Δημοκρατία ν. Ιωακείμ, Υπόθεση αρ: 12505/20, 25/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:28 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ: 12505/20 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή ν. XXXX Ιωακείμ Κατηγορούμενος ----------------------------------------------------- Ημερομηνία: 25.8.2021 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Τιμοθέου Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι έθεσε φωτιά σε εσοδείες και φυτείες, κατά παράβαση του άρθρου 317 (γ) του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε. Αποτελούν παραδεκτά γεγονότα και συνακόλουθα, ευρήματα του Δικαστηρίου ότι: (
- i)o κατηγορούμενος, στις 17.8.2020 έθεσε φωτιά στην τοποθεσία «Περνός» του χωριού Άγιος Αμβρόσιος τής επαρχίας Λεμεσού η οποία κατέκαψε τρία δεκάρια ξηρά χόρτα, άγρια βλάστηση και μικρά πεύκα. Η φωτιά κατασβήστηκε μετά από περίπου ενάμιση ώρα, από όταν ξέσπασε. (
- ii)ο κατηγορούμενος, στις 17.8.2020 έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία (βλ. Τεκ. 1) και σε αυτήν αναφέρει - μεταξύ άλλων - τα ακόλουθα: «. Είμαι βοσκός στο επάγγελμα το οποίο εξασκώ εδώ και 40 χρόνια. Η μάντρα μου βρίσκεται στην τοποθεσία Ξυλόκαστρο χώματα Αγίου Αμβροσίου. Σήμερα 17.8.20 κοντά στο μεσημέρι έβοσκα τα ζώα μου δηλαδή τις αίγες μου στην τοποθεσία «Περνός» έδαφος του χωριού Άγιος Αμβρόσιος. Σε κάποια στιγμή και ενώ περπατούσα μέσα σε κάτι κόνιζους είδα ακριβώς δίπλα από το παπούτσι μου μια μεγάλη φίνα και ευτυχώς που δεν την πάτησα. Εγώ φοβήθηκα πάρα πολύ και αμέσως τράβηξα προς τα πίσω για να μην με δαγκώσει. Στη συνέχεια και με τη χρήση του αναπτήρα που κρατούσα άναψα φωτιά στο σημείο που βρισκόταν η φίνα για να την κάψω. Επίσης κρατούσα και ένα παγούρι με νερό με σκοπό να περιορίσω την οποιαδήποτε επέκταση της φωτιάς. σε κάποια φάση είδα ότι η φωτιά ξέφευγε του ελέγχου μου αποφάσισα να πάω στην μάντρα μου να ειδοποιήσω την Πυροσβεστική αφού δεν είχα τηλέφωνο μαζί μου. Επίσης θέλω να σου αναφέρω ότι ενώ έφευγα από το μέρος είδα κάποιο άγνωστο μου άντρα. ο οποίος φαινόταν να μου λέει κάτι χωρίς ωστόσο εγώ να ακούω. Κατευθυνόμενος προς την μάντρα μου με το αυτοκίνητο μου είδα αυτοκίνητα της Πυροσβεστικής να πηγαίνουν προς το σημείο της πυρκαγιάς. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να προκαλέσω οποιανδήποτε καταστροφή στο φυσικό περιβάλλον, ούτε και μου αρέσει να βάζω φωτιές. Ζητώ συγνώμη και απολογούμαι για την αναστάτωση που προκάλεσα.» Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι η πιο πάνω κατάθεση του κατηγορουμένου κατατέθηκε στο Δικαστήριο, ως η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία κατά την πιο πάνω ημερομηνία και όχι ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Το επίδικο ζήτημα, στην υπό εξέταση περίπτωση - λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του άρθρου 317(γ) του Ποινικού Κώδικα -, είναι κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό - δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας -, ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και παράνομα έθεσε τη φωτιά κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Για στοιχειοθέτηση της υπόθεσής της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως μάρτυρες, τους αστ. XXXXX Π. Κοφτερό (Μ.Κ.1) και XXXXX Α. Γεωργίου (Μ.Κ.3) και τον XXX Κουριεύς (Μ.Κ.2). Ο αστ. XXXXX Α. Γεωργίου (Μ.Κ.3) ανέφερε ότι, στις 17.8.2020 βρισκόταν εκτός καθήκοντος και ενώ μετέβαινε στη φάρμα του αδελφού του συνάντησε τον ομοχώριό του - κατηγορούμενο - να οδηγεί το μονοκάμπινο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXX X60. Ο τελευταίος διατηρεί κοπάδι δύο περίπου χιλιόμετρα, βορειότερα. Ενώ ο μάρτυρας βρισκόταν στη μάντρα του αδελφού του, είδε καπνό να υψώνεται σε απόσταση 500 μέτρων περίπου βορειότερα, προς το σημείο που κατευθυνόταν ο κατηγορούμενος. Αμέσως κατευθύνθηκε με το αυτοκίνητό του σε ύψωμα στην τοποθεσία «Περνός» όπου είχε οπτική επαφή με την πυρκαγιά. Ταυτόχρονα είδε να απομακρύνεται από το σημείο, το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και να κατευθύνεται προς τη φάρμα που διατηρεί αυτός. Ο μάρτυρας, κατά την παρουσία του στο ύψωμα συνάντησε τον XXX Κουριεύς (Μ.Κ.2). Ο XXX Κουριεύς (Μ.Κ.2) στη μαρτυρία του ανέφερε ότι εργάζεται στις Βρετανικές Βάσεις και τα καθήκοντά του εστιάζονται - μεταξύ άλλων -, στην επιτήρηση των εδαφών που βρίσκονται κάτω από τη δικαιοδοσία των Βάσεων και σε περίπτωση που εντοπίσει καπνό στην ύπαιθρο ενημερώνει σχετικά τόσο τις Βάσεις όσο και την Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 17.8.2020 και ώρα 11:30, ενώ βρισκόταν σε περιπολία με το υπηρεσιακό του όχημα στην τοποθεσία «Περνός», αντιλήφθηκε σε απόσταση περίπου 150 μέτρων να βγαίνει καπνός από σημείο όπου υπήρχε πυκνή άγρια βλάστηση. Τότε ενημέρωσε σχετικά και κατευθύνθηκε στο σημείο όπου υπήρχε καπνός. Όταν έφτασε κοντά στη φωτιά είδε άγνωστο του άντρα (πρόκειται για τον κατηγορούμενο) να βρίσκεται σε απόσταση πέντε μέτρων από αυτή. Όταν το ρώτησε εάν ειδοποίησε και αυτός την Πυροσβεστική, ο κατηγορούμενος έτρεξε προς το αυτοκίνητό του - τύπου μονοκάμπινο - και εγκατέλειψε την περιοχή, πολύ γρήγορα. Να σημειωθεί ότι, απ' όσα ανάφερε ο μάρτυρας, του υποβλήθηκε απλώς, ότι ουδέποτε ρώτησε τον κατηγορούμενο, εάν τηλεφώνησε στην Πυροσβεστική και αυτός απέφυγε να του απαντήσει. Ο αστ. XXXXX Π. Κοφτερός (Μ.Κ.1) στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε - μεταξύ άλλων -, ότι ενώ βρισκόταν καθήκον στις 17.8.2020, η ώρα 11:30 έλαβε τηλεφώνημα ότι στην προαναφερθείσα τοποθεσία, υπάρχει φωτιά. Τότε ενημέρωσε τον αγροτικό πυροσβεστικό σταθμό Πάχνας. Την ίδια μέρα προσήλθαν στο σταθμό, ο αστ. XXXXX Α. Γεωργίου και ο XXX Κουριεύς, οι οποίοι έδωσαν καταθέσεις και κατονόμασαν τον κατηγορούμενο, ως το άτομο που έθεσε τη φωτιά. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε αφού προηγουμένως εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης (βλ. Τεκ. 2). Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του και του επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Κάμε τη δουλειά σου». Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν αυτά που του έλεγε. Επιπρόσθετα, του επέδωσε τα δικαιώματα κρατουμένων (βλ. Τεκ. 3). Στη συνέχεια, με τη γραπτή συγκατάθεσή του (βλ. Τεκ. 4), ερευνήθηκε η οικία, υποστατικά και οχήματά του. Κατά την έρευνα στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXX X60 εντοπίστηκε στο μπροστινό ταμπλό, ένας αναπτήρας (βλ. Τεκ. 5). Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα, ο κοινοτάρχης του χωριού, του ανέφερε ότι η πυρκαγιά τέθηκε σε αγροτική και όχι σε δασική περιοχή (βλ. Τεκ. 6). Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του, έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος, αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, με την οποία υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στην πιο πάνω κατάθεση του (Τεκ. 1). Ο κατηγορούμενος κάλεσε ως μάρτυρα την XXX Πολυκάρπου, ψυχίατρο στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας της Δημοκρατίας. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασής της, επισήμανε ότι παρακολουθεί τον κατηγορούμενο από το Δεκέμβριο του 2020, συστηματικά, για περίπου ένα εξάμηνο και παρουσίασε σχετική ψυχιατρική αξιολόγησή του (βλ. Τεκ. 7), στην οποία αναφέρεται ότι «. παρουσιάζει Γνωσιακή Δυσλειτουργία. Η κριτική του ικανότητα είναι ανεπαρκής και η αντίληψη του περιορισμένη. Από την μέχρι στιγμής διερεύνηση που έχει γίνει προέκυψε Μαγνητική εγκεφάλου με βλάβες που συνηγορούν υπέρ παρορμητικότητας. πρόκειται για άτομο που χρήζει 24ωρης φροντίδας, φαρμακευτικής αγωγής και επίβλεψης. Δεν έχει αντίληψη των πράξεων του και των συνεπειών τους, λόγω εγκεφαλικής δυσλειτουργίας, η οποία παρακολουθείται και διερευνάται περαιτέρω.» Επεξηγώντας τον όρο «γνωσιακή δυσλειτουργία», με αναφορά στον κατηγορούμενο, όπως είπε, έχει ανεπαρκή κρίση κατά πόσον κάτι είναι σωστό ή λάθος, αν κάτι θέτει τη ζωή του σε επικινδυνότητα ή αν συνάδει με τη νομοθεσία. Το Δικαστήριο, θα επανέλθει στη μαρτυρία της στο στάδιο της αξιολόγησης. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η συνήγορος του κατηγορουμένου, σε αρκετές περιπτώσεις, δήλωσε ότι αυτός μπορεί να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. Στο στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η κατηγορία στον απαιτούμενο βαθμό. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορουμένου, η οποία - μεταξύ άλλων -, επισήμανε ότι δεν έχει αποδειχθεί, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, ότι ο κατηγορούμενος, εσκεμμένα και παράνομα έθεσε τη φωτιά. Ως αναφέρθηκε, δεν είχε ελατήριο - κίνητρο στη διάπραξη του αδικήματος. Επισήμανε ακόμη, ότι ενόψει της γνωσιακής δυσλειτουργίας του, δεν υφίσταται η υποκειμενική πτυχή της επίδικης συμπεριφοράς (mens rea) και πέρα δε τούτου υφίστατο νόμιμη αιτία και κατάσταση ανάγκης για την πράξη του, ενόψει των όσων ανέφερε στην ανώμοτη δήλωσή του, ότι φοβήθηκε και άναψε φωτιά για να κάψει τη φίνα. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε επουσιώδες, εγειρόμενο επιχείρημα (βλ. κατ' αναλογία, Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας, ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία, Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι, πιστεύουμε, αυτονόητο, πως εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμαστε να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224). Επισημαίνουμε ότι εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα, στο σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Αντρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) και κρίνοντάς τα, ως περιέχοντα παραδεκτή μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Τονίζουμε ότι κάθε αποδεκτή μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν δεν διατυπώνονται γλωσσικώς στο σκεπτικό μας. Όπως δε έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B160, Ποιν. Έφ. 263/2017, ημερ. 22.5.2020, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητά τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με θεωρίες που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση σε μια υπόθεση. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661 έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν, υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση (βλ. κατ' αναλογία, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογία, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιόν μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και τις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, Ποιν. Έφ. 250/2008, ημερ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο, κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Και οι τρεις μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, ήταν συνεπείς και σταθεροί στις απαντήσεις τους. Δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθ' οιονδήποτε τρόπο. Παρουσίασαν τα γεγονότα με αντικειμενικότητα, όπως τα συνέλαβαν, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές. Δεν έχει εμφιλοχωρήσει στο Δικαστήριο, οποιοδήποτε ίχνος αμφιβολίας, αναφορικά με την ακρίβεια και την αλήθεια όλων, όσων ανέφεραν. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία τους. Πέρα δε τούτου, η μαρτυρία των αστ. XXXXX Α. Γεωργίου και XXXXX Π. Κοφτερού παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, αφού δεν αντεξετάστηκαν. Σε σχέση με τη μαρτυρία του XXX Κουριεύς, μεγάλο μέρος της παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Εκείνο που ουσιαστικά υποβλήθηκε στο συγκεκριμένο μάρτυρα είναι ότι δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο, εάν ειδοποίησε την Πυροσβεστική και ότι από υπερβάλλοντα ζήλο ανέφερε ότι δεν του απάντησε. Η XXX Πολυκάρπου (Μ.Υ.1), ως αναφέρθηκε είναι ψυχίατρος. Η ιδιότητα και τα προσόντα της δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Καταρχήν επισημαίνουμε ότι, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μας, την αποδεχόμαστε ως πραγματογνώμονα και τη μαρτυρία της την προσεγγίζουμε ως η νομολογία επιτάσσει (βλ. Anastasiades ν. The Republic
(1977)2 C.L.R. 92, Ευαγγέλου ν. Αμπίζα
(1982)1 Α.Α.Δ. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1992)1 A.A.Δ. 446, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65 και Star Fiber-Glass v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα, με την οποία μάρτυρες πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντά τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης (βλ. κατ' αναλογία Μιτσιγιώργη κ.ά. ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811, 1814). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2004), στη σελ. 2183, αναφέρονται τα ακόλουθα, σε σχέση με το καθήκον των πραγματογνωμόνων, όταν καταθέτουν υπό αυτή τους την ιδιότητα ενώπιον Δικαστηρίου: "The duty of the expert witness is to furnish the judge or jury with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the judge or jury to form their own independent judgment by the application of those criteria to the facts proved in evidence;" Καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος ήταν που έθεσε την φωτιά. Όπως έχει ήδη επισημανθεί το επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος και ειδικότερα, ότι ο κατηγορούμενος, εσκεμμένα και παράνομα έθεσε την φωτιά κατά την επίδικη ημερομηνία (17.8.2020). Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε από την υπεράσπιση, ο κατηγορούμενος, λόγω γνωσιακής δυσλειτουργίας δεν έχει κριτική ικανότητα και αντιμετωπίζει δυσκολίες να αντιλαμβάνεται μια πράξη που εγκυμονεί κινδύνους ή όχι και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτή. Η XXX Πολυκάρπου, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής της περίπου από το Δεκέμβριο του
- Αντεξεταζόμενη, αρχικά επισήμανε ότι τον εξέτασε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 2020 και συνέχισε τη διερεύνηση άλλων συναδέλφων της. Στη συνέχεια, διαφοροποιήθηκε, δηλώνοντας ότι τον εξέτασε για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάζει γνωσιακή δυσλειτουργία από το ιστορικό του, μετά από κλινική εξέταση και τη μαγνητική εγκεφάλου (απεικονιστικά ευρήματα) η οποία ήδη υπήρχε όταν την επισκέφθηκε και παρουσιάζει βλάβες, οι οποίες δεν αλλοιώνονται στην πορεία του χρόνου. Η μαγνητική τομογραφία, ως δήλωσε, της ξεκαθάρισε αρκετά το τοπίο. Δεν γνώριζε την ημερομηνία που έγινε η μαγνητική τομογραφία και παρά ταύτα δήλωνε ότι ήταν πρόσφατη, χωρίς να καθορίζει το χρονικό πλαίσιο. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της δήλωσε ότι, τα άτομα που παρουσιάζουν γνωσιακή δυσλειτουργία - όπως και ο κατηγορούμενος -, έχουν δυσκολίες να διαχωρίζουν το καλό από το κακό. Όταν της υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι άναψε φωτιά και είχε μαζί του, ως ο ίδιος ισχυρίζεται στην κατάθεσή του, παγούρι με νερό, με σκοπό να περιορίσει την επέκτασή της, επεσήμανε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εκείνη τη στιγμή σε ποια κατάσταση βρισκόταν, αλλά, ως ανέφερε, μπορεί να μην είχε αντίληψη. Από τη μια δεν γνώριζε και από την άλλη δεν απέκλειε να μην είχε αντίληψη. Όταν εξέτασε τον κατηγορούμενο για πρώτη φορά, ο τελευταίος λάμβανε παρόμοια φάρμακα με αυτά που του χορήγησε και, ως ανέφερε, σύμφωνα με το περιβάλλον του είχε μεγάλη βελτίωση. Όταν ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί την πράξη του και τις συνέπειές της, απάντησε ως εξής: «Να πω κάτι. Με βάση την εξέταση που έκανα εγώ ένα χρονικό διάστημα αργότερα, πιστεύω ότι αν δεν έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή τότε και είχε έντονη παρορμητικότητα κλπ, ήταν ένας διαφορετικός άνθρωπος. Με βάση το τι είδα εγώ πιστεύω ότι δεν έχει την κριτική ικανότητα να αντιληφθεί κάποια πράγματα, δυσλειτουργεί.» Όταν της υποδείχθηκε ότι το περιστατικό επεσυνέβηκε στις 17.8.2020, δηλαδή, δύο περίπου μήνες πριν τον εξετάσει και ότι γνώριζε τις συνέπιες των πράξεων του, όπως είπε - μεταξύ άλλων - απαντώντας «.Μπορεί και να μην τις γνώριζε» και στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει. Όταν ρωτήθηκε, εάν δεν λάμβανε ο κατηγορούμενος τη φαρμακευτική του αγωγή, εάν θα ήταν σε θέση να γνώριζε τις συνέπειες των οποιωνδήποτε πράξεων του, απάντησε ως εξής: «Με όσες γνώσεις έχω στην ιατρική, προσωπικά πιστεύω ότι οι βλάβες του MRI είναι βλάβες που υπήρχαν και από πριν. Όπως επίσης το ότι πιστεύω ότι είναι πράγματα τα οποία υπήρχαν από πριν. Μάλιστα εμένα ως γιατρός μου έκανε εντύπωση πώς ένας άνθρωπος με τόσες δυσκολίες ας πούμε μπόρεσε τόσα χρόνια έκαμε οικογένεια κτλ. Προφανώς ήταν πάντα στο πλευρό του η σύζυγός του.» Η μάρτυρας, όχι μόνο απέφυγε να απαντήσει κατά τρόπο σαφή, για το ενδεχόμενο, ο κατηγορούμενος να είχε αντίληψη των συνεπειών των πράξεων του, αν δεν είχε λάβει τη φαρμακευτική του αγωγή κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά, επιπρόσθετα, προέβη και στην τελευταία της αναφορά, η οποία είναι σαφές, ότι πρόκειται και για ατεκμηρίωτη υπόθεση. Όταν της τέθηκε ότι στην περίπτωση που λάμβανε τα φάρμακά του, ενδεχομένως το συμβάν να μη γινόταν, απάντησε ότι δεν μπορούσε να το γνωρίζει. Σε σχετική υποβολή, ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων του, ανέφερε «Τότε δεν τον παρακολουθούσα. Εγώ από τότε που τον παρακολουθώ εγώ αμφισβητώ το αν αντιλαμβάνεται. Αλλά τότε δεν ήταν υπό την δική μου επίβλεψη.» Στο στάδιο της επανεξέτασης αναίρεσε τα όσα ανέφερε προηγουμένως, αφού δήλωσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Από τη μια δήλωνε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε κριτική ικανότητα και από την άλλη, διαφοροποιείτο, δηλώνοντας ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει την κατάστασή του. Δεν γνώριζε κατά πόσον ο κατηγορούμενος λάμβανε τη φαρμακευτική αγωγή κατά τον ουσιώδη χρόνο και κατ' επέκταση, σε τι κατάσταση βρισκόταν και από την άλλη δήλωνε με περισσή σαφήνεια ότι ήταν σε χειρότερη κατάσταση απ' ό,τι είναι σήμερα, χωρίς να επεξηγεί με την απαραίτητη επάρκεια και σαφήνεια το πιο πάνω συμπέρασμά της. Η όλη παρουσία της XXX Πολυκάρπου, στο εδώλιο του μάρτυρα, δεν ήταν θετική. Όπως υποδεικνύουμε ανωτέρω, η μαρτυρία της ήταν νεφελώδης, χαρακτηρίζεται από παλινδρομήσεις, ταλαντεύσεις, αντιφάσεις και υπεκφυγές. Συνακόλουθα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, με την οποία υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή του. Το ζήτημα της προσέγγισης, της ανώμοτης δήλωσης ενός κατηγορουμένου έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Κόλιας v. Δημοκρατίας κ.α. (Ποινικές Εφέσεις 106/15, 126/15, 127/15, ημερ. 17.5.2018) επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «. δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση [2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω).» (Βλ. επίσης Α. Δ. v. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B296, Ποιν. Έφ. 91/14 ημερ. 22.6.2016, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354, Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633 και Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505).» Στην υπό εξέταση περίπτωση, η κατάθεση του κατηγορουμένου, την οποία υιοθέτησε στο πλαίσιο της ανώμοτης δήλωσής του έχει μία συνοχή και μία κριτική αντιμετώπιση των πραγμάτων, πλην όμως, τίποτε το πειστικό δεν προκύπτει από το περιεχόμενό της σε σχέση με τους λόγους που τον ώθησαν να θέσει τη φωτιά και για τις μετέπειτα ενέργειές του. Προβάλλει, σε αυτήν - μεταξύ άλλων -, ότι ενώ βρισκόταν στη συγκεκριμένη περιοχή αντιλήφθηκε μια μεγάλη φίνα. Φοβήθηκε πολύ και απομακρύνθηκε από αυτή για να μην τον δαγκώσει. Στη συνέχεια, με τη χρήση του αναπτήρα που κρατούσε άναψε φωτιά στο σημείο που βρισκόταν η φίνα για να την κάψει, ωσάν να ήταν στατικό ερπετό. Από τη μια φοβήθηκε και απομακρύνθηκε από το σημείο που βρισκόταν η φίνα και από την άλλη επαναπροσέγγισε το σημείο, βάζοντας φωτιά για να την κάψει. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του κατατάσσονται, κατ' ελάχιστο, ως μη πειστικοί. Η λογική, υπό τις περιστάσεις, επέβαλλε τη λήψη άλλων μέτρων και όχι το κάψιμο της φίνας. Πόσο δε μάλλον, όταν, σύμφωνα με την εκδοχή του, κατάφερε να αποτραβηχθεί προς τα πίσω. Αναφέρει δε, ότι κρατούσε ένα παγούρι με νερό με σκοπό να περιορίσει την οποιαδήποτε επέκταση της φωτιάς που έθεσε. Και πάλιν, ο εν λόγω ισχυρισμός του, κατ' ελάχιστο κατατάσσεται ως μη πειστικός. Έθεσε φωτιά, την οποία, ως ισχυρίζεται, θα μπορούσε να περιορίσει με ένα παγούρι νερό, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποίησε. Και κάτι ακόμη σχετικό. Πώς μπορεί να ισχυρίζεται από τη μια, ότι η ανάγκη να θέσει φωτιά προέκυψε αναπάντεχα από την απρόσμενη εμφάνιση της φίνας και από την άλλη, ότι κατά τον ίδιο χρόνο, κατείχε ήδη «ένα παγούρι με νερό με σκοπό να περιορίσ(ει) την οποιαδήποτε επέκταση της φωτιάς .» την οποία δεν είχε καν, πριν την εμφάνιση της φίνας, αποφασίσει να θέσει. Πόσο δε μάλλον, να ισχυρίζεται ότι σκοπό είχε να περιορίσει τη φωτιά και όχι να την κατασβήσει εν τη γενέσει της. Ως αναφέρει στην ανώμοτη δήλωσή του, όταν αντιλήφθηκε ότι η φωτιά ξέφυγε του ελέγχου του αποφάσισε να πάει στη μάντρα του να ειδοποιήσει την Πυροσβεστική, αφού δεν είχε τηλέφωνο μαζί του. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι κατά τον επίδικο χρόνο, στο συγκεκριμένο χώρο βρισκόταν ο XXX Κουριεύς. Ως ο κατηγορούμενος αναγνωρίζει, στην ανώμοτη του δήλωση, σε κάποια στιγμή, πριν αναχωρήσει είδε κάποιο άγνωστο του άντρα, ο οποίος φαινόταν να του λέει κάτι, χωρίς ωστόσο να ακούει. Θα μπορούσε να αποταθεί σε αυτόν, για να ειδοποιήσουν την Πυροσβεστική και όχι να εγκαταλείψει το χώρο, ως ο ίδιος αναφέρει. Και πάλιν, ο πιο πάνω ισχυρισμός του κατατάσσεται κατ' ελάχιστο, ως μη πειστικός. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν προσδίδουμε οποιαδήποτε αξία και βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και την πιο πάνω αξιολόγηση, τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: (i) ο κατηγορούμενος, στις 17.8.2020 έθεσε φωτιά στην τοποθεσία «Περνός», του χωριού Άγιος Αμβρόσιος τής επαρχίας Λεμεσού, η οποία κατέκαψε τρία δεκάρια ξηρά χόρτα, άγρια βλάστηση και μικρά πεύκα. Η φωτιά κατασβέστηκε μετά από περίπου ενάμιση ώρα από όταν ξέσπασε. (ii) την ίδια ημέρα, στις 11:30, ο XXX Κουριεύς αντιλήφθηκε σε απόσταση 150 μέτρων από εκεί που βρισκόταν να υπάρχει καπνός σε σημείο όπου υπήρχε πυκνή άγρια βλάστηση. Τότε ενημέρωσε σχετικά και κατευθύνθηκε στο σημείο όπου υπήρχε καπνός. Όταν έφθασε κοντά στη φωτιά αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται σε απόσταση 5 μέτρων από αυτή. Όταν τον ρώτησε εάν ειδοποίησε και αυτός την Πυροσβεστική, έτρεξε στο αυτοκίνητό του και εγκατέλειψε την περιοχή, πολύ γρήγορα. (iii) ο κατηγορούμενος, στις 17.8.2020 και ώρα 15:15 συνελήφθηκε και αφού του επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Κάμε τη δουλειά σου.» (βλ. Τεκ. 2). Λίγα λεπτά αργότερα, του επιδόθηκαν τα δικαιώματα κρατουμένων (βλ. Τεκ. 3). Στη συνέχεια, με τη γραπτή συγκατάθεση του κατηγορουμένου ερευνήθηκε η οικία, υποστατικά και οχήματά του (βλ. Τεκ. 4). Κατά την έρευνα στο όχημα με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ60 εντοπίστηκε στο μπροστινό ταμπλό ένας αναπτήρας (βλ. Τεκ. 5). Ακολούθως, την ίδια ημέρα, ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία (βλ. Τεκ. 1). Στη συνέχεια, θα εξεταστεί κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την κατηγορία στον απαιτούμενο βαθμό. Το άρθρο 317 του Ποινικού Κώδικα ρητά προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος εσκεµµένα και παράνοµα θέτει φωτιά— ........ (γ) σε δένδρα που δεν είναι κοµµένα, δενδρύλια ή θάµνους, υπό καλλιέργεια φυτευµένα εκ φύσεως ή όχι· ή ........ είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων Στην υπόθεση Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168 όπου αφορούσε το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί ότι όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία είναι ένοχος αδικήματος, αποφασίστηκε ότι η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς. Έτσι, κατ' αναλογία, η απόδειξη της υπό εξέταση κατηγορίας, συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση φωτιάς. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Τσεκούρα v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 180/10 ημερ. 11.10.2012, η μαρτυρία περί πρόθεσης σπανίως είναι άμεση. Η πρόθεση όμως μπορεί να εξαχθεί από τις περιστάσεις, νοουμένου και πάλιν, ότι θα ήταν το μόνο εύλογο συμπέρασμα που αναπόφευκτα προκύπτει (βλ. Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 258 και Μενελάου v. Aστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 407). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Παρούτη v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 446 «στις περιπτώσεις όπου η πρόθεση δεν αποδεικνύεται άμεσα με ομολογία, η απόδειξη ύπαρξης του εν λόγω στοιχείου μπορεί να γίνει με περιστατική μαρτυρία. Έπεται, ότι η ύπαρξη της πρόθεσης, συνάγεται από τα περιστατικά της υπόθεσης.». Η νομολογία πάντως, εκφράζοντας την κοινή ανθρώπινη εμπειρία και λογική, διαπιστώνει πως κάθε πρόσωπο τεκμαίρεται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του (R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128). Το τεκμήριο βέβαια αυτό είναι μαχητό, και αρκεί η πρόκληση υποβόσκουσας, έστω, αμφιβολίας, για να ανατραπεί (βλ. Ανθία v. Δημοκρατίας
(1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 404). Η φύση της μαρτυρίας που η κατηγορούσα αρχή - η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης της πρόθεσης -, θα προσκομίσει για να αποδείξει την ύπαρξη της πρόθεσης, θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να αποκλείει τα οποιαδήποτε άλλα συμπεράσματα τα οποία είναι αντίθετα με την ύπαρξη τέτοιας πρόθεσης. Με άλλα λόγια, η ύπαρξη της πρόθεσης, θα πρέπει να είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από μια τέτοια μαρτυρία. Στην υπό εξέταση περίπτωση, καθώς έχει ήδη αναφερθεί, αποτελεί παραδεκτό γεγονός και συνακόλουθα, εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έθεσε φωτιά την 17.8.2020 η οποία κατέκαψε τρία δεκάρια ξηρά χόρτα, άγρια βλάστηση και μικρά πεύκα. Άγνωστο το ελατήριο του κατηγορουμένου να θέσει τη φωτιά. Με δεδομένη την απόρριψη των ισχυρισμών του, περί εμφάνισης φίνας και για τους λόγους που τον ώθησαν να θέσει τη φωτιά, η εν προκειμένω πρόθεσή του είναι αυτονόητη και αυταπόδεικτη. Ακολουθεί πως το πιο πάνω τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του, δεν έχει ανατραπεί. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, όταν ο XXX Κουριεύς εντόπισε τον κατηγορούμενο πλησίον της φωτιάς και το ρώτησε εάν ειδοποίησε και αυτός την Πυροσβεστική, τότε, ο κατηγορούμενος έτρεξε στο αυτοκίνητό του και εγκατέλειψε την περιοχή, πολύ γρήγορα. Το πιο πάνω γεγονός συνηγορεί στο μόνο συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος είχε την απαιτούμενη ένοχη διάνοια του πιο πάνω αδικήματος και εγκατέλειψε τη σκηνή για να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του. Συνακόλουθα, η κατηγορούσα αρχή, έχει επιτύχει να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την κατηγορία και έτσι, ο κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος σε αυτήν. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο