Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Cupial, Αρ. Υπόθεσης: 15453/20, 3/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15453/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. xxx xxx Cupial Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 3 Ιουνίου, 2021 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, μετά την κλήση του σε απολογία, κατηγορείται ότι στις 22-23.7.20 διέρρηξε κατάστημα και έκλεψε €175 (1η κατηγορία), στις 11.7.20 διέρρηξε περίπτερο με σκοπό την κλοπή (2η κατηγορία) και προκάλεσε ζημιές (3η κατηγορία), στις 17-19.3.20 διέρρηξε κατοικία και έκλεψε δύο κλειδιά (5η κατηγορία) και όχημα (6η κατηγορία), στις 1-2.4.20 διέρρηξε κατάστημα και έκλεψε μοτοποδήλατο (8η κατηγορία), στις 7-8.5.20 διέρρηξε το περίπτερο του ΜΚ4 και έκλεψε χρήματα και αντικείμενα (10η κατηγορία), στις 17.3.20-13.5.20 κατείχε αντικείμενα για τα οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία (12η κατηγορία) και μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 12.5.20 εισήλθε σε εγκαταλελειμμένη οικία με σκοπό να διαπράξει ποινικό αδίκημα (13η κατηγορία). Κατέθεσαν οι Αστ. xxx8 (ΜΚ1), xxx1 (ΜΚ2), xxx1 (ΜΚ3) και ο Λ.Π. (ΜΚ4). Μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Η ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή της (Τεκμήριο 1). Το κατάστημα της 1ης κατηγορίας διαρρήχθηκε όταν ο δράστης έσπασε τον υαλοπίνακα με αιχμηρό αντικείμενο. Οι επιστημονικές εξετάσεις οδήγησαν στον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε τις καταθέσεις του (Τεκμήρια 2, 3 και 4). Στις 7-8.5.20 διαρρήχθηκε το περίπτερο του ΜΚ4 (10η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε από τα πλάνα που λήφθηκαν κατά τη διάρρηξη (Τεκμήριο 8). Στις 13.5.20 εντοπίστηκε σε εγκαταλελειμμένη οικία μέρος της κλαπείσας περιουσίας. Δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο εκεί. Συμφώνησε με την υποβολή της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην εγκαταλελειμμένη οικία όπου διέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα. Εντοπίστηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου, του ΜΥ1 και άλλων προσώπων. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 7). Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΥ
- Ο ΜΚ4 υιοθέτησε τις καταθέσεις του (Τεκμήρια 9 και 10). Είναι ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου της 10ης κατηγορίας. Αναγνώρισε την κλαπείσα περιουσία με βάση τα αποθέματα του περιπτέρου (Τεκμήριο 11). Μετά την κλήση του απολογία, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Κατέθεσε ο L.K. (ΜΥ1). Ο κατηγορούμενος προέβη στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Αναφορικά για την 1η κατηγορία, ότι εισήλθα και έκλεψα στο κατάστημα Άγιο Αθανάσιο, εγώ ποτέ δεν μπήκα μέσα σε εκείνο το κατάστημα που βρίσκεται στη Λεωφ. Αγίου Αθανασίου xx, ούτε έκλεψα €175 που είναι γραμμένο στην 1η κατηγορία. Αυτό ότι βρέθηκε αίμα έξω από το κατάστημα στον Άγιο Αθανάσιο xx, τη νύχτα στις 22.7.20 περπατούσα στην οδό Αγίου Αθανασίου και περπατώντας έξω που το κατάστημα σκόνταψα και επειδή φορούσα καλοκαιρινές παντόφλες και πληγώθηκα στο δάχτυλό μου και το οποίο έτρεξε λίγο αίμα πάνω στην παντόφλα μου και χαμέ και επίσης θέλω να αναφέρω