← Κύπρος

BOJOVIC κ.α. ν. BAKER κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14525/20, 30/9/2021

BOJOVIC κ.α. ν. BAKER κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14525/20, 30/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14525/20

  1. ΧΧΧ BOJOVIC
  2. ΧΧΧ POCIVAVSKEK
  3. ΧΧΧ POCIVAVSEK v.
  4. ΧΧΧ BAKER
  5. MS MERIDIAN DIRECTORS LTD
  6. MS MERIDIEN NOMINIEES LTD
  7. ΧΧΧ ΣΑΒΕΡΙΑΔΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου,
  8. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τoυς Παραπονούμενους: Ο κ.Α. Χαραλάμπους για CHRYSSES DEMETRIADES & CO LLC Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ.Χ. Αρτέμης για Τορναρίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Κατηγορουμένους 2, 3 & 4: Ο κ. Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης των ζητημάτων που εξετάζει η υπό εξέταση ενδιάμεση απόφαση κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το ιστορικό που αφορά την υπό κρίση υπόθεση. Στις 07.10.2020 καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Λεμεσού η ιδιωτική ποινική υπόθεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο με την οποία καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους 1 έως 4 οι ακόλουθες κατηγορίες: Με την 1η Κατηγορία ο Κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετωπίζει το ποινικό αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 20, 255, 257 και 262 του Κεφ.
  9. Με την 2η Κατηγορία οι Κατηγορούμενοι αρ. 2, 3 και 4 αντιμετωπίζουν το ποινικό αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη του αδικήματος της κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 20, 255, 257, 262 του Κεφ.
  10. Με την 3η Κατηγορία ο Κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετωπίζει το ποινικό αδίκημα της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 20, 300 του Κεφ. 154 Τέλος με την 4η Κατηγορία όλοι οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το ποινικό αδίκημα της συνομωσίας για καταδολίευση κατά παράβαση του άρθρου 20, 300 και 302 του Κεφ.
  11. Η υπόθεση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 06.11.2020 και στην συνέχεια ορίστηκε εκ νέου για επίδοση στις 21.12.
  12. Στις 11.11.2020 και ενώ εκκρεμούσε η διενέργεια επίδοσης της υπόθεσης στους Κατηγορούμενους, οι Παραπονούμενοι μέσω των δικηγόρων τους με μονομερή αίτηση αιτήθηκαν όπως δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 46(1Α) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 εξασφαλίσουν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρεπόταν η υποκατάστατη επίδοση του Κατηγορητηρίου στον Κατηγορούμενο 1 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και συγκεκριμένα στην ηλεκτρονική διεύθυνση ΧΧΧ διεύθυνση η οποία του άνηκε και με την οποία ως δήλωναν στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση είχαν μαζί του συνεχή και πρόσφατη επικοινωνία και προς το σκοπό τεκμηρίωσης της θέσης αυτής επισύναψαν και πρόσφατη αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε. Το Δικαστήριο μελετώντας την αίτηση προχώρησε αυθημερόν (11.11.2020) και βασιζόμενο στις πρόνοιες του άρθρου 46(1Α) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155[1] στην έκδοση του διατάγματος και όρισε την υπόθεση για επίδοση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 στις 21.12.2020 και ώρα 08:45 ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπόθεση για επίδοση και σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2, 3 και
  13. Το λεκτικό του διατάγματος το οποίο εκδόθηκε είχε ως εξής: Το Δικαστήριο αυτό δια του παρόντος ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ και ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως: 1.Επιτραπεί και δια του παρόντος επιτρέπεται η υποκατάστατη επίδοση του ποινικού εντύπου αρ. 9 της παρούσας ποινικής υπόθεσης, στον κατηγορούμενο 1, δια αποστολής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στην διεύθυνση ΧΧΧ
  14. Επιπρόσθετα, με την κοινοποίηση του ποινικού εντύπου αρ. 9 να κοινοποιηθεί και η αίτηση ημερ. 11.11.2020, καθώς και το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια αυτής που επιτρέπει την υποκατάστατη επίδοση. Στις 18.12.2020 οι Παραπονούμενοι μέσω ένορκης δήλωσης υπογεγραμμένης από την δικηγορική υπάλληλο ΧΧΧ Χρήστου του δικηγορικού γραφείου CHRYSSES DEMETRIADES & CO LLC την οποία κατέθεσαν στον φάκελο της υπόθεσης ανέφεραν ότι στις 13.11.2020 προχώρησαν στην αποστολή προς τον Κατηγορούμενο 1 μέσω της ηλεκτρονικής του διεύθυνσης ΧΧΧ σε ηλεκτρονική μορφή πιστά αντίγραφα των ακόλουθων εγγράφων και προς το σκοπό τεκμηρίωσης των ισχυρισμών τους επισύναπταν αυτά ως Τεκμήριο Α: α) Κατηγορητήριο ημερομηνίας 7/10/2020, β) Διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 11/11/2020 και γ) Μονομερής Αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ημερομηνίας 11/11/2020 ως και ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11/11/2020 που συνοδεύει την αναφερόμενη αίτηση Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 11.11.2020 μέχρι και σήμερα ο Κατηγορούμενος αρ. 1 βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο και αυτός έλαβε γνώση της ύπαρξης της υπό εξέταση υπόθεσης με το ηλεκτρονικό μήνυμα που του αποστάλθηκε στις 13.11.
  15. Σε σχέση με τους Κατηγορούμενος 2, 3 και 4 το Κατηγορητήριο για ένα έκαστο εξ αυτών επιδόθηκε σε αυτούς εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω ιδιωτικής επίδοσης στις 11.12.
  16. Στις 17.12.2020 το Δικαστήριο ήταν παραλήπτης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από το δικηγορικό γραφείο Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ μέσω του Δικηγόρου κ. Χαράλαμπου Αρτέμη με το οποίο ενημερωνόταν ότι θα εκπροσωπήσουν τον Κατηγορούμενο 1 σημειώνοντας πως πρόκειτο για μόνιμο κάτοικο Αγγλίας και ζητούσαν ενημέρωση κατά πόσον το Δικαστήριο θα επιληφθεί κανονικά ή όχι της υπόθεσης στις 21.12.2020 που ήταν ορισμένη για επίδοση/απάντηση στις κατηγορίες ενόψει και των κανονισμών/περιορισμών για εμφανίσεις που ίσχυαν σε ποινικές υποθέσεις λόγω της Πανδημίας Κορονοιού έτσι ώστε να πληροφορήσουν τον πελάτη τους κατά πόσο ήταν αναγκαίο να προσέλθει στην Κύπρο και στο Δικαστήριο για να απαντήσει στις κατηγορίες. Η υπόθεση ορίστηκε λόγω των μέτρων που τηρούνταν για τον περιορισμό της πανδημίας του κορονοιού στις 15.02.2021 μέσω του πινακίου του Δικαστηρίου και οι εμπλεκόμενοι δικηγόροι ενημερώθηκαν σχετικά. Στις 02.02.2021 το δικηγορικό γραφείο Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ μέσω του Δικηγόρου του κ. Χαράλαμπου Αρτέμη απέστειλε προς το Δικαστήριο νέο ηλεκτρονικό μήνυμα ενημερώνοντας πως ο πελάτης του ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος Αγγλίας δεν θα μπορεί να παρευρίσκεται στο Δικαστήριο στις 15.02.2021 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για επίδοση/απάντηση στις κατηγορίες για τους ακόλουθους λόγους: Απαγορεύεται στους Άγγλους υπήκοους να εισέρχονται στην Κυπριακή Δημοκρατία λόγω της πανδημίας. Μόνο Κύπριοι υπήκοοι δικαιούνται να εισέρχονται αλλά οφείλουν να παραμένουν σε καραντίνα 14 ημερών. Ενόψει του ότι έχουμε 13 μέρες μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία ακόμη κι' αν ο πελάτης μας υποβληθεί σε τεστ κορονοιού σήμερα και λάβει αρνητικό αποτέλεσμα αύριο ή την Πέμπτη και τα μέτρα για είσοδο χαλαρώσουν και δικαιούται να εισέλθει στην ΚΔ , θα οφείλει να αυτοπεριοριστεί σε καραντίνα για 14 ημέρες. Ακόμη κι αν η περίοδος καραντίνας περιοριστεί και πάλι θα είναι αβέβαιο αν προλάβει. Περεταίρω, η σύζυγος του πελάτη μας υπεβλήθηκε σε εγχείρηση στην Αγγλία την 11/12/20 για την αφαίρεση καρκινογενούς όγκου στο στήθος και από χθες μέχρι την 30/4/21 θα υποβάλλεται σε χημειοθεραπεία. Κατά την εν λόγω περίοδο θα χρήζει φροντίδας και υποστήριξης και ο πελάτης μας είναι ο μόνος που μπορεί να της την προσφέρει. Ενόψει του ότι η σύζυγος του είναι πλέον πολύ ευάλωτη στον κορονοιο τόσο η ίδια όσο και ο πελάτης μας έχουν οδηγίες από τον γιατρό της να αποφεύγουν επαφές με τρίτα πρόσωπα για να μην υπάρχει το ενδεχόμενο μετάδοσης του ιού σε αυτούς (και επομένως να μην ταξιδεύουν. Αναμένουμε την αποστολή του Ιατρικού Πιστοποιητικού που αναφέρει τούτα από τον πελάτη μας (και το ότι ο γιατρός απαγορεύει ταξίδια στο εξωτερικό μέχρι την 31/5/21) και μόλις το έχουμε θα το κοινοποιήσουμε στο Δικαστήριο. (**με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Αρτέμη ημερ. 09.02.2021 κοινοποιήθηκε προς το Δικαστήριο το Ιατρικό Πιστοποιητικό) Από τα πιο πάνω καθίσταται ελπίζουμε προφανής ο λόγος που επικοινωνούμε με το σεβαστό Δικαστήριο τόσο νωρίς, και ενόψει των, θεωρούμε πως προφανώς πρέπει να δοθεί νέα ημερομηνία για απάντηση του Κατηγορούμενου 1, μεταγενέστερη της 31/5/
  17. Η υπόθεση ορίστηκε λόγω των μέτρων που τηρούνταν για τον περιορισμό της πανδημίας του κορονοιού στις 29.03.2021 και στην συνέχεια στις 24.05.2021 μέσω του πινακίου του Δικαστηρίου και οι εμπλεκόμενοι δικηγόροι ενημερώθηκαν σχετικά. Στις 13.05.2021 το δικηγορικό γραφείο Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ μέσω του Δικηγόρου του κ. Χαράλαμπου Αρτέμη απέστειλε προς το Δικαστήριο νέο ηλεκτρονικό μήνυμα ενημερώνοντας πως σε σχέση με την υπόθεση η οποία ήταν ορισμένη για απάντηση στις 24.05.2021 το δικηγορικό τους γραφείο θα εμφανίζεται για τον Κατηγορούμενο αρ. 1 ενώ το Δικηγορικό Γραφείο του κ. Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδη θα εμφανίζεται για τους Κατηγορούμενους 2,3 και 4 και σημείωνε επίσης τα ακόλουθα: Έχοντας πλέον λάβει λεπτομερή πληροφόρηση και απαντήσεις από τον Κατηγορούμενο 1 αναφορικά με την παρούσα υπόθεση και τους ισχυρισμούς των παραπονούμενων (οι οποίοι αναφέρονται λεπτομερώς στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση των Παραπονούμενων για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων στην Αγωγή ΕΔ Λ/σίας ΧΧΧ/ΧΧ - απαντήσεις στους ισχυρισμούς που γίνονται στις πρώτες 90 σελίδες της εν λόγω Ένορκης Δήλωσης - αναμένουμε τις απαντήσεις του για τις υπόλοιπες 45 σελίδες περίπου καθώς και όλα τα σχετικά έγγραφα που υποστηρίζουν τις θέσεις του), παρακαλούμε όπως πληροφορήσετε το σεβαστό Δικαστήριο τα ακόλουθα: 1) Όπως φαίνεται από την επιστολή ημερομηνίας 4/5/21 του Ογκολόγου που την παρακολουθεί, η σύζυγος του Κατηγορούμενου 1 θα αρχίσει Ραδιοθεραπεία για την καταπολέμηση καρκίνου την 24/5 (και όπως μας πληροφορεί ο Κατηγορούμενος 1, έχει ραντεβού για ραδιοθεραπεία από την εν λόγω ημερομηνία μέχρι την 29/
  18. 2) Παρόλο που τα περιοριστικά μέτρα για την καταπολέμηση της πανδημίας έχουν κάπως χαλαρώσει, η κάθοδος του Κατηγορούμενου 1 στην Κύπρο παραμένει δύσκολη και πρέπει να γνωρίζει το ενωρίτερο δυνατό κατά πόσο η παρουσία του στις 24/5 στο Δικαστήριο θα είναι αναγκαία για να προγραμματιστεί σωστά η κάθοδος του σε περίπτωση που αυτή είναι αναγκαία. 3) Σε κάθε περίπτωση την 24/5 ο Κατηγορούμενος ΔΕΝ προτίθεται να προβεί σε απάντηση στις κατηγορίες. Έχουμε συζητήσει εκτενώς το θέμα με τον κο Τριανταφυλλίδη και αντιλαμβανόμαστε πως οι υπόλοιποι θα έχουν την ίδια θέση. Αντί απάντησης στις κατηγορίες λοιπόν θα θέσουμε θέμα Κατάχρησης της Διαδικασίας από τους παραπονούμενους με την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Πρόσθετα εμείς θα θέσουμε και θέμα κακής και/ή αντινομικής κλπ επίδοσης στον αλλοδαπό Κατηγορούμενο 1 του Κατηγορητηρίου με email κατά παράβαση του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001, (Ν. 23(Ι)/2001), της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα, κλπ. 4) Έχουμε ήδη προβεί στη σύνταξη Γραπτού Περιγράμματος Αγόρευσης στο οποίο επιχειρηματολογούμε και εξηγούμε το θέμα της Κατάχρησης Διαδικασίας κλπ και παρακαλούμε όπως έχουμε της οδηγίες του σεβαστού Δικαστηρίου κατά πόσο επιθυμεί να προβούμε σε καταχώριση σχετικής γραπτής αίτησης (για παραμερισμό της επίδοσης αλλά και για διακοπή της υπόθεσης για Κατάχρηση Διαδικασίας) ή κατά πόσο επιθυμεί απλά να προβούμε σε αγορεύσεις. Σε κάθε περίπτωση σε τυχόν Γραπτή Αίτηση θα είμαστε αναγκασμένοι να επισυνάψουμε το ογκωδέστατο έγγραφο 153 σελίδων της πιο πάνω αναφερόμενης Αίτησης για Ενδιάμεσα διατάγματα στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγωγή ΕΔ Λ/σίας ΧΧΧ/ΧΧ καθώς και τα Τεκμήρια της ενώ αν το σεβαστό Δικαστήριο δεχθεί να μας ακούσει προφορικά για τα εν λόγω θέματα θα πρέπει να γίνουν διευθετήσεις για να προσκομισθεί ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου ο ογκωδέστατος φάκελος της εν λόγω αγωγής. 5) Παρατηρούμε τέλος πως σε περίπτωση που ο αλλοδαπός Κατηγορούμενος 1 δεν προσέλθει στο Δικαστήριο, το σεβαστό Δικαστήριο, σύμφωνα με τον περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001, (Ν. 23(Ι)/2001), της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα, κλπ και της νομολογίας, το σεβαστό Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει ένταλμα σύλληψης του, και επί τούτου είμαστε σε θέση να αγορεύσουμε (αυτό το θέμα είναι ήδη μέρος του πιο πάνω αναφερόμενου Περιγράμματος Αγόρευσης μας). Επομένως παρακαλούμε όπως έχουμε πληροφόρηση κατά πόσο η υπόθεση θα προχωρήσει/ αρχίσει την 24/5 και αν θα προχωρήσει/αρχίσει, παρακαλούμε όπως έχουμε τις οδηγίες του σεβαστού Δικαστηρίου (α) για την διαδικασία που θα ακολουθηθεί ενόψει των όσων αναφέρουμε στα σημεία 3) και 4) πιο πάνω και (β) για το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να είναι παρών. Το Δικαστήριο με ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 14.05.2021 ενημέρωνε τους εμπλεκόμενους δικηγόρους ότι η υπόθεση που ήταν ορισμένη στις 24.05.2021 θα αναβαλλόταν και θα λάμβαναν την νέα ημερομηνία μέσω του πινακίου του Δικαστηρίου με την υπόθεση εν τέλει να ορίζεται στις 05.07.
  19. Επίσης ενημερώνονταν πως σε σχέση με τα ζητήματα που επιθυμούσαν να εγείρουν και για τα οποία ενημέρωση έλαβε το Δικαστήριο μέσω του ηλεκτρονικού μηνύματος αυτά θα εξετάζονταν όταν και εφόσον το Δικαστήριο θα επιλαμβανόταν της υπόθεσης δια ζώσης. Εν τέλει στις 05.07.2021 το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης στην παρουσία των εμπλεκόμενων δικηγόρων και της Κατηγορουμένης 4 και στην απουσία του Κατηγορούμενου 1 ορίζοντας την υπόθεση για απάντηση σε σχέση με όλους τους Κατηγορούμενους και προώθηση τυχόν προδικαστικών ενστάσεων στις 23.09.2021 καθώς και για προγραμματισμό της αίτησης ημερομηνίας 09.06.2021 που καταχώρησε ο Κατηγορούμενος 1 μέσω των δικηγόρων του και αφορούσε μεταξύ άλλων ζητήματα παραμερισμού και/ή ακύρωσης του εκδοθεισομένου διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 11.11.2020 καθώς και παραμερισμού και/ή ακύρωσης της επίδοσης που έγινε στον ίδιο μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση ΧΧΧ Ενόψει των ζητημάτων που θα εγείρονταν και προωθούνταν αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1 το ζήτημα της απουσίας του από την διαδικασία θα εξεταζόταν σε κατοπινό στάδιο μετά που θα ξεκαθάριζαν και τα θέματα τα οποία τον αφορούσαν. Μάλιστα το Δικαστήριο κατά την εμφάνιση στις 05.07.2021 έθεσε ευθέως τους προβληματισμούς του προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 κατά πόσον υπάρχει δικαιοδοσία και/ή εξουσία του Δικαστηρίου που ασκεί Ποινική Δικαιοδοσία και σε αντίθεση με Δικαστήριο που ασκεί Πολιτική Δικαιοδοσία να προχωρήσει σε παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης που έκδωσε στις 11.11.2020 και/ή της επίδοσης που έλαβε χώρα στον Κατηγορούμενο 1 στις 13.11.2020 μέσω του τρόπου που καθόριζε το Διάταγμα ή αν θα έπρεπε να είχαν γίνει άλλα διαβήματα από μέρους τους αν θεωρούσαν ότι τόσο το Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοσης ημερ. 11.11.2020 όσο και η Επίδοση η οποία ακολούθησε στις 13.11.2020 έπασχαν νομικά ή ότι το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εκδώσει και αφορούν ενδεχόμενα την αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων.[2] Η Αίτηση ημερομηνίας 09.06.2021 που καταχώρησε ο Κατηγορούμενος 1: Στις 09.06.2021 ως σημειώνεται και ανωτέρω ο Κατηγορούμενος 1 μέσω του ευπαίδευτου δικηγόρου του προχώρησε στην καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης με την οποία αξίωνε από το Δικαστήριο την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται το διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/11/20 με το οποίο δόθηκε άδεια και/ή επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση του ποινικού εντύπου αρ. 9 της παρούσας ποινικής υπόθεσης (και επιπρόσθετα της αίτησης των παραπονουμένων ημερομηνίας 11/11/20 για υποκατάστατη επίδοση, καθώς και του εν λόγω διατάγματος ημερομηνίας 11/11/20) στον κατηγορούμενο 1, δια αποστολής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση ΧΧΧ την 21/12/
  20. Β. Διαζευτικά και/ή περαιτέρω, διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση στον Κατηγορούμενο 1 την 21/12/20 του ποινικού εντύπου αρ. 9 της παρούσας ποινικής υπόθεσης, της αίτησης των παραπονουμένων ημερομηνίας 11/11/20 για υποκατάστατη επίδοση, καθώς και του διατάγματος ημερομηνίας 11/11/20 ως μη διενεργηθείσας και/ή ως άκυρης και/η παράτυπης λόγω του ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν και/ή παρέλειψαν να ακολουθήσουν τις πρόνοιες του Νόμου, των σχετικών θεσμών Δικονομίας και των Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Γ. Επιπρόσθετα και/ή επικουρικά προς το Β. πιο πάνω, διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο αναστέλλεται κάθε διαδικασία που αφορά τον Κατηγορούμενο 1 στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Δ. Την διακοπή της παρούσας υπόθεσης και/ή διαδικασίας γενικά ή την διακοπή της σχετικά με τον Κατηγορούμενο 1, και την αθώωση του και απαλλαγή από τις κατηγορίες, λόγω κατάχρησης της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση από τους παραπονούμενους και/ή λόγω του ότι έχουν επηρεαστεί ανεπίτρεπτα δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Ε. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή οδηγίες που το σεβαστό Δικαστήριο θα κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις Στ. Έξοδα και ΦΠΑ πλέον έξοδα επίδοσης Η αίτηση βασιζόταν στην Ποινική Δικονομία Κεφ. 155, άρθρα 46(1α) και 175, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.1 Δ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.
  21. Δ.16 Θ9, Δ.
  22. θ1,2,3, Δ.39, Δ.48 θ1,2,3,4,8,9 και 13, Δ.51, Δ.57 θ2, Δ.59, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρα 2,29 και 30, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 άρθρο 3, στον περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμο του 2001, (Ν.23(Ι)/2001)και ιδιαίτερα το άρθρο 4, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα, η οποία έγινε στο Στρασβούργο την 20η Απριλίου, 1959 και συμπληρώθηκε από το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της 17ης Μαρτίου 1978, σε σχέση με αδικήματα οικονομικής φύσεως, και στην οποία η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε την 27η Μαρτίου 1996 και, με τον κυρωτικό ομώνυμο Νόμο 2(ΙΙΙ)/2000, την κατέστησε Μέρος του Δικαίου της χώρας, στην Πράξη του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Μαΐου 2000, για την κατάρτιση, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (2000/C 197/01), στο κοινοδίκαιο, στην πρακτική και νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων και στις εγγενείς εξουσίες και συμφυείς εξουσίες του σεβαστού Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Σταύρου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των ΤΟΡΝΑΡΙΤΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ. Από μελέτη του περιεχομένου της αίτησης προκύπτει πως τουλάχιστον στο αιτητικό της παραγράφου (Β) της αίτησης γίνεται αναφορά σε επίδοση που έγινε στον Κατηγορούμενο 1 στις 21.12.2020 πράγμα το οποίο δεν συνάδει με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει αφού ως προκύπτει αδιαμφισβήτητα η επίδοση έγινε στις 13.11.2020 μέσω της αποστολής του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος προς τον Κατηγορούμενο 1.[3] Επιπρόσθετα στην ίδια παράγραφο γίνεται αναφορά σε Ενάγοντες αντί σε Παραπονούμενους ή Κατήγορους και ενδεχόμενα η αναφορά αυτή να παρέμεινε από άλλες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν μεταξύ των ιδίων διαδίκων αστικής κυρίως φύσεως. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση μεταξύ των διαδίκων πέραν από την υπό εξέταση ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε στις 07.10.2020 εκκρεμεί και η αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας ΧΧΧ/ΧΧ με ενάγοντες τους εδώ παραπονούμενους στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε και προωθήθηκε ενδιάμεση διαδικασία με την οποία εξασφαλίστηκε απαγορευτικό διάταγμα. Επίσης αναφορά γίνεται και σε σχέση με το ιστορικό εξασφάλισης του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 11.11.2020 και με το οποίο οι παραπονούμενοι απέστειλαν με ηλεκτρονικό μήνυμα διατυπωμένο στην Αγγλική Γλώσσα στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Κατηγορούμενου 1 στις 13.11.2020 πιστά αντίγραφα του κατηγορητηρίου της υπό εξέταση υπόθεσης καθώς και του διατάγματος ημερομηνίας 11.11.2020 καθώς και την αίτηση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε όλα στην Ελληνική Γλώσσα γεγονότα τα οποία ούτως η άλλως προκύπτουν και από τον Δικαστικό Φάκελο της υπόθεσης. Το υπόλοιπο μέρος του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του κ. Σταύρου στην ουσία αποτελεί λεπτομερή νομική επιχειρηματολογία μάλιστα με παραπομπή σε Κυπριακή[4] αλλά και Ευρωπαϊκή Νομοθεσία[5] για υποστήριξη των λόγων στη βάση των οποίων θα έπρεπε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.11.2020 καθώς και η επίδοση που έλαβε χώρα στον Κατηγορούμενο 1 στη βάση αυτού να ακυρωθούν και/ή παραμεριστούν. Η επιχειρηματολογία αυτή προωθούσε τις ακόλουθες θέσεις: (α) Ότι το δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εκδώσει το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 11.11.2020 στη βάση του άρθρου 46(1Α) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 από την στιγμή που ο Κατηγορούμενος 1 κατά τον χρόνο έκδοσης του ήταν κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου και (β) Ότι στην υπό εξέταση περίπτωση από την στιγμή που ο Κατηγορούμενος 1 ήταν κάτοικος εξωτερικού και συγκεκριμένα Ηνωμένου Βασιλείου τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμος του 2001 (Ν.23(Ι)/2001)οι οποίες και δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε και ακολουθήθηκαν και (γ) Ότι τα έγγραφα που αποστάλθηκαν στον Κατηγορούμενο 1 ήταν στην Ελληνική Γλώσσα την οποία και δεν κατανοεί ούτε γνωρίζει. Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Σταύρου που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 09.06.2021 προωθούνται και οι θέσεις πως στην υπό εξέταση υπόθεση υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας λόγω (α) Ισχυριζόμενης καθυστέρησης προώθησης της υπόθεσης στο Δικαστήριο 3 και πλέον χρόνια μεταγενέστερα των ημερομηνιών διάπραξης των κατ ισχυρισμό αδικημάτων (β) Ύπαρξης και προώθησης ταυτόχρονα και της Αγωγής ΧΧΧ/ΧΧ του Ε.Δ. Λευκωσίας (γ) Ασάφεια του Κατηγορητηρίου αφού στερείται ουσιωδών λεπτομερειών (δ) Πολλαπλότητα του Κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς το δικαίωμα των Κατηγορουμένων να προετοιμάσουν την υπεράσπιση τους και τέλος προωθείται και η ισχυριζόμενη απουσία δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου να εξετάσει την υπόθεση ισχυρισμό για τον οποίο ο Κατηγορούμενος 1 επιφύλαξε το δικαίωμα του να επικαλεσθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω θέσεις προφανώς αναγράφονται και προωθούνται για σκοπούς υποστήριξης του αιτητικού Δ αίτησης ημερομηνίας 09.06.
  23. Οι θέσεις του Δικαστηρίου: Το Δικαστήριο έθεσε εξ αρχής την θέση προς τους δικηγόρους των διαδίκων τόσο δια ζώσης όσο και με σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε μαζί τους ότι σε σχέση με τα εγειρόμενα θέματα αυτά θα πρέπει να εξεταστούν κατά σειρά προτεραιότητας έτσι ώστε να μην υπάρχει κατατεμαχισμός της διαδικασίας. Δηλαδή πρώτα θα έπρεπε να εξεταστούν τα θέματα της επίδοσης που εγέρθηκαν από μέρος του Κατηγορούμενου 1 και γενικά το ζήτημα της παρουσίας του στην διαδικασία και στην συνέχεια όταν και εφόσον αυτά ξεκαθαρίσουν και ανάλογα με τις όποιες αποφάσεις τότε να εξεταστούν τα θέματα ισχυριζόμενης κατάχρησης ή τυχόν άλλα θέματα τα οποία ως ανέφεραν στο Δικαστήριο οι συνηγόροι των Κατηγορουμένων αυτά θα εγείρονταν τόσο από πλευράς Κατηγορούμενου 1 όσο και από πλευράς Κατηγορουμένων 2,3 και 4 και αφορούσαν την ουσία της υπόθεσης. Σημειώνεται πως οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Κατηγορούμενου 1 δεν δήλωσαν εξ αρχής ή μέχρι και σήμερα πως η εμφάνιση τους στην υπόθεση περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με την υποβολή των αιτημάτων για παραμερισμό του διατάγματος της υποκατάστατης επίδοσης και της μεταγενέστερης επίδοσης που έλαβε χώρα προς τον πελάτη τους. Απεναντίας και παρά το γεγονός ότι τούτο το ζήτημα θα έπρεπε να αποφασιστεί πρώτο και κατά προτεραιότητα αυτοί προχώρησαν με την αίτηση ημερομηνίας 09.06.2021 και στην προώθηση ζητημάτων που αφορούν την ουσία της ποινικής υπόθεσης. Τα όσα έλαβαν χώρα στις 23.09.2021 ενώπιον του Δικαστηρίου: Στις 23.09.2021 ήταν προγραμματισμένη η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για να ακουστεί ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου 1 και ο δικηγόρος των Παραπονουμένων σε σχέση με το αίτημα παραμερισμού / ακύρωσης τόσο του διατάγματος ημερομηνίας 11.11.2020 όσο και της επίδοσης που έλαβε χώρα στον Κατηγορούμενο 1 στις 13.11.2020 αλλά και για το ζήτημα αν εν τέλει θα εκδιδόταν ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 σε περίπτωση που το δικαστήριο δεν προχωρούσε σε παραμερισμό / ακύρωση του διατάγματος και της διενεργηθείσας επίδοσης. Εν τέλει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι δεν επιθυμούσε να προωθήσει πλέον τα αιτητικά Α, Β και Γ της αίτησης ημερομηνίας 09.06.2021 και τα οποία απόσυρε δηλώνοντας με ειλικρίνεια ότι η απόσυρση αυτή λαμβάνει χώρα γιατί εκ των πραγμάτων έπρεπε να είχε προωθηθεί διαδικασία για Certiorari εναντίον του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης πράγμα το οποίο δεν έγινε και συμφώνησε πως το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να προχωρήσει σε αναθεώρηση, παραμερισμό η ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 11.11.
  24. Παρά την θέση αυτή την οποία και το Δικαστήριο βεβαίως και εκτιμά προτίθεμαι να ασχοληθώ και να σχολιάσω την ύπαρξη ή μη δυνατότητας και/ή εξουσίας από πλευράς Δικαστηρίου για τον παραμερισμό και/ή ακύρωση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 11.11.2020 και της επίδοσης που διενεργήθηκε με βάση αυτό στον Κατηγορούμενο 1 στις 13.11.
  25. Καταρχάς αποτελεί κοινό έδαφος γεγονότων πως το διάταγμα ημερομηνίας 11.11.2020 εκδόθηκε από το Δικαστήριο αποκλειστικά και μόνο στη βάση των προνοιών του άρθρου 46(1Α) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  26. Επιπρόσθετα μη αμφισβητούμενο ζήτημα αποτελεί και το γεγονός ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του στις 11.11.2020 αλλά και κατά το χρόνο διενέργειας της επίδοσης προς τον Κατηγορούμενο 1 με τον καθορισμένο στο διάταγμα τρόπο το πρόσωπο αυτό βρισκόταν και διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν βεβαίως κατά πόσον το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 11.11.
  27. Από μελέτη του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 διαπιστώνεται πως ακόμα και μετά την προσθήκη του άρθρου 46(1Α), δεν περιέχεται καμία πρόνοια για παραμερισμό της επίδοσης. Υπενθυμίζεται ότι η παρούσα υπόθεση αφορά ιδιωτική ποινική δίωξη στην οποία δεν επιτρέπεται η εμπλοκή της διαδικασίας με θέματα επίδοσης που ανάγονται καθαρά στο αστικό δίκαιο.[6] Το κατά πόσο ένα κατηγορητήριο έχει επιδοθεί δεόντως πρέπει να αποδειχθεί στο Δικαστήριο σε βάση των προνοιών του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 155 (Πολιτική Αίτηση Αρ. 56/14, Αναφορικά με την αίτηση του Σταύρου Μαυροσάββα, ημερομηνίας 16.5.2014). [7] Στις Πολιτικές Αιτήσεις Αρ. 39/2015[8] & 38/2015[9] ημερομηνίας 17.03.2015 αναφέρθηκαν από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ τα ακόλουθα σχετικά και με την υπό εξέταση υπόθεση: ''Θα πρέπει εν κατακλείδι να σημειωθεί και το εξής. Η εκκρεμούσα υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αφορά ποινική δίωξη, έστω και αν είναι ιδιωτικής φύσεως. Δεν έχει, δηλαδή, καταχωρηθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ιδιωτική ποινική δίωξη μπορεί να μετατρέπεται σε αστική διαδικασία ζητώντας παραμερισμό της επίδοσης ώστε να ακολουθούν αιτήματα για προνομιακά εντάλματα στο Ανώτατο Δικαστήριο. Άλλος είναι ο σκοπός της ποινικής δίωξης, η οποία θα πρέπει με ταχύτητα να διεκπεραιώνεται ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Ολόκληρο το Κεφ. 155, ακόμη και μετά την προσθήκη του άρθρου 46(1Α), δεν περιέχει καμιά πρόνοια για παραμερισμό επίδοσης. Η ορθόδοξη διαδικασία σε σχέση με επίδοση σε ποινική υπόθεση είναι ότι η επίδοση ελέγχεται από το ίδιο το Δικαστήριο όταν κατατεθεί το επιδοτήριο. Αν τη βρει νόμιμη, και ο κατηγορούμενος είναι παρά ταύτα απών, εκδίδεται ένταλμα σύλληψης. Αν η επίδοση δεν ικανοποιήσει, διατάσσεται νέα επίδοση ή επανακλήτευση, (Γ.Μ. Πική: «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδ. σελ. 137). Στην προκείμενη περίπτωση, όχι μόνο έγινε κανονική επίδοση, αλλά το Δικαστήριο προχώρησε να ορίσει την υπόθεση στις 14.1.2015 για απάντηση για τους αιτητές. Και αυτό στη βάση δήλωσης της κας Πολυβίου στις 10.12.2014, μετά την έκδοση του σκεπτικού του Δικαστηρίου, ότι θα ενημέρωνε τον κ. Βασιλειάδη που εμφανίσθηκε για τους αιτητές για το ότι η υπόθεση παρέμεινε για απάντηση στις 14.1.
  28. Όπως οι συνήγοροι πληροφόρησαν το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτή είναι τώρα ορισμένη για ακρόαση στις 25.5.2015 και εκεί μπορούν να εγερθούν οι όποιες θέσεις μπορούν βάσιμα και νόμιμα να προβληθούν δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  29. Αυτό είναι και το μόνο πλαίσιο εντός του οποίου δύναται να εκδικάζεται μια ποινική υπόθεση. Οτιδήποτε άλλο αποτελεί κατάχρηση της όλης διαδικασίας και ανεπίτρεπτη παρεμπόδιση του δικαστικού έργου.'' Συνεπώς έχοντας κατά νου τα πιο πάνω κρίνω υπό τις περιστάσεις πως το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία ή δικαιοδοσία ή δυνατότητα να προχωρήσει σε εξέταση οποιουδήποτε αιτήματος (παρόλο που πλέον το αίτημα αυτό έχει εγκαταληφθεί) για τον παραμερισμό του Διατάγματος που έκδωσε στις 11.11.2020 αφού σε αντίθετη περίπτωση τέτοια ενέργεια θα καθιστούσε το παρόν Δικαστήριο Εφετείο του εαυτού του αλλά και διάψευση και ακύρωση των όσων έχει ήδη αποφασίσει. Κατηγορούμενος ο οποίος θεωρεί πως το όποιο διάταγμα του Δικαστηρίου αναφορικά με την υποκατάστατη επίδοση του Κατηγορητηρίου προς το πρόσωπο του έπασχε νομικά ή αυτό εκδόθηκε χωρίς εξουσία ή καθ υπέρβαση της δικαιοδοσίας ή εξουσίας του Δικαστηρίου έχει το δικαίωμα και μπορεί να προχωρήσει με σχετικά διαβήματα που αφορούν ενδεχόμενα την αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων[10] αφού αυτό φαίνεται να αποτελεί την μοναδική οδό για τέτοιους είδους ζητήματα[11] λαμβάνοντας υπόψη την απουσία τέτοιας δυνατότητας από το Δικαστήριο που ασκεί Ποινική Δικαιοδοσία και εκδικάζει συνοπτικά. Όσο δικαιολογημένοι και εύλογοι και να φαίνονταν οι λόγοι τους οποίους ένας Κατηγορούμενος ενδεχομένως να προωθεί για τον παραμερισμό ενός διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης στη βάση των προνοιών του Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001, (Ν. 23(Ι)/2001) ή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα, η οποία έγινε στο Στρασβούργο την 20ή Απριλίου, 1959 και συμπληρώθηκε από το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της 17ης Μαρτίου 1978 σε σχέση με αδικήματα οικονομικής φύσεως[12], στην απουσία σχετικής του παρόντος Δικαστηρίου εξουσίας και δυνατότητας το ζήτημα δεν μπορεί να προχωρήσει. Το Δικαστήριο που έκδωσε το διάταγμα για το οποίο επιδιώκεται ο παραμερισμός ή ακύρωση του δεν μπορεί να το αναθεωρήσει. Οι θέσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με την επίδοση του Κατηγορητηρίου στον Κατηγορούμενο 1: Ως εκ τούτου το μοναδικό ζήτημα που δύναται να εξετάσει το παρόν Δικαστήριο σε συνέχεια της πιο πάνω κατάληξης του είναι αν η επίδοση προς τον Κατηγορούμενο 1 έγινε και αν έγινε κατά πόσον αυτή διενεργήθηκε με τον καθορισμένο στο Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.11.2020 τρόπο. Ενόψει του γεγονότος ότι αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 πράγματι στις 13.11.2020 ήταν παραλήπτης ηλεκτρονικού μηνύματος στην ηλεκτρονική του διεύθυνση ΧΧΧ με το οποίο ενημερωνόταν για την ύπαρξη της εναντίον του υπόθεσης και του κοινοποιήθηκαν μάλιστα και πιστά αντίγραφα τόσο του Κατηγορητηρίου (Ποινικού Εντύπου 9) όσο και του Διατάγματος ημερομηνίας 11.11.2020 καθώς και της αίτησης στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε προχωρώντας μάλιστα άμεσα και στον διορισμό δικηγόρων για την εκπροσώπηση του δεν μένει άλλη επιλογή από το Δικαστήριο παρά να θεωρήσει ότι σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 έχει διενεργηθεί έγκυρη προς αυτόν επίδοση της κλήσης κατηγορούμενου. Το γεγονός ότι τα έγγραφα τα οποία του είχαν κοινοποιηθεί ήταν συνταγμένα μόνο στην Ελληνική Γλώσσα, γλώσσα την οποία αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν μιλά ούτε κατανοεί δεν επηρέασε δυσμενώς οποιοδήποτε δικαίωμα του Κατηγορούμενου 1 αφού ο ίδιος άμεσα προχώρησε στον διορισμό δικηγόρου για να τον εκπροσωπήσει στην διαδικασία. Επιπρόσθετα σημειώνεται πως λαμβάνοντας υπόψη και το όλο ιστορικό της υπόθεσης που αφορά την επικοινωνία που είχαν οι δικηγόροι του Κατηγορούμενου 1 με το Δικαστήριο από τις 17.12.2020 μέχρι και πριν τις 13.05.2021 και για το οποίο αναφορά γίνεται ανωτέρω ότι ο Κατηγορούμενος 1 απεμπόλησε το δικαίωμα του να προωθεί ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της επίδοσης που διενεργήθηκε προς το πρόσωπο του αφού σε αυτήν ουδέποτε τέθηκε τέτοιο ζήτημα απεναντίας εξηγούνταν οι λόγοι με λεπτομέρεια γιατί δεν μπορούσε το πρόσωπο αυτό να ευρίσκεται στην Κύπρο ενώπιον του Δικαστηρίου για λόγους άλλους από τους υπό εξέταση. Οι θέσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση η μη εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1: Επομένως έχοντας υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι απών από την διαδικασία παρά την έγκυρη επίδοση που διενεργήθηκε προς το πρόσωπο του το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει ποίες είναι οι συνέπειες από τη μη προσέλευση του δηλαδή στο κατά πόσον λαμβάνοντας υπόψη και την φύση των κατηγοριών θα προχωρήσει στην εναντίον του έκδοση εντάλματος σύλληψης. Ο κ. Χαραλάμπους από την μία πλευρά εκπροσωπώντας τους Παραπονούμενους ζήτησε την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 σε αντίθεση με τον κ. Αρτέμη ο οποίος μέσω της δικής του επιχειρηματολογίας και κυρίως βασιζόμενος στις πρόνοιες του Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμος του 2001 (23(I)/2001) καθώς επίσης και στα αποφασισθέντα στην ECLI:CY:AD:2019:A288, Πολιτική Έφεση Αρ. 381/2017 ημερομηνίας 09.07.2019 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΖΟΛΩΤΑ κ.α. υποστήριξε την θέση ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του πελάτη του. Στην ECLI:CY:AD:2019:A288, Πολιτική Έφεση Αρ. 381/2017 ημερομηνίας 09.07.2019 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΖΟΛΩΤΑ κ.α. οι εφεσείοντες επιδίωξαν με επιτυχία την ανατροπή απόφασης Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας δυνάμει του ΄Αρθρου 155.4 του Συντάγματος, απορρίφθηκε αίτησή τους για έκδοση εντάλματος certiorari. Θα επιδιωκόταν η ακύρωση εντάλματος σύλληψης, για κάθε έναν από τους εφεσείοντες, που είχε εκδώσει εναντίον τους το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, λόγω παράλειψης εμφάνισής τους ενώπιόν του σε διαδικασία παραπομπής τους στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο. Ήταν κοινώς παραδεκτό ότι οι εφεσείοντες ήταν κάτοικοι Ελλάδος και ότι το κατηγορητήριο σε σχέση με την προαναφερθείσα διαδικασία τους επιδόθηκε δεόντως, καθ' ο χρόνο αυτοί βρίσκονταν στην επικράτεια της πιο πάνω χώρας, Μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το δε αίτημα για την διενέργεια της εν λόγω επίδοσης προς τους εφεσείοντες υποβλήθηκε, αποκλειστικά, στη βάση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα, η οποία έγινε στο Στρασβούργο την 20ή Απριλίου, 1959 και συμπληρώθηκε από το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της 17ης Μαρτίου 1978, σε σχέση με αδικήματα οικονομικής φύσεως, (η «Σύμβαση»).[13] Όσον αφορά την Κύπρο, η έρευνα ως προς τη ρύθμιση των πιο πάνω και άλλων συναφών θεμάτων οδηγεί, αναπόφευκτα, στον Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμος του 2001 (23(I)/2001). Αυτός έχει θεσπιστεί, ακριβώς, προς εξυπηρέτηση, από την άποψη του ημεδαπού δικαίου, του σκοπού που και ο ίδιος ο τίτλος του προσδιορίζει: τη «Διεθνή Συνεργασία σε Ποινικά Θέματα». Επομένως, ο συγκεκριμένος αυτός Νόμος είναι, οπωσδήποτε, άμεσα σχετικός με τη Σύμβαση, εξ ου και η ομοιότητα που έχουν τα δύο νομοθετήματα ως προς τον τίτλο τους, αν και, σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενό τους είναι που ενδιαφέρει. Όπως βεβαίως αναφέρθηκε και στην Πολιτική Έφεση 381/2017 (ανωτέρω) ότι βέβαια, εδώ, ενδιαφέρει είναι οι συνέπειες από τη μη προσέλευση των εφεσειόντων, προς τους οποίους έγινε επίδοση κλήσης κατηγορουμένου δυνάμει της Σύμβασης, σε δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώπιον του οποίου ήταν ορισμένη η υπόθεσή τους, για το λόγο που έχει προαναφερθεί. Ο Νόμος εφαρμόζεται με όλες τις διατάξεις του και σε κάθε υπόθεση, τα γεγονότα της οποίας εμπίπτουν κάτω από αυτές. Σχετική επί τούτου είναι η πρόνοια στο εδάφιο

(2)του άρθρου 4, η οποία προβλέπει τα εξής:- «
(2)Επίδοση εγγράφων διαδικασίας με βάση το άρθρο αυτό δεν επιβάλλει υποχρέωση συμμόρφωσης δυνάμει οποιουδήποτε νόμου της Δημοκρατίας και συνεπώς παράλειψη συμμόρφωσης δε συνιστά καταφρόνηση δικαστηρίου και δεν παρέχει λόγο για εξαναγκασμό του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση να συμμορφωθεί με αυτό.» Aν δε, στη συνέχεια, το εν λόγω πρόσωπο, για οποιοδήποτε λόγο, έλθει στην Κύπρο, τότε, όπως προνοείται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 4:- «
(3)Οι διατάξεις του εδαφίου
(2)δεν επηρεάζουν τη μεταγενέστερη επίδοση στο εν λόγω πρόσωπο στη Δημοκρατία οποιουδήποτε εγγράφου διαδικασίας (συνεπαγόμενων όλων των επιπτώσεων μη συμμόρφωσης).» Υπάρχει, βέβαια, λόγος για τις πιο πάνω πρόνοιες. ΄Οπως ο Νόμος εφαρμόζεται στο σύνολό του, προς εξυπηρέτηση, σύμφωνα με το άρθρο 15 αυτού, των διαφόρων διεθνών διευθετήσεων, στις οποίες έχει προβεί η Κυπριακή Δημοκρατία στον υπό αναφορά τομέα του Δικαίου, έτσι και οι πρόνοιες, ανωτέρω, διαδραματίζουν το δικό τους συγκεκριμένο μέρος στον εν λόγω τομέα. Εφαρμόζονται, ακριβώς, στην περίπτωση κατά την οποία η κλήση κατηγορουμένου γίνεται με βάση τη Σύμβαση ή άλλη ανάλογη διεθνή διευθέτηση και όχι δυνάμει του άρθρου 46 του Κεφ. 155, δηλαδή «οπουδήποτε στη Δημοκρατία». ΄Οπως έχει δε προαναφερθεί, ειδικά, η Σύμβαση προβλέπει στο προοίμιό της ότι η αμοιβαία αρωγή «σχετίζεται με το θέμα της έκδοσης φυγοδίκων», που τώρα διέπεται από το Ν. 133(Ι)/2004, αναφορικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Επομένως, σαφώς, προβλέπονται ρητώς τα μέτρα, τα οποία είναι δυνατό να ληφθούν σε περίπτωση που πρόσωπο παραλείπει να συμμορφωθεί με επίδοση κλήσης κατηγορουμένου που γίνεται δυνάμει της Σύμβασης. Σημειώνεται, συναφώς, ότι η επίδοση κλήσης κατηγορουμένου σε ξένη χώρα και, ακολούθως, η έκδοσή του, όπου ανάλογο αίτημα γίνεται δεκτό, αποτελούν θέματα διεθνούς δικαίου. Ρυθμίζονται, όσον αφορά τους σχετικούς αυτούς τομείς, από τις προαναφερθείσες Συμβάσεις, στις οποίες η Κυπριακή Δημοκρατία έχει, δεόντως, προσχωρήσει. Δεν εμπλέκονται, στην εφαρμογή τους, πρόνοιες του ημεδαπού δικαίου, οι οποίες εφαρμόζονται, αποκλειστικά, σε σχέση με πρόσωπα που βρίσκονται στην επικράτεια του αιτούντος Μέρους, ήτοι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Νόμος (Ν. 23(Ι)/2001), με τις πρόνοιές του, που αναφέρονται πιο πάνω, ακριβώς, αναγνωρίζει το προαναφερθέν καθεστώς δικαίου. Επομένως, η έκδοση των υπό αναφορά ενταλμάτων σύλληψης έγινε κατά παράβαση του άρθρου 4
(2)του Νόμου. Για τους πιο πάνω λόγους, η έφεση επιτυγχάνει. Εκδίδεται δε ένταλμα certiorari, με το οποίο ακυρώνονται τα υπό αναφορά εντάλματα σύλληψης των εφεσειόντων. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και στρεφόμενος στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης διαπιστώνετε σαφής διαφοροποίηση αυτών με τα όσα η Πολιτική Έφεση 381/2017 (ανωτέρω) έχει πραγματευτεί. Πιο συγκεκριμένα στην υπό εξέταση υπόθεση η κλήση του Κατηγορούμενου 1 δεν έγινε στη βάση περιεχομένου διμερής ή πολυμερής Διεθνής Σύμβασης ή στη βάση των προνοιών του Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμος του 2001 (23(I)/2001) ως ήταν και η περίπτωση που εξέτασε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ζολώτα. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω στην υπό εξέταση υπόθεση το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 11.11.2020 και η επίδοση ημερομηνίας 13.11.2020 προς τον Κατηγορούμενο 1 στηριζόταν αποκλειστικά και μόνο στις πρόνοιες του Άρθρου 46(1Α) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  1. Το διάταγμα αυτό μέχρι και σήμερα δεν έχει αμφισβητηθεί με certiorari στο Ανώτατο Δικαστήριο και το παρόν Δικαστήριο έκρινε για τους λόγους που με λεπτομέρεια εξηγούνται στην απόφαση του ότι στερείται εξουσίας και δικαιοδοσίας να το αναθεωρήσει. Η δε επίδοση της υπόθεσης προς τον Κατηγορούμενο 1 έλαβε χώρα από τις 13.11.2020 ως διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο σύμφωνα με τον τρόπο που το διάταγμα ημερομηνίας 11.11.2020 καθόριζε. Συνεπώς θα ήταν άτοπο και ανεπίτρεπτο από πλευράς Δικαστηρίου για σκοπούς εξέτασης και μόνο του ζητήματος έκδοσης η μη εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 να εντάξει την υπό εξέταση υπόθεση στις πρόνοιες οποιασδήποτε διμερής ή πολυμερής διεθνής σύμβασης ή στις πρόνοιες του Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμος του 2001 (23(I)/2001) έτσι ώστε να εφαρμόσει τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Ζολώτα και να μην προχωρήσει στην έκδοση εντάλματος σύλληψης. Ενδεχομένως τα πράγματα σήμερα να ήταν πολύ διαφορετικά αν ο Κατηγορούμενος 1 προχωρούσε έγκαιρα στην αμφισβήτηση με certiorari του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 11.11.2020 πράγμα όμως που δεν έχει πράξει για λόγους που δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν πάση όμως περιπτώσει τα πράγματα είναι αυτά που έχουν ως έχουν σήμερα γεγονός που αναγνωρίζει και η πλευρά του Κατηγορούμενου 1 εξού και εγκατέλειψε την προώθηση του αιτήματος της για τον παραμερισμό του διατάγματος και της επίδοσης που αφορούσαν το πρόσωπο του. Ακόμα και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενο 1 ανέφερε κατά λέξη στο Δικαστήριο στα πλαίσια των διευκρινήσεων που ζητήθηκαν στις 23.09.2021 ότι στην υπό εξέταση υπόθεση ΄΄..το πρόβλημα είναι ότι οι ράγες που έχουν τεθεί οδηγούν σε μονόδρομο για την έκδοση εντάλματος σύλληψης.'' αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι καλώς η κακώς έχει εκδοθεί ένα διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 11.11.2020 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της κλήσης προς τον κατηγορούμενο 1 με συγκεκριμένο τρόπο όπως και έγινε και το διάταγμα αυτό εκδόθηκε καθαρά και μόνο στις πρόνοιες του Άρθρου 46(1Α) του Κεφ.
  2. Περαιτέρω η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνήγορου του Κατηγορούμενου 1 ότι ένταλμα σύλληψης εναντίον του πελάτη του δεν θα έπρεπε να εκδοθεί γιατί (α) δεν είναι ένθετο να εκδοθεί σε αυτό το πρώιμο στάδιο και (β) πρακτικά θα υπάρχουν προβλήματα εφαρμογής του και πιθανόν να είναι άνευ αντικειμένου δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους μη έκδοσης εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και εξηγώ τους λόγους: (α) Το αν θα μπορέσει να εκτελεστεί το εκδοθεισομένο εναντίον του Κατηγορούμενου 1 ένταλμα σύλληψης είναι κάτι που αφορά καθαρά και μόνο την πλευρά των Παραπονουμένων οι οποίοι είναι αυτοί που προσάπτουν τις κατηγορίες και προωθούν την ποινική δίωξη. Προφανώς και το Δικαστήριο δεν θα αναβάλει την υπόθεση εσαεί μέχρι ωσότου το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 εκτελεστεί. Τυχόν αδυναμία εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης τότε ενδεχόμενα να αναγκάσει τους Παραπονούμενους να αποσύρουν ή διακόψουν ή αναστείλουν την ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορούμενου
  3. Εν πάση όμως περιπτώσει το ζήτημα αυτό είναι υποθετικό και θα διαφανεί στην πορεία της υπόθεσης. (β) Το αν οι Παραπονούμενοι προσπαθήσουν να επιδιώξουν την εξασφάλιση μέσω της Αρμόδιας Αρχής ή Οργάνου της Κυπριακής Δημοκρατίας Ευρωπαϊκού ή Διεθνούς Εντάλματος Σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 σε συνέχεια έκδοσης του εναντίον του εντάλματος σύλληψης αυτό το ζήτημα δεν αφορά ούτε και μπορεί να απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο ούτε βεβαίως μπορεί να κρίνει τέτοια ενέργεια καταπιεστική προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου αφού αφορά το Αρμόδιο Όργανο και/ή Αρχή που θα εξετάσει τυχόν τέτοιο αίτημα. Η διασύνδεση του εντάλματος σύλληψης με την ύπαρξη της πολιτικής αγωγής που εκκρεμεί μεταξύ των μερών στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ως μέτρο πίεσης για να εξαναγκαστεί ή υποχρεωθεί να προσέλθει στην Κύπρο ο Κατηγορούμενος 1 για να επιτευχθεί η επίδοση των εγγράφων της αγωγής δεν είναι κάτι το οποίο το παρόν Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί η υιοθετήσει. Ο σκοπός ενός εντάλματος σύλληψης στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης δεν είναι ούτε θα μπορούσε να είναι άλλος από το να εξασφαλιστεί η παρουσία του Κατηγορούμενου στη δικαστική διαδικασία. (γ) Ούτε βεβαίως το Δικαστήριο συμφωνεί με την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1 ότι δηλαδή το ζήτημα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 θα πρέπει να ειδωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και αφού πρώτα εξεταστεί το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας το οποίο και επιθυμεί να εγείρει μαζί με τους υπόλοιπους Κατηγορούμενους. Ο κατηγορούμενος δεν έχει μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να παρευρίσκεται στην δικαστική διαδικασία. Η εμφάνιση ενός κατηγορούμενου σε ποινική διαδικασία (εκτός και αν αυτός απαλλαγεί της υποχρέωσης αυτής) δεν γίνεται μόνο για σκοπούς απάντησης (plea) αλλά αφορά το σύνολο της διαδικασίας είτε σε σχέση με προδικαστικά θέματα είτε θέματα ουσίας. Φυσικά διευκρινίζεται για αποφυγή παρερμηνειών ότι το δικαίωμα του Κατηγορούμενου 1 σε νομική εκπροσώπηση κατοχυρώνεται ανεξαρτήτως της φυσικής του παρουσίας στην διαδικασία ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ LIAO , Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D499, Αίτηση Αρ. 132/2019, 29/11/
  4. Ακόμα και το ΕΔΑΔ στην Αίτηση αρ. 14032/1988, Poitrimol ν. Γαλλίας, ημερ. 23 Νοεμβρίου 1993, αποφάσισε ότι ο Κατηγορούμενος δεν απώλεσε το δικαίωμα του σε νομική εκπροσώπηση λόγω της μη παρουσίας του στο Δικαστήριο. Συνεπώς αναπόφευκτα και με τα δεδομένα ως έχουν διαμορφωθεί μέχρι σήμερα το Δικαστήριο προχωρεί στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 στη βάση του Άρθρου 44
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155.[14] (Υπ.) .......................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 46.-
(1)Κάθε κλήση δύναται να επιδοθεί οπουδήποτε στη Δημοκρατία από αστυνομικό ή λειτουργό του Δικαστηρίου από το οποίο αυτή εκδίδεται ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο όπως το Δικαστήριο δύναται να διατάξει και- (α) αν ο κατηγορούμενος είναι άτομο, η κλήση επιδίδεται είτε με παράδοση στον ίδιο προσωπικά ή αφήνεται σε κάποιο ενήλικο πρόσωπο που ζει με αυτό ή σε υπεύθυνο του τόπου όπου αυτό διαμένει ή του τόπου εργασίας ή ασχολίας αυτού (β) αν το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η επίδοση είναι συνεταιρισμός ή οργανισμός, η κλήση επιδίδεται στον κεντρικό τόπο των εργασιών του συνεταιρισμού ή του οργανισμού στη Δημοκρατία ή με την παράδοση της- (ι) σε ένα από τους συνεταίρους (ιι) στο διευθυντή (ιιι) στο γραμματέα (ιν) στον κύριο αντιπρόσωπο στην κατά τόπο δικαιοδοσία ή (ν) σε οποιοδήποτε που έχει τον έλεγχο των εργασιών του συνεταιρισμού ή του οργανισμού κατά το χρόνο της επίδοσης. (1Α) Αν ήθελε να φανεί στο Δικαστήριο ότι για οποιοδήποτε λόγο είναι αδύνατο να γίνει επίδοση σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο δύναται κατόπιν προφορικού αιτήματος της κατηγορούσας αρχής να διατάξει επίδοση με άλλο τρόπο που θα θεωρήσει δίκαιο.
(2)Η επίδοση κάθε κλήσης αποδεικνύεται είτε προφορικά από το πρόσωπο που επέδωσε αυτή είτε με ένορκη δήλωση αυτού. [2] APΘPON 155 ...
  1. Tο Aνωτάτον Δικαστήριον έχει αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να εκδίδη εντάλματα της φύσεως του habeas corpus, mandamus, prohibition, quo warranto και certiorari. [3] Σχετική η παράγραφος 5(στ) της ένορκης δήλωσης του κ. Νίκου Σταύρου ημερομηνίας 02.06.
  2. [4] Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμο του 2001 (Ν.23(Ι)/2001) [5] Ευρωπαϊκή Σύμβαση για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα, Πράξη του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Μαΐου 2000, για την κατάρτιση, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2000/C 197/01) [6] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ CARHERINE LOUISE BARZYK κ.α., ECLI:CY:AD:2016:D205, Αίτηση Αρ. 44/2016, 15/4/2016 [7] ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ ΤΩΝ: EASYGROUP HOLDINGS LIMITED, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 40/15, 16/3/2015 [8] ERISKHAN KURAZOV κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D183, Αίτηση Αρ. 39/2015, 17/3/2015 [9] ERISKHAN KURAZOV κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 38/2015, 17/3/2015 [10] APΘPON 155 ...
  3. Tο Aνωτάτον Δικαστήριον έχει αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να εκδίδη εντάλματα της φύσεως του habeas corpus, mandamus, prohibition, quo warranto και certiorari. [11] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤOY DMITRI CHICHIKASHVILI, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 6/2015, 29/1/2015, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤOY DMITRI CHICHIKASHVILI, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 7/2015, 29/1/2015, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ANJELICA ANSHAKOVA, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 8/2015, 29/1/2015, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ANJELICA ANSHAKOVA, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 9/2015, 29/1/2015 [12] Η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε σε αυτήν την 27η Μαρτίου 1996 και, με τον κυρωτικό ομώνυμο Νόμο 2(ΙΙΙ)/2000, την κατέστησε Μέρος του Δικαίου της χώρας, έχουσα, δυνάμει των προνοιών του ΄Αρθρου 169.3 του Συντάγματος, «ηυξημένην ισχύν έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου». Επιπρόσθετα, αυτή έχει υιοθετηθεί από την Πράξη του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης της 29ης Μαΐου 2000, για την κατάρτιση, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, (2000/C 197/01). [13] Η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε σε αυτήν την 27η Μαρτίου 1996 και, με τον κυρωτικό ομώνυμο Νόμο 2(ΙΙΙ)/2000, την κατέστησε Μέρος του Δικαίου της χώρας, έχουσα, δυνάμει των προνοιών του ΄Αρθρου 169.3 του Συντάγματος, «ηυξημένην ισχύν έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου». Επιπρόσθετα, αυτή έχει υιοθετηθεί από την Πράξη του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης της 29ης Μαΐου 2000, για την κατάρτιση, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, (2000/C 197/01). Μέρος της Σύμβασης ήταν, κατά τον ως άνω ουσιώδη χρόνο, και, προφανώς, εξακολουθεί να είναι, και η Ελληνική Δημοκρατία. [14] Κλήση ή ένταλμα για εξαναγκασμό παράστασης 44.-
(1)Κατά οποιοδήποτε χρόνο μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, Δικαστής δύναται να εκδώσει είτε κλήση είτε ένταλμα που να εξαναγκάζει την παράσταση του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου είτε για συνοπτική δίκη είτε για παραπομπή του στο Κακουργιοδικείο, ανάλογα με την περίπτωση: Νοείται ότι δεν εκδίδεται ένταλμα εκτός για κάποιο ειδικό λόγο ο οποίος καταχωρείται από το Δικαστή και υποστηρίζεται με όρκο ή εκτός αν ο κατηγορούμενος παράλειψε να εμφανιστεί σε ανταπόκριση κλήσης που έχει ήδη εκδοθεί και της οποίας έχει αποδειχτεί η επίδοση.
(2)Οι διατάξεις των άρθρων 18, 19, 20, 21 και 22 εφαρμόζονται, επιφέροντας τις αναγκαίες προσαρμογές σε κάθε ένταλμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.