Δημοκρατία ν. Γεωργούδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17540/20, 2/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:25 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Ν. Κονή, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17540/20 Δημοκρατία ν.
- ΧΧΧ Γεωργούδη
- ΧΧΧ Radomiak
- SHIPCON LIMASSOL LTD
- DOREA EDUCATIONAL INSTITUTE WTF Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - - - 02.07.2021 Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα Για τους Κατηγορουμένους 1 και 3: κ. Γ. Παπαϊωάννου μαζί με κ. Π. Παφίτη Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Α. Γεωργίου Για την Κατηγορούμενη 4: κ. Κ. Σαβεριάδης (κ. Παφίτης για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 1 παρών Κατηγορούμενη 2 απούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης τις ακόλουθες 53 κατηγορίες: Α. Αθέμιτη κτήση περιουσιακού οφέλους, κατά παράβαση του άρθρου 3 του περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου Νόμου, Ν.51(Ι)/2004: Ο κατηγορούμενος 1 στις κατηγορίες 1, 5, 16 και 48 και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 στην κατηγορία 6 (κατά παράβαση και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154). Β. Παροχή πληροφοριών σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του άρθρου 85
(1)του περί Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμου, Ν.12(Ι)/2006: Ο κατηγορούμενος 1 στις κατηγορίες 2, 9, 14, 17, 22, 27, 31, 32,36, 38, 42, 46 και
- Γ. Κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154): Ο κατηγορούμενος 1 στις κατηγορίες 3, 7, 12, 18, 20, 24, 25, 29, 34, 40, 44 και
- Δ. Δόλος και κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 133 του Κεφ. 154: Ο κατηγορούμενος 1 στις κατηγορίες 4, 8, 13, 19, 21, 26, 30, 35, 37, 41, 45 και
- Ε. Λήψη πληροφοριών σε άλλο πρόσωπο κατά παράβαση του άρθρου 85
(2)του περί Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμου, Ν.12(Ι)/2006και του άρθρου 20 του Κεφ. 154: Η κατηγορούμενη 2 στην κατηγορία 47, οι κατηγορούμενες 2 και 3 στην κατηγορία 10, 23, 39, 43 και 52 και οι κατηγορούμενες 2 και 4 στις κατηγορίες 15, 28 και
- Στ. Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 20 και 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του άρθρου 3 του περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου Νόμου, Ν.51(Ι)/2004: Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 στην κατηγορία
- Ζ. Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(Ι)/2007και του άρθρου 20 του Κεφ. 154: Ο κατηγορούμενος 1 στην κατηγορία
- Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα αδικήματα φέρεται να διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών 2013, 2014 και
- Την 14.06.2021, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, η πλευρά των κατηγορουμένων 1 και 3 υπόβαλε αίτημα όπως εξεταστεί προδικαστικά με τη λήψη περιορισμένης και στοχευμένης μαρτυρίας, θέμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας σε σχέση με γεγονότα που ενεργοποιούν κατά τη θέση της, το καθήκον του Δικαστηρίου για προστασία του κύρους, της αξιοπιστίας, της ακεραιότητας απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας. Το αίτημα της επικεντρώνεται στα πιο κάτω:
- Παραβίαση του καθήκοντος της Κατηγορούσας Αρχής για οφειλόμενη προδικαστική αποκάλυψη η οποία δεν ήταν η δέουσα. Αφορά το περιεχόμενο ενός CD και ενός USB τα οποία παρέδωσε ο πρώην βουλευτής ΧΧΧ Γεωργίου στο μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής ΧΧΧ Γεωργίου, υπάλληλο της ελεγκτικής υπηρεσίας ο οποίος στη συνέχεια τα παρέδωσε στις ανακριτικές αρχές στις 30.09.
- Η προδικαστική αυτή αποκάλυψη έγινε τελικά σε πρώτο στάδιο στην 03.07.2020 και σε μεταγενέστερο στάδιο στην 30.07.2020 (η υπόθεση καταχωρήθηκε για πρώτη φορά την 22.06.2016). Αφορά επίσης το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 και 6 του καταλόγου Τεκμηρίων των ανακριτικών αρχών, δηλαδή ενός φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή και ενός σκληρού δίσκου (server) τα οποία παραλήφθηκαν από τις ανακριτικές αρχές στις 03.12.2015 μετά από εκτέλεση εντάλματος έρευνας στα γραφεία της κατηγορουμένης 3 εταιρείας. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Υπεράσπισης, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 και 6 παραδόθηκε σ' αυτήν μόλις την 07.06.
- Μεμπτές και/ή πλημμελείς ενέργειες των διωκτικών αρχών προκειμένου να μην αποκαλυφθεί η παράνομη συμπεριφορά και τα ποινικά αδικήματα που διέπραξαν, σε βάρος των κατηγορουμένων 1 και 3, μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, περιλαμβανομένων των ΧΧΧ Χριστοφίδου και του πατέρα της ΧΧΧ Χριστοφίδη, όπως και πρόσωπα από τα οποία πλημμελώς δεν λήφθηκε κατάθεση από τις ανακριτικές αρχές, όπως ο πρώην βουλευτής ΧΧΧ Γεωργίου και η φίλη του ΧΧΧ Χριστοφίδη την οποία ο τελευταίος επικαλέστηκε με την κατάθεση του στις ανακριτικές αρχές. Μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί στην Υπεράσπιση τέτοια κατάθεση από τον κ. Γεωργίου ενώ η Υπεράσπιση δεν γνωρίζει αν έχει ληφθεί τέτοια κατάθεση μέχρι σήμερα. Το γεγονός ότι ο κ. Γεωργίου ενδέχεται να κληθεί ως μάρτυρας στην παρούσα διαδικασία, είχε τεθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου που εξέταζε την υπόθεση 7509/16 όταν είχε τεθεί αίτημα εξαίρεσης του Προέδρου της τότε σύνθεσης του Κακουργιοδικείου, ο οποίος τελικά εξαιρέθηκε. Περαιτέρω, από τη σύγκριση του περιεχομένου του CD και του USB με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 και 6 η οποία μόλις πρόσφατα κατέστη εφικτή, προκύπτει ότι εκτεταμένο υποκλαπέν υλικό από τα αρχεία της κατηγορούμενης 3 εταιρείας που εντοπίζεται στο CD και το USB, έχει ως πηγή της υποκλοπής το σκληρό δίσκο (server) της κατηγορουμένης 3 εταιρείας (Τεκμήριο 6) στον οποίο ήταν αποθηκευμένα, μεταξύ άλλων, και τα υποκλαπέντα αρχεία.
- Διαπιστώθηκε επέμβαση στις 03.07.2020 σε φάκελο που περιέχεται στο υλικό του CD που αποτελεί μέρος του USB το οποίο παραδόθηκε στην Υπεράσπιση την ίδια ημέρα.
- Διαπιστώθηκε επέμβαση στις 07.10.2019 στο USB που παραδόθηκε στην Υπεράσπιση (μαζί με το CD) στις 30.07.
- Ειδικότερα, το USB έχει γίνει formatted στις 07.10.2019, τριάμισι και πλέον χρόνια μετά την παραπομπή της υπόθεσης για εκδίκαση από το κακουργιοδικείο. Ως αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας, οτιδήποτε υπήρχε στο USB πριν από τις 07.10.2019 διαγράφηκε (formatted) και οτιδήποτε βλέπουμε στο USB στις 30.07.2020, δηλαδή τα 259 αρχεία και τους 50 φακέλους/ υποφακέλους, αυτά μεταφέρθηκαν από άγνωστη πηγή στο USB, είτε στις 07.10.2019 είτε σε μεταγενέστερο χρόνο, πριν ή στις 30.07.2020, ημερομηνία που παραδόθηκε το USB στην Υπεράσπιση. Ο κ. Παπαϊωάννου διευκρίνισε στο Δικαστήριο ότι δεν ξέρει τη φύση του υλικού που έγινε formatted ούτε και τη σχετικότητα του με την παρούσα υπόθεση.
- Πλημμελής ανάκριση του κατηγορούμενου 1 και παράλειψη ανάκρισης του σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που προέβαλαν σε βάρος του οι βασικοί μάρτυρες κατηγορίας, καθώς και για τις προσφορές για τις οποίες αντιμετωπίζει σχετικές κατηγορίες.
- Δυσμενής επηρεασμός των κατηγορουμένων 1 και 3 που προκύπτει από την αφαίρεση από το παρόν, τρίτο κατηγορητήριο της υπόθεσης, των πρώην συγκατηγορουμένων, κατηγορούμενης 2 ΧΧΧ Παπαϊωάννου, κατηγορούμενης 4 ΧΧΧ Banelyte και κατηγορούμενης 5 ΧΧΧ Splichalova, οι οποίες αντιμετώπιζαν κατηγορίες για προσυνεννόηση μαζί τους. Ο κ. Παπαϊωάννου σε σχέση με το λόγο 2 που αφορά, μεταξύ άλλων, ζήτημα παρανόμως ληφθείσας μαρτυρίας ως επίσης τους λόγους 3 και 4 που αφορά ισχυριζόμενη επέμβαση στη γνησιότητα αποδεικτικού υλικού ή και δημιουργία αλλοιωμένου υλικού, ανέφερε ότι το ζήτημα αυτό θα προωθηθεί μέσω της προσκόμισης περιορισμένης και στοχευμένης μαρτυρίας από εμπειρογνώμονα αλλά και από τον κατηγορούμενο
- Όσον αφορά το λόγο 5 που αφορά την πλημμελή ανάκριση του κατηγορουμένου 1 ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε ότι αυτή θα προωθηθεί μέσω σκοπούμενης τυχόν αντεξέτασης του ανακριτή της υπόθεσης στο συγκεκριμένο και μόνο θέμα. Τέλος, όσον αφορά τους λόγους 1 και 6, δηλαδή την ισχυριζόμενη παράβαση καθήκοντος της Κατηγορούσας Αρχής για οφειλόμενη προδικαστική αποκάλυψη και το δυσμενή επηρεασμό των κατηγορουμένων 1 και 3 από την αφαίρεση από το κατηγορητήριο των πρώην συγκατηγορουμένων τους, ο κ. Παπαϊωάννου ανέφερε ότι θα προωθηθεί στη βάση νομικής επιχειρηματολογίας. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, φέρνοντας ένσταση στο αίτημα, πρόβαλε στο Δικαστήριο ότι δεν προτίθεται να παρουσιάσει τον εν λόγω ψηφιακό δίσκο (CD) και USB προς απόδειξη της υπόθεσης της. Αντίγραφα των πιο πάνω δόθηκαν στην Υπεράσπιση στα πλαίσια του καθήκοντος της Κατηγορούσας Αρχής για αποκάλυψη του υλικού που υπάρχει στο φάκελο της αλλά δεν αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού που η Κατηγορούσα Αρχή θα χρησιμοποιήσει για απόδειξη των ισχυρισμών της. Η Αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης συνέλεξε άλλο μαρτυρικό υλικό προς στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της που δεν σχετίζεται με τα πιο πάνω Τεκμήρια. Σε σχέση με τη θέση της Υπεράσπισης ότι στο ψηφιακό δίσκο και USB υπάρχει εκτεταμένο υποκλαπέν υλικό και ότι έχει γίνει επέμβαση στα πιο πάνω Τεκμήρια - αντικείμενα, η Κατηγορούσα Αρχή προβάλλει ότι το Δικαστήριο για να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα σε σχέση με το θέμα αυτό, δεν θα είναι αρκετό να παρουσιαστεί μαρτυρία ότι το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων έχουν ως πηγή το σκληρό δίσκο (server) της κατηγορουμένης 3 εταιρείας, αλλά θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία σχετικά με τον τρόπο λήψης και από ποιο πρόσωπο λήφθηκε το περιεχόμενο των δύο αντικειμένων και κάτω από ποιες συνθήκες λήφθηκε. Θα χρειαστεί δηλαδή το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία αυτού του ισχυρισμού για να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα. Θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία όχι μόνο για τις ενέργειες του εμπειρογνώμονα της Υπεράσπισης σε σχέση με την ανάλυση των πιο πάνω Τεκμηρίων, αλλά όπως προκύπτει από τον τρόπο που έχει υποβληθεί το αίτημα, θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία σχετικά με τις ενέργειες ή όχι των μαρτύρων κατηγορίας, τις ενέργειες των αστυνομικών σε σχέση με τα δύο αυτά Τεκμήρια, επιστημονική μαρτυρία για το τι σημαίνει ένα έγγραφο έχει διαγραφεί (formatted), μεταβολή εγγράφου (revisions) και διάφορα άλλα σχετικά ζητήματα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία σχετικά με τη φύση της μαρτυρίας που υπάρχει στα δύο αντικείμενα, τι αφορά, αν υπήρχε επέμβαση και αν ναι με ποιο τρόπο, αν η μαρτυρία είναι σχετική με τα επίδικα ζητήματα και άλλα ερωτήματα. Δεν θα είναι συνεπώς περιορισμένη και στοχευμένη μαρτυρία αλλά θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία που θα ρίξει φως σε διάφορες πτυχές της υπόθεσης. Είναι επίσης πιθανό το Δικαστήριο να κληθεί να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και τη σημασία της για την Κατηγορούσα Αρχή και την Υπεράσπιση. Αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι τυχόν εξέταση του συγκεκριμένου ζητήματος σε αυτό το στάδιο, θα εκτρέψει την πορεία της υπόθεσης, θα την κατακερματίσει και δεν θα εξυπηρετήσει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η μαρτυρία που θα παρουσιαστεί δεν θα περιοριστεί σε ένα ή δύο μάρτυρες αλλά ενδεχομένως θα πρέπει να κληθεί αριθμός μαρτύρων προς εξέταση των εγειρόμενων ζητημάτων. Αποτελεί περαιτέρω θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το αίτημα της Υπεράσπισης είναι πρόωρο, αφού σε αυτό το στάδιο η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε ούτε αποπειράθηκε να παρουσιάσει τον εν λόγω ψηφιακό δίσκο (CD) και USB προς απόδειξη της υπόθεσης της, ούτε με οποιοδήποτε τρόπο έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το περιεχόμενο των εν λόγω αντικειμένων. Τυχόν αποδοχή του αιτήματος της Υπεράσπισης για εξέταση των εν λόγω ζητημάτων στο παρόν στάδιο, όχι μόνο θα οδηγήσει σε κατακερματισμό της υπόθεσης αλλά το Δικαστήριο θα κληθεί ουσιαστικά να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης αφού θα κληθεί να απαντήσει σε αριθμό ερωτημάτων. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με την κα Μασούρα, έχει την εξουσία να αναστείλει ή να διακόψει μια ποινική υπόθεση και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο όταν υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας ή όταν η συνέχιση της δίκης θα συνιστά τέτοια κατάχρηση και η εξουσία αυτή υπάρχει για την προστασία του κατηγορούμενου και του γενικότερου συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Η εξουσία για αναστολή ή διακοπή μια ποινικής διαδικασίας λόγω κατάχρησης αποτελεί κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία κα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Στην παρούσα υπόθεση η Υπεράσπιση αιτείται όπως διεξαχθεί διαδικασία προδικαστικά, με απώτερο σκοπό τη διακοπή της διαδικασίας λόγω κατ' ισχυρισμό παρανόμως ληφθείσας μαρτυρίας και επέμβασης επί συγκεκριμένης μαρτυρίας (ψηφιακό δίσκο (CD) και USB), έστω και αν η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε αυτή τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε σκοπεύει να την χρησιμοποιήσει και έστω και αν υπάρχει άλλη σοβαρότερη και αμεσότερη μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο 1 και την κατηγορούμενη 3 με τη διάπραξη των αδικημάτων. Το Δικαστήριο δύναται να διαφυλάξει το κύρος της δικαιοσύνης και της διαδικασίας με το να μην επιτρέψει την καταχώρηση οποιασδήποτε μαρτυρίας κρίνει ότι λήφθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος. Αποτελεί επίσης εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής ότι τα ζητήματα που εγείρει ο κατηγορούμενος 1 άπτονται ουσιαστικά του ζητήματος της δίκαιης δίκης και συνεπώς δεν μπορούν να εγερθούν σε αυτό το στάδιο αλλά στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσο λήφθηκαν καταθέσεις από συγκεκριμένα πρόσωπα, η κα Μασούρα πρόβαλε ότι σκοπός των ανακριτών δεν είναι να ικανοποιήσουν όλα τα αιτήματα της υπεράσπισης τα οποία πιθανό θα εγερθούν. Τυχόν αποδοχή μιας τέτοιας θέσης θα δημιουργήσει ένα φαύλο κύκλο όπου οι ανακριτικές αρχές θα ενεργούν καθ' υπόδειξη της υπεράσπισης. Ούτε το ζήτημα της πλημμελούς ανάκρισης του κατηγορουμένου 1, εισηγήθηκε περαιτέρω η κα Μασούρα, είναι εφικτό να εξεταστεί προδικαστικά όπως και οι τυχόν παραλείψεις ή πλημμελείς ενέργειες εκ μέρους των ανακριτικών αρχών αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε κατακερματισμό της υπόθεσης. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει ουσιώδη μαρτυρία για να καταλήξει σε οποιαδήποτε ευρήματα. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής πρόβαλε ακόμα ότι η Υπεράσπιση δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει ποια είναι τα γεγονότα που πλαισιώνουν την προδικαστική ένσταση ούτε και έχει συγκεκριμενοποιήσει ποια είναι η μαρτυρία που θα χρειαστεί να παρουσιαστεί. Αποτελεί εισήγηση της ότι για να διαπιστωθεί ότι πλήττεται ή ότι θα πληγεί το κύρος της δικαιοσύνης σε περίπτωση συνέχισης της διαδικασίας, θα πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης. Ήταν συνεπώς η θέση της ότι το αίτημα της Υπεράσπισης θα πρέπει αν απορριφθεί. Θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειώσουμε ότι τόσο ο κ. Παπαϊωάννου όσο και η κα Μασούρα, μέσω των αγορεύσεων τους, οι οποίες ομολογουμένως ήσαν περιεκτικές και κατατοπιστικές, αλλά και μέσω των διευκρινίσεων που έδωσαν προς το Δικαστήριο, παρέπεμψαν σε σχετική νομολογία και συγγράμματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ανασκόπηση Κυπριακής και Αγγλικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας δύναται να λάβει διάφορες μορφές και το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων. Η εξέταση της πραγματοποιείται στη βάση συμφυών εξουσιών που το δικαστήριο διαθέτει (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Σπύρου v. Ξενή Ποινική Έφεση Αρ. 223/2014 ημερ. 11.11.15 και Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ v. χχχ Αθανασίου Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019 ημερ. 03.07.20). Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω) σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» (βλ. επίσης Αίτηση της Beograska ΔΔ
(1996)1 Α.Α.Δ. 911).» Στην υπόθεση Εμπεδοκλή κ.α. v. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε τη γενική εποπτεία και έλεγχο όλων των διαδικασιών ενώπιον του με αποτέλεσμα την καταστολή καταχρηστικών διαδικασιών. Ο έλεγχος της διαδικασίας επιβάλλει όπως διασφαλίζεται απρόσκοπτη δικονομική και ουσιαστική τάξη στην όλη διαδικασία με ενιαία προσέγγιση. Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φώς των συγκεκριμένων γεγονότων. (δέστε Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 A.A.Δ. 217).» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Κακουργιοδικείο) Περαιτέρω στην υπόθεση Σπύρου v. Ξενή (πιο πάνω) τονίστηκαν τα εξής: «Στην David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι «Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». Στην Leonid-Ivanov Spirier v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A313, Π.Ε. 100/14, ημερ. 13/5/2014 ακολουθήθηκε η πιο πάνω εννοιολογική κατάταξη. .................................. Στην Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 A.C. 34 P.C., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding."» Ακόμη στην αγγλική υπόθεση Beckford [1996] 1 Cr App 94 επισημαίνονται τα εξής: «. the constitutional principle which underlies the jurisdiction to stay proceedings is that the courts have the power and the duty to protect the law by protecting its own purposes and functions.» Όταν το δικαστήριο διαπιστώσει κατάχρηση της διαδικασίας προχωρεί σε ανακοπή της και απόρριψη της υπόθεσης. Από την Αγγλική νομολογία ουσιαστικά προκύπτει ότι υπάρχουν δύο βασικές περιπτώσεις όπου η εξουσία του δικαστηρίου για διακοπή της διαδικασίας λόγω κατάχρησης δύναται να ενεργοποιηθεί: πρώτον όπου ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης και δεύτερον εκεί που πρέπει να προστατευθεί το κύρος, η αξιοπιστία και η ακεραιότητα της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης (Hunter v. Chief Constable of West Midlands [1982] A.C. 529). Στη δεύτερη περίπτωση το δικαστήριο διακόπτει τη διαδικασία όταν από το σύνολο των περιστάσεων διαπιστώσει ότι η συμπεριφορά της αστυνομίας ήταν τέτοια ώστε μέσα από τη διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας πλήττεται καίρια το νομικό σύστημα απονομής της δικαιοσύνης (justice) και ευπρέπειας (propriety) του ιδίου του δικαστηρίου, έστω και αν δεν υπάρχει αμφιβολία για τη δυνατότητα διεξαγωγής δίκαιης δίκης (R. Maxwell [2011] 4 All E.R. 941, R. v. Norman [2017] 4 W.L.R. 16, το κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο" του κ. Π. Γ. Πολυβίου, έκδοση 2021 σελ. 410-414). Για να αποφασιστεί κατά πόσο κινδυνεύει το κύρος της δικαιοσύνης (δηλαδή η μεθοδολογία που εφαρμόζεται για την ανίχνευση κατάχρησης διαδικασίας), το δικαστήριο ζυγίζει και εξισορροπεί αντικρουόμενα συμφέροντα λαμβάνοντας υπόψη όλα τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης, όπως για παράδειγμα η σοβαρότητα της κακής συμπεριφοράς των διωκτικών αρχών, η παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, η φύση και η σοβαρότητα των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει, οι εν γένει συνθήκες που περιβάλλουν το ισχυριζόμενο αδίκημα, το ελατήριο των διωκτικών αρχών και κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή ενέργησε με κακή πίστη ή δόλο ή εκ λάθους. Από τη μία είναι το δημόσιον συμφέρον ότι οι ποινικές διαδικασίες πρέπει κατά κανόνα να ολοκληρώνονται και τα πρόσωπα που κατηγορούνται για σοβαρά εγκλήματα να προσάγονται σε δίκη, ενώ από την άλλη να μην δίδεται η εντύπωση ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα υπό την έννοια ότι κάθε μέσο και μεθόδευση από την κατηγορούσα αρχή ή την αστυνομία θα επιτρέπεται και ότι τα δικαστήρια ενδιαφέρονται μόνο για την ενοχή ή όχι του κατηγορουμένου και για τίποτε άλλο (R. v. Latiff [1996] 1 W.L.R. 104, Warren v. A-G for Jersey [2012] 1 A.C. 22, κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο" του κ. Π. Γ. Πολυβίου, έκδοση 2021 σελ. 125-138). Επειδή πρόκειται για εξουσία που συνιστά κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση (Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 A.C. 34 P.C., Walpole v. Partridge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385 και Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ v. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ
(2013)2 Α.Α.Δ. 591). Κατά κανόνα, είτε η διαδικασία είναι αστική είτε είναι ποινική, το βάρος βρίσκεται στους ώμους της πλευράς που επικαλείται την κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας, δηλαδή ότι υπάρχει τέτοια κατάχρηση καθώς επίσης ότι απολήγει σε καταπίεση του ατόμου που την επικαλείται ή επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα του συνεπεία αυτής της κατάχρησης (Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B. 78, Ex parte Thomas [1992] Crim L.R. 116 και Attorney General Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 H.L.). Ωστόσο υπάρχει και η άποψη πως όταν διακυβεύεται το κύρος και η αξιοπιστία του συστήματος δικαιοσύνης δεν απαιτείται από τον κατηγορούμενο να αποδείξει άμεσο δυσμενή επηρεασμό και βλάβη στα συμφέροντα του. Σύμφωνα με τους υποστηριχτές της άποψης αυτής, εικόνα κινδύνου προσβολής της υπόληψης και της ακεραιότητας του δικαστικού συστήματος προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης και τις επιπτώσεις τους. Δυσμενής επηρεασμός στα συμφέροντα του κατηγορουμένου συνήθως θα υπάρχει και θα εξάγεται από τα περιστατικά της περίπτωσης. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο" του κ. Π. Γ. Πολυβίου, έκδοση 2021 σελ. 138-139, το οποίο καταγράφουμε αυτούσιο και ομιλεί από μόνο του: «Ούτε πρέπει κατ' ανάγκην να αποδειχθεί δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (παρόλο που συνήθως θα υπάρχει) διότι σε τέτοια περίπτωση ενεργοποιείται η πρώτη κατηγορία [όπου ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης] και όχι η δεύτερη. Η δεύτερη κατηγορία έχει ως σκοπό την προστασία του κύρους και της αξιοπιστίας της δικαιοσύνης, που μπορούν να τεθούν σε κίνδυνο από διάφορες συμπεριφορές της Κατηγορούσας Αρχής και των Διωκτικών Αρχών, χωρίς περιορισμό και χωρίς να απαιτείται κατ' ανάγκην κακοπιστία. Απλούστατα, όταν το Δικαστήριο καταλήξει ότι η συνέχιση της δίκης θα υπονομεύσει το κύρος της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία του δικαστικού συστήματος (που είναι ο τελευταίος προστάτης τόσο των πολιτών όσο και της κοινωνίας καθώς και του κράτους δικαίου), τότε η δίκη πρέπει να διακόπτεται και ο κατηγορούμενος να απαλλάσσεται έστω και εάν διαβλέπεται η ενοχή του.» Υπάρχει ακόμη όμως και μία άλλη άποψη που υποστηρίζει ότι η κατηγορούσα αρχή είναι η πλευρά που έχει το βάρος να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως δεν συνέβηκαν οι κατ' ισχυρισμό περιστάσεις (βλ. νομικό σύγγραμμα "Abuse of Process and Judicial Stays of Criminal Proceedings" του Andrew L-T Choo, δεύτερη έκδοση, σελ. 166-167). Εν πάση περιπτώσει, αυτό που παραμένει βέβαιο είναι πως το δικαστήριο προτού προχωρήσει σε απόρριψη της υπόθεσης, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση που εξετάζει είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσεως (Κοινοτικό Συμβούλιο Παλιομετόχου v. Χριστοφίδης Ποινική Έφεση Αρ. 4/2014 ημερομηνίας 03.03.2016). Μελετήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι εκπρόσωποι των δύο πλευρών έθεσαν ενώπιον μας. Θα πρέπει κατ' αρχάς να υποδείξουμε ότι δεν υπάρχει στην Κύπρο θεσμοθετημένη διαδικασία, δεν υπάρχει δηλαδή οποιοσδήποτε Διαδικαστικός Κανονισμός όπως υπάρχει στην Αγγλία μέσω των Criminal Procedure Rules 2015 (Διαταγή 3.20). Δεν υπάρχει στη χώρα μας είτε θεσμοθετημένη ακολουθητέα διαδικασία είτε διαδικασία που να έχει εδραιωθεί μέσα από τη νομολογία. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ηλιάδη κ.α. αρ. υπόθεσης 284/17 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας ημερομηνίας 08.08.2019 επιτράπηκε η προσκόμιση περιορισμένης και στοχευμένης μαρτυρίας. Ομοίως στην υπόθεση 17977/15 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, ημερομηνίας 22.12.2016 Δημοκρατία ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α.. Χωρίς βεβαίως να δεσμευόμαστε από το σκεπτικό των πιο πάνω αποφάσεων, τα δεδομένα στη βάση των οποίων επιτράπηκε η προσκόμιση μαρτυρίας είναι διαφορετικά από αυτά που υπάρχουν στην προκείμενη περίπτωση. Στην παρούσα υπόθεση η μη ύπαρξη θεσμοθετημένης διαδικασίας σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε νομικής πρόνοιας ή νομικού επιχειρήματος που θα καθιστούσε επιβεβλημένη την εξέταση ενός τέτοιου αιτήματος κατ' εξαίρεση, καθιστά επιφυλακτικό το παρόν Δικαστήριο να εγκρίνει ένα τέτοιο αίτημα. Περαιτέρω, στην παρούσα υπόθεση η πλευρά των κατηγορουμένων 1 και 3 δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει τη μαρτυρία που επιθυμεί να προσκομίσει. Ανέφερε βέβαια ότι αν της επιτραπεί, θα δοθεί μαρτυρία σε σχέση με τις διαπιστώσεις του εμπειρογνώμονα της και μαρτυρία από τον κατηγορούμενο 1 για το θέμα της παρανόμως ληφθείσας μαρτυρίας, χωρίς όμως να έχει συγκεκριμενοποιήσει τη μαρτυρία αυτή προκειμένου να διαφανεί αν είναι σχετική με την υπόθεση και συνάμα υποστηρικτική του αιτήματος. Έχουμε επίσης υπόψη μας και τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η μαρτυρία που θα προσκομιστεί εκ μέρους της πλευράς της δεν θα περιοριστεί σε ένα δύο μάρτυρες, αλλά ότι ενδεχομένως να υπάρξει ανάγκη παρουσίασης αριθμού μαρτύρων προς εξέταση των εγειρόμενων ζητημάτων. Τα πιο πάνω δημιουργούν στο Δικαστήριο την ανησυχία ότι ενδεχόμενη προσαγωγή μαρτυρίας θα εκτρέψει τη διαδικασία και το Δικαστήριο να κληθεί να αξιολογήσει ουσιώδη μαρτυρία. Οι λόγοι 1, 2, 5 και 6 που έχουν τεθεί εκ μέρους της Υπεράσπισης, δηλαδή η ισχυριζόμενη παραβίαση του καθήκοντος της Κατηγορούσας Αρχής για οφειλόμενη προδικαστική αποκάλυψη, μεμπτές και/ή πλημμελείς ενέργειες των διωκτικών αρχών, πλημμελής ανάκριση του κατηγορούμενου 1 και δυσμενής επηρεασμός των κατηγορουμένων 1 και 3 αντίστοιχα, είναι θέματα που κάλλιστα μπορούν να τεθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Συγκεκριμένα το ζήτημα της υποκλοπής υλικού που βρισκόταν στην κατοχή των κατηγορουμένων 1 και 3 από την Αστυνομία, εμπίπτει στην κατηγορία της παρανόμως ληφθείσας μαρτυρίας η οποία δύναται να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Όσον αφορά το ζήτημα της πλημμελούς ανάκρισης του κατηγορουμένου 1 και της παράλειψης ανάκρισης του σχετικά με ουσιώδεις ισχυρισμούς που προέβαλαν σε βάρος του βασικοί μάρτυρες κατηγορίας, αυτό μπορεί να τεθεί ως μέρος της γραμμής υπεράσπισης του μέσα από την ακρόαση, ώστε όλοι οι σχετικοί μάρτυρες να δώσουν μαρτυρία και να διαφωτίσουν το Δικαστήριο με τα κατάλληλα στοιχεία. Περαιτέρω, ο κ. Παπαϊωάννου ήτο επιφυλακτικός κατά πόσο θα μπορούσε να καλύψει αυτό με νομική επιχειρηματολογία και την ίδια στιγμή απέκλεισε το ενδεχόμενο η πλευρά της Υπεράσπισης να παρουσιάσει περιορισμένη και στοχευμένη μαρτυρία (βλ. πρακτικά ημερομηνίας 16.06.2021, σελίδες 9 και 10). Τα πιο πάνω δεδομένα καθιστούν αδύνατη την εξέταση του συγκεκριμένου ζητήματος. Το ίδιο ισχύει και για το λόγο 1 που αφορά την ισχυριζόμενη παράβαση καθήκοντος εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής για οφειλόμενη προδικαστική αποκάλυψη (ενός USB και ενός CD τα οποία παραδόθηκαν στις ανακριτικές αρχές την 30.09.2015 ως επίσης για το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 και 6 του καταλόγου τεκμηρίων των ανακριτικών αρχών που παραλήφθηκαν από αυτές την 03.12.2015 μετά από εκτέλεση εντάλματος έρευνας στα γραφεία της κατηγορούμενης 3). Η φύση του κατ' ισχυρισμό μη αποκαλυφθέντος υλικού παραμένει άγνωστη στο Δικαστήριο αφού δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε διευκρινίσεις ή λεπτομέρειες. Συνεπώς, η σχετικότητα και η σπουδαιότητα τέτοιου υλικού θα διαφανεί μόνο μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης. Υπενθυμίζουμε ακόμα ότι το ζήτημα του ισχυριζόμενου δυσμενή επηρεασμού των κατηγορουμένων 1 και 3 είχε εγερθεί και προγενέστερα και αποτελεί αντικείμενο της ενδιάμεσης απόφασης μας ημερομηνίας 19.05.2021. Δεν έχουμε διαπιστώσει να έχουν διαφοροποιηθεί τα δεδομένα ώστε να προκύπτει η ανάγκη για να εξεταστεί εκ νέου στο στάδιο αυτό. Μας έχουν προβληματίσει οι λόγοι 3 και 4, ότι δηλαδή διαπιστώθηκε επέμβαση την 03.07.2020 σε φάκελο που περιέχεται στο υλικό του CD που αποτελεί μέρος του USB και παραδόθηκε στην Υπεράσπιση την ίδια μέρα και ότι διαπιστώθηκε επέμβαση την 07.10.2019 στο USB που παραδόθηκε στην Υπεράσπιση (μαζί με το CD) την 30.07.2020 και ότι την 07.10.2019 έγινε διαγραφή (format). Και στην περίπτωση αυτή όμως δεν είναι γνωστή η φύση ή και η σχετικότητα του υλικού που έγινε διαγραφή. Επομένως, δεν μπορεί κανείς, στο στάδιο αυτό, αν όντως έγινε διαγραφή, να εκτιμήσει τη σχετικότητα ή τη σημασία ή την σπουδαιότητα του υλικού που διαγράφηκε. Αυτό θα διαφανεί μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης. Θα προσθέταμε ακόμα ότι η πλευρά των κατηγορουμένων 1 και 3 στηρίζεται στην τυχόν αντεξέταση μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής χωρίς να είναι βέβαιο ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί αφού η Κατηγορούσα Αρχή δεν δεσμεύτηκε ότι θα παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία (βλ. πρακτικά ημερομηνίας 14.06.2021, σελ. 10). Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνουμε να εξυπηρετεί η προσκόμιση μαρτυρίας προς το σκοπό κατάδειξης κατάχρησης διαδικασίας για κάτι που δεν θα μπορεί να εκτιμηθεί στο στάδιο αυτό κατά πόσο είναι σχετικό, σημαντικό ή όχι. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση R v. Smolinski [2004] EWCA Crim 1270 (που επικαλέστηκε η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής): «issues which might seem very important before the trial may become unimportant or of less importance as a result of developments during the trial, including the evidence of the complainant and of other witness including the defendant should be choose to give evidence.» Επιπλέον των ως άνω, το ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας όπως έχει τεθεί εκ μέρους της Υπεράσπισης, έχει πολλές πτυχές, είναι δηλαδή σύνθετο. Δεν είναι κάτι συγκεκριμένο, κάτι ξεκάθαρο όπως είχε τεθεί στη Δημοκρατία ν. Ηλιάδης (ανωτέρω). Όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, η εξουσία για αναστολή ή διακοπή μιας διαδικασίας συνιστά κατ' εξαίρεση διαδικασία που πρέπει να ασκείται με περίσκεψη και φειδώ. Δεν έχουμε πειστεί ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για να εγκριθεί ένα τέτοιο αίτημα, δηλαδή προσκόμιση περιορισμένης και στοχευμένης μαρτυρίας. Αντίθετα, προκαλείται ανησυχία ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει σύγχυση και ενδεχομένως θα εκτρέψει τη διαδικασία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχουμε εξηγήσει, το αίτημα δεν γίνεται δεκτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται. (Υπ.) .................. Α.Ν. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο