Δημοκρατίας ν. Shehata κ.α., Υπόθεση αρ.: 3793/2021, 23/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:34 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 3793/2021 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσα Αρχή Και
- XXX Shehata
- XXX Γεωργίου
- XXX Λαντίδη
- XXX Ανδρέου
- XXX Ιωάννου
- XXX Παύλου
- XXX Γεωργίου Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 23.9.2021 Για τη Δημοκρατία: κα Ο. Σοφοκλέους Για την κατηγορούμενη 3: κ. Α. Σαουρής Κατηγορούμενη 3: παρούσα Π Ο Ι Ν Η (Αναφορικά με την κατηγορούμενη 3) Η κατηγορούμενη 3 (στο εξής «κατηγορούμενη»), με δική της παραδοχή, έχει βρεθεί ένοχη σε δυο κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (κατηγορίες 8 και 10), σε μια κατηγορία παράνομης χρήσης του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορία 13) και τέλος, σε μια κατηγορία ότι κάπνισε φυτό κάνναβης (κατηγορία 14). Αριθμός άλλων κατηγοριών που αντιμετώπιζε, αναστάλησαν από το Γενικό Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα ν' απαλλαγεί σε αυτές. Καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή στην κατηγορούμενη, κατόπιν σχετικού αιτήματος της κατηγορούσας αρχής και με τη σύμφωνη γνώμη των υπόλοιπων κατηγορούμενων και τούτο, επειδή η κατηγορούμενη, θα κληθεί ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη αναφορικά με τους συγκατηγορούμενούς της (βλ. Pal Tekinder κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221 και Χρίστου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 263). Τα γεγονότα που περιβάλλουν τα διαπραχθέντα αδικήματα, ως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, είναι τα εξής: Η κατηγορούμενη είναι χρήστης κοκαΐνης και κάνναβης. Την κοκαΐνη, την αγόραζε από πρόσωπο που γνωρίζει τα τελευταία, 2 χρόνια, με το οποίο έκαναν παρέα και χρήση κοκαΐνης. Στις 13.5.2020, το συγκεκριμένο αυτό πρόσωπο, της είχε ζητήσει να πάει σπίτι του να το πιάσει γιατί είχε πρόβλημα το αυτοκίνητό του. Έτσι, η κατηγορούμενη πήγε στο σπίτι του και το μετέφερε μαζί με τη φιλενάδα του στο σπίτι της, όπου και διανυκτέρευσαν. Οι τελευταίοι επέστρεψαν στο σπίτι του εν λόγω προσώπου την επόμενη μέρα. Όταν σχόλασε η κατηγορούμενη, πέρασε από το σπίτι του, όπου της ανέφερε ότι άφησε κάτι στο σπίτι της, τα οποία πιθανόν δε θα βρει, αλλά αν τα βρει να μην τα αγγίξει, να μην τα ανοίξει και να μην πει τίποτα σε κανένα. Η κατηγορούμενη, πράγματι βρήκε μέσα στο υπνοδωμάτιό της στο συρτάρι με τα εσώρουχα, ένα διαφανές νάιλον σακούλι με άσπρη σκόνη και μια άλλη συσκευασία σφραγισμένη με μαύρη πλαστική ταινία που δε φαινόταν τι είχε μέσα και δεν την άνοιξε. Την τοποθέτησε σε πλαστικό κουτί με χαρτομάντηλα, στο μπάνιο της. Τόσο το νάιλον σακούλι όσο και η άλλη συσκευασία περιείχαν κοκαΐνη. Να σημειωθεί ότι η κατηγορούμενη μίλησε με συγγενικό πρόσωπο του προμηθευτή της και ζήτησε όπως διευθετήσουν να φύγει η κοκαΐνη από το σπίτι της. Στις 16.5.2020, κι ενώ η κατηγορούμενη κοιμόταν, της κτυπούσε την πόρτα του σπιτιού της κάποιο πρόσωπο, το οποίο την ενημέρωσε ότι την έψαχναν από την πλευρά του νυν προμηθευτή της, για να επιστρέψει την κοκαΐνη. Αφού οι δυο τους έκαναν χρήση κοκαΐνης, το πρόσωπο αυτό έφυγε και θα επέστρεφε μαζί με συγγενικό πρόσωπο του προμηθευτή της κατηγορούμενης, για να πάρουν την κοκαΐνη. Ακολούθως, η κατηγορούμενη έβαλε το διαφανές σακούλι με την άσπρη σκόνη, που βρήκε στο συρτάρι της με τα εσώρουχα, μέσα σε μαξιλαροθήκη και στη συνέχεια την τοποθέτησε σε τσάντα με την επιγραφή INTIMISSIMI. Στη συνέχεια, το συγκεκριμένο πρόσωπο μετέβηκε στην κατοικία της για να πάρει την κοκαΐνη με το νεαρό πρόσωπο που αναφέρεται πιο κάτω, το οποίο η κατηγορούμενη γνώριζε, ως βοηθό του προμηθευτή της. Στο μεταξύ, κατόπιν πληροφορίας ότι ο προμηθευτής της κατηγορούμενης, με συγγενικό του πρόσωπο, θα διευθετούσαν παραλαβή μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών από την ίδια, μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, μαζί με μέλη της ΥΚΑΝ Λεμεσού, την ίδια μέρα μετέβηκαν στη Λεμεσό κι έθεσαν την οικία της κατηγορούμενης καθώς και την οικία του συγγενικού προσώπου του προμηθευτή της, υπό παρακολούθηση. Στις 15:01, θεάθηκε νεαρό άτομο να εξέρχεται από την οικία του συγγενικού προσώπου του προμηθευτή της κατηγορούμενης και να επιβιβάζεται σε αυτοκίνητο με οδηγό τρίτο πρόσωπο και να πηγαίνουν στο σπίτι της. Μετά από παρέλευση λίγων λεπτών, τα δυο αυτά άτομα εξήλθαν του διαμερίσματος και το νεαρό άτομο κρατούσε μια τσάντα με την επιγραφή ΙΝΤΙMISSIMI, την οποία, προηγουμένως δεν είχε στην κατοχή του. Τα πρόσωπα αυτά επιβιβάστηκαν στο όχημα με το οποίο είχαν φτάσει κι όταν ανακόπηκαν από την Αστυνομία, στην κατοχή τους, ανάμεσα σε άλλα, μέσα στην τσάντα ΙΝΤΙΜΙSSIMI υπήρχε μέσα σε μαξιλαροθήκη, ένα διαφανές νάιλον σακούλι, εντός του οποίου υπήρχε κοκαΐνη, βάρους 412,8 γραμμαρίων. Εναντίον της κατηγορούμενης 3 εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης κι έρευνας και την ίδια, πάντοτε, μέρα (16.5.2020) περί ώρα 18:25, κι ενώ το διαμέρισμά της εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό παρακολούθηση, η Αστυνομία κτύπησε αρκετές φορές το κουδούνι, χωρίς να πάρει οποιαδήποτε απάντηση. Στη συνέχεια, παρόλο που υπήρξε ανταπόκριση από γυναικεία φωνή, εντούτοις, επειδή δεν άνοιγε κανείς την πόρτα, μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, την παραβίασαν και μπήκαν μέσα στο διαμέρισμα. Με την είσοδο της Αστυνομίας στο διαμέρισμα, διαπιστώθηκε πως δεν υπήρχε κανείς μέσα και ότι η πόρτα του ενός υπνοδωματίου ήταν κλειδωμένη. Τα μέλη της ΥΚΑΝ, αφού την κτύπησαν, φωνάζοντας «Αστυνομία», χωρίς να λάβουν οποιαδήποτε απάντηση, αναγκάστηκαν να παραβιάσουν και αυτήν, οπότε εντόπισαν μέσα στο υπνοδωμάτιο την κατηγορούμενη και την κόρη της. Η κατηγορούμενη συνελήφθηκε στις 19:
- Αφού της εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής της και της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε: «Ι don't know». Κατά την έρευνα που ακολούθησε στο διαμέρισμά της, ανάμεσα σε άλλα, ανευρέθηκε κι άλλη ποσότητα κοκαΐνης, βάρους 340,1 γραμμαρίων, μέσα στο αποχωρητήριο, σε ορθογώνιο κουτί για χαρτομάντηλα (πρόκειται για τη συσκευασία για την οποία σχετική αναφορά γίνεται σε άλλο σημείο πιο πάνω). Όταν το συγκεκριμένο τεκμήριο υποδείχθηκε στην κατηγορούμενη και της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε : «Δεν ξέρω, δεν είναι δικό μου». Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας ανευρέθηκε μια πλαστική μπουκάλα νερού, στην οποία υπήρχε μεταλλικό αντικείμενο, περιτυλιγμένο με χάρτινη κολλητική ταινία, με ίχνη καμένης ουσίας και με χάρτινο καλαμάκι ως επίσης εντοπίστηκε μια μπουκάλα νερού πάνω στην οποία υπήρχε αλουμινόχαρτο με ίχνη καμένης ουσίας και χάρτινο καλαμάκι. Όταν αυτά υποδείχθηκαν στην κατηγορούμενη και της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε: «Κάμνω την κόκα μου και τη μαριχουάνα μου». Σε έρευνα που έγινε στο αυτοκίνητό της ανευρέθηκε μια ξύστρα, πάνω στην οποία υπήρχαν ίχνη κοκαΐνης. Όταν της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε: «Δεν ξέρω, δεν έχω ιδέα». Μετά το πέρας των ερευνών, η κατηγορούμενη οδηγήθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, όπου πληροφορήθηκε γραπτώς για τα δικαιώματά της, δηλώνοντας πως δεν ήθελε να τα ασκήσει. Ανακρινόμενη προφορικά έδωσε κάποιες πληροφορίες σε σχέση με αριθμό τηλεφώνου, που είχε σημειώσει σε κίτρινο μπλοκ σημειώσεων στο σπίτι της, κι αφού έδωσε γραπτή συγκατάθεση για εκ νέου έρευνα του διαμερίσματός της, υπέδειξε σε τραπεζάκι στο σαλόνι το μπλοκ σημειώσεων, χρώματος κίτρινου, στο οποίο είχε κάνει αναφορά. Όταν της υποδείχθηκε η σημείωση, απάντησε: «εν το τηλέφωνο που σου είπα». Σε ανακριτική κατάθεση που της λήφθηκε στις 17.5.2020, ομολόγησε ότι είναι χρήστης κοκαΐνης και κάνναβης και παραδέχθηκε ότι κατείχε τα μπουκάλια για χρήση κοκαΐνης, της ξύστρας και της σημείωσης με τον αριθμό τηλεφώνου, που αναφέρεται, πιο πάνω, ενώ για τις ποσότητες της κοκαΐνης που βρέθηκαν κι άλλα τεκμήρια, δήλωσε πλήρη άγνοια. Παραδέχτηκε επίσης ότι το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, δηλαδή 9 - 10.5.2020 έκανε χρήση κάνναβης. Την ίδια μέρα, η κατηγορούμενη έδωσε τη συγκατάθεσή της στην Αστυνομία, για να της ληφθούν παρειακά επιχρίσματα και δαχτυλικά και παλαμικά αποτυπώματα. Συνελήφθηκε εκ νέου την ίδια μέρα και αφού της εξηγήθηκαν τα υπό διερεύνηση - τότε - εναντίον της αδικήματα και της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε: «Δεν έχω ιδέα». Οδηγήθηκε αυθημερόν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το οποίο εξέδωσε εναντίον της διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο 8 ημερών. Στις 12.5.2021 έδωσε θεληματική κατάθεση στην Αστυνομία, όπου παραδέχθηκε την κατοχή των ποσοτήτων της κοκαΐνης, τόσο αυτής που έβαλε στην τσάντα ΙΝΤΙΜΙSSΙΜΙ όσο και της ποσότητας που βρέθηκε στο μπάνιο της, η οποία είναι 340,1 γραμμάρια. Στο πλαίσιο της εν λόγω κατάθεσης δίνει τις εξηγήσεις της και δήλωσε την πρόθεσή της να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας. Συνεπεία αυτού τέθηκε σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Σύμφωνα πάντοτε με τα γεγονότα, η κατηγορούμενη γνώριζε ότι υπήρχαν οι επίδικες ποσότητες ναρκωτικών στο διαμέρισμά της και είχε κοινή κατοχή αυτών. Μπορούσε δε να προβεί σε ανάληψη, κατά βούληση. Η παρούσα υπόθεση, για την κατηγορούμενη καταχωρήθηκε για πρώτη φορά στις 29.5.2020 με αριθμό XXX1/20 και αναστάληκε την 27.7.
- Την ίδια μέρα επανακαταχωρήθηκε με αριθμό XXX5/20 όπου προστέθηκε κατηγορούμενος, για να ανασταλεί και πάλι, στις 9.9.
- Την ημέρα αυτή καταχωρήθηκε η υπόθεση με αριθμό XXX9/20, με την προσθήκη και πάλι κατηγορούμενου, η οποία αναστάληκε στις 18.5.
- Την ίδια ημέρα, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση, με την προσθήκη επιπλέον κατηγορούμενου. Η κατηγορούμενη, ως αναφέρθηκε, είναι λευκού ποινικού μητρώου και τελεί υπό κράτηση από τις 29.5.
- Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατηγορούμενης, με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του, αφού αναγνώρισε τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, ακολούθως κάλεσε το Δικαστήριο, όπως για σκοπούς μετριασμού της ποινής λάβει υπόψη του, την παραδοχή της κατηγορούμενης, το λευκό ποινικό της μητρώο, τη συνεργασία της με τις διωκτικές αρχές και την έμπρακτη μεταμέλειά της. Σε σχέση με τα δυο τελευταία, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατηγορούμενης, μας παράπεμψε στο περιεχόμενο της κατάθεσής της, ημερομηνίας 12.5.2021, με την οποία ομολογεί τη διάπραξη των αδικημάτων και την εμπλοκή της στην υπόθεση καθώς και τεσσάρων άλλων προσώπων, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο, τόσο την ασφάλειά της όσο και την ασφάλεια του στενού συγγενικού της περιβάλλοντος, καθώς δηλώνει έτοιμη να καταθέσει ως μάρτυρας εναντίον τους. Εξ' ου και το γεγονός, ότι, εξαιτίας αυτού του κινδύνου εντάχθηκε στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Σύμφωνα πάντοτε με τον ευπαίδευτο δικηγόρο της κατηγορούμενης, αυτή, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το σχεδιασμό/οργάνωση, αγορά και προώθηση των ναρκωτικών στην αγορά. Ο ρόλος της, πρόσθεσε «.ήταν αυτός της απλού κατόχου, κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες». Αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορούμενης, ο δικηγόρος της, μας παράπεμψε στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας - δίδοντας έμφαση στις επιπτώσεις στην ανήλικη θυγατέρα της σε περίπτωση, επιβολής στην ίδια, ποινής άμεσης φυλάκισης. Τέλος, ως επιπλέον μετριαστικό παράγοντα, επικαλέστηκε το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της 16μηνης κράτησής της στις φυλακές, ως υπόδικης στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης διέκοψε αυτόβουλα πλήρως τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Πάντοτε στο πλαίσιο της αγόρευσής του, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατηγορούμενης, εισηγήθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για αναστολή της ποινής φυλάκισης, στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιβάλει σ' αυτήν, φυλάκιση μέχρι 3 χρόνια. Αναμφίβολα, όλα τα αδικήματα που διέπραξε η κατηγορούμενη είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού, του είδους και του ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 12 χρόνια ή με πρόστιμο ή και με τις δυο ποινές, ενώ, για τα αδικήματα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και του καπνίσματος φυτού κάνναβης, προβλέπεται ποινή, κατ' ανώτατο όριο τη δια βίου φυλάκιση. Γενικά, σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών μπορεί να αποτυπωθεί ως απαύγασμα της νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς, λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους. Η χρήση ναρκωτικών έχει, όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, 15/7/96. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο, τόσο για τη φυσική, όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή.» (Βλ. και Berne ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak
(2005)2 A.A.Δ. 377, επανατονίζεται η αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών, σε μια προσπάθεια μείωσης διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινωνικού συνόλου, αφού, αυτού του είδους αδικήματα κλονίζουν τα υγιή θεμέλια της κοινωνίας. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ. 297 επισημαίνονται τα εξής: «Τα κακά από τη χρήση ναρκωτικών είναι ήδη στη χώρα μας. Και εκτός από τα ολέθρια αποτελέσματα στη ζωή και υγεία των χρηστών δημιουργούν, σωρευτικά, εστίες εγκλήματος.» Όλες οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 124, Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, Κλεομένης ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350 και σε ακόμη πιο πρόσφατη νομολογία. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B110, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018: «Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών.» (Βλ. και Πισσάς ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B114, Ποιν. Έφ. 229/2016, ημερ. 14.3.2018, Παύλου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B130, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019 και XXX Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B88, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021). Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Πέραν τούτου, λαμβάνονται βεβαίως υπόψη οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος, αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη, ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει όμως τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Προεξάρχουσας σημασίας είναι η αποτροπή προς το σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια, αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B469, Ποιν. Έφ. 235/13, ημερ. 5.10.2016, Πισσάς ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Παρά το γεγονός ότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές για αδικήματα σε σχέση με ναρκωτικά, εντούτοις, αυτά, δεν παρουσιάζουν σημεία κάμψης, αλλά, αντίθετα, έξαρση. Αποτελεί δικαστική γνώση, η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις που σχετίζονται με σοβαρές παραβάσεις του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου. Επομένως, το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται πιο επιτακτικό. Οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, χωρίς ωστόσο να έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:D183, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017). Οι παραπάνω αρχές, επαναβεβαιώνονται και στην υπόθεση XXX Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Μολονότι υπάρχει πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα, από τις οποίες προκύπτει ότι επιβάλλονται ποινές, πολυετούς φυλάκισης, εντούτοις, κατά την έρευνά μας για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης, δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσουμε, απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με ποινή, που αφορά υπόθεση παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, της σημαντικής ποσότητας που κατείχε η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο. Στην προκειμένη περίπτωση, επειδή η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, μία κατηγορία παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και άλλη μία καπνίσματος φυτού κάνναβης και δεν αντιμετωπίζει το μείζονος σοβαρότητας αδίκημα, της κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα, η αναγκαιότητα επιβολής και πάλι αποτρεπτικής ποινής, καταφαίνεται από το ακόλουθο απόσπασμα από την Παγιαβλάς (ανωτέρω): «Πράγματι, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη. Αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση, όμως, μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών, αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό, αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες, δε θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεσή του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. Έτσι, και στην περίπτωση των χρηστών, συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών.» Η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν, γενικά, αδικήματα σε σχέση με τα ναρκωτικά, με την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη στην υπόθεση Xατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 123, όπου, στον εφεσείοντα, ο οποίος κρίθηκε ένοχος - μετά από ακρόαση - στην κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και συγκεκριμένα, ρητίνης κάνναβης, βάρους 228.11 γραμμαρίων, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών χρόνων, η οποία κρίθηκε ισοζυγισμένη από κάθε άποψη. Η ποινή αυτή που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, αντανακλά και τη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκεται η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση, δοθέντος ότι, καθ' ομολογία της, στον ουσιώδη χρόνο κατείχε παράνομα, πολύ μεγαλύτερη ποσότητα ναρκωτικών (752.9 γραμμάρια) και μάλιστα, τάξεως Α και συγκεκριμένα, κοκαΐνη, που αποτελεί πιο σκληρό ναρκωτικό απ' ό,τι η κάνναβη. Προς όφελος της κατηγορούμενης για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνουμε υπόψη τα ακόλουθα: Καταρχήν, δίνουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στην παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς αυτή, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μη σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Θεωρούμε την παραδοχή της άμεση και ότι συνοδεύεται από έκφραση έμπρακτης μεταμέλειας. Η παραδοχή της ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296 και Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται σημαντικά. Ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα επίσης, δίνουμε και στη συνεργασία της κατηγορούμενης με την Αστυνομία, η οποία επιμαρτυρείται, κυρίως από τα εξής: με την κατάθεσή της στην Αστυνομία, στις 12.5.2021, εκτός του ότι ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων, την ίδια ώρα ενέπλεξε σ' αυτά και άλλα πρόσωπα και όχι μόνο αυτό. Θέτοντας σε κίνδυνο, τόσο τη δική της ασφάλεια όσο και την ασφάλεια του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος, δήλωσε έτοιμη να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη εναντίον των προσώπων αυτών. Εξ ου και το γεγονός, ότι έκτοτε έχει ενταχθεί στο σχέδιο προστασίας μαρτύρων. Η σπουδαιότητα και αξία αυτού του ελαφρυντικού στοιχείου, είναι αυτονόητη, δεδομένων των εγγενών δυνητικών και πραγματικών κινδύνων που συνεπάγεται τέτοιου είδους συνεργασία με τις ανακριτικές αρχές για τη ζωή των κατηγορούμενων γενικά και των μελών των οικογενειών τους καθώς και του οφέλους που αποκομίζουν οι ανακριτικές αρχές, ως αποτέλεσμα της επί του προκειμένου στάσης των κατηγορούμενων στο επίπονο και πολύπλοκο έργο τους για πλήρη διαλεύκανση εγκληματικών δραστηριοτήτων, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ιδίως, για προσαγωγή των προσώπων που διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην εγκληματική αυτή συμπεριφορά, ενώπιον της δικαιοσύνης για να λογοδοτήσουν (βλ. Gani κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 243, Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2015:B779, Ποιν. Έφ. 222/14, ημερ. 25.11.2015 και Παύλου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη ως ελαφρυντικό, το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης σε συνδυασμό με την ηλικία της. Οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στις περιπτώσεις κατοχής ναρκωτικών, που επιφέρουν ολέθριες συνέπειες, έχουν μόνο οριακή σημασία (βλ. Ζωμενής ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 400, Sovanovic ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635, Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127 και Αbe ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211). Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων, σ' αυτού του είδους τις υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί, και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας (βλ. Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Παύλου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις διάφορες προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και επαγγελματικές συνθήκες της κατηγορούμενης, όπως αυτές αναδύονται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ως έχουν εκτεθεί εκ μέρους του δικηγόρου της. Ειδικότερα: η κατηγορούμενη, ηλικίας 41 ετών γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ρωσία. Είχε ένα αδελφό, ο οποίος απεβίωσε σε τροχαίο δυστύχημα το
- Ο πατέρας της είναι συνταξιούχος μεταλλουργός και η μητέρα της αισθητικός. Οι μεταξύ τους σχέσεις είναι πολύ καλές. Μετά την αποφοίτησή της από το λύκειο, η κατηγορούμενη φοίτησε για 3 χρόνια στο πανεπιστήμιο στον κλάδο μεταλλουργίας, αλλά διέκοψε για να εγγραφεί στον κλάδο ψυχολογίας, όπου επίσης φοίτησε για 3 χρόνια, χωρίς και πάλι να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Ήρθε στην Κύπρο το 1999 με άδεια εργασίας για να απασχοληθεί σε μπαρ όπου παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα. Ακολούθως εργάστηκε σε χρυσοχοείο για 10 χρόνια. Την περίοδο 2009-2019 εργάστηκε σε επιχείρηση παροχής εταιρικών υπηρεσιών. Ένα χρόνο, πριν τη σύλληψή της, εργοδοτήθηκε ως γραμματέας στην εταιρεία XXXXX International. Στο μπαρ γνώρισε το σύζυγό της με τον οποίο παντρεύτηκαν το
- Από το γάμο τους απέκτησαν μια κόρη, ηλικίας 17 ετών, μαθήτρια. Το ζεύγος προχώρησε σε διαζύγιο το 2010 και έκτοτε, η κατηγορούμενη ανέλαβε τη φροντίδα και φύλαξη της ανήλικης θυγατέρας της. Ως αποτέλεσμα της σύλληψης της κατηγορούμενης, οι σχέσεις της με το παιδί της έχουν διαταραχθεί και τούτο, επειδή το παιδί ένιωσε ανασφάλεια από τη συμπεριφορά της μητέρας του. Διαμένει στο σπίτι της θείας του στη Λεμεσό καθώς ο πατέρας του διαμένει πλέον στην Αυστραλία. Η οικογένεια, για μεγάλο χρονικό διάστημα παρακολουθείτο από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Η κατηγορούμενη από το 2011 συμβιώνει με συγκεκριμένο πρόσωπο, ηλικίας 61 ετών, ιδιοκτήτη εστιατορίου και οι μεταξύ τους σχέσεις είναι πολύ καλές. Πριν τη σύλληψή της, η κατηγορούμενη διέμενε με το συμβίο και την κόρη της σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Τα εισοδήματά της - τότε - από την εργασία της ήταν €1.500 το μήνα. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατηγορούμενης, της απέδωσε το ρόλο της απλής κατόχου των ναρκωτικών κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες. Μολονότι δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί από το συνήγορο, σε τι συνίστανται οι εν λόγω συνθήκες και για πιο λόγο τις αποκαλεί ιδιάζουσες, θεωρούμε ότι και στην περίπτωση της κατηγορούμενης, τηρουμένων των αναλογιών τυγχάνουν εφαρμογής τα ακόλουθα από την υπόθεση Ζωμενής ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω): «η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για την μεταφορά των ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου.». Κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα. Aν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής, αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου. Των παραπάνω λεχθέντων, μολονότι λαμβάνουμε υπόψη ότι η δράση της κατηγορούμενης περιορίζεται σε αυτό το μεμονωμένο περιστατικό και ότι ο ρόλος της στην υπόθεση ήταν αυτός της απλής κατόχου ναρκωτικών, εντούτοις, την ίδια ώρα, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός, ότι - όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο, πιο πάνω - πρόκειται για κοκαΐνη - που αποτελεί σκληρό ναρκωτικό -, συνολικού βάρους 752.9 γραμμαρίων - που αποτελεί αρκετά μεγάλη ποσότητα. Όπως έχει νομολογηθεί, η επιβολή αυστηρών ποινών επιβάλλεται σε συνάρτηση με το είδος, την ποσότητα και το σκοπό της κατοχής των ναρκωτικών (βλ. τη Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak, ανωτέρω). Προς όφελος της κατηγορούμενης, επιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη και το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της 16μηνης κράτησής της, ως υπόδικης σε σχέση με τα διαπραχθέντα αδικήματα, διέκοψε πλήρως τη χρήση ναρκωτικών. Επικροτούμε το γεγονός αυτό και αναγνωρίζουμε ότι κάθε άλλο παρά εύκολο πρέπει να ήταν η πραγμάτωσή του. Και κάτι ακόμη. Εάν η κατηγορούμενη δεν διέκοψε απλώς τη χρήση των ναρκωτικών, αλλά κατάφερε να απεξαρτηθεί οριστικά από αυτά, πρώτιστα, θα ωφεληθεί η ίδια. Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει νομολογηθεί για την απεξάρτηση, σημασία δεν έχει μόνο το αν ο χρήστης τελικά απέτυχε ή όχι, αλλά το αν προσπάθησε και πως και, όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148: «Στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες, ιδίως σε ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης όπως αυτό που πρόσφερε το ΘΕΜΕΑ. Η άποψη του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων «ούτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε ούτε σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου» μας φαίνεται να υποτιμά την προσπάθεια που γίνεται για απεξάρτηση σε περίπτωση αποτυχίας. Έχουμε τη γνώμη ότι θα πρέπει η όποια προσπάθεια να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει.» Αναφορικά τέλος με τις επιπτώσεις στην κατηγορούμενη και ιδίως, στην ανήλικη θυγατέρα της σε περίπτωση που ήθελε επιβληθεί στην πρώτη ποινή φυλάκισης, αυτές, παρότι δε μας αφήνουν αδιάφορους και ασφαλώς τις λαμβάνουμε υπόψη, εντούτοις, την ίδια ώρα έχουμε υπόψη μας τη νομολογιακή αρχή, ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Γενικά, λαμβάνουμε υπόψη οτιδήποτε έχει αναφερθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της κατηγορούμενης και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε η κατηγορούμενη 3 - υπό το φως και του συνόλου των γεγονότων που τα περιβάλλουν - και τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελός της, όπως έχουν ήδη εκτεθεί και μετά από περίσκεψη, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, αναμφίβολα θα ήταν ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελος της κατηγορούμενης (ως εκτίθενται σε άλλο σημείο - πιο πάνω -), ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους ποινής που θα της επιβληθεί. Όπως θα διαφανεί αμέσως, όλα αυτά, λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στην κατηγορούμενη 3: Στις κατηγορίες 8 και 10 (κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α), φυλάκιση τριών
(3)ετών, σε κάθε κατηγορία. Στις κατηγορίες 13 και 14 (χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β, αντίστοιχα), φυλάκιση δύο
(2)μηνών, σε κάθε κατηγορία. Οι παραπάνω ποινές, να συντρέχουν και μειώνονται για το χρονικό διάστημα που η κατηγορούμενη 3 τελούσε υπό κράτηση και συγκεκριμένα από τις 29.5.2020. Προχωρούμε τώρα να εξετάσουμε την εισήγηση του δικηγόρου της κατηγορούμενης, όπως διατάξουμε την αναστολή εκτέλεσης των παραπάνω ποινών. Αναφορικά με το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, είναι γεγονός, ότι μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Νόμος 186
(1)/2003, στον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Σε προηγούμενο στάδιο έχουμε αναλύσει το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τα ελαφρυντικά της κατηγορουμένης και έχουμε υπόψη μας όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρησή τους στο στάδιο αυτό. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Συνυπολογίζοντας και συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση και τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης 3 καθώς και το σύνολο των ελαφρυντικών της, όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασης (πιο πάνω), αποτελεί κατάληξή μας, πως δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής. Με αδιαμφισβήτητη τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε η κατηγορούμενη και συνυπολογίζοντας δεόντως και επαρκώς, όλους τους μετριαστικούς παράγοντες, κρίνουμε ότι, διαφορετική αντιμετώπιση, ανάμεσα σε άλλα, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες, θα υπονόμευε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των ποινών, χωρίς να βρίσκεται σε αρμονία με σχετική νομολογία για την ποινολογική αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσης και δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που καθ' ομολογία της διέπραξε η κατηγορούμενη μα ούτε και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας (βλ. επίσης Κυπρίζογλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2017:B465, Ποιν. Έφ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, ημερ. 15.12.2017). Τα τεκμήρια, να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο