Δημοκρατία ν. Παντελίδου, Υπόθεση αρ.: 14567/2017, 27/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:36 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 14567/2017 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή και ΧΧΧ Παντελίδου Κατηγορούμενη ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 27/9/2021 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ελ. Κληρίδου Για την κατηγορούμενη: κ. Α. Αβραάμ Κατηγορούμενη: παρούσα Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη, μετά από ακροαματική διαδικασία, βρέθηκε ένοχη σε συνολικά 45 κατηγορίες, εκ των οποίων: (
- i)οι 3 αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 336 του Ποινικού Κώδικα[1], (
- ii)οι 3 αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 336 του πιο πάνω Νόμου[2], (iii) οι 3 αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 299 του πιο πάνω Νόμου[3], (
- iv)οι 19 αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 270(β) του πιο πάνω Νόμου[4], (
- v)οι 16 αφορούν το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του πιο πάνω Νόμου[5] και (
- vi)η 1 αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(iii)
(2)και
(5)(α) του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου[6]. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, εκτίθενται στην απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη. Συνοπτικά, έχουν ως ακολούθως: Η κατηγορούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος στη ΣΠΕ Τροόδους και ανέπτυξε σχέση εμπιστοσύνης και στενής φιλίας με τις Πετράκη, Στυλιανίδη και Καλλινίκου (στο εξής «οι παραπονούμενες»). Οι δύο πρώτες, κατόπιν σχετικής εισήγησης της κατηγορούμενης, αποδέχτηκαν και της έδωσαν οδηγίες όπως μετατρέψει συγκεκριμένα κεφάλαια που είχαν στους λογαριασμούς τους, σε γραμμάτια στη ΣΠΕ Τροόδους, στη βάση διαβεβαίωσης που τους έδωσε ότι θα τύγχαναν πλεονεκτικού επιτοκίου. Με τον τρόπο αυτό, χρηματικό ποσό γύρω στις €100.000, που είχε η Πετράκη με το σύζυγό της, κατατεθειμένο σε λογαριασμούς που διατηρούσαν στη ΣΠΕ Πολεμιδιών, μεταφέρθηκε στη ΣΠΕ Τροόδους, με σκοπό να μετατραπεί σε γραμμάτιο, πράγμα το οποίο τελικά δεν έγινε. Οι τρεις παραπονούμενες, διατηρούσαν λογαριασμούς στην πιο πάνω Συνεργατική. Η κατηγορούμενη, τις παρότρυνε να μην επισκέπτονται το υποκατάστημα και όπως παραδίδουν σε αυτήν προϋπογραμμένα, σχετικά, έντυπα (αποδείξεις), ώστε η ίδια, στην απουσία τους, να προβαίνει σε αναλήψεις από τους λογαριασμούς τους και ακολούθως, να τους παραδίδει τα χρήματα. Έτσι, οι παραπονούμενες προϋπόγραφαν αποδείξεις, με μόνο σκοπό να χρησιμοποιηθούν από την κατηγορούμενη, για να γίνονται αναλήψεις, μόνο κατόπιν σχετικών οδηγιών τους. Η κατηγορούμενη, εκμεταλλευόμενη την πιο πάνω σχέση εμπιστοσύνης, χρησιμοποιώντας αποδείξεις που έφεραν γνήσιες υπογραφές των παραπονούμενων, χωρίς τη συγκατάθεσή τους και χωρίς σχετικές οδηγίες τους, με σκοπό να οικειοποιηθεί τα χρήματά τους, εκταμίευε χρήματα από τους λογαριασμούς τους, χωρίς να τους τα παραδίδει. Περαιτέρω, προέβαινε σε αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς τους, με τη χρήση αποδείξεων που δεν αποδείχθηκε ότι έφεραν γνήσια υπογραφή ή σε κάποιες περιπτώσεις, που έφεραν, μη γνήσια υπογραφή των πιο πάνω προσώπων. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η κατηγορούμενη εκταμίευε χρήματα, χωρίς τη συγκατάθεση και τις οδηγίες των παραπονούμενων και χωρίς να τους τα παραδίδει. Το συνολικό ποσό που εκταμιεύθηκε από τους λογαριασμούς των παραπονούμενων και οικειοποιήθηκε η κατηγορούμενη, ανέρχεται σε €143.232,86. Ειδικότερα, η κατηγορούμενη εκταμίευσε, με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω: (
- i)σε διάφορες περιπτώσεις, την περίοδο από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι και το Δεκέμβριο του 2015, το συνολικό ποσό €86.300, από τους λογαριασμούς της Πετράκη. Από το ποσό αυτό, €49.100 εκταμιεύθηκε με τη χρήση αποδείξεων που έφεραν τη γνήσια υπογραφή της Πετράκη, τις οποίες είχε παραδώσει στην κατηγορούμενη. (
- ii)σε 8 περιπτώσεις, την περίοδο από το Φεβρουάριο του 2012 μέχρι τον Οκτώβριο του 2013, από τους λογαριασμούς της Στυλιανίδη, το συνολικό ποσό των €44.240,34 και ειδικότερα, €3.075,34, με τη χρήση αποδείξεων που έφεραν τη γνήσια υπογραφή της, ενώ το υπόλοιπο ποσό, ύψους €41.165, με τη χρήση αποδείξεων που έφεραν τη μη γνήσια υπογραφή της. (iii) σε 26 περιπτώσεις, την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2011 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2013, από τους λογαριασμούς της Καλλινίκου, το συνολικό ποσό των €12.692,52 και ειδικότερα, €8.137,50, με τη χρήση αποδείξεων που έφεραν τη γνήσια υπογραφή της, ενώ το υπόλοιπο ποσό, ύψους €4.555,02, με τη χρήση αποδείξεων για τις οποίες δεν αποδείχθηκε ότι έφεραν τη γνήσια υπογραφή της. Επιπρόσθετα, η κατηγορούμενη πλαστογράφησε και κυκλοφόρησε τρία έγγραφα, τα οποία παρουσίασε ως γραμμάτια που εκδόθηκαν από τη ΣΠΕ Τροόδους, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν τέτοια και τέλος, ενήργησε ως ανωτέρω, με σκοπό να καταδολιεύσει την Πετράκη, παρουσιάζοντάς της ψευδώς την εικόνα, ότι τα χρήματά της μετατράπηκαν σε γραμμάτια. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του, ως ελαφρυντικούς παράγοντες, το λευκό της ποινικό μητρώο, τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις, το γεγονός ότι από το 2017 είναι άνεργη και δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, ενόψει και του γεγονότος ότι μειώθηκε ο κύκλος εργασιών του συζύγου της. Επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η ενήλικη θυγατέρα της είναι έγκυος. Αναμένεται να γεννήσει σε σύντομο χρόνο και θα χρειαστεί τη στήριξη της κατηγορούμενης. Η τελευταία, ως αναφέρθηκε, είναι επιφορτισμένη με τις ανάγκες της δύσκολης καθημερινότητας του ογδονταπεντάχρονου πατέρα της, ο οποίος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Περαιτέρω δε, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, την καθυστέρηση, αφού το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στην κατηγορούμενη, 4 περίπου χρόνια μετά την καταχώρηση της υπόθεσης. Αναμφίβολα, όλα τα αδικήματα που διέπραξε η κατηγορούμενη, είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση του άρθρου 270 του Ποινικού Κώδικα αρχικά προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια, η οποία, στις 7.4.2000 (βλ. Ν.43
(1)/2000) αυξήθηκε σε 10 χρόνια και στην συνέχεια, στις 29.6.2012 σε 14 χρόνια (βλ. Ν.84
(1)/2012). Τονίζουμε ότι δεν διέλαθε τις προσοχής μας ότι, για τα πιο πάνω αδικήματα που διέπραξε η κατηγορούμενη, πριν την 29.6.2012, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια. Ο Νομοθέτης, για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 336 και 339, αντίστοιχα, του ίδιου Νόμου προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια. Σε σχέση δε με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην περίπτωση που πρόσωπο γνώριζε ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες που περιγράφονται στο άρθρο 4
(1)του Νόμου, ο νομοθέτης προβλέπει ποινή φυλάκισης 14 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και τις δύο αυτές ποινές και, επιπρόσθετα, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης, αφού ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο Νόμο, κάτι το οποίο δεν έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. Τέλος, για το αδίκημα της εξασφάλισης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 299 του Ποινικού Κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια. Το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου είναι σοβαρό, αφού αναφέρεται στην ύπαρξη και διατήρηση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Όπως έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να προσφέρουν κατάλληλη προστασία, τιμωρώντας τα πρόσωπα που παραβιάζουν την εμπιστευτική αυτή σχέση και μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Χρυσοδόντας v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B513, Ποιν. Έφ. 124/2016, ημερ. 9.11.2016, Χρυσάνθου v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B538, Ποιν. Έφ. 19/2016, ημερ. 2.12.2016 και Κουμπαρή v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B151, Ποιν. Έφ. 215/2018, ημερ. 11.5.2020). Η σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Δυστυχώς, αποτελεί θλιβερή διαπίστωση, ότι τα τελευταία χρόνια, το οικονομικό έγκλημα βρίσκεται σε έξαρση και θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στη πάταξη αυτή της φύσης των αδικημάτων, με την επιβολή αυστηρών ποινών (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 210 και Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/2020, ημερ. 20.5.2021). Η συχνότητα διάπραξής τους, καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο, στην επιλογή της ποινής. Όπως έχει νομολογηθεί, η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου δικαιολογείται όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις (βλ. Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240). Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B469, Ποιν. Έφ. 235/13, ημερ. 5.10.2016, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Σε σχέση δε με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/2018, ημερ. 27.6.2019, επισημάνθηκε ότι το συγκεκριμένο αδίκημα: «., όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγούντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρο του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα [.], και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.» Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η αποτροπή, ως παράγοντας, ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία, έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη, αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Η δεύτερη αυτή περίπτωση έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή, η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον, την αποτροπή, ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων, σε κάθε περίπτωση, ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα (βλ. Χρυσάνθου v. Αστυνομίας, ανωτέρω). Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Από την άλλη, οι προσωπικές συνθήκες, η προσωπικότητα και η λειτουργία του παραβάτη στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, είναι επίσης σχετικοί παράγοντες. Τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους. Πρόκειται για διεργασία στην οποία τα Δικαστήρια διατηρούν κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 2, 5-8). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα. Το στοιχείο της αποτροπής είναι έντονο και, προκειμένου τα Δικαστήρια να επιτελέσουν το σημαντικό τους ρόλο στην κοινωνία, αλλά και να στείλουν τα σωστά μηνύματα, οφείλουν να επιβάλλουν, κάτω από τις δοσμένες συνθήκες, αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 74/2020, ημερ. 31.7.2020). Η επικρατούσα κατάσταση επηρεάζει τόσο την επιλογή του είδους της ποινής όσο και το ύψος της. Η ποινή, όπως είναι καθολικά αποδεκτό, δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα, αλλά και στον παραβάτη. Όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας, ανωτέρω και Τσουλόφτας ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 391). Όμως, όσο και αν η ανάγκη για αποτροπή μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης, δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:D183, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017). Καμιά υπόθεση δεν είναι ακριβώς όμοια με άλλη, οπότε, κατ' ακολουθία της νομολογίας δεν είναι απόλυτα σχετικές οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις (βλ. Ιορδάνους v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Στην Sydenham ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, επικυρώθηκε κατά πλειοψηφία ποινή φυλάκισης επτά ετών σε κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου, πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Το συνολικό ποσό που υπεξαίρεσε ο εφεσείοντας ήταν μεγαλύτερο, αλλά αυτό το οποίο τελικά δεν επέστρεψε, ανέρχεται σε 945.605 στερλίνες, $376.171 και €31.483, ενώ η ποινή είχε επιβληθεί μετά από παραδοχή. Στην υπόθεση αυτή επισημάνθηκε η έξαρση του οικονομικού εγκλήματος και «η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να συμβάλουν με αυστηρές ποινές στην πάταξη του». Στην Αθανασίου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 A.A.Δ. 212, απορρίφθηκε η έφεση για την καταδίκη και την ποινή φυλάκισης 7 ετών που επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο, για την εγκληματική ενέργεια του εφεσείοντα να αποσπάσει, στα πλαίσια δημοσιοποίησης της εταιρείας του, συνολικό ποσό £920.000. Ο εφεσείοντας είχε λευκό ποινικό μητρώο, ήταν 56 ετών και είχε διάφορα προβλήματα υγείας. Στην Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 22, ποινές φυλάκισης τριών χρόνων που είχαν επιβληθεί σε διάφορες κατηγορίες, για αδικήματα, συγκάλυψης, δεκασμού δημόσιου λειτουργού, συνομωσίας προς καταδολίευση, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, συγκάλυψης κ.λ.π., σε σχέση με απόκτηση και πώληση τεμαχίων γης, αξίας £100.000-£200.000 και σε μια περίπτωση, σχεδόν £1.000.000, κρίθηκαν ως ιδιαιτέρως επιεικείς. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε την ποινή ως πολύ επιεική, ένεκα προφανώς της καθυστέρησης στη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Στην Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης επτά ετών στον εφεσείοντα, λευκού ποινικού μητρώου, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε αδικήματα κλοπής υπό αντιπροσώπου και συγκάλυψης. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν από αντιπρόσωπο εταιρείας, ο οποίος διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο μετοχών του ταμείου συντάξεων και χορηγημάτων ημικρατικού οργανισμού. Ως αναφέρθηκε, υπήρχε δυνατότητα ανάκτησης σταδιακά έστω ορισμένων ποσών, στα πλαίσια του διατάγματος δήμευσης, που εκδόθηκε μετά την καταδίκη και πριν την επιβολή της ποινής. Στην Ευθυμίου v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 113, γραμματέας συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος έκλεψε από αυτό, μεγάλο χρηματικό ποσό, με τη βοήθεια του εφεσείοντα, ο οποίος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάπραξη της κλοπής και καρπώθηκε ποσό, ύψους Λ.Κ.402.
- Μετά από ακροαματική διαδικασία, επιβλήθηκαν σ' αυτόν ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 6 ετών στην κατηγορία για παροχή βοήθειας προς τον γραμματέα της ΣΠΕ προς διάπραξη του αδικήματος της κλοπής από γραμματείς και υπηρέτες και στην κατηγορία της συγκάλυψης. Η έφεση κατά της ποινής απορρίφθηκε. Στην Κουμπαρή v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B151, Ποιν. Έφ. 215/2018, ημερ. 11.5.2020, η εφεσείουσα καταδικάστηκε, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε εννέα κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου και σε μία κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η ανώτατη συντρέχουσα ποινή των οκτώ ετών που της επιβλήθηκε δεν θεωρήθηκε ως έκδηλα υπερβολική παρά τις προσωπικές της περιστάσεις, δεδομένου του μεγάλου ποσού που αυτή αποκόμισε (€1.975.000) και των συνθηκών παράβασης εμπιστοσύνης που κάλυπταν την έκνομη συμπεριφορά της. Περαιτέρω, σε σχέση με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, και οι αποφάσεις που ακολουθούν. Στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B534, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016, μετά από παραδοχή, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων, ποινή φυλάκισης 6 ετών. Οι επιλήψιμες πράξεις του, είχαν σχέση με οικονομικές ατασθαλίες σε έργα του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Πάφου, του οποίου ήταν γενικός διευθυντής. Αποκόμισε ίδιον προσωπικό όφελος και νομιμοποίησε παράνομα το συνολικό ποσό των €498.
- Η νομιμοποίηση των πιο πάνω εσόδων ήταν εκτεταμένης μορφής, κάλυπτε μία περίοδο δέκα ετών και αφορούσε σε οχτώ διαφορετικές περιπτώσεις. Το εφετείο επικύρωσε την πιο πάνω ποινή. Στην Βασιλείου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 12-17/2015, ημερ. 4.7.2017, μετά από ακροαματική διαδικασία, επιβλήθηκε στον Βασιλείου ποινή φυλάκισης 9 ετών, για τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων, η οποία μειώθηκε, κατ' έφεση, σε 7 χρόνια. Ο υπό αναφορά, οικειοποιήθηκε ποσό, ύψους €450.
- Στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης, στον εφεσείοντα Κιττή, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.ΤΗ.Κ. και, εκ της θέσεώς του, πρόεδρος του ταμείου συντάξεων. Εκμεταλλευόμενος τα αξιώματά του και την εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλλε η πολιτεία, σε τρεις περιπτώσεις, απαίτησε και έλαβε το ποσό των €300.
- Λειτούργησε, τοιουτοτρόπως, ζημιώνοντας το ταμείο συντάξεων και, κατά συνέπεια, την ίδια την Α.ΤΗ.Κ. Η έφεση, κατά της ποινής, απορρίφθηκε. Στην Davidescu κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:D283, Ποιν. Εφ. 197/2018 και 198/2018, ημερ. 8.7.2019, μετά από παραδοχή, ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα στους εφεσείοντες, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, για ένα ποσό της τάξης περίπου των €310.000, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Πρόκειτο για μέλη διεθνούς κυκλώματος, οι εφεσείοντες, οι οποίοι δημοσίευαν στο διαδίκτυο υπηρεσίες πώλησης αγαθών ή ενοικιάσεις ακινήτων και ζητούσαν από τα υποψήφια θύματά τους, να τους εμβάσουν χρήματα για τις συναλλαγές σε τραπεζικούς λογαριασμούς που άνοιξαν σε διάφορες τράπεζες της Κύπρου, τα οποία και κατακρατούσαν, χωρίς να υλοποιείται η συναλλαγή. Στην Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 5 ετών, που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, μετά από παραδοχή, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ύψους €571.
- Η παραπονούμενη υπέστη ζημιά, ίση με το πιο πάνω ποσό και δεν αποζημιώθηκε. Στην Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 125/2017, 127/2017, 129/2017, 130/2017 και 131/2017, ημερ. 26.4.2018, στον εφεσείοντα Μιχαηλίδη, ποινή φυλάκισης 5½ ετών που του είχε επιβληθεί σε 3 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων (ποσό €134.000), μειώθηκε σε 4½ χρόνια. Στον Ευσταθίου, σε 2 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων (€110.000), η ποινή φυλάκισης των 5½ ετών που του είχε επιβληθεί μειώθηκε σε 4½. Στον Βασιλείου, σε 1 κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων (€60.000), του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία μειώθηκε σε 3 χρόνια. Όλοι οι πιο πάνω εφεσείοντες αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας. Στον Σιαηλή, σε 1 κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων (€27.500), του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών και διαδοχική ποινή 6 μηνών, για το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία. Η ποινή, στο αδίκημα της νομιμοποίησης, μειώθηκε σε 3 έτη. Δεν διέλαθε της προσοχής μας, ότι οι πιο πάνω εφεσείοντες, κρίθηκαν ένοχοι μετά από ακροαματική διαδικασία. Στην Αστυνομία ν. Βακανά, ανωτέρω, ο εφεσίβλητος αντιμετώπισε συνολικά 14 κατηγορίες, μεταξύ αυτών και την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αναφορικά με το συνολικό ποσό των €383.304,49 που είχε αποσπάσει. Οι ποινές φυλάκισης 2 ετών με τριετή αναστολή, που του επιβλήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο, κρίθηκαν ως έκδηλα ανεπαρκείς και αντικαταστάθηκαν με ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 4 ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι, ενόψει της καθυστέρησης, θα επέβαλλε ποινές μειωμένες απ' ό,τι κανονικά θα άρμοζε, που θα μπορούσε να είναι, υπό τις περιστάσεις, ακόμη και το όριο της ποινικής δικαιοδοσίας του εκδικάσαντος Δικαστηρίου. Κατ' αρχήν, τονίζουμε ότι, το γεγονός ότι η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη, μετά από ακροαματική διαδικασία, δεν επιβαρύνει τη θέση της, αλλά, της στερεί το δικαίωμα σε περαιτέρω επιείκεια, ένεκα παραδοχής (βλ. Yusuf ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B100, Ποιν. Έφ. 46/2014, ημερ. 18.2.2016). Λαμβάνουμε υπόψη, ως ελαφρυντικό, το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης σε συνδυασμό με την ηλικία της και γενικότερα, τη διαγωγή που επέδειξε μέχρι σήμερα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241 και Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο, είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο, στην πορεία για την επιμέτρηση της ποινής. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος, ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει, όμως, τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω, Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, Παύλου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B130, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019 και Αστυνομία ν. Βακανά, ανωτέρω). Έτσι, και στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορούμενης, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από μέρους του συνηγόρου της και όπως αναδύονται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Συνοπτικά, έχουν ως ακολούθως. Η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 57 ετών, νυμφευμένη, μητέρα δύο ενηλίκων παιδιών, ηλικίας 35 και 33 ετών. Τα μέλη της οικογένειας έχουν καλές σχέσεις. Η κατηγορούμενη είναι το μεγαλύτερο παιδί τετραμελούς οικογένειας. Η μητέρα της απεβίωσε το 2018 και η ίδια ανέλαβε τη φροντίδα του ογδονταπεντάχρονου πατέρα της, ο οποίος πάσχει από ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η θυγατέρα της διανύει τον ένατο μήνα εγκυμοσύνης της και, ως αναφέρεται, θα χρειαστεί την στήριξη της μητέρας της, όταν γεννηθεί το παιδί της. Η κατηγορούμενη δεν εργάζεται από το Σεπτέμβριο του 2017 που αποχώρησε από τη Συνεργατική και δεν έχει άλλα εισοδήματα. Ο κύκλος εργασιών του συζύγου της, ο οποίος είναι συντηρητής έργων τέχνης, μειώθηκε δραστικά, λόγω της πανδημίας και οι βασικές ανάγκες της οικογένειας καλύπτονται με τη βοήθεια του πατέρα και των παιδιών της κατηγορούμενης. Ως αναφέρθηκε, η τελευταία δεν διαθέτει οποιανδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, ενώ υπάρχουν χρέη, ως αυτά καθορίζονται στην έκθεση που ετοιμάστηκε για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Αναφορικά με τις επιπτώσεις, τόσο στην κατηγορούμενη όσο και στην οικογένειά της γενικότερα, συνεπεία της ποινής που θα της επιβληθεί, παρότι δεν μας αφήνουν αδιάφορους και ασφαλώς τις λαμβάνουμε υπόψη, εντούτοις, την ίδια ώρα έχουμε υπόψη μας τη νομολογιακή αρχή, ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών παραγόντων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του, κατά την επιμέτρηση της ποινής, την καθυστέρηση και ειδικότερα, ως αναφέρθηκε, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στην κατηγορούμενη, 4 περίπου χρόνια μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Αναγνώρισε ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, ζητήθηκε αναβολή από μέρους του, λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε. Λίγα λόγια για το ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό αναδύεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, είναι χρήσιμα. Στις 28.9.2017, η παρούσα υπόθεση παραπέμφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στο Κακουργιοδικείο, το οποίο συνεδρίασε στις 13.12.
- Κατ' εκείνη την ημέρα, η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε και δήλωσε μη παραδοχή στις αποδιδόμενες σ' αυτήν κατηγορίες. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, για πρώτη φορά, στις 15.3.
- Στη συνέχεια, το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων και με την προσθήκη νέων κατηγοριών. Η δε υπόθεση αναβλήθηκε, σε αρκετές περιπτώσεις, για διάφορους λόγους και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, καθότι αναμενόταν μαρτυρικό υλικό το οποίο δεν δόθηκε στην υπεράσπιση (έκθεση γραφολόγου), λόγω προβλήματος υγείας της ανακρίτριας της υπόθεσης, αστ.XXXXX Μ. Ανδρέου και λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Η παρούσα υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, με την παρούσα σύνθεση, στις 27.7.
- Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 26.10.2020 και η κατηγορούσα αρχή, για στοιχειοθέτηση της υπόθεσής της, κάλεσε συνολικά 14 μάρτυρες. Σε κάποιες περιπτώσεις ζητήθηκε αναβολή από μέρους του συνηγόρου της κατηγορούμενης, ενόψει προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε. Το Δικαστήριο, με απόφασή του, ημερ. 3.9.2021, έκρινε ένοχη την κατηγορούμενη και καλείται σήμερα να της επιβάλει ποινή. Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ της διάπραξης ενός αδικήματος και της επιβολής ποινής, αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη αναφορικά με το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί. Η επιβολή ποινής φυλάκισης, μετά από παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα διάπραξης ενός αδικήματος, εκτός από τις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355). Η πάροδος μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, μειώνει και ενίοτε, εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να διέπει την ποινή, καθότι ενδέχεται, στο μεσοδιάστημα, να μεταβληθούν οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου σε τέτοιο βαθμό που να επιδρούν καταλυτικά στην επιλογή του είδους και του ύψους της ποινής. Στην υπό εξέταση περίπτωση, τα αδικήματα διαπράχθηκαν, χρόνια προηγουμένως και ειδικότερα, την περίοδο από το 2011 μέχρι και το 2016. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, στην επιφάνεια ήλθαν, όταν η Πετράκη αναζήτησε τα χρήματά της το Σεπτέμβριο του 2017 και την ίδια περίοδο συνελήφθη η κατηγορούμενη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης δεν προέβαλε ότι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο, από μέρους της κατηγορούσας αρχής, παρά μόνο ότι, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στην κατηγορούμενη, 4 χρόνια μετά την παραπομπή της υπόθεσης. Δεν διέλαθε της προσοχής μας, ο χρόνος που απαιτήθηκε για την εκδίκασή της και ότι σε μερικές περιπτώσεις ζητήθηκε αναβολή της υπόθεσης από μέρους του συνηγόρου της κατηγορούμενης, λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, πλην όμως επισημαίνουμε ότι αναβολές που είχαν δοθεί γι' αυτό το λόγο δεν επιμήκυναν σημαντικά την καθυστέρηση. Συνυπολογίζουμε το γεγονός, ότι καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή στην κατηγορούμενη, χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, τη σύλληψή της και την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη
(2012)2 Α.Α.Δ. 285 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Γενικά, η καθυστέρηση που παρατηρείται, στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν είναι τέτοια ώστε να επιβάλλεται η διαφοροποίηση του είδους της ποινής. Αντίθετα, όσο και αν το στοιχείο της ειδικής αποτροπής ατονεί με την πάροδο του χρόνου, έντονη παραμένει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η ανάγκη για γενική αποτροπή, εφόσον είναι απαραίτητο να μην αφεθεί η εντύπωση ότι το οικονομικό έγκλημα συμφέρει και αποδίδει (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, ανωτέρω). Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειές του (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Στην υπό εξέταση περίπτωση, η εγκληματική συμπεριφορά της κατηγορούμενης στράφηκε εναντίων τριών προσώπων. Εκμεταλλεύτηκε, κατά τρόπο βάναυσο, την εμπιστοσύνη που της επέδειξαν οι παραπονούμενες, την οποία δεν σκόπευε να τιμήσει. Η περίτεχνη, έκνομη και προσχεδιασμένη συμπεριφορά της, είχε χρονική διάρκεια και στη βάση αυτής, τα ποσά που απέσπασε συστηματικά, από τους λογαριασμούς των τριών πιο πάνω προσώπων, είναι μεγάλα (σύνολο €143.232.86). Δεν επέστρεψε σ' αυτές οποιονδήποτε ποσό και ούτε επιχείρησε να το πράξει. Ελλείπει οποιοδήποτε στοιχείο έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους της, το οποίο θα μπορούσε να συνυπολογιστεί ως ελαφρυντικό. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το σύνολο των γεγονότων που τα περιβάλλουν, ως επίσης και τα ελαφρυντικά της κατηγορούμενης, όπως έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στην κατηγορούμενη όσο και σε επίδοξους μιμητές, ανάλογης εγκληματικής συμπεριφοράς (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Όπως έχει νομολογιακά υποδειχθεί, η ποινή φυλάκισης αποτελεί μέτρο καθ' όλα θεμιτό, ακόμη και στην περίπτωση παραβατών, με λευκό ποινικό μητρώο, αν τούτο είναι καθ' όλα επιβεβλημένο και αναπόφευκτο, μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας των αδικημάτων, των γεγονότων που τα περιβάλλουν και των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη (βλ. Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Τονίζουμε ότι τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν υπέρ της κατηγορούμενης, ως εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασής μας, πιο πάνω, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα της επιβληθεί αλλά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Επισημαίνουμε ότι, παρά το γεγονός ότι για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, καθώς επίσης και για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, προβλέπεται η ίδια ανώτατη ποινή, εντούτοις, στη βάση των ειδικών γεγονότων που περιβάλλουν έκαστο τέτοιο αδίκημα, το ύψος της ποινής που θα επιβάλουμε, θα είναι διαφορετικό. Αναφορικά δε με τα γενεσιουργά αδικήματα της κλοπής και της κλοπής υπό αντιπροσώπου, τονίζουμε ότι αυτά αποτελούν μέρος του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Και με δεδομένο ότι, η κατηγορούμενη, στη σχετική κατηγορία, κρίθηκε ένοχη, θα επιβληθεί ποινή σε αυτήν, αφού, σύμφωνα με τη νομολογία, εκεί όπου τα ίδια γεγονότα στοιχειοθετούν κατηγορίες πέραν της μιας, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει ποινή, μόνο στη μία από αυτές, συνήθως στη σοβαρότερη και όχι σε όλες τις κατηγορίες για τις οποίες χωρεί καταδίκη (βλ. Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Pefkos a.o. v. Republic
(1961)C.L.R. 340 και Alexandrou v. Director of Customs
(1985)2 C.L.R. 47). Σε κάθε άλλη, διαφορετική περίπτωση, θα επιβληθεί ποινή. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα και κατ' ακολουθία όλων των πάνω, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές στην κατηγορούμενη: Σε κάθε μία από τις κατηγορίες 12, 23 και 28 (πλαστογραφία), φυλάκιση τριών
(3)ετών. Στις κατηγορίες 13, 24 και 29 (κυκλοφορία πλαστού εγγράφου), καμία ποινή, καθότι επιβλήθηκαν ποινές στις κατηγορίες που αφορούν τις σχετικές κατηγορίες πλαστογραφίας (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, ανωτέρω). Σε κάθε μία από τις κατηγορίες 34, 36 και 37 (εξασφάλιση εκτέλεσης αξιογράφων με ψευδείς παραστάσεις), φυλάκιση δύο
(2)ετών. Στις κατηγορίες 1, 73, 77, 92, 93, 95, 96, 98, 103, 104, 105, 110, 112, 116, 117, 118, 120, 122 και 124, οι οποίες αφορούν τα γενεσιουργά αδικήματα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, καμία ποινή, για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω. Στις κατηγορίες 66, 67, 68, 69, 70, 79, 94, 97, 99, 100, 102, 111, 114, 119, 121 και 129, οι οποίες αφορούν τα γενεσιουργά αδικήματα της κλοπής, καμία ποινή, για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω. Στην κατηγορία 65 (νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), φυλάκιση τεσσεράμισι (4½) ετών. Οι ποινές φυλάκισης, να συντρέχουν. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης μειώνονται για το χρονικό διάστημα που η κατηγορούμενη τελούσε υπό κράτηση, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα από τις 3.9.
- (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ [1] Κατηγορίες 12, 23 και
- [2] Κατηγορίες 13, 24 και
- [3] Κατηγορίες 34, 36 και
- [4] Κατηγορίες 1, 73, 77, 92, 93, 95, 96, 98, 103, 104, 105, 110, 112, 116, 117, 118, 120, 122 και 124 . [5] Κατηγορίες 66, 67, 68, 69, 70, 79, 94, 97, 99, 100, 102, 111, 114, 119, 121 και
- [6] Κατηγορία
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο