← Κύπρος

Έφορο Φορολογίας ν. ELEPLAN HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6681/19, 7/10/2021

Έφορο Φορολογίας ν. ELEPLAN HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6681/19, 7/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6681/19 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας -v-

  1. ELEPLAN HOLDINGS LTD
  2. XXX ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ ------------- Ημερομηνία: 07 Οκτωβρίου 2021 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Λοΐζου Για Κατηγορούμενους 1, 2: κ. Α. Λεωνίδου Κατηγορούμενος 2: παρών ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ιδιωτική εταιρεία και ο διευθυντής της κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κοινές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ήτοι τις κατηγορίες 1 μέχρι και 43 του κατηγορητηρίου. Η 1η κατηγορία αφορά την παράλειψη από μέρους των Κατηγορουμένων να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 18.12.2014 ποσό Φ.Π.Α. ύψους €42.179,71 που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των προνοιών του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου και αφορά την περίοδο από 01.12.2010 μέχρι και 01.08.
  3. Οι Κατηγορίες 2 μέχρι και 20 αφορούν την παράλειψη από μέρους των Κατηγορουμένων να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας ποσό ΦΠΑ ως φαίνεται στις φορολογικές δηλώσεις για την περίοδο από 01.05.2011 μέχρι και 31.07.
  4. Τέλος με τις Κατηγορίες 21 μέχρι και 43 οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται για την παράλειψη τους να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας ποσά που αφορούν πρόσθετο φόρο, τόκο και χρηματική επιβάρυνση ως η σχετική ειδοποίηση ημερομηνίας 18.12.2014 (αναφορικά με την 21η Κατηγορία) και για την περίοδο από 01.05.2011 μέχρι και την 31.07.2018 (αναφορικά με τις κατηγορίες 22 έως και 43). Το δε κατηγορητήριο με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι οι κατηγορούμενοι καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 24.04.2019 με τους κατηγορούμενους να εμφανίζονται στην διαδικασία από τις 06.06.
  5. Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων και προνοιών του Νόμου Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους

(9),
(10),(10Α)
(12)
(13):
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.
(11)Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο
(12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Eπιπρόσθετα το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 διαλαμβάνει τα εξής σχετικά: 48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το οφειλόμενο ποσό του κατηγορητηρίου αφορούσε αρχικά το ποσό των €168.058,67 ενώ κατά την πρώτη εμφάνιση της υπόθεσης στο Δικαστήριο το ποσό ανήλθε στις €151.558,
  1. Το σημερινό δε υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €151.558,73 για το οποίο ζήτησε την έκδοση σχετικού διατάγματος για την καταβολή του εναντίον της Κατηγορούμενης 1 σύμφωνα με το περιεχόμενο του Εγγράφου Α το οποίο κατατέθηκε στον φάκελο της υπόθεσης. Τέλος ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων δεν αμφισβήτησε επί τους ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθησαν από την κατηγορούσα αρχή και δήλωσε ότι δεν έφερε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εναντίον της Κατηγορούμενης
  2. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής των πελατών του επανέλαβε την παραδοχή και απολογία τους επισύροντας μάλιστα την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι βρίσκονται σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου με πλήρη αντίληψη της σοβαρότητας των αδικημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν. Στρεφόμενος προς τα γεγονότα της υπόθεσης σημείωσε πως ιδιοκτήτης της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας ήταν ο πρώην γαμπρός του Κατηγορούμενου 2 ο οποίος και διόρισε τον Κατηγορούμενο 2 ως Διευθυντή αυτής κάτω από πίεση χωρίς όμως ο τελευταίος να ασκεί παρά τις όποιες νομικές υποχρεώσεις δημιουργούνται προς το πρόσωπο του ένεκα της θέσης αυτής την διεύθυνση και λειτουργία της Κατηγορούμενης
  3. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν σήμερα ο Κατηγορούμενος 2 να βρίσκεται αντιμέτωπος με σωρεία φορολογικών και άλλων αδικημάτων που αφορούν την λειτουργία της Κατηγορούμενης 1 και παρά τις συνεχείς πιέσεις προς τον πρώην γαμπρό του για σκοπούς διευθέτησης δεν το έχει πράξει μέχρι και σήμερα. Στρεφόμενος ειδικά προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου 2 ο συνήγορος του υιοθέτησε το σύνολο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου και βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης. Σε αυτήν αναφέρεται σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 66 ετών συνταξιούχο με μηνιαία σύνταξη ύψους €1.150,00 από την οποία στηρίζει την σύζυγο του ηλικίας 64 ετών. Περαιτέρω σε αυτήν αναφέρεται ότι είναι πατέρας 3 ενήλικων θυγατέρων 45, 43 και 36 ετών οι οποίες εργάζονται και εκκρεμούν χρέη σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα ύψους περί τις €75.
  4. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει ως ανέφερε προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα πρόβλημα με τον προστάτη και κοίλη και προς το σκοπό αυτό παρακολουθείτε από γιατρούς και εντός Οκτωβρίου 2021 ενδεχόμενα να υποβληθεί και σε χειρουργικές επεμβάσεις. Επιπρόσθετα αντιμετωπίζει προβλήματα με χοληστερίνη και τριγλυκερίδια. Τέλος τόνισε προς το Δικαστήριο ότι προς όφελος του, πέραν των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου 2 θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, ο πρότερος έντιμος βίος του σε συνδυασμό με την ηλικία του, η άμεση παραδοχή του καθώς και ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων αλλά και την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης στο Δικαστήριο μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει την ποινή με εισήγηση πως το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 αυτή θα πρέπει να ανασταλεί. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς κατηγορουμένων μέσω του ευπαίδευτου δικηγόρου τους. Πιο κάτω θα αναφερθώ εις τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για ένα έκαστο των κατηγορουμένων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής ΦΠΑ. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα τα οποία περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και οι δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: ″......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας″. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135) Σύμφωνα με τη νομολογία, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση την σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το ύψος του συνολικά προαναφερόμενου οφειλόμενου ποσού το οποίο ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €151.558,73. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς εξατομίκευσης και μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή τους, σύμφωνα με τη νομολογία, η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 καθώς επίσης και το λευκό τους ποινικό μητρώο. Προς όφελος του κατηγορούμενου 2 λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του. Από πλευράς υπεράσπισης προβλήθηκε και τονίστηκε ιδιαίτερα ως μετριαστικός παράγοντας το γεγονός της παρέλευσης του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την ημέρα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Η παρέλευση του χρόνου βέβαια δεν εξετάζεται σε απομόνωση από τα υπόλοιπα περιστατικά μιας υπόθεσης, είναι όμως παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή της ποινής. Σημειώνεται όμως πως η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αδικήματα τα οποία χρονικά τοποθετούνται για τις φορολογικές περιόδους από τον Δεκέμβριο του 2010 μέχρι και τον Ιούλιο 2018 και μάλιστα ως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο για ένα μεγάλο μέρος του Κατηγορητηρίου είχε καταχωρηθεί προηγουμένως εναντίον των Κατηγορουμένων και η Ποινική Υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού 24579/15 η οποία αναστάληκε στις 03/12/2015 λόγω της συμπερίληψης της Κατηγορούμενης 1 σε σχέδιο αποπληρωμής της οφειλής προς το ΦΠΑ με χρονοδιάγραμμα το οποίο δεν τηρήθηκε με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η υπό εξέταση υπόθεση εναντίον τους. Οι προαναφερθέντες μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τους ίδιους όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Όλοι φυσικά οι μετριαστικοί παράγοντες θα ληφθούν υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου 2 και θα συνδράμουν καθοριστικό ρόλο στην λήψη απόφασης για το εύρος τέτοιας ποινής. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενη 1: Στην κατηγορούμενη 1 σε κάθε μία από τις Κατηγορίες 1 μέχρι και 20 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €500,00. Στις Κατηγορίες 21 μέχρι και 43 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων δεν επιβάλλεται καμιά ποινή λαμβάνοντας υπόψη ότι επιβλήθηκε ποινή στις βασικές κατηγορίες του κατηγορητηρίου ήτοι τις Κατηγορίες 1 μέχρι και 20. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορουμένης 1 όπως αυτή καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο ως αυτός καθορίζεται και αναλύεται με λεπτομέρεια στο συνημμένο Έγγραφο Α το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. Κατηγορούμενο 2: Στον κατηγορούμενο 2 επιβάλλω σε κάθε μία από τις Κατηγορίες 1 μέχρι και 20 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Καμιά ποινή δεν επιβάλλω στις κατηγορίες 21 μέχρι και 43 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων λαμβάνοντας υπόψη ότι επιβλήθηκε ποινή στις βασικές κατηγορίες του κατηγορητηρίου ήτοι τις Κατηγορίες 1 μέχρι και
  1. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 2 να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στον κατηγορούμενο 2 θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  2. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Κατόπιν προσεκτικής μελέτης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών του κατηγορούμενου 2, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Ακόμα και τα προβλήματα υγείας που αναφέρθηκαν και οι κατ ισχυρισμό προγραμματισμένος χειρουργικές επεμβάσεις δεν επιβεβαιώθηκαν με οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό. Εν πάση όμως περιπτώσει η περίοδος της φυλάκισης που επιβλήθηκε δεν είναι μεγάλης έκτασης έτσι ώστε να δημιουργήσει προβλήματα στον προγραμματισμό αυτών. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες όπως το λευκό του ποινικό μητρώο, η παραδοχή του αλλά και ο χρόνος που παρήλθε λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που της επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Πολύ σχετική με το ζήτημα της αναστολής ποινής φυλάκισης είναι και η Ποινική Έφεση αρ. 28/2018 ημερομηνίας 24/02/2014 μεταξύ Κύπρος Κυπριανού v Δημοκρατίας στα πλαίσια της οποίας ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παμπαλλής ανέφερε τα εξής απορρίπτοντας το λόγο έφεσης ότι λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ανέστειλε την ποινή φυλάκισης στον εφεσείοντα για αδικήματα παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής οφειλόμενου ΦΠΑ: Στο σημείο αυτό, θεωρούμε σημαντικό να αναφέρουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Ιωσήφ (ανωτέρω): «Είναι γεγονός ότι οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, όπως εξετέθησαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου, είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Από το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης φαίνεται ότι την κρίση του Δικαστηρίου επηρέασαν οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, που αφορούν στην κατακράτηση εσόδων, που ανήκουν στο κράτος, και δεν αποδίδονται παρόλη την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος και στις αλλεπάλληλες αναβολές που δόθηκαν για συμμόρφωση, χωρίς αποτέλεσμα. Τούτο καταδεικνύει ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιες που επέφερε η τροποποίηση του 2003. Μνεία και στις προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα έγινε, χωρίς να κριθούν ικανές να διαφοροποιήσουν την κατάσταση πραγμάτων. Θεωρούμε ότι δεν υπάρχει πεδίο επέμβασης. Ταυτοχρόνως, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αδικήματα αυτής της μορφής είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αφορούν στη μη εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων του πολίτη προς το κράτος. Η σημασία τους αντικατοπτρίζεται από το γεγονός ότι η επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινή, δεν είναι ασύνηθης επιλογή, ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις μη καταβολής Φ.Π.Α., το οποίο εισπράττεται αλλά δεν καταβάλλεται στο κράτος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Καλατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, στην οποία έκαμε αναφορά και ο πρωτόδικος Δικαστής. Πέραν των πιο πάνω και εξετάζοντας όλους τους παράγοντες οι οποίοι τέθηκαν ενώπιον μου για σκοπούς αναστολής της ποινής φυλάκισης δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι παρ' όλη την παραδοχή του κατηγορούμενου 2 ο ίδιος δεν έχει καταδείξει στο Δικαστήριο την έμπρακτη μεταμέλεια του εφόσον δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι του οφειλόμενου φόρου παρά και το χρονικό διάστημα που είχε στην διάθεση του να πράξει τούτο τόσο πριν την καταχώρηση της εναντίον του υπόθεσης όσο και μετά την καταχώρηση αυτής αλλά πριν την επιβολή της ποινής γεγονός το οποίο και λαμβάνεται υπόψη επιβαρυντικά για αυτόν. Μάλιστα ο Δικαστής Κωνσταντινίδης στην υπόθεση Κωνσταντίνου Κώστας ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 403 σε σχέση με τον παράγοντα χρόνου ανέφερε τα εξής: ''Συνυπολογίσαμε και το χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ της επιβολής της βεβαίωσης του φόρου το 2002 και της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης στις 6.12.07. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε πως τον έλαβε υπόψη αλλά μας φαίνεται πως εδώ δεν έχουμε περίπτωση τέλεσης ορισμένου αδικήματος κατά ορισμένη ημερομηνία και ποινική δίωξη πέντε χρόνια μετά χωρίς οτιδήποτε άλλο. Κατ' αρχάς είναι προφανές ότι η καθυστέρηση στην ποινική δίωξη στην πραγματικότητα του άφηνε χρονικά περιθώρια συμμόρφωσης ώστε αυτή, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί.'' Συνεπώς στην υπό εξέταση υπόθεση, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας για αναστολή της επιβληθείσας ποινής Επομένως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 είναι άμεση. (Υπ.). .................................. N. Φακοντή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.