Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Φραντζής, Αρ. Υπόθεσης: 6948/16, 7/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B79 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6948/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΧΧΧΧΧΧΧΧ Φραντζής Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 7 Σεπτεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ντίνα Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Αυγουστής Κωνσταντίνου, κ. Ευθύμιος Ευθυμίου και κα Κατερίνα Σοφοκλέους Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 15 κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 270(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2000 - 2003 στη Λεμεσό έκλεψε το ποσό των 38,211.90 Λιρών Κύπρου, περιουσία που του εμπιστεύτηκαν οι πιστωτές του συγκροτήματος εταιρειών A. Pieris estates Ltd, A. Pieris investments and services ltd και A. Pieris maritime buildings ltd για να το διαχειριστεί. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4
(1)(iii)
(2)και 5
(1)του περί συγκάλυψης έρευνας και δήμευσης εσόδων από ορισμένες εγκληματικές πράξεις νομός 61
(1)/96 όπως τροποποιήθηκε και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2000 - 2003 στην Λεμεσό, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι περιουσία, δηλαδή το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας κατά παράβαση των άρθρων 105 και 35 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2000 - 2003 στην Λεμεσό, ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός, δηλαδή εκκαθαριστής, κατά κατάχρηση εξουσίας που αναγόταν στα καθήκοντά του, ενέργησε αυθαίρετη πράξη που παράβλαπτε τα δικαιώματα των πιστωτών των εταιρειών που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία, δηλαδή ενώ έπρεπε να διαχειριστεί το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία για λογαριασμό των πιστωτών των πιο πάνω εταιρειών αυτός το οικειοποιήθηκε. Η τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα των ψευδών αξιώσεων από δημόσιους λειτουργούς, κατά παράβαση του άρθρου 104 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2000 - 2003 στην Λεμεσό, ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός, δηλαδή εκκαθαριστής των εταιρειών που αναγράφονται στην πρώτη κατηγορία και είχε υποχρέωση να υποβάλει έγγραφα και αποδείξεις στο τμήμα εφόρου εταιρειών και επίσημου παραλήπτη, υπέγραψε και καταχώρησε στο πιο πάνω τμήμα έγγραφα και αποδείξεις που ήταν πλαστογραφημένα εις βάρος των πιστωτών των πιο πάνω εταιρειών και εν γνώση του ότι ήταν ψευδείς ως προς ουσιώδη στοιχεία αυτών. Η πέμπτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α) και 335 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία προς την κατηγορούσα αρχή μεταξύ τις 5 Φεβρουαρίου 2001 και του έτους 2003 στην Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατάρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή την απόδειξη του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας με αριθμό F 361805 ημερομηνίας 5 Φεβρουαρίου 2001, η οποία εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Η έκτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο της πέμπτης κατηγορίας, εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το έγγραφο που αναφέρεται στην πέμπτη κατηγορία. Η κατηγορία 7 αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α) και 335 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία προς την κατηγορούσα αρχή κατά το έτος 2001 μεταξύ των ετών 2000 - 2003 στην Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατάρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή την απόδειξη του Δήμου Λεμεσού με αριθμό 062934 για το χρηματικό ποσό των ΛΚ 387,76 η οποία εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Η κατηγορία 8 αφορά την κατηγορία το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία προς την κατηγορούσα αρχή κατά το έτος 2001 στην Λεμεσό εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το έγγραφο που αναφέρεται στην έβδομη κατηγορία. Η κατηγορία 9 αφορά το αδίκημα της απόκρυψης πληροφοριών οι οποίες τείνουν στο να αποδείξουν την αληθή κατάσταση των περιουσιακών υποθέσεων προσώπου που κηρύχθηκε σε πτώχευση, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 121 του περί πτωχεύσεως νόμου Κεφάλαιο 5 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2000 - 2003 στην Λεμεσό, ενώ ήταν διαχειριστής των εταιρειών που αναφέρονται στην κατηγορία 1, εσκεμμένα προέβη σε ουσιώδη κατακράτηση πληροφοριών, οι οποίες έτειναν στο να αποδείξουν την αληθή κατάσταση των πιο πάνω εταιρειών. Η κατηγορία 10 αφορά το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 270(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2001 - 2010 στην Λεμεσό, έκλεψε το χρηματικό ποσό των λιρών Κύπρου 519,985.46, περιουσία που του εμπιστεύτηκαν οι πιστωτές της εταιρείας Salmiyia holdings ltd για να το διαχειριστεί. Η κατηγορία 11 αφορά το αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3,4
(1)(iii)
(2)και 5(α) του Περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες νόμου 188
(1)/2007 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2001 - 2010 στην Λεμεσό, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι περιουσία, δηλαδή το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στην κατηγορία 10 αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Η κατηγορία 12 αφορά το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 105 και 35 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2001 - 2010 στην Λεμεσό, ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός, δηλαδή εκκαθαριστής, κατά κατάχρηση εξουσίας που αναγόταν στα καθήκοντά του, ενέργησε αυθαίρετη πράξη που παράβλαπτε τα δικαιώματα των πιστωτών της εταιρείας που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 11, δηλαδή ενώ έπρεπε να διαχειριστεί το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στην εν λόγω κατηγορία για λογαριασμό των πιστωτών της εν λόγω εταιρείας, αυτός το οικειοποιήθηκε. Η κατηγορία 13 αφορά το αδίκημα των ψευδών αξιώσεων από δημόσιους λειτουργούς, κατά παράβαση του άρθρου 104 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2001 - 2010 στην Λεμεσό, ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός, δηλαδή καθαριστής της εταιρείας που αναγράφεται στην λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 10 και είχε υποχρέωση να υποβάλει έγγραφα και αποδείξεις στο τμήμα εφόρου εταιρειών και επίσημου παραλήπτη, υπέγραψε και καταχώρησε στο πιο πάνω τμήμα έγγραφα και αποδείξεις που ήταν πλαστογραφημένα εις βάρος των πιστωτών της πιο πάνω εταιρείας και εν γνώση του ότι ήταν ψευδείς ως προς ουσιώδη στοιχεία των. Η κατηγορία 14 αφορά το αδίκημα της απόκρυψης πληροφοριών οι οποίες τείνουν στο να αποδείξουν την αληθή κατάσταση των περιουσιακών υποθέσεων προσώπου που κηρύχθηκε σε πτώχευση, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 121 του περί πτωχεύσεως νόμου Κεφάλαιο 5 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2000 - 2010 στην Λεμεσό, ενώ ήταν διαχειριστής της εταιρείας που αναφέρεται στην κατηγορία 10, εσκεμμένα προέβη σε ουσιώδη κατακράτηση πληροφοριών οι οποίες έτειναν στο να αποδείξουν την αληθή κατάσταση της πιο πάνω εταιρείας. Η κατηγορία 15 αφορά το αδίκημα λογαριασμών διαχειριστή και πληρωμών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 80 του περί πτωχεύσεως νόμου Κεφάλαιο 5 όπως τροποποιήθηκε και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2001 - 2010 στην Λεμεσό, ενώ ήταν διαχειριστής των εταιρειών A. Pieris Alakatoudi court ltd, δεν προέβη σε πληρωμή στο πρόσωπο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος κατά τον καθορισμένο τρόπο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ. 1, τα προσόντα του οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί σε θέματα γραφολογίας, υιοθέτησε την έκθεση του - τεκμήριο 3 και κατέθεσε το πρωτότυπο αυτής ως τεκμήριο
- Ακολούθως κατέθεσε ως τεκμήρια 5 έως 11 τα τεκμήρια που περιγράφονται στην έκθεση του ως τεκμήρια 1 έως 7 αντίστοιχα. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Η Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο 12, στην οποία καταγράφει τις ενέργειες που είχε προβεί η ίδια ως ανακρίτρια της υπόθεσης και τις πληροφορίες που έλαβε στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων της αναφορικά με τα παράπονα που υποβλήθηκαν εναντίον του κατηγορουμένου και τις θέσεις του κατηγορουμένου αντίστοιχα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της κατέθεσε ως τεκμήρια 13 έως 17 τις καταθέσεις που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο τον οποίο και αναγνώρισε, κατέθεσε τον κατάλογο διακίνησης τεκμηρίων ως τεκμήριο 18, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τα τεκμήρια 5 έως 11 που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας και ακολούθως κατέθεσε σειρά άλλων τεκμηρίων που λήφθηκαν στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης ως τεκμήρια 19 έως 35, η διακίνηση των οποίων είναι παραδεκτό ότι έχει γίνει νομότυπα. Ακολούθως η μάρτυρας προέβη σε μια γενική αναφορά και περιγραφή των τεκμηρίων που κατατέθηκαν και των θέσεων και των εκδοχών που πρόβαλε η κάθε πλευρά και γενικά για τις επίδικες κατηγορίες, διευκρινίζοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν ήταν δυνατή η διασταύρωση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου λόγω μη παρουσίασης εκ μέρους του κατηγορουμένου κάποιων στοιχείων, αναφερόμενη επίσης σε γενικές γραμμές και στην έκταση που γνώριζε ως προς τα καθήκοντα του κατηγορουμένου ως εκκαθαριστής εταιρειών. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της κατατέθηκαν τα τεκμήρια 36 και 37 που τιτλοφορούνται ως εκθέσεις που συντάχθηκαν από την ίδια και στα οποία καταγράφονται τα παράπονα που υποβλήθηκαν εναντίον του κατηγορουμένου και οι θέσεις του ιδίου, ως επίσης και άλλων ατόμων, καταγράφοντας επίσης και τις δικές της παρατηρήσεις, τοποθετήσεις και εισηγήσεις, θίγοντας προφορικά η μάρτυρας ότι κανονικά τέτοιες εκθέσεις δεν δίνονται στους δικηγόρους, υπεραμύνθηκε όμως της ορθότητας του τεκμηρίου
- Ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις και τοποθετήσεις αναφορικά με την φύση της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα ως προς τα παράπονα που έγιναν εναντίον του κατηγορούμενου, τις θέσεις που αυτός πρόβαλε και που ήταν συνεργάσιμος στα πλαίσια της ανάκρισης δίνοντας λεπτομερής καταθέσεις και παρουσίαζε δικαιολογητικά. Δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί για τεκμήρια που κατατέθηκαν αρχικά ως τεκμήρια προς αναγνώριση, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την πλημμελή και ανεπαρκή διερεύνηση της υπόθεσης και της καταχρηστικής προώθησης της παρούσας υπόθεσης και της απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων που ήταν ευνοϊκά για τον κατηγορούμενο και παρέπεμπε στο περιεχόμενο των καταθέσεων που λήφθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Αποδέχθηκε ότι υπήρχε δυσκολία στην διερεύνηση της υπόθεσης αλλά αυτό οφείλεται, κατά την ίδια, και στην απροθυμία του κατηγορουμένου να δώσει στοιχεία επικοινωνίας των πιστωτών, αποδεχόμενη ταυτόχρονα ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος την υποβολή του παραπόνου δυσχέρανε το έργο της αστυνομίας. Η Μ.Κ. 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε τις καταθέσεις της, ήτοι τα τεκμήρια 39 έως
- Στο τεκμήριο 39, αφού πρώτα κάνει αναφορά στην φύση των καθηκόντων της στο τμήμα εφόρου εταιρειών και επίσημου παραλήπτη ως βοηθός εξετάστρια στον κλάδο πτωχεύσεων και εκκαθαρίσεων και μου μεταξύ άλλων είναι και ο έλεγχος των λογαριασμών εισπράξεων και πληρωμών των ιδιωτών διαχειριστών / εκκαθαριστών, υιοθετεί συγκεκριμένη επιστολή και τεκμήρια που κατά την άποψη της είναι πιθανόν ο κατηγορούμενος να έχει καταχραστεί χρήματα και συνεπώς ο έφορος εταιρειών και επίσημος παραλήπτης υποβάλλει καταγγελία για διερεύνηση της υπόθεσης. Στο τεκμήριο 40, αφού προβαίνει εκ νέου σε αναφορά ως προς την φύση και την έκταση των καθηκόντων, προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την ίδρυση της εταιρείας A. Pieris estates Ltd και την ίδρυση άλλων 14 εταιρειών συνδεδεμένων με αυτήν και την μετέπειτα έκδοση διαταγμάτων εκκαθάρισης, όπου αρχικά προσωρινός εκκαθαριστής ενεργούσε ο επίσημος παραλήπτης από το 1986 όπου εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας και στις 3/2/2000 διορίστηκε εκκαθαριστής ο κατηγορούμενος. Μετά από έλεγχο που η ίδια έχει διενεργήσει, διαπίστωσε σειρά διπλοεγγραφών τις οποίες καταγράφει λεπτομερώς στην κατάθεση της, ως επίσης και η παραποίηση σε απόδειξη του κτηματολογίου όπου φαίνεται η παραποίηση ότι πληρώθηκε αντί 1 Λ.Κ που είναι το πραγματικό να ήταν Λ.Κ. 1100 και η διπλοεγγραφή για το ποσό των Λ.Κ. 387,76, ως οι σχετικές κατηγορίες 5 - 8 και τα τεκμήρια 6 και 5 για τις δύο αυτές περιπτώσεις. Για την τελευταία κατηγορία, αναφέρει ότι παραδίδει φωτοαντίγραφα αποδείξεων για την έκδοση επιταγών στα ονόματα συγκεκριμένων ατόμων, τα οποία όμως στην πραγματικότητα δεν έλαβαν αυτά τα χρήματα. Στο τεκμήριο 41, κάνει αναφορά στο τεκμήριο 5 όπου ουσιαστικά το ποσό αυτό έχει διπλοπεραστεί με διαφορετική ημερομηνία ήτοι την μια φορά με ημερομηνία 16/10/2001 και την άλλη φορά με ημερομηνία 5/12/
- Ακολούθως αναφέρει ότι κατά το έτος 2004 της παρουσιάστηκαν βιβλία ταμείου για τα έτη 2002 αλλά έκτοτε δεν της έχει παρουσιαστεί κάτι άλλο, τα οποία συμπλήρωσε συγκεκριμένος λογιστής κατόπιν αποδείξεων που του παρουσίαζε ο κατηγορούμενος, ο δε κατηγορούμενος δεν συμμορφωνόταν με την υποχρέωση του να υποβάλλει ανά εξάμηνο σχετικές καταστάσεις σε συγκεκριμένο έντυπο. Επιπρόσθετα αναφέρεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου πιστωτές δεν παρέλαβαν τις επιταγές που κάνει αναφορά ο κατηγορούμενος, ως επίσης αναφέρεται σε συγκεκριμένες διπλοεγγραφές, ως επίσης κάνει αναφορά ότι ο κατηγορούμενος δεν της έχει δικαιολογήσει ποσά με κατάλληλες αποδείξεις και που καταγράφεται συγκεκριμένο έλλειμμα. Ως προς την τελευταία κατηγορία, η μάρτυρας αναφέρει ότι οι επιταγές που εκδόθηκαν σε δύο συγκεκριμένα πρόσωπα δεν γνωρίζει τι απέγιναν, ούτε γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Θίγει επίσης το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρουσίαζε αποδείξεις πληρωμών που μόνο ο ίδιος ο κατηγορούμενος υπέγραφε και όχι τα άτομα που φέρονται να παρέλαβαν τα χρήματα. Αναφορικά με την εταιρεία Salmiyia holdings ltd, κάνει αναφορά σε ένορκη δήλωση του κατηγορούμενου και σχετικό λογαριασμό για τα έτη 2001 - 2002 όπου υποβλήθηκε στις 11/11/2010 και κατά την ίδια ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε κανονικές αποδείξεις για το ποσό των Λ.Κ. 787,347.
- Στο τεκμήριο 42, προβαίνει σε μια λεπτομερή αναφορά ως προς αποδείξεις πληρωμές που τελικά η ίδια αποδέχεται και ποιες δεν αποδέχεται, για τους λόγους που καταγράφονται στην κατάθεση της. Θίγει επίσης το γεγονός ότι οι εκκαθαριστές παρουσιάζουν κάποτε φωτοαντίγραφα αποδείξεων, όχι όμως κατασκευασμένες αποδείξεις από τους ίδιους. Αυτό το γεγονός έχει επιστηθεί στον κατηγορούμενο και παρά το γεγονός ότι δεσμεύθηκε ο κατηγορούμενος να διευθετούσε αυτήν την παρατυπία, εν τούτοις δεν το έπραξε. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, το ποσό που δεν δικαιολογεί και φαίνεται να οικειοποιήθηκε ο κατηγορούμενος ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ. 519,985.
- Αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε να προβεί σε διορθώσεις, πλην όμως η ίδια αναφέρει ότι αυτό δεν γίνεται διότι εκκρεμεί η καταγγελία στην αστυνομία και ποτέ δεν αναφέρθηκε στον κατηγορούμενο ότι το θέμα θεωρείτο λήξαν. Ως προς το άτομο που αφορά η τελευταία κατηγορία της υπό εξέταση υπόθεσης αναφέρει ότι δεν μπορεί το γραφείο του επίσημου παραλήπτη να τοποθετηθεί εάν θα πρέπει να πληρωθεί στο εν λόγω άτομο άλλο ποσό χρημάτων. Στην τελευταία της κατάθεση, ήτοι στο τεκμήριο 43, αναφέρει ότι για τις δύο επιταγές με δικαιούχο συγκεκριμένο δικηγόρο ύψους Λ.Κ. 300,000 και Λ.Κ. 67,847.46 για συγκεκριμένο άτομο δεν μπορεί να τις αποδεχθεί διότι δεν είναι αποδεικτικό στοιχείο ότι τα χρήματα αυτά κατέληξαν στο εν λόγω άτομο και εξ΄ άλλου το σύνολο των δύο επιταγών δεν αντιστοιχούν στο ποσό των Λ.Κ. 318,637.46 και συνεπώς ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε αποδεικτικά στοιχεία για την εταιρεία Salmiyia holdings ltd ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ. 519,985.46 και το οποίο φαίνεται να οικειοποιήθηκε ο κατηγορούμενος. Επίσης από τις καταστάσεις λογαριασμών της τράπεζας που εξασφαλίστηκαν από την αστυνομία για την εταιρεία Salmiyia holdings ltd και βάση της κατάστασης που παρέδωσε ο κατηγορούμενος στον έφορο εταιρειών φαίνεται να εισέπραξε το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 787,347.
- Αντεξεταζόμενη, στην μακρά και επίμονη διαδικασία, αφού αναφέρθηκε στα καθήκοντα της, ανέφερε ότι προέβη στην καταγγελία μέσω των ανωτέρων της αφού δεν βρέθηκε λύση με τον κατηγορούμενο και παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του και να παρουσιάσει τεκμήρια, αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις ότι η καταγγελία έγινε για να ασκηθεί πίεση στον κατηγορούμενο. Ως προς την εταιρεία Salmiyia holdings ltd ουσιαστικά ανέφερε ότι το ποσό για το οποίο καταγγέλθηκε ο κατηγορούμενος είναι η μη αποδοχή των αποδείξεων που ο κατηγορούμενος παρουσίασε και η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων και ελλειπών αποδεικτικών στοιχείων. Αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ίδιας ως βοηθού εξετάστριας και του κατηγορούμενου ως εκκαθαριστή, τα δε προβλήματα που η ίδια ήταν το 2002 και η πρώτη καταγγελία έγινε το 2013 και όταν ερωτήθηκε κατά πόσο είχε υποψίες εναντίον του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι την επιβεβαίωση θα την δώσει η αστυνομία και ότι η ίδια λάμβανε οδηγίες από τους ανωτέρους της. Αναφέρθηκε επίσης και στο ιστορικό της εκκαθάρισης του ομίλου εταιρειών στην έκταση που γνώριζε διότι η όλη διαδικασία είχε αρχίσει από το 1986 όπου ο έφορος εταιρειών για 14 έτη ήταν προσωρινός παραλήπτης / εκκαθαριστής, αποδεχόμενη ότι η όλη διαδικασία ήταν πολύπλοκη με πολλές ατασθαλίες με την έννοια ότι υπήρχαν πολλοί αγοραστές ακινήτων και πιστωτές και ως προς τα καθήκοντα της αυτά ήταν ο έλεγχος αυτών που υπέβαλλε ο κατηγορούμενος. Επανέλαβε την θέση της ότι δεν αποδέχθηκε τις αποδείξεις που ο κατηγορούμενος της προσκόμισε επειδή δεν υπήρχαν κάποια αποδεικτικά στοιχεία και επιπρόσθετα έθιξε το γεγονός ότι πληρωμές δεν γίνονταν από συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό, αρνούμενη υποβληθείσα θέση ότι για την πληρωμή των Λ.Κ. 367,000 για την οποία αναφέρθηκε στην κατάθεση της ότι έχει σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση, αν και σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι οι υποψίες της εναντίον του κατηγορουμένου ότι αποκόμισε και οικειοποιήθηκε χρήματα προέκυψαν μόνο από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε τις ορθές, κατά την ίδια, αποδείξεις. Ανέφερε ότι ως έφορος εταιρειών δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με οποιονδήποτε πιστωτή για να επιβεβαιώσουν κατά πόσο ο πιστωτής έλαβε συγκεκριμένο ποσό, ούτε να επέμβουν στον τραπεζικό λογαριασμό της εκκαθάρισης και συνεπώς η αστυνομία έπρεπε να επιβεβαιώσει κάποια στοιχεία και επιπλέον κάποιες αποδείξεις είχαν παραποιηθεί ή διπλοπεραστεί και αυτός ήταν ο λόγος που δεν τις αποδέχθηκε. Είναι η θέση της ότι το γεγονός πως ο κατηγορούμενος είχε αποδεχθεί κάποια λάθη ή διπλοεγγραφές δεν αγνοείται το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα ποσά απουσίαζαν από τον λογαριασμό της εκκαθάρισης ή ότι ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε τους ορθούς λογαριασμούς. Αντιλαμβάνεται το γεγονός ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή στοιχείων, όπως π.χ. του δήμου Λεμεσού, όμως ο κατηγορούμενος έχει την υποχρέωση να διατηρεί συγκεκριμένα στοιχεία, ο δε λόγος που η καταγγελία δεν έγινε νωρίτερα είναι επειδή δεν ήθελαν να οδηγηθούν σε μια μακρόχρονη Δικαστική διαδικασία και επειδή ήθελαν να δώσουν χρόνο στον κατηγορούμενο να συμμορφωθεί. Ερωτώμενη σχετικά του κατά πόσο έφτασε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε οικειοποιηθεί το χρηματικό ποσό που αφορά την εταιρεία Salmiyia holdings ltd ιδίως όταν της παρουσιάστηκε τραπεζικός λογαριασμός που εξασφάλισε η αστυνομία, απάντησε χαρακτηριστικά ότι η αστυνομία όφειλε να το αποδείξει και ότι η ίδια είχε λιγότερες αποδείξεις, ο κατηγορούμενος όφειλε να αποδείξει ότι ο τρόπος που η ίδια κατέληξε στο τελικό ποσό για τις υποψίες εναντίον του κατηγορουμένου είναι εσφαλμένος και η ίδια δεν μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη ότι ήταν ορθά τα στοιχεία που της παρουσιαζόταν επειδή δεν είχε τα στοιχεία, πέραν του γεγονότος ότι η ίδια λάμβανε οδηγίες από τους ανωτέρους της και το ίδιο ισχύει και για την προώθηση της καταγγελίας στην αστυνομία, αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις ότι δεν είχε πρόθεση να εξετάσει στο μέλλον τα στοιχεία που θα της προσκόμιζε ο κατηγορούμενος και ότι ήταν υποκειμενικά και μεροληπτικά τα κριτήρια της για την αποδοχή ή όχι αποδείξεων που της παρουσίαζε ο κατηγορούμενος. Επανέλαβε τις θέσεις για τους λόγους που δέχθηκε, αλλά και που δεν δέχθηκε αποδείξεις που της παρουσιάστηκαν από τον κατηγορούμενο όπως πχ. έλλειψη διοριστήριου δικηγόρου που να αποδεικνύει ότι δικηγόρος είχε διοριστεί από πιστωτή για να παραλάβει χρηματικά ποσά ή έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων ότι χρηματικά ποσά όντως κατέληξαν σε πιστωτές, αποδέχθηκε όμως ότι για να αρθεί ένα εμπράγματο βάρος θα πρέπει να γίνει και η ανάλογη πληρωμή και αποδέχθηκε ότι έχουν γίνει κάποιες πληρωμές αλλά δεν έχει τα ανάλογα αποδεικτικά στοιχεία, εάν όμως το κτηματολόγιο αποδεχθεί ότι έγιναν πληρωμές θα το αποδεχθεί και η ίδια. Ανέφερε ότι τα ποσά για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος είναι για την περίοδο από 2000 - 2003, αναφέροντας όμως ότι μετά έχουν εμπλακεί και άλλες εταιρείες του ομίλου με άλλες ημερομηνίες, της υποδείχθηκαν δε κατά το στάδιο της αντεξέτασης διάφορα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν αρχικά ως τεκμήρια προς αναγνώριση και η μάρτυρας δεν τα αναγνώρισε ή δεν μπορούσε να τοποθετηθεί, επαναλαμβάνοντας την θέση της ότι δεν είχε ενώπιον της τα ανάλογα αποδεικτικά στοιχεία για να αποδεχθεί συγκεκριμένες πληρωμές ή ότι έχουν καταλήξει τα ανάλογα χρηματικά ποσά στους πιστωτές, απαντώντας ταυτόχρονα σε σχετική υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει οικειοποιηθεί τα ανάλογα χρηματικά ποσά. Επικαλέστηκε τον τραπεζικό λογαριασμό της μητρικής εταιρείας και σύμφωνα με την ίδια υπήρχε έλλειμμα και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι τα οποιαδήποτε λάθη προέρχονταν από τον λογιστή του κατηγορούμενου και ότι η ίδια δεν μπορούσε να αντιληφθεί οποιοδήποτε έλλειμμα επειδή δεν είχε υπ΄ όψην της τους τραπεζικούς λογαριασμούς και σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος στις πολλές επικοινωνίες που είχαν δεν είχε την πρόθεση να καταθέσει τα ποσά που απουσίαζαν. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο ότι ο κατηγορούμενος ήταν συνεργάσιμος, δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επακριβώς σε θέσεις που αφορούσαν την πίεση που υπήρχε από Άραβες επενδυτές που αγόρασαν ακίνητη ιδιοκτησία από τον όμιλο εταιρειών της υπό εξέταση υπόθεσης και που έχουν διπλοπουληθεί και ενεγράφησαν από το κτηματολόγιο μόνο οι Κύπριοι αγοραστές και όχι οι αλλοδαποί αγοραστές. Επίσης επανέλαβε τις θέσεις της ότι ο λόγος που δεν δεχόταν συγκεκριμένες πληρωμές είναι επειδή δεν αφορούσαν πιστωτές συγκεκριμένης εταιρείας, αρνούμενη υποβληθείσα θέση περί σύνδεσης μεταξύ των εν λόγω εταιρειών. Συμφώνησε ότι ένα από τα βασικά λογιστικά λάθη είναι να περαστεί μια απόδειξη με τον ίδιον αριθμό δύο φορές σε ένα βιβλίο, αρνήθηκε όμως σχετικές θέσεις που είχαν ως επίκεντρο ότι οι διπλοπεράσεις ήταν λάθος του λογιστή και ότι ο κατηγορούμενος θεώρησε ότι θα έπρεπε να περαστούν και στις δύο εταιρείες, τονίζοντας ότι θα έπρεπε να δώσει τις ορθές οδηγίες ο κατηγορούμενος στον λογιστή. Η Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε τις καταθέσεις της, ήτοι τα τεκμήρια 46 -
- Στο τεκμήριο 46 κάνει αναφορά στα καθήκοντα της σε συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα και στο άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού από τον κατηγορούμενο στις 23/6/2011 ως διαχειριστή της εταιρείας A. Pieris Alakatoudi court ltd και στην έκδοση δύο επιταγών προς τα πρόσωπα που αναφέρονται στην κατάθεση της, οι οποίες δεν έχουν εξαργυρωθεί εντός της προθεσμίας των 6 μηνών και συνεπώς ακυρώθηκαν, επανεκδόθηκαν όμως σε κατοπινό στάδιο και έχουν πληρωθεί. Στο τεκμήριο 47 κάνει αναφορά ότι οι δύο επιταγές για το ποσό των Λ.Κ 300,000 και Λ.Κ. 67,847.46 έχουν πληρωθεί και συμπληρωματικά στο τεκμήριο 48 δίνει συγκεκριμένες διευκρινήσεις για αυτές τις πληρωμές, στο δε τεκμήριο 49 αναφέρεται στον εντοπισμό του πρωτότυπου της μιας επιταγής. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της κατατέθηκαν τα τεκμήρια 50 - 55 για τα οποία γινόταν αναφορά στις καταθέσεις της. Αντεξεταζόμενη αναφέρθηκε στα καθήκοντα της και αναγνώρισε και τελικώς κατατέθηκαν τα τεκμήρια 56 και 57 και κατατέθηκε το τεκμήριο
- Η Μ.Κ. 5 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι υπεύθυνη στον κλάδο αιτήσεων στο κτηματολόγιο Λεμεσού και όσον αφορά το τεκμήριο 6 (το οποίο έχει αναγνωρίσει στην συνέχεια της κυρίως εξέταση της) αναφέρει ότι είναι απόδειξη που δόθηκε από τον κλάδο του κτηματολογίου σε αίτηση για αντίγραφο τίτλου με συγκεκριμένο αριθμό στις 5/2/2001 και το ποσό που χρεωνόταν για έκδοση τίτλου με συνιδιοκτήτες ήταν Λ.Κ.
- Από έλεγχο που έγινε στα αρχεία του κτηματολογίου δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί η συγκεκριμένη αίτηση, ούτε και το διπλότυπο των αποδείξεων διότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα και λόγω έλλειψης χώρου και οδηγιών καταστρέφονται. Το τεκμήριο 6 φαίνεται καθαρά να είναι παραποιημένη, δηλαδή το ποσό ολογράφως αναφέρεται σε μία Λ.Κ. ενώ αριθμητικώς Λ.Κ. 1100 και οι επιπρόσθετοι αριθμοί είναι με πέννα ενώ η απόδειξη είναι αντίγραφο λαδόκολλας. Επίσης στο πίσω μέρος της απόδειξης φαίνεται ως Λ.Κ. 1 αριθμητικώς. Αυτές οι αποδείξεις εκδίδονται εις τριπλούν σε λαδόκολλα διπλής όψης και το στέλεχος άσπρου χρώματος έμενε στο βιβλιαράκι, το κίτρινο αντίγραφο διδόταν στον πελάτη και το ροζ αντίγραφο επισυναπτόταν στην αίτηση για χρήση στο κτηματολόγιο. Όσον αφορά τις αποδείξεις που δηλώνει ο κατηγορούμενος ότι πλήρωσε για αγορά μονοπατιού Λ.Κ. 11800 για την εταιρεία Salmiyia holdings ltd και το ποσό των Λ.Κ. 500 για πληρωμή της χωρομετρίας αναφέρει ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε πληροφορία ή να ελεγχθεί αν έχουν γίνει αυτές οι πληρωμές διότι δεν υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία των κτημάτων ή των πληρωμών. Αντεξεταζόμενη αναφέρθηκε στην φύση και στην έκταση των καθηκόντων της, ανέφερε ότι δεν ήρθε κοντά της οποιοσδήποτε αστυνομικός για να της λάβει άλλη κατάθεση ή να της υποδείξει άλλα έγγραφα. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο επειδή ερχόταν πολύ τακτικά στο κτηματολόγιο και διευκρίνησε ότι για να κατατεθεί ένα ΜΕΜΟ θα πρέπει να υπάρχει απόδειξη ενώ για να αρθεί όχι, χωρίς να γνωρίζει τι διευθετήσεις έχουν γίνει από τα εμπλεκόμενα μέρη για να αρθεί ένα ΜΕΜΟ ή υποθήκη. Περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθείτο με το τριπλότυπο των αποδείξεων όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις της για το έκδηλο της παραποίησης που έγινε στο τεκμήριο
- Τέτοιες αιτήσεις όπως ήταν και στην προκειμένη περίπτωση καταστρέφονται κάθε τρία χρόνια με οδηγίες του διευθυντή του κτηματολογίου και κάθε πέντε χρόνια τα βιβλία που εκδίδονται οι αποδείξεις, όταν έδιδε δε την κατάθεση της ήταν όλα διαγραμμένα και δεν μπορούσε να βρει την αίτηση ή την απόδειξη του κτηματολογίου, αλλά αν έδινε την κατάθεση της νωρίτερα θα μπορούσε να εντοπιστούν, επαναλαμβάνοντας την θέση της για τους λόγους που δεν ήταν δυνατό να δοθούν περισσότερες πληροφορίες για τις πληρωμές που αναφέρθηκε στην κατάθεση της, παραπέμποντας ταυτόχρονα στα αρμόδια τμήματα. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης της κατατέθηκε το τεκμήριο Χ προς αναγνώριση που ακολούθως κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο με αρίθμηση 67, για το οποίο η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν της υποδείχθηκε από την ανακρίτρια και ότι αυτό το τεκμήριο αναφέρεται σε άλλη εταιρεία, χωρίς να μπορεί να τοποθετηθεί σε υποβληθείσα θέση ότι οι δύο εταιρείες είναι αλληλένδετες και ότι για να εκδοθεί το τεκμήριο 67 έχει γίνει και η σχετική πληρωμή. Ο Μ.Κ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι δεν έχει λάβει μεν από τον κατηγορούμενο για συγκεκριμένη αγωγή που ερωτήθηκε οποιοδήποτε ποσό για δικηγορικά έξοδα ή για λογαριασμό των πελατών του, όμως για άλλη αγωγή με τον αμέσως επόμενο αριθμό από αυτόν που ερωτήθηκε, η εταιρεία Salmiyia holdings ltd ήταν η εναγόμενη 1 και για την εν λόγω αγωγή έχει εισπραχθεί το ποσό των ΛΚ. 7,500, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στην συνέχιση της κυρίως εξέτασης του ως τεκμήριο 61 και ήταν για πλήρη εξόφληση της αγωγής. Ακολούθως έδωσε διευκρινήσεις για την ύπαρξη των δύο αγωγών και τι αφορούσαν. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ. 7 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι το 1987 αγόρασε ένα διαμέρισμα σε μισοτελειωμένη πολυκατοικία από την εταιρεία ZENIOS CONSTRUCTIONS (LIMASSOL) LTD για το ποσόν των 21.000 ΛΚ. Έδωσε προκαταβολή και πλήρωνε με δόσεις και έδωσε συνολικά το ποσό των 10.000 ΛΚ και του δόθηκαν αποδείξεις. Πριν εξοφλήσει το διαμέρισμα και του μεταβιβαστεί, η πιο πάνω εταιρεία γύρω στο 1991 σταμάτησε το χτίσιμο της πολυκατοικίας. Μέσω δικηγόρου κίνησε αγωγή εναντίον της πιο πάνω εταιρείας και εκδόθηκε απόφαση του 1993 για να το πληρώσει το ποσό των 9000 ΛΚ πλέον τόκους και όπως τα υπολόγισε ο ίδιος έπρεπε να του δώσουν 14.000 ΛΚ. Η εταιρεία δεν του έδωσε το πιο πάνω ποσό και σε κάποια φάση άκουσε ότι πτώχευσε η εταιρεία και επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο πολλές φορές, ο οποίος του είπε ότι θα πουλούσε κάποιες πολυκατοικίες και θα του έδινε μέρος των χρημάτων του. Εκείνο το διάστημα είχε πολλά προβλήματα διότι έχει παιδί άρρωστο και χρειαζόταν τα χρήματα. Δέκα χρόνια μετά που εκδόθηκε η απόφαση ο κατηγορούμενος του έδωσε το ποσό των 2000 ΛΚ και 3000 ΛΚ σε μετρητά σε δύο συναντήσεις που είχαν. Κατά την δεύτερη συνάντηση που είχαν του υπέγραψε μία απόδειξη κενή και του είπε ότι αν τα καταφέρει θα του έδινε και άλλα χρήματα. Δεν του έδωσε όμως και υπολόγισε ότι δεν τα κατάφερε. Η απόδειξη υπογράφτηκε από τον ίδιο αλλά δεν έγραψε οτιδήποτε πάνω στην απόδειξη και ο ίδιος δεν έχει πάρει 7000 ΛΚ όπως ανέφερε. Επειδή δεν του έδωσε απόδειξη ο ίδιος δεν ξέρει τι υπέγραψε πάνω. Πριν του δώσει τα πιο πάνω χρήματα πήγανε μαζί στο Δικαστήριο και υπόγραψε στον πρωτοκολλητή ένα έγγραφο το οποίο δεν διάβασε όπως του ζήτησε ο κατηγορούμενος να κάνει για να δείξουν ότι ήταν χρέος της της εταιρείας που αναφέρθηκε πιο πάνω. Ο ίδιος υπόγραψε χωρίς να δει την εγγραφή το έγγραφο. Στο έγγραφο του δικαστηρίου αναγράφεται ότι του χρωστούσαν 19.000 ΛΚ και πρέπει να είναι με τους τόκους. Δεν βρήκε το συμβόλαιο που έκανε με την πιο πάνω εταιρεία. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι αναμένονταν κάποιες εγγυητικές και ότι μετά θα του έδινε την απόδειξη, πράγμα που δεν έγινε ποτέ, κατέθεσε δε το τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στην γνωριμία του με τον κατηγορούμενο και την αγορά του διαμερίσματος που αναφέρθηκε στην κατάθεση του και τα όσα ακολούθησαν με την έγερση της αγωγής, την διάλυση της εταιρείας από την οποία αγόρασε το διαμέρισμα και τον διορισμό του κατηγορούμενου ως εκκαθαριστή, το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε το παιδί του και την μεσολάβηση του κατηγορούμενου για να πάρει πίσω τα χρήματα που έδωσε για την αγορά του διαμερίσματος, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι το ποσό που έλαβε ήταν αυτό που αναγράφεται στο τεκμήριο 63 και ότι ήταν δανεικά χρήματα λόγω της αδικίας που υπήρχε με την εταιρεία ZENIOS CONSTRUCTIONS (LIMASSOL) LTD, χωρίς ν γνωρίζει κάτι εάν υπάρχει κενό που πρέπει να καλυφθεί για να επιστραφούν τα χρήματα στην ZENIOS CONSTRUCTIONS (LIMASSOL) LTD. Ο Μ.Κ. 8 ως μέρος της κυρίως της εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι εργάζεται ως επιθεωρητής λογαριασμών στο κοινοτικό συμβούλιο Αγίου Τύχωνα. Ως προς το ζήτημα κατά πόσο τον Ιούλιο του 2008 έγινε οποιεσδήποτε πληρωμές για φόρους της εταιρείας Salmiyia holdings ltd αναφέρει ότι μετά από έλεγχο που έκανε στο ηλεκτρονικό σύστημα δεν φαίνεται να έγιναν οποιεσδήποτε πληρωμές για αυτήν την εταιρία. Ως προς το αντίγραφο της επιταγής προς το κοινοτικό συμβούλιο Αγίου Τύχωνα ημερομηνίας 17 Ιουλίου 2008 για το ποσό των € 9,000 με συγκεκριμένο αριθμό την οποία υπογράφει ο ίδιος με τα αρχικά του αναφέρει ότι μετά από έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι η επιταγή αυτή αφορά πληρωμή χορηγίας που έκανε στις 18 Ιουλίου 2008 ο κατηγορούμενος για τις εκδηλώσεις των Αμαθούσιων
- Εκ παραδρομής δεν αναγράφηκε ο αριθμός της επιταγής πάνω στην απόδειξη που γράφτηκε ότι έγινε με μετρητά η πληρωμή. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε τα τεκμήρια 65 και 66 τα οποία είναι η επιταγή και η απόδειξη που κάνει αναφορά στην κατάθεση του, ήτοι την επιταγή για το ποσό των € 9,000 και την αντίστοιχη απόδειξη που εκδόθηκε. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στην φύση και την έκταση των καθηκόντων του, τις συνθήκες και τους λόγους που εκδόθηκαν τα τεκμήρια 65 και 66, καθώς επίσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την κατάθεση του, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι τα τεκμήρια 65 και 66 εκδόθηκαν αφού προηγήθηκε κατάθεση μετρητών από τον κατηγορούμενο και ότι δεν ήταν ο κατηγορούμενος που εξέδωσε το τεκμήριο
- Αναγνώρισε το τεκμήριο 67, δεν ήταν όμως σε θέση να τοποθετηθεί για το ποιοι ήταν οι ιδιοκτήτες των τεμαχίων αυτών που φαίνονται στο τεκμήριο 67 και παρέπεμπε στον αρμόδιο τεχνικό, συμφώνησε όμως ότι ένα εξ΄ αυτών ανήκει στο κοινοτικό συμβούλιο του Αγίου Τύχωνα από το 2001 ως χώρος στάθμευσης, ως επίσης αναγνώρισε το τεκμήριο 68 που είναι δέσμη αποδείξεων που εκδόθηκαν από το κοινοτικό συμβούλιο Αγίου Τύχωνα και δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σε υποβληθείσα θέση ότι δεν έχει βρει αποδείξεις της Salmiyia holdings ltd για το έτος 2008 λόγω της μεταβίβασης που έγινε από την εν λόγω εταιρεία στην εταιρεία A, PIERIS HOTELS LTD . Ο Μ.Κ. 9 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την έκθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Σε αυτήν κάνει αναφορά στην φύση και την έκταση του ανακριτικού έργου που έλαβε χώρα και τις θέσεις που προέβαλαν τα εμπλεκόμενα μέρη. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε τα τεκμήρια 71 και 72 που αφορά Διάταγμα αποκάλυψης και η απάντηση που λήφθηκε από συγκεκριμένη τράπεζα ότι δεν τηρούνται πλέον συγκεκριμένα αρχεία. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην φύση και την έκταση των καθηκόντων του και ότι ανέλαβε ανακριτικά καθήκοντα μετά την Μ.Κ. 2 η οποία προέβη στο μεγαλύτερο ανακριτικό έργο, κατατέθηκε το τεκμήριο 73 ως η κατάθεση του δικηγόρου ενός εκ των πιστωτών, ο οποίος έχει αποβιώσει και με την οποία με βάση τον μάρτυρα αυτόν επιβεβαιώνεται η πληρωμή που έγινε σε αυτόν τον πιστωτή και το επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο μάρτυρας με τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον πιστωτή. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δικαιολόγησε κάποιο μέρος του ποσού, δεν γνωρίζει όμως το ύψος, ο δε κατηγορούμενος ήταν στην διάθεση των αρχών για διευκρινήσεις και παροχή βοήθειας για εντοπισμό δικαιολογητικών, όμως δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο να τοποθετηθεί όταν οι ίδιοι διερευνούσαν τα ποσά, δεν μπορεί όμως ο μάρτυρας να καταλήξει στο συμπέρασμα περί οικειοποίησης χρηματικών ποσών από τον κατηγορούμενο, συμφωνώντας ότι ο βασικότερος λόγος είναι η πάροδος 20 χρόνων, ιδίως για τον πιστωτή από το Κουβέιτ. Επίσης ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις αναφορικά με το ανακριτικό έργο και τις τοποθετήσεις του κατηγορουμένου μέσα από καταθέσεις του, συμπεριλαμβανομένου και των τεκμηρίων Ω, Ω1 και Ω2 προς αναγνώριση που ακολούθως σημειώθηκαν ως τεκμήρια 80, 81 και 75 αντίστοιχα. Συμφώνησε ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος είχε δυσχεράνει το ανακριτικό έργο, ιδίως για κάποιες πληρωμές, υπεραμυνόμενος του τρόπου που εκτελέστηκε το ανακριτικό έργο. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 9 η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου αποφασίστηκε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Η κυρίως εξέταση του ήταν μακροσκελέστατη, σε αντίθεση με την αντεξέταση του. Στην κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στα καθήκοντα και εμπειρία του ως εκκαθαριστής και γενικά στα προσόντα και γνώσεις του. Υιοθέτησε τις καταθέσεις του, ήτοι τα τεκμήρια 13 -
- Στο τεκμήριο 13 κάνει αναφορά στον διορισμό του ως εκκαθαριστής του ομίλου εταιρειών, τον τρόπο αμοιβής του, και τα προβλήματα που αντιμετώπισε και που κυρίως ήταν η μη μεταβίβαση των ακίνητων ιδιοκτησιών που αγοράστηκαν από Κύπριους και ξένους και που δεν έχουν ολοκληρωθεί, με αποτέλεσμα να κινηθούν Δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο, αλλά και στο ΕΔΑΔ από τον Σεϊχη και την πριγκίπισσα του Κουβέιτ και που αφορούσε ακίνητη ιδιοκτησία μεγάλης έκτασης και αξίας. Ως αποτέλεσμα των δικών του ενεργειών κατέστη εφικτό η έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας στους πλείστους αγοραστές. Αναφέρθηκε στον διορισμό λογιστή και στην παρεξήγηση που έγινε μεταξύ αυτού και της Μ.Κ. 3 με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να τον παύσει και αυτό έγινε αφού προηγήθηκε η αναζήτηση διευκρινήσεων από πλευράς εφόρου στα στοιχεία που υπέβαλε ο λογιστής και τις εξηγήσεις που δόθηκαν και ο κατηγορούμενος θεώρησε το όλο θέμα λήξαν από τότε μετά και από τις εξηγήσεις που έχει δώσει, θίγοντας το γεγονός ότι άφησαν να παρέλθει ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να γίνει η καταγγελία εναντίον του από το χρονικό σημείο που υπέβαλε τους λογαριασμούς και ουδέποτε του ζητήθηκε η προσκόμιση πρωτότυπων αποδείξεων. Ως προς το τεκμήριο 5 όταν έδινε την κατάθεση του - τεκμήριο 13, δεν θυμόταν τι έχει γίνει, αρνήθηκε οποιαδήποτε παραποίηση σε αυτό, ήταν δε στα στοιχεία που έδινε στον λογιστή του και ο οποίος δεσμεύθηκε να προβεί στις ανάλογες διορθώσεις όπου εκεί ήταν αναγκαίο. Απέδωσε τις διπλοπεράσεις που καταγράφονται που έγιναν και που καταγράφονται στην κατάθεση του σε λάθος του λογιστή και του υπαλλήλου του, έδωσε διευκρινήσεις και εξηγήσεις για συγκεκριμένες πληρωμές, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι συγκεκριμένες εταιρείες συνδέονταν μεταξύ τους όταν κτιζόταν εκ μέρους μιας εταιρείας ένα κτήριο σε ακίνητη ιδιοκτησίας άλλης εταιρείας, αλλά και της τελευταίας υπό εξέταση κατηγορίας που αφορούσαν έκδοση επιταγών που αρχικά δεν έγιναν αποδεκτές λόγω αξίωσης μεγαλύτερων ποσών και ξέχασε ο κατηγορούμενος να αφαιρέσει τα ονόματα τους από τους λογαριασμούς, όμως αργότερα η πληρωμή έγινε. Ως προς το τεκμήριο 6 ανέφερε ότι πράγματι ο ίδιος ανέγραψε το ποσό των Λ.Κ. 1100 και ότι το πραγματικό ποσό που πλήρωσε ήταν Λ.Κ. 1 αλλά εκείνη την ημέρα πλήρωσε το πιο πάνω ποσό για να αφαιρέσει δύο ΜΕΜΟ και ανέγραψε το ποσό αυτό για να το θυμάται για να το πει στον λογιστή και δεν έχει άλλα στοιχεία περί τούτου. Πρέπει ο λογιστής να έχει περάσει την απόδειξη αυτή από λάθος, δεν είχε σκοπό ο ίδιος να το οικειοποιηθεί και δεν ήταν σε θέση να θυμάται εάν του έχουν δοθεί αποδείξεις από το κτηματολόγιο για αυτά τα ΜΕΜΟ. Στο τεκμήριο 14 δίνει περισσότερες διευκρινήσεις αναφορικά με την πληρωμή που έγινε και που αφορά την τελευταία υπό εξέταση κατηγορία, αναφέρθηκε στον διορισμό του και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτό, ήτοι η αδυναμία του γραφείου του εφόρου να διεκπεραιώσει τις εκκρεμότητες και η καταχώρηση στο ΕΔΑΔ προσφυγή εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον Σείχη του Κουβέιτ και του ιστορικού που προηγήθηκε και που περιέγραψε και τος προσπάθειες που έγιναν για να ικανοποιηθεί η αξίωση του εν λόγω ατόμου, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας με τα προβλήματα που επίσης βρέθηκε αντιμέτωπος και που έχει περιγράψει, όπως π.χ. η ύπαρξη εμπράγματων βαρών, η ύπαρξη μονοπατιού και κτίσιμο σε κρατική γη και πιο συγκεκριμένα μονοπάτι και την υπέρβαση τους μετά και από οδηγίες του τότε γενικού εισαγγελέα. Διευκρίνισε ότι ο λόγος που παρουσίασε δικές του αποδείξεις και όχι πρωτότυπες είναι διότι και άλλοι συνάδελφοι του αυτό έπρατταν και όλες οι πληρωμές που αναφέρει στις αποδείξεις του έχουν γίνει και δεν έχει οικειοποιηθεί οποιοδήποτε ποσό. Ακολούθως προβαίνει σε μια καταγραφή συγκεκριμένων πληρωμών που έχει προβεί και τις συνθήκες και τους λόγους που έχει προβεί σε αυτές. Στα τεκμήρια 15 και 17 κάνει αναφορά σε συγκεκριμένες πληρωμές, στο δε τεκμήριο 16 αναφέρει ως προς το άτομο που αφορά η τελευταία κατηγορία ότι δεν μπορεί να προβεί σε αυτό το άτομο οποιαδήποτε πληρωμή εάν καταθέσει επαλήθευση χρέους. Ως προς τον Μ.Κ. 7 αναφέρει ότι το εν λόγω άτομο αντιμετώπιζε το παιδί του προβλήματα υγείας και τον βοήθησε και του έδωσε πράγματι Λ.Κ. 7,000 και όχι Λ.Κ. 5000 όπως αρχικά είχε αναφέρει και επιπρόσθετα έχει πληρώσει κάποιες εγγυητικές, τα δε χρήματα του τα έδωσε από δύο εταιρείες του ομίλου και τα οποία επιστράφηκαν στην μια και θα επιστραφούν στην άλλη. Ακολούθως δίνει κάποιες διευκρινήσεις για άλλες πληρωμές, υπεραμυνόμενος την αλήθεια του γεγονότος ότι έγιναν οι πληρωμές αυτές, οι δε πληρωμές που γίνονταν στους δικηγόρους γίνονταν ξεχωριστά για τα δικηγορικά τους έξοδα και εκδίδονταν αποδείξεις, όχι όμως για τους πελάτες τους διότι διεκδικούσαν μεγαλύτερα ποσά. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του προέβη σε μια ιστορική αναδρομή της πορείας των εταιρειών και της εκκαθάρισης του ομίλου εταιρειών που ανέλαβε ο ίδιος ως εκκαθαριστής, τα προβλήματα που συνάντησε και τις ενέργειες που είχε προβεί για την επίλυση τους, δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι εκκρεμούσε προσφυγή εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας που καταχώρησε ο Σείχης του Κουβέιτ που ενέπιπτε στο ίδιο πλαίσιο προβλημάτων που προέκυψαν συνεπεία της μη έκδοσης τίτλων ιδιοκτησίας σε αγοραστές ακίνητης ιδιοκτησίας, είτε λόγω διπλοπουλήσεων ή λόγω μη ολοκλήρωσης των έργων, ύπαρξης εμπράγματων βαρών. Αντιμετώπισε ο ίδιος προβλήματα ακόμα και στον εντοπισμό πωλητηρίων εγγράφων και των αγοραστών που ήταν πολλοί και σε διάφορες χώρες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπήρχαν προξενικές αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας σε κάποιες χώρες και αναγκαστικά μετέβαινε ο ίδιος σε αυτές, σε συνάρτηση ότι εταιρείες του ομίλου συνδέονταν μεταξύ τους στην ανέγερση διαφόρων έργων. Ακολούθως αναγνώρισε διάφορα τεκμήρια τα οποία αρχικά είχαν κατατεθεί ως τεκμήρια προς αναγνώριση, ως επίσης κατέθεσε διάφορα άλλα τεκμήρια, δίνοντας εξηγήσεις και διευκρινήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους και τις συνθήκες και τους λόγους που αυτά έχουν συνταχθεί και περιήλθαν στην κατοχή του. Επίσης, τόσο μέσα από τεκμήρια που είχαν ήδη κατατεθεί πριν την δική του μαρτυρία, όσο και κατά την δική του μαρτυρία, έδωσε εξηγήσεις και διευκρινήσεις ως προς τις πληρωμές που ο ίδιος προέβαινε, τις αποδείξεις που εκδίδονταν και παρουσιάζονταν, υπεραμυνόμενος του γεγονότος ότι οι πληρωμές έγιναν προς τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, δεν έχει οικειοποιηθεί οποιοδήποτε ποσό, δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος έχει συναντήσει δυσκολίες στον εντοπισμό τεκμηρίων, ως επίσης απέδωσε σε λάθος του τότε λογιστή του για το ζήτημα των διπλοπεράσεων και στην παρεξήγηση που έγινε μεταξύ του ιδίου και της Μ.Κ.
- Τότε ο κατηγορούμενος, όπως αναφέρθηκε σε κατοπινό στάδιο, μετά από αυτό το περιστατικό και την παρεξήγηση που έγινε μεταξύ του λογιστή και την Μ.Κ. 3 τον απάλλαξε από τα καθήκοντα του ως λογιστή και λόγω αυτής της παρεξήγησης έκτοτε η Μ.Κ. 3 δεν αποδεχόταν τις αποδείξεις που ο κατηγορούμενος παρουσίαζε, αφού πρώτα ο κατηγορούμενος παρουσίαζε τις αποδείξεις στον λογιστή και ο κατηγορούμενος δεν είχε καμία ανάμειξη με τις διπλοπεράσεις. Έδωσε λεπτομερή αναφορά ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς ακινήτων, τις μεταβιβάσεις που έγιναν, τον λόγο που έγιναν, όπως κτίσιμο σε Κρατική γη και ύπαρξης μονοπατιού, αναγνωρίζοντας, καταθέτοντας, αναλύοντας και επεξηγώντας συγκεκριμένα τεκμήρια και κάνοντας αναφορά στα προβλήματα που συνάντησε και τον τρόπο που αυτά επιλύθηκαν, όπως π.χ. ανεύρεση πιστωτών και εξάλειψη εμπράγματων βαρών. Αναγνώρισε και κατέθεσε επίσης τα τεκμήρια 84 έως 99, κάνοντας αναφορά στις δυσκολίες που αντιμετώπισε, στην είσπραξη όλων των ποσών από πλευράς του Σείχη του Κουβέιτ και την επικοινωνία που είχε μαζί με τον ίδιο και τον δικηγόρο του, χαρακτηρίζοντας ως έντιμους τον δικηγόρο του εν λόγω ατόμου αλλά και του πρώην γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας, κάνοντας μια ιστορική αναδρομή στο τι προηγήθηκε και ακολούθησε της αγοράς της ακίνητης ιδιοκτησίας από τον Σείχη του Κουβέιτ και τις ενέργειες που προέβη. Ανέφερε ότι για να αποσυρθούν τα εμπράγματα βάρη όπως ΜΕΜΟ ή υποθήκες θα έπρεπε να πληρωθούν, αν και για κάποια από αυτά δεν θυμόταν λεπτομέρειες, πλην όμως μετά από πάροδο πολλών χρόνων πάρα πολλοί αγοραστές κατάφεραν τελικώς να εξασφαλίσουν τίτλο ιδιοκτησίας, κάνοντας επίσης αναφορά και στην έγερση Δικαστικών διαδικασιών από άτομα που αγόρασαν ακίνητη ιδιοκτησία από τον όμιλο εταιρειών και στην έκδοση Δικαστικών αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης και της προσφυγής στο ΕΔΑΔ εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον Σείχη του Κουβέιτ, η απαίτηση του οποίου έχει ικανοποιηθεί πλήρως και έγινε η αντίστοιχη απόσυρση των εμπράγματων βαρών, κάνοντας ειδική αναφορά και παραπομπή σε τεκμήρια που αναγνώρισε και κατέθεσε και που αφορούσαν όχι μόνο την συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και σε πληρωμές που έγιναν σε άλλα άτομα που ήταν πιστωτές που αφορούσαν την εκκαθάριση του ομίλου εταιρειών, δίνοντας περαιτέρω εξηγήσεις και διευκρινήσεις ως προς τις πληρωμές που έγιναν και τι αντιστοιχούσαν. Αναφέρθηκε στην κατάθεση ανάλυσης υπολοίπου εισπράξεων και πληρωμών της εταιρείας Salmiyia holdings ltd και την πώληση τεμαχίου της εν λόγω εταιρείας στην ΑΗΚ και στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της Πολεοδομίας και αργότερα δόθηκε στο κοινοτικό συμβούλιο Αγίου Τύχωνα ως χώρος στάθμευσης. Επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες στο τεκμήριο 6 ανέγραψε ο ίδιος το ποσό των Λ.Κ. 1100 αντί Λ.Κ. 1 που πραγματικά πληρώθηκε στην εν λόγω απόδειξη διότι εκείνην την ημέρα ενημερώθηκε ότι έπρεπε να πληρωθεί το ποσό Λ.Κ. 1100 για άρση ΜΕΜΟ για να γίνει μια μεταβίβαση και το ανέγραψε στην απόδειξη για να θυμάται και κατονόμασε τον ένα από τους δύο εμπράγματους πιστωτές δια μέσου και του τεκμηρίου
- Ο δε άλλος ήταν ο Σείχης του Κουβέιτ μέσω του δικηγόρου του και τον έχει διασυνδέσει μέσω του τεκμηρίου 108, στοιχεία που κατάφερε να τα εντοπίσει τώρα τελευταία αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, ενώ όταν έδινε την κατάθεση του δεν τα είχε υπ΄ όψην του, τονίζοντας ότι δεν είχε σκοπό να αποκομίσει και ούτε αποκόμισε οποιοδήποτε χρηματικό ή άλλο όφελος, πράγμα που το είπε στην Μ.Κ.
- Αναφορικά με το τεκμήριο 66 ανέφερε ότι ο ίδιος από προσωπικά του έξοδα έχει δώσει το ποσό που αναγράφεται σε αυτό ως ένδειξη εκτίμησης και αναγνώρισης της πολύτιμης βοήθειας που το κοινοτικό συμβούλιο Αγίου Τύχωνα του προσέφερε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένου και της έκδοσης πιστοποιητικών τελικής έγκρισης και της διευκόλυνσης στην έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας, κάνοντας ουσιαστικά το εν λόγω συμβούλιο υπερβάσεις, χωρίς όμως αυτό το ποσό να αποτελεί δωροδοκία παρά μόνο έκφραση εκτίμησης και αφού έχουν εκδοθεί οι τίτλοι και όταν του ζητήθηκε από το κοινοτικό συμβούλιο να βοηθήσει στην εκδήλωση των Αμαθουσίων 2008, πράγμα που έπραξε και οι σχέσεις του με το εν λόγω συμβούλιο δεν θα επηρεάζονταν εάν δεν έδινε το εν λόγω ποσό. Για το εν λόγω ποσό ανέφερε ότι ο λόγος που δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε ως πληρωμή από την εταιρεία Salmiyia holdings ltd το 2008 είναι διότι τότε δεν υπήρχε λόγω και της μεταβίβασης του ακινήτου που έγινε, τώρα υπάρχει μόνο η εταιρεία A. PIERIS HOTELS LTD από την οποία γίνονται οι μεταβιβάσεις και οι πληρωμές, παραπέμποντας στο τεκμήριο
- Αναφορικά με τον Μ.Κ. 7 ανέφερε ότι αυτό το άτομο έχει αγοράσει ένα ακίνητο από την εταιρεία ZENIOS CONSTRUCTION LTD και ο κατηγορούμενος είναι εκκαθαριστής αυτής της εταιρείας. Ο Μ.Κ. 7 του ανέφερε για το πρόβλημα υγείας που είχε το παιδί του και του ζήτησε χρήματα. Τότε και με την έγκριση του εφόρου εταιρειών έδωσε χρήματα από άλλη εταιρεία που ήταν εκκαθαριστής με την αντίστοιχη υποχρέωση να επιστραφούν τα χρήματα στην εν λόγω εταιρεία. Ο κατηγορούμενος έδωσε στον Μ.Κ. 7 Λ.Κ. 7000 όπως αναγράφει το τεκμήριο 63, δίνοντας διευκρινήσεις και διορθώσεις ως προς την επιστροφή των χρημάτων που πρέπει να γίνει για να ολοκληρωθούν οι εκκαθαρίσεις των εν λόγω εταιρειών. Κατέθεσε τα τεκμήρια 109, 110, 111, 112, 113 δίνοντας διευκρινήσεις και λεπτομέρειες αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτά εκδόθηκαν και τι αφορούσαν οι συγκεκριμένες πληρωμές που έγιναν στα εν λόγω άτομα που αναφέρονται σε αυτά. Με παραπομπή στα τεκμήρια 51 και 58 και που αφορούν την τελευταία κατηγορία, αναφέρθηκε στις συνθήκες και τους λόγους που αυτά εκδόθηκαν και ότι τα ποσά αυτά έχουν δοθεί στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, κάνοντας μια ιστορική αναδρομή στο τι προηγήθηκε και για το γεγονός ότι αρχικά δεν γινόταν αποδεκτή η πληρωμή από τα εν λόγω άτομα. Αναφέρθηκε επίσης και στο τεκμήριο 61 και στο ποσό που πληρώθηκε σε αυτόν, παραπέμποντας στο τεκμήριο 61 και διευκρίνισε ότι το ορθό ποσό που δόθηκε είναι Λ.Κ. 7,500 και όχι Λ.Κ. 10,000 που ανέφερε στην κατάθεση του. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του αρνήθηκε τις κατηγορίες που του καταλογίζουν, υπεραμυνόμενος την ορθότητα και νομιμότητα των ενεργειών του και τονίζοντας ότι δεν οικειοποιηθεί οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας εις βάρος του είχε αντίκτυπο στην προβολή επαρκούς υπεράσπισης, όπως είναι ο θάνατος μαρτύρων και μη δυνατότητα συλλογής επαρκών και ολόκληρων αποδείξεων που να μπορούν να επιβεβαιώσουν τα λεγόμενα του, μη επιστροφή αποδείξεων από τον έφορο εταιρειών προς τον ίδιο, εξασθένιση μνήμης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μέρος των Λ.Κ. 38,000 αφορούσαν διπλοεγγραφές, στους λόγους που δεν γίνονταν αποδεκτές οι αποδείξεις που παρουσίαζε και στην απουσία προξενικών αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας σε Αραβικές χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης αναφέρθηκε στην φύση και την έκταση των καθηκόντων του ως εκκαθαριστής τόσο για τον όμιλο εταιρειών που αφορά η υπό εξέταση υπόθεση όσο και για άλλες εκκαθαρίσεις, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην υπό εξέταση εκκαθάριση του ομίλου εταιρειών, τις επικοινωνίες που είχε με τον έφορο εταιρειών και την Μ.Κ. 3 κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του η οποία δεν ήταν βοηθητική. Έθιξε το γεγονός ότι η Μ.Κ. 3 προέβη στην υπό εξέταση καταγγελία με μεγάλη καθυστέρηση με αποτέλεσμα να αποστερηθεί η δυνατότητα επαρκούς υπεράσπισης του, αλλά παρόλα αυτά ο κατηγορούμενος προέβαινε σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες για να φέρει εις πέρας την πολύπλοκη εκκαθάριση με πολλούς πιστωτές και μάλιστα σε άλλες χώρες και με δεδομένη την προσφυγή που έγινε στο ΕΔΑΔ εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης αναφέρθηκε στον τρόπο που γίνονταν οι πληρωμές στους πιστωτές στην Κύπρο και στο εξωτερικό, στην διασύνδεση των εταιρειών του ομίλου και την μεταφορά χρημάτων και πληρωμών, στο θέμα των διπλοεγγραφών συνεπεία των ενεργειών του τότε λογιστή του και της ρήξης που επήλθε στις σχέσεις μεταξύ του λογιστή του και της Μ.Κ. 3 και η οποία αρνείτο να παραλάβει τις αποδείξεις που της παρουσίαζε, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι του δινόταν χρόνος για να συμμορφωθεί, τονίζοντας το πολύπλοκο της εκκαθάρισης, τον όγκο των εργασιών που είχε να διεκπεραιώσει, ιδίως με τις πάρα πολλές μεταβιβάσεις ακινήτων. Αναφέρθηκε στις εξουσίες που έχει ο έφορος εταιρειών κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, στο τι έχει προσκομίσει ο ίδιος κατά το στάδιο της ανάκρισης και έδωσε την δική του τοποθέτηση όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι θα έπρεπε να κρατά αντίγραφα, θίγοντας ιδίως το γεγονός ότι ακόμα και ο ίδιος ο έφορος εταιρειών δεν κρατούσε αντίγραφα όπως π.χ. πωλητήρια έγγραφα. Επανέλαβε την θέση του για την πλήρη διευθέτηση της απαίτησης του Σείχη του Κουβέιτ και της συζύγου του πριγκίπισσας του Κουβέιτ, επανέλαβε την θέση του αναφορικά με το τεκμήριο 6 και ιδίως την μη οικειοποίηση οποιουδήποτε ποσού ή κατάχρησης εξουσίας για οποιανδήποτε κατηγορία αντιμετωπίζει. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του απέδωσε την καταγγελία που έκανε η Μ.Κ. 3 στην πίεση του δεχόταν από το άτομο που αφορά η τελευταία κατηγορία, στην δε σύντομη επανεξέταση ανέφερε ότι η πίστωση χρόνου που αναφερόταν ήταν για το χρονικό διάστημα 2000 - 2003 και ότι ουδέποτε του αναφέρθηκε ότι θα τον κατάγγελναν. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482.Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της πρώτης και δέκατης κατηγορίας, κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτής, οι νομοθετικές πρόνοιες των άρθρων 255 και 270(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοούσαν τα ακόλουθα: ΄΄255.—
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται µε δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόµιµα, αν είναι θεµατοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, µε δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαµβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
- i)µε τέχνασµα· (
- ii)µε εκφοβισµό· (iii) µε συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώµενου αποκτήθηκε µε τέτοιο τρόπο· (
- iv)µε ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης µπορεί να ανακαλυφθεί µε εύλογα διαβήµατα· (β) ο όρος "αποκοµίζει" περιλαµβάνει κάθε µετακίνηση οποιουδήποτε πράγµατος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειµένου όµως για πράγµα προσαρτηµένο, µόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαµβάνει και τον ιδιοκτήτη µέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγµατος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείµενο κλοπής.
(3)∆ύναται να είναι αντικείµενο κλοπής κάθε πράγµα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειµένου όµως για πράγµα προσκολληµένο σε ακίνητο µετά το διαχωρισµό του από τέτοιο ακίνητο. ΄΄ ΄΄ 270. Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγµατα, δηλαδή— (β) περιουσία εµπιστευµένη στον υπαίτιο, είτε σε µόνο του, είτε µαζί µε άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωµή, ή παράδοση αυτής ή µέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων. ΄΄ Στην απόφαση ΚΟΥΜΠΑΡΗ - ν - ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ποινική Έφεση 215/2018 ημερ. 11/5/2020 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι: (α) η απόκτηση κατοχής και αποκόμιση, (β) οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής, (γ) χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς καλόπιστη αξίωση δικαιώματος και (δ) με σκοπό, κατά τον χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα απ' αυτό. Αν αυτό που κλάπηκε είναι, μεταξύ άλλων, περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, τότε διαπράττεται και το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, του άρθρου 270(β), που τιμωρείται με ανώτατη ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων.΄΄ Στην υπόθεση Παναγή - ν- Αστυνομίας, 2012 2 Α.Α.Δ. σελ. 794 αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Επηρεάζεται, δηλαδή, αναλόγως του πράγματος το οποίο εκλάπη, όχι η ευθύνη η ίδια αλλά η ποινή η οποία μπορεί να επιβληθεί και η οποία είναι αυξημένη σε συνάρτηση με την ποινή η οποία επιβάλλεται για συνήθη κλοπή. Η συγκεκριμένη πρόνοια του Άρθρου 270 που περιελήφθη στο κατηγορητήριο ήταν εκείνη του Άρθρου 270(β) που αφορά «περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο . για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο». Τα περαιτέρω, επομένως, συστατικά στοιχεία, να τα αποκαλέσουμε έτσι, του αδικήματος του Άρθρου 270, το οποίο διαβάζεται πάντοτε μαζί με το Άρθρο 255, είναι
(1)ότι η περιουσία πρέπει να εμπιστευθεί στον υπαίτιο
(2)για ασφαλή φύλαξη, χρήση, πληρωμή ή παράδοση και
(3)για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Είναι αδιάφορο, ως προς οποιοδήποτε από αυτά τα στοιχεία, κατά πόσο η περιουσία έχει εμπιστευθεί από εκείνο ο οποίος προτίθεται να αγοράσει στο όνομά του το ακίνητο στην προκείμενη περίπτωση, ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, όπως ο Νεοφύτου ο οποίος και ενεργούσε εκ μέρους της εταιρείας του, αφού η προϋπόθεση του εμπιστεύματος της περιουσίας είναι, εν πάση περιπτώσει, δεδομένη. Η περαιτέρω προϋπόθεση, ότι είναι για ασφαλή φύλαξη, χρήση, πληρωμή ή παράδοση, επίσης ικανοποιείτο αφού τα χρήματα είχαν εμπιστευθεί για σκοπούς πληρωμής προς την προτιθέμενη πωλήτρια. Αυτό καλύπτει και την περαιτέρω αναφορά του άρθρου «για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο» που, ασφαλώς, και πάλιν αφορούσε την πληρωμή των χρημάτων, ολόκληρου δηλαδή του ποσού των £70.000, στην προτιθέμενη πωλήτρια.΄΄ Στην Τουμαζή - ν - Αστυνομίας, Ποινική ΄Εφεση 79/13 ημερ. 11/5/2017 αποφασίστηκε ότι η φράση «περιουσία εμπιστευμένη» ανωτέρω δεν μπορεί να παραπέμπει σε ανάγκη να αποδειχθεί αυστηρά σχέση συμβατικού δικαίου ως η εισήγηση. Είναι αρκετό από τα πραγματικά περιστατικά να προκύπτει η «εμπίστευση». Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο ήταν ο νόμος, ως ίσχυε τότε, ο Ν. 61
(1)/96. Στην ορολογία του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου προνοούνταν τα ακόλουθα: ΄΄ «έσοδο» σηµαίνει οποιασδήποτε µορφής περιουσία, που προήλθε από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος· "καθορισµένα αδικήµατα" σηµαίνει τα αδικήµατα που αναφέρονται στο άρθρο 3˙ "κινητή περιουσία ή κινητά" σηµαίνει οποιαδήποτε περιουσία δεν είναι ακίνητη˙ "περιουσία" σηµαίνει κινητή και ακίνητη περιουσία, οπουδήποτε και αν βρίσκονται αυτές˙ ΄΄ Το άρθρο 3 προνοούσε τα ακόλουθα: ΄΄ Ο Νόµος αυτός εφαρµόζεται σε σχέση µε αδικήµατα που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία για σκοπούς του νόµου αυτού θα καλούνται καθορισµένα αδικήµατα: (α) Αδικήµατα συγκάλυψης˙ (β) γενεσιουργά αδικήµατα. ΄΄ Τα άρθρα 4
(1)(ιιι)
(2)και 5
(1)προνοούσαν τα ακόλουθα: ΄΄ 4.—
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε µορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιµοποιεί τέτοια περιουσία˙ διαπράττει αδίκηµα τιµωρούµενο µε φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή µε χρηµατική ποινή ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, ή µε φυλάκιση πέντε ετών ή µε χρηµατική ποινή ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1)— (α) ∆εν έχει καµιά σηµασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκηµα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών ∆ικαστηρίων˙ (β) τα αδικήµατα συγκάλυψης δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικηµάτων˙ (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικηµάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις
- Γενεσιουργά αδικήµατα είναι τα ποινικά αδικήµατα τα τιµωρούµενα µε ποινή φυλάκισης κατ' ανώτατο όριο άνω του ενός έτους, ως αποτέλεσµα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν το αντικείµενο αδικήµατος συγκάλυψης, όπως ορίζεται στο άρθρο
- Ως προς το αδίκημα της τρίτης και δωδέκατης κατηγορίας, κατά τον ουσιώδη χρόνο τα άρθρα 35 και 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοούσαν τα ακόλουθα: ΄΄
- Όταν στον Κώδικα αυτό δεν προβλέπεται ειδικά ποινή για οποιοδήποτε πληµµέληµα, τα πληµµελήµατα τιµωρούνται µε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή µε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες, ή και µε τις δύο αυτές ποινές.
- ∆ηµόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντά του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώµατα άλλου, είναι ένοχος πληµµελήµατος. Αν ο υπαίτιος απέβλεπε µε τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. ΄΄ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας είναι ακόλουθα: α) ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός· (β) η πράξη να συνιστά κατάχρηση της εξουσίας του· (γ) η πράξη να είναι αυθαίρετη· και (δ) η πράξη να παρέβλαψε τα δικαιώματα άλλων Η έννοια του δημόσιου λειτουργού προνοείται από το άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο έχει ως ακολούθως: "δηµόσιος λειτουργός" σηµαίνει πρόσωπο που κατέχει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω αξιώµατα ή που ασκεί τα καθήκοντα που αρµόζουν σε τέτοιο αξίωµα, είτε ως αναπληρωτής ή διαφορετικά, δηλαδή— (α) οποιοδήποτε δηµόσιο αξίωµα καθώς και οποιαδήποτε δηµόσια θέση, εφόσον την εξουσία να διορίζει ή να παύει στη θέση αυτή έχει ο Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας ή το Υπουργικό Συµβούλιο ή δηµόσια επιτροπή ή συµβούλιο· ή (β) οποιαδήποτε θέση, στην οποία κάποιο πρόσωπο διορίζεται ή υποδείχνεται µε νόµο ή κατόπι εκλογής· ή (γ) οποιαδήποτε δηµόσια θέση, εφόσον την εξουσία να διορίζει ή να παύει στη θέση αυτή έχουν πρόσωπο ή πρόσωπα που κατέχουν δηµόσιο αξίωµα ή θέση από αυτά που περιλαµβάνονται σε καθεµιά από τις δυό προηγούµενες παραγράφους του ορισµού αυτού· ή (δ) οποιαδήποτε θέση διαιτητού ή επιδιαιτητού σε διαιτησία που ασκείται µε διαταγή ή µε έγκριση ∆ικαστηρίου ή κατά την εφαρµογή οποιουδήποτε νόµου· ο όρος που αναφέρθηκε πιο πάνω περιλαµβάνει περαιτέρω— τα µέλη ερευνητικής επιτροπής, που διορίζονται κατά την εφαρµογή οποιουδήποτε νόµου· όλα τα πρόσωπα που απασχολούνται στην εκτέλεση ενταλµάτων και δικογράφων· όλα τα πρόσωπα που ανήκουν στη στρατιωτική ή την αστυνοµική δύναµη της ∆ηµοκρατίας· όλα τα πρόσωπα που υπηρετούν σε κάποιο Κυβερνητικό Τµήµα· τους θρησκευτικούς λειτουργούς οποιουδήποτε θρησκευτικού δόγµατος, καθόσον αφορά τα καθήκοντά τους που αναφέρονται σε γνωστοποιήσεις µελλοντικών γάµων ή την ιερολογία γάµων, ή τον καταρτισµό ή την τήρηση ληξιαρχικών βιβλίων ή πιστοποιητικών γάµου, γέννησης, βάπτισης, θανάτου, ή ταφής όχι όµως καθόσον αφορά τα υπόλοιπα καθήκοντά τους· πρόσωπα στην υπηρεσία δηµοτικής αρχής· τον εκάστοτε κοινοτάρχη και τα µέλη της χωριτικής επιτροπής οποιασδήποτε κοινότητας· Ως προς το αδίκημα της τέταρτης και δέκατης τρίτης κατηγορίας, κατά τον ουσιώδη χρόνο το άρθρο 104 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοούσε τα ακόλουθα: ΄΄
- ∆ηµόσιος λειτουργός, στα υπηρεσιακά καθήκοντα του οποίου ανάγεται η υποχρέωση ή η δυνατότητα παροχής απολογισµών ή δηλώσεων σχετικά µε οποιοδήποτε χρηµατικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί ή που αξιώνει ότι πρέπει να καταβληθεί σε αυτόν ή άλλον ή σχετικά µε οποιοδήποτε άλλο θέµα που έχει ανάγκη πιστοποίησης για το σκοπό πληρωµής ή της παράδοσης αγαθών σε οποιοδήποτε πρόσωπο, ο οποίος εκδίδει απολογισµό ή δήλωση σχετικά µε τέτοιο θέµα, η οποία είναι σε γνώση του ότι είναι ψευδής ως προς ουσιώδες στοιχείο της, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων και σε χρηµατική ποινή. ΄΄ Ως προς το αδίκημα της πέμπτης και έβδομης κατηγορίας, κατά τον ουσιώδη χρόνο τα άρθρα 331, 333(α) και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοούσαν τα ακόλουθα: ΄΄
- Πλαστογραφία είναι ο καταρτισµός πλαστού έγγραφου µε σκοπό καταδολίευσης.
- Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος— (α) καταρτίζει έγγραφο που εµφανίζεται ως να µην είναι στην πραγµατικότητα
- Όποιος πλαστογραφεί έγγραφο είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος το οποίο, εκτός αν προνοείται διαφορετικά, είναι κακούργηµα, αυτός δε υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστατικών της πλαστογραφίας ή της φύσης του πλαστογραφηµένου, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. ΄΄ Ως προς το αδίκημα της έκτης και όγδοης κατηγορίας, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοούσε τα ακόλουθα: ΄΄
- Όποιος γνωρίζει και θέτει µε δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγµα για το οποίο γίνεται λόγος. ΄΄ Για το αδίκημα της πλαστογραφίας πρέπει να αποδειχθεί ο καταρτισμός του πλαστού εγγράφου που αυτό να εμφανίζεται ουσιαστικά ως γνήσιο ενώ αυτό να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα λόγω ακριβώς της πλαστότητας του. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Ως προς το αδίκημα της ένατης και δέκατης τέταρτης κατηγορίας, κατά τον ουσιώδη χρόνο τα άρθρα 2 και 121 του περί πτωχεύσεως νόμου προνοούσαν τα ακόλουθα: ΄΄
- Στο Νόµο αυτό — "απόφαση" σηµαίνει συνηθισµένη απόφαση· "ασφαλισµένος πιστωτής" σηµαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωµα επίσχεσης επί της περιουσίας του πιστωτή ή σε οποιοδήποτε µέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από χρεώστη· "γενικοί κανόνες" περιλαµβάνουν τύπους· "δηµοσιευµένο" σηµαίνει δηµοσιευµένο στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας· "διαχειριστής" σηµαίνει το διαχειριστή πτώχευσης περιουσίας οφειλέτη· "το ∆ικαστήριο" σηµαίνει το ∆ικαστήριο που έχει πτωχευτική δικαιοδοσία βάσει του Νόµου αυτού· "ειδική απόφαση" σηµαίνει απόφαση που λαµβάνεται µε πλειοψηφία σε αριθµό και σε αξία των τριών τετάρτων των πιστωτών που παρίστανται, προσωπικά ή µε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο, σε συνέλευση πιστωτών και ψηφίζουν στη λήψη της απόφασης· "εµπορεύµατα" περιλαµβάνουν όλα τα προσωπικά αντικείµενα και κινητή περιουσία· "εντεταλµένος για την εκτέλεση δικαστικών ενταλµάτων" περιλαµβάνει κάθε λειτουργό επιφορτισµένο µε την εκτέλεση ενταλµάτων ή άλλων δικογράφων· "ισχύουσα πράξη πτώχευσης" σηµαίνει πράξη πτώχευσης που υφίσταται κατά την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης πτώχευσης βάσει της οποίας εκδίδεται το διάταγµα παραλαβής· "καθορισµένος" σηµαίνει καθορισµένος από γενικούς κανόνες εντός της έννοιας του Νόµου αυτού· "περιουσία περιλαµβάνει χρήµατα, εµπορεύµατα, αγώγιµα δικαιώµατα, γη και περιουσία κάθε περιγραφής ανεξάρτητα αν είναι κινητή ή ακίνητη, ή αν βρίσκεται στην Κύπρο ή αλλού, επίσης υποχρεώσεις, δουλείες και κάθε είδους περιουσία, συµφέρον και όφελος, παρόν ή µελλοντικό, κεκτηµένο ή υπό αίρεση, που προκύπτει από ή είναι συναφές µε περιουσία όπως ορίζεται πιο πάνω· "συνηθισµένη απόφαση" σηµαίνει απόφαση που λαµβάνεται µε πλειοψηφία σε αξία των πιστωτών που παρίστανται, προσωπικά ή µε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο, σε συνέλευση πιστωτών και ψηφίζουν στη λήψη της απόφασης· "χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση" ή "επαληθεύσιµο χρέος" περιλαµβάνει κάθε χρέος ή υποχρέωση που καθίσταται επαληθεύσιµη σε πτώχευση βάσει του Νόµου αυτού·
- Οποιοσδήποτε είναι διαχειριστής όταν, σε αναφορά ή κατάσταση αναφερόµενη στις περιουσιακές υποθέσεις προσώπου το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση, εσκεµµένα προβαίνει σε ουσιώδη παράλειψη ή απόκρυψη ή κατακρατεί πληροφορία ή ζήτηµα το οποίο τείνει στο να αποδείξει την αληθή κατάσταση των περιουσιακών υποθέσεων τέτοιου προσώπου ή τις περιστάσεις της πτώχευσης, ή ο οποίος µε οποιοδήποτε τρόπο παρέχει βοήθεια σε οποιοδήποτε πρόσωπο να διαπράξει οποιοδήποτε από τα αδικήµατα που αναφέρονται στο Νόµο αυτό, τότε σε κάθε τέτοια περίπτωση ο διαχειριστής αυτός είναι ένοχος αδικήµατος και µε καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. ΄΄ Ως προς το αδίκημα της ενδέκατης κατηγορίας, αυτό αφορά διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς από αυτό που ίσχυε για το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας για το χρονικό διάστημα που καταργήθηκε ο νόμος 61
(1)/96 και τέθηκε σε εφαρμογή ο νόμος 188
(1)/2007 όπου τα άρθρα 2, 3, 4
(1)(ιιι)
(2)και 5(α) προνοούσαν τα ακόλουθα: Στο άρθρο 2 του πιο πάνω προνοούνταν τα πιο κάτω: ΄΄ "αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες" σηµαίνει τα αδικήµατα που αναφέρονται στο άρθρο 4˙ γενεσιουργά αδικήµατα" σηµαίνει τα αδικήµατα που αναφέρονται στο άρθρο 5˙ «έσοδο» σηµαίνει οποιασδήποτε µορφής περιουσία ή οικονοµικό όφελος, που προήλθε άµεσα ή έµµεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος· "καθορισµένα αδικήµατα" σηµαίνει τα αδικήµατα που αναφέρονται στο άρθρο 3˙ "κινητή περιουσία ή κινητά" σηµαίνει οποιαδήποτε περιουσία δεν είναι ακίνητη˙ ΄΄ Το άρθρο 3 του πιο πάνω νόμου προνοούσε τα πιο κάτω: ΄΄ Νόµος αυτός εφαρµόζεται σε σχέση µε αδικήµατα που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία για σκοπούς του Νόµου αυτού θα καλούνται καθορισµένα αδικήµατα: (α) Αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες˙ (β) γενεσιουργά αδικήµατα. ΄΄ Το άρθρο 4
(1)(ιιι) του πιο πάνω νόμου προνοούσε τα πιο κάτω: ΄΄ 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε µορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: αποκτά, κατέχει ή χρησιµοποιεί τέτοια περιουσία διαπράττει αδίκηµα τιµωρούµενο µε φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και µε φυλάκιση πέντε ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) ∆εν έχει καµιά σηµασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκηµα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών ∆ικαστηρίων· (β) τα αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικηµάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικηµάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις.΄΄ Το άρθρο 5 του πιο πάνω νόμου προνοούσε τα ακόλουθα: ΄΄ 5. Γενεσιουργά αδικήµατα είναι: (α) Τα ποινικά αδικήµατα τα τιµωρούµενα µε ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει το ένα έτος, ως αποτέλεσµα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείµενο αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες όπως ορίζεται στο άρθρο 4· (β) αδικήµατα χρηµατοδότησης τροµοκρατίας όπως καθορίζονται στο άρθρο 4 των Περί της ∆ιεθνούς Σύµβασης για την Καταπολέµηση της Χρηµατοδότησης της Τροµοκρατίας (Κυρωτικός και άλλες διατάξεις) Νόµων του 2001 και 2005, καθώς και η συλλογή χρηµάτων για χρηµατοδότηση προσώπων ή οργανώσεων που συνδέονται µε την τροµοκρατία· (γ) αδικήµατα διακίνησης ναρκωτικών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του παρόντος Νόµου.΄΄ Αν και το ορθότερο θα ήταν να υπάρχει διαχωρισμός ή αποκρυστάλλωση της ισχυριζόμενης παραβατικής συμπεριφοράς από πλευράς κατηγορουμένου ανάλογα με το νομικό πλαίσιο που η κατηγορούσα αρχή επικαλείται για να αποφεύγεται ο κίνδυνος πολυπλοκότητας ή ασάφειας του κατηγορητηρίου, πλην όμως για τους λόγους που το Δικαστήριο θα εξηγήσει πιο κάτω, ο κατηγορούμενος δεν έχει οικειοποιηθεί οποιοδήποτε χρηματικό σε οποιανδήποτε χρονική στιγμή και κατ΄ επέκταση δεν θα χρειαστεί ενασχόληση για τυχόν πολυπλοκότητα ή ασάφεια του κατηγορητηρίου. Κοινός πυρήνας των πιο πάνω νομοθετικών ρυθμίσεων, είναι το ότι ως συστατικό στοιχείο είναι η γνώση από τον αδικοπραγούντα ότι το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, προέρχεται από αδίκημα που εμπίπτει στην εφαρμογή του πιο πάνω νόμου και κατ΄ επέκταση ο αδικοπραγών να το αποκτά ή να το κατέχει ή να το χρησιμοποιεί το εν λόγω χρηματικό ποσό. Όπως επισημάνθηκε στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B534, Ποιν. Εφ. 40/2015 ημερ. 25.11.2016 με αναφορά στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικώς από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Τούτο γιατί ο σκοπός του Νόμου είναι η πάταξη της κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των εσόδων της παρανομίας αφού η κατοχή και διαχείριση των εσόδων επεκτείνεται σε εύρος χρόνου πέραν του χρόνου διάπραξης του γενεσιουργού αδικήματος. Πρόκειται επομένως για αυτοτελές αδίκημα, το οποίο στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται μια από τις πέντε ενέργειες του άρθρου 4[3] του Νόμου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο δράστης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι «οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος». To πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην πρόσφατη απόφαση Λεμονάρη - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 212/2017 ημερ. 17/4/
- Ως προς το αδίκημα της τελευταίας κατηγορίας, τα άρθρα 2 και 80 του περί Πτωχεύσεως νόμου προνοούσαν τα ακόλουθα: ΄΄
- Στο Νόµο αυτό — "απόφαση" σηµαίνει συνηθισµένη απόφαση· "ασφαλισµένος πιστωτής" σηµαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωµα επίσχεσης επί της περιουσίας του πιστωτή ή σε οποιοδήποτε µέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από χρεώστη· "γενικοί κανόνες" περιλαµβάνουν τύπους· "δηµοσιευµένο" σηµαίνει δηµοσιευµένο στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας· "διαχειριστής" σηµαίνει το διαχειριστή πτώχευσης περιουσίας οφειλέτη· "το ∆ικαστήριο" σηµαίνει το ∆ικαστήριο που έχει πτωχευτική δικαιοδοσία βάσει του Νόµου αυτού· "ειδική απόφαση" σηµαίνει απόφαση που λαµβάνεται µε πλειοψηφία σε αριθµό και σε αξία των τριών τετάρτων των πιστωτών που παρίστανται, προσωπικά ή µε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο, σε συνέλευση πιστωτών και ψηφίζουν στη λήψη της απόφασης· "εµπορεύµατα" περιλαµβάνουν όλα τα προσωπικά αντικείµενα και κινητή περιουσία· "εντεταλµένος για την εκτέλεση δικαστικών ενταλµάτων" περιλαµβάνει κάθε λειτουργό επιφορτισµένο µε την εκτέλεση ενταλµάτων ή άλλων δικογράφων· "ισχύουσα πράξη πτώχευσης" σηµαίνει πράξη πτώχευσης που υφίσταται κατά την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης πτώχευσης βάσει της οποίας εκδίδεται το διάταγµα παραλαβής· "καθορισµένος" σηµαίνει καθορισµένος από γενικούς κανόνες εντός της έννοιας του Νόµου αυτού· "περιουσία περιλαµβάνει χρήµατα, εµπορεύµατα, αγώγιµα δικαιώµατα, γη και περιουσία κάθε περιγραφής ανεξάρτητα αν είναι κινητή ή ακίνητη, ή αν βρίσκεται στην Κύπρο ή αλλού, επίσης υποχρεώσεις, δουλείες και κάθε είδους περιουσία, συµφέρον και όφελος, παρόν ή µελλοντικό, κεκτηµένο ή υπό αίρεση, που προκύπτει από ή είναι συναφές µε περιουσία όπως ορίζεται πιο πάνω· "συνηθισµένη απόφαση" σηµαίνει απόφαση που λαµβάνεται µε πλειοψηφία σε αξία των πιστωτών που παρίστανται, προσωπικά ή µε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο, σε συνέλευση πιστωτών και ψηφίζουν στη λήψη της απόφασης· "χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση" ή "επαληθεύσιµο χρέος" περιλαµβάνει κάθε χρέος ή υποχρέωση που καθίσταται επαληθεύσιµη σε πτώχευση βάσει του Νόµου αυτού· ΄΄
- Ο διαχειριστής οφείλει να ανοίξει και να τηρεί κατάλληλα βιβλία λογαριασµών και άλλων ζητηµάτων που σχετίζονται µε την ιδιότητα του ως διαχειριστή και θα προβαίνει στις πληρωµές, κατά τον καθορισµένο τρόπο. Τέθηκε από πλευράς υπεράσπισης ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας και δίκαιης δίκης συνεπεία της μεγάλης καθυστέρησης που σημειώθηκε στην υποβολή της καταγγελίας εις βάρος του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γ.Π.Β. - ν - Αστυνομίας Ποινική ΈΦΕΣΗ 5/2020 ημερ. 30/7/2021, από όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: ΄΄ Η ουσία, βέβαια, του παραπόνου είναι ότι η καθυστέρηση στην καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία, κατέστησε τη δικαστική διαδικασία για τον εφεσείοντα καταχρηστική, με την έννοια που αναλύεται κατωτέρω, θέμα το οποίο θα εξετάσουμε στη συνέχεια. Έχει αναγνωρισθεί με πάγια νομολογία ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου (βλ. Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Πρόκειται για κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία η άσκηση της οποίας πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ. Η προσέγγιση αυτή συνεπικουρείται από την αγγλική νομολογία στην οποία παρατηρείται ότι η μεγάλη καθυστέρηση μετά τα επίδικα γεγονότα μέχρι την ποινική δίωξη (historic allegation), με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, Όπως τέθηκε το ζήτημα στην υπόθεση R v F (TB) [2011] 2 Cr. App.R. 13: «The Crown Court has always had the inherent power to stay criminal proceedings on the grounds of abuse of process. One instance of abuse of process is the bringing of a prosecution so long after the events in issue that a fair trial has become impossible. » Ενόσω υπάρχει πιθανότητα για δίκαιη δίκη, είναι προς το δημόσιο συμφέρον να διεξαχθεί η δίκη. Η διακοπή της, με συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορούμενου, ακόμα και στην περίπτωση που η καθυστέρηση δεν είναι δικαιολογημένη, πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Η πάροδος μεγάλου χρόνου δεν προδικάζει και το μη δίκαιο της δίκης. Η κάθε υπόθεση, βέβαια, εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα............... ..................... Η όποια δικαιολογία για την καθυστέρηση, έχει σημασία στο βαθμό και μόνο που μπορεί να ρίξει φως στο ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού, (βλ. CPS v. F [2011] EWCA Crim 1844). Η καθυστέρηση δεν επαρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε διακοπή της δικαστικής διαδικασίας. Είναι δε σχετική με το ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο να δικαστεί ο κατηγορούμενος μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων. Δεν πρέπει, συνάμα, να ξεχνιέται ότι η καθυστέρηση σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων δεν είναι ασυνήθης, ενώ είναι και πλήρως κατανοητή. Όπως μνημονεύεται στην R. v. F(TB) [2011] EWCA Crim 726: «If the complainant's delay in coming forward is unjustified, that is relevant to the question whether it is fair to try the defendant so long after the events in issue. In determining whether the complainant's delay is unjustified, it must be firmly borne in mind that victims of sexual abuse are often unwilling to reveal or talk about their experiences for some time and for good reason». (βλ. επίσης Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123 (με αναφορά σε αγγλική νομολογία)). Η εξήγηση ή δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του παραπόνου, δεν είναι παράγοντας σχετικός με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας λόγω καθυστέρησης. Παρατηρείται δε στην CPS v F (ανωτέρω) ότι στην συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων αυτής της φύσης, οι λόγοι για την καθυστέρηση και κατά πόσο και πώς η καθυστέρηση εξηγείται ή δικαιολογείται, είναι ζητήματα που σχετίζονται άμεσα με την αξιοπιστία του παραπονούμενου ή της παραπονούμενης και αποτελούν ουσιώδες μέρος του πραγματικού υπόβαθρου στη βάση του οποίου οι ένορκοι θα κληθούν να αποφασίσουν, για την ενοχή ή όχι του κατηγορούμενου. Όσον αφορά, ειδικά, τη μη διαθεσιμότητα εγγράφων, λόγω της παρόδου αρκετού χρόνου, αυτό δεν καθιστά από μόνο του τη δίκη μη δίκαιη. Στην υπόθεση PR v R [2019] EWCA Crim 1225 στην οποία είχε καταστραφεί μαρτυρικό υλικό που συνέλεξε η Αστυνομία, σχετικό με την υπεράσπιση του κατηγορούμενου, επισημάνθηκε από τον Fulfor LJ, δίδοντας την απόφαση του Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει τέτοιος κανόνας: «65. It is important to have in mind the wide variations in the evidence relied on in support of prosecutions: no two trials are the same, and the type, quantity and quality of the evidence differs greatly between cases. Some cases involve consideration of a vast amount of documentation or expert/forensic evidence whilst in others the jury is essentially asked to decide between oral testimony of two or more witnesses, often simply the complainant and the accused. Furthermore, there is no rule that if material has become unavailable, that of itself means the trial is unfair because, for instance, a relevant avenue of enquiry can no longer be explored with the benefit of the missing documents or records.» ........... .......... Το ερώτημα κατά πόσο ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, μετά την απώλεια ή καταστροφή σχετικού μαρτυρικού υλικού, λόγω του διαρρεύσαντα χρόνου, όπως και στην περίπτωση της μη δυνατότητας κλήσης μαρτύρων, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και επικεντρώνεται στη φύση και την έκταση του δυσμενούς επηρεασμού που προκαλείται σε αυτόν. Εν προκειμένω, το βάρος, ήταν στους ώμους του εφεσείοντα να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι λόγω της απουσίας του συγκεκριμένου μαρτυρικού υλικού και μη δυνατότητας κλήσης συγκεκριμένων μαρτύρων, υπέστη δυσμενή επηρεασμό σε βαθμό που η δίκη δεν ήταν δίκαιη. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Μικροαντιφάσεις, που αφορούν σε δευτερεύοντα θέματα και επουσιώδεις λεπτομέρειες, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, (βλέπε υπόθεση Κ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166) στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Μάρτυρας που προσέρχεται στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). ΄΄ Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim
- Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει τις υπό εξέταση κατηγορίες και τις αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας, προβαίνει στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ως προς τον Μ.Κ.1, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας σε θέματα εξέτασης εγγράφων και ούτως ή άλλως τα προσόντα του δεν έχουν αμφισβητηθεί. Το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αξιόπιστη, όχι μόνο επειδή δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά και επειδή έπεισε και διαφώτισε πλήρως το Δικαστήριο για τα ευρήματα του και τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε σε αυτά. Μέσα από τα τεκμήρια 3 και 4 φαίνονται οι δύο αλλοιώσεις στο ποσό και στην ημερομηνία στα έγγραφα που εξέτασε. Οι αλλοιώσεις αυτές δεν έχουν αμφισβητηθεί ούτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, για δε το χρηματικό ποσό που αφορά το τεκμήριο 6 θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω και που αφορά τις κατηγορίες 5 και
- Όσον αφορά το τεκμήριο 5 και που αφορά τις κατηγορίες 7 και 8, δεν δύναται να εξαχθεί ασφαλή συμπέρασμα για το ποιος προέβη στην αλλοίωση της ημερομηνίας και ούτε υπάρχει άλλη μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με αυτήν την αλλοίωση, όμως αυτό το τεκμήριο εμπίπτει στο ευρύτερο πλαίσιο των ισχυριζόμενων διπλοπεράσεων από πλευράς κατηγορούμενου για το οποίο θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω. Με τις πιο πάνω διευκρινήσεις και επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ.2, αυτή θα αξιολογηθεί κάτω από το πλαίσιο της αξιολόγησης μαρτυρίας ανακριτή, έχοντας υπ΄ όψη το ανακριτικό έργο που εκτέλεσε. Η μάρτυρας αυτή αντεξετάστηκε αρκετά και δέχθηκε τα βέλη της υπεράσπισης αναφορικά με την επάρκεια των ερευνών που διεξήγαγε η ίδια και τις ενέργειες που θα μπορούσε να προβεί. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε προσπάθεια της μάρτυρος να αποκρύψει οτιδήποτε από το Δικαστήριο από πλευράς παρουσίασης του έργου που είχε διενεργήσει και τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Διαφάνηκε μέσα από την μαρτυρία της Μ.Κ. 2 οι εγγενείς δυσκολίες που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της ανάκρισης, λόγω ακριβώς της πολυπλοκότητας της υπόθεσης και του χρόνου που παρήλθε από την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταγγελία που έγινε εναντίον του κατηγορούμενου και αυτό έχει αναγνωριστεί και από την ίδια την μάρτυρα (βλ. σελ. 15 στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 2/12/2020). Ασφαλώς οι απόψεις της ως προς το κατά πόσο έχουν διαπραχθεί ή όχι κάποια αδικήματα από πλευράς κατηγορουμένου ή κατά πόσο οι οποιεσδήποτε αξιώσεις του ατόμου που αφορά η τελευταία κατηγορία είναι αστικής φύσεως δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο διότι θα γίνει ειδική αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας και του κατηγορούμενου επί αυτού του θέματος. Ως προς την αναφορά της στην σελίδα 25 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 11/11/2020 ότι για την εταιρεία Salmiyia holdings ltd ο ουσιώδης χρόνος είναι η περίοδος 2000 - 2003 δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, διότι με βάση την αξιολόγηση που θα ακολουθήσει πιο κάτω προκύπτει ότι ο ουσιώδης χρόνος εκτείνεται και πέραν αυτής της περιόδου και αυτό έχει αντίκτυπο στην εξέταση του ορθού νομικού πλαισίου που διέπει την υπό εξέταση υπόθεση και ιδίως ως προς το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Εν πάση περιπτώσει όμως σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας όπως προκύπτει μέσα από την σελίδα 26 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 2/12/2020 η μάρτυρας τοποθέτησε τον ουσιώδη χρόνο και εντός της περιόδου 2008 -
- Το γεγονός ότι η Μ.Κ 3 στην σελίδα 3 και στις σελίδες 47 και 48 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 31/3/2021 τοποθετεί τον ουσιώδη χρόνο σε 2000 - 2003 δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο διότι η ίδια η Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι μεταγενέστερα έχουν εμπλακεί και άλλες εταιρείες και εν πάση περιπτώσει θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω και ιδίως ως προς τα τεκμήρια 66 και 68 που ο ουσιώδης χρόνος εκτείνεται και πέραν αυτής της περιόδου. Όπως προκύπτει μέσα από το τεκμήριο 36 στην σελίδα 8 ο έφορος εταιρειών στις 22/12/2014 ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε την περαιτέρω διερεύνηση διότι ο κατηγορούμενος θα διευθετούσε όλες τις υποχρεώσεις, αλλά αυτό δεν έχει οποιανδήποτε βαρύτητα διότι οι καταθέσεις ιδίως της Μ.Κ. 3 προωθήθηκαν και το ίδιο και η υπόθεση στην νομική υπηρεσία, όπου και δόθηκαν οι ανάλογες οδηγίες για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και το Δικαστήριο καθηκόντως θα αξιολογήσει το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχουν διαπραχθεί ή όχι οποιαδήποτε αδικήματα. Ως προς την αναφορά της ότι ο κατηγορούμενος παρουσίαζε πιστοποιητικά και η Μ.Κ. 3 δεν τα αποδεχόταν θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω. Έχει δεχθεί τα πυρά η Μ.Κ. 2 αναφορικά με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 36 και 37 και σε κάποιο σημείο της ακροαματικής διαδικασίας σημειώθηκε εμπλοκή ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η πλευρά της υπεράσπισης έλαβε στην κατοχή της το ένα εκ των δύο τεκμηρίων και ιδίως ως προς τις αποκλίσεις που παρουσιάζουν αυτά τα δύο τεκμήρια, πλην όμως το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο και κυρίως λόγω και της αξιολόγησης που θα ακολουθήσει πιο κάτω και κυρίως λόγω του ότι και οι δύο πλευρές παρουσίασαν στο μέτρο των δυνάμεων τους την μαρτυρία που είχαν στην διάθεση τους και που γίνεται αναφορά σε αυτά τα δύο τεκμήρια, η δε ύπαρξη αυτών των δύο τεκμηρίων δεν έχει βλάψει οποιανδήποτε πλευρά. Η αναφορά της Μ.Κ. 2 όπως προκύπτει στην σελίδα 10 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 2/12/2020 ότι κριτήριο της είναι εάν θα αποδεχόταν η Μ.Κ. 3 τις πληρωμές ή όχι, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι αυτό δεν αρκεί. Θα πρέπει και η ίδια η Μ.Κ. 2 μέσα από την δική της ενδελεχή, ανεξάρτητη και αντικειμενική έρευνα να εξετάσει τους λόγους που γίνονταν ή όχι αποδεκτές κάποιες αποδείξεις ή δικαιολογητικά και να προβεί στις ανάλογες διασταυρώσεις των όσων όλες οι πλευρές παρουσιάζουν και να μην αρκείτο αποκλειστικά στις αναφορές της Μ.Κ.3, η μαρτυρία της οποίας θα αξιολογηθεί πιο κάτω. Η Μ.Κ. 2 ήταν έντονα διστακτική κατά την ακροαματική διαδικασία μέσα από τις εκφράσεις της στο εδώλιο του μάρτυρα όταν ερωτάτο και απαντούσε κατά πόσο είναι σίγουρη ότι δεν έγιναν από λάθος οι εγγραφές ή διπλοεγγραφές και αυτό φαίνεται και στην σελίδα 11 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 2/12/2020 γραμμή 18 και επόμενα και ακολουθεί η αβέβαιη τοποθέτηση της ότι ίσως ο κατηγορούμενος έχει οικειοποιηθεί χρηματικά ποσά και εν πάση περιπτώσει για αυτό το ζήτημα θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω. Η τοποθέτηση της ότι η δυσκολία στην διερεύνηση της υπόθεσης συνέτεινε και η απροθυμία του κατηγορούμενου να βοηθήσει και ιδίως ως προς την μη προσκόμιση στοιχείων πιστωτών δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο διότι αυτό έρχεται σε μερική αντίφαση με την μαρτυρία του Μ.Κ. 9 που και αυτός έχει εκτελέσει ανακριτικά καθήκοντα και που έχει αναφέρει ξεκάθαρα ότι ο κατηγορούμενος ήταν διαθέσιμος και συνεργάσιμος, αλλά κυρίως και μέσα από την μαρτυρία του κατηγορούμενου η οποία θα αξιολογηθεί πιο κάτω και επί αυτού του θέματος. Το κυριότερο όμως στοιχείο που καταδεικνύεται τόσο μέσα από την μαρτυρία της Μ.Κ. 2, όσο και μέσα από την μαρτυρία της Μ.Κ. 3, είναι το εξής σημαντικό κενό στην τεκμηρίωση της θέσης ότι ο κατηγορούμενος έχει οικειοποιηθεί χρηματικά ποσά, δηλαδή η απουσία υποβολής παραπόνου από τους πιστωτές που φέρονταν στις αποδείξεις που εξέταζαν οι Μ.Κ. 2 και 3 και που να αποδεικνύει ότι πράγματι ο κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε τα ποσά που καταγράφονται στις εν λόγω αποδείξεις ή δηλώσεις που παρουσίαζε ο κατηγορούμενος, ούτε υπάρχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε ή οικειοποιήθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό που να προοριζόταν για οποιονδήποτε πιστωτή και που αντί να τα παραδώσει σε πιστωτή ή πιστωτές, όπως δήλωνε, να τα έχει οικειοποιηθεί. Απεναντίας, όπως θα αξιολογηθεί και πιο κάτω, παρουσιάστηκε μαρτυρία από μάρτυρες κατηγορίας και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ότι συγκεκριμένοι πιστωτές έχουν τελικώς πληρωθεί και που η Μ.Κ. 3 απέδιδε κλοπή των χρηματικών ποσών από τον κατηγορούμενο. Σχετική αξιολόγηση ακολουθεί πιο κάτω. Το ότι η μάρτυρας παρέπεμπε στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων ή προσώπων ή του κατηγορούμενου για θέματα που δεν θυμόταν κρίνεται ως απολύτως φυσιολογικό και το ίδιο ισχύει για θέματα που δεν γνώριζε. Ως προς την αναφορά της για την τελευταία υπό εξέταση κατηγορία, ήτοι ότι το άτομο αυτό έχει τελικώς πληρωθεί, εκθεμελιώνει το πραγματικό υπόβαθρο της, πέραν βεβαίως της αξιολόγησης που θα ακολουθήσει επί αυτού του θέματος και εν πάση περιπτώσει το εν λόγω άτομο έχει συμπεριληφθεί στον κατάλογο μαρτύρων κατηγορίας υπ΄ αριθμόν 2 και δεν προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα και οι καταθέσεις του που κατατέθηκαν ως τεκμήρια προς αναγνώριση παρέμειναν ως τέτοια και κατ΄ επέκταση δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Τα όσα ανέφερε περί μη αποδοχής του τρόπου και του τύπου που παρουσιάζονταν οι αποδείξεις από τον κατηγορούμενο και την αποδοχή εκ μέρους της του γεγονότος ότι γίνονταν πληρωμές για να αποδεσμευθούν ακίνητα θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση κυρίως μέσα από τις μαρτυρίες της Μ.Κ. 3 και του κατηγορούμενου που ακολουθεί πιο κάτω. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 3, το Δικαστήριο την έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι ουσιαστικά η μάρτυρας αυτή ήταν η ναυαρχίδα στο οπλοστάσιο της κατηγορούσας αρχής που επιστράτευσε για να αποδείξει τις υπό εξέταση κατηγορίας. Έγινε εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης ότι η Μ.Κ. 3 είναι εμπειρογνώμονας στα ζητήματα που η ίδια κατέθεσε και συνεπώς θα πρέπει να αξιολογηθεί και κάτω από αυτό το πέπλο. Το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτήν την τοποθέτηση διότι η μάρτυρας αυτή επιστρατεύθηκε για να αποδείξει ως μάρτυρας γεγονότων τις υπό εξέταση κατηγορίες και εν πάση περιπτώσει η μάρτυρας αυτή είναι λειτουργός στο τμήμα εφόρου εταιρειών και επίσημου παραλήπτη και κατέθετε όχι ως εμπειρογνώμονας αλλά ως μάρτυρας γεγονότων. Η μάρτυρας αυτή άφησε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο, διότι σε όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ήταν διάχυτο το στοιχείο της εμπάθειας προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πείσει ότι ο κατηγορούμενος ουσιαστικά οικειοποιήθηκε τα χρηματικά ποσά που του αποδίδονται ότι έκλεψε, κωφεύοντας ακόμα και στις πιο εκκωφαντικές αποδείξεις περί του αντιθέτου και μη θέλοντας να αποδεχθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει την αθωότητα του κατηγορουμένου, με εξαίρεση κάποια στοιχεία που θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Η μάρτυρας αυτή ήταν αυστηρά προσκολλημένη σε τυπολαγνίες ως προς τον τύπο και τον τρόπο παρουσίασης δικαιολογητικών από τον κατηγορούμενο και χωρίς διάθεση αξιολόγησης και επαλήθευσης της ουσίας και κυρίως του περιεχομένου αυτών. Η αναφορά της ότι δεν δεχόταν αποδείξεις από μόνο και μόνο το γεγονός ότι προέρχονταν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και μάλιστα εν τη απουσία παραπόνου από οποιονδήποτε πιστωτή, καταδεικνύει την εκ των προτέρων διάθεση της για απόρριψη αποδεικτικών στοιχείων και αναφορών από πλευράς κατηγορουμένου και χωρίς διάθεση αξιολόγησης τους και υπήρχαν και περιπτώσεις αντιφατικής προσέγγισης εκ μέρους της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι στο τεκμήριο 42 στην σελίδα 5 γραμμές 3 και 4 αποδέχεται η Μ.Κ. 3 συγκεκριμένη πληρωμή, χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένες αποδείξεις και το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση που καταγράφεται στο ίδιο τεκμήριο στην ίδια σελίδα στις γραμμές 14 - 16 που αποδέχεται το γεγονός ότι έγινε συγκεκριμένη πληρωμή, ως επίσης και για την περίπτωση που αναφέρεται στο τεκμήριο 44 για το ποσό των Λ.Κ. 25,000 χωρίς την ύπαρξη αποδεικτικού, ενώ για άλλες περιπτώσεις οι Μ.Κ. 3 δεν το αποδεχόταν, τηρώντας έτσι μια αδικαιολόγητα αντιφατική στάση και προσέγγιση. Τηρουμένων των αναλογιών ισχύουν τα ίδια και για την αναφορά της όπως καταγράφεται στην σελίδα 4 του τεκμηρίου 41, ήτοι ότι δεν αποδεχόταν τις αποδείξεις επειδή δεν ήταν οι κατάλληλες, ως επίσης και για την αναφορά της ότι δεν φαίνονται οι υπογραφές των ατόμων που φέρονται να εισέπραξαν τα ανάλογα ποσά, διότι δεν υπάρχουν καν παραπονούμενοι πιστωτές. Δηλαδή το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αρκούν οι αναφορές αυτές της Μ.Κ. 3 και γενικά η προσέγγιση που ακολουθούσε και με την απαίτηση της να προσκομιστούν με τον τρόπο που απαιτούσε τα ανάλογα αποδεικτικά στοιχεία από τον κατηγορούμενο για να αποδειχθούν οι επίδικες κατηγορίες και γενικά τα όσα καταλογίζει στον κατηγορούμενο. Υιοθέτηση αυτής της προσέγγισης της Μ.Κ. 3 θα οδηγούσε στην επικίνδυνη ατραπό να καλείτο ο κατηγορούμενος να αποδείξει την αθωότητα του και πιο συγκεκριμένα ότι δεν έχει κλέψει ή οικειοποιηθεί τα ανάλογα χρηματικά ποσά με μόνη την αναφορά και προσέγγιση της Μ.Κ. 3 με το να μην αποδέχεται συγκεκριμένες αποδείξεις ή αναφορές του κατηγορουμένου ότι έχει πληρώσει συγκεκριμένους πιστωτές ή ότι έχει εισπράξει χρηματικά ποσά, από την στιγμή μάλιστα που δεν υπάρχουν παράπονα από τους πιστωτές και από την στιγμή που δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία από πιστωτή ή πιστωτές που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε συγκεκριμένα ποσά ότι κατέβαλε ή εισέπραξε ενώ τελικά τα οικειοποιήθηκε. Επιπρόσθετα, το ακροσφαλές και παράδοξο της όλης στάσης και προσέγγισης της Μ.Κ. 3 καταδεικνύεται και μέσα από την αναφορά της όπως καταγράφεται στην σελίδα 19 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 24/3/2021 όπου αποδέχθηκε ότι οι υποψίες εναντίον του κατηγορουμένου για αποκόμιση και οικειοποίηση χρημάτων προέκυψαν μόνο από το γεγονός ότι δεν παρουσίασε τις ορθές αποδείξεις και αυτή η αναφορά της Μ.Κ. 3 καταδεικνύει ότι η όλη εκδοχή της κατηγορούσας αρχής όπως αυτή προωθήθηκε κατά κόρον μέσα από την μαρτυρία της Μ.Κ. 3 περιστρεφόταν γύρω από υποψίες στην βάση μη ορθών, κατά την Μ.Κ. 3 αποδείξεων και μόνο. Το ίδιο ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών και ως προς την τοποθέτηση της όπως καταγράφηκε στην σελίδα 30 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 31/3/2021 όταν συμφώνησε σε ερώτηση ότι οι πληρωμές μπορεί να έγιναν αλλά η ίδια δεν ικανοποιήθηκε στην βάση των στοιχείων που της παρουσιάστηκαν για να αποδείξει η ίδια ότι έγιναν οι πληρωμές. Αυτό βεβαίως δεν αρκεί για την απόδειξη κλοπής ή οικειοποίησης οποιουδήποτε ποσού από τον κατηγορούμενο και μάλιστα χωρίς υποβολή παραπόνου από πιστωτή. Η αναφορά της ότι λείπουν τα συγκεκριμένα ποσά από τον λογαριασμό της εταιρείας δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσει το πιο πάνω κενό και αβεβαιότητα, πέραν του ότι ο λογαριασμός που έκανε αναφορά η Μ.Κ. 3 δεν προσκομίστηκε και δεν επεξηγήθηκε από την Μ.Κ. 3, ούτε ήταν σίγουρη για το κατά πόσο το τεκμήριο 45 που είναι ο λογαριασμός της Salmiyia holdings ltd είναι αυτός που είχε υπ΄ όψην της και πέραν αυτού, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μεροληπτικής και βεβιασμένης προσέγγισης της Μ.Κ. 3 να αποδώσει στον κατηγορούμενο τις επίδικες κατηγορίες με την αναφορά της όπως καταγράφεται στην σελίδα 25 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 24/3/2021 ότι τις αποδείξεις και γενικά τα έγγραφα που της πήρε η αστυνομία μπορεί να τα είδε για λίγα λεπτά. Όσον αφορά το τεκμήριο 45 ο κατηγορούμενος, όπως θα αξιολογηθεί πιο κάτω, διασύνδεσε και απέδειξε πλήρως μέσω αυτού του τεκμηρίου συγκεκριμένες πληρωμές που έγιναν και η Μ.Κ. 3 επί αυτού του σημείου έκδηλα προσπαθούσε να αποφύγει να αποδεχθεί ότι έγιναν οι συγκεκριμένες πληρωμές, λέγοντας υστερόβουλα και αντιφατικά ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει προσκομίσει τις ανάλογες αποδείξεις που να αποδεικνύουν τις θέσεις του, ενώ η Μ.Κ. 3 σε άλλο στάδιο της διαδικασίας ανέφερε ότι δεν θα αποδεχόταν διόρθωση και γενικά προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων από τον κατηγορούμενο, επικαλούμενη την ύπαρξη της καταγγελίας εις βάρος του κατηγορουμένου και αυτό αναφέρθηκε και σε κατάθεση της. Επίσης η Μ.Κ. 3 τήρησε μια ευθυνοφοβική στάση, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να πάρει την ευθύνη εάν το λογαριασμός είναι ορθός, επικαλούμενη επιπρόσθετα, προφανώς για να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο, ότι ο τραπεζικός λογαριασμός δεν καταδεικνύει τον τελικό δικαιούχο, ενώ σε κατοπινό στάδιο, ενισχύοντας το αβέβαιο και μη αποκρυσταλλωμένο της εκδοχής της, ανέφερε ότι έγιναν μεν κάποιες πληρωμές, χωρίς να γνωρίζει το ποσό, παραμένοντας όμως αμετακίνητη στο ποσό που επικαλείται η ίδια ότι έχει οικειοποιηθεί ο κατηγορούμενος. Η ευθυνοφοβική της στάση αποδεικνύεται επίσης και από την αναφορά της ότι δεν είχε οδηγίες για να αποδεχθεί συγκεκριμένες αποδείξεις, επικαλούμενη τους ανωτέρους της και είναι πραγματικά απορίας άξιο να το αναφέρει αυτό η Μ.Κ. 3 που ήταν η κύρια μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής και ιδίως του εφόρου εταιρειών για να αποδείξει τις υπό εξέταση κατηγορίες και από την στιγμή που εκ μέρους του εφόρου εταιρειών δεν έχει προσκομιστεί άλλη μαρτυρία. Το βεβιασμένο και το πρόχειρο της όλης διαδικασίας που ακολούθησε η ίδια αλλά και η αστυνομία, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι στην σελίδα 27 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 24/3/2021 η Μ.Κ. 3 αναφέρει ότι η αστυνομία όφειλε αποδείξει την κλοπή, την οικειοποίηση και γενικά τα όσα αποδίδονται στον κατηγορούμενο, ενώ ουσιαστικά η αστυνομία επικαλέστηκε και αρκέστηκε στην εκδοχή της Μ.Κ. 3, γεγονός που αποδεικνύεται και από την αναφορά του ίδιου του Μ.Κ. 9 όπως αναφέρεται και αξιολογείται πιο κάτω. Όλα τα πιο πάνω αναμφίβολα δημιουργούν ανυπέρβλητα κενά και ερωτηματικά για την όλη εκδοχή της Μ.Κ. 3 και γενικά της κατηγορούσας αρχής και που αναμφίβολα δεν αρκούν στο να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις επίδικες κατηγορίες και το βάρος αυτό εναπόκειται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και όχι στον κατηγορούμενο, όπως άστοχα ανέφερε η Μ.Κ. 3 στην σελίδα 28 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 24/3/2021 λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να αποδείξει ότι ο τρόπος που κατέληξε η Μ.Κ. 3 στο ποσό για τις υποψίες εναντίον του κατηγορουμένου είναι εσφαλμένος, αντιστρέφοντας ουσιαστικά η ίδια το βάρος απόδειξης στους ώμους του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητα του. Επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι παράδοξη η προσέγγιση της να μην αποδέχεται ως γεγονός ότι πληρώθηκαν πιστωτές με την άρση εμπράγματων βαρών, όπως π.χ. υποθήκες και ΜΕΜΟ, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι το μόνο λογικό συμπέρασμα που εξάγεται όταν αποσύρεται ένα εμπράγματο βάρος είναι να έχει προηγηθεί η ικανοποίηση της απαίτησης του εμπράγματως εξασφαλισμένου πιστωτή. Ούτως ή άλλως δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από οποιονδήποτε πιστωτή που να αποδεικνύει ότι έχει αρθεί οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος χωρίς την ικανοποίηση της απαίτησης του ή ότι παράνομα έχει αρθεί κάποιο εμπράγματο βάρος χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του ή ικανοποίηση της απαίτησης του. Η Μ.Κ. 3 για αυτό το ζήτημα είχε αντιφατική προσέγγιση, διότι από την μια στην σελίδα 38 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 24/3/2021 αποδέχθηκε ότι για να αρθεί ένα εμπράγματο βάρος θα πρέπει να γίνει και η ανάλογη πληρωμή και από την άλλη προωθούσε την θέση ότι εάν το κτηματολόγιο αποδεχόταν το γεγονός της πληρωμής θα το αποδεχόταν και η ίδια από την άλλη να προωθεί την θέση ότι από την στιγμή που ο κατηγορούμενος δεν είχε τις σχετικές αποδείξεις, όπως η ίδια αντιλαμβανόταν, αυτομάτως ο κατηγορούμενος, κατά την ίδια, οικειοποιήθηκε το ανάλογο ποσό, θέση η οποία ουδόλως ευσταθεί και δεν αρκεί για να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη των αδικημάτων. Ως προς την τοποθέτηση της να μην αποδέχεται συγκεκριμένες πληρωμές επειδή ήταν πιστωτές άλλης εταιρείας του ομίλου, το Δικαστήριο για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω, αποδέχεται ως λογικές και πειστικές τις αναφορές του κατηγορουμένου. Ούτως ή άλλως η Μ.Κ. 3 όπως φαίνεται και στην σελίδα 6 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 7/4/2021 άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να αποδεχόταν συγκεκριμένες πληρωμές και αποδεικτικά στοιχεία, πράγμα που έπραξε ο κατηγορούμενος με βάση και την αξιολόγηση που ακολουθεί πιο κάτω. Το χρονικό σημείο που έγινε η καταγγελία, καταδεικνύει το καταχρηστικό της όλης διαδικασίας που ακολούθησε η μάρτυρας, διότι ήδη για την περίοδο 2000 - 2003 που κατά την ίδια άρχισαν τα προβλήματα και τα όσα αποδίδει στον κατηγορούμενο και που έγιναν αντιληπτά από την ίδια, απέχει κατά πολύ από την χρονική στιγμή που προέβη στην καταγγελία, έχοντας ήδη παρέλθει μια δεκαετία. Η εξήγηση που έδωσε για να αιτιολογήσει την καθυστέρηση αυτή, ήτοι ότι δινόταν στον κατηγορούμενο χρόνος για να συμμορφωθεί, ουδόλως πείθει το Δικαστήριο, λόγω ακριβώς της παρόδου τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος. Ούτε η αναφορά της ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να τηρεί στοιχεία θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή με την έννοια ότι ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να αποδείξει το άλλοθι του, διότι με βάση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου που ακολουθεί, ο κατηγορούμενος παρουσίασε, με αρκετές δυσκολίες, εκείνα τα αποδεικτικά στοιχεία που έριξαν φως στον τρόπο που ενεργούσε και κυρίως απέδειξε ότι δεν έχει καταχραστεί οποιοδήποτε ποσό. Ως προς την θέση της ότι έχουν διπλοπεραστεί κάποιες αποδείξεις και συνεπεία αυτού ο κατηγορούμενος έχει οικειοποιηθεί τα ανάλογα χρηματικά ποσά, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση της Μ.Κ. 3, διότι ο κατηγορούμενος έπεισε με την δική του μαρτυρία, όπως θα αναφερθεί και πιο κάτω, ότι το όλο ζήτημα αναγόταν στην ευθύνη των πράξεων του λογιστή του, του οποίου το όνομα του είναι στον κατάλογο μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής υπ΄ αριθμόν 5 και η οποία δεν τον έχει κλητεύσει για μάρτυρα κατηγορίας, παρά μόνο κατέθεσε την κατάθεση του για σκοπούς λήψης. Το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογικές τις αναφορές του κατηγορούμενου όπως θα αξιολογηθεί πιο κάτω, ήτοι ότι το όλο ζήτημα αναγόταν στην ευθύνη του λογιστή που είχε διοριστεί τότε και αυτό συνάδει απόλυτα με το χρονικό σημείο 2000 - 2003 που κατά κανόνα κατηγορείται ο κατηγορούμενος και που για εκείνην την περίοδο ο εν λόγω λογιστής είχε διοριστεί από τον κατηγορούμενο και αυτό το γεγονός παρέμεινε αναντίλεκτο, ήτοι ότι ο λογιστής του κατηγορούμενου είναι για εκείνην την περίοδο που ασκούσε τα καθήκοντα του και μετά από την παρεξήγηση που έγινε για το ζήτημα των διπλοπεράσεων και της παρεξήγησης που έγινε μεταξύ του λογιστή και της Μ.Κ. 3 ο κατηγορούμενος τον απάλλαξε από τα καθήκοντα του. Το Δικαστήριο κρίνει ότι το μόνο λογικό συμπέρασμα που δύναται να εξαχθεί είναι ότι λόγω ακριβώς της ταύτισης του χρονικού σημείου και περιόδου που ο εν λόγω λογιστής είχε διοριστεί από τον κατηγορούμενο είχε προβεί από λάθος δικό του σε διπλοπεράσεις και χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει οικειοποιηθεί οποιοδήποτε ποσό, λόγω ακριβώς ότι τα στοιχεία αυτά υποβάλλονταν από τον εν λόγω λογιστή. Ναι μεν ο κατηγορούμενος προμήθευε με τα σχετικά δικαιολογητικά και αποδείξεις τον εν λόγω λογιστή, πλην όμως ο τελευταίος είναι που τα παρουσίαζε και αυτή η θέση του κατηγορούμενου παρέμεινε αναντίλεκτη διότι ο λογιστής δεν κλητεύθηκε από την κατηγορούσα αρχή για να επιβεβαιώσει την θέση που προβάλλει στην κατάθεση του ότι παρουσίαζε στον έφορο εταιρειών τα στοιχεία όπως του τα παρουσίαζε ο κατηγορούμενος προηγουμένως. Η Μ.Κ. 3 ουσιαστικά και αυτή με την σειρά της