Έφορο Φορολογίας ν. STEEL WAY CONTRACTORS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17607/18, 30/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17607/18 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας -v-
- STEEL WAY CONTRACTORS LIMITED
- ΧΧΧ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ------------- Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2021 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Λοΐζου Για Κατηγορούμενους 1, 2: Νικόλας Θρασυβούλου Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος 2: παρών ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ιδιωτική εταιρεία και ο διευθυντής της κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κοινές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ήτοι τις κατηγορίες 1 μέχρι και 3 του κατηγορητηρίου. Η 1η κατηγορία αφορά την παράλειψη από μέρους των Κατηγορουμένων να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 19/12/2017 ποσό Φ.Π.Α. ύψους €27.438,77 που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των προνοιών του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου. Η 2η κατηγορία αφορά την παράλειψη από μέρους των Κατηγορουμένων να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας ποσό συνολικού ύψους €7.571,09 ήτοι πρόσθετο φόρο €2.393,22 και τόκο €5.177,87 που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. ύψους €27.438,77 που βεβαιώθηκε με αντίστοιχη ειδοποίηση ημερομηνίας 19/12/
- Τέλος με την 3η κατηγορία οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για την παράλειψη τους να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας ποσό ύψους €51,00 που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης για τη φορολογική περίοδο 01/02/2018 - 30/04/
- Το δε κατηγορητήριο με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι οι κατηγορούμενοι καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 18.10.2018 με τους κατηγορούμενους να εμφανίζονται στην διαδικασία από τις 13.02.
- Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων και προνοιών του Νόμου Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 49 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους
(1),
(2),
(8): 49.—
(1)Όταν οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείψει να υποβάλει οποιεσδήποτε φορολογικές δηλώσεις που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος Νόμου (ή δυνάμει οποιασδήποτε διάταξης που καταργήθηκε με τον παρόντα Νόμο) ή να τηρήσει οποιαδήποτε έγγραφα και να παράσχει τις διευκολύνσεις τις απαραίτητες για να επαληθευτούν τέτοιες δηλώσεις ή όταν ο Έφορος κρίνει ότι τέτοιες δηλώσεις είναι ελλιπείς ή ανακριβείς, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει κατά την καλύτερη κρίση του το ποσό του Φ.Π.Α. που είναι οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και να γνωστοποιήσει το ποσό στο πρόσωπο αυτό.
(2)Σε οποιαδήποτε περίπτωση που, για οποιαδήποτε καθορισμένη φορολογική περίοδο, έχει καταβληθεί ή πιστωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο— (α) Ως επιστροφή Φ.Π.Α., ή (β) ως πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α., οφειλόμενο προς αυτό, οποιοδήποτε ποσό που δεν έπρεπε να καταβληθεί ή πιστωθεί, ή που δε θα έπρεπε να καταβληθεί ή πιστωθεί αν τα γεγονότα ήταν γνωστά ή αν ήταν όπως παρουσιάζονται εκ των υστέρων να είναι, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει το ποσό αυτό ως Φ.Π.Α. οφειλόμενο από το πρόσωπο για εκείνη την περίοδο και να γνωστοποιήσει το ποσό σε αυτό το πρόσωπο. ........
(8)Όταν οποιοδήποτε ποσό έχει βεβαιωθεί και γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει των εδαφίων
(1),
(2),
(3),
(6), (6Α), (6Β), (7Α), (7Β) ή (7Γ) πιο πάνω, τότε αυτό θεωρείται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου για ενστάσεις, ως ποσό Φ.Π.Α. οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και μπορεί να ανακτηθεί ανάλογα, εκτός αν, και κατά την έκταση που, η βεβαίωση έχει εκ των υστέρων ανακληθεί ή τροποποιηθεί με μείωση του ποσού. Eπιπρόσθετα το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 διαλαμβάνει τα εξής σχετικά: 48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος. Τέλος όσον αφορά την διάπραξη ποινικού αδικήματος το άρθρο 46
(11)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 είναι σχετικό: 46
(11)Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το οφειλόμενο ποσό του κατηγορητηρίου αφορούσε αρχικά το ποσό των €35.060,60 ενώ κατά την πρώτη εμφάνιση της υπόθεσης στο Δικαστήριο το ποσό μειώθηκε στις €32.663,
- Το σημερινό δε υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €19.648,01 εκ του οποίου ποσό ύψους €4.953 αφορά τόκους και επιβαρύνσεις για το οποίο ζήτησε την έκδοση σχετικού διατάγματος για την καταβολή του εναντίον της Κατηγορούμενης 1 σύμφωνα με το περιεχόμενο του Εγγράφου Α το οποίο κατατέθηκε στον φάκελο της υπόθεσης. Τέλος ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορουμένων δεν αμφισβήτησε επί τους ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθησαν από την κατηγορούσα αρχή και δήλωσε ότι δεν έφερε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εναντίον της κατηγορούμενης
- Μέσω της γραπτής της αγόρευσης εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια των πελατών της για τις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν τονίζοντας πως η σοβαρότητα αυτών είναι δεδομένη. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 ανέφερε ότι πρόκειτο για ιδιωτική εταιρεία η οποία συστάθηκε το 2009 και το 2013 δραστηριοποιήθηκε στον κατασκευαστικό τομέα οι εργασίες της οποίας επηρεάστηκαν από την οικονομική κρίση των ετών 2010 - 2013 με αποτέλεσμα αρχικά να αναγκαστεί να περιορίσει τις εργασίες της και στην συνέχεια να τις τερματίσει. Ένεκα της οικονομικής στενότητας δεν υπήρχε ως ανέφερε δυνατότητα διορισμού λογιστών για να προχωρήσουν στην καταχώρηση των φορολογικών δηλώσεων των ετών που αφορούν το κατηγορητήριο με αποτέλεσμα η υπηρεσία ΦΠΑ να προχωρήσει με την έκδοση της επίδικης βεβαίωσης. Οικονομικά ως σημείωσε καταστράφηκε και ο Κατηγορούμενος 2 αφού μάλιστα το 2014 αυτός κηρύχθηκε σε πτώχευση και μέχρι και σήμερα αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα παρά το γεγονός αυτό κατέβαλε μέχρι σήμερα το συνολικό ποσό των €14.200 έναντι της οφειλής του προς το ΦΠΑ. Η συνήγορος των Κατηγορουμένων τόνισε το λευκό τους ποινικό μητρώο και στρεφόμενη προς τον Κατηγορούμενο 2 ανέφερε ότι πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 61 ετών πατέρα δύο θυγατέρων ηλικίας 25 και 22 ετών οι οποίες εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να είναι εξαρτώμενες του αφού η μία φοιτά σε Πανεπιστήμιο του εξωτερικού ενώ η άλλη είναι άνεργη. Τέλος επικαλέστηκε και ως μετριαστικό παράγοντα ότι ένα σημαντικό μέρος του οφειλόμενου σήμερα ποσού αφορά τόκους και επιβαρύνσεις ενώ τα αδικήματα αφορούν τις φορολογικές περιόδους 2012-2015 και εισηγήθηκε όπως στην υπό εξέταση περίπτωση σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο 2 ότι αυτή θα πρέπει να ανασταλεί. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς κατηγορουμένων μέσω της ευπαίδευτης δικηγόρου τους. Πιο κάτω θα αναφερθώ εις τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για ένα έκαστο των κατηγορουμένων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής ΦΠΑ. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα τα οποία περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και οι δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: ″......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας″. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135) Σύμφωνα με τη νομολογία, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση την σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το ύψος του συνολικά προαναφερόμενου οφειλόμενου ποσού αφού παρά το γεγονός ότι έγιναν κάποιες πληρωμές εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο ένα σημαντικό ποσό. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς εξατομίκευσης και μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή τους, σύμφωνα με τη νομολογία, η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 καθώς επίσης και το λευκό τους ποινικό μητρώο. Προς όφελος του κατηγορούμενου 2 λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης. Από πλευράς υπεράσπισης προβλήθηκε και τονίστηκε ιδιαίτερα ως μετριαστικός παράγοντας το γεγονός της παρέλευσης του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την ημέρα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Η παρέλευση του χρόνου βέβαια δεν εξετάζεται σε απομόνωση από τα υπόλοιπα περιστατικά μιας υπόθεσης, είναι όμως παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή της ποινής. Σημειώνεται όμως πως η υπό εξέταση υπόθεση αφορά παράλειψης καταβολής οφειλόμενου φόρου, πρόσθετου φόρου και τόκου από την βεβαίωση που εκδόθηκε και την σχετική ειδοποίηση ημερομηνίας 19/12/2017 με το κατηγορητήριο της υπόθεσης να καταχωρείται στο Δικαστήριο στις 18.10.
- Συνεπώς δεν διαπιστώνω να υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση της ποινικής δίωξης των Κατηγορουμένων. Οι προαναφερθέντες μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τους ίδιους όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Όλοι φυσικά οι μετριαστικοί παράγοντες θα ληφθούν υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου 2 και θα συνδράμουν καθοριστικό ρόλο στην λήψη απόφασης για το εύρος τέτοιας ποινής. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενη 1: Στην κατηγορούμενη 1 στην 1η Κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €3.000 και στην 2η Κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €1.
- Στην 3η Κατηγορία δεν θα επιβληθεί ποινή λαμβάνοντας υπόψη ότι επιβλήθηκε ποινή στις βασικές κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορουμένης 1 όπως αυτή καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο ως αυτός καθορίζεται και αναλύεται με λεπτομέρεια στο συνημμένο Έγγραφο Α το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. Κατηγορούμενο 2: Στον κατηγορούμενο 2 επιβάλλω στην 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης ενός μηνός και στην 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Καμιά ποινή δεν θα επιβάλω στην 3η Κατηγορία ενόψει των ποινών που επιβλήθηκαν στις υπόλοιπες κατηγορίες. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 2 να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στον κατηγορούμενο 2 θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω πως συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να διατάξω την αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο 2. Αυτοί είναι κατά κύριο το λευκό του ποινικό μητρώο σε συνδυασμό πάντοτε με την ηλικία του και το γεγονός ότι σε περίπτωση έκτισης της ποινής του στις Κεντρικές Φυλακές θα επηρεαστούν σε μεγάλο βαθμό οι θυγατέρες του οι οποίες εξαρτούνται οικονομικά από τον ίδιο. Επιπρόσθετα στην απόφαση μου αυτή έλαβα υπόψη μου και το γεγονός ότι παρά τις οικονομικές δυσκολίες καταβλήθηκε ένα ποσό της τάξης των €14.000 περίπου έναντι της οφειλής προς το ΦΠΑ. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στον Κατηγορούμενο 2 πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσει ξανά. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο 2 αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο 2 οι συνέπειες της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε ως επιτάσσει το άρθρο 3 υποπαράγραφος
(4)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72ως έχει τροποποιηθεί. (Υπ.). .................................. N. Φακοντή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο