← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Π.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 9622/18, 6/7/2021

Δημοκρατία ν. Π.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 9622/18, 6/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:26 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Ν. Κονή, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9622/18 Δημοκρατία ν. Π.Χ. Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 6.7.2021 Για τη Δημοκρατία: κα Ξ. Ξενοφώντος Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Ν. Νικολαΐδης Π Ο Ι Ν Η (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Το πρωτότυπο θα παραμείνει στο φάκελο. Θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων.) Ο κατηγορούμενος, ηλικίας σήμερα 57 ετών, κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης στις ακόλουθες κατηγορίες: (α) Βιασμός κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15 αντίστοιχα). (β) Αιμομιξία κατά παράβαση του άρθρου 147 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39 και 40 αντίστοιχα). (γ) Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 4

(1)
(2)(α) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν.119(Ι)/2000(Κατηγορίες 42, 43 και 44 αντίστοιχα). Επίσης αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 16 και 41 που αφορούσαν στα αδικήματα βιασμού και αιμομιξίας αντίστοιχα στις οποίες αθωώθηκε για τους λόγους που εξηγούμε στην απόφαση μας ημερομηνίας 25.6.
  1. Περαιτέρω όπως αναφέρουμε και στην απόφαση μας κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αντιμετώπιζε ακόμα τις κατηγορίες 17 έως 25 που αφορούσαν στο αδίκημα του βιασμού και τις κατηγορίες 45 και 46 οι οποίες αφορούσαν στο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, με παραπονούμενη την Π.Κ. (Σ.), οι οποίες σε κάποιο στάδιο διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ΄ αυτές. Tα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος διαπράχθηκαν στην Λεμεσό της Επαρχία Λεμεσού μεταξύ των μηνών Φεβρουαρίου 2018 και Μαΐου 2018 εις βάρος της θυγατέρας του Κ.Χ. ηλικίας τότε περίπου 19 ½ ετών. Τα γεγονότα της υπόθεσης καταγράφονται στην απόφαση μας ημερομηνίας 25/06/
  2. Σύμφωνα με τα ευρήματα του δικαστηρίου, η Κ.Χ. είναι κόρη του κατηγορούμενου, γεννήθηκε στις 24/11/1998, είναι άτομο με ήπια νοητική αδυναμία και επιβλέπεται από το γραφείο ευημερίας. Η Κ. από τον Οκτώβριο του έτους 2017 διέμενε στο γηροκομείο «XXXXX» στο XXXXX (το ίδρυμα) μέχρι που αυτό σταμάτησε τη λειτουργία του στις 8.5.
  3. Κατά την περίοδο Φεβρουαρίου 2018 - Μαΐου 2018 μέχρι που το εν λόγω ίδρυμα έκλεισε (08.05.2018), ο κατηγορούμενος, κάθε Κυριακή, παραλάμβανε την Κ. και τη μετέφερε στην οικία του στη XXXXX (οδός ΧΧΧ 33) και την επέστρεφε πίσω στο ίδρυμα αργότερα την ίδια ημέρα. Πρόκειται για τις ημερομηνίες 04.02.2018, 11.02.2018, 18.02.2018, 25.02.2018, 04.03.2018, 11.03.2018, 18.03.2018, 25.03.2018, 01.04.2018, 08.04.2018, 15.04.2018, 22.04.2018, 29.04.2018 και 06.05.
  4. Μετά που το ίδρυμα έκλεισε στις 08.05.2018, ο κατηγορούμενος παρέλαβε την Κ. και την πήρε μαζί του στην οικία του. Η Κ. διέμενε στην οικία του κατηγορούμενου μέχρι τις 19.05.
  5. Ο κατηγορούμενος κατά την πιο πάνω ημερομηνία συνελήφθη, στο σπίτι του. Κάθε Κυριακή που η Κ. βρισκόταν στο σπίτι του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος ερχόταν σε συνουσία μαζί της παρά τη θέληση της, δηλαδή ο κατηγορούμενος έβαζε το πέος του στον κόλπο της και πάντοτε εκσπερμάτωνε μέσα της. Η Κ. περιέγραψε κάποια συγκεκριμένα περιστατικά. Ένα περιστατικό έλαβε χώραν όταν τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο να την επισκεφθεί στο ίδρυμα, αυτός ανταποκρίθηκε, να πάνε μια βόλτα, την πήρε στο σπίτι του και ήρθε σε συνουσία μαζί της. Κάποιο άλλο περιστατικό έλαβε χώραν ενώ καθόταν στο σαλόνι του σπιτιού του κατηγορούμενου, αυτός της ζήτησε να ανεβεί στο δωμάτιο του και ήρθε σε συνουσία μαζί της ενώ την ανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα. Όμοιο περιστατικό επισυνέβη και μετά που η Κ. διέμενε μαζί του (σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 7.5.2018 και 19.5.2018), όταν έκλεισε το ίδρυμα. Ενώ η Κ. κοιμόταν στο δωμάτιο του αδελφού της γυμνή και χωρίς εσώρουχο, σκεπασμένη με κουβέρτα, ο κατηγορούμενος ήρθε γυμνός από πάνω της και ήρθε σε συνουσία μαζί της. Ο κατηγορούμενος στο ίδιο πιο πάνω περιστατικό, της έβαλε το δάκτυλο του στον πρωκτό της και σε διαφορετικό χρόνο στα γεννητικά της όργανα. Όπως λέχθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η έκθεση του γραφείου ευημερίας που έχει ετοιμαστεί μετά από οδηγίες του δικαστηρίου αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου, περιγράφει την οικογενειακή, την οικονομική του κατάσταση, τις προσωπικές και άλλες συνθήκες και περιστάσεις του. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου ευημερίας είναι πατέρας 5 παιδιών (ηλικίας 39, 36, 24, 20 και 14 ετών). Το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας, υιοθέτησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής. Το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας το παραθέτουμε αυτολεξεί: «Ο κος Π.Χ. ηλικίας 57 ετών κατάγεται από την XXXXX και προέρχεται από συγκροτημένη, οικογένεια μέτριας κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του ο οποίος καταγόταν από το XXXXX και εργαζόταν ως οικοδόμος, απεβίωσε πριν 14 χρόνια σε ηλικία 68 ετών από ανίατη ασθένεια. Η μητέρα του η οποία καταγόταν από τον XXXXX και ήταν οικοκυρά απεβίωσε πριν από 9 χρόνια σε ηλικία 72 ετών λόγω προβλημάτων υγείας που παρουσίασε. Ο αναφερόμενος είναι ο μεγαλύτερος σε σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας του. Η αδελφή του ηλικίας 53 ετών σήμερα είναι έγγαμη και διαμένει στη Λεμεσό. Ο αδελφός του ηλικίας 51 ετών σήμερα είναι έγγαμος και διαμένει στη Λάρνακα. Οι σχέσεις του αναφερόμενου με την αδελφή του περιγράφονται σήμερα ως ικανοποιητικές και διατηρούν επικοινωνία. Με τον αδελφό του οι σχέσεις τους περιγράφονται ως συγκρουσιακές αναφέροντας, τα τελευταία 8 χρόνια περίπου να μην διατηρεί καμία επικοινωνία μαζί του. Ο αναφερόμενος φοίτησε μέχρι τη Γ' τάξη Γυμνασίου όπου και διέκοψε. Λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια του αναφέρθηκε από νεαρή ηλικία να ανέλαβε εργασία ως καλουψιής. Το 2008 μετά από σοβαρό τραυματισμό του στο σπόνδυλο διέκοψε την εργασία. Ακολούθως και για περίοδο 4 χρονών περίπου λειτουργούσε καφενείο για κάλυψη των αναγκών του. Τα τελευταία 6 χρόνια πριν τη παρούσα σύλληψη του αναφέρθηκε να στηριζόταν οικονομικά με μηνιαία επιδόματα Ελαχίστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Ο κος Χ το 1989 τέλεσε α΄ γάμο με την κα Φ. ηλικίας 59 ετών σήμερα με την οποία απέκτησε τα δύο προαναφερόμενα παιδιά. Η οικογένεια διέμενε σε αυτοστέγαση στη Λεμεσό. Ο ίδιος απασχολείτο ως καλουψιής και η σύζυγος του σε εργοστάσιο υποδημάτων. Το 1991 λόγω προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στις σχέσεις του ζεύγους οδηγηθήκαν στο διαζύγιο. Τη φύλαξη και φροντίδα των παιδιών ανέλαβε η μητέρα τους ενώ ο ίδιος διατηρούσε επικοινωνία μαζί τους. Με την σύλληψη αναφέρθηκε οι σχέσεις του με τα παιδιά να έχουν κλονιστεί και μην διατηρούν επικοινωνία. Το 1997 αναφέρθηκε να τέλεσε β΄ γάμο με την κα Μ. ηλικίας 50 ετών σήμερα η οποία κατάγεται από τη Βουλγαρία. Το ζεύγος απέκτησε τα τρία προαναφερόμενα παιδιά. Η οικογένεια διαμένει στη Λεμεσό και η κα Μ. αναφέρθηκε να εργάζεται σε φαστφουντάδικο για κάλυψη των αναγκών της οικογένειας της. Το 2008 λόγω προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στις σχέσεις του ζεύγους οδηγήθηκε στο διαζύγιο. Αρχικά όπως αναφέρθηκε τη φύλαξη και φροντίδα των παιδιών ανέλαβε η μητέρα τους. Ακολούθως λόγω προβλημάτων που παρουσίασε η ίδια στην άσκηση του γονικού της ρόλου τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας λήφθηκαν υπό την νομική φροντίδα της Διευθύντριας Κοινωνών Υπηρεσιών και τοποθετήθηκαν σε ξενώνα στη Λευκωσία. Η μεγαλύτερη κόρη λόγω νοητικής υστέρησης διαμένει στη παρούσα φάση σε Ίδρυμα, η δεύτερη με το σύζυγο και το παιδί της και ο μικρότερος με τη μητέρα του. Μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας με τον κ. Χ. αναφέρθηκε σε προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε (σπονδυλοπάθεια) από το 2008 μετά από σοβαρό τραυματισμό του. Αναφέρθηκε επίσης και σε προβλήματα κατάχρησης αλκοόλ που αντιμετωπίζει τα τελευταία 13 χρόνια περίπου. Δεν αναφέρθηκαν προβλήματα χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, αφού αναγνώρισε την σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τους μετριαστικούς παράγοντες που θα πρέπει αυτό να λάβει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής. Ζήτησε να ληφθούν υπόψη, οι προσωπικές του συνθήκες και περιστάσεις υιοθετώντας προς τούτο το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και αναφέρονται στην εν λόγω έκθεση ως επίσης και το ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα εθισμού με το αλκοόλ καθώς και ψυχολογικά προβλήματα (κατάθλιψη και άγχος), για τα οποία παλαιότερα παρακολουθείτο από ψυχίατρο. Τέλος ζήτησε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι παρήλθαν 3 χρόνια από την διάπραξη των αδικημάτων, το λευκό ποινικό μητρώο του καθώς και ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε στο παρελθόν υπό κράτηση ως υπόδικος στην παρούσα υπόθεση. Τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα τους αντικατοπτρίζεται μέσα από τις ποινές που ο νόμος προβλέπει. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Για το αδίκημα του βιασμού προβλέπεται σύμφωνα με το άρθρο 145 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (όπως ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο), ποινή φυλάκισης δια βίου, για το αδίκημα της αιμομιξίας του άρθρου 147 του Κεφ. 154 ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων και για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης του άρθρου 151 του Κεφ. 154 και του άρθρου 4 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Ν. 119
(1)/2000 ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. Αδικήματα αυτής της μορφής και φύσης θα πρέπει να αντιμετωπίζονται και αντιμετωπίζονται, όπως αυτό προκύπτει μέσα από την σχετική επί του θέματος Νομολογία, με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Η σοβαρότητα των εγκλημάτων αυτής της μορφής δικαιολογεί την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις ποινές που επιβάλλονται από το Δικαστήριο (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Α.Β.
(2002)2 Α.Α.Δ. 382). Όπως λέχθηκε την υπόθεση Μ.W ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 4/2009 ημερομηνίας 17/12/2009 «Αυτή η ανάγκη εκπηγάζει από το γεγονός ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία στρέφονται κατά των ηθών και προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος». Τα ίδια λέχθηκαν και στη υπόθεση Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, ότι δηλαδή, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητάς τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος. Στην υπόθεση R v. Billam
(1986)1 All ER 985, εξετάστηκαν οι προεκτάσεις της επιβολής ποινής με κατευθυντήριες οδηγίες σε περιπτώσεις βιασμού. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης η σοβαρότητα του αδικήματος του βιασμού επαυξάνεται όταν μεταξύ άλλων,
(1)χρησιμοποιείται βία για τον εκφοβισμό του θύματος,
(2)χρησιμοποιείται όπλο για εκφοβισμό ή τραυματισμό του θύματος,
(3)ο βιασμός είναι επαναλαμβανόμενος,
(4)ο βιασμός είναι αποτέλεσμα προσεκτικού προγραμματισμού,
(5)ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες βιασμού ή άλλων σοβαρών σεξουαλικών αδικημάτων ή αδικημάτων τα οποία συνοδεύονται από βία,
(6)το θύμα υποβάλλεται σε επιπρόσθετες σεξουαλικές προσβολές ή διαστροφές,
(7)το θύμα είναι μεγάλης ή πολύ μικρής ηλικίας και
(8)όταν τα δυσμενή αποτελέσματα για το θύμα, είτε αυτά είναι σωματικά ή ψυχολογικά είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Η πιο πάνω αγγλική υπόθεση δεν έχει βέβαια δεσμευτικό χαρακτήρα, αλλά οι αρχές που έχει καθιερώσει μπορούν να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα κυπριακά Δικαστήρια (βλ. Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 323). Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου της τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατία
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ). Στην Σιάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, το Εφετείο επανάλαβε ότι: «. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες εκάστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν.» Όπως έχει νομολογηθεί, κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών, ενώ κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, απαιτείται εξατομίκευση της, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, σε συνδυασμό με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Διατηρούμε βέβαια κατά νου ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, δε θα πρέπει να εξουδετερώνει την αποτρεπτικότητα της ή να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Στην υπόθεση Α.Δ. ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 91/2014 ημερομηνίας 22/6/2016 το Κακουργιοδικείο επέβαλε ποινή δεκαπενταετούς φυλάκισης μόνο στην πρώτη κατηγορία του βιασμού. Έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να του επιβληθεί ποινή στις κατηγορίες της αιμομιξίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκου προσώπου (κατηγορίες 3 και 4), καθότι τα γεγονότα των δύο αυτών κατηγοριών εμπεριέχονταν στα γεγονότα της κατηγορίας του βιασμού. Λέχθηκαν τα εξής από το Εφετείο εξετάζοντας την Έφεση κατά της ποινής αφού επικύρωσε την καταδίκη «Στην υπόθεση η σοβαρότητα των αδικημάτων ήταν τέτοια που ήταν λίγα τα περιθώρια για περαιτέρω εξατομίκευση της ποινής. Θεωρούμε απόλυτα ορθό τον τρόπο που το Κακουργιοδικείο εκτίμησε το στοιχείο της μέθης και εν πάση περιπτώσει δεν προκύπτει κανένα σφάλμα αρχής, ούτε βέβαια έγινε εισήγηση ότι η συνολική ποινή που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα ήταν έκδηλα υπερβολική». Στην υπόθεση Μ.W ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο εφεσείων, ο οποίος ήταν λευκού ποινικού μητρώου, κατόπιν μερικής ακρόασης παραδέχθηκε ενοχή σε οκτώ κατηγορίες δύο από τις οποίες αφορούσαν το αδίκημα του βιασμού κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα. Σε όλες τις περιπτώσεις το θύμα ήταν η κόρη του εφεσείοντα ηλικίας 14 περίπου χρόνων. Το Κακουργιοδικείο καταδίκασε τον εφεσείοντα σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δέκα χρόνων στις κατηγορίες του βιασμού ενώ δεν επέβαλε ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες. Ο εφεσείων θεώρησε ότι η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο, επικύρωσε την ποινή τονίζοντας τα ακόλουθα: «Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής. Βλ. Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 67. Στην προκείμενη περίπτωση, τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων, καθιστούν την υπόθεση από τις χειρότερες του είδους της. Ο εφεσείων εκμεταλλεύτηκε το νεαρό της ηλικίας της έφηβης θυγατέρας του για να ικανοποιήσει επανειλημμένα τις σεξουαλικές επιθυμίες του. Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι το θύμα επέδειξε ενδεχομένως κάποια ανοχή αφού σε καμιά περίπτωση δεν αντέδρασε δυναμικά είτε με φωνές ή με άλλο τρόπο ούτε ανέφερε αμέσως μετά το πρώτο περιστατικό ο,τιδήποτε σε πρόσωπο της εμπιστοσύνης του. Οι λόγοι οι οποίοι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη στάση του θύματος παρέμειναν άγνωστοι. Δεν αποκλείεται να την είχε κυριεύσει ο φόβος ή στη σκέψη της να επικράτησε η επιλογή της αποφυγής του κοινωνικού στιγματισμού τόσο της ίδιας όσο και της οικογένειας της. Ωστόσο, ανεξαρτήτως του λόγου ή των λόγων για τους οποίους η νεαρή παρέλειψε να αντιδράσει αμέσως, η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εξαλείφεται και αυτή παραμένει αναλλοίωτη. Ο εφεσείων, από προστάτης και καθοδηγητής του παιδιού του, μεταβλήθηκε σε εφιάλτη που με τις πράξεις του στιγμάτισε την προσωπικότητα και την κοινωνική υπόσταση της θυγατέρας του. Το Κακουργιοδικείο εξέτασε με προσοχή όλες τις παραμέτρους και ορθά επισημαίνει ότι τέτοιες πράξεις προκαλούν αίσθημα αποστροφής στους υγιείς πολίτες της κοινωνίας μας και ότι σ΄ αυτές τις περιπτώσεις εμφανίζεται επιτακτική η ανάγκη να έχει η τιμωρία παραδειγματικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.» Στην υπόθεση Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279, ποινή φυλάκισης 10 ετών σε κατηγορία βιασμού ανήλικης από τον πατριό της ο οποίος εκμεταλλεύτηκε την ιδιότητα του, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Π.Π. κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 457, ο εφεσείων αντιμετώπιζε συνολικά 11 κατηγορίες. Τέσσερις αφορούσαν διαφθορά νεαρής γυναίκας κάτω των 13 χρόνων, κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, τέσσερις για αιμομιξία κατά παράβαση των άρθρων 147, Κεφ. 154 και 6
(1)του Ν47(Ι)/94 και τρεις για παρά φύση ασέλγεια σε παιδί κάτω των 13 χρόνων, κατά παράβαση του άρθρου 174, Κεφ. 154. Μετά από δίκη ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 10 από τις 11 κατηγορίες. Το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη πως η προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή για τα εγκλήματα της διαφθοράς ανήλικης κάτω των 13 χρόνων και εκείνα της αιμομιξίας (τότε) ήταν φυλάκιση δια βίου, αύξησε την ποινή στις κατηγορίες 1-8 από 10 σε 15 χρόνια, αναφέροντας τα ακόλουθα, στη σελίδα 464: «Είναι η διαπίστωση μας, όπως ήταν και του Κακουργιοδικείου, ότι η παρούσα υπόθεση είναι από τις σοβαρότερες του είδους της. Συνυπάρχουν σ' αυτή όλοι οι επιβαρυντικοί παράγοντες που αναφέρονται στον Blackstone. Λαμβάνοντας τούτο υπόψη και ιδιαίτερα την ηλικία της παραπονούμενης που ήταν 11-12 ετών κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, το γεγονός ότι τα αδικήματα διαπράττονταν κατ' επανάληψη για μεγάλο χρονικό διάστημα και ενίοτε με την απειλή βίας, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με τη μη παραδοχή του υποχρέωσε τη μικρή του κόρη να ξαναζήσει στο Δικαστήριο τις τραυματικές της εμπειρίες που σίγουρα υπέστη κατά τη διάρκεια της διάπραξης των αδικημάτων, κρίνουμε ότι η ποινή είναι ανεπαρκής κάτω από τις συνθήκες, τόσο για τιμωρία του κατηγορούμενου για τις αποτρόπαιες πράξεις του, όσο και για παραδειγματισμό και αποτροπή. Ο κατηγορούμενος ενήργησε απάνθρωπα, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες των πράξεων του στη μικρή του κόρη, σε μια ηλικία που σίγουρα τα ψυχολογικά της τραύματα θα μείνουν ανεξίτηλα και θα τη συνοδεύουν σε όλη της τη ζωή.» Η υπό κρίση περίπτωση εντάσσεται στις σοβαρότερες του είδους. Τα γεγονότα της αλλά και τα όσα λέχθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση σε σχέση με τους επιβαρυντικούς παράγοντες ισχύουν και εδώ. Ο κατηγορούμενος κατ' εξακολούθηση βίαζε την θυγατέρα του εκμεταλλευόμενος, μεταξύ άλλων, την νοητική κατάσταση της. Ακόμα χειρότερα ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την έμφυτη ανάγκη της κόρης του να βρίσκεται μαζί του, από τον οποίο αποζητούσε αγάπη και φροντίδα. Μακριά από την μητέρα της (με την οποία δεν διατηρούσε καλές σχέσεις) και τα αδέλφια της, η Κ. μεγάλωσε σε ιδρύματα για πολλά χρόνια, από την ηλικία των 12 ετών. Η μόνη τακτική επαφή που είχε ήταν με τον πατέρα της, ο οποίος την επισκεπτόταν στο ίδρυμα και την έπαιρνε από το ίδρυμα τις επίδικες ημερομηνίες. Ο κατηγορούμενος αντί να νοιάζεται για την κόρη του και να την φροντίζει, ακόμα περισσότερο λόγω και των ιδιαίτερων αναγκών της, εκμεταλλευόταν την νοητική της κατάσταση, την εξάρτηση της από αυτόν και της αγάπης που του είχε για να ικανοποιεί της ανώμαλες και διαστροφικές του ορέξεις. Όπως αναφέρουμε και στην απόφαση μας, η Κ. βασιζόταν στον κατηγορούμενο, ο οποίος της αγόραζε πράγματα που ήθελε ή της παρείχε στέγη όταν έκλεισε το ίδρυμα, αφού δεν είχε πού αλλού να μείνει αφού η μητέρας τη δεν την ήθελε. Μόνο αηδία και αποστροφή προκαλεί η συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η Κ. απόρησε για το πώς ο πατέρας της μπόρεσε να κάνει «αυτό το πράγμα» στην ίδια του την κόρη. Σε κάθε κυριακάτικη συνάντηση με τον πατέρα της η Κ. αντιμετώπιζε την ίδια απαράδεκτη συμπεριφορά από αυτόν. Αυτή η συστηματική και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά εκ μέρους του κατηγορούμενου εις βάρος της θυγατέρας του αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό στοιχείο (βλ. Χριστοφή (ανωτέρω)). Ο κατηγορούμενος εκφόβισε την Κ. λέγοντας της να μην αναφέρει κάτι γιατί αν το έλεγε θα ασκούσε βία σε βάρος της (δηλαδή θα την κτυπούσε). Με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος προσπάθησε να καλύψει τις αποτρόπαιες πράξεις του. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε τις κατηγορίες όπως ήταν άλλωστε δικαίωμα του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η παραπονούμενη θυγατέρα του να ξαναζήσει στο Δικαστήριο τα όσα έζησε στο παρελθόν και όλες τις τραυματικές εμπειρίες που σίγουρα υπέστη κατά τη διάρκεια της διάπραξης των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος μέχρι τέλους δεν μετάνιωσε για τις πράξεις του ενώ η κόρη του δήλωνε ότι τον αγαπά και έδειχνε να νοιάζεται για αυτόν. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Σάββας Ομήρου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 91/2017 ημερομηνίας 2/5/2018 και το επαναλαμβάνουμε και εδώ, ο κατηγορούμενος είχε κάθε δικαίωμα να επιμένει στην αθωότητα και η στάση του αυτή δεν μπορεί να προσμετρήσει επιβαρυντικά, όμως «η έμπρακτη μεταμέλεια θα μπορούσε να ελαφρύνει την θέση του, εφόσον θα είχε ως αποτέλεσμα να μην υποβληθεί το θύμα σε μια δεύτερη δοκιμασία». Στην υπόθεση Hamieh ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, αναφορικά με το ζήτημα της παραδοχής σε αυτού του είδους αδικήματα: «Η παραδοχή κάθε αδικήματος αλλά ιδιαίτερα του αδικήματος του βιασμού, αποκτά σημασία και επιδρά στη μείωση της ποινής, όταν αυτή γίνεται προτού το θύμα, με την αφήγηση των γεγονότων στο Δικαστήριο, υποχρεωθεί να βιώσει εκ νέου την τραυματική εμπειρία που έζησε.» Όπως λέχθηκε, η διεξαγωγή δίκης, με όσες επώδυνες συνέπειες επιφέρει για το θύμα στερεί τον εφεσείοντα της ευκαιρίας για μείωση της ποινής η οποία θα επιβαλλόταν αν καταδικαζόταν κατόπιν παραδοχής (Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, 447). Εδώ ο κατηγορούμενος αποστέρησε τον εαυτό του από αυτή την ευκαιρία. Βλέπουμε λοιπόν ότι στην περίπτωση του κατηγορούμενου ελλείπουν κάποιοι σημαντικοί μετριαστικοί παράγοντες και ενυπάρχουν ταυτόχρονα επιβαρυντικοί παράγοντες. Βέβαια λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού μητρώου. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τα όσα ανέφερε σε σχέση με αυτές ο ευπαίδευτος συνήγορός του στην αγόρευσή του, συμπεριλαμβανομένων και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει καθώς και των ψυχολογικών του προβλημάτων λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αποδίδουμε στους παράγοντες αυτούς την ανάλογη βαρύτητα έχοντας κατά νου και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γιαννάκη Δημητρίου Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382, όπου αποφασίστηκε ότι «. οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. (Βλέπε: Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 11, Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430, Κλεοβούλου, Αργυρού (πιο πάνω))». Τέλος, λαμβάνουμε επίσης υπόψη μας και τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα ο οποίος έχει συνεκτιμηθεί μαζί με όλους τους άλλους παράγοντες. Ειδικότερα έχουμε λάβει υπόψη μας την καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί από την καταχώρηση της υπόθεσης αυτής μέχρι την εκδίκαση της. Η φύση της υπόθεσης, ο σκοπός του Νόμου, η φύση των αδικημάτων και οι συνθήκες διάπραξης τους, καθιστούν αναγκαία την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής. Λαμβάνεται επίσης υπόψη και η συχνότητα που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης. Στην υπόθεση Σάββας Ομήρου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρεται τέτοιας φύσεως εγκλήματα παρουσιάζονται με απαράδεκτη μεγάλη συχνότητα ώστε ο παράγοντας της αποτροπής να προβάλλει ως ιδιαίτερα σημαντικός. Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, κυρίως έχοντας λάβει υπόψη μας την σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, την συχνότητα που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της μορφής και φύσης και όλες τις περιστάσεις και πτυχές της υπόθεσης αλλά και τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες οι οποίοι θα επηρεάσουν το ύψος της ποινής φυλάκισης η οποία κρίνεται ως η μόνη κατάλληλη, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης: Κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15 - (Βιασμός) σε κάθε μια από αυτές ποινή φυλάκισης 16 χρόνων. Στις κατηγορίες 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39 και 40 - (Αιμομιξία) και στις Κατηγορίες 42, 43 και 44 - (Άσεμνη επίθεση) δεν επιβάλλεται ποινή γιατί τα γεγονότα τους εμπεριέχονται στις κατηγορίες στις οποίες έχουν ήδη επιβάλει ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Οι πιο πάνω ποινές, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση και δη από 19/5/2018 μέχρι 27/2/2019 και από τις 25.06.2021. (Υπ.) .................. Α.Ν. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.