ότι ποτέ δεν μπήκα στο σπίτι που βρίσκεται στην οδό XXXXX 62 και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί βρέθηκε το DNA στα γάντια που βρέθηκαν στο σπίτι στην οδό XXXXX και θέλω να αναφέρω ότι δεν έχω καμία εμπλοκή σε όλες τις κατηγορίες που είναι εναντίον μου που έγραψε η Αστυνομία. Αναφορικά για το αίμα που βρέθηκε στην εσωτερική πλευρά του παραθύρου, έχω την πεποίθηση ότι μεταφέρθηκε με άγνωστό μου τρόπο. Εγώ ποτέ δεν μπήκα, ούτε έκλεψα από το περίπτερο με ονομασία xxx.» Ο ΜΥ1 έμενε συχνά στην εγκαταλελειμμένη οικία γιατί δεν είχε κάπου αλλού να μείνει. Ερωτηθείς στην κυρίως εξέταση αν μπορεί να εξηγήσει πώς βρέθηκαν στην οικία χειρουργικά γάντια με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου απάντησε ότι τον προσκάλεσε να μείνει μαζί του «για κάποιο καιρό». Ο ίδιος είναι κατηγορούμενος σε άλλη υπόθεση. Ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση αν συμφωνεί ότι κατηγορείται ότι διέμενε και εισήλθε παράνομα σε εκείνη την οικία με σκοπό να διαπράξει αδίκημα απάντησε ότι δεν συμφωνεί. Ερωτηθείς αν παραδέχθηκε ότι είχε στην κατοχή του παράνομη περιουσία, δηλαδή τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην οικία, απάντησε ότι δεν θυμάται. Παραδέχθηκε σε άλλη υπόθεση ότι διέρρηξε το περίπτερο xxxxxx στις 7-8.5.
- Διέπραξε τη διάρρηξη «με κάποιον Βούλγαρο», όχι με τον κατηγορούμενο. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Οι μάρτυρες κατηγορίας μου έκαναν καλή εντύπωση. Η ΜΚ1 αναφέρθηκε στις εξετάσεις σχετικά με την 1η κατηγορία. Η αντεξέταση περιορίστηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ο ΜΚ2 περιέγραψε τις ενέργειές του παραπέμποντας σε σχετικά τεκμήρια. Ουδεμία τάση παραποίησης γεγονότων διαπιστώθηκε. Η μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν τυπικής φύσης. Ο ΜΚ4 απαντούσε στις ερωτήσεις αιτιολογημένα. Ουδεμία τάση καταφυγής στο ψεύδος διαπιστώθηκε. Η αξιοπιστία του, παρά τη επίμονη αντεξέταση σε ορισμένα σημεία, όπως και των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας, δεν κλονίστηκε. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία τους. Η μαρτυρία του ΜΥ1 παρουσιάζει αδυναμίες. Προσκάλεσε, ανέφερε, τον κατηγορούμενο να μείνει μαζί του στην εγκαταλελειμμένη οικία. Άγνωστο πότε. Άγνωστο για πόσο καιρό. Ρωτήθηκε στην κυρίως εξέταση να εξηγήσει πώς βρέθηκε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στα χειρουργικά γάντια που εντοπίστηκαν στην οικία. Απάντησε ότι ο κατηγορούμενος έφερε τα πράγματά του στην οικία. Ερωτηθείς αντεξεταζόμενος ποια πράγματα έφερε μαζί του, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ερωτηθείς αν ήταν τόσο σημαντικό να φέρει τα χειρουργικά γάντια εκεί απάντησε ότι δεν γνωρίζει, ούτε θυμάται. Θα πρέπει να σημειωθεί για σκοπούς πληρότητας, ότι -σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΥ1- ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωσή του ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε εισήλθε στην οικία. Επίσης -σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΥ1- ο κατηγορούμενος ανέφερε στην ανώμοτη δήλωσή του ότι δεν γνωρίζει πώς βρέθηκε το γενετικό του υλικό στα γάντια. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι διέρρηξε το περίπτερο στις 7-8.5.
- Ερωτηθείς αν ήταν μόνος του και αν όχι με ποιους, απάντησε: «Με κάποιον Βούλγαρο. Ήμουν μαζί με κάποιον Βούλγαρο». Δεν τον κατονόμασε. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό, και μάλιστα με αυτό τον γενικό και αόριστο τρόπο, με σκοπό να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η ίδια η υπεράσπιση επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΥ1 -σε αντίθεση με τη θέση του ότι δεν κατηγορείται για παράνομη είσοδο και ότι δεν θυμάται ότι κατείχε παράνομα περιουσία- όταν του υπέβαλε ότι παραδέχθηκε τις κατηγορίες. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου εξετάζεται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας (Κόλιας v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 106/15, ημερ. 17.5.18). Δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει ένα γεγονός (Χρίστου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 46/17, ημερ. 19.7.19), ούτε να συμπληρώσει κενά στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (Αχτάρ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 207/08, ημερ. 16.7.10). Η τελευταία έχει την υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι ουδέποτε εισήλθε στην εγκαταλελειμμένη οικία είναι αντίθετος με την υποβολή της υπεράσπισης στον ΜΚ2 ότι διέμενε εκεί. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί του, για παράδειγμα ότι εντοπίστηκε αίμα του τη νύκτα της διάρρηξης έξω από το κατάστημα της 1ης κατηγορίας επειδή σκόνταψε με αποτέλεσμα να πληγωθεί, δεν επιβεβαιώνονται από μαρτυρία. Επομένως δεν μπορεί να προσδοθεί αξία σ' αυτούς. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (Έγγραφο ΙΓ) άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Αυτό δεν μπορεί να καταλογιστεί σε βάρος του. Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων (Έγγραφα Α-Κ) και της αξιόπιστης μαρτυρίας, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: στις 16-19.3.20 διαρρήχθηκε η οικία του Π.Χ. από την οποία κλάπηκαν δυο κλειδιά οχήματος αξίας €300 και ένα όχημα αξίας €4.000 (Έγγραφο Ζ) (5η και 6η κατηγορία). Στις 1-2.4.20 διαρρήχθηκε κατάστημα από το οποίο κλάπηκε το μοτοποδήλατο του Ν.Κ. άγνωστης αξίας (Έγγραφο ΙΔ) (8η κατηγορία). Στις 7-8.5.20 διαρρήχθηκε το περίπτερο του ΜΚ4 (10η κατηγορία). Κλάπηκαν €724, τσιγάρα αξίας €2,538.60, αναπτήρες αξίας €260, είδη καπνίσματος αξίας €105, λαχεία αξίας €50, ένα κινητό τηλέφωνο αξίας €50 και δύο μεταλλικά κουτιά αξίας €130, συνολικής αξίας €3,857.
- Οι κινήσεις των δύο δραστών μέσα στο περίπτερο καταγράφηκαν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (Τεκμήριο 8). Στις 13.5.20 εντοπίστηκαν σε εγκαταλελειμμένη οικία μεταξύ άλλων τα αντικείμενα με αρ. 1-53 (Έγγραφο ΙΕ) (12η κατηγορία), κλειδί και έγγραφα του οχήματος (Έγγραφα Θ και ΙΕ) (5η και 6η κατηγορία), το μοτοποδήλατο (8η κατηγορία), το κινητό τηλέφωνο του ΜΚ4 και αναπτήρες τα οποία «ήταν προϊόν διάρρηξης» του περιπτέρου του ΜΚ4 (Έγγραφο ΙΕ) (10η κατηγορία), καπέλο (Τεκμήριο 5), φανέλα και γάντια. Δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο. Στις 11.7.20 διαρρήχθηκε περίπτερο και προκλήθηκαν από τον δράστη ζημιές στο παράθυρο αξίας €200 και σε φορτιστή ταμειακής μηχανής αξίας €70 (Έγγραφο ΙΣτ) (2η και 3η κατηγορία). Στις 22-23.7.20 διαρρήχθηκε κατάστημα από το οποίο κλάπηκαν €175 (Έγγραφο Δ) (1η κατηγορία). Έγιναν επιστημονικές εξετάσεις (Έγγραφο Κ), ιδιαίτερη αναφορά στις οποίες γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Ο κατηγορούμενος διέμενε στην εγκαταλελειμμένη οικία για άγνωστο χρονικό διάστημα. Το ερώτημα είναι κατά πόσον διέπραξε τα αδικήματα ο κατηγορούμενος. Η κατηγορούσα αρχή βασίστηκε σε περιστατική μαρτυρία (Χρίστου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 46/17, ημερ. 19.7.19, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 96/16, ημερ. 28.11.17). Οι αρχές συνοψίσθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 187/19, ημερ. 15.10.20: «.η περιστατική μαρτυρία πρέπει να αξιολογείται στο σύνολό της, σωρευτικά και όχι αποσπασματικά. Η δε ενοχή του κατηγορούμενου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας και σε επίπεδο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θα πρέπει, τα σκόρπια μέρη της περιστατικής μαρτυρίας να έχουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώνουν, με αδιαμφισβήτητη πειστικότητα, την καταδίκη». Η μαρτυρία γενετικού υλικού αξιολογείται ανάλογα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 51/12, ημερ. 22.10.13, Vedat v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 1). Αποτελεί περιστατική μαρτυρία η οποία μπορεί από μόνη της σε κατάλληλη περίπτωση να θεμελιώσει ενοχή (Plesca v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 20/16, ημερ. 18.1.18). Αναφορικά με την 1η κατηγορία (άρθρο 294(α), Κεφ. 154), η είσοδος και έξοδος επιτεύχθηκε από υαλοπίνακα τον οποίο ο δράστης έσπασε με αιχμηρό αντικείμενο (Έγγραφο Δ). Γενετικό υλικό του κατηγορούμενου εντοπίστηκε στη σπασμένη γυάλινη προθήκη και αίμα του στο πάτωμα κάτω απ' αυτή εξωτερικά (Έγγραφα Α, Στ και Ι, Έγγραφο Κ, συμπ. 12 και 13). Προκύπτει το αναπόφευκτο συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου το οποίο δεν συμβιβάζεται με άλλο λογικό συμπέρασμα (Προκοπίου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 228/17, ημερ. 21.2.19). Η απουσία αίματος μέσα στο κατάστημα δεν σημαίνει τη μη ανάμειξή του (Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221). Η εκδοχή του ότι σκόνταψε έξω από το κατάστημα παρέμεινε ως εικασία αφού ουδεμία σχετική μαρτυρία προσκομίστηκε (Guruli v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 263/17, ημερ. 22.5.20). Σε σχέση με τη 2η και 3η κατηγορία (άρθρα 295 και 324
(1), Κεφ. 154), αίμα του κατηγορούμενου εντοπίστηκε στο παράθυρο που παραβιάστηκε εσωτερικά (Έγγραφα ΙΖ και ΙΗ, Έγγραφο Κ, συμπ. 11). Προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διέρρηξε το περίπτερο με σκοπό τη διάπραξη κλοπής κατά τη διάρκεια της οποίας εσκεμμένα και κακόβουλα προκάλεσε τις ζημιές. Συμπέρασμα που δεν συμβιβάζεται με άλλη λογική εκδοχή (Προκοπίου (ανωτέρω)). Αναφορικά με την 5η και 6η κατηγορία (άρθρα 292(α) και 255, Κεφ. 154), ο κατηγορούμενος «δεν μπορεί να αποκλεισθεί» να είναι δότης του γενετικού υλικού που εντοπίστηκε στα χερούλια του ερμαριού που ανοίχθηκε σε υπνοδωμάτιο (Έγγραφο Κ, συμπ. 2). Απουσιάζουν αλλήλια από το γενετικό προφίλ που εντοπίστηκε (Έγγραφο Κ, σελ. 5). Επομένως δεν αποδεικνύεται ότι πρόκειται για το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Ούτε μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι διέρρηξε την οικία επειδή δύο μήνες αργότερα εντοπίστηκαν σε εγκαταλελειμμένη οικία, στην οποία διέμενε σε άγνωστο χρόνο, το κλειδί, τα έγγραφα του οχήματος και ρούχα και γάντια με το γενετικό του υλικό. Απουσιάζει η αμεσότητα περιστατικής μαρτυρίας -χρονικής και τοπικής- με τα αδικήματα. Σχετικά με την 8η κατηγορία (άρθρο 294(α), Κεφ. 154), το μοτοποδήλατο εντοπίστηκε ενάμιση μήνα μετά την κλοπή του στην εγκαταλελειμμένη οικία όπου υπήρχαν ρούχα και γάντια με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Διέμενε εκεί για άγνωστο χρονικό διάστημα. Δεν δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις, ασφαλές και μοναδικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος -ενάμιση μήνα πριν- έκλεψε το μοτοποδήλατο. Η 10η κατηγορία (άρθρο 294(α), Κεφ. 154) εξαρτάται ουσιωδώς από την αναγνωριστική μαρτυρία του ΜΚ2, η οποία αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση (Τουμάζου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/16, ημερ. 5.10.18, Αθανασίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 10/15, ημερ. 27.10.15). Το Δικαστήριο θα πρέπει να προειδοποιήσει τον εαυτό του για τους κινδύνους που υπάρχουν όταν αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου (Νεοφύτου v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 242, R v. Turnbull [1976] 3 All E.R. 549). Λαμβάνονται υπόψη το χρονικό διάστημα που ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο, η απόσταση, οι συνθήκες φωτισμού και άλλα στοιχεία, τα οποία καθορίζουν την ποιότητα της αναγνώρισης. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι φτωχή, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία προτού καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στα πλάνα (Τεκμήριο 8). Σ' αυτά καταγράφονται δύο άτομα: ένα με μάσκα και μπλε καπέλο και ένα με κουκούλα. Τα πρόσωπα και των δύο είναι καλυμμένα. Ερωτηθείς σχετικά ο ΜΚ2 ανέφερε ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο από τα χαρακτηριστικά και το «ιδιαίτερο βάδισμά» του. Δεν εξειδίκευσε ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά. Δεν ανέφερε -αλλά και δεν διαπιστώθηκε κατά την προβολή των πλάνων- τι το ιδιαίτερο υπάρχει στο βάδισμα του δράστη. Ούτε λέχθηκε τι το ιδιαίτερο υπάρχει στο βάδισμα του κατηγορούμενου. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις και ιδιαίτερα επειδή καθ' όλη τη διάρκεια των πλάνων τα πρόσωπα των δραστών είναι καλυμμένα, η αναγνώριση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όταν υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι οι δράστες δεν θα μπορούσαν να αναγνωριστούν από τα πλάνα απάντησε: «Γι' αυτό περίμενα, ήρθαν και τα αποτελέσματα από το DNA, το οποίο βρέθηκε στο καπέλο στην οικία στην οδός XXXXX, αριθμό 62, εντός της οποίας επαναλαμβάνω βρέθηκαν πλειάδα κλαπέντων προϊόντων του παραπονούμενου και έτσι είμαι 100% ότι είναι αυτός». Το γεγονός ότι εντοπίστηκε ίδιο καπέλο με αυτό που φορούσε ο δράστης και μέρος των κλοπιμαίων με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου δεν οδηγούν στο συμπέρασμα, και μάλιστα πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένας από τους δράστες. Στο καπέλο εντοπίστηκε γενετικό υλικό πέραν του ενός ατόμου (Έγγραφο Κ, συμπ. 4, 6, 9 και 10). Τα αντικείμενα αυτά εντοπίστηκαν πέντε μέρες μετά τη διάρρηξη. Εντοπίστηκαν σε εγκαταλελειμμένη οικία όπου ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα άτομα διέμενε σε άγνωστο χρόνο. Στην οικία είχαν πρόσβαση και άλλοι άστεγοι, σύμφωνα με τον ΜΚ2. Ελλείπει επομένως η χρονική και τοπική διασύνδεση με τη διάρρηξη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μοναδικό και αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι διέπραξε τη διάρρηξη ο κατηγορούμενος. Αναφορικά με τη 12η κατηγορία, όποιος κατέχει περιουσία για την οποία υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι είναι κλοπιμαία είναι ένοχος, εκτός αν αποδείξει ότι την απέκτησε νόμιμα (άρθρο 309, Κεφ. 154). Η «εύλογη υπόνοια» αποδεικνύεται από τη μαρτυρία ως αντικειμενικό γεγονός (Narmania v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 4/18 κ.ά., ημερ. 3.4.19, Καριπίδης v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 237). Ο μεγάλος αριθμός ηλεκτρικών συσκευών, σε συνδυασμό με την ύπαρξη αντικειμένων τα οποία είχαν καταγγελθεί ως κλοπιμαία, σε ακατοίκητη οικία δημιουργεί αντικειμενικά εύλογη υποψία ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία ή έστω ότι υπήρχαν ύποπτες περιστάσεις (Κλεάνθους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 236/18, ημερ. 11.1.19). Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον ο κατηγορούμενος κατείχε την περιουσία. Το βάρος είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Μόνο αν το αποσείσει, μετατοπίζεται στην υπεράσπιση για να αποδείξει ότι την κατείχε νόμιμα. Στην προκειμένη περίπτωση, τα αντικείμενα εντοπίστηκαν σε οικία η οποία ήταν εγκαταλελειμμένη. Ουδείς εντοπίστηκε εκεί κατά την έρευνα. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, όταν ρωτήθηκε αν γνωρίζει πόσα χρόνια μπαινοβγαίνουν άστεγοι εκεί, απάντησε: «Όχι, αλλά δεν είναι πολύς καιρός.». Ο κατηγορούμενος διέμενε εκεί για κάποιο διάστημα. Άγνωστο πότε, άγνωστο για πόσο καιρό. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εντοπίστηκε η περιουσία, δηλαδή σε ακατοίκητη οικία όπου είχαν πρόσβαση άστεγοι, χωρίς να εντοπιστεί εκεί ο κατηγορούμενος και χωρίς να υπάρχει άμεση χρονική ή τοπική διασύνδεση με τις κλοπές δημιουργούν αμφιβολίες κατά πόσον ο κατηγορούμενος κατείχε την περιουσία εν τη εννοία του νόμου (άρθρο 2, Κεφ. 154). Δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία μπορεί να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε εκεί τα αντικείμενα ή ότι γνώριζε ότι ήταν εκεί ή ότι είχε έλεγχο των αντικειμένων στο συγκεκριμένο χώρο (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 96/16, ημερ. 28.11.17). Το γεγονός ότι εντοπίστηκε γενετικό του υλικό σε ρούχα και γάντια που υπήρχαν εκεί δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε ασφαλές και μοναδικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος κατείχε την περιουσία, λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο που παρήλθε από τις διαρρήξεις και τον τόπο όπου εντοπίστηκαν. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και να είναι, δεν είναι αρκετές. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση 79/19, ημερ. 27.4.21. Αναφορικά με την 13η κατηγορία (άρθρο 280, Κεφ. 154), η είσοδος στην οικία είναι παραδεκτή από την υπεράσπιση η οποία υπέβαλε στον ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία όπου διέμενε εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα. Το αδίκημα όμως δεν συντελείται μόνο με την απόδειξη της εισόδου σε περιουσία (Αργυρού κ.ά. v. Ζαφίροβα κ.ά., Ποινική Έφεση 181/16, ημερ. 30.4.18). Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε με σκοπό να διαπράξει ποινικό αδίκημα. Ο ΜΚ2 ερωτηθείς ποιο αδίκημα θα διέπραττε ο κατηγορούμενος απάντησε για να μεταφέρει την κλαπείσα περιουσία. Επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε εκεί τα αντικείμενα ή ότι γνώριζε ότι ήταν εκεί ή ότι είχε έλεγχο των αντικειμένων κατά τη μεταφορά τους στο συγκεκριμένο χώρο (Χαραλάμπους (ανωτέρω)). Η θέση του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε εκεί για να μεταφέρει την κλαπείσα περιουσία πρόκειται για δική του εκτίμηση που δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία, χωρίς να επηρεάζεται η αξιοπιστία του. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται (Κωνσταντίνου (ανωτέρω)). Εν ολίγοις, το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Η παράλειψη του κατηγορούμενου να δώσει εξηγήσεις δεν μπορεί, άνευ ετέρου, να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής (Γεωργίου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 485). Η κατηγορούσα αρχή απόδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η, 2η και 3η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. Αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 5η, 6η, 8η, 10η, 12η και 13η κατηγορία. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο