← Κύπρος

XONARE TRADING & INVESTMENTS LIMITED ν. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10518/2021, 14/10/2021

XONARE TRADING & INVESTMENTS LIMITED ν. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10518/2021, 14/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10518/2021 XONARE TRADING & INVESTMENTS LIMITED v.

  1. ΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ
  2. J.I. LEMARQUIS LTD Κατηγορουμένων Μονομερής αίτηση ημερ. 08.10.2021 για Έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Παραπονούμενους - Αιτητές: Η κα Μ. Πίττα & κ. Α. Χαραλάμπους για CHRYSSES DEMETRIADES & CO LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στις 08.09.2021 οι Παραπονούμενοι καταχώρησαν στο Ε.Δ. Λεμεσού την ποινική υπόθεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και η οποία είναι ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 24.11.2021 καταλογίζοντας στους Κατηγορούμενους τις ακόλουθες κατηγορίες: Έκθεση Αδικήματος Πρώτη Κατηγορία Ανέγερση Οικοδομής άνευ άδειας της Αρμόδιας Αρχής, κατά παράβαση των άρθρων 2,3

(1)(β) και (στ) και 20
(1)
(2)και
(3)του Κεφ. 96, καθώς και των άρθρων 20, 21 και 23 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως έχουν τροποποιηθεί. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος 1 σε άγνωστη ημερομηνία και μέχρι σήμερα στην Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 2 και/ή ως ενοικιαστής και/ή ως κάτοχος μέρους του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ, τεμάχιο ΧΧ, το οποίο βρίσκεται στις πάνω Πλάτρες, εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού καθώς και η Κατηγορούμενη 2, ανήγειραν και/ή ανέχθηκαν και/ή επέτρεψαν να ανεγερθεί και/ή προέβηκαν σε μετατροπή και/ή προσθήκη στο εν λόγω ακίνητο και/ή ανέχθηκαν και/ή επέτρεψαν να γίνει μετατροπή και/ή προσθήκη στο ακίνητο των ακολούθως: α) προσθήκη δαπέδου τύπου deck κυμαινόμενου πλάτους 120 / 140 εκ. στο δυτικό δημόσιο πεζοδρόμιο β) προσθήκη/επέκταση δωματίου στη βορειοανατολική πλευρά του ακινήτου στο ισόγειο με μεταλλικό/ξύλινο σκελετό και οροφή από ανάγλυφους τσίγκους, διαστάσεων 3,50 x 1,70 x 3,30 μέτρων γ) προσθήκη μεταλλικού στεγάστρου με οροφή διαφανείς πλάκες από fiberglass στον εξωτερικό χώρο μπροστά από την προσθήκη/bar διαστάσεων 3,50 2,30 μέτρων και μεταξύ προσθήκης και σκάλας προς το υπόγειο του ακινήτου διαστάσεων 4,30 x 4,00 μέτρων (δ) προσθήκη καθοδικής κλίμακας πρόσβασης από δημόσιο δρόμο/πεζοδρόμιο με άνισο ύψος σκαλοπατιών από 15,0 εκ. μέχρι 24,0 εκ. και πλάτος από 19,0 εκ. μέχρι 30,0 εκ. (ε) προσθήκη/επέκταση στεγάστρου στην αρχή της υφιστάμενης σκάλας προς το υπόγειο του ακινήτου με κολώνα διαστάσεων 0,97 x 0,50 μέτρα επενδυμένη με πέτρα από τριγωνικό αέτωμα με μετόπη και δίκλινη στέγη με κεραμίδια μήκους 2,10 μέτρων και ύψους 0,70 μέτρων και (στ) προσθήκη πάγκου κατά μήκος του περιτειχίσματος με τον δημόσιο δρόμο/πεζόδρομο μήκους 5 μέτρων και οριζόντιας σωλήνας κάτω από τον πάγκο σε ύψος περί τα 0,40 μέτρα όλα χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Έκθεση Αδικήματος Δεύτερη Κατηγορία Κατοχή και χρήση οικοδομής χωρίς Πιστοποιητικό εγκρίσεως της Αρμόδιας Αρχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 10 και 20
(1)
(2)και
(3)του Κεφ. 96 καθώς και των άρθρων 20, 21 και 23 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως έχουν τροποποιηθεί Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος 1 σε άγνωστη ημερομηνία και μέχρι σήμερα στην Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 2 και/ή ως ενοικιαστής και/ή ως κάτοχος μέρους του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ, τεμάχιο ΧΧ, το οποίο βρίσκεται στις πάνω Πλάτρες, εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού καθώς και η Κατηγορούμενη 2 κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν μέρος του εν λόγω ακινήτου χωρίς τελικό πιστοποιητικό εγκρίσεως παρά της Αρμόδιας Αρχής. Έκθεση Αδικήματος Τρίτη Κατηγορία Μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(ε),
(2),
(9)και 20
(1)
(2)και
(3)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, των άρθρων 20, 21 και 23 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 καθώς και του άρθρου 2, 20
