← Κύπρος

TEMPO BEVERAGES CYPRUS LIMITED ν. Χ. & Χ.Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5709/19, 12/10/2021

TEMPO BEVERAGES CYPRUS LIMITED ν. Χ. & Χ.Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5709/19, 12/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5709/19 TEMPO BEVERAGES CYPRUS LIMITED v.

  1. Χ. & Χ.Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΧΧΧ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Παραπονούμενους: Η κα. Κ. Ζαντίρα για Michael Kyprianou & Co LLC Για την Κατηγορούμενη 1: Η κα. E. Ιωάννου A Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Η υπό εξέταση ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 05.04.2019 από ιδιώτη κατήγορο με την οποία καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 η διάπραξη των αδικημάτων της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα (Κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11 και 13) κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)
(2)και
(3)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως αυτό έχει τροποποιηθεί και στον Κατηγορούμενο 2 η διάπραξη των αδικημάτων της παροχής συνδρομής και/ή συμβουλής και/ή παρακίνησης προς την Κατηγορούμενη 1 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή αντιπροσώπου αυτής στην διάπραξη των αδικημάτων της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα (Κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12 και 14) στη βάση τόσο του άρθρου 305Α
(1)
(2)και
(3)όσο και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των Κατηγοριών 1, 3, 5, 7, 9, 11 και 13 καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 ότι αυτή εξέδωσε και παρέδωσε στους Παραπονούμενους αριθμό επιταγών της Bank of Beirut and the Arab Countries S.A.L. οι οποίες εκδόθηκαν από τον τραπεζικό της λογαριασμό με αρ. ΧΧΧ και οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά την κατάθεση τους στην Τράπεζα λόγω ανεπαρκή υπολοίπων και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Οι επιταγές αυτές έχουν ως εξής: 1η Κατηγορία επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 28/10/2018 ποσού €944,10 3η Κατηγορία επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 14/11/2018 ποσού €2.000,00 5η Κατηγορία επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 27/11/2018 ποσού €764,45 7η Κατηγορία επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 30/11/2018 ποσού €750,00 9η Κατηγορία επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 23/11/2018 ποσού €2.000,00 11η Κατηγορία επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 20/11/2018 ποσού €2.000,00 13η Κατηγορία επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 28/11/2018 ποσού €754,75 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των Κατηγοριών 2, 4, 6, 8, 10, 12 και 14 καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο 2 ότι αυτός παρείχε συνδρομή, συμβούλευσε και παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1 στην διάπραξη των αδικημάτων της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα και συγκεκριμένα τις επιταγές που αναφέρονται ανωτέρω αφού του καταλογίζεται η ιδιότητα του διευθυντή και αντιπροσώπου αυτής. Ενόψει της απάντησης μη παραδοχής των Κατηγορουμένων η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι Παραπονούμενοι παρουσίασαν μαρτυρία μέσω του Οικονομικού Διευθυντή τους κ. Χ. Χριστοδούλου (ΜΚ1), της Τραπεζικού Υπαλλήλου της Bank of Beirut and the Arab Countries S.A.L. κας. Π. Σταύρου (ΜΚ2), του πωλητή των Παραπονουμένων κ. Γ. Νεοφύτου (ΜΚ3) και του Διευθυντή Πωλήσεων τους κ. Μ. Ορόντη (ΜΚ4). Στις 04/10/2021 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του κάλεσε την Κατηγορούμενη 1 σε απολογία και αυτή επέλεξε όπως ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση της. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση τον αθώωσε και απάλλαξε των κατηγοριών που αντιμετώπιζε (Κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12 και 14) αφού όπως προέκυψε από την τεθείσα μαρτυρία οι επίδικες επιταγές δεν είχαν υπογραφεί από τον ίδιο. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207 και Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Η μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε ο Οικονομικός Διευθυντής των Παραπονουμένων ο οποίος για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 Γραπτή Δήλωση. Σε αυτήν αναφέρεται στον δικό του ρόλο στην εταιρεία και ότι έχει προσωπική γνώση των θεμάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Αναφέρθηκε και κατέθεσε σχετικά έγγραφα που αφορούν τόσο την Παραπονούμενη Εταιρεία (Τεκμήριο 2) όσο και την Κατηγορούμενη 2 της οποίας μοναδικός διευθυντής είναι ο Κατηγορούμενος 2 (Τεκμήριο 3) καθώς και στο ιστορικό συνεργασίας της Κατηγορούμενης 1 ως αγοράστριας και των Παραπονουμένων ως Πωλητών για την πώληση από τους τελευταίους προς τους πρώτους οινοπνευματώδη και άλλων ποτών συνεργασία η οποία προκύπτει ως ανέφερε μέσω των Τεκμηρίων 4 &
  1. Στα πλαίσια της σχέσης και συνεργασίας αυτής οι Παραπονούμενοι τηρούσαν σχετική κατάσταση λογαριασμού κατάσταση η οποία ανοίχθηκε στο όνομα της Κατηγορούμενης 1 και στην οποία μέχρι και σήμερα προκύπτει υπόλοιπο οφειλόμενο προς τους Παραπονούμενους για τις συναλλαγές αυτές ποσό ύψους €21.435,88 ως με λεπτομέρεια προκύπτει μέσω της αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού την οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο
  2. Μάλιστα ως σημείωσε το σύνολο των τιμολογίων και των πιστωτικών σημειωμάτων που αναγράφονται στην αναλυτική αυτή κατάσταση προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 δηλαδή την δέσμη των τιμολογίων και πιστωτικών σημειώσεων που εκδίδονταν κατά καιρούς αντίγραφα των οποίων και κατάθεσε στην διαδικασία. Προς το σκοπό ως ανέφερε πληρωμής μέρους τους χρέους της Κατηγορούμενης 1 προς τους Παραπονούμενους αυτή προχώρησε στην έκδοση και παράδοση 7 συνολικά επιταγών της Bank of Beirut and the Arab Countries τις οποίες και κατάθεσε ως Τεκμήρια 8, 10, 12, 14, 16, 18 και 20 και οι οποίες όμως επιστράφηκαν απλήρωτες και δεν τιμήθηκαν παρά και την παρέλευση 15 ημερών από την παρουσία τους στην Τράπεζα μέχρι και σήμερα. Παρά την πιο πάνω εξέλιξη και παρά τις οχλήσεις που ισχυρίστηκε ότι έλαβαν χώρα προς τον Κατηγορούμενο 2 αλλά και την θυγατέρα αυτού ΧΧΧ η οποία εργαζόταν το λογιστήριο της Κατηγορούμενης 1 οι επίδικες επιταγές δεν έχουν τιμηθεί μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή σε σχέση με τις δοσοληψίες των Παραπονουμένων με την Κατηγορούμενη 1 αφού τα θέματα αυτά τύγχαναν χειρισμού από διάφορους υπαλλήλους των Παραπονουμένων που αφορούσαν κυρίως το Τμήμα Πωλήσεων. Δεν γνώριζε τον Κατηγορούμενο 2 αφού δεν τον είχε δει ούτε και μιλήσει ποτέ μαζί του. Ο ίδιος δεν ήταν το πρόσωπο που συμπλήρωσε το Τεκμήριο 4 ούτε και ήταν μπροστά όταν αυτό συμπληρώθηκε και δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την ορθότητα των αναγραφών του. Επιπρόσθετα ο μάρτυρας δεν γνώριζε ούτε ποιος είχε υπογράψει για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 το Τεκμήριο
  3. Σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 δηλαδή των τιμολογίων και των πιστωτικών σημειώσεων ανέφερε ότι οι υπογραφές που αυτά φέρουν δεν τέθηκαν στην παρουσία του ούτε και γνώριζε γιατί σε κάποια εξ αυτών δεν υπάρχουν υπογραφές. Ο ίδιος ανέφερε πως η Κατηγορούμενη 1 πλήρωνε τους παραπονούμενους με επιταγές αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν αυτές που κατά καιρούς δίνονταν συμπεριλαμβανομένου και των επίδικων ήταν μεταχρονολογημένες. Ερωτούμενος σε σχέση με τις επίδικες επιταγές ήτοι τα Τεκμήρια 8, 10, 12, 14, 16, 18 και 20 ο ίδιος αντεξεταζόμενος σημείωσε πως δεν ήταν παρόν ούτε όταν αυτές συμπληρώθηκαν και παραδόθηκαν στους Παραπονούμενους ούτε και γνώριζε ποιος τις είχε υπογράψει για λογαριασμό του εκδότη αφού ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε ιδίαν γνώση για τα θέματα με τον ίδιο να μην έχει επίσης εμπλοκή στην παρουσίαση αυτών στην Τράπεζα για πληρωμή. Μάλιστα συμφώνησε πως πράγματι η υπογραφή που φέρουν οι συγκεκριμένες επιταγές διαφέρει από την υπογραφή που φέρει πάνω του το Τεκμήριο
  4. Περαιτέρω ο ίδιος σε καμία επικοινωνία δεν ήρθε με τους Κατηγορούμενους η οποιονδήποτε από αυτούς μετά που οι επιταγές είχαν επιστραφεί απλήρωτες και ερωτούμενος αν γνώριζε κατά πόσον ήταν ο Κατηγορούμενος 2 που είχε γνώση για τα οικονομικά της Κατηγορούμενης 1 ανέφερε ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο. Τέλος ερωτούμενος για το ποια είναι η ΧΧΧ Χριστοδούλου ανέφερε ότι δεν γνωρίζει όμως το όνομα της ως σημείωσε φαίνεται να παρουσιάζετε σε κάποια εκ των τιμολογίων ως παραλήπτης των προϊόντων. Θέλοντας μάλιστα να δικαιολογήσει το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση σε πολλά από τα θέματα που ερωτήθηκε ανέφερε πως πολλές από τις ενέργειες και διαδικασίες που εκτελούνταν και εκτελούνται στην Παραπονούμενη εταιρεία γίνονται από διάφορα άτομα αφού είναι αδύνατο να γίνονται όλα από τον ίδιο συνεπώς είναι φυσιολογικό να μην γνωρίζει. Δεύτερη Μάρτυρα Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε η Τραπεζική Υπάλληλος της Bank of Beirut and the Arab Countries S.A.L. κα. Π. Σταύρου η οποία ανέφερε ότι είναι Credit Officer στην συγκεκριμένη τράπεζα και ότι προσήλθε να δώσει η ίδια μαρτυρία για την υπόθεση καθότι οι υπόλοιποι συνάδελφοι της δεν μιλούν την Ελληνική Γλώσσα. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 επιβεβαίωσε ότι τηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα τους αναλυτική κατάσταση του οποίου που αφορά την περίοδο από 15.10.2018 μέχρι και 15.01.2019 παρουσίασε και κατάθεσε ως Τεκμήριο
  5. Σε σχέση με την υπογραφή των επιταγών ανέφερε πως εξουσιοδοτημένα πρόσωπα ήταν τόσο ο Κατηγορούμενος 2 όσο και η θυγατέρα του XXXXX Χρυσοστόμου ενώ ερωτούμενη σε σχέση με τα Τεκμήρια 8,10,12,14,16,18 και 20 ήτοι τις επίδικες επιταγές από ποιόν υπογράφονταν ανέφερε ότι έφεραν την υπογραφή της XXXXX Χρυσοστόμου. Στρεφόμενη προς τα Τεκμήρια αυτά και αντιπαραβάλλοντας τα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22 ανέφερε πως παρά το γεγονός ότι αυτές κατατέθηκαν προς εξαργύρωση και επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω έλλειψης επαρκή υπολοίπων δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο Τεκμήριο 22 καθότι αναφορά γίνεται στο σύστημα clearing της Τράπεζας. Σε σχέση με μία έκαστη των επιταγών αναφέρθηκε στο πότε παρουσιάστηκε στην Τράπεζα τους για πληρωμή και ότι δεν πληρώθηκε λόγω μη ύπαρξης επαρκή υπολοίπων κατά την εκάστοτε περίοδο που οι επιταγές παρουσιάζονταν. Μάλιστα ιδιαίτερα στρεφόμενη προς την επιταγή Τεκμήριο 16 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο που αυτή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα προς πληρωμή υπήρχε επαρκή υπόλοιπό όμως με οδηγίες της Κατηγορουμένης 1 πληρώθηκαν κάποιες άλλες επιταγές με αποτέλεσμα να μην απομένει ικανοποιητικό υπόλοιπο και για την πληρωμή της συγκεκριμένης επιταγής. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε πως η ίδια δεν ήταν το πρόσωπο που χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό, ούτε και ήταν αυτή που έλαβε τις επίδικες επιταγές αλλά ούτε και τοποθέτησε τις σφραγίδες που παρουσιάζονται σε αυτές. Επιπρόσθετα η ίδια ως ανέφερε δεν ήρθε σε επαφή ποτέ με τους Κατηγορούμενους ούτε και μετά που οι επιταγές επιστράφηκαν ως απλήρωτες και ερωτούμενη από ποιόν αυτές υπογράφονταν ανέφερε ότι έφεραν την υπογραφή της ΧΧΧ Χρυσοστόμου θυγατέρα του Κατηγορούμενου
  6. Τρίτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ3) παρουσιάστηκε ο κ. Γ. Νεοφύτου ο οποίος εργοδοτείται ως Πωλητής στους Παραπονούμενους και είναι υπεύθυνος για τις Επαρχίες Λεμεσό και Πάφο. Ήταν ο πωλητής της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας η οποία λειτουργούσε Κάβα και με την οποία συνεργάζονταν για την πώληση προς αυτούς ποτών μετά από παραγγελίες που δίνονταν. Ο ίδιος είχε επαφή τόσο με την ΧΧΧ Χρυσοστόμου θυγατέρα του Κατηγορούμενου 2 όσο και με τον ίδιο αλλά και με κάποιον XXXXX ως τον κατονόμασε υιό του Κατηγορούμενου 2 αναφορικά με τις παραγγελίες και πωλήσεις προϊόντων ενώ το 95% των πληρωμών γίνονταν ως ανέφερε με επιταγές της Κατηγορούμενης
  7. Σημείωσε πως σε περιπτώσεις όπου δίδονταν επιταγές της Κατηγορούμενης 1 και οι οποίες επιστρέφονταν απλήρωτες ο ίδιος συνομιλούσε με την XXXXX για σκοπούς είτε αντικατάστασης της επιταγής είτε πληρωμής σε μετρητά του ποσού που αφορούσε την επιταγή. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Τέταρτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ4) παρουσιάστηκε ο Διευθυντής Πωλήσεων των Παραπονουμένων κ. Ορόντης ο οποίος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν μπροστά ούτε όταν εκδόθηκαν ούτε όταν υπογράφηκαν οι επίδικες επιταγές. Η δική του εμπλοκή στην υπόθεση ήταν συγκεκριμένη και αφορούσε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε ο ίδιος με την θυγατέρα του Κατηγορούμενου 2 ΧΧΧ Χρυσοστόμου με την οποία συζητούσαν την πιθανότητα εξεύρεσης λύσεων ή διακανονισμού για τις επίδικες επιταγές οι οποίες είχαν επιστραφεί χωρίς να πληρωθούν και παρά και την αποστολή της επιστολής που κατέθεσε ως Τεκμήριο 23 προς την Κατηγορούμενη 1 δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση για πληρωμή των επιταγών με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Νομική Πτυχή: Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 η διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Επίσης, το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: «Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους:» Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:[1]
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 30/01/2015). Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, καθορίστηκε ότι «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής, ο νομοθετικός ορισμός της διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής, και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της, (βλ. Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 96). Ως προς την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων μίας επιταγής, αυτή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. Με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη, το έγγραφο παραμένει επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ. 154, (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το θέμα της έκδοσης επιταγής και συγκεκριμένα της πατρότητας της υπογραφής επί της επιταγής, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου v. Δημήτρη Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62 στην οποία είχαν αναφερθεί τα ακόλουθα σχετικά επί του θέματος: «Από τη στιγμή που η Εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο Κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποιος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παρ. 35 - 03 σελ. 936...». Σχετικό με το θέμα της πατρότητας της υπογραφής είναι επίσης και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γιάννη Βούρα ν. Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 135, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 135, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση που ασκήθηκε κατά της αθωωτικής απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο απάλλαξε και αθώωσε τους εφεσίβλητους με ενδιάμεση απόφαση του στο εκ πρώτης όψεως, λόγω του ότι ακριβώς θεώρησε ότι δεν είχε αποδειχθεί η πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους, ανέφερε τα εξής: «. Έχουμε εξετάσει κάθε πρόταση του δικηγόρου του εφεσείοντα που περιέχει το διάγραμμα, το οποίο καταχώρισε σύμφωνα με το σχετικό δικονομικό κανονισμό. Δεν έχουμε πεισθεί ότι συντρέχουν λόγοι επέμβασης μας. Δεν υπήρχαν τα μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία εξέδωσε την επιταγή. Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 σχετικά με την εμπλοκή των εφεσιβλήτων 3 και 4, που προεκθέσαμε, δεν παρείχε το υπόβαθρο που θα δημιουργούσε τις υποθέσεις ενοχής για να κληθούν οι εφεσίβλητοι σε απολογία. Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.» Σχετικά πρόσφατα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην VBH (CYPRUS) LTD ν. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017 από τον Δικαστή Οικονόμου και τα ακόλουθα σχετικά: ''Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρόν και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41-07).΄΄ Επιπρόσθετα με τις ανωτέρω νομικές και νομολογιακές αρχές αναφορά θα πρέπει να γίνει και στις πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 το οποίο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής άρθρο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στις επιταγές με βάση το άρθρο 73 του Κεφ. 262: Άρθρο 30
(1)«Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Άρθρο 73 «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Στην Παναγιώτου v. Φουρνίδου, Ποιν. Έφ. 129/2011, ημερ. 18.12.2012, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262: ''Στην περίπτωση του Άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή»'' Σε σχέση όμως με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 στην Κυριάκου v. Ηλία, ECLI:CY:AD:2018:B468, Ποιν. Έφ. 188/2016, ημερ. 31.10.2018, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι από την στιγμή που ο παραπονούμενος αποφασίσει να επιλέξει να μην βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 αλλά να προσφέρει μαρτυρία και να δώσει λεπτομέρειες σε ότι αφορά το κατά πόσο είχε πράγματι δοθεί αντιπαροχή για την έκδοση των επιταγών τότε σε τέτοια περίπτωση το τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 δεν ενεργοποιείται και ο παραπονούμενος θα πρέπει να πείσει με αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία το Δικαστήριο για την ύπαρξη νόμιμης αντιπαροχής: «'Εάν υπάρχει μια επιμέρους πτυχή που διαφεύγει της παραπάνω γενικής διαπίστωσης, αφορά το λόγο έφεσης αρ. 5 δια του οποίου τίθεται ότι το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το τεκμήριο του άρθρου 30
(1)και συνεπώς εφάρμοσε πλημμελώς το νόμο επί των πραγματικών γεγονότων εν τη εννοία του άρθρου 137
(1)(α). Όμως, έχουμε ήδη αναφερθεί στην προσέγγιση της υπόθεσης Παναγιώτου ν. Φουρνίδου περί του ότι το μαχητό αυτό τεκμήριο δεν έχει θέση αφ΄ης στιγμής ο παραπονούμενος επιλέξει να προσφέρει μαρτυρία η οποία και υπόκειται στην αξιολόγηση του Δικαστηρίου χωρίς δυνατότητα πλέον αναφοράς στο τεκμήριο.» Μάλιστα και στην Τριφταρίδη v. Ηρακλέους, ECLI:CY:AD:2017:B407, Ποιν. Έφ. 340/2015, ημερ. 18.12.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε και τα εξής σε σχέση με το στοιχείο της αντιπαροχής και την ενεργοποίηση του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262: «Οι περιστάσεις έκδοσης των επιταγών υπήρξαν αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο εφεσείων δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα ποσά των επιταγών δόθηκαν σε μετρητά για τους λόγους που ανέφερε ο ίδιος στη μαρτυρία του. Στηρίχθηκε δηλαδή ο εφεσείων στη δική του μαρτυρία ως προς το στοιχείο της αντιπαροχής και η εκδοχή του δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί να έχει δεύτερη ευκαιρία και να ζητήσει εκ των υστέρων ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30
(1). Αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι ο Νόμος αντιστρατεύεται και εξουδετερώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το Δικαστήριο.» Επιπρόσθετα και στην πολύ πρόσφατη υπόθεση ΔΡΟΥΓΚΑ ν. ΜΑΡΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2019:B454, Ποιν. Έφ. Αρ.248/2018, ημερ. 31.10.2019 το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά: «Εξετάσαμε την πρωτόδικη απόφαση υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν θέσεων και να επισημάνουμε καταρχάς ότι σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(1)το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως η έλλειψη αντιπαροχής συνιστά υπεράσπιση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου το τεκμήριο ύπαρξης αντιπαροχής δεν είναι απόλυτο αλλά μαχητό. Εξ αυτού συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης ανυπαρξίας αντιπαροχής είναι επί των ώμων του εκδότη της επιταγής, αλλά αφ΄ ης στιγμής ο αποδέκτης της επιταγής - εδώ ο εφεσείων - επιλέγει με τη μαρτυρία του να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, δεν μπορεί να παραπονείται ότι η επί τούτου μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη ή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του υπό αναφορά ζητήματος.»[2] Οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων: H ευπαίδευτη συνήγορος των Παραπονουμένων με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία και συνοψίζοντας την μαρτυρία που παρατέθηκε υποστήριξε τη θέση ότι σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 και τις κατηγορίες που αυτή αντιμετωπίζει θα πρέπει να κριθεί ένοχη από το Δικαστήριο αφού αποδεικνύονται το σύνολο των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου της Κατηγορούμενης 1 η οποία υποστήριξε την θέση ότι η πελάτιδα της θα πρέπει να απαλλαχθεί και αθωωθεί των κατηγοριών που αντιμετωπίζει την οποία βάσισε κατά κύριο στην επιχειρηματολογία ότι δεν έχει αποδειχθεί η υπογραφή των επίδικων επιταγών και κατ επέκταση δεν μπορεί να υπάρχει έκδοση αυτών και επίσης στη βάση του ότι δεν έχει αποδειχθεί νόμιμο αντάλλαγμα. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[3] Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατηγορίας και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα ως έχουν καθιερωθεί μέσα από την νομολογία, (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο ΜΚ1 έδωσε θετική εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο κατά την δια ζώσης κατάθεση του στην διαδικασία. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε είτε σε αυτά που είπε είτε στον τρόπο που κατέθεσε από τα οποία να διαφαίνεται πρόθεση εκ μέρους του να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων για να βοηθήσει την υπόθεση της παραπονούμενης. Τουναντίον, θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει το τί πραγματικά περιήλθε στην αντίληψή του ως εκ της θέσης και των καθηκόντων του υπό την ιδιότητα του ως Οικονομικού Διευθυντής της παραπονούμενης και από έγγραφα που είχε στην κατοχή του. Θεωρώ ότι ήταν σε τέτοιο βαθμό ειλικρινής που δεν δίστασε να παραδεχθεί ευθαρσώς πως δεν γνώριζε συγκεκριμένα γεγονότα για τα οποία ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του. Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου σχημάτισα και σε σχέση με την ΜΚ
  1. Κατέθεσε με ευθύτητα και πειστικότητα σε σχέση με γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης της στην Τράπεζα και από έγγραφα που είχε στην κατοχή της στα πλαίσια των καθηκόντων της. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε είτε σε αυτά που ανέφερε είτε στον τρόπο που κατέθετε που να είναι ικανό να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ήταν διατεθειμένη να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να παραποιήσει την αλήθεια. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος στην ολότητά της ως αληθή και αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Στρεφόμενος προς τους ΜΚ3 και ΜΚ4 δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία τους αφού ούτως η άλλως ούτε και η υπεράσπιση των Κατηγορουμένων δεν την έχει αμφισβητήσει αφού δεν προχώρησε σε αντεξέταση των όσων δια ζώσης κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Συνεπώς αποδέχομαι στην ολότητα της ως αληθή, αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα την μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων. Ευρήματα & Συμπεράσματα: Τόσο η Παραπονούμενη όσο και η Κατηγορούμενη 1 αποτελούν ιδιωτικές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λεμεσό και μεταξύ των ετών 2017 και 2019 είχαν μεταξύ στους συνεργασία και σχέση αυτή του πωλητή και αγοραστή. Πιο συγκεκριμένα η Παραπονούμενη εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στην πώληση ποτών προχωρούσε στην πώληση ποτών προς την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία ιδιοκτήτρια Κάβας, συνεργασία η οποία διέπετο μεταξύ άλλων και από την παραχώρηση μέρους πίστωσης σε σχέση με τις παραγγελίες και αγορές που λάμβαναν χώρα και για την οποία η Παραπονούμενη εταιρεία προχώρησε στο άνοιγμα λογαριασμού προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 και στον οποίο καταχωρούνταν και εγγράφονταν τόσο τα τιμολόγια που κατά καιρούς εκδίδονταν όσο και οι πιστωτικές σημειώσεις δηλαδή οι πληρωμές που δίνονταν έναντι του χρεωστικού αυτού λογαριασμού. Η Κατηγορούμενη 1 προς πληρωμή μέρους των οφειλομένων της προς την Παραπονούμενη εταιρεία προχώρησε κατά το έτος 2018 στην έκδοση επιταγών οι οποίες υπογράφονταν από την ΧΧΧ Χρυσοστόμου θυγατέρα του Κατηγορούμενου 2 και πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές της Κατηγορούμενης 1 από το βιβλιάριο επιταγών του Τραπεζικού Λογαριασμού που αυτή διατηρούσε στην Bank of Beirut and the Arab Countries S.A.L. με αρ. ΧΧΧ ως ακολούθως: · επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 28/10/2018 ποσού €944,10 η οποία κατατέθηκε στις 29/10/2018 στην Τράπεζα Κύπρου και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη λόγω ανεπαρκή υπολοίπων στις 30/10/18, με την επιταγή να κατατίθεται εκ νέου στην Τράπεζα Κύπρου στις 14/12/2018 και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη λόγω ανεπαρκή υπολοίπων στις 17/12/2018 και 20/12/
  2. · επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 14/11/2018 ποσού €2.000,00, η οποία κατατέθηκε στις 20/12/2018 στην Τράπεζα Κύπρου και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη λόγω ανεπαρκή υπολοίπων στις 21/12/
  3. · επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 27/11/2018 ποσού €764,45, η οποία κατατέθηκε στις 20/12/2018 στην Τράπεζα Κύπρου και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη λόγω ανεπαρκή υπολοίπων στις 21/12/
  4. · επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 30/11/2018 ποσού €750,00, η οποία κατατέθηκε στις 31/12/2018 στην Τράπεζα Κύπρου και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη λόγω ανεπαρκή υπολοίπων στις 02/01/
  5. · επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 23/11/2018 ποσού €2.000,00, η οποία κατατέθηκε στις 31/12/2018 στην Τράπεζα Κύπρου και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη λόγω ανεπαρκή υπολοίπων στις 02/01/
  6. · επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 20/11/2018 ποσού €2.000,00, η οποία κατατέθηκε στις 31/12/2018 στην Τράπεζα Κύπρου και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη λόγω ανεπαρκή υπολοίπων στις 02/01/
  7. · επιταγή με αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 28/11/2018 ποσού €754,75, η οποία κατατέθηκε στις 17/12/2018 στην Τράπεζα Κύπρου και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη λόγω ανεπαρκή υπολοίπων στις 18/12/18, με την επιταγή να κατατίθεται εκ νέου στην Τράπεζα Κύπρου στις 31/12/2018 και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη λόγω ανεπαρκή υπολοίπων στις 02/01/
  8. Οι πιο πάνω επιταγές κατατέθηκαν στις ημερομηνίες που παρουσιάζονται ανωτέρω στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση μίας έκαστης εξ αυτών και μέχρι σήμερα. Τόσο η παραλήπτρια τράπεζα όσο και η πληρώτρια τράπεζα τοποθέτησαν σε έκαστη επιταγή τις αντίστοιχες σφραγίδες που αφορούν την ημερομηνία κατάθεσης τους όσο και την ημερομηνία και αιτιολογία επιστροφής των επιταγών. Σχολιασμός Θέσεων Υπεράσπισης: Η επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούμενης 1 σε σχέση με την μη ύπαρξη μαρτυρίας για το ποιος εν τέλει υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και για το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε νόμιμο αντάλλαγμα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και εξηγώ: Από την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει πως οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί από την Κατηγορούμενη 1 έναντι υπολοίπου οφειλής που προέκυψε από παραγγελίες. Παρουσιάστηκε μαρτυρία από υπάλληλο της τράπεζας στην οποία η Κατηγορούμενη 1 διατηρούσε τον επίδικο λογαριασμό ότι, εξουσιοδοτημένοι για να υπογράφουν τις επιταγές της ήταν τόσο ο Κατηγορούμενος 2 όσο και η ΧΧ Χρυσοστόμου ενώ σημείωσε ο ίδιος μάρτυρας τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση πως οι επίδικες επιταγές είχαν όλες υπογραφεί από την ΧΧ Χρυσοστόμου. Μάλιστα τονίζεται πως όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση από την συνήγορο υπεράσπισης για το κατά πόσον έχει η μάρτυρας γνώση ποιος τις υπέγραψε η απάντηση που έλαβε ήταν πως είχαν υπογραφεί από την ΧΧ Χρυσοστόμου και μάλιστα όταν απάντησε στην ερώτηση αυτή η συνήγορος διέκοψε αμέσως την αντεξέταση της ενημερώνοντας το Δικαστήριο ότι δεν έχει περαιτέρω αντεξέταση στην μάρτυρα. Υπήρχε επίσης μαρτυρία της υπαλλήλου της τράπεζας ότι η τράπεζα διαθέτει ειδική υπηρεσία που χειρίζεται και ελέγχει τις επιταγές (clearing) και ότι από τη στιγμή που οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη» εξυπακούεται ότι ελέγχθηκε η υπογραφή με βάση το δείγμα που τηρείται στην τράπεζα. Το τελευταίο μάλιστα δεν αποτελούσε εικασία της μάρτυρος, αλλά θα μπορούσε να προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα από το μαχητό τεκμήριο που έχει θεσπιστεί στο Άρθρο 305Α
(3)του Ποινικού Κώδικα, ως προς την αλήθεια της νενομισμένης αναφοράς από το πιστωτικό ίδρυμα (σημείωσης ή σφραγίδας) του λόγου για τον οποίο δεν πληρώθηκε μια επιταγή (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής). Η ρύθμιση αυτή του Νόμου που επήλθε με τροποποίηση, έχει ως αποτέλεσμα την καθιέρωση μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας ως προς τη εσωτερική διαδικασία μιας τράπεζας η οποία απολήγει, σε περίπτωση μη πληρωμής, στη συγκεκριμένη κάθε φορά αναφορά επί της επιταγής.[4] Εν προκειμένω, με το να επιστραφούν οι επιταγές με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη», υποδηλώνεται ότι το πρόβλημα για την τράπεζα δεν ήταν μη η αναγνώριση του εκδότη (της υπογραφής του), αλλά η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Ούτως η άλλως όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω η υπερασπιστική γραμμή μέχρι και το εκ πρώτης όψεως στάδιο διαδικασία η οποία εξελισσόταν για αμφότερους τους Κατηγορούμενους ήταν κυρίως ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν έχει εμπλοκή στα της υπογραφής των επίδικων επιταγών αλλά άλλο πρόσωπο. Μάλιστα όταν η ΜΚ2 ανέφερε ακόμα και αντεξεταζόμενη ότι ήταν η ΧΧ Χρυσοστόμου που είχε υπογράψει τις επίδικες επιταγές για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 ως αναφέρθηκε και ανωτέρω η αντεξέταση διακόπηκε απότομα στο στάδιο που βρισκόταν και δηλώθηκε ότι δεν υπήρχαν άλλες ερωτήσεις ενώ αν πράγματι η υπεράσπιση της Κατηγορούμενης 1 αμφισβητούσε την υπογραφή των επίδικων επιταγών όφειλε να προχωρήσει σε περαιτέρω αντεξέταση και να ζητήσει από την μάρτυρα να τοποθετηθεί από πού προκύπτει η γνώση της αυτή ότι δηλαδή οι επιταγές υπογράφονταν από την ΧΧ Χρυσοστόμου ως είχε ρητά αναφέρει χωρίς όμως να το πράξει. Απεναντίας ενέργησε ωσάν να αποδέχθηκε την απάντηση που έλαβε αφού προφανώς βόλευε την υπερασπιστική γραμμή που προωθούσε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 δηλαδή ότι δεν ήταν αυτός που τις είχε υπογράψει αλλά άλλο πρόσωπο παραγνωρίζοντας βεβαίως πως η υπογραφή των επιταγών από την ΧΧ Χρυσοστόμου εξουσιοδοτημένο από την Κατηγορούμενη 1 πρόσωπο θα συνιστούσε και έκδοση των επίδικων επιταγών για σκοπούς του νόμου. Με την κλήση της Κατηγορούμενης 1 σε απολογία αυτή επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και να μην καλέσει μάρτυρες και περιορίστηκε στην τελική της αγόρευση μέσω της δικηγόρου της να αναφέρει ότι από την τεθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί η υπογραφή των επίδικων επιταγών θέση την οποία όμως δεν συμμερίζεται το παρόν Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγώ ανωτέρω. Στρεφόμενος προς την επιχειρηματολογία περί μη ύπαρξης νόμιμου ανταλλάγματος που έγειρε η υπεράσπιση της Κατηγορούμενης 1 με την τελική της αγόρευση ούτε και αυτή γίνεται αποδεκτή καθότι από την τεθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 προς την Παραπονούμενη για κάλυψη μέρους των οφειλομένων ποσών της πρώτης προς την τελευταία από τις παραγγελίες και παραδόσεις ποτών. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως αποτυπώνονται ανωτέρω το σύνολο των συστατικών στοιχείων σε σχέση με τις Κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11 και 13 στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και κατ επέκταση η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη σε ένα έκαστο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα για κάθε μία από τις επιταγές που αναφέρονται στις Κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11 και 13. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω η Κατηγορούμενη 1 αναπόφευκτα κρίνεται ένοχη στις Κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11 και 13 του Κατηγορητηρίου. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του Άρθρου 305Α
(1), του Κεφαλαίου 154, όπως επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπας και Yιοι Ltd v. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερ. 20.10.16, είναι τα ακόλουθα: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του Άρθρου 305 Α.1, στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίασή της στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». [2] Για το ίδιο θέμα σχετική είναι και η Ποινική Έφεση Αρ. 16/2019 μεταξύ Γαβριηλίδης v. Αρμινιώτης, ημερ. 24.03.2020. [3] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [4] VBH (CYPRUS) LTD ν. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017 CORINA SNACKS LIMITED ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗ, Ποινική Έφεση αρ. 212/2015, 29/5/2018 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.