεγε «έλα να μου το γλύφεις τζιαι αρέσκει μου». Η ίδια ένοιωθε χάλια γι' αυτό. Πρόσθεσε ότι η ίδια έβγαζε τα ρούχα της κάθε φορά που το ζητούσε ο κατηγορούμενος γιατί έτσι ήθελε ο κατηγορούμενος. Η ίδια δεν έπαιρνε οποιεσδήποτε προφυλάξεις. Αυτό γινόταν καθημερινά από τον καιρό που έφυγε από το εν λόγω ίδρυμα και έμενε μαζί με τον κατηγορούμενο στο σπίτι του. Η Κ. ανέφερε ακόμα ότι αντέδρασε στα όσα της έκανε ο κατηγορούμενος και ότι του ζήτησε να σταματήσει να το κάνει («Ε είπα του να μεν το ξανακάμει. Την κόρη του.»). Πρόσθεσε ακόμα απαντώντας σε σχετική ερώτηση για το πώς αισθανόταν γι' αυτό που συνέβαινε με τον πατέρα της και απάντησε «Χάλια. Πώς μπορεί να βιάσει την κόρη του. Πρώτη φορά το ακούω. Πρώτη φορά. Τζιαι απ' ό,τι ξέρω ξανά έκαμε το.»). Η Κ. αναφέρθηκε και στα διάφορα μέρη στα οποία διέμενε. Είπε ότι μετά τα δώδεκα χρόνια της έμενε σε παιδική στέγη, ακολούθως όταν έγινε 15 ετών διέμενε στη Λευκωσία, στο XXXXX. Όταν έγινε 18 ετών την πήρε η μητέρα της στο σπίτι της για να μείνει λίγες μέρες μαζί της αλλά δεν τα κατάφερε και έτσι έμενε στους δρόμους ενώ στη συνέχεια την πήρε πάλι η μητέρα της στο σπίτι της στη Λεμεσό. Σήμερα μένει στη Λάρνακα. Η Κ. ανέφερε στη συνέχεια ότι προτού διαμένει στο ίδρυμα XXXXX έμενε σε ένα άλλο γηροκομείο που ονομαζόταν «XXXXX» λόγω του ότι η μητέρα της την είχε διώξει από το σπίτι. Αντεξεταζόμενη η Κ. ανέφερε ότι σήμερα διαμένει στη Λάρνακα μαζί με τρία κορίτσια και δύο αγόρια. Η ίδια σήμερα έχει δεσμό με κάποιο άνδρα που διαμένει στην Ελλάδα. Η Κ. ανέφερε στη συνέχεια ότι η Σ. είναι αδελφή της όπως και ο Μ. και ότι έχουν τους ίδιους γονείς. Με τη Σ. δεν είναι φίλες και δεν της λέει τα μυστικά της γιατί αν το έκανε αυτή θα τα έλεγε στη μητέρα της. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι η ίδια δεν ανέφερε στη Σ. αυτά που συνέβησαν με τον πατέρα της (κατηγορούμενο) γιατί ήξερε ότι αυτή θα τα έλεγε στη μητέρα της, κάτι που έκανε. Ανέφερε δηλαδή στη μητέρα της ότι ο κατηγορούμενος της έκανε «σεξουαλική παρενόχληση» και έτσι η μητέρα της μόλις το έμαθε την έδιωξε από το σπίτι. Υποθέτει ότι το έκανε αυτό λόγω του ότι είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο με την ετεροθαλή αδελφή της Ντ. Η Κ. ρωτήθηκε πώς έμαθε η μητέρα της ότι έκανε σεξ με τον κατηγορούμενο και απάντησε ότι η Σ. είδε την ίδια και τη Σ. όταν ο κατηγορούμενος τις ξύριζε. Αυτό συνέβηκε μια μέρα που η Σ. ήρθε μαζί με την ίδια, όταν τις πήρε από το ίδρυμα XXXXX στο XXXXX ο κατηγορούμενος αφού πήρε την έγκριση του πατέρα της Σ.. Ο κατηγορούμενος τις πήρε στο σπίτι του, τις βίασε. Η ίδια δεν το είπε ούτε στη μητέρα της ούτε στην Αστυνομία. Η Σ. είδε απλώς ότι ο κατηγορούμενος τις ξύρισε. Η Κ. ρωτήθηκε πότε πήγε για πρώτη φορά στο ίδρυμα XXXXX στο XXXXX. Η Κ. συμφώνησε ότι αυτό έγινε τον Οκτώβριο του έτους
  24. Όταν η ίδια διέμενε στο ίδρυμα στο XXXXX, τηλεφώνησε στον πατέρα της και του ζήτησε να της φέρει τσιγάρα και φαγητό. Ο πατέρας της ήρθε και ζήτησε και πήρε άδεια από τον Μ.Κ.1 να την πάρει μαζί του στο σπίτι του για φαγητό. Πήρε στο σπίτι του μαζί με την ίδια και τη Σ.. Αφού έφαγαν, τους ζήτησε να μεταβούν στο δωμάτιο του και αφού έβγαλαν αυτές τα ρούχα τους, ζήτησε και από τις δύο να πέσουν στο κρεββάτι και να φιληθούν. Αυτό το συμβάν η Κ. επέμενε ότι έγινε σε χρόνο «πριν κλείσει ο XXXXX». Η Κ. ανέφερε επίσης ότι η τελευταία φορά που έγινε κάτι τέτοιο με τον πατέρα της (να την ενοχλήσει σεξουαλικά) ήταν «Πριν θκυό μέρες πριν την Π. εγίνηκεν. Πριν κλείσει.» ενώ στη συνέχεια είπε «Την τελευταία φορά ήταν η Π.» και αυτό έγινε αφού έφυγαν από το σπίτι του κατηγορούμενου η αδελφή της Σ. και ο αδελφός της. Πρόσθεσε ότι όταν η Αστυνομία συνέλαβε τον κατηγορούμενο, η μητέρα της ήταν πολύ θυμωμένη μαζί της που δεν της το είπε. Η ίδια δεν το ανέφερε στη μητέρα της γιατί φοβόταν μήπως «φάει ξύλο». Ακόμα ο κατηγορούμενος της είχε ζητήσει να μην το πει στη μητέρα της γιατί αλλιώς θα την έδερνε. Έτσι δεν το ανέφερε στην Αστυνομία γιατί φοβάται «που τον παπά». «Πήγε η Σ. πρώτα να το καταγγείλει». Η Κ. ρωτήθηκε τι ημερομηνία ήταν την ημέρα που κατέθετε στο Δικαστήριο (09.03.2021) και η Κ. ανέφερε ότι ήταν η 9η μέρα, όσον αφορά το μήνα ανέφερε άνοιξη και όσον αφορά το έτος ανέφερε αρχικά «Γενάρη» και στη συνέχεια
  25. Αναφορικά με το περιστατικό που ο κατηγορούμενος ξύρισε την ίδια και τη Σ., η Κ. ανέφερε ότι βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο της αδελφής της η ίδια, η Σ. και ο κατηγορούμενος και τις είδε η Σ. η οποία δεν είδε τον κατηγορούμενο γιατί κρύφτηκε. Στη συνέχεια της αντεξέτασης η Κ., για το ίδιο περιστατικό, ανέφερε ότι η Σ. θύμωσε στην ίδια και στη Σ. και ρώτησε πού ήταν ο κατηγορούμενος και η ίδια της απάντησε ότι ήταν στην τουαλέτα και ότι εκείνη τη στιγμή η Σ. είδε τον κατηγορούμενο που «βγήκε με το ξυραφάκι τζιαι κατάλαβε ότι ήταν να μας ξιουρίσει». Της τέθηκε τότε η θέση ότι ο πατέρας της κατά το χρόνο αυτό «ήταν κάτω τζιαι μαγείρευε» και η Κ. απάντησε «Ναι είμασταν μόνες μας πάνω». Η Κ. ανέφερε επίσης ότι έκανε παρέα στο παρελθόν με τη Σ. αλλά όχι πια. Δέχθηκε ότι η Σ. της είχε δώσει το τηλέφωνο της αλλά της έπεσε χάμω κατά λάθος και έσπασε. Η Σ. της τηλεφωνούσε συνεχώς και της ζητούσε νέο τηλέφωνο, διαφορετικά θα κατάγγελλε τον κατηγορούμενο, κάτι τελικά που έκανε. Της έλεγε ότι αν δεν της αγόραζε άλλο τηλέφωνο ο κατηγορούμενος, θα τον κατάγγελλε. Η Σ. της είχε πει να μην πει τίποτε. «Ούτε στην Αστυνομία ούτε στη μάμμα». Ο κατηγορούμενος δεν αγόρασε τελικά άλλο τηλέφωνο στη Σ.. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση η Κ. αρνήθηκε ότι η Σ. της ζήτησε να πει και η ίδια ότι έκανε σεξ με τον πατέρα της (κατηγορούμενο). Ούτε η μητέρα της της ζήτησε να καταγγείλει τον πατέρα της (κατηγορούμενο) στην Αστυνομία. Η Κ. δέχθηκε επίσης ότι όταν ήταν στο ίδρυμα XXXXX και σε άλλα ιδρύματα, τηλεφωνούσε στον κατηγορούμενο πολύ συχνά για να της φέρνει τσιγάρα, λεφτά, φαγητό, αναψυκτικά κλπ. Δέχθηκε ότι τηλεφωνούσε στον κατηγορούμενο και του ζητούσε λεφτά όταν αυτός βρισκόταν στη φυλακή. Δέχθηκε ότι κάποτε ο κατηγορούμενος ερχόταν κρυφά στο ίδρυμα XXXXX και έδινε τσιγάρα, φαγητό, λεφτά σε κάποια άτομα που εργάζονταν στο ίδρυμα για να της τα δώσουν. Η Κ. δέχθηκε επίσης ότι η Σ. της ζήτησε να πάνε μαζί σε ένα περίπτερο που συνάντησαν κάποιους άνδρες με τους οποίους έκαναν τελικά σεξ. Δέχθηκε ακόμα ότι όταν την έδιωξε η μητέρα της από το σπίτι και δεν είχε πού να μείνει, μετέβηκε στο μώλο στη Λεμεσό όπου συνάντησε ένα άνδρα, Ρουμανικής καταγωγής, που την πήρε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στη θάλασσα. Εκεί συνάντησε ακόμα ένα άνδρα, Κυπριακής καταγωγής, και έκανε σεξ μαζί τους. Τότε ήταν που έχασε την παρθενιά της. Ακολούθως η μητέρα της την πήρε σε ίδρυμα. Η Κ. ανέφερε στη συνέχεια γιατί δεν έφερνε αντίρρηση όταν ο κατηγορούμενος της ζητούσε να κάνουν σεξ. Παραθέτουμε αυτούσιο το απόσπασμα: «Ε. Για ποιο λόγο εν του είπες ότι εσύ εν θέλεις να κάνεις σεξ; Α. Αυτός ήθελε. Ήθελε την κόρη του να βιάσει. Γιατί εγώ του είπα δεν θέλω γιατί είμαι κόρη σου τζιαι σε μια φάση λαλεί μου «άτε αγάπη μου, έλα». Σε μια φάση εγώ είπα «εντάξει να πάω» τζιαι επήα.» Η Κ. δέχθηκε ότι είπε ψέματα στη μητέρα της. Όσον αφορά όμως τον κατηγορούμενο, δεν θα έλεγε ποτέ ψέματα γιατί αυτός δεν δεχόταν να του λέει ψέματα παρά μόνο την αλήθεια. Ούτε στους φίλους της λέει ψέματα. Η μητέρα της, συνέχισε η Κ., ήρθε μόνο μια φορά να την επισκεφθεί στο ίδρυμα XXXXX ενώ ο πατέρας της ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα. Η Κ. ρωτήθηκε γιατί δεν πήγε να μείνει μαζί με τη μητέρα της αφού, ως ανέφερε, έκανε σεξ με τον πατέρα της και απάντησε «Η μάμμα δεν με θέλει. Θωρεί με ότι δεν είμαι κόρη της. Πάντα, μια ζωή έδερνε με. Μια ζωή.». Σε νέα ερώτηση ποιόν αγαπά περισσότερο, τη μητέρα ή τον πατέρα της (κατηγορούμενο), απάντησε «Τον παπά. Γιατί δεν θέλω να πάθει κάτι κακό.». Η Κ. επέμενε ότι είπε στο Δικαστήριο «την αλήθεια και μόνο την αλήθεια» προσθέτοντας ότι δεν λέει ψέματα. Αρνήθηκε και πάλι ότι τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο της ζήτησε να τα πει η Σ. αναφέροντας χαρακτηριστικά «Όχι. Δεν είναι η Σ.. Η Σ. απλά εντάξει έπιασε με τηλέφωνο για να μεν έρτω σήμερα δαμέ. Πιάνει με. Αλλάζει συνέχει αριθμούς. Πιάνει με εμένα. Λαλεί μου η Σ. "κόρη μεν πάεις, φοούμαι, εν θέλω να πάει μέσα". Τζιαι λαλώ της "εννά πάω τζιαι ότι γίνει. Αν πάει μέσα, εν δικό του πρόβλημα". Συνέχεια έπιανε με. Είναι πολλά ενοχλητική. Πιάνει τζιαι τον παπά μου να της δώσει λεφτά. Είναι ο ίδιος που μου τα λαλούσε. Η Σ. πιάνει με, θέλει λεφτά, τούτο, τούτο, τούτα, τσιγάρα, καπνό.». Η Κ. ρωτήθηκε πόσο συχνά έκαμνε σεξ με τον κατηγορούμενο και απάντησε αρχικά κάθε μέρα. Στη συνέχεια ρωτήθηκε πόσο συχνά έκανε μαζί του όταν έμενε στο ίδρυμα και απάντησε ότι όταν έμενε στο ίδρυμα έκανε σεξ μαζί του κάθε φορά που έπαιρνε την ίδια και τη Σ.. Στη συνέχεια ανέφερε ότι έκανε σεξ με τον κατηγορούμενο «Μια τζιαι μια», δηλαδή μια μέρα έκανε σεξ μαζί του και μια όχι, ενώ ανέφερε ότι έτυχε σε μια μέρα να κάνει σεξ τρεις φορές, πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Επανεξεταζόμενη η Κ. ρωτήθηκε για το περιστατικό με το ξύρισμα της ίδιας και της Σ. και απάντησε ότι το ξυραφάκι το κρατούσε ο κατηγορούμενος και ότι ήταν μαζί με την ίδια και τη Σ. και ότι τις ξύριζε. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι όσα του αποδίδονται είναι όλα ψέματα. Η εξήγηση που έδωσε είναι ότι τσακώθηκε η Σ. με την Κ. για ένα τηλέφωνο και η Σ. τον απειλούσε, τον εκβίαζε να της αγοράσει άλλο τηλέφωνο. Η Σ. έπεισε την Κ., την οποία επηρέαζε, η οποία πήγε μαζί της στην Αστυνομία και «κατάγγειλαν αυτά που δεν έγιναν. Είναι όλα ψέματα». Ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε γιατί η Σ. «απέσυρε την κατηγορία» και ο κατηγορούμενος είπε ότι «Δεν γνωρίζω γιατί απέσυρε. Σημαίνει είναι ψέματα. Πήγε πρώτα κατάγγειλε η Σ. και μετά πήρε την Κ. θύμα και μετά απέσυρε η Σ..». Πρόσθεσε ότι η Κ. έλεγε ψέματα από τον καιρό που πήγαινε σχολείο, του έλεγε «άλλα των άλλων, σήμερα είναι Σάββατο, αύριο είναι Τρίτη, δεν ξεχώριζε το σήμερα με το αύριο». Όσον αφορά κατά πόσον η Κ. πήγαινε με άλλους άνδρες, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η Κ. τσακώθηκε πρώτα με τη μητέρα της, ακολούθως έφυγε από το σπίτι, χαρακτηρίστηκε ως ελλείπων πρόσωπο από την Αστυνομία, και βρέθηκε σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο με δύο άνδρες. Όταν έμενε στο γηροκομείο, δηλαδή στο ίδρυμα XXXXX στο XXXXX, η Σ. «κανόνιζε» πελάτες «και πήγαιναν στα κυπαρίσσια χωρίς να πιάνει λεφτά η Κ.. Έπιανε τα η Σ. και δεν της έδινε τίποτε». Τον έπαιρνε τηλέφωνο ο Μ.Κ.1 και τον ενημέρωνε. Αναφέρθηκε σε προσπάθειες του να τις εντοπίσει όταν έφευγαν από το ίδρυμα XXXXX μετά από τηλεφώνημα του Μ.Κ.
  26. Ο Μ.Κ.1 του έλεγε ότι τόσο η Κ. όσο και η Σ. λένε ψέματα. Ο κατηγορούμενος περαιτέρω παραπονέθηκε στην υπεύθυνη του ως άνω ιδρύματος γιατί δεν έπαιρνε μέτρα για να τις εμποδίζει να φεύγουν από το ίδρυμα και αυτή του ανέφερε ότι θα επιλαμβάνετο του θέματος. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ακόμα ότι κατά την περίοδο που η Κ. είχε χαρακτηριστεί από την Αστυνομία ως ελλείπων πρόσωπο, ο ίδιος έμαθε ότι η Κ. είχε δεσμό με ένα νεαρό με τον οποίο είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή ως επίσης με τον πατέρα του ο οποίος ήτο ηλικίας 75 - 78 ετών. Η περίπτωση αυτή είχε γνωστοποιηθεί σε ηλεκτρονική εφημερίδα και αναγνώρισε το Τεκμήριο Α δι' αναγνώριση ως το δημοσίευμα αυτό, το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  27. Ο κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι είναι η Κ. η γυναίκα 31 ετών που αναφερόταν στο δημοσίευμα αλλά η αναφερόμενη στο δημοσίευμα ηλικία της είναι λανθασμένη, δηλαδή είναι ψέματα και ότι η ορθή ηλικία της είναι 21 ετών ως επίσης ότι η αναφορά ότι η σεξουαλική επαφή έλαβε χώρα χωρίς τη θέληση της είναι ψέματα. Επανέλαβε ότι η Κ. από μικρή έλεγε πάντα ψέματα, τόσο στη μητέρα της όσο και στον ίδιο. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στη συνέχεια ότι όταν μεταφέρθηκε στο σταθμό και ανακρίθηκε από την Μ.Κ.2, η τελευταία τον αποκαλούσε βιαστή, του έλεγε «να πας να αυτοκτονήσεις, κόψε το λαιμό σου» και ότι συνεχώς τον έβριζε. Ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε γι' αυτό και έλεγε ότι ήταν αθώος. Περαιτέρω, ο ίδιος συνεργάστηκε με την Αστυνομία και συναίνεσε στη λήψη γενετικού του υλικού όταν του ζητήθηκε. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ακόμα ότι σε σχέση με την καταγγελία αυτή και τα όσα ανέφερε η Κ. εναντίον του, ενδεχόμενα να σχετίζεται η μητέρα της Κ. γιατί, ως ανέφερε, «δεν της έδινα τις διατροφές». Ο κατηγορούμενος ανέφερε ακόμα παρά το ότι ο δικηγόρος του έστελλε επιστολές προς την Μ.Κ.2 για να του αποστείλει την Έκθεση του Μ.Κ.6 (Τεκμήριο 4), ο δικηγόρος του δεν έλαβε καμιά απάντηση και ότι τις επιστολές του τις έριχναν στον κάλαθο των αχρήστων. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια Β και Γ προς αναγνώριση ως τις σχετικές επιστολές του δικηγόρου του, τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 34 και 35 αντίστοιχα. Τέλος, ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε και στον ισχυρισμό της Κ. ότι ο ίδιος σε μια περίπτωση ξύριζε την Κ. και τη Σ.. Όπως ανέφερε ο ίδιος ήταν στην κουζίνα και μαγείρευε. Η κόρη του η Σ. που βρισκόταν στο σπίτι, πήγε στην τουαλέτα - μπάνιο και όταν μπήκε μέσα, είδε την Κ. και τη Σ. μέσα στο μπάνιο «τζιαι τις έκοψε που ξιουρίζουνταν η μια την άλλη και έβαλε τους τις φωνές» και ακολούθως ήρθε και του το είπε ενώ ο ίδιος της ανέφερε ότι δεν ήξερε τι έκαναν. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι διέπραξε τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι όταν έκλεισε το γηροκομείο, δηλαδή το ίδρυμα XXXXX στο XXXXX, πήρε την Κ. στο σπίτι του στη XXXXX λόγω του ότι ήταν τσακωμένη με τη μητέρα της, η μητέρα της η οποία δεν την ήθελε και έτσι την πήρε στο σπίτι του για να μένει μαζί του. Συμπλήρωσε ότι μετέφερε και τη Σ. στο σπίτι του πατέρα της. Συμφώνησε ότι το ίδρυμα έκλεισε την 08.05.2018 και μετέβηκε εκεί για το σκοπό αυτό μετά από τηλεφώνημα του Μ.Κ.
  28. Αυτό έγινε είτε στις 07.05.2018 είτε στις 08.05.
  29. Ο κατηγορούμενος δέχθηκε επίσης ότι από το Φεβρουάριο του έτους 2018 μέχρι που έκλεισε το ως άνω ίδρυμα, έπαιρνε την Κ. από εκεί κάθε Κυριακή και τη μετέφερε στο σπίτι του για να γευματίσουν μαζί. Έπαιρνε την Κ. στις 9:00 - 10:00 το πρωί και την επέστρεφε στο ίδρυμα μεταξύ 2:00 - 2:30 μ.μ. Αρνήθηκε ότι επέστρεφε την Κ. στο ίδρυμα το απόγευμα (4:00 - 5:00 μ.μ.) εκτός από μια περίπτωση που πήγαν μαζί σε βαφτίσια και την επέστρεψε στις 7:00 μ.μ. Συμπλήρωσε ότι κάποιες καθημερινές του τηλεφωνούσε η Κ. και του ζητούσε τσιγάρα, σουβλάκια κλπ, και τότε αυτός τηλεφωνούσε στον Μ.Κ.1 ο οποίος της αγόραζε ό,τι ήθελε και όταν μετέβαινε στο ίδρυμα την Κυριακή, του έδινε τα χρήματα. Ο κατηγορούμενος δέχθηκε επίσης ότι όταν έπαιρνε την Κ. από το ίδρυμα, μετέφερε και τη Σ. στο σπίτι του πατέρα της ο οποίος ήταν τυφλός, ενώ κάποιες φορές η Σ. ερχόταν, κατόπιν επιθυμίας της, μαζί με τον ίδιο και την Κ. στο σπίτι του για φαγητό. Όσον αφορά το περιστατικό με το κινητό τηλέφωνο, ο κατηγορούμενος είπε ότι η Σ. έδωσε στην Κ. ένα «mobile touch», το οποίο έπεσε της Κ. από τα χέρια της, έσπασε και λόγω αυτού του γεγονότος τσακώθηκαν. Ο ίδιος ενημερώθηκε γι' αυτό από τον Μ.Κ.
  30. Η Σ. τηλεφωνούσε στον ίδιο συνεχώς και του ζητούσε το τηλέφωνο της και τον απειλούσε ότι αν δεν της το επιδιορθώσει τότε θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία και τότε αυτός της είπε ότι θα της αγόραζε άλλο όταν θα είχε τα απαραίτητα χρήματα. Επίσης η Κ. τον κάλεσε να επιδιορθώσει το τηλέφωνο της Σ. γιατί την απειλούσε ότι σε αντίθετη περίπτωση θα την δείρει. Μάλιστα, σε μια περίπτωση η Σ. κτύπησε την Κ. και η Κ. του τηλεφώνησε και του το είπε. Την απειλούσε και σε άλλες περιπτώσεις πάλι την κτύπησε. Πάντως ο ίδιος δεν θεώρησε ότι η Σ. θα πραγματοποιούσε την απειλή της να τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Αν μετέβαινε στην Αστυνομία θα κατάγγελλε και αυτός την Σ. ότι τον απειλούσε. Δεν το έκαμε όμως αφού γνώριζε ότι η Σ. όπως και η Κ. παρουσίαζαν νοητική υστέρηση. Ο ίδιος ενημέρωσε το Μ.Κ.1 για το γεγονός ότι η Κ. και η Σ. τσακώνονταν για ένα τηλέφωνο και ο Μ.Κ.1 του ανέφερε «άφησ' το θέμα πάνω μου». Ο κατηγορούμενος επέμενε ότι τόσο η Κ. όσο και η Σ. έλεγαν ψέματα, το διαπίστωσε ο ίδιος πολλές φορές και είναι κάτι που του το επιβεβαίωνε και ο Μ.Κ.1 ο οποίος το είχε διαπιστώσει αυτός αρκετές φορές. Συμπλήρωσε ότι η Κ. ανέφερε στην κατάθεση της ότι έλεγε ψέματα στη μητέρα της και στον ίδιο. Ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε κατά πόσο η Κ. είχε οποιοδήποτε λόγο να λέει ψέματα και απάντησε ότι ο ίδιος πιστεύει ότι η Κ. επηρεάζεται από τη μητέρα της επειδή δεν πλήρωνε ολόκληρα τα ποσά των διατροφών για τα παιδιά τους, χωρίς όμως να έχει οποιαδήποτε επαφή με τη μητέρα της για να μπορέσει να το στηρίξει. Δέχθηκε ότι η μητέρα της Κ. δεν νοιάζεται γι' αυτήν και ότι από μικρή ηλικία την «πέταξε» σε διάφορα ιδρύματα. Πρόσθεσε ακόμα ότι λέει ψέματα η Κ., ότι μόνο μια φορά την επισκέφθηκε η μητέρα της στο ίδρυμα XXXXX και ότι την επισκέφθηκε αρκετές φορές ίσως και τριάντα και της έπαιρνε τσιγάρα. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ακόμα ότι απ' ότι πληροφορήθηκε από την Μ.Κ.2, πήγε η Σ. στην Αστυνομία και προέβηκε σε καταγγελία και στη συνέχεια ήρθε η Αστυνομία με μια λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και τον πήραν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό για κατάθεση. Κατά το χρόνο αυτό, η Κ. ήταν μαζί του στο σπίτι του στη XXXXX. Επανέλαβε ότι ο ίδιος συνεργάστηκε με την Αστυνομία. Επανέλαβε ακόμα ότι εκεί στο Σταθμό η Μ.Κ.2 τον έβριζε και ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε. Ο κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι η Σ. τον απείλησε ότι αν δεν της αγόραζε άλλο κινητό τηλέφωνο θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία, αλλά δεν τον απείλησε ποτέ ότι θα τον καταγγείλει επειδή ήρθε σε συνουσία μαζί της. Αυτές τις απειλές της Σ. για το κινητό τηλέφωνο τις ανέφερε και στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Ο ίδιος άκουσε για πρώτη φορά τις καταγγελίες εναντίον του, ότι δηλαδή ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Σ. και με την Κ., την 19.05.2018 όταν συνελήφθηκε από την Αστυνομία και μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό. Επέμενε ότι κατά την 19.05.2018 ανακρίθηκε από τη Μ.Κ.2 και ότι τον αποκαλούσε βιαστή, τον απειλούσε ότι θα τον στείλει φυλακή και ότι θα έπρεπε να ντρέπεται για ότι έκανε. Του υποβλήθηκε ότι η Μ.Κ.2 δεν ήταν καν καθήκον την 19.05.2018 και ότι δεν έλαβε μέρος στη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης κατά την ως άνω ημερομηνία και ότι ουδέποτε τον ύβρισε, όμως ο κατηγορούμενος επέμενε στη θέση του ενώ ανέφερε ότι ανακρίθηκε από τη Μ.Κ.2 και ακόμα ένα άνδρα αστυνομικό. Σχετικά με την αναφορά της Κ. κατά τη μαρτυρία της ότι ο κατηγορούμενος παρενόχλησε σεξουαλικά την ετεροθαλή αδελφή της Ντ., αυτός απάντησε ότι είναι και αυτό ψέμα της Κ.. Ερωτώμενος κατά πόσο καταδικάστηκε σε φυλάκιση για το λόγο ότι παρενόχλησε σεξουαλικά την ως άνω ετεροθαλή αδελφή της Κ., ο κατηγορούμενος το αρνήθηκε και υποστήριξε ότι φυλακίστηκε για άλλο λόγο. «Πήγα φυλακή για προστίματα. Για διατροφές. Έστειλε με η μάνα της για διατροφές». Υποβλήθηκε στη συνέχεια στον κατηγορούμενο ότι καταδικάστηκε στην υπόθεση XXXXX/2003 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 14.05.2005 στην κατηγορία της διαφθοράς νεαρής γυναίκας μεταξύ 13 με 17 ετών και ότι του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών και ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι καταδικάστηκε για «18 μήνες. Για δύο χρόνια», ότι δηλαδή του επιβλήθηκε ποινή δύο ετών και έκτισε συνολικά 18 μήνες φυλάκισης. Πρόσθεσε ακόμα ότι η νεαρή γυναίκα που αφορούσε η υπόθεση ήτο η Ντ., η ετεροθαλής αδελφή της Κ.. Ανέφερε πάντως ότι ο ίδιος δεν προέβηκε σε παραδοχή στην εν λόγω υπόθεση παρά μόνο ότι καταδικάστηκε. Πρόσθεσε ότι φυλακίστηκε ακόμα μια φορά για διάστημα ενάμιση μηνός για το λόγο ότι δεν πλήρωνε τις διατροφές της συζύγου του. Ο κατηγορούμενος επέμενε ότι το δημοσίευμα Τεκμήριο 33 αναφερόταν στην Κ. και ότι το ξέρει αυτό γιατί το παραδέχτηκε η ίδια η Κ.. Ο κατηγορούμενος επέμενε ακόμα ότι ανέφερε στην Μ.Κ.2 ότι ο ίδιος είχε δεσμό με μια γυναίκα από το Βιετνάμ η οποία ονομάζεται XXXXX και της έδωσε το τηλέφωνο της. Δεν έδωσε στην Μ.Κ.2 τη διεύθυνση της γιατί την παραλάμβανε από ένα σημείο συνάντησης. Ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω γυναίκα αρνήθηκε ότι είχε ερωτικό δεσμό μαζί του γιατί φοβάται ότι θα την απελάσουν. Αρνήθηκε κατηγορηματικά τα όσα του αποδίδει η Κ., λέγοντας ότι είναι όλα ψέματα. Ο κατηγορούμενος σε υποβολή ότι η Κ. είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ότι έχει επαφή με την πραγματικότητα, επανέλαβε ότι η Κ. λέει ψέματα και ότι η Κ. «δεν γνωρίζει το σήμερα και το αύριο» και ότι κατά τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο δεν ήξερε τι μέρα ήταν και ότι «έλεγε άλλα των άλλων». Ο κατηγορούμενος επέμενε στους ισχυρισμούς που ανέφερε κατά την κύρια εξέταση του σε σχέση με τις επιστολές του συνηγόρου του, Τεκμήρια 34 και 35 ενώ στο υπόλοιπο μέρος της αντεξέτασης του επέμενε στους ισχυρισμούς που ανέφερε κατά την κύρια εξέταση του. Οι ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορούμενου ημερομηνίας 19.05.2018 και 24.05.2018, Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα, έχουν ως ακολούθως: Τεκμήριο 2 «Ερώτηση 1: Έχεις αντιληφθεί τους λόγους της σύλληψης σου και τα αδικήματα τα οποία διερευνά η Αστυνομία για τα οποία κλήθηκες να δώσεις κατάθεση; Απάντηση 1: Ναι τα έχω αντιληφθεί. Ερώτηση 2: Επιθυμείς να επικοινωνήσεις με δικηγόρο; Απάντηση 2: Επικοινώνησα με τον δικηγόρο μου Γιώργο ΧΧΧ, Τηλ. XXXXX. Ερώτηση 3: Από πού κατάγεσαι, πού διαμένεις και με ποιους; Απάντηση 3: Κατάγομαι από τον XXXXX και διαμένω στην οδό ΧΧΧ αρ. 33 στην XXXXX, μαζί με την κόρη μου Κ., 19 ετών και την κόρη μου την Σ., 17 ετών. Ερώτηση 4: Ποια η οικογενειακή σου κατάσταση; Απάντηση 4: Ήμουν παντρεμένος, από το 1982 μέχρι το 1991, με την ΧΧΧ XXXXX, η οποία διαμένει στο ΧΧΧ και μαζί αποκτήσαμε δύο κόρες, την ΧΧΧ 37 ετών και την ΧΧΧ 33 ετών. Το 1995 έκανα την κόρη μου την ΧΧΧ, 22 ετών, με την ΧΧΧ XXXXX, από τη Λεμεσό, χωρίς όμως να παντρευτούμε. Από το 1997 μέχρι το 2008 ήμουν παντρεμένος με την Μ., από την Βουλγαρία, μόνιμη κάτοικος Κύπρου και μαζί αποκτήσαμε τρία παιδιά. Την Σ., 17 ετών, τον Μ. 10 ετών και την Κ., 20 ετών, η οποία πάσχει από χρόνια στέρηση. Επίσης έχω ένα γιο τον XXXXX, 20 ετών, με την XXXXX, από την Βουλγαρία, ο οποίος διαμένει μαζί με την μητέρα του μόνιμα στην Βουλγαρία. Ερώτηση 5: Από πότε διαμένει μαζί σου η κόρη σου η Κ. και πού διέμενε προηγουμένως; Απάντηση 5: Από τον καιρό που γεννήθηκε μέχρι και την ηλικία των 12 ετών η Κ. έμενε μαζί μου και με την μητέρα της και μετά πήγε σε ίδρυμα στη Λευκωσία μέχρι που έγινε 18 ετών. Όταν έγινε 18 ετών διέμενε με την μητέρα της αλλά επειδή αντιμετώπιζαν διάφορα προβλήματα η Κ. έφευγε διαρκώς από το σπίτι και εκδόθηκε διάταγμα υποχρεωτικής νοσηλείας στην ψυχιατρική πτέρυγα Αθαλάσσας. Εκεί έμεινε έξι μήνες περίπου και μετά πήγε στο Γηροκομείο XXXXX στο XXXXX. Αρχές Μαΐου μου τηλεφώνησε ο υπεύθυνος του πιο πάνω γηροκομείου, XXXXX, Τηλ. XXXXX και μου είπε ότι το γηροκομείο θα κλείσει και πρέπει να πιάσω την Κ. να την πάρω σπίτι μου. Στις 10.05.2018 πήγα και έπιασα την Κ. και από τότε διαμένει στο σπίτι μου. Ερώτηση 6: Όταν η Κ. βρισκόταν στο γηροκομείο την επισκεπτόσουν, και αν ναι κάθε πόσο; Απάντηση 6: Ναι την επισκεπτόμουν μια φορά την εβδομάδα και κάθε Κυριακή την έπαιρνα στο σπίτι μου όπως και τον γιο μου τον Μ. και την κόρη μου τη Σ.. Την Κ. την έπιανα από η ώρα 11:00 περίπου και την έπαιρνα πίσω το απόγευμα, πάντα μαζί με την Σ. και τον Μ., αρχικά έπαιρνα την Κ. στο γηροκομείο, και μετά έπαιρνα τον Μ. στην μητέρα του, ενώ η Σ. κάποτε έμενε μαζί μου και κάποτε με την μητέρα της, η Σ. δεν μένει πάντα μαζί μου. Ερώτηση 7: Πώς είναι διαμορφωμένο το σπίτι σου; Απάντηση 7: Στο ισόγειο είναι το σαλόνι, η κουζίνα και το υπνοδωμάτιο μου και πάνω είναι δύο υπνοδωμάτια, ένα της Κ. και ένα της Σ. καθώς και η τουαλέτα με το μπάνιο. Ερώτηση 8: Γνωρίζεις την Π. Κ., 20 ετών η οποία διέμενε στο γηροκομείο XXXXX μαζί με την Κ.; Απάντηση 8: Ναι την γνωρίζω, εμείς την φωνάζουμε Σ., μερικές φορές, όταν ήταν Κυριακή και θα έπιανα την Κ. μου ζητούσε ο υπεύθυνος του γηροκομείου, ο XXXXX να την πάρω στο σπίτι της γιαγιάς της στον XXXXX, γιατί δεν μπορούσε να την πάρει ο πατέρας της αφού είναι τυφλός και η μητέρα της πέθανε. Εγώ την έπαιρνα και την άφηνα στην γιαγιά ή στον πατέρα της, του οποίου δεν θυμάμαι το όνομα του. Ερώτηση 7: Πήρες ποτέ σου την Π. Κ. στο σπίτι σου στη XXXXX; Απάντηση 7: Ναι την πήρα πριν ένα μήνα περίπου, μαζί με την Κ. και μαγείρεψα φαγητό και φάγαμε μαζί με την Σ. και τον Μ.. Ερώτηση 8: Σε πληροφορώ ότι έχω μαρτυρία ότι μεταξύ Φεβρουαρίου 2018 - Μαΐου 2018 μετέφερνες τόσο την Κ. όσο και την Π. Κ. στην οικία σου στην XXXXX. Τι έχεις να πεις για αυτό; Απάντηση 8: Την Π. Κ. την πήρα σπίτι μου, μόνο δύο - τρεις φορές, μαζί με την Κ. και τρώγαμε και μετά τις έπαιρνα πίσω. Επίσης την έπαιρνα στο γραφείο ταξί ΤΕXAS και κάποιος άγνωστος μου άνδρας της έδινε χρήματα, γιατί όπως μου είπε είναι θείος της. Ερώτηση 9: Σε πληροφορώ ότι έχω μαρτυρία ότι όταν έπαιρνες την Π. Κ. και την κόρη σου την Κ. στο σπίτι σου στην Λινόπετρα, τις έβαζες να βγάζουν τα ρούχα τους, να μπαίνουν στην μπανιέρα και ακολούθως αφού έβγαζες και εσύ τα ρούχα σου, τις χάιδευες στα γεννητικά τους όργανα και έβαζες το δάχτυλο σου στον πρωκτό τους. Τι έχεις να πεις για αυτό; Απάντηση 9: Ψέματα, δεν έγινε τέτοιο πράγμα. Ερώτηση 10: Σε πληροφορώ ότι έχω μαρτυρία ότι μετά το μπάνιο έπαιρνες την Π. Κ. και την κόρη σου την Κ. στο δωμάτιο σου και ερχόσουν σε συνουσία και με τις δύο παρά την θέληση τους. Τι έχεις να πεις για αυτό; Απάντηση 10: Είναι ψέματα, δεν έκαμα έτσι πράγμα. Ερώτηση 11: Σε πληροφορώ ότι έχω μαρτυρία ότι υποχρέωνες την Π. Κ. να σου κάνει στοματικό έρωτα, παρά την θέληση της. Τι έχεις να πεις για αυτό; Απάντηση 11: Δεν έγινε έτσι πράγμα. Ερώτηση 12: Μπήκες ποτέ σου στο μπάνιο ενώ εκεί βρισκόταν η Π. Κ. ή η κόρη σου η Κ.; Απάντηση 12: Όχι ποτέ μου. Ερώτηση 13: Είδες ποτέ σου την Π. Κ. και την κόρη σου την Κ. να βρίσκονται μαζί στο μπάνιο; Απάντηση 13: Όχι δεν τις είδα ποτέ μου. Ερώτηση 14: Διατηρείς οποιοδήποτε ερωτικό δεσμό και εάν ναι με ποια; Απάντηση 14: Εδώ και δύο χρόνια διατηρώ ερωτικό δεσμό με μια κοπέλα από το Βιετνάμ την XXXXX, Τηλ. XXXXX, η οποία προσέχει μια ηλικιωμένη γυναίκα στον Άγιο Νικόλαο και έρχεται σχεδόν κάθε Σάββατο στο σπίτι μου. Ερώτηση 15: Θέλεις να αναφέρεις οτιδήποτε άλλο σχετικά με την παρούσα υπόθεση; Απάντηση 15: Μόνο ότι όλα είναι ψέματα.» Τεκμήριο 3 «Ερώτηση 1: Επιθυμείς να μιλήσεις με δικηγόρο; Απάντηση 1: Να μιλήσω ύστερα. Ερώτηση 2: Σε πληροφορώ ότι έχω μαρτυρία πως από την ημέρα που έκλεισε το γηροκομείο και μέχρι την Π. 18.05.2018 ερχόσουν σε συνουσία με την κόρη σου Κ. στην οικία σου, παρά τη θέληση της. Απάντηση 2: Όχι δεν την εγαμούσα. Ερώτηση 3: Σε πληροφορώ ότι έχω μαρτυρία ότι πριν έρθειες σε συνουσία με την Κ. και Π. τις έβαζες να φιληθούν στα χείλη. Απάντηση 3: Όχι. Ερώτηση 4: Σε πληροφορώ ότι έχω μαρτυρία ότι ερχόσουν σε συνουσία πρώτα με την Κ., εκσπερμάτωνες μέσα της και στη συνέχεια με την Π. όπου εκσπερμάτωνες πάνω στην κοιλιά της και κάποτε αντίστροφα. Τι έχεις να πεις; Απάντηση 4: Όχι. Ερώτηση 5: Έχω μαρτυρία ότι πριν τη σύλληψη σου η κόρη σου Κ. σου ανέφερε ότι είναι έγκυος γιατί δεν είδε περίοδο και της είπες να το ρίξει γιατί μπορεί να είναι δικό σου. Απάντηση 5: Είπα ότι έχω να πω θα τα πω στο δικηγόρο μου εν απαντώ τίποτε τωρά. Ερώτηση 6: Θέλεις να μιλήσεις τωρά με τον δικηγόρο σου; Απάντηση 6: Μετά κάτω είπα. Ερώτηση 7: Ανάφερες στην προηγούμενη κατάθεση ότι έχεις δεσμό με κοπέλα από το Βιετνάμ. Γνωρίζεις πού μένει; Απάντηση 7: Αν θέλω μιλώ. Είπα σου εγώ να μεν με ρωτάς τίποτε και ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο.» Η Μ.Υ.1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι κόρη του κατηγορούμενου ως επίσης ότι έχει τέσσερα αδέλφια, τη D. (Ντ.), τη Μ., την Κ. και το Μ.. Η Μ.Υ.1 ανέφερε επίσης ότι όταν η Κ. έμενε μαζί με τον πατέρα της (κατηγορούμενο) η ίδια ήταν σε παιδική στέγη και από εκεί πήγαινε στο σπίτι του κατηγορούμενου, δηλαδή έμενε στο σπίτι του κατηγορούμενου «Πάρα πολύ, συνέχεια». Η Μ.Υ.1 ανέφερε στη συνέχεια ότι γνωρίζει την Π. Κ. (Σ.) προσθέτοντας ότι η Σ. και η Κ. ήταν πολύ καλές φίλες. Όσον αφορά τη σχέση της Κ. και της Σ., η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι η Σ. «κοντρολάρει 100%» συνεχώς την Κ.. Πολλές φορές έτυχε να πάρει τηλέφωνο η Σ. κάποιους άνδρες με σκοπό το σεξ και να στείλει την Κ.. Η Σ. έπαιρνε χρήματα από αυτό, αλλά δεν έδινε λεφτά στην Κ.. Η Σ., συνέχισε η Μ.Υ.1, ερχόταν συνεχώς σπίτι τους και έπαιρνε την Κ. μαζί της. Της έλεγαν ότι θα πήγαιναν στο πάρκο αλλά όταν η ίδια τις γύρευε εκεί, δεν τις έβρισκε. Μια μέρα, ανέφερε ακόμη η Μ.Υ.1, μπήκε στο μπάνιο του σπιτιού και βρήκε και τις δύο γυμνές και η ίδια τους θύμωσε λέγοντας τους ότι δεν είναι σωστό αυτό που κάνουν ενώ φώναξε στον κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν στην κουζίνα και τους έκανε παρατήρηση και αυτός. Μετά από αρκετές μέρες, έτυχε να διαπιστώσει ότι η πόρτα του μπάνιου ήταν κλειστή (η ίδια πιστεύκει ότι έκαναν μπάνιο μαζί) και αφού κτύπησε την πόρτα η μια φώναζε «ναι» και η άλλη «όχι». Η ίδια δεν είδε ποτέ τον πατέρα της να ξυρίζει την Κ. και τη Σ.. Η Μ.Υ.1 ανέφερε περαιτέρω ότι τα διάφορα έξοδα της Κ. (κάρτες τηλεφώνου, τσιγάρα) τα κάλυπτε η ίδια (στην παιδική στέγη δικαιούτο ένα ποσό για τα καθημερινά της έξοδα) και ο κατηγορούμενος. Μάλιστα, η ίδια έβλεπε και την Κ. που πήγαινε αρκετά συχνά στο δωμάτιο του κατηγορούμενου όταν αυτός έλειπε και έπαιρνε λεφτά που είχε κρυμμένα. Η Μ.Υ.1 ρωτήθηκε κατά πόσο η Κ. λέει ψέματα και η Μ.Υ.1 απάντησε ότι η Κ. είναι «μωρό με νοητική στέρηση. Έχει πρόβλημα, δεν συνειδητοποιά τι λέει, δεν ξέρει ότι μπορεί να κάνει κακό κάποιου ή μπορεί να κάνει καλό. Πολλές φορές όταν ήμασταν μιτσιοί με εκτύπαν, με εχτύπησε εννοώ. Συνέχεια ψέματα, ότι και αν την ρωτήσεις «ναι» θα σου πει». Συμπλήρωσε ότι η Κ. έλεγε στην ίδια ψέματα για όλα, ενώ κατά το διάστημα που η Κ. έμενε στο σπίτι του πατέρα της, της έλεγε ότι θα πήγαινε στο πάρκο, όμως όταν την αναζητούσε εκεί δεν την έβρισκε. Ζητήθηκε από την Μ.Υ.1 να τοποθετηθεί για τα όσα αποδίδει η Κ. στον κατηγορούμενο. Η Μ.Υ.1 απάντησε ότι η Κ. δεν βρισκόταν ποτέ μόνη της στο σπίτι με τον κατηγορούμενο. Η Κ. βρισκόταν συνεχώς μαζί της στο σπίτι ή με τη Σ., αφού όταν έλειπε η ίδια, έλειπε και ο κατηγορούμενος, εννοώντας προφανώς ότι τα όσα ισχυρίζεται η Κ. δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Στην ίδια, πρόσθεσε η Μ.Υ.1, δεν έκανε ποτέ παράπονο η Κ. ότι ο κατηγορούμενος την πείραξε σεξουαλικά και είχε πολλές ευκαιρίες να της πει αν έγινε κάτι με τον κατηγορούμενο. Η Κ. πάντα της έλεγε για τις σχέσεις της και δεν της είπε «ποτέ για κανένα ότι την πείραξε». Όσον αφορά τον κατηγορούμενο, η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι η Κ. της μιλούσε γι' αυτόν μόνο όταν χρειαζόταν λεφτά ή όταν έπρεπε να φροντίσει για το φαγητό της ή να πλύνει τα ρούχα της, αφού ο κατηγορούμενος έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού. Συμπλήρωσε ότι όταν ήταν μικρή η Κ. είχε συνήθειο να «πειράζει τα γεννητικά της όργανα» και της έτυχε πολλές φορές να πει στην ίδια «έλα». Η Μ.Υ.1 αναφέρθηκε ακόμη σε ένα περιστατικό που η Κ. και η ίδια έμεναν στο σπίτι της μητέρας της. Η Κ. είχε καυγαδίσει μαζί της και έφυγε από το σπίτι, χαρακτηρίστηκε ως ελλείπον πρόσωπο, βρέθηκε μετά από 24 ώρες σε ένα ξενοδοχείο και ήταν ματωμένη. Τους ανέφερε ότι ήρθε σε σεξουαλική επαφή με δύο άνδρες. Η Μ.Υ.1 αναφέρθηκε και στη σχέση της Κ. με τη μητέρα της και είπε ότι η σχέση τους δεν ήταν καλή. Η μητέρα της κτυπούσε συνεχώς την Κ. όταν ήταν μικρή, ακόμη και όταν δεν έφταιγε αυτή αλλά τα άλλα αδέλφια της. Όταν η Κ. έγινε 18 ετών, η μητέρα της «της έπιασε τα λεφτά από την τράπεζα και μετά έσυρε την στο ίδρυμα». Η Κ. δεν συνειδητοποιούσε ότι η μητέρα της την είχε βλάψει και ότι δεν έπρεπε να της μιλά. Τέλος, η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι όταν η Αστυνομία ήρθε στο σπίτι του πατέρα της αναζητώντας τον, βρισκόταν και η ίδια εκεί. Οι Αστυνομικοί δεν της έλεγαν για ποιο σκοπό είχαν έρθει, της είπαν απλά ότι είχαν έρθει «για τον Π.», δεν άκουγαν τι τους έλεγε, την έσπρωξαν, πήγαν απευθείας στην Κ., της έκαναν λίγες ερωτήσεις, συνέλαβαν τον πατέρα της, δεν απαντούσαν στις ερωτήσεις της και έφυγαν αφήνοντας «στο έλεος του Θεού δύο ανήλικα μωρά». Αντεξεταζόμενη η Μ.Υ.1 αρνήθηκε ότι η Κ. είναι ένα άκακο, αθώο πλάσμα και την χαρακτήρισε ως «ένα μωρό με πρόβλημα, δεν καταλαβαίνει». Η Μ.Υ.1 ανέφερε στη συνέχεια ότι γεννήθηκε το έτος 2002 και ότι μέχρι τα 13 της χρόνια έμενε με τη μητέρα της, στη συνέχεια έμεινε σε παιδική στέγη στον XXXXX στη Λεμεσό ενώ ακολούθως όταν έγινε 14 ετών έμενε σε στέγη νεανίδων στη Λευκωσία μέχρι να γίνει 15 ετών και στη συνέχεια έφυγε και επέστρεψε στο σπίτι της μητέρας της. Κατά το χρόνο που έμενε με τη μητέρα της, έφευγε συνεχώς και πήγαινε στο σπίτι του πατέρα της (κάτι που έκανε και κατά το διάστημα που έμενε στην παιδική στέγη) ενώ από τα 16 χρόνια της μένει με τον πατέρα της. Έμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα μαζί με το συμβίο της στο σπίτι της μητέρας της. Κατέληξε ότι από το Φεβρουάριο του έτους 2018 έμενε στο σπίτι του πατέρα της αλλά δεν μπορούσε να πει ακριβώς πόσο καιρό έμεινε στο σπίτι του πατέρα της, παρά μόνο ότι έμενε σ' αυτό «αρκετό καιρό». Δηλαδή δεν μπορούσε να αναφέρει ότι έμενε στο σπίτι του πατέρα της από το Φεβρουάριο μέχρι το Μάιο του έτους 2018 αλλά «είχε καιρό που έμενα στο σπίτι του πατέρα μου» όπως ανέφερε χαρακτηριστικά. Σε όλο αυτό τον καιρό που έμενε στο σπίτι του πατέρα της, έμενε και κάποιο χρονικό διάστημα και στο σπίτι της μητέρας της αφού συμφιλιωνόταν μαζί της και όταν ξεσπούσαν καυγάδες μεταξύ τους πήγαινε ξανά πίσω στο σπίτι του πατέρα της. Όλο αυτό το διάστημα, Φεβρουαρίου - Μαΐου 2018, η Κ. έμενε στο σπίτι του πατέρα της αλλά και στο σπίτι της μητέρας της το οποίο επισκεπτόταν συχνά. Υποβλήθηκε στη Μ.Υ.1 ότι το διάστημα Φεβρουαρίου - Μαΐου 2018 η Κ. διέμενε στο ίδρυμα, δηλαδή στο γηροκομείο XXXXX και η Μ.Υ.1 απάντησε ότι ως είπε και προηγουμένως δεν γνώριζε «τους μήνες και για πόσο καιρό». Αυτό που ξέρει η ίδια, πρόσθεσε, είναι ότι «ξέρω από τη μέρα που ήρθε η Κ. σπίτι του παπά μου μέχρι και τη στιγμή που τον συνέλαβαν και έφυγαν. Μέχρι εκείνη τι στιγμή» έμενε και η ίδια στο σπίτι του πατέρα της και ότι αυτό το διάστημα πήγαινε και στο σπίτι της μητέρας της. Σήμερα μένει σε διαφορετικό σπίτι από αυτό του πατέρα της. Η Μ.Υ.1 αρνήθηκε ότι από το Φεβρουάριο του έτους 2018 μέχρι τις αρχές Μαΐου του έτους 2018 ο κατηγορούμενος έπαιρνε την Κ. από το ίδρυμα και την μετέφερε στο σπίτι του στη XXXXX. Στη συνέχεια υποβλήθηκε στη Μ.Υ.1 ότι μετά που έκλεισε το ίδρυμα, η Κ. έμενε στο σπίτι του πατέρα της μέχρι την 19.05.2018 όταν συνελήφθη ο πατέρας της. Η Μ.Υ.1 συμφώνησε με την πιο πάνω υποβολή και ανέφερε ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα έμενε και η ίδια στο σπίτι αυτό. Η Μ.Υ.1 αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι έδινε μαρτυρία στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει τον πατέρα της (κατηγορούμενο) και όχι για να πει την αλήθεια. Η Μ.Υ.1 δέχθηκε ότι η Κ. αγαπά τον πατέρα της αλλά πρόσθεσε ότι «Το παιδί έχει πρόβλημα, δεν καταλαβαίνει τι του λέμε. Αν την ρωτήσετε αν σκότωσε κάποιον θα πει «ναι τον έχω σκοτώσει». Ότι την ρωτήσεις «ναι» θα σου πει, «το έχω κάνει».» Σε ερώτηση γιατί τότε η Κ. να έχει αναφέρει αυτά που αποδίδει στον κατηγορούμενο, η Μ.Υ.1 απάντησε ότι «η Σ. την κοντρολάρει. Ότι της πει η Σ. κάνει», κάτι που συνέβαινε κατά το χρόνο της καταγγελίας. Η Μ.Υ.1 ρωτήθηκε κατά πόσον γνωρίζει ότι η Κ. παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και έδωσε μαρτυρία και απάντησε αρνητικά. Ανέφερε στη συνέχεια ότι τηλεφώνησε πριν λίγες μέρες στην Κ. λόγω του ότι ήθελε να εκδοθεί προσφυγική ταυτότητα επ' ονόματι της και ότι η Κ. το μόνο πράγμα που της είπε ήταν «θέλω να πάει ο παπάς φυλακή». Κατόπιν νέων ερωτήσεων και υποβολών η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι η Κ. της είπε ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και ότι της είπε ακόμα «Είπα την αλήθεια» και «θέλω να πάρω τον πατέρα μου φυλακή. Γιατί το έκανε.». Η Μ.Υ.1 επέμενε ότι κατά την 19.05.2018 όταν η Αστυνομία ήρθε στο σπίτι του πατέρα της στη XXXXX για να τον συλλάβει ήταν και η ίδια παρούσα και επανέλαβε τα όσα ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση της. Η Μ.Υ.1 ανέφερε ακόμα ότι κάθε φορά που ο κατηγορούμενος πήγαινε στο ίδρυμα για να πάρει την Κ. ήτο και η ίδια μαζί του και ο αδελφός της και ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο κατηγορούμενος να πήγαινε μόνος του και όταν επέστρεφε την Κ. στο ίδρυμα άφηνε την ίδια και τον αδελφό της στο σπίτι της μητέρας της ενώ κάποτε η ίδια επέστρεφε μαζί με τον πατέρα της στο σπίτι του. Η Μ.Υ.1 θέλοντας προφανώς να υποστηρίξει τη θέση ότι πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος σε σχέση με τα όσα η Κ. του καταλογίζει, ανέφερε χαρακτηριστικά «Αν επείραζε την Κ. θα είχα και εγώ έστω κάτι να αναφέρω ότι με είχε πειράξει. Τόσο καιρό έμενα μαζί του. Γιατί σε εμένα να μην έχει κάνει κάτι, να μην έδειξε κάτι;». Η Μ.Υ.1 ρωτήθηκε αν γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε λόγω του ότι «πείραξε» την αδελφή της D. και η Μ.Υ.1 απάντησε «Το ξέρω ότι είχε γίνει κάτι στην οικογένεια. Ξέρω ότι είπαν το μες την οικογένεια μου αυτό το πράγμα. Το άκουσα από την οικογένεια». Σε νέα ερώτηση που της υποβλήθηκε ότι επομένως συμφωνεί ότι ο κατηγορούμενος ήρθε σε παράνομη συνουσία με την D. η οποία ήταν ανήλικη, η Μ.Υ.1 ανέφερε «Δεν ξέρω, δεν ήμουν γεννημένη τότε για να ξέρω». Ακολούθως διερωτήθηκε αν αυτό είναι αλήθεια, τότε γιατί η μητέρα της έκανε και άλλο παιδί μαζί με τον κατηγορούμενο και γιατί τον επισκεπτόταν στις φυλακές και έπαιρνε και την ίδια και τα αδέλφια της μαζί της; Κατέληξε ότι λόγω των πιο πάνω δεν πιστεύει ότι έγινε στα αλήθεια κάτι τέτοιο. Η Μ.Υ.1 επέμενε ότι η Κ. της έλεγε τα μυστικά της και ότι η ίδια την συμβούλευε και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η ίδια δεν ήταν φίλη με την Κ. ή ότι ουδέποτε της συμπαραστάθηκε. Η Μ.Υ.1 επέμεινε επίσης ότι καθ' όλο χρόνο που η Κ. βρισκόταν στο σπίτι του πατέρα της ήτο και η ίδια παρούσα και ότι όπου πήγαινε η ίδια έπαιρνε και την Κ. μαζί της και ότι δεν αντιλήφθηκε ο πατέρας της να έχει έρθει σε συνουσία μαζί της ή με τη Σ. και τέλος ότι δεν πιστεύει ότι επεσυνέβη κάτι τέτοιο. Η Μ.Υ.1 αρνήθηκε ότι η ίδια είδε τον πατέρα της να ξυρίζει την Κ. και τη Σ.. Στο υπόλοιπο μέρος της αντεξέτασης της η Μ.Υ.1 επέμενε στις θέσεις που εξέφραζε κατά την κύρια εξέταση της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Σημαντικό στοιχείο για την κρίση της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που αφήνει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (βλ. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), όμως δεν είναι το μόνο κριτήριο (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, 378: «.Η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας αλλά και το περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση.» Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαραβάλαμε και την εξετάσαμε σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Η αξιολόγηση μας δεν θα επεκταθεί σε όλη τη μαρτυρία καθότι δεν κρίνουμε σκόπιμο να επεκταθούμε σε μάρτυρες ή ισχυρισμούς που δεν έχουν αμφισβητηθεί ή σε θέσεις που υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας από την Υπεράσπιση οι οποίοι όμως δεν έχουν στοιχειοθετηθεί από αυτήν και παρέμειναν απλώς ως θέσεις της Υπεράσπισης. Εν προκειμένω, η αξιολόγηση θα περιορισθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι. Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία τους, τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά με βάση τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μας, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μας (Χαρίτωνος κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, 97). Ο Μ.Κ.1 μας άφησε καλή εντύπωση αφού ήταν σαφής και άμεσος στις απαντήσεις του ενώ δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του και προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. Η Γ/Αστ. XXXXX Μ. Κ., Μ.Κ.2, εξεταστής της υπόθεσης, μας άφησε την εντύπωση αντικειμενικού και αμερόληπτου εξεταστή της υπόθεσης. Η Μ.Κ.2 αναφέρθηκε στις ενέργειες της στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές. Η πλευρά του κατηγορούμενου άφησε σαφείς αιχμές κατά της αντικειμενικότητας της και του τρόπου με τον οποίο ενήργησε κατά την εξέταση της υπόθεσης με σαφείς κατηγορίες ως προς τη συμπεριφορά της απέναντι στον κατηγορούμενο είτε μέσω της μαρτυρίας του κατηγορούμενου είτε κατά την αντεξέταση της. Δεν συμμεριζόμαστε αυτές τις θέσεις αφού η πλευρά του κατηγορούμενου δεν μπόρεσε να τις τεκμηριώσει. Η αναφορά του κατηγορούμενου ότι την 19.05.2018 κατά την ανάκριση του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό και τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, Τεκμήριο 2, η Μ.Κ.2 τον αποκάλεσε βιαστή και ότι θα τον «έστελλε στη φυλακή», έρχεται σε αντίθεση με το ίδιο το Τεκμήριο 2 όπου αναφέρεται σ' αυτό ότι αυτή λήφθηκε από τον Αστ. XXXXX. Τώρα όσον αφορά τα Τεκμήρια 34 και 35 που αναφέρονται σε αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης για να λάβει την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του Μ.Κ.6 (Τεκμήριο 4), η Μ.Κ.2 ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ότι την περίοδο που εστάλη η πρώτη επιστολή, Τεκμήριο 34, η ίδια απουσίαζε με άδεια τοκετού ενώ δήλωσε άγνοια για αμφότερες τις επιστολές. Για το θέμα αυτό θα επανέλθουμε. Δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε που να έχει πλήξει την αξιοπιστία της Μ.Κ.2 ή να καταδεικνύει ότι έχει εκτελέσει τα καθήκοντα της με πλημμελή τρόπο. Η μη αναφορά εκ μέρους της στις γραπτές της καταθέσεις του λόγου για τον οποίο λήφθηκε δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση από την Κ. (Ενδείξεις Γ1 και Γ2) οφείλεται σε γνήσια ανθρώπινη παράλειψη που ευθέως έχει αποδεχτεί και όχι σε οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Ως εκ τούτου, δεχόμαστε τη μαρτυρία της και προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. Ο Μ.Κ.3 Αρχ/Λοχίας XXXXX Τ. Θ. μας άφησε καλή εντύπωση, αφού απαντούσε τις διάφορες ερωτήσεις αμέσως και χωρίς περιστροφές. Η αξιοπιστία του εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε, αφού ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του και προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. Οι Μ.Κ4, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.6 κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως εμπειρογνώμονες. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη, εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα της υπόθεσης (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Πιττάλη κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Η Μ.Κ.4 ως ψυχίατρος, η Μ.Κ.7 ως Κλινική Ψυχολόγος και ο Μ.Κ.6 ως Διευθυντής του Τμήματος Καρδιαγγειακής Γενετικής και του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, καθώς επίσης καθηγητής Μοριακής Γενετικής Κύπρου. Τα προσόντα των πιο πάνω μαρτύρων δεν έχουν αμφισβητηθεί. Η μεν Μ.Κ.4 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι Ψυχίατρος, γεγονός που αναφέρεται και στην παράγραφο 4 των παραδεκτών γεγονότων (Ένδειξη Α) ως Κυβερνητική Ψυχίατρος. Η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι είναι κλινική ψυχολόγος και κατέθεσε στο Δικαστήριο βιογραφικό σημείωμα (Τεκμήριο 31). Βιογραφικό σημείωμα κατέθεσε και ο Μ.Κ.6 (Τεκμήριο 29) για τον οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 16 των παραδεκτών γεγονότων (Ένδειξη Α) ότι είναι Διευθυντής/Υπεύθυνος του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής. Κρίνουμε ότι όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες κατέθεσαν στο Δικαστήριο τα δικά τους ευρήματα με αντικειμενικότητα τεκμηριώνοντας επιστημονικά όλες τις θέσεις και απόψεις τις οποίες εξέφρασαν. Με σαφήνεια και περιεκτικότητα εξήγησαν την μεθοδολογία που αυτοί χρησιμοποίησαν ώστε να καταλήξουν στα συμπεράσματα τους τα οποία παράθεσαν και εξήγησαν ενώπιον μας. Τα ευρήματα και τα συμπεράσματα τους υποστηρίζονται από επιστημονικές εξηγήσεις. Η αξιοπιστία τους, η εμπειρογνωμοσύνη και η αμεροληψία τους δεν αμφισβητήθηκαν, ούτε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων εκ μέρους της πλευράς του κατηγορούμενου. Βρίσκουμε ότι εκπλήρωσαν το ρόλο τους ως εμπειρογνώμονες. Κρίνουμε βέβαια σκόπιμο να ξεκαθαρίσουμε τα ακόλουθα: Είναι γνωστή η αρχή ότι δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία εμπειρογνώμονα που σκοπό έχει να υποστηρίξει την αξιοπιστία per se μάρτυρα της ίδιας πλευράς («oath helping evidence»). Σχετική είναι η υπόθεση R. v. Turner
(1975)Q.B. 834, 841 η οποία μνημονεύεται στη Σάββας Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 91/2017, ημερομηνίας 02/05.2018. Διευκρινίζουμε περαιτέρω ότι οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.7 που σκοπό έχει να υποστηρίξει την αξιοπιστία της Κ. δεν θα ληφθεί υπόψη. Αντίθετα, ένας εμπειρογνώμονας μπορεί να δώσει μαρτυρία γενικότερης φύσεως σε σχέση με μια πάθηση και τα συνήθη χαρακτηριστικά των προσώπων που την παρουσιάζουν (βλ. R. v. S (VJ)
(2006)EWCA Crim 2389 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Δεχόμαστε τη διαπίστωση της Μ.Κ.4 ότι όταν εξέτασε την Κ. (24.05.2018) αυτή μπορούσε να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία και τη γενική τοποθέτηση της ότι άτομα με νοητική υστέρηση μπορούν να επηρεαστούν από τρίτα πρόσωπα, όμως δεν μπορούν «να περάσουν μια σκευωρία» γιατί δεν έχουν την ικανότητα να το κάνουν. Δεχόμαστε ακόμα την αναφορά της ότι άτομα με νοητική υστέρηση λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή σε σχέση με τις διαταραχές συμπεριφοράς τους επειδή είναι άτομα που δεν μπορούν να ελέγξουν τα συναισθήματα τους, έχουν κάποια ξεσπάσματα θυμού, μια πιο επιθετική συμπεριφορά και νοητικά είναι πιο κοντά στο μυαλό ενός παιδιού παρά ενός ενήλικα. Από τη μαρτυρία της Μ.Κ.7 δεχόμαστε ότι η Κ. είναι άτομο με ήπια νοητική αδυναμία (αποτελεί παραδεκτό γεγονός) και ότι άτομα με ήπια νοητική αδυναμία παρουσιάζουν δυσκολίες ως προς τον προσανατολισμό στο χρόνο οι οποίες εδράζονται στη δυσχέρεια που υπάρχει στη βραχυπρόθεσμη μνήμη. (Στην έκθεση της ημερομηνίας 27.08.2020 (Τεκμήριο 32), αναφέρει ότι πραγματοποίησε τέσσερις συναντήσεις με την Κ. νωρίτερα, τον ίδιο μήνα.) Περαιτέρω δεχόμαστε την αναφορά της στην έκθεση της Τεκμήριο 32, ότι η νοητική αδυναμία είναι μια διαταραχή με έναρξη κατά την αναπτυξιακή περίοδο η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο ελλείμματα νοητικής αλλά και ελλείμματα προσαρμοστικής λειτουργίας στους εννοιολογικούς, κοινωνικούς και πρακτικούς τομείς. Δεχόμαστε επίσης τη θέση της που πρόβαλε τοποθετούμενη γενικά ότι είναι δύσκολο για παιδιά με ήπια νοητική υστέρηση να παραμείνουν σταθερά σε αναφορές που δεν είναι βίωμα τους και κατ' επέκταση να τις αναπαράγουν με μια συνοχή όπως και την αναφορά της ότι δεν είναι σύνηθες άτομα με νοητική αναπτυξιακή διαταραχή, να παρουσιάζουν διαταραχή της συνείδησης που αφορά ψυχωτική συμπτωματολογία, δηλαδή να εκλαμβάνουν πράγματα που δεν συμβαίνουν ως πράγματα που συμβαίνουν. Δεχόμαστε ακόμα την αναφορά της ότι δεν είναι συχνό και απαραίτητο φαινόμενο σε περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης να εμφανίζεται διαταραχή μετατραυματικού στρες. Γίνεται δεκτή και η τοποθέτηση της Μ.Κ.7 για το συνήθη πληθυσμό ότι αποτελεί γενικό φαινόμενο και είναι κοινώς διαπιστωμένο πως μια καταγγελία για σεξουαλική κακοποίηση είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμβεί και ότι αυτό ισχύει και για άτομα με νοητική αδυναμία. Τέλος, γίνεται δεκτή η αναφορά της με παραπομπή σε σχετικό σύγγραμμα ότι άτομα με νοητικές αναπτυξιακές διαταραχές παρουσιάζουν υποβολιμότητα και έχουν υψηλά ποσοστά κακοποίησης λόγω της μεγάλης ευαλωτότητας τους και της εξάρτησης τους από σημαντικά πρόσωπα για την καθημερινή τους αυτό-φροντίδα και εξυπηρέτηση. Τα πιο πάνω θα τα έχουμε υπόψη μας κατά την αξιολόγηση της Κ.. Σημειώνουμε ακόμα ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.6 για τους λόγους που έχει εξηγήσει μέσω της κατάθεσης του στο Δικαστήριο αλλά και μέσω των εκθέσεων του, Τεκμήρια 4 και 30, (αλλά και το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων) δεν μπορεί να ρίξει φως στα αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 16 κατηγορίες βιασμού κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 164, 16 κατηγορίες αιμομιξίας κατά παράβαση του άρθρου 147 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και 3 κατηγορίες άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 4
(1)
(2)(α) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 Ν.119(Ι)/2000. Σε όλες τις κατηγορίες παραπονούμενη είναι η Κ., αφού οι κατηγορίες που έχουν ως παραπονούμενη τη Σ., έχουν διακοπεί. Σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, δηλαδή υποθέσεις που αφορούν σεξουαλικά αδικήματα, το Δικαστήριο δεν έχει νομοθετική υποχρέωση να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας της παραπονουμένης, αυτό όμως συνηθίζεται, ως θέμα πρακτικής, με βάση το Κοινοδίκαιο. Το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί εξ ολοκλήρου σε τέτοια μαρτυρία και να θεμελιώσει καταδίκη, αφού όμως πρώτα λάβει υπόψη και προειδοποιήσει τον εαυτό του για τους πιθανούς κινδύνους που ελλοχεύουν στη στήριξη καταδίκης αποκλειστικά με τέτοια μαρτυρία (βλ. Σοφοκλής Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Στην υπόθεση Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512 υιοθετήθηκε η πιο κάτω προσέγγιση, την οποία θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσια: «Μας φαίνεται ότι η ενδεδειγμένη διαδικασία χειρισμού της μαρτυρίας συνενόχου ή μάρτυρα υπόπτων ελατηρίων είναι, κατ' αρχήν, η αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιου μάρτυρα συνολικά, στο πλαίσιο δηλαδή της όλης μαρτυρίας, και όχι απομονωμένα από την υπόλοιπη μαρτυρία. Αν εξεταζόμενη κατ' αυτό τον τρόπο τέτοια μαρτυρία κριθεί ως αναξιόπιστη, η μαρτυρία απορρίπτεται χωρίς άλλο. Αν κριθεί ως αξιόπιστη, το Δικαστήριο στη συνέχεια προειδοποιεί τον εαυτό του για τον κίνδυνο καταδίκης κατηγορουμένου στη βάση μόνο μαρτυρίας συνενόχου ή μάρτυρα υπόπτων ελατηρίων. Αν αποφασίσει ότι είναι ασφαλές να καταδικάσει στη βάση μόνο τέτοιας μαρτυρίας, τότε μπορεί να το πράξει. Αν όμως κρίνει ότι δεν είναι ασφαλές να ενεργήσει κατ' αυτό τον τρόπο, τότε αναζητεί ενισχυτική μαρτυρία και αν βρει τέτοια μαρτυρία τότε καταδικάζει τον κατηγορούμενο, αν όμως δεν βρει τέτοια μαρτυρία τότε τον απαλλάσσει.» Η μαρτυρία επομένως της Κ.ς θα αξιολογηθεί υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει η εικόνα του μάρτυρα στο εδώλιο είναι ουσιώδους σημασίας. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην C & A Pelecanos Associates Ltd v. Πελεκάνου (ανωτέρω): «Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας. Δεν είναι νοητός ο διαχωρισμός των κριτηρίων αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα από τα πρακτικά της υπόθεσης που περιέχουν τη μαρτυρία του.» Βαρύνουσας λοιπόν σημασίας είναι η εικόνα της παραπονούμενης, δηλαδή της Κ., στο εδώλιο την οποία βιώσαμε κατά τρόπον άμεσο έχοντας την ευκαιρία όχι μόνο να την ακούσουμε αλλά να παρακολουθήσουμε τον τρόπο που εκφραζόταν, τις αντιδράσεις της και τις εκφράσεις του προσώπου της. Στη μαρτυρία της Κ., όπως αναφέρουμε και πιο κάτω, έχουμε εντοπίσει κάποιες αντιφάσεις. Οι αντιφάσεις αυτές αφορούν, κατά κύριο λόγο, επουσιώδη στοιχεία. Δεν είναι κάθε αντίφαση που έχει σημασία. Οι αντιφάσεις που καθιστούν κάποια μαρτυρία αναξιόπιστη πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεσή του να πει ψέματα. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ή σε επουσιώδη σημεία δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία, η οποία είναι γενικά πειστική (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Χριστοφίδης ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 25 και Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143). Όσον αφορά λοιπόν την Κ., αυτή μας άφησε θετική εντύπωση. Διαπιστώσαμε ότι ειλικρινής πρόθεση της ήτο να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εξιστόρησε τα γεγονότα με αρκετή λεπτομέρεια και όχι με γενικότητες, με το δικό της τρόπο και δεν διαπιστώσαμε να έχει υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Κάποιες μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία της κρίνουμε ότι δεν επηρεάζουν αρνητικά την αξιοπιστία της, αντίθετα κάνουν την εκδοχή της πιο πειστική. Η Κ. κατά τη μαρτυρία της έμεινε πιστή στην εκδοχή της και παρουσίασε τα γεγονότα με το δικό της ιδιαίτερο τρόπο τον οποίο κρίνουμε ως αυθόρμητο και όχι ως προϊόν επιβουλής, καθοδήγησης από τρίτα πρόσωπα όπως της καταλογίζεται από την Υπεράσπιση. Ούτε εντοπίσαμε οποιοδήποτε κίνητρο εκ μέρους της κατά την εξιστόρηση των γεγονότων. Η ίδια δήλωσε ότι αγαπά τον πατέρα της (περισσότερο από τη μητέρα της) και τον λυπάται. Η Κ. όπως διαπιστώσαμε από την όλη παρουσία της ενώπιον μας, είχε την ικανότητα αντίληψης της πραγματικότητας περιγράφοντας καταστάσεις (με το δικό της ιδιαίτερο τρόπο) χωρίς να κομπιάσει ή να σκεφτεί, προκειμένου να κατασκευάζει απαντήσεις. Μέσα από τις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποίησε, απόδωσε την πραγματική κατάσταση που η ίδια βίωνε, και όχι κάτι που ήταν αποτέλεσμα της φαντασίας της. Η Κ. περιέγραψε συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες ήρθε σε συνουσία με τον κατηγορούμενο χωρίς να το θέλει. Το πρώτο περιστατικό έλαβε χώραν όταν τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο να την επισκεφθεί στο ίδρυμα, αυτός ανταποκρίθηκε, της ζήτησε να πάνε μια βόλτα (μαζί της ήταν και η Σ.), την πήρε στο σπίτι του και ήρθε σε συνουσία μαζί της. Το δεύτερο περιστατικό έλαβε χώραν ενώ καθόταν στο σαλόνι του σπιτιού του κατηγορούμενου (μαζί με τη Σ.), αυτός της ζήτησε να ανεβεί στο δωμάτιο του και ήρθε σε συνουσία μαζί της ενώ την ανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα. Το τρίτο περιστατικό έλαβε χώραν πάλι μια μέρα που την παρέλαβε από το ίδρυμα (μαζί της ήταν και η Σ.) και ακολούθως τη βίασε, ως ανέφερε. Εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα είναι που η Σ. είδε ότι την ξύριζε (μαζί με τη Σ.). Τέλος, η Κ. περιέγραψε ακόμα δύο περιστατικά, που όπως προκύπτει πρόκειται για ένα, αφού τα τοποθετεί στον ίδιο χρόνο, δύο μέρες πριν από την ημερομηνία που λήφθηκαν οι καταθέσεις της όταν η ίδια είχε κοιμηθεί στο δωμάτιο του αδελφού της και ενώ κοιμόταν γυμνή, χωρίς εσώρουχο, σκεπασμένη με κουβέρτα, ήρθε ο κατηγορούμενος γυμνός από πάνω της και ήρθε σε συνουσία μαζί της. Σε αυτό το περιστατικό της έβαλε το δάκτυλο του τόσο στον κόλπο της όσο και στον πρωκτό

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.