(1), 21-23, 87 (1 ως 7) του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 όπως τροποποιήθηκαν. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος 1 σε άγνωστη ημερομηνία και μέχρι σήμερα στην Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 2 και/ή ως ενοικιαστής και/ή ως κάτοχος μέρους του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ, τεμάχιο ΧΧ, το οποίο βρίσκεται στις πάνω Πλάτρες, εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού καθώς και η Κατηγορούμενη 2 μετέτρεψαν ή επέτρεψαν ή ανέχθηκαν την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του ακινήτου από χώρο εισόδου και/ή διέλευσης πελατών του ξενοδοχείου και/ή του ακινήτου σε επιχείρηση καφετέριας και/ή σνακ μπαρ και/ή χώρο λιανικής πώλησης διαφόρων ροφημάτων (όπως μεταξύ άλλων αλκοολούχων) χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής. Στις 08.10.2021 οι Παραπονούμενοι προχώρησαν στην καταχώρηση μονομερούς αίτησης η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 13.10.2021 και με την οποία επιδιώκουν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Κατηγορούμενοι 1 και/ή 2 και/ή οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες τους όπως αναστείλουν κάθε περαιτέρω εργασία και/ή σταματήσουν να προβαίνουν σε οποιαδήποτε χρήση και/ή εμπορική εκμετάλλευση και/ή λειτουργία της επιχείρησης που διατηρούν ως μπυραρία και/ή σνακ μπαρ με ονομασία <<ΧΧ>> και/ή με άλλο όνομα στο ισόγειο και/ή στην είσοδο του υποστατικού, γνωστό ως ξενοδοχείο ΧΧ (στο εξής <<το Ξενοδοχείο>>), με αριθμό εγγραφής ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ, τεμ. ΧΧ το οποίο βρίσκεται στο χωριό Πλάτρες, εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού, μέχρι της τελικής εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον ΦΠΑ Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διάταγμα το Δικαστήριο κρίνει ορθό υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης ημερομηνίας 08.10.2021 αυτή βασίζεται στα άρθρα 2, 3
(1)(β) (στ)
(2), (3Α), 4
(1), 7, 8
(1), 9
(1)(β), 10
(1)και 20
(1)
(2)
(3)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, στα άρθρα 20
(1), 21-23, 87
(1)-
(7)του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου Ν. 90/72, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 θθ 1,2,8 και 9, στα Άρθρα 4-9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα Άρθρα 2, 29,30,31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60), στα Άρθρα 2, 6 και 18
(6)του Ν. 29/1985, στην Νομολογία, στην διακριτική ευχέρεια στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από σχετική ένορκη δήλωση της κας. Κυριακίδου. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει πως είναι η διευθύντρια των Παραπονουμένων ιδιοκτητών του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ, τεμάχιο ΧΧ το οποίο βρίσκεται στις πάνω Πλάτρες εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού, ήτοι του Ξενοδοχείου ΧΧ το οποίο αγόρασαν στις 31.05.2019, το ισόγειο μέρος του οποίου είχε ενοικιαστεί κατά το έτος 2013 προς τον Κατηγορούμενο 1 από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του Ξενοδοχείου κάτω από συγκεκριμένους όρους. Σε άγνωστο χρόνο αυτοί αντιλήφθηκαν ότι ο Κατηγορούμενος 1 προχώρησε στην υπενοικίαση μέρος του Ξενοδοχείου στην Κατηγορούμενη 2 με αποτέλεσμα να τροχοδρομήσουν μέσω των δικηγόρων τους την αποστολή αριθμού επιστολών με την διαφορά πλέον να έχει σήμερα οδηγηθεί στα Δικαστήρια δια της καταχώρησης της Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού ΧΧ. Μάλιστα ως σημειώνει κατά τον Σεπτέμβριο 2020 διαπιστώθηκε ότι οι Κατηγορούμενοι είτε μαζί είτε χωριστά προέβηκαν σε παράνομες κατασκευές, μετατροπές, προσθήκες και επεκτάσεις μεταξύ άλλων στο ισόγειο του Ξενοδοχείου το οποίο δεν είχαν ποτέ ενοικιάσει από τους Παραπονούμενους και χωρίς να εξασφαλίσουν οποιαδήποτε άδεια. Εμπειρογνώμονας μάλιστα που διορίστηκε από μέρους των δικηγόρων των Παραπονουμένων εξέδωσε σχετική έκθεση ημερομηνίας 01/12/2020 με την οποία διαπίστωσε τα ακόλουθα: α) προσθήκη δαπέδου τύπου deck κυμαινόμενου πλάτους 120 / 140 εκ. στο δυτικό δημόσιο πεζοδρόμιο β) προσθήκη/επέκταση δωματίου στη βορειοανατολική πλευρά του ακινήτου στο ισόγειο με μεταλλικό/ξύλινο σκελετό και οροφή από ανάγλυφους τσίγκους, διαστάσεων 3,50 x 1,70 x 3,30 μέτρων γ) προσθήκη μεταλλικού στεγάστρου με οροφή διαφανείς πλάκες από fiberglass στον εξωτερικό χώρο μπροστά από την προσθήκη/bar διαστάσεων 3,50 2,30 μέτρων και μεταξύ προσθήκης και σκάλας προς το υπόγειο του ακινήτου διαστάσεων 4,30 x 4,00 μέτρων δ) προσθήκη καθοδικής κλίμακας πρόσβασης από δημόσιο δρόμο/πεζοδρόμιο με άνισο ύψος σκαλοπατιών από 15,0 εκ. μέχρι 24,0 εκ. και πλάτος από 19,0 εκ. μέχρι 30,0 εκ. ε) προσθήκη/επέκταση στεγάστρου στην αρχή της υφιστάμενης σκάλας προς το υπόγειο του ακινήτου με κολώνα διαστάσεων 0,97 x 0,50 μέτρα επενδυμένη με πέτρα από τριγωνικό αέτωμα με μετόπη και δίκλινη στέγη με κεραμίδια μήκους 2,10 μέτρων και ύψους 0,70 μέτρων και στ) προσθήκη πάγκου κατά μήκος του περιτειχίσματος με τον δημόσιο δρόμο/πεζόδρομο μήκους 5 μέτρων και οριζόντιας σωλήνας κάτω από τον πάγκο σε ύψος περί τα 0,40 μέτρα Επιπρόσθετα μετά από επίσκεψη και της δικηγόρου των Παραπονουμένων στο συγκεκριμένο χώρο στις 26.07.2021 επιβεβαιώθηκε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 διατηρούν επιχείρηση, πωλούν οινοπνευματώδη ποτά και άλλα, σε χώρο που ούτε καν έχουν δικαίωμα να κατέχουν (είτε ως ενοικιαστές είτε άλλως πως) και αποτελεί μέρος της εισόδου του Ξενοδοχείου χωρίς να εξασφαλιστεί οποιαδήποτε άδεια λειτουργίας, πολεοδομική άδεια, άδεια οικοδομής, πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως ή συγκατάθεση ή έγκριση των Παραπονουμένων με αποτέλεσμα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να: · Έχουν δημιουργήσει υποστατικό στο ισόγειο του Ξενοδοχείου για το οποίο δεν υπάρχει συμφωνία ενοικίασης μεταξύ των Παραπονουμένων ούτε με τον Κατηγορούμενο 1 αλλά ούτε και με την Κατηγορούμενη 2 · Επενέβηκαν και ανέγειραν παράνομες κατασκευές και μετατροπές, κατάφεραν να δημιουργήσουν αυθαίρετα επιχείρηση την οποία λειτουργούν μέχρι και σήμερα, ως καφεστιατόριο, σνακ μπαρ και μπυραρία χωρίς να εξασφαλιστούν προηγουμένως οι απαραίτητες άδειες από τις αρμόδιες αρχές · Δημιούργησαν παράνομα επιχείρηση στο ισόγειο του Ξενοδοχείου, στην οποία εκθέτονται προς λιανική πώληση καφέδες, αλκοολούχα ποτά και άλλα ροφήματα άνευ άδεια των αρμοδίων αρχών. Τέλος η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει πως θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα έτσι ώστε να απαγορευθεί η συνέχιση της χρήσης και λειτουργίας του ισογείου του Ξενοδοχείου ώστε να μην βρεθούν σε θέση οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να λειτουργούν ανενόχλητοι το υποστατικό υπό τις συνθήκες που περιγράφηκαν σημειώνοντας μάλιστα πως τα αιτούμενα διατάγματα προνοούνται από τον σχετικό νόμο, επομένως υπάρχει η εξουσία στο Δικαστήριο για την έκδοση τους βάση των γεγονότων της υπόθεσης. Τα όσα έλαβαν χώρα στις 13.10.2021 Κατά την ημέρα που η μονομερής αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου oι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Παραπονουμένων ζήτησαν όπως προχωρήσουν σε τροποποίηση του αιτητικού Α της αίτησης δια της πλήρης αντικατάστασης του με το περιεχόμενο του Εγγράφου Α το οποίο και κατέθεσαν στην Διαδικασία με αποτέλεσμα πλέον το αιτητικό Α να έχει ως εξής: Α. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Κατηγορούμενοι 1 και/ή 2 και/ή οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες τους όπως αναστείλουν την υπό μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής στην οποία δημιούργησαν επιχείρηση με ονομασία <<ΧΧ>> και/ή με άλλο όνομα και η οποία βρίσκεται στο ισόγειο και/ή στην είσοδο του υποστατικού και που διατηρούν σε αυτήν και/ή λειτουργούν μπυραρία και/ή σνάκ μπάρ και αποτελεί μέρος του ξενοδοχείου γνωστό ως ΧΧ (στο εξής <<το Ξενοδοχείο>>), με αριθμό εγγραφής ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ, τεμ. ΧΧ το οποίο βρίσκεται στο χωριό Πλάτρες, εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού, μέχρι της τελικής εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα ζήτησαν όπως τροποποιήσουν και την νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δια τη προσθήκης της υποπαραγράφου (ε) του άρθρου 3 του Κεφ. 96 καθώς και της υποπαραγράφου (3Α) του άρθρου 20 του Κεφ.
  1. Τα πιο πάνω αιτήματα τροποποίησης έτυχαν της έγκρισης του Δικαστηρίου συνεπώς η υπό κρίση αίτηση εξετάζεται στην τροποποιημένη της μορφή ως διαμορφώθηκε στις 13.10.
  2. Σε σχέση με το νέο περιεχόμενο του αιτητικού της παραγράφου Α της υπό κρίση αίτησης και σε συνέχεια σχετικής ερώτησης του Δικαστηρίου προς τους Δικηγόρους αναφορικά με το αίτημα για την αναστολή της υπό μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής ξεκαθάρισαν προς το Δικαστήριο ότι αυτό αφορά την επιδίωξη αναστολής της χρήσης της οικοδομής που γίνεται σήμερα από τους Κατηγορούμενους δηλαδή την σημερινή χρήση που γίνεται στο χώρο (λειτουργία μπυραρίας και/ή σνακ μπαρ) και δεν αφορά σε κατασκευαστικές και οικοδομικές εργασίες αφού συμφώνησαν πως δεν υπάρχουν την περίοδο αυτή οποιεσδήποτε εργασίες που να είναι σε εξέλιξη. Μάλιστα τόνισαν πως οι πρόνοιες του άρθρου 20(3Α) του Κεφ. 96 δίδουν την εξουσία στο εκδικάζον Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση τέτοιου διατάγματος δηλαδή να διαταχθούν οι Κατηγορούμενοι να αναστείλουν την χρήση που γίνεται σήμερα από μέρους τους του επίδικου υποστατικού καθότι αυτή είναι άλλη από την εγκριμένη και αδειοδοτημένη χρήση και δεν έχουν εξασφαλίσει οποιαδήποτε σχετική άδεια. Υποστήριξαν επιπρόσθετα ότι στην υπό εξέταση υπόθεση υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος αφού στο χώρο λειτουργεί μια επιχείρηση από πλευράς Κατηγορουμένων κατά παράβαση σωρείας νόμων και κανονισμών, χωρίς να έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε άδεια, προβαίνει σε αισχροκέρδεια πουλώντας αλκοολούχα ποτά, παρέχοντας υπηρεσίες για τις οποίες απαιτείται αδειοδότηση την οποία δεν έχουν και πρόκειται για συνεχές αδίκημα αφού καθημερινά διαπράττεται και είναι μονόδρομος να εκδοθεί ως υποστήριξαν το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς. Το Δικαστήριο ευχαριστεί τους ευπαίδευτους συνηγόρους για τις αγορεύσεις τους καθώς και το υλικό με το οποίο προμήθευσαν το Δικαστήριο για σκοπούς μελέτης θέλοντας με τον δικό τους τρόπο να υποστηρίξουν τις θέσεις των πελατών τους. Έχω μελετήσει επισταμένα τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Η επιδίωξη έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναστολής / τερματισμού λειτουργίας / χρήσης του υποστατικού: Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω στο αιτητικό της επίδικης αίτησης περιλαμβάνεται αίτημα για να ανασταλεί από το Δικαστήριο μέσω προσωρινού διατάγματος η υπό μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής. Ξεκαθαρίστηκε ότι αυτό αφορά στην αναστολή της χρήσης και λειτουργίας της μπυραρίας και σνακ μπαρ που έχει δημιουργηθεί κατ ισχυρισμό των Παραπονουμένων στο ισόγειο μέρος του ξενοδοχείου χρήση η οποία δεν είναι σύμφωνη με την εγκριμένη χρήση της οικοδομής. Συνεπώς το ερώτημα που τίθεται προς απάντηση είναι το κατά πόσον το Δικαστήριο έχει εξουσία να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος τέτοιας φύσεως ανεξάρτητα του αν η αίτηση έχει καταχωρηθεί μονομερώς ή δια κλήσεως. Η απάντηση του ερωτήματος αυτού προκύπτει μέσα από τις πρόνοιες του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και εξηγώ: Είναι φανερό από τις πρόνοιες του άρθρου 20 του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 ότι η μοναδική εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο είναι να διατάξει αναστολή και μόνο εργασιών.[1] Δεν του παρέχεται οποιαδήποτε εξουσία να διατάξει στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο την αναστολή λειτουργίας ή τερματισμό ή απαγόρευση της χρήσης οικοδομής. Η αναφορά στο περιεχόμενο του άρθρου 20 υποπαράγραφο 3(Α) σε μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής δεν μπορεί να διαβάζετε αποσπασματικά από το υπόλοιπο κείμενο της συγκεκριμένης υποπαραγράφου το οποίο ρητά και περιοριστικά αναφέρεται στην δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αναστολής κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με συγκεκριμένες περιπτώσεις όπως τις απορριφθεί ήτοι .. αναφορικά με κάποια υπό ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οικοδομή ή οδό ή την υπό μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής. Δηλαδή η ερμηνεία του άρθρου αυτού δεν σημαίνει ούτε και βεβαίως μπορεί να ερμηνευθεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρά το ότι ένα Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει και κατόπιν αίτησης ex parte στην έκδοση διατάγματος για αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά και με εργασίες που έχουν να κάνουν με την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής και όχι βεβαίως να δίδει το δικαίωμα στο Δικαστήριο να εκδίδει με προσωρινό διάταγμα απαγόρευση της χρήσης ή της λειτουργίας του υποστατικού. Επιπρόσθετα από μελέτη και του άρθρου 20
(3)(β) του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96[2] προκύπτει πως το Δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που δύναται να επιβάλλει έχει την εξουσία να διατάξει τον τερματισμό της χρήσης οικοδομής αν η χρήση της αυτή δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη με βάση τη σχετική άδεια χρήσης. Η εξουσία αυτή όμως περιορίζεται κατά το στάδιο επιβολής της ποινής και όχι σε οποιοδήποτε άλλο ενδιάμεσο στάδιο. Περαιτέρω σημειώνεται πως καμία άλλη νομοθετική διάταξη του Κεφ. 96 δεν δίδει τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο. Είναι προφανές ότι αν ο νομοθέτης είχε πρόθεση να δώσει αντίστοιχη εξουσία στο Δικαστήριο για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να διατάζεται ο τερματισμός της χρήσης οικοδομής αν αυτή γίνεται κατά παράβαση της εγκεκριμένης με βάση την σχετική άδεια χρήση θα το έπραττε μέσα στις πρόνοιες του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96. Δεν το έχει όμως πράξει και η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στα όσα περιλαμβάνονται στις υφιστάμενες νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες δεν μπορούν να έχουν οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας. Σχετική και με την ερμηνεία του άρθρου 20(3Α) του Κεφ. 96 είναι και τα λεχθέντα του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Λιάτσου στην Ποινική Έφεση Αρ. 25/2019, ημερομηνίας 24/6/2020 μεταξύ ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ v. GELATOLOGY HOLDINGS LTD κ.α., Ποινική Εφεση στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Τίθεται ενώπιόν μας μέσω των λόγων έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε την πρόνοια του άρθρου 20(3Α) του Κεφ. 96, θεωρώντας ότι καλύπτει κατασκευαστικές και/ή οικοδομικές εργασίες μόνο και όχι εργασίες που σχετίζονται με τη χρήση της οικοδομής αυτής καθ΄ εαυτής, αυτοπεριορίζοντας με αυτό τον τρόπο τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του πιο πάνω άρθρου. Με όλο το σεβασμό, δεν μας βρίσκει σύμφωνους η πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου για τον Εφεσείοντα. Το λεκτικό του επίμαχου άρθρου 20(3Α) είναι σαφές, προκειμένου να οδηγήσει στη διακρίβωση της έννοιας της συγκεκριμένης πρόνοιας. Με βάση τη γραμματική ερμηνεία, ήτοι την απόδοση της φυσικής και συνήθους έννοιας των λέξεων του κειμένου του νόμου, διαπιστώνεται η ξεκάθαρη βούληση του νομοθέτη επί του προκειμένου. Η υπό κρίση νομοθετική διάταξη, όπως η λεκτική διατύπωσή της επιμαρτυρεί, παρέχει τη δυνατότητα, μέσω καταχώρησης μονομερούς αιτήσεως, εξασφάλισης διατάγματος αναστολής οικοδομικών εργασιών, με σκοπό την άμεση παρεμπόδιση περαιτέρω συνέχισής τους από πρόσωπο το οποίο αντιμετωπίζει κατηγορία στη βάση των ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 20
(1)του Κεφ. 96. Είναι γι΄ αυτές τις επείγουσες περιπτώσεις που ο νομοθέτης προέβλεψε την εξαιρετική διαδικασία της προσφυγής στο Δικαστήριο μονομερώς, ούτως ώστε, στις κατάλληλες υποθέσεις, να ασκείται η δραστική εξουσία του Δικαστηρίου στην απουσία της αντίδικης πλευράς, προς αποφυγή διεξαγωγής περαιτέρω εργασιών από πρόσωπα τα οποία κατηγορούνται ότι δεν κατέχουν τη σχετική προς τούτο άδεια από την Αρμόδια Αρχή. Αντίστοιχες πρόνοιες εντοπίζονται και στο περιεχόμενο του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου Ν. 90/72 και συγκεκριμένα στο άρθρο 87 υποπαράγραφο 4[3] το οποίο όμως και πάλι αφορά την δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος σε σχέση με αναστολή και μόνο εργασιών ενώ η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος για τον τερματισμό της μη αδειούχας χρήσης μπορεί να γίνει μόνο μετά από καταδικαστική απόφαση. Στρεφόμενος τέλος στις πρόνοιες του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου Ν. 29/1985 και συγκεκριμένα του άρθρου 18
(6)[4] του περιλαμβάνεται στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης διαπιστώνεται πως αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση αφού στο βασικό κατηγορητήριο δεν καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 η διάπραξη αδικήματος που απορρέει από τις πρόνοιες του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου Ν. 29/1985 αλλά με βάση τις πρόνοιες του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972. Όσον αφορά τις θέσεις του κ. Χαραλάμπους και την κοινοποίηση προς το Δικαστήριο διατάγματος που εκδόθηκε σε Ποινική Υπόθεση της Αστυνομίας και με το οποίο διατάχθηκε μονομερώς η αναστολή λειτουργίας υποστατικού σημειώνω ότι το διάταγμα αυτό ως είχα την ευκαιρία να μελετήσω εκδόθηκε βασιζόμενο σε νομοθεσίες που αφορούν και διέπουν την λειτουργία του χωρίς άδεια από το Υφυπουργείο Τουρισμού νομοθεσίες οι οποίες δεν τυγχάνουν εφαρμογής ως εξήγησα και ανωτέρω στην υπό εξέταση υπόθεση. Γι΄ αυτούς τους βασικούς λόγους το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση προσωρινού διατάγματος που να αφορά και/ή να διέπει την απαγόρευση της χρήσης και λειτουργίας του ισογείου του Ξενοδοχείου για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω που συνοψίζονται στο γεγονός ότι το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ούτε επίσης, κατά την κρίση μου, μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, ως προς το ότι με το εν λόγω άρθρο παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η παρούσα υπόθεση, όπως ανέφερα και πιο πάνω, στηρίζεται στις πρόνοιες συγκεκριμένων νομοθεσιών οι οποίες καθορίζουν το είδος και το εύρος των προσωρινών διαταγμάτων που δύναται να εκδώσει το Δικαστήριο (βλ. πιο πάνω άρθρα 20(3Α) του Κεφ. 96 και 87
(4)του Ν.90/72). Η δε παραπομπή που γίνεται από τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις στις πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, είναι φανερό από την διατύπωση τους ότι, αφορά τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η χορήγηση των διαταγμάτων που προνοούνται στα άρθρα 20(3Α) του Κεφ. 96 και 87
(4)του Ν.90/72. Είναι κοινές δηλαδή οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την χορήγηση προσωρινών διαταγμάτων τόσο με βάση των περί Δικαστηρίων Νόμο όσο και με βάση τα άρθρα 20(3Α) του Κεφ. 96 και 87
(4)του Ν.90/72. Αυτό που διαφέρει είναι το περιεχόμενο των διαταγμάτων που δύναται το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση να εκδώσει.[5] Εξέταση του κατεπείγοντος: Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου από την στιγμή που η αίτηση προωθείτε μονομερώς θα πρέπει να εξεταστεί και το ζήτημα του κατεπείγοντος που όπως είναι καλά γνωστό αποτελεί βασικό παράγοντα σε μονομερή αίτηση. Η δυνατότητα να επιδιωχθεί η έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς, όπως αυτό το οποίο επιζητείται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, είναι δεδομένη. Συγκεκριμένα το άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, προνοεί ότι, «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο». Θα πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό, αφού η έκδοση διαταγμάτων μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο. Αυτό διότι, η θεραπεία παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς να δίδεται η ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί. Όπως έχει υποδειχθεί στην Quantom Telecommunications ltd
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 901: «Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας ούτε καν το σύνηθες αλλά ούτε και η εξαίρεση, παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση. Πολύ πιο απλό και ωφέλιμο για το Δικαστήριο να ορίσει την ex parte αίτηση για ακρόαση σε λίγες μέρες αφού αυτή επιδοθεί και σε κάθε επηρεαζόμενο και έτσι να αποφανθεί τελεσίδικα». Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση θεωρώ πως, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να στοιχειοθετεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Απεναντίας προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου πως τα όσα απασχολούν τις εμπλεκόμενες πλευρές χρονίζουν από το έτος 2020 και δεν πρόκειται για ζητήματα τα οποία έχουν προκύψει το τελευταίο διάστημα. Μάλιστα σχετική αλληλογραφία έχει ήδη ανταλλαχθεί με την διαφορά να έχει οδηγηθεί και ενώπιον Πολιτικού Δικαστηρίου. Η συστηματική μάλιστα σε καθημερινό βαθμό παρανομία ως ήταν και η εισήγηση του κ. Χαραλάμπους στο βαθμό που αφορά την λειτουργία συγκεκριμένου τύπου επιχείρησης πωλώντας προϊόντα είτε παρέχοντας υπηρεσίες δεν είναι ζήτημα το οποίο μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να ακούσει την αίτηση μονομερώς πόσο μάλλον να εκδώσει και ένα τόσο δραστικό διάταγμα μονομερώς και χωρίς προηγουμένως να δώσει την ευκαιρία στην άλλη πλευρά να προβάλει και τις δικές της θέσεις. Πέραν του ζητήματος απουσίας του κατεπείγοντος στην υπό εξέταση υπόθεση για σκοπούς πληρότητας και για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω δεν θα μπορούσε η υπό κρίση αίτηση να έχει επιτυχή κατάληξη ακόμα και δια κλήσεως να προωθείτο αφού για το σύνολο των λόγων που εξήγησα ανωτέρω δεν υπάρχει εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω η αίτηση ημερομηνίας 08.10.2021 αναπόφευκτα απορρίπτεται . Όσον αφορά τα έξοδα δεν εκδίδεται καμιά διαταγή. (Υπ.) .......................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] (3Α) Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία που προσάχθηκε εναντίον κάποιου προσώπου για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση του εδαφίου
(1)δύναται κατόπι αίτησης ex parte να διατάξει αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με κάποια υπό ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οικοδομή ή οδό ή την υπό μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης αναφορικά με την οποία προσάχθηκε η κατηγορία: Νοείται ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. [2] (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρμόδια αρχή, κατά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης άδειας, δύναται να επιβάλλει τους όρους που θεωρεί σκόπιμους και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται για κάθε τέτοια άδεια ή πιστοποιητικό. [3]
(4)Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία που έχει προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση του εδαφίου
(2), δύναται μετά από αίτηση χωρίς ειδοποίηση (ex parte), να διατάξει αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με οποιαδήποτε ανάπτυξη ή μέρος αυτής, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης: Νοείται ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.
(5)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει καταδικαστεί πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(2), δύναται να διατάξει: (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε κατεδαφιστεί ή/και μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, εκτός αν στο μεταξύ έχει ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την Πολεοδομική Αρχή· (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την Πολεοδομική Αρχή· (γ) το πρόσωπο που καταδικάστηκε, να καταβάλει τα έξοδα της διαδικασίας και οποιαδήποτε δικαιώματα που σχετίζονται με την κατηγορία, τα οποία το πρόσωπο αυτό όφειλε να είχε καταβάλει και τα οποία παρέλειψε ή αρνήθηκε ή αμέλησε να καταβάλει. [4] 18.-
(1)Παν πρόσωπον το οποίον- (α) χρησιμοποιεί τον όρον "τουριστικόν" ή "κέντρον αναψυχής" ή άλλον όρον παρόμοιον προς τούτον διά τον χαρακτηρισμόν κέντρου διά το οποίον δεν έχει εκδοθή άδεια λειτουργίας· (β) διατηρεί ή λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας· (γ) παραλείπει να εκδίδη ηριθμημένους λογαριασμούς κατά παράβασιν του άρθρου 15· (δ) λειτουργεί κέντρο χωρίς να τελεί υπό τη διεύθυνση του διευθυντή κατά παράβαση του άρθρου 16, είναι ένοχον αδικήματος και, εν περιπτώσει καταδίκης, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας πεντακοσίας λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας, εάν δε η παράβασις συνεχισθή μετά την καταδίκην του, τούτο είναι ένοχον περαιτέρω αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250 δι' εκάστην ημέραν καθ' ην συνεχίζεται η παράβασις.
(2)Επιπροσθέτως προς οιανδήποτε άλλην ποινήν προβλεπομένην υπό του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριον επί τη καταδίκη οιουδήποτε προσώπου δι' αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, δύναται κατά την κρίσιν του να διατάξη- (α) την διακοπήν της λειτουργίας του κέντρου εν σχέσει προς το οποίον διεπράχθη το αδίκημα διά τοσούτο χρονικόν διάστημα όσον το Δικαστήριον ήθελε θεωρήσει πρέπον· (β) την καταβολήν υπό του καταδικασθέντος προσώπου των εξόδων της δίκης.
(3)Εάν οιονδήποτε πρόσωπον, καθ' ου εξεδόθη διάταγμα συμφώνως προς τας διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2), παραλείψη να συμμορφωθή προς το εκδοθέν διάταγμα, ο Αστυνομικός Διευθυντής της Επαρχίας ή ο εκπρόσωπος αυτού εκτελεί το διάταγμα και αξιώνει την πληρωμήν των εξόδων άτινα προέκυψαν κατά την εκτέλεσιν του διατάγματος παρά του προσώπου καθ' ου εξεδόθη τούτο. Τα έξοδα ταύτα θα θεωρώνται ως ποινή εντός της εννοίας του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και η πληρωμή αυτών θα επιβάλληται συμφώνως προς τας διατάξεις του εν λόγω Νόμου.
(4)Παν πρόσωπον μη συμμορφούμενον προς διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)είναι ένοχον αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης αυτού, εις φυλάκισιν διά χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.
(5)Επιπροσθέτως προς οιανδήποτε άλλην ποινήν προβλεπομένην υπό του Νόμου και των Κανονισμών, το Δικαστήριον κέκτηται εξουσίαν να διατάξη παν πρόσωπον το οποίον ευρέθη ένοχον αδικήματος να συμμορφωθή προς τας σχετικάς διατάξεις του Νόμου ή των Κανονισμών εν σχέσει προς τας οποίας διεπράχθη το αδίκημα.
(6)(α) Το Δικαστήριον ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία προσαφθείσα εναντίον προσώπου τινός, δι' αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του εδαφίου
(1)δύναται κατόπιν EX PARTE αιτήσεως να διατάξη αναστολήν πάσης εργασίας αναφορικώς προς την ανέγερσιν, κατασκευήν, διατήρησιν ή λειτουργίαν κέντρου μέχρι της τελικής εκδικάσεως της υποθέσεως αναφορικώς προς ην προσήφθη η κατηγορία: Νοείται ότι η έκδοσις τοιούτου διατάγματος υπόκειται εις τας διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως 1972 και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. (β) Εάν οιονδήποτε πρόσωπον κατά του οποίου εξεδόθη διάταγμα δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) παραλείπη ή αμελή να συμμορφωθή προς το τοιούτο διάταγμα εντός του χρόνου του καθοριζομένου εν αυτώ, είναι νόμιμον διά την αρμοδίαν αρχήν να εκτελή το τοιούτο διάταγμα και τα γενόμενα έξοδα διά την εκτέλεσιν τούτου καταβάλλονται εις την αρμοδίαν αρχήν υπό του προσώπου κατά του οποίου εξεδόθη το διάταγμα και τα τοιαύτα έξοδα λογίζονται ως ποινή εντός της εννοίας του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, και η πληρωμή αυτών θα επιβάλλεται συμφώνως προς τας διατάξεις του εν λόγω Νόμου· (γ) Οιονδήποτε πρόσωπον κατά του οποίου εξεδόθη διάταγμα δυνάμει του παρόντος εδαφίου το οποίον αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθή προς το τοιούτο διάταγμα, είναι ένοχον αδικήματος, ανεξαρτήτως του εάν η αρμοδία αρχή εχώρησεν εις την εκτέλεσιν ή εξετέλεσε το τοιούτο διάταγμα, και υπόκειται εν περιπτώσει καταδίκης αυτού εις φυλάκισιν διά χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον τους τρεις μήνας ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £150 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.
(7)Πας όστις αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθή προς οιανδήποτε διάταξιν του παρόντος Νόμου εν τη οποία δεν γίνεται ειδική περί τούτου πρόνοια είναι ένοχον αδικήματος και υπόκειται εν περιπτώσει καταδίκης αυτού εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £450 ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας. [5] Σχετική και η απόφαση ημερομηνίας 02.05.2014 του Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. στην Ποινική Υπόθεση Ε.Δ. Πάφου 2085/14 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.