Δημοκρατία ν. Ιωακείμ, Υπόθεση αρ: 12505/20, 6/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:32 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ: 12505/20 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή ν. ΧXXX Ιωακείμ Κατηγορούμενος ----------------------------------------------------- Ημερομηνία: 6.9.2021 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Τιμοθέου Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία ότι έθεσε φωτιά σε εσοδείες και φυτείες, κατά παράβαση του άρθρου 317(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σε συντομία, τα γεγονότα που περιβάλλουν το διαπραχθέν αδίκημα, έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος, που είναι κτηνοτρόφος, στις 17.8.2020, εσκεμμένα και παράνομα και για άγνωστο λόγο, έθεσε φωτιά στην τοποθεσία «Περνός», του χωριού Άγιος Αμβρόσιος τής επαρχίας Λεμεσού, η οποία κατέκαψε τρία δεκάρια ξηρά χόρτα, άγρια βλάστηση και μικρά πεύκα. Η φωτιά κατασβήστηκε, ενάμιση περίπου ώρα μετά που είχε ξεσπάσει. Την ίδια ημέρα, στις 11:30, ο XXX Κουριεύς (ο οποίος εργάζεται στις Βρετανικές Βάσεις και ανάμεσα στα καθήκοντά του είναι η επιτήρηση εδαφών που βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία των Βάσεων και σε περίπτωση που εντοπίσει καπνό στην ύπαιθρο, η ενημέρωση, τόσο των Βάσεων όσο και της Κυπριακής Δημοκρατίας), ενώ ήταν καθήκον, αντιλήφθηκε σε απόσταση 150 μέτρων από εκεί που βρισκόταν, να υπάρχει καπνός, σε σημείο όπου υπήρχε πυκνή άγρια βλάστηση. Τότε ενημέρωσε σχετικά και κατευθύνθηκε στο σημείο όπου υπήρχε ο καπνός. Όταν έφθασε κοντά στη φωτιά αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται σε απόσταση 5 μέτρων από αυτή. Όταν το ρώτησε εάν ειδοποίησε κι αυτός την Πυροσβεστική, ο κατηγορούμενος έτρεξε στο αυτοκίνητό του και εγκατέλειψε την περιοχή, πολύ γρήγορα. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορουμένου, στο στάδιο των αγορεύσεων για σκοπούς μετριασμού της ποινής, μεταξύ άλλων - με αναφορά και σε σχετική νομολογία -, ανάφερε ότι το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό, ωστόσο, το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξατομικεύσει την ποινή και να λάβει υπόψη, τόσο τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Η ποινή που θα πρέπει να του επιβληθεί, πρόσθεσε, δεν θα πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά, θα πρέπει να αρμόζει και στο άτομο του δράστη. Πάντοτε στο πλαίσιο της αγόρευσής της για σκοπούς μετριασμού της ποινής, η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου, μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη, ότι, παρά το γεγονός, ότι ο τελευταίος κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία, εντούτοις παραδέχθηκε άμεσα, τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο (υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων), ότι αυτός είχε θέσει τη φωτιά. Εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε ήταν η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος και συγκεκριμένα, ότι έθεσε τη φωτιά, εσκεμμένα και παράνομα. Επιπρόσθετα, μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη, την έλλειψη ελατηρίου, που, ως ανάφερε, αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Δηλώνουμε ευθέως, πως δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε στον κατηγορούμενο, ως ελαφρυντικό στοιχείο, την έλλειψη ελατηρίου ή κινήτρου. Κατά την ακρόαση, δεν διασαφηνίστηκε για ποιο λόγο (ο οποίος παραμένει άγνωστος για το Δικαστήριο), ο κατηγορούμενος έθεσε εσκεμμένα τη φωτιά στον ουσιώδη χρόνο. Εν πάση περιπτώσει, ούτε νομοθετικά μα ούτε και νομολογιακά αναγνωρίζεται ως ελαφρυντικό στοιχείο, η απουσία κινήτρου ή ελατηρίου για σκοπούς διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος. Ανάλογα με το υπόβαθρο γεγονότων που συνθέτει μία υπόθεση, το ελατήριο/ κίνητρο δύναται να ληφθεί υπόψη, είτε ως ελαφρυντικό είτε ως επιβαρυντικό. Στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί παραμένει άγνωστος ο λόγος που ο κατηγορούμενος έθεσε την φωτιά, γεγονός το οποίο αναγνώρισε και η δικηγόρος του. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου, μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του τελευταίου καθώς και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Ως ανάφερε, πρόκειται για ένα άνθρωπο, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στα ζώα, μέσα στις μάντρες, που δεν μορφώθηκε και δεν πήγε στρατό, λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, ο οποίος, γι' αυτά παίρνει φάρμακα. Τέλος, σε σχέση με την πράξη του, τη χαρακτήρισε μη αρμόζουσα, αψυχολόγητη και ανεξήγητη, μετά από τόσα χρόνια που έζησε στη φύση. Πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ο κατηγορούμενος, όπως είπε, ηλικίας ΧΧ ετών είναι λευκού ποινικού μητρώου και δικαιούται να ελπίζει σε επιείκεια. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου - πάντοτε στο πλαίσιο της αγόρευσής της -, εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που ήθελε επιβληθεί σ' αυτόν ποινή φυλάκισης, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσής της. Συναφώς με το θέμα, η δικηγόρος του κατηγορούμενου - με αναφορά και σε σχετική νομολογία -, μεταξύ άλλων ανάφερε ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων και τα προσωπικά δεδομένα του κατηγορούμενου. Σε σχέση με τις πρώτες, όπως είπε, η έκταση της ζημιάς ήταν περιορισμένη. Το αποτέλεσμα δεν ήταν τόσο τραγικό. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η δικηγόρος του, επανέλαβε όλα τα παραπάνω, τα οποία ανάφερε για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δίδοντας έμφαση στα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει. Όπως είπε, δεν υπάρχει μαρτυρία, ότι συνεπεία των εν λόγω προβλημάτων είναι επικίνδυνος άνθρωπος που αποτελεί δημόσιο κίνδυνο. Σύμφωνα πάντοτε με τη δικηγόρο του κατηγορούμενου και όσα ανάφερε καταληκτικά, στο ίδιο πλαίσιο, η πρόκληση πυρκαγιάς πρέπει να τιμωρείται πολύ αυστηρά, όμως, ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να λάβει μία τελευταία ευκαιρία στη ζωή του. Η οικογένειά του, ως ανάφερε, βρίσκεται σε δύσκολη θέση και εκτός των άλλων, τώρα δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο να προσέχει τα ζώα του και η σύζυγός του δεν ξέρει τι να κάνει χωρίς αυτόν. Αναμφίβολα, το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρό. Ενδεικτική της σοβαρότητάς του είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή, που είναι φυλάκιση 14 χρόνων και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ωστόσο, ό,τι καθιστά ιδιαίτερα σοβαρό το συγκεκριμένο αδίκημα είναι οι επιπτώσεις σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση που παρουσιάζουν στον τόπο μας αδικήματα που επιφέρουν βλάβη σε περιουσία (ανάμεσά τους και το υπό εξέταση, το οποίο διαπράχθηκε με τη χρήση φωτιάς), γεγονός το οποίο επιμαρτυρείται από το σημαντικό αριθμό τέτοιας φύσης υποθέσεων που έχουν κατακλύσει τα Δικαστήριά μας. Το γεγονός αυτό - με τη σειρά του - καθιστά αναγκαία την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, για πάταξη των εν λόγω αδικημάτων καθώς και για προστασία της περιουσίας και ασφάλειας των πολιτών, ευρύτερα της κοινωνίας, αλλά και του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ποιότητας ζωής και του επιπέδου υγείας κάθε ανθρώπου που ζει σε συγκεκριμένο τόπο. Ούτε και παραγνωρίζουμε το γεγονός, ότι, το φυσικό περιβάλλον, ιδιαίτερα στη μικρή μας πατρίδα αποτελεί και σημαντική παράμετρο της φυσιογνωμίας της, καθώς σημαντικός αριθμός φυτών που ευδοκιμούν και ανάλογος αριθμός ζώων που ενδημούν στην Κύπρο, κινδυνεύουν με εξαφάνιση, απότοκο των σοβαρών πληγμάτων που δέχεται κάθε χρόνο ο βιότοπος, εξαιτίας της φωτιάς, η οποία τίθεται από διάφορους ασυνείδητους, είτε σκόπιμα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είτε από εγκληματική αμέλεια. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73, 79) είναι αδύνατο να προβλεφθούν οι καταστροφικές συνέπειες της φωτιάς και δυστυχώς, αποτελεί κοινό τόπο, πως κάθε χρόνο, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, εξαιτίας των πυρκαγιών, οι καταστροφές που επισωρεύονται στο πράσινο, που αποτελεί το φυσικό κάλλος του νησιού μας καθώς και στις περιουσίες των πολιτών είναι ανυπολόγιστες, χωρίς να μας διαφεύγει ούτε στιγμή, ότι, ενίοτε, εξαιτίας των πυρκαγιών, είτε ακόμη, στη μάχη για την κατάσβεσή τους, θρηνήσαμε ακόμη και την απώλεια αθώων συνανθρώπων μας. Έχει νομολογηθεί επίσης, ότι η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου δικαιολογείται όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις (βλ. Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240). Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B469, Ποιν. Έφ. 235/13, ημερ. 5.10.2016, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Η τιμωρία, ασφαλώς, δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η αποτροπή, ως παράγοντας, ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Η δεύτερη αυτή περίπτωση έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή, η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον, την αποτροπή, ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων - σε κάθε περίπτωση - ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Από την άλλη, οι προσωπικές συνθήκες, η προσωπικότητα και η λειτουργία του παραβάτη στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, είναι επίσης σχετικοί παράγοντες. Τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους. Πρόκειται για διεργασία, στην οποία τα Δικαστήρια διατηρούν κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 2, 5-8). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, θεωρούμε ότι προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα. Το στοιχείο της γενικής αποτροπής είναι έντονο και, προκειμένου τα Δικαστήρια να επιτελέσουν το σημαντικό τους ρόλο στην κοινωνία, αλλά και να στείλουν τα σωστά μηνύματα, οφείλουν να επιβάλλουν, κάτω από τις δοσμένες συνθήκες, αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 74/2020, ημερ. 31.7.2020). Η επικρατούσα κατάσταση επηρεάζει τόσο την επιλογή του είδους της ποινής όσο και το ύψος της. Η ποινή, όπως είναι καθολικά αποδεκτό, δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα, αλλά και στον παραβάτη. Όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας, ανωτέρω και Τσουλόφτας ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 391). Όμως, όσο κι αν η ανάγκη για αποτροπή μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης, δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Προς όφελος του κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνουμε υπόψη τα ακόλουθα: Καταρχήν, τονίζουμε ότι, το γεγονός ότι ο αυτός βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία, δεν επιβαρύνει τη θέση του. Ωστόσο, του στερεί το δικαίωμα σε περαιτέρω επιείκεια, ένεκα παραδοχής (βλ. Yusuf ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B100, Ποιν. Έφ. 46/2014, ημερ.18.2.2016). Συνυπολογίζουμε όμως, ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή δεν αμφισβητήθηκε και επιπρόσθετα, ότι δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, ανάμεσά τους και το πλέον σημαντικό, που είναι ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο ο οποίος έθεσε τη φωτιά στον ουσιώδη χρόνο καθώς και η φύση και έκταση της ζημιάς που προκλήθηκε συνεπεία αυτής, που αποτελούν γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζουμε ότι εκείνο που ουσιαστικά αμφισβήτησε η υπεράσπιση ήταν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος και συγκεκριμένα, ότι ο κατηγορούμενος έθεσε τη φωτιά, εσκεμμένα και παράνομα. Λαμβάνουμε υπόψη, ως ελαφρυντικό στοιχείο, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την ηλικία του (62 ετών) και γενικότερα, τη διαγωγή που επέδειξε μέχρι σήμερα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας 2010 2 Α.Α.Δ. 22). Δεδομένης της ηλικίας του θεωρούμε το επίδικο συμβάν, ως μεμονωμένο περιστατικό. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο, στην πορεία για την επιμέτρηση της ποινής. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος, ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη, ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει όμως, τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω, Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Παύλου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B130, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019). Των παραπάνω λεχθέντων, στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από μέρους της δικηγόρου του και όπως αναδύονται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Συνοπτικά έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος, ηλικίας XXXXX ετών, γεννήθηκε στις XXXXX. Είναι έγγαμος και πατέρας 4 παιδιών, ηλικίας, 43, 41, 40 και 36 ετών. Τα τρία, τα απέκτησε από τον πρώτο του γάμο και το ένα από το δεύτερο. Οι γονείς του ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και απεβίωσαν λόγω γήρατος, πριν από 6 περίπου χρόνια. Ο κατηγορούμενος, καθ' ον χρόνο ήταν παντρεμένος με την πρώτη σύζυγό του, διατηρούσε σχέση με τη νυν σύζυγό του, την οποία παντρεύτηκε μετά το θάνατο της πρώτης από λευχαιμία, σε ηλικία 35 ετών. Και τα 4 παιδιά του κατηγορούμενου μεγάλωσαν σαν μια οικογένεια και έχουν αποκατασταθεί επαγγελματικά. Οι μεταξύ τους σχέσεις είναι αρκετά καλές. Η σύζυγος του κατηγορούμενου, το βοηθά στις κτηνοτροφικές εργασίες και ασχολείται με την παραγωγή χαλουμιών. Και αυτή έχει άλλα τρία παιδιά, τα οποία απέκτησε από προηγούμενο γάμο. Αυτά μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι με τα παιδιά του κατηγορούμενου από τον πρώτο του γάμο και το ένα που απέκτησε με την νυν σύζυγό του. Ο κατηγορούμενος, τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει διάφορες οικονομικές δυσκολίες στην εργασία του, γεγονός το οποίο του προκάλεσε προβλήματα ψυχικής υγείας. Τα τελευταία 2 χρόνια παρακολουθείται από ιδιώτη ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Διέκοψε τη φοίτησή του στη Β' τάξη δημοτικού για να βοηθήσει τους γονείς του στις κτηνοτροφικές εργασίες τής οικογένειας στον XXXXX. Λόγω ψυχικών προβλημάτων που και τότε αντιμετώπιζε απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή του για έκτιση στρατιωτικής θητείας και συνέχισε να εργάζεται στις φάρμες ζώων της οικογένειας, επάγγελμα που εξασκεί μέχρι σήμερα. Πριν τη σύλληψή του στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης διέμενε με τη σύζυγό του σε κατοικία 2 υπνοδωματίων στον XXXXX, ιδιοκτησίας της συζύγου του. Τα εισοδήματά του από την εργασία του ανέρχονται στο ποσό των €10.000 ετησίως. Η φάρμα που διατηρεί βρίσκεται στο ίδιο χωριό και αποτελείται από 60 κατσίκες και από τον αναγκαίο κτηνοτροφικό εξοπλισμό. Είναι ιδιοκτήτης ενός ημιφορτηγού, ενώ έχει χρέος, ύψους €10.000 για προμήθεια ζωικών τροφών, για το οποίο καταβάλλει μηνιαία δόση, ύψους €100. Προβληματίζεται για την έκβαση της υπόθεσης, αφού τυχόν ασυνέπεια στη φροντίδα των ζώων του, θα του επιφέρει επιπλέον οικονομική ζημιά. Ειδικά για το τελευταίο και γενικά για τα όσα ανάφερε η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορουμένου, για τις επιπτώσεις στον ίδιο και την οικογένειά του, συνεπεία της ποινής που θα του επιβληθεί, αυτές, παρότι δεν μας αφήνουν αδιάφορους και ασφαλώς τις λαμβάνουμε υπόψη, εντούτοις, την ίδια ώρα έχουμε υπόψη τη νομολογιακή αρχή, ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών παραγόντων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Γενικά, λαμβάνουμε υπόψη οτιδήποτε έχει αναφερθεί από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου ή έχει τεθεί ενώπιόν μας για σκοπούς μετριασμού της ποινής και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, τη σοβαρότητα του αδικήματος, το σύνολο των γεγονότων που το περιβάλλουν, την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής και τέλος, τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελος του κατηγορούμενου (ως ανωτέρω), καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Ο κατηγορούμενος, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, στον ουσιώδη χρόνο, εσκεμμένα και παράνομα και για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, έθεσε φωτιά, η οποία κατέκαψε τρία δεκάρια ξηρά χόρτα, αλλά και άγρια βλάστηση και κυρίως, μικρά πεύκα. Η έκταση που κατέκαψε με την εγκληματική του συμπεριφορά, δεν μπορεί να θεωρηθεί και αμελητέα, ενώ, για το γεγονός ότι η φωτιά δεν πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις, δεν οφείλεται στον ίδιο και σε οποιεσδήποτε δικές του ενέργειες που κινήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση, στις οποίες δεν είχε προβεί. Όπως έχει κριθεί με την απόφασή μας επί της ενοχής του, ενώ η φωτιά βρισκόταν σε εξέλιξη, όταν έφθασε στο μέρος ο ΧΧΧ Κουριεύς και το ρώτησε εάν ειδοποίησε κι αυτός την Πυροσβεστική, αντί να του απαντήσει, έτρεξε στο αυτοκίνητό του και εγκατέλειψε την περιοχή, πολύ γρήγορα. Και κάτι ακόμη. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, είναι αδύνατο να προβλεφθεί η εξέλιξη της πυρκαγιάς και οι καταστροφικές συνέπειες της. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους μιμητές, ανάλογης εγκληματικής συμπεριφοράς (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Όπως έχει νομολογιακά υποδειχθεί, η ποινή φυλάκισης αποτελεί μέτρο καθ' όλα θεμιτό, ακόμη και στην περίπτωση παραβατών, με λευκό ποινικό μητρώο, αν τούτο είναι καθ' όλα επιβεβλημένο και αναπόφευκτο, μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας των αδικημάτων, των γεγονότων που τα περιβάλλουν και των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη (βλ. Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελος του κατηγορουμένου - ως εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασής μας, πιο πάνω -, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα του επιβληθεί. Όπως θα διαφανεί αμέσως, όλα αυτά, λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα και κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, φυλάκιση δύο
(2)ετών. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, μειώνεται, για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα, από τις 25.8.2021. Προχωρούμε τώρα να εξετάσουμε την εισήγηση της δικηγόρου του κατηγορούμενου, για αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω ποινής. Αναφορικά με το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, είναι γεγονός, ότι μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Νόμος 186
(1)/2003, στον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Σε προηγούμενο στάδιο έχουμε αναλύσει το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου και έχουμε υπόψη μας, όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρησή τους στο στάδιο αυτό. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Συνυπολογίζοντας και συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου καθώς και το σύνολο των ελαφρυντικών του, όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασης (πιο πάνω), αποτελεί κατάληξή μας, πως δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής. Με αδιαμφισβήτητη τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο κατηγορούμενος και συνυπολογίζοντας δεόντως και επαρκώς, όλους τους μετριαστικούς παράγοντες, κρίνουμε ότι, διαφορετική αντιμετώπιση, ανάμεσα σε άλλα, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες, θα υπονόμευε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των ποινών, χωρίς να βρίσκεται σε αρμονία με σχετική νομολογία για την ποινολογική αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσης και δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, στο οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος μα ούτε και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας (βλ. επίσης Κυπρίζογλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2017:B465, Ποιν. Εφ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, ημερ. 15.12.2017). Ο αναπτήρας, κατάσχεται. €140 έξοδα της διαδικασίας, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο