← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Παντελίδου, Υπόθεση αρ.: 14567/2017, 3/9/2021

Δημοκρατία ν. Παντελίδου, Υπόθεση αρ.: 14567/2017, 3/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:31 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 14567/2017 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή και ΧΧΧ Παντελίδου Κατηγορούμενη ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 3/9/2021 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ελ. Κληρίδου Για την κατηγορούμενη: κ. Α. Αβραάμ Κατηγορούμενη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Όταν έκλεισε την υπόθεσή της η κατηγορούσα αρχή, η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε συνολικά 52 κατηγορίες, ως με λεπτομέρεια περιγράφονται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 26.3.2021. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, σε συνολικά 23 κατηγορίες[1] ενώ, αντιθέτως, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σε 6 κατηγορίες[2], με αποτέλεσμα, η κατηγορούμενη να αθωωθεί και να απαλλαγεί από αυτές. Αναφορικά δε με τις υπόλοιπες 23 κατηγορίες[3], το Δικαστήριο έκρινε ότι και σε αυτές έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, αφού προηγουμένως προχώρησε σε τροποποίηση των εν λόγω κατηγοριών ώστε να συνάδουν με την προσκομισθείσα μαρτυρία και αφού οι συνήγοροι των διαδίκων τοποθετήθηκαν σχετικά. Έτσι, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά 46 κατηγορίες. Ειδικότερα: (
  2. i)οι 3 αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 336 του Ποινικού Κώδικα[4], (
  3. ii)οι 3 αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 336 του πιο πάνω Νόμου[5], (iii) οι 3 αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 299 του πιο πάνω Νόμου[6], (
  4. iv)οι 26 αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 270(β) του πιο πάνω Νόμου[7], (
  5. v)οι 10 αφορούν το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του πιο πάνω Νόμου[8] και, (
  6. vi)η μία αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(iii)
(2)και
(5)(α) του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου[9]. Στο στάδιο τούτο επισημαίνεται ότι, για τους λόγους που αναφέρονται στην πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, η κατηγορούμενη, σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 65, κλήθηκε σε απολογία για τα μειωμένα ποσά των €57.000 και €143.432,86, αντίστοιχα, αντί για τα αναγραφόμενα επί των λεπτομερειών, ποσά. Αποδίδεται στην κατηγορούμενη ότι ενώ ήταν υπάλληλος της ΣΠΕ Τροόδους: (
  1. i)μεταξύ των ετών 2012 και 2017 έκλεψε το ποσό των €57.000, το οποίο της εμπιστεύτηκαν οι ΧΧΧ και ΧΧΧ Πετράκη και που ήταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό των προσώπων αυτών (κλοπή υπό αντιπροσώπου)[10], (
  2. ii)σε 2 περιπτώσεις και ειδικότερα, στις 29.1.2012 και 2.4.2013 έκλεψε από την ΧΧΧ Στυλιανίδη, το συνολικό ποσό των €3.075,34, που της εμπιστεύτηκε (κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου)[11], (iii) σε 6 περιπτώσεις, μεταξύ 12.12.2012 και 2.4.2013 έκλεψε από την ΧΧΧ Στυλιανίδη, το συνολικό ποσό των €41.165 (κατηγορίες κλοπής)[12], (
  3. iv)σε 23 περιπτώσεις, μεταξύ 5.1.2011 και Σεπτεμβρίου του 2013 έκλεψε από την ΧΧΧ Καλλινίκου, το συνολικό ποσό των €9,437,50, που της εμπιστεύτηκε (κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου)[13], (
  4. v)σε 4 περιπτώσεις, μεταξύ 7.10.2011 και 5.3.2013 έκλεψε από την ΧΧΧ Καλλινίκου, το συνολικό ποσό των €3.455,02 (κατηγορίες κλοπής)[14], (
  5. vi)σε 3 περιπτώσεις, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας μέχρι και το έτος 2016, με σκοπό την καταδολίευση, κατάρτισε 3 πλαστά έγγραφα[15] και ότι κατά το έτος 2016, τα κυκλοφόρησε[16], (vii) μεταξύ των ετών 2011 και 2017, με ψευδή παράσταση, υποκίνησε τις ΧΧΧ Πετράκη, ΧΧΧ Καλλινίκου και ΧΧΧ Στυλιανίδη, να οπισθογραφήσουν αποδείξεις της ΣΠΕ Τροόδους, με σκοπό να τύχουν χρήσης ή μεταχείρισης αξιογράφου[17] και, (viii) μεταξύ των ετών 2011 και 2017, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το χρηματικό ποσό των €143.432,86 αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, το απέκτησε και το κατείχε[18]. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε συνολικά 14 μάρτυρες. Πρόκειται για το λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου (Μ.Κ.1), την αστ. XXXXX Σ. Ηλιάδου (Μ.Κ.2), την ΧΧΧ Ιωάννου (Μ.Κ.3), την ΧΧΧ Γεωργίου (Μ.Κ.4), την ΧΧΧ Αλεξάνδρου (Μ.Κ.5), την ΧΧΧ Νικολάου-Φιλίππου (Μ.Κ.6), την ΧΧΧ Φραγκέσκου (Μ.Κ.7), τον ΧΧΧ Οδυσσέως (Μ.Κ.8), την ΧΧΧ Πισσαρίδου (Μ.Κ.9), την ΧΧΧ Πετράκη (Μ.Κ.10), την αστ. XXXXX, Μαρίνα Ανδρέου (Μ.Κ.11), την ΧΧΧ Στυλιανίδη (Μ.Κ.12), την ΧΧΧ Καλλινίκου (Μ.Κ.13) και τον ΧΧΧ Παπαδόπουλο (Μ.Κ.14). Η κατηγορούμενη, αφού κλήθηκε σε απολογία στις πιο πάνω κατηγορίες και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, επέλεξε να τηρήσει στάση σιωπής και δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Τα θεωρούμε ως δεδομένα και κρίνουμε ότι περιέχουν παραδεκτή μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία Ανδρέου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Εκείνο που στην ουσία αποδίδουν στην κατηγορούμενη οι ΧΧΧ Πετράκη (Μ.Κ.10 - στο εξής «η Πετράκη»), ΧΧΧ Στυλιανίδη (Μ.Κ.12 - στο εξής «η Στυλιανίδη») και ΧΧΧ Καλλινίκου (Μ.Κ.13 - στο εξής «η Καλλινίκου»), είναι ότι, εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη που της επιδείκνυαν, λόγω της στενής φιλικής σχέσης που διατηρούσαν μαζί της, απέσπασε από αυτές, προϋπογραμμένες αποδείξεις επί τυποποιημένων εγγράφων της ΣΠΕ Τροόδους, οι οποίες (αποδείξεις), της επέτρεπαν να προβαίνει σε αναλήψεις από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσαν στη ρηθείσα ΣΠΕ. Ήταν ακριβώς η θέση των παραπονούμενων, ότι με πρόφαση τη διευκόλυνσή τους, η κατηγορούμενη ζητούσε από αυτές - και αυτές ενεργούσαν ανάλογα -, την υπογραφή μεγάλου αριθμού τέτοιων κενών αποδείξεων, τις οποίες και κατείχε η ίδια. Κατά τις παραπονούμενες, η κατηγορούμενη, σε διάφορες ημερομηνίες, προβαίνοντας σε χρήση των αποδείξεων αυτών, αλλά και άλλων πλαστογραφημένων αποδείξεων, εκταμίευσε διάφορα ποσά από τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, τα οποία και οικειοποιήθηκε. Η Πετράκη, πέραν των μόλις πιο πάνω, κατήγγειλε την κατηγορούμενη, και επί το ότι, ως ισχυρίζεται, την έπεισε να δώσει οδηγίες στην Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα Λεμεσού ώστε να μην ανανεώσει γραμμάτιο που διατηρούσε εκεί για ποσό €108.000, πλέον τόκους, και ακολούθως επέτρεψε στην κατηγορούμενη να προβεί στις ανάλογες ενέργειες ώστε το ποσό αυτό να μετατραπεί σε γραμμάτιο στη ΣΠΕ Τροόδους, στη βάση υποσχέσεων της τελευταίας ότι μπορούσε να της εξασφαλίσει καλύτερο πιστωτικό επιτόκιο από αυτό που απολάμβανε στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λεμεσού. Είναι η θέση της Πετράκη, ότι το ποσό αυτό, μολονότι εκταμιεύθηκε από το λογαριασμό γραμματίου στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λεμεσού, ουδέποτε μετατράπηκε σε γραμμάτιο στη ΣΠΕ Τροόδους, ως η κατηγορούμενη υποσχέθηκε ότι θα έπραττε. Ήταν ο συναφής ισχυρισμός της, ότι η κατηγορούμενη για να την πείσει ότι τα χρήματα της μετατράπηκαν σε γραμμάτια στη ΣΠΕ Τροόδους, παρέδωσε σ' αυτήν τρία έγγραφα, φερόμενα ως γραμμάτια, τα οποία, σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής είναι πλαστά. Προτού προχωρήσουμε στην παράθεση, της ενώπιον του Δικαστηρίου, προσκομισθείσας μαρτυρίας, κρίνουμε ορθότερο να παραθέσουμε, ευθύς αμέσως, τη μαρτυρία εκείνη, που, είτε πηγάζει μέσα από τα παραδεκτά, ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονότα είτε προκύπτει από τη μαρτυρία η οποία αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Τούτα έχουν ως ακολούθως: Η κατηγορούμενη, στο παρελθόν, εργαζόταν ως γραμματέας στη Συνεργατική Εταιρεία Αμπελουργών, η οποία, στις 17.10.2007 διαλύθηκε και συγχωνεύθηκε με τη Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ορεινής Πιτσιλιάς. Το Νοέμβρη του 2013, η ΣΠΕ Ορεινής Πιτσιλιάς συγχωνεύθηκε με άλλες εταιρείες και δημιουργήθηκε η ΣΠΕ Τροόδους, η οποία διατηρούσε υποκατάστημα στο Καλό Χωριό και στη Λεμεσό. Η κατηγορούμενη εργαζόταν ως ταμίας στη ΣΠΕ Τροόδους, έχοντας ως κύρια βάση της, το υποκατάστημα στο Καλό Χωριό, αν και κάποιες φορές ασκούσε και καθήκοντα στο υποκατάστημα στη Λεμεσό. Στα πλαίσια των καθηκόντων της, καθ' ον χρόνον εργαζόταν στη ΣΠΕ Ορεινής Πιτσιλιάς κατείχε τον κωδικό ταμείου ΤΑΧΧ3, ενώ μετά που δημιουργήθηκε η ΣΠΕ Τροόδους, τον κωδικό ΤΧΧ
  1. Για σκοπούς ευκολίας, όπου στο εξής θα γίνεται αναφορά στο χώρο εργασίας της κατηγορούμενης, τούτος θα αναφέρεται ως ΣΠΕ Τροόδους. Οι Πετράκη, Στυλιανίδη και Καλλινίκου είναι πρόσωπα τα οποία διατηρούσαν, είτε αποκλειστικά στο όνομά τους είτε με άλλα πρόσωπα, λογαριασμούς στη ΣΠΕ Τροόδους. Περί το Σεπτέμβρη του 2017, η Πετράκη υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία εναντίον της κατηγορουμένης, στη βάση του οποίου αποδίδεται στην τελευταία ότι, χωρίς τη συγκατάθεση της πρώτης, υπεξαίρεσε χρήματα από τους λογαριασμούς της που διατηρούσε στη ΣΠΕ Τροόδους. Του παραπόνου της Πετράκη, ακολούθησαν, λίγες μέρες αργότερα, παρόμοια παράπονα από τις Στυλιανίδη και Καλλινίκου. Ως αποτέλεσμα της υποβολής των παραπόνων αυτών, η μονάδα εσωτερικής επιθεώρησης της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας διενήργησε έλεγχο και συνέλεξε μαρτυρικό υλικό (βλ. Τεκ. 13.1 και 13.2). Ο έλεγχος οδήγησε στην έκδοση σχετικής έκθεσης (βλ. Τεκ. 14). Ακολούθως, η Αστυνομία διερεύνησε το όλο ζήτημα, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να παραπεμφθεί για εκδίκαση από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού. Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης από την Αστυνομία, ανακρίτρια της υπόθεσης ήταν η αστ. XXXXX Μ. Ανδρέου (Μ.Κ.11). Επίσης, ο αστ. XXXXX Χ. Αυγουστή, ήταν ένας εκ των αστυφυλάκων που προέβησαν σε ενέργειες στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Μέρος των ενεργειών του ήταν και η λήψη εκτύπωσης δύο μηνυμάτων που απεστάλησαν από το κινητό τηλέφωνο της κατηγορούμενης στο κινητό τηλέφωνο της κόρης της Πετράκη (βλ. Τεκ. 11). Η ΧΧΧ Ιωάννου (Μ.Κ.3) ήταν το πρόσωπο το οποίο ηγείτο της υπηρεσίας ερευνών της Μονάδας Εσωτερικής Επιθεώρησης της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας. Υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες της διενεργήθηκε ο έλεγχος, ο οποίος οδήγησε στην έκδοση της σχετικής έκθεσης (βλ. Τεκ. 14). Οι ΧΧΧ Γεωργίου (Μ.Κ.4), ΧΧΧ Αλεξάνδρου (Μ.Κ.5), ΧΧΧ Νικολάου-Φιλίππου (Μ.Κ.6), ΧΧΧ Φραγκέσκου (Μ.Κ.7) και ΧΧΧ Πισσαρίδου (Μ.Κ.9), κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση, χρόνο, ήταν τραπεζικοί υπάλληλοι που εκτελούσαν χρέη ταμία σε Συνεργατικά Ιδρύματα. Πιο συγκεκριμένα, η ΧΧΧ Γεωργίου στο υποκατάστημα Πολεμιδιών της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Ltd, οι ΧΧΧ Αλεξάνδρου, ΧΧΧ Νικολάου-Φιλίππου και ΧΧΧ Φραγκέσκου, στη ΣΠΕ Τροόδους και τέλος, η ΧΧΧ Πισσαρίδου είχε ως βάση τη ΣΠΕ Αγρού, αλλά τα Σάββατα μετακινείτο στη ΣΠΕ Τροόδους στο κατάστημα Καλού Χωριού. Ο ΧΧΧ Οδυσσέως (Μ.Κ.8), κατά το Σεπτέμβρη του 2017, που διερευνάτο η υπόθεση, ήταν ο διευθυντής της ΣΠΕ Τροόδους στο υποκατάστημά της στην οδό Νίκου Παττίχη στη Λεμεσό. Ο δε ΧΧΧ Παπαδόπουλος (Μ.Κ.14), κατά τον ίδιο χρόνο, ήταν ο διευθυντής της ΣΠΕ Τροόδους στο υποκατάστημά της στο Καλό Χωριό Λεμεσού. Επιπρόσθετα, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης έγιναν διάφορες γραφολογικές εξετάσεις, τις οποίες διενήργησε ο λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου (Μ.Κ.1), καθώς επίσης εξετάστηκε αριθμός εγγράφων/τεκμηρίων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, από το εργαστήριο εντύπων της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου, εκ μέρους του οποίου, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέθεσε η αστ. XXXXX Σ. Ηλιάδου (Μ.Κ.2). Οι αποδείξεις ανάληψης που κατατέθηκαν ως τεκμήριο 3, με σημείωση 1.1 μέχρι και 4.4, είναι αποδείξεις διεκπεραίωσης τραπεζικών πράξεων, που παρέδωσε νομότυπα, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, ο Παπαδόπουλος, στην ανακρίτρια. Επίσης, τα έγγραφα με σημείωση 1, 2 και 3 του τεκμηρίου 9, είναι έγγραφα που κατείχε η Πετράκη και υπέδειξε στον Παπαδόπουλο και ακολούθως, τα παρέδωσε στην Αστυνομία. Ακόμη, το έγγραφο με σημείωση 4 του τεκμηρίου 9 είναι έγγραφο που κατείχε η Στυλιανίδη, το οποίο παρέδωσε στην Αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Τέλος, τα τεκμήρια 13.1 και 13.2, ως σημειώθηκε, ανωτέρω, αποτελούν το σύνολο των εγγράφων που λήφθηκαν και/ή ετοιμάστηκαν κατά τον έλεγχο που διενήργησε η μονάδα εσωτερικής επιθεώρησης της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας. Η διακίνηση όλων των τεκμηρίων της υπόθεσης έγινε με την ορθή και νόμιμη διαδικασία. Τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα και/ή παραδεκτά γεγονότα καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Η Πετράκη (Μ.Κ.10) υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων που της λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, από το οποίο προκύπτει ότι ανέπτυξε φιλικότατη σχέση με την κατηγορούμενη, με την οποία είχαν εργαστεί μαζί για δύο χρόνια κατά το παρελθόν, σε βαθμό που της είχε πλήρη εμπιστοσύνη σε σχέση με τα οικονομικά της θέματα. Ήταν στα πλαίσια αυτής της εμπιστοσύνης που την ενημέρωσε και για το γραμμάτιο που διατηρούσε στη Συνεργατική Πολεμιδιών, για το ποσό των €108.
  2. Ως ανέφερε, τόσο, λόγω της φιλικής σχέσης που είχε με την κατηγορούμενη, όσο και γιατί σε κάποιο στάδιο αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας με τη σπονδυλική της στήλη, προϋπόγραφε κενές αποδείξεις που την προμήθευε η κατηγορούμενη ώστε η τελευταία να μπορεί να προβαίνει σε αναλήψεις από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον σύζυγό της και ακολούθως, της παρέδιδε τα χρήματα. Σε κάποιο στάδιο, η κατηγορούμενη, την παρότρυνε όπως μη ανανεώσει το γραμμάτιο που διατηρούσε στη Συνεργατική Πολεμιδιών και όπως δώσει οδηγίες, τα χρήματα του γραμματίου να μεταφερθούν στη ΣΠΕ Τροόδους, όπου και εργαζόταν η κατηγορούμενη, με σκοπό να μετατραπούν εκεί ως γραμμάτιο με μεγαλύτερο επιτόκιο από αυτό που της έδιδε η ΣΠΕ Πολεμιδιών. Στη βάση των ανωτέρω, επισκέφθηκε με το σύζυγό της τη ΣΠΕ Πολεμιδιών και αποδέσμευσε τα χρήματα από το συγκεκριμένο γραμμάτιο και έδωσε στην κατηγορούμενη οδηγίες, όπως ενεργήσει για τη μεταφορά των χρημάτων της στη ΣΠΕ Τροόδους και τη μετατροπή τους σε γραμμάτιο. Η εμπιστοσύνη που είχε η μάρτυρας στην κατηγορούμενη, ήταν τέτοια, ώστε, ουδέποτε αναζήτησε πληροφορίες ως προς τα εκάστοτε υπόλοιπα των γραμματίων της. Περί το Σεπτέμβρη του 2016, η μάρτυρας ζήτησε από την κατηγορούμενη, όπως την ενημερώσει ως προς τα υπόλοιπα των γραμματίων της και η τελευταία, την προμήθευσε με τρεις αποδείξεις, από το περιεχόμενο των οποίων, η μάρτυρας φερόταν να είναι κάτοχος τριών γραμματίων για τρία διαφορετικά ποσά, συνολικής αξίας €102.364,
  3. Αναγνώρισε τις εν λόγω αποδείξεις, ως τα έγγραφα με σημείωση 1, 2 και 3 του τεκμηρίου
  4. Ρώτησε την κατηγορούμενη, γιατί επί των εν λόγω αποδείξεων δεν καταγράφονται οι τόκοι των γραμματίων και η τελευταία, της ανέφερε ότι οι αποδείξεις αυτές, σκοπό είχαν, απλώς να την ενημερώσουν ως προς το ότι τα χρήματα είναι κατατεθειμένα, ως γραμμάτια και ότι, εν ευθέτω χρόνω, θα την εφοδίαζε με πληροφορίες αναφορικά και με τους τόκους. Δύο περίπου μήνες μετά, η κατηγορούμενη ενημέρωσε τη μάρτυρα ότι τα χρήματά της, τα έχει καταθέσει σε συγκεκριμένο λογαριασμό, στον οποίο διατηρεί χρήματα και ο διευθυντής του καταστήματος (Μ.Κ.14-ΧΧΧ Παπαδόπουλος) και ότι στον εν λόγω λογαριασμό αποδίδεται ψηλό επιτόκιο. Η πληροφορία αυτή δημιούργησε άγχος στη μάρτυρα, η οποία αποφάσισε να επισκεφθεί το υποκατάστημα και να ρωτήσει αναφορικά με το υπόλοιπο του λογαριασμού της. Εκεί ενημερώθηκε ότι ο λογαριασμός όψεως που διατηρούσε είχε υπόλοιπο €3.
  5. Θεωρώντας ότι το ποσό αυτό αφορούσε υπόλοιπο σε λογαριασμό, άσχετο με τα γραμμάτια που της ανέφερε η κατηγορούμενη, εγκατέλειψε το χώρο, χωρίς περαιτέρω ενέργεια. Λίγες μέρες μετά επισκέφθηκε εκ νέου το κατάστημα της ΣΠΕ Τροόδους με σκοπό να ευχηθεί στον Παπαδόπουλο, και με την ευκαιρία της εκεί παρουσίας της, ζήτησε να ενημερωθεί για τον τόκο που φέρουν τα γραμμάτιά της. Κατόπιν ελέγχου στον οποίο προέβη ο τελευταίος, η Πετράκη ενημερώθηκε ότι όλοι οι λογαριασμοί της παρουσιάζονται κλειστοί και άδειοι και ότι μόνο ένας κοινός, με το σύζυγό της, λογαριασμός βρισκόταν σε λειτουργία και είχε υπόλοιπο, περίπου €1.
  6. Την ενημέρωσε ακόμα, ότι από την έρευνά του, δεν ανεύρισκε οποιοδήποτε γραμμάτιο, στο όνομά της. Στη βάση της πιο πάνω πληροφόρησης, με τη σειρά της, ενημέρωσε τον Παπαδόπουλο, αναφορικά με τις κατά καιρούς υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις της κατηγορούμενης σε σχέση με τη δημιουργία τριών γραμματίων και του υπέδειξε τις τρεις σχετικές αποδείξεις που της παρέδωσε η κατηγορούμενη. Των εξελίξεων αυτών, ακολούθησαν διάφορες συναντήσεις και επικοινωνίες της κατηγορούμενης με τη μάρτυρα και άλλα μέλη της οικογένειάς της, πάντα σε μία προσπάθεια, σύμφωνα με την Πετράκη, να αποφευχθεί η περαιτέρω έρευνα από μεριάς της μάρτυρος σε σχέση με τα επίδικα γραμμάτια. Στη βάση των ισχυρισμών της αυτών, τόσο η κατηγορούμενη όσο και ο σύζυγός της, αλλά και ο γιος τους, φέρονται να επικοινωνούν κατά καιρούς με τη μάρτυρα, αλλά και με μέλη της οικογένειάς της προς τον σκοπό αυτόν. Σε μια από αυτές τις επικοινωνίες, η κατηγορούμενη φέρεται να παραδέχεται ότι οικειοποιήθηκε τα χρήματα της μάρτυρος, τα οποία διατηρούνταν σε όνομα τρίτου προσώπου, χωρίς ωστόσο να δώσει οποιεσδήποτε περαιτέρω εξηγήσεις. Όταν η Πετράκη δεν αποδέχθηκε, τις όποιες εξηγήσεις της είχαν δοθεί από την κατηγορούμενη, η τελευταία, αλλά και ο σύζυγός της, την απείλησαν ότι αν δεν αποσύρει το παράπονό της προς την Τράπεζα, και συνεπεία αυτού, η κατηγορούμενη, είτε τεθεί σε διαθεσιμότητα, είτε καταλήξει στη φυλακή, δεν θα μπορούσαν να της επιστρέψουν τα χρήματά της, καθότι, αυτά θα χρησιμοποιούντο για να καταστεί δυνατή η αποφυλάκισή της. Στο πλαίσιο των διάφορων προσπαθειών που έγιναν από πλευράς της οικογένειας της κατηγορούμενης ώστε η Πετράκη να αποσύρει το παράπονό της, ήταν και η αποστολή μηνύματος από πλευράς της κατηγορούμενης προς την κόρη της μάρτυρος, με το εξής περιεχόμενο: «Μιλούμε με τον κουμπάρο μας τον τραπεζικό για να βρούμε τη λύση άμεσα, δώστε μας τα περιθώρια, απάντησέ μου σε παρακαλώ» και «Έχω κάτι να σου δώσω μέχρι το μεσημέρι, τηλέφωνα μου να βρεθούμε». Η κόρη της Πετράκη δεν ανταποκρίθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στα μηνύματα αυτά, πλην όμως ενημέρωσε σχετικά τη μητέρα της, η οποία, ακολούθως, κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Σύμφωνα πάντα με την Πετράκη, της επίσκεψής της στην Αστυνομία, ακολούθησε επίσκεψή της μαζί με το σύζυγό της σε διάφορα Τραπεζικά Ιδρύματα για αναζήτηση εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με τη διακίνηση των χρημάτων της. Όταν κατάφερε να έχει στην κατοχή της τα έγγραφα αυτά, επισκέφθηκε εκ νέου την Αστυνομία, όπου της λήφθηκε η πρώτη της κατάθεση. Στο πλαίσιο της δεύτερης κατάθεσής της, της υπεδείχθησαν 20 αποδείξεις τραπεζών, οι οποίες αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 13.1, επί των οποίων, σε κάποιες αναγνώρισε την υπογραφή της, καθώς επίσης και την υπογραφή της κατηγορούμενης, σε κάποιες άλλες δήλωσε αδυναμία θετικής τοποθέτησης, ως προς το πρόσωπο που τις έθεσε, ενώ για κάποιες άλλες δήλωσε θετικά ότι οι φερόμενες επί αυτών, ως δικές της υπογραφές, δεν αποτελούσαν τη γνήσια υπογραφή της. Παρόμοια διεργασία έγινε και κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της στο στάδιο της κυρίως εξέτασης και επανέλαβε τις απαντήσεις της αναφορικά με το κατά πόσο αναγνωρίζει οποιανδήποτε εκ των υπογραφών που φαίνονται στις εν λόγω αποδείξεις. Κατά την αντεξέτασή της, επέμεινε στις αρχικές τοποθετήσεις της, διευκρινίζοντας ότι δεν κατέχει οποιανδήποτε γνώση γραφολόγου και ότι οι οποιεσδήποτε τοποθετήσεις της, αναφορικά με τη γνησιότητα ή μη της υπογραφής της ή της υπογραφής της κατηγορούμενης εδράζονται στην εμπειρία που η ίδια έχει, τόσο για την υπογραφή της, όσο και για την υπογραφή της κατηγορούμενης, με την οποία εργάστηκε για δύο χρόνια και είχε συχνή επαφή με την υπογραφή της. Έτσι, ως δήλωσε, της επέτρεπε να μπορεί με θετικό τρόπο να αναγνωρίσει την υπογραφή της κατηγορουμένης, στα έγγραφα. Επίσης, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι 20 αποδείξεις, οι οποίες της υπεδείχθησαν στα πλαίσια της λήψης της δεύτερης κατάθεσής της και επί του περιεχομένου των οποίων τοποθετήθηκε, αφορούν στα έγγραφα με αρίθμηση Β.Γ.116, Β.Γ.117, Β.Γ.118, Β.Γ.119, Β.Γ.120, Β.Γ.121, Β.Γ.124, Β.Γ.128, Β.Γ.129, Β.Γ.130, Β.Γ.131, Β.Γ.132, Β.Γ.173, Β.Γ.180, Β.Γ.181, Β.Γ.188, Β.Γ.194, Β.Γ.200, Β.Γ.205 και Β.Γ.208 του τεκμηρίου 13.1 και 13.
  7. Τέλος, η Πετράκη αναγνώρισε το τεκμήριο 11, ως εκτύπωση των μηνυμάτων που απεστάλησαν από την κατηγορούμενη στο κινητό τηλέφωνο της κόρης της, και στα οποία αναφορά έγινε ανωτέρω. Η Στυλιανίδη (Μ.Κ.12), ισχυρίστηκε ότι, μαζί με το σύζυγό της, διατηρούσαν λογαριασμό προθεσμίας στη ΣΠΕ Τροόδους στο Καλό Χωριό. Επίσης διατηρούσε και άλλο λογαριασμό στην ίδια ΣΠΕ, στον οποίο κατατίθετο κάθε μήνα η σύνταξή της. Κατά την αφυπηρέτησή της, μαζί και με άλλα χρήματα που κατείχαν με το σύζυγό της, συμπλήρωσαν το ποσό των €40.000 το οποίο και κατέθεσαν στον κοινό λογαριασμό τους. Ως ανέφερε, διατηρούσε με την κατηγορούμενη πολύ στενή σχέση και συχνά την επισκεπτόταν στην οικία της όπου έπιναν καφέ ή πήγαιναν περίπατο. Στα πλαίσια της σχέσης τους αυτής, η κατηγορούμενη τη συμβούλευσε όπως τα χρήματα που είχε στον κοινό λογαριασμό με το σύζυγό της, τα μετατρέψουν σε γραμμάτιο, συμβουλή την οποία και ακολούθησε. Όλες οι ενέργειες που έγιναν ώστε τα χρήματα αυτά να μετατραπούν σε γραμμάτιο έγιναν από την κατηγορούμενη, κατόπιν δικών της οδηγιών. Έκτοτε η μάρτυρας, και τούτο στη βάση προτροπής της κατηγορούμενης, δεν επισκέφθηκε τη ΣΠΕ, καθότι, όλες οι αναγκαίες συναλλαγές της με την τράπεζα διενεργούντο με πρωτοβουλία της κατηγορούμενης. Στα πλαίσια αυτών των συναλλαγών, η μάρτυρας προϋπόγραφε κενές αποδείξεις που της έδιδε η κατηγορούμενη, τις οποίες, η τελευταία χρησιμοποιούσε για να προβαίνει στις κατά καιρούς αναλήψεις. Όσο δε αφορά στο γραμμάτιο, ουδέποτε η μάρτυρας επισκέφθηκε τη ΣΠΕ για ανανέωσή του, στην οποία προέβαινε, ως της ανέφερε, η κατηγορούμενη. Συναφώς, κάθε χρόνο, η κατηγορούμενη τής παρέδιδε απόδειξη ανανέωσης του γραμματίου επί της οποίας παρατηρούσε ότι το εκάστοτε αναγραφόμενο ποσό ήταν μεγαλύτερο από αυτό του προηγούμενου χρόνου, καθότι, ως της ανέφερε η κατηγορούμενη, σε αυτό προστέθηκαν οι τόκοι του τελευταίου χρόνου. Όποτε η τελευταία της παρέδιδε μίαν τέτοια απόδειξη, ζητούσε από τη μάρτυρα να της παραδώσει την προηγούμενη, πράγμα που έπραττε. Η τελευταία τέτοια απόδειξη που της παρέδωσε η κατηγορούμενη αφορούσε σε κατ' ισχυρισμό, ανανέωση του γραμματίου για τη χρονική περίοδο από 3.11.2016 μέχρι 3.11.
  8. Την εν λόγω απόδειξη, την είχε στην κατοχή της και την παρέδωσε στην Αστυνομία κατά τη λήψη της πρώτης της κατάθεσης. Όσο δε αφορά στον λογαριασμό της, στον οποίο κατέθετε τη σύνταξή της, στα πλαίσια της πρώτης, χρονικά, κατάθεσής της ανέφερε ότι τον έλεγξε και οι αναγραφόμενες σ' αυτό αναλήψεις έγιναν «κανονικά». Ο λόγος που προχώρησε στην υποβολή του παραπόνου της ήταν γιατί είχε ακούσει ότι η κατηγορούμενη συνελήφθηκε σε σχέση με παράπονο που υπέβαλε η Πετράκη, η οποία είναι φίλη και συγχωριανή της. Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του παραπόνου της τελευταίας θεώρησε ότι ενδεχομένως η κατηγορούμενη να ενήργησε με τον ίδιο τρόπο σε σχέση και με τους δικούς της λογαριασμούς και κατά συνέπεια επισκέφθηκε τη ΣΠΕ Τροόδους και ζήτησε να ενημερωθεί για την κατάσταση του λογαριασμού του γραμματίου. Τότε είναι που συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι ο λογαριασμός της είχε μηδέν υπόλοιπο και ότι στη βάση των στοιχείων που τηρούντο εκεί, το συγκεκριμένο γραμμάτιο εξαργυρώθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2012 και έκτοτε, ουδέποτε ανανεώθηκε. Θεώρησε, συναφώς, ότι, τα έγγραφα που κατά καιρούς της παρέδιδε η κατηγορούμενη, ως αποδείξεις ανανέωσης του γραμματίου για τα έτη που ακολούθησαν το 2012, ήταν «ψεύτικα» και γι' αυτό το λόγο υπέβαλε παράπονο, αφού ουδέποτε η ίδια χρησιμοποίησε οποιαδήποτε χρήματα από το γραμμάτιό της. Ήταν ο ισχυρισμός της, ότι είχε εμπιστοσύνη στην κατηγορούμενη και θεωρούσε ότι ενεργούσε στα πλαίσια των καθηκόντων της, ως τραπεζικός υπάλληλος και ουδέποτε σκέφτηκε ότι θα της κλέψει τα χρήματά της. Στο πλαίσιο της δεύτερης, χρονικά, κατάθεσής της, αναφερόμενη στο περιεχόμενο λογαριασμού της στο οποίο περιέχονται συναλλαγές από το 2011 μέχρι και τον Μάρτη του 2017, υπέδειξε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, τα οποία, μολονότι αναλήφθηκαν από το λογαριασμό της, ουδέποτε της παραδόθηκαν. Πρόκειται για ποσά τα οποία, στο σύνολό τους υπερβαίνουν το ποσό των €70.
  9. Όταν της υποδείχθηκαν διάφορες αποδείξεις επί των οποίων τέθηκαν υπογραφές, οι οποίες φέρονταν να ήταν δικές της, υπόδειξε (στο πλαίσιο της τρίτης, χρονικά, κατάθεσής της) τις αποδείξεις που θεωρεί ότι φέρουν τη γνήσια υπογραφή της, καθώς επίσης και τις αποδείξεις επί των οποίων η αποδιδόμενη σε αυτές υπογραφή δεν αποτελεί τη γνήσια υπογραφή της. Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της, τόνισε εμφαντικά, ότι δεν ζητούσε ποτέ από την κατηγορούμενη να προβεί σε ανάληψη ποσού, πέραν των €
  10. Αναγνώρισε στο έγγραφο Β.Γ.241 του τεκμηρίου 13.2, αντίγραφο του λογαριασμού του γραμματίου, στο οποίο αναφέρθηκε στη μαρτυρία της, καθώς επίσης και στο έγγραφο με σημείωση 4 του τεκμηρίου 9, το έγγραφο ανανέωσης του γραμματίου που της παρέδωσε η κατηγορούμενη, με φερόμενο επ' αυτού, υπόλοιπο γραμματίου, τα €50.340, το οποίο παρέδωσε στην Αστυνομία κατά τη λήψη της πρώτης κατάθεσής της. Επίσης, στο έγγραφο με σήμανση Β.Γ.250 του τεκμηρίου 13.2, αναγνώρισε κατάσταση του λογαριασμού της, στον οποίο κατέθετε τη σύνταξή της και ισχυρίστηκε ότι, πέραν του ποσού του γραμματίου, χρήματα «έλειπαν» και από τον εν λόγω λογαριασμό της. Κατά την αντεξέτασή της, επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέτασή της, προσθέτοντας, ότι, ένας από τους λόγους επί των οποίων βάσισε τη θέση της, ότι σε κάποιες εκ των αποδείξεων ανάληψης, η φερόμενη υπογραφή της δεν ήταν γνήσια, ήταν και ο τρόπος με τον οποίο σχηματίστηκε το γράμμα Μ στο μικρό της όνομα, ο οποίος ήταν διαφορετικός από τον τρόπο που η ίδια καταγράφει το Μ στην υπογραφή της. Δεν αποδέχθηκε τις υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι η κατηγορούμενη ενεργούσε πάντα στη βάση των δικών της εντολών και ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα τα όσα ισχυρίστηκε σε σχέση με τις κατά καιρούς, κατ' ισχυρισμό φερόμενες, ανανεώσεις του γραμματίου. Επίσης, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ότι όλες οι αποδείξεις στις οποίες η μάρτυρας αναφέρεται στην κατάθεσή της, ημερομηνίας 2.11.2017 περιέχονται στο τεκμήριο 3 και επ' αυτών αναγράφεται το όνομά της. Επίσης, ότι οι αποδείξεις, για τις οποίες η μάρτυρας εξέφρασε απόλυτη σιγουριά, ως προς το ότι φέρουν τη γνήσια υπογραφή της, είναι οι αποδείξεις με σημείωση 3.1, 3.2, 3.3, 3.4, 3.5, 3.6, 3.13 και 3.14, του τεκμηρίου 3 και ότι οι αποδείξεις για τις οποίες εξέφρασε σιγουριά ότι δεν φέρουν τη δική της υπογραφή, είναι οι αποδείξεις με σήμανση 3.7, 3.8, 3.9, 3.10, 3.11, 3.12 και 3.15, του τεκμηρίου
  11. Η Καλλινίκου (Μ.Κ.13), διατηρούσε λογαριασμό όψεως στη ΣΠΕ Τροόδους, στον οποίο κατατίθετο ηλεκτρονικά η σύνταξή της, κάθε μήνα. Με την κατηγορούμενη διατηρούσε πολύ φιλικές σχέσεις και σχεδόν καθημερινά, η τελευταία την επισκεπτόταν στο σπίτι της όπου έπιναν καφέ και έκαναν παρέα. Θεωρούσε την κατηγορούμενη φίλη της και ως πρόσωπο άξιο εμπιστοσύνης. Διατηρούσε πολύ στενή σχέση μαζί της, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι την είχε «περίτου που την κόρη» της, αναφέροντας ακόμα ότι την κόρη της, η οποία διαμένει στη Λεμεσό, την έβλεπε μία φορά το μήνα, ενώ την κατηγορούμενη, καθημερινά. Ανάφερε ακόμη, ότι η κατηγορούμενη μαζί με τα παιδιά της μεγάλωσαν ως αδέλφια και ότι ουδέποτε περίμενε ότι θα την εκμεταλλευόταν. Ως ανέφερε, ουδέποτε επισκέφθηκε τη ΣΠΕ Τροόδους σε σχέση με το λογαριασμό που διατηρούσε εκεί, καθότι, η κατηγορούμενη είχε αναλάβει να την εξυπηρετεί. Για το σκοπό αυτό, κατά καιρούς, της παρουσίαζε κενές αποδείξεις, τις οποίες και υπέγραφε ώστε να εκτελούνται διάφορες αναλήψεις. Σε κάποιες εξ αυτών των περιπτώσεων, η κατηγορούμενη, της παρέδιδε αποδείξεις ανάληψης, ωστόσο, ουδέποτε τις φύλαγε, λόγω της εμπιστοσύνης που της είχε. Περί το Σεπτέμβρη του 2017 ενημερώθηκε από διάφορους χωριανούς της αναφορικά με τη σύλληψη της κατηγορούμενης σε σχέση με το παράπονο που υπέβαλε η Πετράκη και στη βάση των περαιτέρω πληροφοριών που άκουσε σε σχέση με το εν λόγω παράπονο θεώρησε πως ήταν ορθό να εξετάσει και η ίδια τα υπόλοιπα των λογαριασμών της. Στα πλαίσια του ελέγχου αυτού ενημερώθηκε από υπάλληλο της ΣΠΕ ότι ο λογαριασμός της είχε πιστωτικό υπόλοιπο, μόλις €39, ενώ σύμφωνα πάντα με τους δικούς της υπολογισμούς, το πιστωτικό υπόλοιπο θα έπρεπε να ανερχόταν σε €1.
  12. Ζήτησε αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού της και από το περιεχόμενό της διαπίστωσε ότι από αυτόν γίνονταν αναλήψεις για διάφορα χρηματικά ποσά, για τα οποία, η ίδια, ουδέποτε έδωσε οδηγίες ανάληψης. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, έχοντας υπόψη τις αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού της, αναφέρθηκε σε διάφορα ποσά τα οποία φέρονται να αναλήφθηκαν μεταξύ του Γενάρη του 2011 και του Σεπτέμβρη του 2017 και υπέδειξε ποια από αυτά κατέληξαν στην ίδια και ποια όχι. Κάποιες εκ των κενών αποδείξεων, που κατά την ίδια, κατά καιρούς της παρέδιδε η κατηγορούμενη ώστε να της προϋπογράψει και να της τις παραδώσει για να μπορεί να προβαίνει σε συναλλαγές εκ μέρους της, τις κατείχε (ανυπόγραφες) και τις παρέδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκ. 9, σημ. 5, 6 και 7). Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι, σε κάποια στιγμή, η κατηγορούμενη, την ενημέρωσε ότι συμπληρώθηκε το ποσό των €1.000 στο λογαριασμό της και της εισηγήθηκε όπως το μετατρέψει σε γραμμάτιο, εισήγηση την οποία και αποδέχθηκε, χωρίς ωστόσο ποτέ η κατηγορούμενη, να της παρουσιάσει οτιδήποτε που να αποδεικνύει την εν λόγω μετατροπή. Η μάρτυρας, στο πλαίσιο της τρίτης, χρονικά, κατάθεσής της, η οποία επίσης αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής της, υπόδειξε τις αποδείξεις, που κατά την ίδια φέρουν τη γνήσια υπογραφή της, καθώς επίσης και τις αποδείξεις, οι οποίες δεν φέρουν τη γνήσια υπογραφή της, αναφέροντας, συναφώς, ότι, για την τελευταία της τοποθέτηση δεν ήταν απόλυτα σίγουρη και γι' αυτό ζήτησε όπως οι αποδείξεις εξεταστούν από γραφολόγο. Κατά την αντεξέτασή της, επέμενε στον ισχυρισμό της, ως προς την ικανότητά της να αναγνωρίζει τις υπογραφές της, αναφέροντας, ωστόσο, πως ήταν σίγουρη στις διάφορες τοποθετήσεις της, τόσο σε σχέση με τις υπογραφές που αναγνώρισε ως γνήσιες υπογραφές της, όσο και για αυτές που ισχυρίστηκε ότι δεν αποτελούν τη γνήσια υπογραφή της. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ότι οι αποδείξεις στις οποίες η μάρτυρας αναφέρεται στην κατάθεσή της, ημερομηνίας 10.11.2017, είναι οι αποδείξεις του τεκμηρίου 3, επί των οποίων αναγράφεται το όνομά της. Επίσης, ως παραδεκτό γεγονός δηλώθηκε ότι οι αποδείξεις, που κατά τη μάρτυρα φέρουν τη γνήσια υπογραφή της είναι οι αποδείξεις με σημείωση από 1.1 ‑ 1.13, του τεκμηρίου 3, ενώ οι αποδείξεις, για τις οποίες δεν είναι απόλυτα σίγουρη αν φέρουν την υπογραφή της, είναι οι αποδείξεις με σημείωση 2.1 ‑ 2.20, του τεκμηρίου
  13. Στο έγγραφο Β.Γ.81 και Β.Γ.271 των τεκμηρίων 13.1 και 13.2, η μάρτυρας αναγνώρισε τις καταστάσεις λογαριασμού της, όπου φαίνονται ότι έγιναν αναλήψεις χρημάτων τα οποία, ως ανέφερε, ουδέποτε κατέληξαν στην ίδια. Δεν αποδέχθηκε την υποβολή που της τέθηκε, ότι η κατηγορούμενη, ουδέποτε της παρουσίασε ψευδή στοιχεία ή ότι την εκμεταλλεύτηκε, αναφέροντας ότι από το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού προκύπτει ξεκάθαρα ότι έγινε ανάληψη χρημάτων τα οποία ουδέποτε η κατηγορούμενη της παρέδωσε και ότι, ουδέποτε η μάρτυρας επισκέφθηκε την Τράπεζα για οποιανδήποτε συναλλαγή, καθότι, όλες ανεξαιρέτως τις αναλήψεις από τους λογαριασμούς της, τους διενεργούσε η κατηγορούμενη εκ μέρους της. Τέλος, ανέφερε ότι, ουδέποτε η ίδια παρέδωσε χρήματα τοις μετρητοίς στην κατηγορούμενη για να τα καταθέσει στους λογαριασμούς της, με εξαίρεση, το χρονικό στάδιο που παρασκεύαζε σιουσιούκκο. Την αξία του σιουσιούκκου που πωλούσε στη μητέρα της κατηγορούμενης, ζητούσε από την τελευταία να την καταθέσει στους λογαριασμούς της. Ο ΧΧΧ Παπαδόπουλος (Μ.Κ.14), κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο υπεύθυνος του καταστήματος της ΣΠΕ Τροόδους στο Καλό Χωριό Λεμεσού και συνάδελφος με την κατηγορούμενη για όσο χρονικό διάστημα η τελευταία εργαζόταν στο εν λόγω κατάστημα. Στις 10.8.2017, η Πετράκη επισκέφθηκε το εν λόγω κατάστημα και ζήτησε πληροφορίες για τα υπόλοιπα των λογαριασμών της, αναφέροντας ότι η κατηγορούμενη, τελευταίως, δεν την ενημέρωνε. Αφού ο μάρτυρας έλεγξε τα υπόλοιπα των λογαριασμών της, την ενημέρωσε ότι είχε μικρά υπόλοιπα σε δύο λογαριασμούς της. Στην ενημέρωση αυτή, η Πετράκη αντέδρασε, προβάλλοντας τη θέση ότι κατέχει γραμμάτιο, διερωτώμενη πού βρίσκονται τα χρήματά της. Τον ενημέρωσε ακόμη, ότι η κατηγορούμενη τής παρέδιδε αποδείξεις σε σχέση με τις πράξεις που διεκπεραίωνε για λογαριασμό της. Στη βάση των πιο πάνω αναφορών της Πετράκη, ο μάρτυρας εισηγήθηκε να καταγγελθεί η υπόθεση στην Αστυνομία, πλην όμως, η πρώτη εξέφρασε απόλυτη εμπιστοσύνη στην κατηγορούμενη, αναφέροντας στον μάρτυρα ότι θέλει πρώτα να εξηγηθεί με την κατηγορούμενη και μετά να προβεί σε οποιανδήποτε ενέργεια. Διευθετήθηκε δε συνάντηση των τριών τους (Πετράκη, Παπαδόπουλος και κατηγορούμενη) στις 15:00 το απόγευμα, στο εν λόγω κατάστημα της ΣΠΕ Τροόδους. Στη συνάντηση αυτή, η Πετράκη ενημέρωσε το μάρτυρα ότι είχε τύχει των απαραίτητων εξηγήσεων από την κατηγορούμενη και ότι γνώριζε πλέον πού βρίσκονται τα χρήματά της και ότι δεν είχε οποιανδήποτε αμφιβολία. Κατά την ίδια συνάντηση, ο μάρτυρας ρώτησε την κατηγορούμενη, ως προς το πού βρίσκονται τα χρήματα της Πετράκη και αυτή του απάντησε ότι έχει διευθετηθεί το ζήτημα με την ίδια και την τελευταία, αλλά «απαντούσε με υπεκφυγές». Του ανέφερε ακόμη, ότι τα χρήματα της Πετράκη βρίσκονταν κάπου που δεν μπορούσε να αποκαλύψει, αναφέροντας, ωστόσο, ότι, θα εξηγούσε στο μάρτυρα σε μεταγενέστερο χρόνο. Στη βάση όλων των πιο πάνω δεδομένων, ο Παπαδόπουλος δεν προέβη σε οποιανδήποτε περαιτέρω ενέργεια, θεωρώντας το θέμα λήξαν. Στις 12.9.2017, η Πετράκη επισκέφθηκε εκ νέου το γραφείο του και του ζήτησε να μιλήσουν ιδιαιτέρως. Κατά τη συνάντησή τους αυτή, απαίτησε όπως της καταβληθούν τα χρήματά της που ήταν κατατεθειμένα στη ΣΠΕ Τροόδους. Τότε, ο μάρτυρας, την υπενθύμισε ότι η ίδια είχε έρθει σε συνεννόηση με την κατηγορούμενη και ότι το ζήτημα λύθηκε. Κατόπιν της υπόδειξης αυτής, η Πετράκη τού ανέφερε ότι η κατηγορούμενη, της είπε ότι θα της επέστρεφε τα χρήματά της λίγα - λίγα, αλλά η ίδια αρνήθηκε αυτήν την εισήγηση, καθότι απαιτούσε όλο το ποσό. Για τη συνάντηση αυτή, ο μάρτυρας ενημέρωσε την κατηγορούμενη, η οποία του ανέφερε ότι θα έρθει σε επικοινωνία με την Πετράκη για να της εξηγήσει. Το βράδυ της ίδιας μέρας, ο μάρτυρας ενημερώθηκε από την κατηγορούμενη ότι συνεννοήθηκε με την Πετράκη, αλλά και με την κόρη της και ότι ξέρουν πλέον πού βρίσκονται τα χρήματα της πρώτης και δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα. Παρά ταύτα, για να μην έχει οποιανδήποτε αμφιβολία, ζήτησε όπως τύχει σχετικής ενημέρωσης και από την Πετράκη. Την επόμενη μέρα και αφού δεν είχε στο μεταξύ μιλήσει με την Πετράκη, ο μάρτυρας επικοινώνησε με την κατηγορούμενη, η οποία εύρισκε διάφορες δικαιολογίες, αναφέροντας ότι δεν κατάφερε να επικοινωνήσει με την Πετράκη. Σε μεταγενέστερο στάδιο, η Πετράκη τηλεφώνησε στη ΣΠΕ Τροόδους στο Καλό Χωριό και ζήτησε όπως ετοιμαστούν οι καταστάσεις των λογαριασμών της και της αποσταλούν, μέσω τηλεομοιότυπου. Ακολούθως, ο μάρτυρας συνομίλησε με την Πετράκη, η οποία του ανέφερε ότι δεν βρέθηκε οποιαδήποτε λύση με την κατηγορούμενη, καθότι τα χρήματά της έλειπαν. Την επομένη το πρωί, η κατηγορούμενη ζητούσε από το μάρτυρα να μάθει εάν η Πετράκη είχε επικοινωνήσει μαζί του, αναφέροντας, παράλληλα, ότι ασθενούσε και δεν θα μπορούσε να παρευρεθεί στην εργασία της. Σε ερώτηση του μάρτυρα, ως προς το τι συμβαίνει με όλη αυτή την κατάσταση, του ανέφερε ότι όλα είναι εντάξει, χωρίς ωστόσο να δώσει οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες. Ακολούθως, ο μάρτυρας εκτύπωσε τις καταστάσεις λογαριασμού της Πετράκη και άρχισε να προβαίνει σε έλεγχο των εκεί αναγραφόμενων πράξεων. Στο πλαίσιο του ελέγχου του μετέβηκε και στην αποθήκη όπου φυλάγονται και τα έντυπα των συναλλαγών από το 2011 και διαπίστωσε ότι οι πράξεις του διεκπεραιώθηκαν από το ταμείο της κατηγορούμενης, στις 30.10.2012 και 9.11.2012, έλειπαν. Στη βάση της διαπίστωσης αυτής, περίμενε για να επικοινωνήσει με την Πετράκη ώστε να λάβει σχετικές λεπτομέρειες, πλην όμως, ο δικηγόρος της τελευταίας επικοινώνησε μαζί του, αναφέροντάς του ότι τούτη συνέχιζε να ψάχνει τα χρήματά της και ότι σκόπευε να κινηθεί νομικά. Ήταν στη βάση των πιο πάνω δεδομένων που ο μάρτυρας ένιωσε ανησυχία, ως υπεύθυνος του καταστήματος, οπότε αποφάσισε να συντάξει έκθεση με όλα τα γεγονότα και να την αποστείλει στη διεύθυνση της περιφέρειας. Την επόμενη μέρα, η Πετράκη επισκέφθηκε εκ νέου τη ΣΠΕ Τροόδους, έχοντας στην κατοχή της, τρία πιστοποιητικά εμπρόθεσμης κατάθεσης, στο όνομά της, τα οποία έφεραν στο κάτω μέρος τους την υπογραφή της κατηγορούμενης, την οποία και αναγνώρισε ο μάρτυρας, αλλά δεν έφεραν σφραγίδα. Μόλις είδε τα έγγραφα αυτά, ο μάρτυρας έκρινε ότι είναι πλαστά και όχι αυθεντικά. Τότε, η Πετράκη εξήγησε ότι είναι τα χρήματα που αναγράφονται σ' αυτά τα πιστοποιητικά που ψάχνει, τα οποία αθροίζονταν στο ποσό των €107.428,
  14. Όπως η Πετράκη του ανέφερε, τα έγγραφα αυτά, της τα παρέδωσε η κατηγορούμενη, αναφέροντας του ακόμη, ότι αρχικά είχε γραμμάτιο στη ΣΠΕ Πολεμιδιών για το ποσό των €100.000 περίπου, το οποίο, με τη συνδρομή της κατηγορούμενης, μετέφερε στη ΣΠΕ Τροόδους, στη βάση του ότι η τελευταία την έπεισε ότι θα τη βοηθούσε στη διαχείριση του γραμματίου. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε στην Πετράκη ότι από έλεγχο στον οποίο προέβηκε, τέτοια μεταφορά χρημάτων στο όνομά της ουδέποτε έλαβε χώρα, ούτε μετατράπηκε το ποσό αυτό σε γραμμάτιο στο όνομά της. Την ενημέρωσε, ωστόσο, ότι, ο λογαριασμός της με αριθμό 2050858 έδειχνε διάφορες κινήσεις ποσών και ότι στις 9.12.2014 πιστώθηκε με €17.000 και στις 14.12.2012 με €10.000 από μεταφορά από το Ταμιευτήριο Λεμεσού. Την ενημέρωσε ακόμα ότι φαίνεται να έγιναν και κάποιες άλλες μεταφορές και ακολούθως, αναλήψεις και ότι όλες αυτές οι μεταφορές χρημάτων έγιναν από το Ταμιευτήριο Λεμεσού. Παρέδωσε στην Αστυνομία, αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμού που διατηρούσε η Πετράκη στο κατάστημά του, καθώς επίσης και αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών που διατηρούσε η κατηγορούμενη, είτε από μόνη της είτε με άλλα πρόσωπα. Αναφέρθηκε στις επισκέψεις των Στυλιανίδη και Καλλινίκου στο κατάστημα στο Καλό Χωριό και στην αναζήτηση από αυτές των υπόλοιπων των λογαριασμών τους. Από έλεγχο στον οποίο προέβηκε διαπίστωσε ότι οι παραπονούμενες δεν κατείχαν τα χρήματα τα οποία ισχυρίζονταν ότι θα έπρεπε να βρίσκονταν στους λογαριασμούς τους. Μέσω του συζύγου της Στυλιανίδη, περιήλθε στην κατοχή του ένα γραμμάτιο, που, κατά την ίδια, της παρέδωσε η κατηγορούμενη, το οποίο, σύμφωνα με το μάρτυρα, δεν είναι αυθεντικό (βλ. Τεκ. 9, σημ. 4). Όσο δε αφορά στην Καλλινίκου, στη βάση των όσων του ανέφερε, αυτή δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει επακριβώς το ποσό που θα έπρεπε να βρίσκεται στον λογαριασμό της. Ανέφερε ακόμη, ότι τα κενά φύλλα αποδείξεων χρησιμοποιούνται μόνο εντός της Τράπεζας και θα πρέπει να υπογράφονται πάντα στην παρουσία του ταμία από τον πελάτη ή από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του, καθώς επίσης και ότι το γραμμάτιο που παρέλαβε από το σύζυγο της Στυλιανίδη δεν ήταν αυθεντικό, καθότι επ' αυτού αναγραφόταν η λέξη «ΔΕΙΜΓΑ», κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει σε ένα αυθεντικό έντυπο γραμματίου. Επίσης, ότι, μετά που διαπίστωσε ότι τραπεζικές πράξεις συγκεκριμένων ημερών που διεκπεραιώθηκαν από το ταμείο της κατηγορούμενης, έλειπαν από το κατάστημα, ενημέρωσε σχετικά την τελευταία, η οποία του ανέφερε ότι είχε τα σχετικά έντυπα στην κατοχή της και θα τα επέστρεφε, κάτι το οποίο, ωστόσο, δεν έπραξε. Ουδέποτε του ανέφερε για ποιο λόγο τα είχε στην κατοχή της. Δήλωσε ακόμη, ότι με την κατηγορούμενη συνεργάστηκαν από τις 17.10.2007 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2017 όταν και ήρθε στην επιφάνεια η παρούσα υπόθεση. Έτυχε, σε επίσκεψη της Πετράκη στο κατάστημα να αντιληφθεί την κατηγορούμενη να την παροτρύνει να εγκαταλείψει το χώρο του καταστήματος, διαβεβαιώνοντάς την, ότι θα αναλάμβανε η ίδια να διεκπεραιώσει την πράξη και να της παραδώσει τα χρήματα σε μεταγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά στα έντυπα των πράξεων που διεκπεραιώνονταν από τα ταμεία, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι τούτα θα πρέπει να φυλάγονται στο κατάστημα και δεν επιτρέπεται να μεταφερθούν εκτός αυτού. Ακολούθως, στο μάρτυρα υποδείχθηκαν τα τρία πιστοποιητικά που κατείχε η Πετράκη σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμό γραμμάτια στη ΣΠΕ Τροόδους. Πρόκειται για τα έγγραφα με σημείωση 1, 2 και 3 του τεκμηρίου 9, και ανέφερε ότι στο πρώτο έγγραφο (σημείωση 1), το αναγραφόμενο επ' αυτού ποσό είναι γραμμένο με στυλό και επίσης παρουσιάζει και διόρθωση, κάτι το οποίο είναι απαράδεκτο. Επ' αυτού αναγνώρισε και την υπογραφή της κατηγορούμενης, πάνω από τη λέξη «Ταμίας». Ερωτηθείς αναφορικά με τη δυνατότητά του να αναγνωρίζει την υπογραφή της κατηγορούμενης, ανέφερε ότι αυτό οφειλόταν στο ότι ήταν συνάδελφός της για χρόνια και ότι είδε χιλιάδες υπογραφές της. Επίσης, πάντα σε σχέση με το έγγραφο σημείωση 1 του τεκμηρίου 9, ανέφερε ότι τούτο δεν έφερε σφραγίδα, που υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να φέρει στο σημείο της υπογραφής. Όσο δε αφορά στα έγγραφα με σημείωση 2 και 3 του τεκμηρίου 9, ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για πλαστά έγγραφα, καθότι, αμφότερα, φέρουν τον ίδιο αύξοντα αριθμό
(6678), κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, καθώς επίσης και ότι η γραμματοσειρά, η οποία χρησιμοποιήθηκε για την εκτύπωσή τους δεν είναι η γραμματοσειρά του μηχανογραφημένου συστήματος της ΣΠΕ Τροόδους. Και επ' αυτών των εγγράφων αναγνώρισε την υπογραφή της κατηγορούμενης πάνω από τη φράση «Για ΣΠΕ Τροόδους». Αρνήθηκε τις υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την υπογραφή της κατηγορούμενης και ισχυρίστηκε ότι είναι απόλυτα σίγουρος για την όποια σχετική αναγνώριση προέβη. Ανέφερε, χαρακτηριστικά, ότι, «Όπως βλέπω την κυρία ΧΧΧ απέναντί μου και ξέρω ότι είναι η ΧΧΧ, αν δω την υπογραφή της πάνω σε ένα έγγραφο το ξέρω. Το μελέτησα. Ήμουν προετοιμασμένος για τη μαρτυρία». Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, πάντα συναφώς με τη δυνατότητά του να αναγνωρίσει την υπογραφή της κατηγορούμενης, ανέφερε «Ξέρω την υπογραφή της ΧΧΧ» και «Με την κυρία ΧΧΧ Ανδρέου ήμασταν συνεργάτες, συνάδελφοι για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Έχω δει τις υπογραφές της, την υπογραφή της χιλιάδες φορές υπογράψαμε τα ίδια έγγραφα χιλιάδες φορές. Η υπογραφή μου δίπλα από τη δική της. Σε αυτό το γεγονός επιβεβαιώνω ότι γνωρίζω την υπογραφή της.» Δόθηκε στο μάρτυρα και το έγγραφο που του παραδόθηκε από το σύζυγο της Στυλιανίδη. Πρόκειται για το έγγραφο με σημείωση 4 του τεκμηρίου 9 και του ζητήθηκε να τοποθετηθεί ως προς το κατά πόσο είναι αυθεντικό. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι και αυτό το έντυπο φαίνεται να εκτυπώθηκε από εκτυπωτή, άλλον από αυτόν της ΣΠΕ Τροόδους, καθώς επίσης και ότι επ' αυτού αναγράφεται η λέξη «ΔΕΙΓΜΑ», κάτι που δεν έπρεπε να συμβαίνει. Από το τεκμήριο 9 αναγνώρισε τα έγγραφα με σημείωση 9 και 10, ως γνήσια πιστοποιητικά της ΣΠΕ Τροόδους. Ερωτηθείς από το συνήγορο υπεράσπισης κατά πόσο ο ίδιος προέβη σε έλεγχο για να διαπιστώσει αν πράγματι η απόδειξη γραμματίου, σημείωση 4 του τεκμηρίου 3, που του παραδόθηκε από το σύζυγο της Στυλιανίδη, επρόκειτο για απόδειξη από εγχειρίδιο της τράπεζας, εν όψει του ότι, επ' αυτού καταγραφόταν η λέξη «ΔΕΙΓΜΑ» (ισχυρισμό που πρόβαλε ο ίδιος, ως πεποίθηση, στα πλαίσια κατάθεσής του), ανέφερε ότι δεν προέβη σε τέτοιο έλεγχο, πλην όμως «Στην Τράπεζα δεν χρησιμοποιείται πιστοποιητικό κατάθεσης που να γράφει πάνω «ΔΕΙΓΜΑ». Δηλώθηκε, ως παραδεκτό γεγονός, ότι όλες οι αποδείξεις με σημείωση 1.1 ‑ 4.4 του τεκμηρίου 3 είναι αποδείξεις που παρέδωσε στην ανακρίτρια. Επίσης, με παραπομπή στο τεκμήριο 13.1, ο μάρτυρας αναγνώρισε στο έγγραφο Β.Γ.164 το λογαριασμό που διατηρούσε η Πετράκη με το σύζυγό της και εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι καταγραφές των κατά καιρούς τραπεζικών πράξεων. Πάντα στη βάση του περιεχομένου του εν λόγω λογαριασμού, ο μάρτυρας εξήγησε ότι η αρχική αναφερόμενη ημερομηνία είναι η ημερομηνία που έγινε η πράξη, καθώς επίσης και ότι ο αριθμός που αναγράφεται δίπλα από την περιγραφή της πράξης, όπως, π.χ. «ανάληψης μετρητών», είναι ο αριθμός της απόδειξης που χρησιμοποιήθηκε για να γίνει η πράξη. Ερωτηθείς σε σχέση με τον κωδικό ενός ταμείου, το χαρακτήρισε ως μοναδικό και ανάφερε ότι η κατηγορούμενη, μετά τη συγχώνευση της ΣΠΕ Τροόδους πήρε κωδικό χρήστη 133, ενώ προηγουμένως είχε τον κωδικό
  1. Με αναφορά στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 13 και ειδικότερα, σε καταστάσεις λογαριασμών τής Πετράκη, υπέδειξε τον τρόπο με τον οποίο καταγράφονται επ' αυτών οι διάφορες πράξεις, περιλαμβανομένων και των μεταφορών χρημάτων που έγιναν από τη ΣΠΕ Πολεμιδιών προς τη ΣΠΕ Τροόδους, στις οποίες (πράξεις) αναφέρεται στην κατάθεσή του. Στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 13.2 αναγνώρισε και τους λογαριασμούς της Καλλινίκου, προσθέτοντας ότι, με τη συγχώνευση, το Νοέμβρη του 2013, της ΣΠΕ Πιτσιλιάς με τη ΣΠΕ Τροόδους, αν και ο αριθμός λογαριασμού άλλαξε, εντούτοις, η ιστορικότητά του συνέχισε και εξακολουθούσε να υπάρχει στη ΣΠΕ Τροόδους. Στο τεκμήριο 3 αναγνώρισε διάφορες αποδείξεις, οι οποίες σχετίζονται με αναλήψεις που έγιναν από το λογαριασμό των παραπονούμενων. Ακολούθως και αφού του υποδείχθηκαν συγκεκριμένες πράξεις που φέρονται να έγιναν την ίδια μέρα, εντός μικρού χρονικού διαστήματος, παρατήρησε ότι η μία εκ των αποδείξεων που χρησιμοποιήθηκε για τη διεκπεραίωση μίας πράξης, απείχε, αριθμητικά, κατά πολύ από την αρίθμηση των άλλων δύο αποδείξεων, προβάλλοντας τη θέση ότι αυτό δεν ήταν φυσιολογικό δεδομένου του γεγονότος, ότι οι αποδείξεις θα έπρεπε να έχουν κοντινούς αριθμούς, καθότι είχαν όλες αύξοντα αριθμό και διενεργήθηκαν από το ίδιο ταμείο. Εξέφρασε, συναφώς, την άποψη, ότι η πράξη που διεκπεραιώθηκε με την απόδειξη της οποίας, ο αριθμός έχει μεγάλη απόκλιση από τις άλλες δύο, πρέπει να διεκπεραιώθηκε με προϋπογεγραμμένη απόδειξη. Παρόμοια περίπτωση υπέδειξε σε σχέση με τρεις άλλες πράξεις που διενεργήθηκαν σε άλλη μέρα, εντός μικρού χρονικού διαστήματος και για τη μία από αυτές τις πράξεις, ο αριθμός της απόδειξης που χρησιμοποιήθηκε είχε μεγάλη απόκλιση από τους άλλους δύο. Ισχυρίστηκε ακόμα, ότι σε συνομιλία που είχε με την κατηγορούμενη, του ζήτησε να μην προχωρήσει σε αναφορά για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθότι, για το γεγονός ότι έλειπαν αποδείξεις των πράξεων από το χώρο φύλαξής τους, θα μπορούσε να αποδοθεί και στον ίδιο ευθύνη. Κατά το μάρτυρα, η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε το γεγονός της απουσίας των αποδείξεων, ως μοχλό πίεσης εναντίον του για να μην προχωρήσει σε καταγγελία της. Κατά την αντεξέτασή του, ο μάρτυρας αποδέχθηκε ότι γίνονταν κατά καιρούς πράξεις στην απουσία του πελάτη, πλην όμως, τούτες περιορίζονταν σε καταθέσεις και όχι αναλήψεις. Ο ίδιος, ουδέποτε μεσολάβησε ώστε να διεκπεραιωθεί ανάληψη για λογαριασμό πελάτη που δεν ήταν παρών στο κατάστημα. Δήλωσε ωστόσο άγνοια, αν άλλοι συνάδελφοί του διεκπεραίωναν και αναλήψεις στην απουσία του πελάτη, αναφέροντας ότι πιθανόν να συνέβαινε αυτό το πράγμα. Αναφερόμενος στις αποδείξεις των ημερησίων πράξεων, ισχυρίστηκε ότι, κάθε υπάλληλος έδενε σε δέσμη, όλες τις αποδείξεις των πράξεων που διεκπεραίωσε μία συγκεκριμένη μέρα, οι οποίες, ακολούθως αρχειοθετούνταν, ώστε στην περίπτωση που χρειαστούν, να μπορούσαν να εντοπιστούν και να ελεγχθούν. Όσο δε αφορά στις κενές αποδείξεις, ο μάρτυρας αποδέχθηκε ότι αυτές φυλάγονταν σε συγκεκριμένο χώρο, στον οποίο είχαν ελεύθερη πρόσβαση, όλοι οι υπάλληλοι της ΣΠΕ. Ως, συναφώς, ανέφερε, όταν οι αποδείξεις που είχε ένας υπάλληλος μπροστά του, τελείωναν, πήγαινε και έπαιρνε άλλες από το συγκεκριμένο σημείο. Ο ΧΧΧ Οδυσσέως (Μ.Κ.8), διευθυντής της ΣΠΕ Τροόδους, στο υποκατάστημα της Λεμεσού κατά το Σεπτέμβρη του 2017, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, δήλωσε άγνοια ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες, στις 8.9.2017, έγινε ανάληψη, από το λογαριασμό της Καλλινίκου, για το ποσό των 300 ευρώ, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι, την πράξη αυτή διενήργησε η κατηγορούμενη. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι, η τελευταία, τόσο στις 14.9.2017 όσο και στις 15.9.2017, τον ενημέρωσε ότι δεν θα εμφανιζόταν στην εργασία της, καθότι ασθενούσε. Στις 15.9.2017, μέσω του διευθυντή της Περιφέρειας ΣΠΕ, ενημερώθηκε ότι εξετάζεται υπόθεση για πιθανή υπεξαίρεση χρημάτων πελατών της ΣΠΕ, από την κατηγορούμενη και ακολούθως ενημερώθηκε ότι η τελευταία συνελήφθηκε. Ανέφερε επίσης, ότι από το κατάστημα στο οποίο ήταν διευθυντής δεν απουσίαζαν οποιεσδήποτε τραπεζικές πράξεις ούτε και προέκυψε οτιδήποτε το μεμπτό. Στο πλαίσιο της κατάθεσης που του λήφθηκε και για σκοπούς διευκόλυνσης των ανακρίσεων παράδωσε στην Αστυνομία, δύο πρωτότυπες, κενές αποδείξεις, για αναλήψεις και καταθέσεις χρημάτων και δύο κενά πιστοποιητικά, εμπρόθεσμης κατάθεσης, όλα της ΣΠΕ Τροόδους, τα οποία παρουσίασε ως πρωτότυπα και ως έγγραφα που παρέχονται από την υπηρεσία, που αποτελούν τα μόνα έγγραφα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διεκπεραίωση των σχετικών τραπεζικών πράξεων. Στο τεκμήριο 9 αναγνώρισε στα έγγραφα με σημείωση 9 και 10, τα πιστοποιητικά εμπρόθεσμης κατάθεσης που παρέδωσε στην Αστυνομία και στα έγγραφα με σημείωση 11 και 12, τις δύο αποδείξεις. Τοποθετούμενος αναφορικά με τα έγγραφα του ίδιου τεκμηρίου, με σημείωση 1, 2, 3 και 4, ισχυρίστηκε ότι τούτα δεν είναι γνήσια, για διάφορους λόγους. Πιο συγκεκριμένα, ως προς το έγγραφο με σημείωση 1, ισχυρίστηκε ότι δεν θα έπρεπε να παρουσιάζει χειρόγραφες διορθώσεις και ότι, αν και εφόσον παρατηρείτο κάποιο λάθος επί ενός τέτοιου εγγράφου (πρόκειται για γραμμάτιο), θα έπρεπε να εκδοθεί νέο γραμμάτιο. Όσο δε αφορά στα έγγραφα με αρίθμηση 2 και 3, ισχυρίστηκε ότι πρόκειται (α) για αντίγραφα και όχι πρωτότυπα έγγραφα, τα οποία, (β) φέρουν τον ίδιο αύξοντα αριθμό, κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, (γ) φέρουν ημερομηνία, η οποία τέθηκε χειρόγραφα, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο και (δ) δεν φέρουν δεύτερη υπογραφή, κάτι που θα έπρεπε να συμβαίνει. Όσο δε αφορά στο έγγραφο με αρίθμηση 4, υπέδειξε ότι επ' αυτού αναγράφεται η λέξη «δείγμα» κάτι που δεικνύει ότι δεν πρόκειται για γνήσιο τραπεζικό έντυπο, καθότι στα έγγραφα αυτά δεν καταγράφεται μία τέτοια λέξη. Και αυτός ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι πρόσβαση στις δέσμες κενών αποδείξεων είχαν όλοι οι υπάλληλοι του καταστήματος και ότι τούτες έφεραν αύξοντα αριθμό. Ως προς δε τις συμπληρωμένες αποδείξεις, με τις οποίες διενεργήθηκαν τραπεζικές πράξεις, ισχυρίστηκε ότι πρέπει να παραμένουν στο χώρο του καταστήματος και να φυλάγονται. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, στο τέλος κάθε τραπεζικής μέρας, ο ταμίας θα πρέπει να συμφιλιώσει τα έγγραφα αυτά με το ταμείο του, ώστε, ακριβώς, οι τραπεζικές πράξεις που διενήργησε κατά τη διάρκεια της ημέρας να συμφωνούν με το υπόλοιπό του ταμείου του. Δέχθηκε, ωστόσο, ότι, σε κάθε περίπτωση που παρατηρείται κάποιο λάθος στη συναλλαγή, όπως π.χ., όταν ο πελάτης δεν υπέγραψε την εντολή του ή την υπέγραψε σε λάθος τόπο, ο ταμίας δύναται να μην τοποθετήσει το σχετικό έγγραφο στο χώρο φύλαξής του, αλλά να το κρατήσει, το πολύ για μία ημέρα, και να ειδοποιήσει τον πελάτη να μεταβεί στην Τράπεζα ώστε να διορθωθεί το λάθος, πριν τη φύλαξη του εγγράφου. Και τούτο, μόνο κατόπιν σχετικής άδειας που θα δώσει ο υπεύθυνος του καταστήματος. Η ΧΧΧ Γεωργίου (Μ.Κ.4) ισχυρίστηκε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ταμίας στην Κεντρική Συνεργατική Εταιρεία Λεμεσού και είχε κωδικό ταμία
  2. Με αναφορά σε κάποια εκ των εγγράφων του τεκμηρίου 13.1 με αρίθμηση μεταξύ Β.Γ.82 ‑ Β.Γ.164 ισχυρίστηκε ότι, κατόπιν εντολής του ζεύγους Πετράκη, προέβη σε διάφορες ανανεώσεις γραμματίων, στα πλαίσια των οποίων γινόταν μεταφορά, μέρους μετρητών, σε άλλον κοινό λογαριασμό τους. Επίσης ανέφερε ότι, από τις 5.12.2014 μέχρι και τις 12.12.2014, σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις, κατόπιν πάντα εντολής των εν λόγω προσώπων, μετέφερε τα ποσά των €8.000, €8.000, €17.000 και €10.000 σε κοινό λογαριασμό τους στη ΣΠΕ Τροόδους. Ήταν περαιτέρω η θέση της, ότι σε κάποια χρονική στιγμή, περί το Δεκέμβρη του 2014, ο κοινός λογαριασμός όψεως του ζεύγους είχε πιστωτικό υπόλοιπο €51.137,50, ποσό το οποίο και αναλήφθηκε με επτά αναλήψεις, οι οποίες έγιναν στο διάστημα, μεταξύ των ημερομηνιών 5‑24.12.
  3. Ως ισχυρίστηκε, οι αναλήψεις αυτές έγιναν μέσω άλλων Συνεργατικών Εταιρειών και όχι από το υποκατάστημα στο οποίο εργαζόταν και στο οποίο τηρείτο ο ρηθείς κοινός λογαριασμός τους. Επρόκειτο για αναλήψεις ποσών €3.000, €6.700, €7.900, €8.500, €9.400, €8.400 και €7.
  4. Για τις εν λόγω αναλήψεις δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί θετικά, ως προς τα πρόσωπα, τα οποία μεσολάβησαν για να γίνουν και γενικότερα, για τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν. Ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι, στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 13.1 (καταστάσεις λογαριασμών, αποδείξεις κατάθεσης, αποδείξεις ανάληψης κ.ο.κ, στα οποία και αναφέρθηκε) προέκυπτε ότι, αρχικά γινόταν ανάληψη των ποσών αυτών και ταυτόχρονα γινόταν κατάθεσή τους σε κοινό λογαριασμό όψεως των εν λόγω προσώπων στη ΣΠΕ Τροόδους, στην οποία και εργαζόταν η κατηγορούμενη, την οποία εμπιστευόταν η Πετράκη, καθότι, οι δύο τους ήταν φίλες. Άγνοια δήλωσε και σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε ανάληψη των εν λόγω ποσών, μετά την κατάθεσή τους στο λογαριασμό τους στη ΣΠΕ Τροόδους. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, αν το ποσό που επιθυμεί κάποιος να κάνει ανάληψη υπερβαίνει τις €10.000, θα πρέπει, για την πράξη του αυτή, να προσκομίσει στην Τράπεζα, ειδικά δικαιολογητικά, τα οποία δεν είναι αναγκαίο να προσκομιστούν εκεί που το αναληφθέν ποσό είναι χαμηλότερο, ως συνέβη με τις αναλήψεις που έγιναν κατά το διάστημα 5‑24.12.
  5. Η ΧΧΧ Αλεξάνδρου (Μ.Κ.5) ισχυρίστηκε ότι, σε δύο περιπτώσεις, η κατηγορούμενη της ζήτησε, παραδίδοντάς της προϋπογραμμένη απόδειξη, όπως προχωρήσει στην ανάληψη του συνολικού ποσού των €4.000 (€2.000, σε κάθε περίπτωση) από λογαριασμό που διατηρούσε η Πετράκη στη ΣΠΕ Τροόδους, λέγοντάς της ότι η τελευταία είναι συγγενικό της πρόσωπο. Δείχνοντας εμπιστοσύνη στην κατηγορούμενη, η οποία ήταν συνάδελφός της, προχώρησε και εκτέλεσε την εντολή, παραδίδοντάς της τα χρήματα με σκοπό να τα δώσει στη Πετράκη. Ισχυρίστηκε ότι, μόνο σε δύο περιπτώσεις εκτέλεσε πράξη ανάληψης στην απουσία πελάτη με προϋπογραμμένες αποδείξεις και ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις, το πρόσωπο που της παράδωσε τις σχετικές αποδείξεις ήταν η κατηγορούμενη. Γενικά, ως προς τις αποδείξεις ανάληψης, ισχυρίστηκε ότι φέρουν αρίθμηση με αύξοντα αριθμό και ότι διατηρούνταν σε ένα κουτί στο κατάστημα και έκαστος ταμίας προμηθευόταν από εκεί, όποτε χρειαζόταν. Αναφορικά με τις δύο περιπτώσεις που εξυπηρέτησε την κατηγορούμενη για ανάληψη ποσών από λογαριασμό της Πετράκη, η Αλεξάνδρου αναγνώρισε από το τεκμήριο 13.1, τα έντυπα με αρίθμηση Β.Γ.119 και Β.Γ.120, ως τις αποδείξεις που της παραδόθηκαν από την κατηγορούμενη, προϋπογραμμένες και με τις οποίες εκτέλεσε τις ρηθείσες πράξεις ανάληψης, στις 27.11.2014 και 28.11.
  6. Η ΧΧΧ Νικολάου-Φιλίππου (Μ.Κ.6) ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη, σε δύο περιπτώσεις, παραδίδοντάς της προϋπογραμμένες αποδείξεις, της ζήτησε όπως προβεί σε ανάληψη από συγκεκριμένο λογαριασμό της Πετράκη για τα ποσά των €6.700 και €7.
  7. Αναγνώρισε στο τεκμήριο 13.1, τις ρηθείσες αποδείξεις, ως τα έγγραφα με αρίθμηση Β.Γ.131 και Β.Γ.
  8. Οι αναλήψεις αυτές έγιναν στις 10.12.2015 και 14.12.
  9. Τα χρήματα που εκταμιεύθηκαν με τον τρόπο αυτό, παραδόθηκαν από τη Φιλίππου, στην κατηγορούμενη, με σκοπό να δοθούν στην Πετράκη. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε ακόμα, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελούσε πρακτική μεταξύ των συναδέλφων της, να εκτελούν αναλήψεις χρημάτων, στην απουσία του πελάτη, στη βάση προϋπογραμμένων αποδείξεων που τους έφερναν συνάδελφοί τους. Αναφορικά με εκφρασθείσα θέση της, ότι επί των εν προκειμένω αποδείξεων είχε θέσει την υπογραφή της η κατηγορούμενη, αναγνώρισε ότι δεν κατέχει γνώσεις γραφολογίας, αλλά υποστήριξε ότι, λόγω της πολύχρονης οπτικής επαφής που είχε με την υπογραφή της κατηγορουμένης, με την οποία ήταν συνάδελφοι, ήταν σε θέση να εκφράσει σχετική γνώμη. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι, πέραν, γενικά, της δυνατότητάς της να αναγνωρίσει την υπογραφή της κατηγορούμενης επί των εν λόγω αποδείξεων, η τελευταία υπέγραψε στην παρουσία της, τη στιγμή που της τις παρέδωσε. Ως προς δε την πρόσβαση των λειτουργών της ΣΠΕ Τροόδους στις κενές αποδείξεις, ισχυρίστηκε ότι τούτες βρίσκονταν σε συρτάρια του καταστήματος, από τα οποία μπορούσε κάθε υπάλληλος να πάρει τέτοιες αποδείξεις. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι ο ταμίας θα αναζητούσε νέες κενές αποδείξεις, νοουμένου ότι τελείωσε η δέσμη αποδείξεων που κατείχε στο χώρο του ταμείου του. Η ΧΧΧ Φραγκέσκου (Μ.Κ.7), ομοίως με τις Αλεξάνδρου και Φιλίππου, ισχυρίστηκε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελούσε πρακτική να γίνονται αναλήψεις από λογαριασμούς πελατών, στην περίπτωση που συνάδελφός τους, τους παρέδιδε προϋπογραμμένες από τους πελάτες κενές αποδείξεις. Τούτο γινόταν στη βάση της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των συναδέλφων των ΣΠΕ. Αναφορικά με την ανάληψη από τον λογαριασμό της Πετράκη τού ποσού των €8.500 που διενήργησε στις 16.12.2015, δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί αν έγινε στην παρουσία της τελευταίας ή αν διενεργήθηκε με προϋπογραμμένη απόδειξη. Επιπροσθέτως, ισχυρίστηκε ότι, η κατηγορούμενη, ήταν μία εκ των συναδέλφων, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις, παρουσίαζε προϋπογραμμένες αποδείξεις από διάφορους πελάτες και αφού οι ταμίες προέβαιναν στις σχετικές αναλήψεις, της παρέδιδαν τα χρήματα. Αναγνώρισε στο τεκμήριο 13.1 το έγγραφο με αρίθμηση Β.Γ.124, ως την απόδειξη με την οποία διενεργήθηκε η πιο πάνω αναφερόμενη ανάληψη. Επ' αυτής, πέραν από τη δική της υπογραφή, αναγνώρισε και την υπογραφή της κατηγορουμένης, υποδεικνύοντας στο Δικαστήριο σε ποια υπογραφή αναφερόταν. Ερωτηθείσα ως προς το κατά πόσο μπορεί να είναι σίγουρη αναφορικά με την εκφρασθείσα θέση της, περί υπογραφής της κατηγορουμένης, απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι δεν μπορεί να είναι «. εκατόν τοις εκατόν .» σίγουρη και ότι, την εν προκειμένω γνώμη της, τη βασίζει στην εικόνα που αποκόμισε κατά καιρούς από έγγραφα που έφεραν την υπογραφή της κατηγορουμένης. Γενικά, ως προς τις κενές αποδείξεις, ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν χρεωμένες στους ταμίες του καταστήματος και ότι πρόσβαση σε αυτές είχαν όλοι οι συνάδελφοί της. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι υπήρχαν περιπτώσεις που κάποιος συνάδελφος μπορούσε να χρησιμοποιήσει και κενή απόδειξη που κατείχε άλλος συνάδελφός του. Η ΧΧΧ Πισσαρίδου (Μ.Κ.9) αναγνώρισε στο τεκμήριο 13.1 το έγγραφο με αρίθμηση Β.Γ.121, ως την απόδειξη πράξης που διενήργησε κατόπιν προσκόμισης από την κατηγορούμενη, προϋπογραμμένης απόδειξης, για την ανάληψη από το λογαριασμό της Πετράκη, του ποσού των €3.000 που έγινε στις 5.12.
  10. Ως ισχυρίστηκε, η κατηγορούμενη, παραδίδοντάς της, την προϋπογραμμένη απόδειξη, της ανάφερε ότι η Πετράκη είναι γειτόνισσά της και την εξυπηρετεί. Από το ποσό των €3.000, η κατηγορούμενη τής ζήτησε όπως της δώσει σε μετρητά τα €1.000, ενώ τα υπόλοιπα €2.000 να τα κάνει κατάθεση σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό, τον ιδιοκτήτη του οποίου η ίδια δεν γνώριζε για να αποκαλύψει. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι, παρά τις οδηγίες που υπήρχαν για να μην διενεργούνται αναλήψεις χρημάτων στην απουσία πελατών, εντούτοις προέβαινε σε τέτοιες ενέργειες, όταν της το ζητούσε κάποια συνάδελφός της, πόσο μάλλον, όταν η συνάδελφός της αυτή ήταν και προϊστάμενή της, ως ίσχυε για την κατηγορούμενη. Τέλος, ανέφερε ότι οι ταμίες της ΣΠΕ Τροόδους κατείχαν συγκεκριμένους μοναδικούς, μυστικούς κωδικούς, τους οποίους μπορούσε να χρησιμοποιήσει μόνο ο κάτοχός τους. Ως ανάφερε, ο αριθμός του ταμείου της, είναι ΤΑ
  11. Η ΧΧΧ Ιωάννου (Μ.Κ.3 - επικεφαλής της μονάδας εσωτερικής επιθεώρησης της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας), ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η μονάδα της προέβηκε σε έλεγχο για ενδεχόμενη υπεξαίρεση χρημάτων πελατών από την κατηγορούμενη. Αναφέρθηκε στο υλικό που συλλέχθηκε στο πλαίσιο του πιο πάνω ελέγχου (βλ. Τεκ. 13.1 και 13.2, Β.Γ.1-Β.Γ.664), ως επίσης αναγνώρισε και τη σχετική έκθεση που ετοιμάστηκε από το τμήμα της (βλ. Τεκ. 14). Αναγνώρισε ότι προσωπικά δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη διερεύνηση της υπόθεσης, πλην όμως έλεγξε την ορθότητα του μαρτυρικού υλικού. Αποδέχθηκε ότι δεν είναι γραφολόγος και δεν μπορεί να αποφανθεί για τη γνησιότητα ή μη των υπογραφών που αποδίδουν στην κατηγορούμενη οι διάφοροι ερωτηθέντες, κατά τον πιο πάνω έλεγχο. Τέλος, ισχυρίστηκε, παραπέμποντας ειδικά στο μαρτυρικό υλικό που συλλέχθηκε από τη μονάδα της, ότι σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς των παραπονούμενων, είχε επιλεγεί/οριστεί στο τραπεζικό ηλεκτρονικό σύστημα, η επιλογή της μη αποστολής στους πελάτες, καταστάσεων λογαριασμού για περιοδική ενημέρωσή τους. Η αστ. XXXXX Μ. Ανδρέου (Μ.Κ.11), ανακρίτρια της υπόθεσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων που ετοίμασε, όπου καταγράφει με λεπτομέρεια τις ενέργειές της κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Παρουσίασε ως τεκμήρια, τις δύο ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από την κατηγορούμενη, τις καταθέσεις που λήφθηκαν από τις παραπονούμενες, Στυλιανίδη και Καλλινίκου, ως επίσης και τις δύο καταθέσεις που λήφθηκαν από τον Παπαδόπουλο. Σε σχέση με τους λόγους που δεν εξασφαλίστηκε δείγμα γραφής από την κατηγορούμενη, η μάρτυρας ανέφερε ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης, η κατηγορούμενη δεν συνεργάστηκε με την Αστυνομία. Παρά το γεγονός ότι της ζητήθηκε, δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο και αρνείτο να δώσει δείγματα γραφής και υπογραφής. Δεν υπήρχε καμία συνεργασία από πλευράς της, ως προς το θέμα αυτό. Η αντεξέταση της μάρτυρος, η οποία, ομολογουμένως, ήταν σύντομη, περιορίστηκε στην ουσία στο να διευκρινιστεί από πλευράς της, ότι στη βάση όσων γνώριζε, δεν προέκυψε οτιδήποτε μεμπτό από την εξέταση του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιούσε η κατηγορούμενη, καθώς επίσης και ότι στη βάση των αναφορών των παραπονούμενων, τούτες φέρονταν να έχουν εμπιστοσύνη στην κατηγορούμενη και να διατηρούσαν φιλικές σχέσεις μαζί της. Επίσης, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, ότι οι αποδείξεις που αναφέρονται στην πρώτη κατάθεσή της, στο τέλος της σελίδας 3 και αρχές της σελίδας 4, καθώς επίσης και αυτές που αναφέρονται στο τέλος της 1ης σελίδας τής δεύτερης κατάθεσής της, αφορούν στις αποδείξεις και στα δείγματα γραφής που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο
  12. Επίσης, ως παραδεκτό γεγονός, δηλώθηκε ότι οι αποδείξεις του τεκμηρίου 3 με σημείωση 3.7, 3.8, 3.9, 3.10 και 3.11 αφορούν στις αποδείξεις με αρίθμηση Β.Γ.262, Β.Γ.263, Β.Γ.260, Β.Γ.261 και Β.Γ.259 του τεκμηρίου 13.
  13. Επιπρόσθετα, ως παραδεκτό γεγονός, δηλώθηκε ότι όλα τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στο αρχικό κείμενο παραδεκτών γεγονότων (βλ. Τεκ. 12), ως έγγραφα που έχει καταθέσει η ανακρίτρια και τα οποία αφορούν σε καταστάσεις λογαριασμών των παραπονούμενων, περιλαμβάνονται στα τεκμήρια 13.1 και 13.
  14. Ο λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου (Μ.Κ.1), είναι μέλος της Αστυνομίας Κύπρου και παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας ‑ γραφολόγος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, προέβη σε γραφολογική εξέταση επί διάφορων υπογραφών που τέθηκαν επί αποδείξεων ανάληψης χρημάτων σε σχέση με τις παραπονούμενες. Οι οδηγίες που είχε ήταν να εξετάσει κατά πόσο οι υπογραφές επί 52 συνολικά εγγράφων (πρόκειται, ως επί το πλείστον, για αποδείξεις ανάληψης μετρητών που φέρονται να υπέγραψαν οι τρεις παραπονούμενες), αποτελούσαν αυθεντικές υπογραφές τους. Επίσης, του ζητήθηκε να συγκρίνει τις υπογραφές επί των εν λόγω 52 εγγράφων με υπογραφή που τέθηκε σε συγκεκριμένο εγγυητήριο έγγραφο. Σε μεταγενέστερο χρόνο, του ζητήθηκε όπως συγκρίνει τις υπογραφές που τέθηκαν στη θέση «πελάτη» επί συγκεκριμένων 17 αποδείξεων ανάληψης μετρητών, με χειρόγραφες σημειώσεις επί τεμαχίου χαρτιού μεγέθους Α4 και να τοποθετηθεί αναλόγως. Κατόπιν γραφολογικής εξέτασης (στα πλαίσια της οποίας ετοίμασε αριθμό πινάκων, οι οποίοι και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7) κατέληξε ότι, από τις 33 αμφισβητούμενες υπογραφές που αποδίδονται στην Καλλινίκου, οι 26 παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους και αποτελεί γνώμη του ότι τέθηκαν από την ίδια. Για τη μία εκ των υπόλοιπων 7 - την οποία και υπέδειξε -, όπως είπε, λόγω του ότι παρουσιάζει διπλογραφίες σε ορισμένα γράμματά της, αλλά και στοιχεία ιχνογράφησης, δεν είναι δυνατόν να γίνει ασφαλής σχετική απόφανση. Ωστόσο, προέβη σε σχετική σύγκριση και έκρινε ότι τούτη παρουσίαζε τέτοιες ομοιότητες με την αδιαμφισβήτητη γραφή της Καλλινίκου σε βαθμό που του δημιούργησε την υποψία ότι δυνατόν η τελευταία να ήταν το πρόσωπο που την έθεσε. Σε σχέση με άλλη αμφισβητούμενη υπογραφή (εκ των υπολοίπων 6) δεν μπορούσε να καταλήξει με ασφάλεια, παρά μόνο σε υποψία, ότι η Καλλινίκου δυνατόν να την έθεσε, στη βάση του ότι παρουσίαζε ορισμένες ομοιότητες, αλλά, συνάμα, και διαφορές με την αδιαμφισβήτητη υπογραφή της. Αναφορικά τώρα με τις 4 από τις λοιπές 5 αμφισβητούμενες υπογραφές, έκρινε ότι δεν μπορούσαν να συνδεθούν καθ' οιονδήποτε τρόπο με την Καλλινίκου. Τις εν λόγω υπογραφές, τις υπέδειξε στο Δικαστήριο και αφορούν στις υπογραφές επί των αποδείξεων με σημείωση 2.9, 2.13, 2.14 και 2.18 του τεκμηρίου
  15. Αναφορικά τώρα με μία μονογραφή που σχηματίστηκε με την καταγραφή δύο κεφαλαίων γραμμάτων (απόδειξη με σημείωση 2.16 του τεκμηρίου 3), έκρινε ότι παρουσίαζε διπλογραφία στο αρχικό γράμμα «Π», με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η εκφορά οποιασδήποτε γνώμης αναφορικά με το πρόσωπο που την έθεσε. Όσον αφορά στις 15 αμφισβητούμενες υπογραφές, οι οποίες αποδίδονται στη Στυλιανίδη, ισχυρίστηκε ότι οι 8 εξ αυτών - τις οποίες και υπέδειξε -, αποτελούν κατά τη γνώμη του υπογραφές που τέθηκαν από το εν λόγω πρόσωπο, ενώ μία άλλη - την οποία, επίσης, υπόδειξε -, παρουσιάζει διπλογραφίες και στοιχεία ιχνογράφησης που καθιστούν επισφαλή την εκφορά σχετικής γνώμης. Παρά ταύτα, για τη μία αυτή αμφισβητούμενη υπογραφή, τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του, του δημιουργούσαν την υποψία ότι δυνατόν η Στυλιανίδη να είναι το πρόσωπο που την έθεσε. Αναφορικά τώρα με τις λοιπές 6 αμφισβητούμενες υπογραφές που αποδίδονται στη Στυλιανίδη, παρουσιάζουν διαφορές με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής της και κατά τη γνώμη του δεν είναι οι υπογραφές της (βλ. Τεκ. 3, σημ. 3.7, 3.8, 3.9, 3.10, 3.11 και 3.15). Όσον αφορά τώρα στις τέσσερις αμφισβητούμενες υπογραφές που αποδίδονται στην Πετράκη, παρουσιάζουν διαφορές, συγκρινόμενες με την αδιαμφισβήτητη υπογραφή της, σε τέτοιον βαθμό, που εξέφρασε τη γνώμη ότι δεν αποτελούν γνήσιες υπογραφές της Πετράκη (βλ. Τεκ. 3, σημ. 4.1, 4.2, 4.3 και 4.4). Σε σχέση τώρα με τη σύγκριση των συνολικά 52 αμφισβητούμενων υπογραφών με τη γραφή του ονόματος «ΧΧΧ Ανδρέου», η οποία υπάρχει επί του εγγυητηρίου εγγράφου (προτελευταίο έγγραφο του τεκμηρίου 3), έκρινε ότι δεν μπορούσε να εκφέρει οποιανδήποτε γνώμη, καθότι το δείγμα της γραφής επί του εγγυητηρίου εγγράφου ήταν περιορισμένο και δεν ήταν αντίστοιχο «σε σχέση με τις αμφισβητούμενες υπογραφές». Ως προς τη σύγκριση των 17 αμφισβητούμενων υπογραφών, οι οποίες δεν μπορούσαν να αποδοθούν στις παραπονούμενες (αναφέρθηκαν ανωτέρω), με τις χειρόγραφες σημειώσεις επί χαρτιού μεγέθους Α4 (τελευταίο έγγραφο του τεκμηρίου 3) κατέληξε ότι, οι χειρόγραφες σημειώσεις επί του χαρτιού, μεταξύ τους, παρουσιάζουν ομοιότητες σε αρκετά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να αποτελεί γνώμη του, ότι καταγράφηκαν από το ίδιο πρόσωπο. Ωστόσο, συγκρινόμενες με τις 17 υπογραφές που δεν συνδέθηκαν με τις τρεις παραπονούμενες δεν μπορεί να εκφραστεί από πλευράς του οποιαδήποτε γνώμη, καθότι, το δειγματικό υλικό του χαρτιού Α4 είναι περιορισμένο, αλλά και γιατί «δεν είναι αντίστοιχο στην ολότητά του, ως προς τις αμφισβητούμενες υπογραφές». Ισχυρίστηκε ακόμα, ότι το δείγμα γραφής επί του χαρτιού Α4 παρουσιάζει διαφορές, ως προς τη μορφή και τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων με τις αμφισβητούμενες 17 υπογραφές που δεν μπορούν να αποδοθούν στους φερόμενους συντάκτες τους και ότι, πέραν της διαπίστωσης αυτής, «είναι αδύνατη η περαιτέρω σύγκριση μεταξύ αμφισβητούμενων υπογραφών και γραφής δείγμα και η εκφορά οποιασδήποτε άλλης γνώμης». Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, για να μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα επί της τελευταίας εξέτασής του, «θα πρέπει να υποβληθούν αντίστοιχα δείγματα γραφής με βάση τις αμφισβητούμενες υπογραφές». Η αστ. XXXXX Σ. Ηλιάδου (Μ.Κ.2), ανέφερε ότι εργάζεται στο εργαστήριο εντύπων της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, στο πιο πάνω εργαστήριο παραδόθηκαν, αριθμός πιστοποιητικών εμπρόθεσμων καταθέσεων (γραμμάτια) σε σχέση με τις Πετράκη και Στυλιανίδη, καθώς επίσης και αποδείξεις της ΣΠΕ Τροόδους και πιστοποιητικά, τα οποία υπέδειξε στο Δικαστήριο. Ως ανέφερε, ζητήθηκε από το εργαστήριο, όπως οι αποδείξεις και πιστοποιητικά που εκδόθηκαν στα πλαίσια των επίδικων συναλλαγών, ως έντυπα, να συγκριθούν με δείγματα τέτοιων εγγράφων, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείτο. Κατόπιν εξέτασης στην οποία προέβη διαπίστωσε ότι, αναφορικά με το πιστοποιητικό εμπροθέσμου καταθέσεως της ΣΠΕ Τροόδους, ημερομηνίας 25.4.2015 (βλ. Τεκ. 9, σημ. 1) δεν μπορούσε να εκφέρει γνώμη, καθότι δεν είχε προσκομιστεί αντίστοιχο γνήσιο δείγμα του εν λόγω εντύπου. Αναφορικά με τα πιστοποιητικά εμπρόθεσμης κατάθεσης τα οποία έφεραν ίδιο αύξοντα αριθμό «06678» (βλ. Τεκ. 9, σημ. 2 και 3), εκ των οποίων, το ένα αφορούσε αναγραφόμενο ποσό κατάθεσης €51.764 και το άλλο €40.000, αμφότερα, αφορώντα στην Πετράκη, δεν ήταν πρωτότυπα, καθότι αποτελούσαν αναπαραγωγή τύπου laser. Σε σχέση με το πιστοποιητικό εμπρόθεσμης κατάθεσης της ΣΠΕ Τροόδους με αύξοντα αριθμό 03871, με αναγραφόμενο ποσό κατάθεσης €50.340 το οποίο αφορούσε τη Στυλιανίδη (βλ. Τεκ. 9, σημ. 4), κατέληξε ότι δεν ήταν πρωτότυπο, καθότι αποτελούσε έγχρωμη αναπαραγωγή, τύπου laser. Όσο δε αφορούσε στις τρεις κενές αποδείξεις της ΣΠΕ Τροόδους με αριθμούς 1217466, 1237129 και 1237130 (βλ. Τεκ. 9, σημ. 5, 6 και 7), καθώς επίσης και στο δείγμα πιστοποιητικού εμπρόθεσμης κατάθεσης του ίδιου τραπεζικού ιδρύματος, υπ' αριθμό 012707 (βλ. Τεκ. 9, σημ. 8), αποτελούσαν γνήσια έντυπα. Για σκοπούς υποστήριξης των θέσεών της, κατέθεσε ως τεκμήριο, μεγεθύνσεις επί πινάκων (βλ. Τεκ. 10). Το Δικαστήριο θα επανέλθει στη μαρτυρία όλων των πιο πάνω προσώπων, στο στάδιο της αξιολόγησης, όταν θα εξετάζονται οι εισηγήσεις των συνηγόρων, ως επίσης και άλλα, επιμέρους ζητήματα. Επαναλαμβάνουμε, στο σημείο αυτό, ότι η κατηγορούμενη, μετά που κλήθηκε σε απολογία, δικαιωματικά, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Στο στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, στον απαιτούμενο βαθμό. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της κατηγορουμένης, ο οποίος, για τους λόγους που επεξήγησε, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την υπόθεση και να αθωώσει και απαλλάξει την κατηγορούμενη, σε όλες της κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε επουσιώδες, εγειρόμενο επιχείρημα (βλ. κατ' αναλογία, Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας, ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία, Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι, πιστεύουμε, αυτονόητο, πως εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμαστε να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224). Επισημαίνουμε ότι εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα, στο σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Αντρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) και κρίνοντάς τα, ως περιέχοντα παραδεκτή μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640. Τονίζουμε ότι κάθε αποδεκτή μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν δεν διατυπώνονται γλωσσικώς στο σκεπτικό μας. Όπως δε έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B160, Ποιν. Έφ. 263/17, ημερ. 22.5.2020, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητά τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με θεωρίες που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση σε μια υπόθεση. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν, υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογία, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογία, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο, ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητά της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή, όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιόν μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και τις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημερ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο, κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου και άλλων
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Εκτιμήσαμε, επίσης, με ιδιαίτερη προσοχή, την κάθε περίπτωση παράλειψης αναφοράς των μαρτύρων σε γεγονότα και στοιχεία στις γραπτές τους καταθέσεις προς την Αστυνομία, τα οποία παρέθεσαν κατά τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο για πρώτη φορά. Τονίζουμε ότι προσεγγίζουμε το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή. Η Πετράκη, μας έκανε εξαιρετική εντύπωση, ως μάρτυρας και δεν διατηρούμε καμιά αμφιβολία, ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν σταθερή στις θέσεις που προέβαλε και η μαρτυρία της παρουσιάζει την αναγκαία και απαραίτητη συνοχή που αναμένεται να παρουσιάζει η μαρτυρία ενός προσώπου που λέει την αλήθεια. Δεν παρατηρείται καμία ουσιώδης αντίφαση στη μαρτυρία της και η όποια τυχόν ασυνέπεια παρατηρείται αφορά σε επουσιώδη ζητήματα. Δικαιολογείται δε στη βάση της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τότε που συνέβησαν τα γεγονότα μέχρι την ημέρα που η μάρτυρας κατάθεσε διά ζώσης γι' αυτά ενώπιον του Δικαστηρίου. Με δεδομένες τις διά ζώσης τοποθετήσεις της, ως προς τους λόγους που την οδήγησαν, για κάποιες εκ των επίδικων υπογραφών να ισχυριστεί ότι είναι δικές της, για κάποιες άλλες ότι σίγουρα δεν είναι δικές της και για άλλες να εκφράσει αβεβαιότητα, ως προς το κατά πόσο τέθηκαν ή όχι από την ίδια, κρίνουμε ορθότερο να μην αποδεχθούμε κάθε τέτοιο σχετικό ισχυρισμό της, ο οποίος παρουσιάζει αντίφαση, συγκρινόμενος με τον αντίστοιχο ισχυρισμό της, ο οποίος προωθήθηκε στα πλαίσια των καταθέσεων που της λήφθηκαν από την Αστυνομία. Υποδεικνύουμε, και τούτο για να γίνει κατανοητότερο, το μόλις πιο πάνω σχόλιό μας, ότι κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της, η Πετράκη αναγνώρισε επί συγκεκριμένων αποδείξεων την υπογραφή της, την οποία κατά τη λήψη της σχετικής κατάθεσής της από την Αστυνομία δεν αναγνώρισε ως δική της. Κατά συνέπεια, αποδεχόμαστε ότι οι αποδείξεις, μέρος του τεκμηρίου 13
(1)
(2), με αρίθμηση Β.Γ.116, Β.Γ.118, Β.Γ.119, Β.Γ.120, Β.Γ.121, Β.Γ.130, Β.Γ.131, Β.Γ.132, Β.Γ.173, Β.Γ.181 και Β.Γ.188, φέρουν την υπογραφή της Πετράκη. Οι ισχυρισμοί της, σε σχέση με τις τελευταίες πιο πάνω αποδείξεις, ήταν σταθεροί και τους προώθησε με συνέπεια καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Επίσης, δεν μας διαφεύγει ότι αναφορικά με το τι διαμείφθηκε μεταξύ της ίδιας και του Παπαδόπουλου, κατά τις συναντήσεις τους κατά το έτος 2017 στα πλαίσια αναζήτησης από πλευράς της Πετράκη, της εικόνας που διατηρούσαν οι λογαριασμοί της στη ΣΠΕ Τροόδους, οι δύο τους προώθησαν, σε κάποιο βαθμό, ασύμφωνους ισχυρισμούς. Πρόκειται για ασυμφωνίες επί επουσιωδών ζητημάτων, οι οποίες, ευκόλως, μπορούν να αποδοθούν στην πάροδο μακρού χρόνου από τότε που έλαβαν χώρα τα γεγονότα μέχρι και το χρόνο που δόθηκε η διά ζώσης μαρτυρία τους συναφώς με αυτά. Θα λέγαμε ακόμα, ότι πρόκειται για τέτοιες επουσιώδεις ασυμφωνίες, που επιβεβαιώνουν την ειλικρίνεια των μαρτύρων αυτών παρά κλονίζουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αξιοπιστία τους, αφού αποκλείουν την οποιανδήποτε μεταξύ τους προσυνεννόηση, ως προς το τι θα ανέφερναν στο Δικαστήριο. Στη βάση των ανωτέρω, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της μαρτυρίας της Πετράκη, που για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω δεν μπορούμε να δεχτούμε, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της γίνεται αποδεκτό. Πολύ καλή εντύπωση, μας έκανε και η Στυλιανίδη. Η μαρτυρία της, δεν παρουσιάζει οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις, ταλαντεύσεις ή αδυναμίες. Τουναντίον παρουσιάζει συνοχή και συμβαδίζει πλήρως με τη λογική συνέχεια των πραγμάτων. Ήταν σταθερή στις θέσεις που προέβαλλε και απαντούσε με ευθύτητα. Οι όποιες τυχόν αντιφάσεις παρατηρούνται στη μαρτυρία της, είναι εντελώς επουσιώδεις. Εν πάση περιπτώσει, αφορούν σε γεγονότα για τα οποία η κατηγορούμενη δεν αντιμετωπίζει οποιανδήποτε κατηγορία. Από την άλλη, οι ισχυρισμοί της μάρτυρος που σχετίζονται με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, πέραν της πειστικότητας με την οποία προωθήθηκαν από αυτήν, επιβεβαιώνονται πλήρως από τη μαρτυρία του γραφολόγου, λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου, η οποία, ως θα σημειωθεί κατωτέρω, δεν αμφισβητήθηκε. Κατά συνέπεια, τη μαρτυρία της, την αποδεχόμαστε στο σύνολό της. Την ίδια εικόνα που σχηματίσαμε για την Πετράκη και για τη Στυλιανίδη, σχηματίσαμε και για την Καλλινίκου. Πρόκειται για πρόσωπο που δεν έχουμε καμίαν απολύτως αμφιβολία, ότι στο Δικαστήριο είπε όλη την αλήθεια. Δεν περιέπεσε σε τέτοιες αντιφάσεις, ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Πέρα δε τούτου, η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από ειλικρίνεια, ευθύτητα, αμεσότητα, παραστατικότητα και βοήθησε το Δικαστήριο να σχηματίσει την πραγματική εικόνα των διαδραματισθέντων στα οποία αναφερόταν. Ήταν πειστική, τόσο για τη σχέση που ανέπτυξε με την κατηγορούμενη όσο και για τα όσα της απέδωσε αναφορικά με την όποια βοήθεια της προσέφερε ως εκ της ιδιότητάς της, ως εργαζόμενη στη ΣΠΕ Τροόδους. Ο βασικός δε ισχυρισμός της, ότι ουδέποτε ζήτησε από την κατηγορούμενη να προβεί σε ανάληψη χρημάτων από τον λογαριασμό της, για ποσό, μεγαλύτερο των €200 και σε μία περίπτωση €300 συνοδεύτηκε με επαρκείς λόγους που τον καθιστούν πλήρως πειστικό. Πειστικοί ήταν και οι ισχυρισμοί της αναφορικά με εκείνες τις εξαιρέσεις αυτού του κανόνα και δη για αναλήψεις χρημάτων που έγιναν μέσω της κατηγορούμενης, για διαφορετικά ποσά, για τις οποίες, η μάρτυρας, με πλήρη σαφήνεια έδωσε τους λόγους που κατόπιν οδηγιών της έγιναν οι σχετικές αναλήψεις. Δεν είμαστε ωστόσο διατεθειμένοι να βασίσουμε οποιοδήποτε εύρημά μας αναφορικά με τη γνησιότητα των φερόμενων, επί των επίδικων αποδείξεων, δικών της υπογραφών, αποκλειστικά επί της μαρτυρίας της. Και τούτο, στη βάση των σχετικών με το ζήτημα τοποθετήσεών της, ως τούτες προβλήθηκαν στο πλαίσιο των καταθέσεων που της λήφθηκαν από την Αστυνομία. Η αβεβαιότητα που εξέφρασε να τοποθετηθεί επί του προκειμένου, ως προς το γνήσιο ή μη των φερόμενων ως δικών της υπογραφών δεν επιτρέπει διαφορετική αντιμετώπιση. Κατά συνέπεια, θα δεχθούμε από τη μαρτυρία της, μόνο τις σχετικές αναφορές της, οι οποίες συμβαδίζουν με τα όσα σχετικά ανέφερε ο γραφολόγος, λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου. Ακολουθεί ότι, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της μαρτυρίας της, που για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω, δεν αποδεχόμαστε, τη λοιπή μαρτυρία της, την αποδεχόμαστε. Στο στάδιο τούτο επισημαίνουμε ότι η κοινή θέση των παραπονουμένων, ότι έγιναν αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς που διατηρούσαν στη ΣΠΕ Τροόδους, χωρίς τη συγκατάθεση και γνώση τους, συνάδει και με την αποδεκτή ενώπιόν μας μαρτυρία (ως προκύπτει κατωτέρω), ότι τέτοιες αναλήψεις έγιναν με τη χρήση αποδείξεων που δεν έφεραν τις γνήσιες υπογραφές τους. Η μαρτυρία των XXX Οδυσσέως και XXX Παπαδόπουλου έχει ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια, πιο πάνω. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι και οι δύο παρέθεσαν την πραγματικότητα, όπως οι ίδιοι την συνέλαβαν και συγκράτησαν, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και χωρίς οποιοδήποτε κίνητρο για να ψευσθούν. Δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αξιοπιστία τους. Με σαφή, πειστικό και αταλάντευτο τρόπο αναφέρθηκαν στη δική τους εμπλοκή και εξέλιξη των επιδίκων γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Επισημαίνεται ότι σ' αυτούς τους μάρτυρες, ως επί το πλείστον, τέθηκαν διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις, με σκοπό να καταδειχθεί στο Δικαστήριο, ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, αποτελούσε πρακτική να διεκπεραιώνονται τραπεζικές εντολές, περιλαμβανομένων και των αναλήψεων χρημάτων, χωρίς να είναι παρόντες οι πελάτες της ΣΠΕ Τροόδους, στη βάση προϋπογραμμένων αποδείξεων που δίδονταν σε υπαλλήλους της ΣΠΕ. Όσον δε αφορά τον XΧX Παπαδόπουλο και την όποια αμφισβήτηση των θέσεων του, αναφορικά με τα όσα η κατηγορούμενη φαίνεται να του ανέφερε σε σχέση με την καταγγελία της Πετράκη, τούτη (η αμφισβήτηση) εκδηλώθηκε με εντελώς μετέωρες υποβολές, αφού η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν τις θεμελιώνει και η υπεράσπιση δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για στοιχειοθέτησή τους. Η τελευταία παρατήρηση του Δικαστηρίου δεν σκοπεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να ανατρέψει την αρχή, ότι το βάρος απόδειξης σε ποινική υπόθεση φέρει αποκλειστικά η κατηγορούσα αρχή, για να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορούμενου και όχι ο τελευταίος, για να αποδείξει την αθωώτητά του. Σημειώνεται απλώς, για να καταδειχθεί το εντελώς μετέωρο και αβάσιμο των ρηθέντων υποβολών. Και οι δύο μάρτυρες, με λεπτομερή και πειστικό τρόπο, στη βάση της αδιαμφισβήτητης πολυετούς τριβής τους με τα έντυπα που χρησιμοποιούντο κατά τον επίδικο χρόνο από την ΣΠΕ Τροόδους, αναφέρθηκαν στις διαφορές που παρουσίαζαν τα έγγραφα που παραδόθηκαν στον Παπαδόπουλο από την Πετράκη (βλ. Τεκ. 9, σημ. 1, 2 και 3), σε αντιδιαστολή με τα ανάλογα έγγραφα που χρησιμοποιούνταν στη ΣΠΕ Τροόδους, εκφράζοντας, στη βάση των σχετικών τοποθετήσεών τους, τη θέση, ότι δεν ήταν γνήσια έντυπα των εν λόγω ΣΠΕ. Καμία μαρτυρία και κανένα κίνητρο υφίστανται που να μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση, για κρίση, ότι οι μάρτυρες αυτοί είχαν λόγο να ψευσθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να καταφερθούν, αδίκως, εναντίον της κατηγορούμενης. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και τη μαρτυρία τους την αποδεχόμαστε. Η μαρτυρία των XXX Γεωργίου, XXX Αλεξάνδρου, XXX Νικολάου-Φιλίππου, XXX Φραγκέσκου και XXX Πισσαρίδου, υπαλλήλων της ΣΠΕ Τροόδους και άλλων συνεργατικών ιδρυμάτων, ουσιαστικά περιστράφηκε γύρω από τις συνθήκες υπό τις οποίες, υπό την ιδιότητα τους ως ταμίες σε συνεργατικά ιδρύματα, εκτέλεσαν εντολές ανάληψης χρημάτων από λογαριασμούς των παραπονούμενων, καθώς επίσης και της πρακτικής που ακολουθείτο στη ΣΠΕ Τροόδους σε σχέση με τη διεκπεραίωση τραπεζικών εντολών, στην απουσία του πελάτη, αλλά και την πρόσβαση των υπαλλήλων της ΣΠΕ Τροόδους στις κενές αποδείξεις, με τις οποίες είναι δυνατή η διεκπεραίωση εντολής ανάληψης χρημάτων, όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Η μαρτυρία τους, στο μεγαλύτερο μέρος της, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, αφού δεν αντεξετάστηκαν σχετικά από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορουμένης. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας τους, το οποίο τέθηκε εν αμφιβόλω και τούτο, στη βάση μόνο σχετικής υποβολής που τους τέθηκε, ήταν η θέση πλείστων εξ αυτών των μαρτύρων, ότι τις προϋπογραμμένες αποδείξεις, για τη διενέργεια των επίδικων αναλήψεων, τις παρέδωσε η κατηγορούμενη, αλλά και η θέση κάποιων ότι είχαν τη δυνατότητα να μπορούν να εκφράσουν θετική γνώμη, ως προς το κατά πόσο επί των συγκεκριμένων αποδείξεων υπέγραψε ή όχι η κατηγορούμενη. Με εξαίρεση την XXX Φραγκέσκου, η οποία, αν και αρχικά αναγνώρισε την υπογραφή της κατηγορούμενης, επί των σχετικών αποδείξεων που της υποδείχθηκαν, ακολούθως συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι δεν μπορεί να είναι σίγουρη για τη σχετική τοποθέτησή της, οι λοιπές υπό αξιολόγηση μάρτυρες, εξέφρασαν σχετική γνώμη, με σαφή τρόπο και έδωσαν στο Δικαστήριο, όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα, κριτήρια και λεπτομέρειες που καθιστούν τον εαυτό τους, ως πρόσωπα τα οποία, εμπειρικά, μπορούν να εκφράσουν σχετική γνώμη, ως προς το γνήσιο ή μη της υπογραφής της κατηγορούμενης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 368 και 369 και Δημητρίου κ.ά. ν. Sidorenko
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1095). Η δε ΧΧΧ Νικολάου-Φιλίππου δεν βάσισε τη σχετική τοποθέτησή της, μόνο στη γνώση της περί της εικόνας της υπογραφής της κατηγορούμενης, αλλά και στην πειστική θέση της, ότι η κατηγορούμενη υπέγραψε τα συγκεκριμένα τραπεζικά έγγραφα στην παρουσία της. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες μάρτυρες ήταν συνεπείς και σταθερές στα όσα ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν υφίσταται οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία τους καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία τους. Αν και η μαρτυρία της XXX Ιωάννου, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε, και τούτο, ιδιαίτερα, λόγω των διευκρινιστικών τοποθετήσεών της κατά το στάδιο της αντεξέτασης, όπου αποδέχτηκε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι η όποια αναφορά της περί μεμπτής συμπεριφοράς της κατηγορούμενης αποτελεί δικό της, υποκειμενικό συμπέρασμα, στη βάση της έκθεσης που ετοιμάστηκε κατόπιν ελέγχου του τμήματος της (βλ. Τεκ. 14), εντούτοις, η σημαντικότητά της μαρτυρίας της περιορίζεται στις συνθήκες υπό τις οποίες διενεργήθηκε ο έλεγχος από το τμήμα της και στις αναφορές της, ως προς τους κανόνες και αποδεκτή πρακτική που έπρεπε να εφαρμόζονταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, από τα συνεργατικά ιδρύματα, κατά τη διεκπεραίωση τραπεζικών πράξεων. Στις όποιες θέσεις της, περί μεμπτής συμπεριφοράς της κατηγορούμενης και περί του ότι τούτες αποτελούν πειθαρχικό ή άλλο αδίκημα, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, καθότι, τελικός κριτής του αξιόποινου ή μη της όποιας ενέργειας της κατηγορούμενης, είναι αποκλειστικά το Δικαστήριο και ουδείς άλλος. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι, η επί των γεγονότων μαρτυρία της επί πλείστων σημείων συμβαδίζει με τα ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα και τη λοιπή, αποδεκτή μαρτυρία. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η μάρτυρας αυτή ήταν σταθερή, αταλάντευτη και πειστική, σε σχέση με τις ενέργειες οι οποίες έγιναν από πλευράς της και του τμήματος, στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, του οποίου ηγείται και κατά συνέπεια, στο βαθμό που η μαρτυρία της δεν αφορά σε εκφρασθείσα γνώμη της, γίνεται δεκτή. Αδιαμφισβήτητη και αναντίλεκτη παρέμεινε και η μαρτυρία της αστ. XXXXX Μ. Ανδρέου, στην οποία, μέσω της συνηγόρου υπεράσπισης, τέθηκαν μόνο διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις, χωρίς να αμφισβητηθεί ή να τεθεί εν αμφιβόλω οποιαδήποτε τοποθέτησή της. Εκείνο που ουσιαστικά της τέθηκε από το συνήγορο της κατηγορουμένης, ήταν ότι ο έλεγχος που διενεργήθηκε επί ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιούσε η κατηγορούμενη, δεν αποκάλυψε οποιοδήποτε μεμπτό γι' αυτήν αποτέλεσμα, θέση με την οποία, συμφώνησε. Η πιο πάνω μάρτυρας δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου, παρέμεινε εντελώς αναντίλεκτη. Καμία τοποθέτηση του αμφισβητήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Τουναντίον, στη βάση της μη αμφισβητούμενης εμπειρογνωμοσύνης του, ως γραφολόγου, του τέθηκαν μόνο διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις. Ο μάρτυρας παρέθεσε στο Δικαστήριο, όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα, λεπτομέρειες και κριτήρια, ώστε να είναι δυνατό, στη βάση τους, το Δικαστήριο, αφενός να εξετάσει την ορθότητα των θέσεών του και αφετέρου να σχηματίσει ανεξάρτητη, αντικειμενική, σχετική κρίση. Μέσα από τους πίνακες που κατέθεσε και την επεξήγηση τους, κατέστη δυνατή η εκφορά ανεξάρτητης σχετικής κρίσης από το Δικαστήριο, ως προς το ποια τραπεζικά έγγραφα από το τεκμήριο 3 φέρουν τη γνήσια υπογραφή των παραπονουμένων, ποια όχι και για ποια δεν είναι δυνατή η εκφορά σχετικής γνώμης. Ήταν συνεπής και σταθερός στα όσα ανέφερε. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του με οποιοδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και στη βάση της μαρτυρίας του - την οποία και αποδεχόμαστε -, προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. Στη μαρτυρία της αστ. XXXXX Σ. Ηλιάδου, δεν μπορούμε να προσδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα. Πρόκειται για μάρτυρα που παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας, σε σχέση με τη γνησιότητα ή μη συγκεκριμένων εγγράφων και ειδικότερα, ως προς το κατά πόσο τούτα είναι τραπεζικά έντυπα που χρησιμοποιούντο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, από τη ΣΠΕ Τροόδους, για την εκτέλεση συγκεκριμένων τραπεζικών πράξεων. Αν και εξέφρασε σχετική γνώμη, εντούτοις δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με όλα εκείνα τα απαραίτητα κριτήρια που θα την καθιστούσαν εμπειρογνώμονα, ώστε να εκφράσει σχετική γνώμη. Ελλείπει από τη μαρτυρία της, οτιδήποτε διαφωτιστικό, είτε περί ακαδημαϊκών της προσόντων είτε περί προσόντων που αποκτήθηκαν μέσα από την εμπειρία της ή οτιδήποτε άλλο που να την καθιστά εμπειρογνώμονα. Περιορίστηκε απλά να αναφέρει ότι υπηρετεί στο συγκεκριμένο τμήμα της Αστυνομίας και τίποτε άλλο. Για τους λόγους αυτούς, στη μαρτυρία της δεν προσδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα. Στο σημείο αυτό και προτού προχωρήσουμε στην παράθεση των τελικών μας ευρημάτων, κρίνουμε αναγκαίο να εξετάσουμε την εκ νέου προβαλλόμενη, από πλευράς του συνηγόρου της κατηγορούμενης, θέση, ότι τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς των παραπονούμενων στη ΣΠΕ Τροόδους, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής από την κατηγορουμένη, με θύματα τις παραπονούμενες. Ήταν η σχετική θέση του, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά.
(2013)3 Α.Α.Δ. 427, ότι, κατά την ημέρα της κατάθεσης των χρημάτων των παραπονούμενων στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, έχει επέλθει αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους, τα οποία, πλέον, ανήκουν στην τράπεζα. Επί τούτου, κρίνεται σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι το ζήτημα αυτό εξετάστηκε στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και για σκοπούς πληρότητας και μόνο, επαναλαμβάνουμε ότι, η αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Χριστοδούλου, ανωτέρω, δεν βοηθά το επιχείρημα της υπεράσπισης, καθώς, άλλο ήταν το αντικείμενό της. Επρόκειτο για προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος και δεν εξετάστηκε η έννοια της λέξης «ιδιοκτήτης», για σκοπούς του αδικήματος της κλοπής. Επιπρόσθετα, επισημαίνουμε ότι, το συγκεκριμένο ζήτημα απασχόλησε και τα Αγγλικά Δικαστήρια, όπου αναφέρθηκε ότι επί χρημάτων που κατατέθηκαν σε ένα τραπεζικό λογαριασμό και εκταμιεύτηκαν σε χρόνο που τούτος είχε πιστωτικό υπόλοιπο ή βρισκόταν εντός εγκεκριμένου ορίου παρατραβήγματος, οι καταθέτες διατηρούν δικαίωμα, το οποίο με τη σειρά του αποτελεί περιουσία που δύναται να κλαπεί (βλ. Archbold, Criminal Pleading Evidence & Practice, 2018, παρ. 21.50, Ashworth's Principles of Criminal Law, 8η έκδοση, σελ. 396, Blackstone's Criminal Practice 2018, παρ. Β4.50, σελ. 442, Joachimson v. Swiss Bank Corporation [1921] 3 K.B. 110 και R. v. Kohn, 69 Cr.App.R. 395). Κατά συνέπεια, η σχετική περί τούτου εισήγηση, απορρίπτεται. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, τα πραγματικά γεγονότα, που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, στο βαθμό που δεν καλύπτονται από τα αρχικά ευρήματα του Δικαστηρίου, ως εκτίθενται ανωτέρω, έχουν ως ακολούθως: (
  1. i)Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση, χρόνο (2011‑2017) η κατηγορούμενη ήταν υπάλληλος της ΣΠΕ Τροόδους και εξυπηρετούσε, μεταξύ άλλων και τις παραπονούμενες (Πετράκη, Στυλιανίδη, Καλλινίκου). Στα πλαίσια της εξυπηρέτησης αυτής, διαχειριζόταν, στη βάση ειδικών οδηγιών των παραπονούμενων, τους επίδικους τραπεζικούς λογαριασμούς τους. (
  2. ii)Η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ των Πετράκη, Στυλιανίδη, Καλλινίκου και της κατηγορούμενης ήταν σχέση εμπιστοσύνης και στενής φιλίας σε βαθμό που η Καλλινίκου αντιμετώπιζε την κατηγορούμενη, ωσάν να ήταν κόρη της. Η δε Πετράκη, ως πρόσωπο προς το οποίο μπορούσε να εμπιστευθεί πλήρως τα οικονομικά της θέματα. Όσο δε αφορά στη Στυλιανίδη, η φιλική τους σχέση ήταν τέτοια, που σχεδόν καθημερινά, συναντιόντουσαν για να πιούν τον καφέ τους και να συζητήσουν. (iii) Η κατηγορούμενη παρότρυνε τις παραπονούμενες, όπως μη επισκέπτονται το υποκατάστημα της ΣΠΕ Τροόδους για σκοπούς ανάληψης χρημάτων από τους λογαριασμούς τους και όπως παραδίδουν σε αυτήν, προϋπογραμμένα σχετικά έντυπα (αποδείξεις) ώστε, στην απουσία τους, να προβαίνει σε αναλήψεις από τους λογαριασμούς τους και ακολούθως να τους παραδίδει τα χρήματα. (
  3. iv)Στο πλαίσιο της πιο πάνω σχέσης που δημιουργήθηκε μεταξύ παραπονούμενων και κατηγορούμενης, οι πρώτες, αποδέχθηκαν την εισήγηση της τελευταίας και προϋπέγραφαν κατά καιρούς και παρέδιδαν σε αυτήν, αποδείξεις, με μόνο σκοπό να χρησιμοποιηθούν από την κατηγορούμενη για να γίνονται αναλήψεις, μόνον κατόπιν σχετικών οδηγιών τους. Ποτέ δεν εξουσιοδότησαν την κατηγορούμενη να χρησιμοποιήσει τις προϋπογραμμένες αποδείξεις ή οποιεσδήποτε ανυπόγραφες, από τις ίδιες, αποδείξεις, για να γίνουν αναλήψεις από τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, για ποσά άλλα από αυτά, τα οποία οι ίδιες ζητούσαν. (
  4. v)Επίσης, στο πλαίσιο της σχέσης αυτής, η Πετράκη και η Στυλιανίδη, κατόπιν σχετικής εισήγησης της κατηγορούμενης, αποδέχθηκαν και της έδωσαν σχετικές οδηγίες, όπως μετατρέψει συγκεκριμένα κεφάλαια, που είχαν στους λογαριασμούς τους, σε γραμμάτια στη ΣΠΕ Τροόδους, στη βάση της διαβεβαίωσης που τους έδιδε ότι θα τύγχαναν πλεονεκτικού επιτοκίου. Με τον τρόπο αυτό, χρηματικό ποσό περί τις €100.000 που είχε η Πετράκη με το σύζυγό της κατατεθειμένο σε λογαριασμούς που διατηρούσαν στη ΣΠΕ Πολεμιδιών, μεταφέρθηκε στη ΣΠΕ Τροόδους με σκοπό να μετατραπεί σε γραμμάτιο. (
  5. vi)Καμία εκ των παραπονούμενων λάμβανε οποιανδήποτε σχετική με τα υπόλοιπα των λογαριασμών τους, ενημέρωση, ούτε και αποστέλλετο στην οικία τους ή αλλού οποιαδήποτε σχετική κατάσταση λογαριασμού. Και τούτο γιατί, σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς τους, είχε επιλεγεί στο τραπεζικό σύστημα, η μη αποστολή σ' αυτές καταστάσεων λογαριασμών για περιοδική ενημέρωσή τους. Η όποια ενημέρωση λάμβαναν σε σχέση με τα θέματα αυτά είχε ως αποκλειστική πηγή την κατηγορούμενη, η οποία, κατά καιρούς, τους παρέδιδε κάποια έγγραφα, ως υποστηρικτικά των κατά καιρούς προφορικών σχετικών πληροφοριών που τους έδιδε. Ωστόσο, με εξαίρεση συγκεκριμένα έγγραφα, στα οποία θα γίνει αναφορά ευθύς αμέσως, τα υπόλοιπα έγγραφα που τους παρέδιδε η κατηγορούμενη, δεν διατηρήθηκαν από αυτές. Εν όψει της τυφλής εμπιστοσύνης που της είχαν αναφορικά με τη διαχείριση των λογαριασμών τους, είτε της τα επέστρεφαν, κατόπιν απαίτησής της, είτε τα πέταγαν. Η Πετράκη, κατά την υποβολή της καταγγελίας της, είχε στην κατοχή της και παρέδωσε στην Αστυνομία, τα τρία έγγραφα, τα οποία της παρέδωσε η κατηγορούμενη, ως τα γραμμάτια που δημιουργήθηκαν με τα χρήματα που μεταφέρθηκαν από τους λογαριασμούς της, από τη ΣΠΕ Πολεμιδιών, στη ΣΠΕ Τροόδους. Πρόκειται για μη γνήσια έγγραφα της ΣΠΕ Τροόδους και συνεπώς, για μη γραμμάτια. Στη βάση της μαρτυρίας των Πετράκη και Παπαδόπουλου, ως προς τη δυνατότητά τους να αναγνωρίζουν την υπογραφή της κατηγορούμενης, αποτελεί επιπρόσθετο εύρημά μας, ότι επί των τριών, φερόμενων, ως γραμμάτια, εγγράφων (βλ. Τεκ. 9, σημ. 1, 2, 3) που η κατηγορούμενη παρέδωσε στην Πετράκη και αυτή με τη σειρά της, στην Αστυνομία, η κατηγορούμενη έθεσε την υπογραφή της. (vii) Έχοντας υπόψη ότι η κατηγορούμενη, (α) διαβεβαίωνε την Πετράκη ότι έχει μεριμνήσει να δημιουργηθούν τρία γραμμάτια στο όνομά της με τη χρήση των κεφαλαίων της που μεταφέρθηκαν από τη ΣΠΕ Πολεμιδιών στη ΣΠΕ Τροόδους, (β) της παρέδωσε τα τρία αυτά, μη γνήσια έγγραφα, παρουσιάζοντας τα ως γραμμάτια, (γ) επ' αυτών έθεσε την υπογραφή της, (δ) είναι το μοναδικό πρόσωπο στο οποίο η Πετράκη έδωσε οδηγίες να μετατρέψει τα χρήματα της σε γραμμάτια, (ε) τα παρουσίασε και τα παρέδωσε στην Πετράκη, την επόμενη ημέρα που η τελευταία ζήτησε αποδείξεις για την ύπαρξη των συγκεκριμένων γραμματίων και (στ) ως εκ της ιδιότητας της ως υπαλλήλου στη ΣΠΕ Τροόδους είχε πρόσβαση σε τέτοιου είδους έγγραφα, είναι με ασφάλεια που καταλήγουμε ότι η κατηγορούμενη είναι το πρόσωπο που κατάρτησε τα έγγραφα αυτά, καθότι αυτό είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα. (viii) Η Στυλιανίδη είχε στην κατοχή της και παρέδωσε στην Αστυνομία, το έγγραφο, μέρος του τεκμηρίου 9, με σημείωση 4, το οποίο της παρέδωσε η κατηγορούμενη, ως αποδεικτικό γραμματίου που της είχε ανοίξει στη ΣΠΕ Τροόδους. Στη βάση της ενώπιόν μας αποδεκτής σχετικής μαρτυρίας (βλέπε μαρτυρία Οδυσσέως και Παπαδόπουλου), πρόκειται για μη γνήσιο έγγραφο, που φέρεται ως έγγραφο που χρησιμοποιεί η ΣΠΕ Τροόδους και συνεπώς, μη γραμμάτιο. (
  6. ix)Η Καλλινίκου είχε στην κατοχή της και παρέδωσε στην Αστυνομία, τρία έγγραφα, μέρος του τεκμηρίου 9, με σημείωση 5, 6 και 7, τα οποία της παρέδωσε η κατηγορούμενη. Πρόκειται για κενές αποδείξεις ανάληψης χρημάτων, επί των οποίων θα υπέγραφε η Καλλινίκου και θα τις παρέδιδε στην κατηγορούμενη ώστε να μπορεί η τελευταία, μελλοντικά, να τις χρησιμοποιήσει για να ικανοποιήσει αιτήματα της πρώτης για ανάληψη χρημάτων από τους λογαριασμούς της. Ήταν τα μόνα έγγραφα που της είχε κατά καιρούς παραδώσει η κατηγορούμενη και τα κατείχε κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας της. (
  7. x)Και οι τρεις παραπονούμενες, για σκοπούς ανάληψης χρημάτων από τον λογαριασμό τους έδιναν οδηγίες αποκλειστικά στην κατηγορούμενη και σε κανέναν άλλον υπάλληλο της ΣΠΕ Τροόδους. Όσο δε αφορά στον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, ως τούτος προσδιορίστηκε ανωτέρω, ουδέποτε οι παραπονούμενες επισκέφθηκαν τη ΣΠΕ Τροόδους και προέβηκαν σε ανάληψη χρημάτων και σχετικές οδηγίες έδιδαν μόνο προς την κατηγορούμενη, η οποία κατείχε προϋπογραμμένες σχετικές αποδείξεις και εκτελούσε τις εν λόγω οδηγίες τους και κατά καιρούς τους παρέδιδε τα χρήματα που ζητούσαν. (
  8. xi)Μολονότι, €86.300, δια αριθμού αναλήψεων, εκταμιεύθηκε από τους λογαριασμούς της Πετράκη, ουδέποτε της είχαν παραδοθεί. Από το ποσό αυτό, €49.100 εκταμιεύθηκαν με χρήση αποδείξεων που έφεραν τη γνήσια υπογραφή της, τις οποίες είχε παραδώσει στην κατηγορούμενη. (xii) Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό ότι από τις €3.000 που εκταμιεύθηκαν με τη χρήση της απόδειξης, μέρος του τεκμηρίου 13
(1)
(2), με αρίθμηση Β.Γ.121, €2.000 κατατέθηκαν σε άλλον λογαριασμό της Πετράκη, ενώ τα υπόλοιπα €1.000, ουδέποτε της παραδόθηκαν. Προσθέτουμε ακόμα, ότι, το γεγονός της κατάθεσης των €2.000 σε άλλον λογαριασμό της Πετράκη συνυπολογίστηκε από το Δικαστήριο κατά τη διεργασία του για τον υπολογισμό του συνολικού ποσού των €86.300 που μολονότι εκταμιεύθηκαν από τους λογαριασμούς της, ουδέποτε κατέληξε σε αυτήν. (xiii) Αναφορικά με τη Στυλιανίδη, στο βαθμό που αφορά στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, με τη χρήση αποδείξεων που έφεραν τη γνήσια υπογραφή της, αναλήφθηκαν, €2.475,34, στις 29.2.2012 και €600, στις 2.4.2013, ενώ με τη χρήση αποδείξεων που έφεραν μη γνήσια υπογραφή της, €7.500, στις 12.12.2012, €8.000, στις 15.12.2012, €7.500, στις 18.12.2012, €8.500, στις 22.12.2012, €8.500, στις 25.12.2012 και €1.165, στις 31.10.2013. Το συνολικό ποσό που εκταμιεύθηκε, με τους πιο πάνω τρόπους, από τους λογαριασμούς της Στυλιανίδη και το οποίο, ουδέποτε κατέληξε στην ίδια και σχετίζεται με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, ανέρχεται σε €44.240,34. (xiv) Όσον αφορά στην Καλλινίκου, στον βαθμό που αφορά στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, με τη χρήση αποδείξεων, που ως αποδείχτηκε έφεραν τη γνήσια υπογραφή της, αναλήφθηκαν, €100, στις 5.1.2011, €100, στις 22.2.2011, €137,50, στις 2.5.2011, €500, στις 10.5.2011, €300, την 1.7.2011, €300, στις 5.12.2011, €200, στις 22.12.2011, €2.300, στις 29.12.2011, €200, στις 14.5.2012, €100, στις 4.9.2012, €3.000, στις 28.12.2012, €200, το Γενάρη του 2013, €200, το Γενάρη του 2013, €100, στις 20.2.2013, €100, στις 28.3.2013, €300, στις 19.4.2013, ενώ με τη χρήση αποδείξεων για τις οποίες δεν αποδείχτηκε ότι έφεραν τη γνήσια υπογραφή της, €100, στις 20.4.2011, €200, τον Ιούνη του 2011, €200, τον Αύγουστο του 2011, €200, το Σεπτέμβρη του 2011, €100, στις 7.10.2011, €200, τον Ιούλη του 2012, €305,02, στις 6.10.2012, €1.500, στις 13.2.2013, €1.550, στις 5.3.2013 και €200, το Σεπτέμβρη του 2013. Πάντα στη βάση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, το συνολικό ποσό που εκταμιεύθηκε, με τους πιο πάνω τρόπους, από τους λογαριασμούς της Καλλινίκου και το οποίο ουδέποτε κατέληξε στην ίδια ανέρχεται στα €12.692,52. (
  1. xv)Κάθε ταμίας της ΣΠΕ Τροόδους έχει δικό του αριθμό ταμείου και είναι κάτοχος μοναδικού αποκλειστικού κωδικού που πρέπει να καταχωρηθεί για να είναι δυνατή η πρόσβαση στο λογισμικό του ταμείου του. Τέτοιο κωδικό κατείχε και η κατηγορούμενη. Ο δε αριθμός του ταμείου της, καθ' ον χρόνο εργαζόταν στη ΣΠΕ ορεινής Πιτσιλιάς ήταν ΤΑΧΧ3, ενώ όταν, κατόπιν συγχώνευσης, μετονομάστηκε σε ΣΠΕ Τροόδους, ο αριθμός του ταμείου της μετατράπηκε σε ΤΧΧ3. Όλες ανεξαιρέτως οι αποδείξεις που χρησιμοποιήθηκαν για την ανάληψη των επίδικων χρημάτων, αντικείμενο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, από τους λογαριασμούς της Στυλιανίδη φέρουν τον αριθμό ταμείου της κατηγορούμενης. Στο βαθμό που αφορά στις επίδικες αναλήψεις από τους λογαριασμούς της Πετράκη, οι πλείστες εξ αυτών φέρουν τον αριθμό ταμείου της κατηγορούμενης. Οι μόνες περιπτώσεις που δεν συμβαίνει αυτό, αφορούν στις αναλήψεις που έγιναν μέσω των ταμείων της Αλεξάνδρου (Μ.Κ.5), της Νικολάου (Μ.Κ.6), της Φραγκέσκου (Μ.Κ.7) και της Πισσαρίδου (Μ.Κ.9). Στη βάση της μαρτυρίας των τριών εκ των τεσσάρων αυτών μαρτύρων, τις αποδείξεις που έφεραν, ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, τη γνήσια υπογραφή της Πετράκη, παρέδωσε σε αυτές η κατηγορούμενη, προϋπογραμμένες. Η Φραγκέσκου, ως σημειώθηκε κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας της, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ποιος της παρέδωσε την απόδειξη με την οποία έγινε η ανάληψη του ποσού των €8.500. Δεδομένης, ωστόσο, της αποδοχής της θέσης της Πετράκη ότι ουδέποτε η ίδια επισκέφθηκε την Τράπεζα για να προβεί σε εκταμίευση ποσού, καθώς επίσης και της θέσης της, ότι για τις ενέργειες αυτές οδηγίες έδιδε αποκλειστικά στην κατηγορούμενη, και δεδομένης της αποδεκτής θέσης της Φραγκέσκου ότι η κατηγορούμενη, σε αρκετές περιπτώσεις, παρουσίαζε προϋπογραμμένες, από διάφορους πελάτες, αποδείξεις για σκοπούς ανάληψης χρημάτων, είναι με μεγάλη ευκολία που καταλήγουμε ότι και αυτή η ανάληψη έγινε με πρωτοβουλία της κατηγορούμενης. Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό ότι για την απόδειξη που χρησιμοποιήθηκε για την ανάληψη από το ταμείο της Φραγκέσκου δεν είναι δυνατή η ασφαλής απόφανσή μας ως προς το κατά πόσο έφερε ή όχι τη γνήσια υπογραφή της Πετράκη. (xvi) Αναφορικά με τις αναλήψεις που έγιναν από το λογαριασμό της Καλλινίκου, στον βαθμό που για αυτές χρησιμοποιήθηκαν αποδείξεις, οι οποίες κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ως τεκμήρια, τούτες, αναφορικά πάντα μόνο σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, φέρουν τον κωδικό ταμείου της τελευταίας. Ωστόσο, ως προκύπτει από τη μαρτυρία της Καλλινίκου, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της κατάστασης του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού της, δεν είναι δυνατή, σε σχέση με συγκεκριμένες αναλήψεις, η ασφαλής κρίση, ως προς την απόδειξη που χρησιμοποιήθηκε για την ανάληψη του χρηματικού ποσού που ουδέποτε κατέληξε στην τελευταία. Για σκοπούς πλήρους κατανόησης της τελευταίας αυτής αναφοράς μας, υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με την Καλλινίκου, ζητούσε από την κατηγορούμενη να της εκταμιεύει μια φορά το μήνα, το χρηματικό ποσό των €200. Ωστόσο, το εν λόγω ποσό φαίνεται να εκταμιεύεται από το λογαριασμό της, σε κάποιες περιπτώσεις, περισσότερες της μίας φοράς εντός του ίδιου μήνα. Ενώπιον του Δικαστηρίου, για κάθε έναν τέτοιο μήνα, κατατέθηκε μόνο μία σχετική απόδειξη ανάληψης. Το γεγονός αυτό καθιστά ακροσφαλή την εκφορά κρίσης, ως προς το κατά πόσο τα €200 που κατέληξαν στην Καλλινίκου για εκείνο το μήνα εκταμιεύθηκαν με τη χρήση της απόδειξης που κατατέθηκε ενώπιόν μας, ως τεκμήριο ή με τη χρήση άλλης απόδειξης η οποία δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο. Ωστόσο, με δεδομένη την αποδεκτή θέση της Καλλινίκου ότι ουδέποτε η ίδια επισκέφθηκε την Τράπεζα για να προβεί σε ανάληψη χρημάτων και ότι για την ενέργεια αυτή, οδηγίες έδιδε αποκλειστικά στην κατηγορούμενη, την οποία είχε εφοδιάσει με προϋπογραμμένες αποδείξεις, είναι και πάλι με ευκολία που καταλήγουμε ότι και γι' αυτές τις περιορισμένες περιπτώσεις που εκταμιεύθηκαν χρήματα από το λογαριασμό της, τα οποία ουδέποτε κατέληξαν στην ίδια, η τραπεζική πράξη διενεργήθηκε είτε από το ταμείο της κατηγορούμενης είτε από άλλο ταμείο με τη μεσολάβηση και τις οδηγίες της τελευταίας. (xvii) Η κατηγορούμενη, εκμεταλλευόμενη την πιο πάνω σχέση εμπιστοσύνης, χρησιμοποιώντας αποδείξεις που έφεραν γνήσιες υπογραφές των παραπονουμένων, χωρίς τη συγκατάθεσή τους και χωρίς σχετικές οδηγίες τους, με σκοπό, μεταξύ άλλων, να οικειοποιηθεί τα χρήματά τους, εκταμίευε χρήματα από τους λογαριασμούς τους, ως ανωτέρω αναφέραμε, χωρίς να τους τα παραδίδει. Περαιτέρω, προέβαινε σε αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς των παραπονουμένων, με τη χρήση αποδείξεων που δεν αποδείχθηκε ότι έφεραν γνήσια υπογραφή ή σε κάποιες περιπτώσεις, που έφεραν, μη γνήσια υπογραφή των πιο πάνω προσώπων. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η κατηγορούμενη εκταμίευε χρήματα, χωρίς τη συγκατάθεση και τις οδηγίες των παραπονουμένων και χωρίς να τα παραδίδει σε αυτές. Το συνολικό ποσό που εκταμιεύθηκε με τους πιο πάνω τρόπους από τους λογαριασμούς των παραπονουμένων, ανέρχεται σε €143.232,86. (xviii) Κατά το χρόνο που η Πετράκη αναζητούσε ενημέρωση, ως προς τα υπόλοιπα των λογαριασμών της και ενημερώθηκε ότι δεν διατηρούσε στο όνομά της οποιοδήποτε γραμμάτιο, υπέδειξε προς τον Παπαδόπουλο τα έγγραφα, φερόμενα ως γραμμάτια, που της παρέδωσε η κατηγορούμενη. Στη βάση του δεδομένου αυτού, ο Παπαδόπουλος ήλθε σε επικοινωνία με την κατηγορούμενη, ενημερώνοντάς την για την αναζήτηση από την Πετράκη των χρημάτων που, φέρονταν να ήταν κατατεθειμένα σε γραμμάτια. Η κατηγορούμενη, σε συνάντησή της με τον Παπαδόπουλο και την Πετράκη, δήλωσε ότι γνωρίζει που είναι τα χρήματα της τελευταίας και ότι θα αποκάλυπτε την πληροφορία αυτή στο μέλλον, κάτι που ωστόσο δεν έπραξε. (xix) Επίσης, σε συνομιλία που είχε με την Πετράκη και το σύζυγό της, ερωτηθείσα ως προς το λόγο που διατηρεί τα χρήματα της Πετράκη στο όνομα άλλου προσώπου, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι «Εντάξει, έκαμα μια πελλάρα στη ζωή μου, να δούμε πως θα τα κάμουμε». (
  2. xx)Στις 12.9.2017, η κατηγορούμενη μετέβηκε στο σπίτι της Πετράκη και της παραδέχθηκε ότι οικειοποιήθηκε τα χρήματά της και ζητούσε χρόνο για να της τα επιστρέψει και την παρακάλεσε να μην την καταγγείλει. Στην ίδια συνάντηση, η κατηγορούμενη, τους ζήτησε να μην την καταγγείλουν, διότι αν το πράξουν θα τεθεί σε διαθεσιμότητα και δεν θα λάβουν ποτέ τα χρήματα τους, τα οποία, κατά το σύζυγό της, σε μια τέτοια περίπτωση, θα χρησιμοποιηθούν για να βγει από τη φυλακή. (xxi) Τέλος, πάντα σε σχέση με τα όσα η κατηγορούμενη ανέφερε σχετικά στην Πετράκη, η πρώτη, μέσω μηνύματος (βλ. Τεκ. 11), που απέστειλε προς τη θυγατέρα της Πετράκη, στις 13.9.2017, δήλωνε ότι «Μιλούμε με τον κουμπάρο μας τον τραπεζικό για να βρούμε την λύση άμεσα δώστε μας τα περυθώρια απάντησε μου σε παρακαλώ» και την επόμενη μέρα απέστειλε στο ίδιο πρόσωπο το μήνυμα «Έχω κατ να σου δώσω μέχρι το μεσσημέρι τηλεφώνα μου βρεθούμε». (xxii) Η κατηγορούμενη, σε συνομιλία που είχε με τον XXX Παπαδόπουλο, μετά την υποβολή του σχετικού παραπόνου προς το ίδιο από την Πετράκη, αποδέχθηκε ότι μετέφερε αντικανονικά, εκτός υποκαταστήματος, αποδείξεις διεκπεραιωθεισών πράξεων, πλην όμως, προκειμένου να τον αποτρέψει να την καταγγείλει, του ανέφερε ότι, για το γεγονός αυτό θα μπορούσε να αποδοθεί και στον ίδιο ευθύνη, ως εκ της θέσης του. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, τις κατηγορίες της κλοπής και της κλοπής υπό αντιπροσώπου. Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154, το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής, ορίζεται και η έννοια της. Όπως προσδιορίστηκε και επαναλήφθηκε στην υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής θα πρέπει:
(1)η λήψη της περιουσίας να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη,
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. (Βλ. επίσης Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, R. V. Cockburn
(1968)1 All E.R. 466.) Στην υπόθεση Ανδρονίκου, ανωτέρω, αναλύεται η λέξη «fraudulently», η οποία καταδεικνύει ότι η πράξη πρέπει να είναι σκόπιμη και με πρόθεση (βλ. Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Ανδρονίκου, ανωτέρω: «Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο . Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General's Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth - πιο πάνω - σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act.» Το τι συνιστά κλοπή από αντιπρόσωπο, καθορίζεται στο άρθρο 270(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί ότι: «Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή - (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, η χρήση, πληρωμή, η παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο. ... ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων» Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Τουμαζή ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2017:B174, Ποιν. Εφ. 79/2013, ημερ. 11.5.2017, η φράση «περιουσία εμπιστευμένη», που γίνεται αναφορά στο άρθρο 270, δεν παραπέμπει σε ανάγκη να αποδειχθεί αυστηρά σχέση συμβατικού δικαίου αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου. Είναι αρκετό από τα πραγματικά περιστατικά να προκύπτει η «εμπίστευση». Με δεδομένο το εύρημά μας ότι η κατηγορούμενη, είτε μέσω του ταμείου της είτε μέσω ταμείου συναδέλφου της, με την προσκόμιση αποδείξεων (που έφεραν γνήσιες ή μη γνήσιες υπογραφές των παραπονούμενων), εκταμίευσε, σε διάφορες περιπτώσεις, χρήματα, χωρίς τη συγκατάθεση των παραπονούμενων και χωρίς να τα παραδώσει σ' αυτές, τα οικειοποιήθηκε, κρίνουμε ότι, η κατηγορούσα αρχή, για τις εν λόγω αναλήψεις, απέδειξε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής. Όπως έχει ήδη επεξηγηθεί, το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, πέραν των συστατικών στοιχείων της κλοπής, έχει ως επιπρόσθετο συστατικό στοιχείο, τη σχέση εμπίστευσης, μεταξύ του ιδιοκτήτη της περιουσίας και του αδικοπραγούντα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν υφίσταται η απαιτούμενη σχέση εμπίστευσης από τις παραπονούμενες προς την κατηγορούμενη, αναφορικά με τις περιπτώσεις όπου η τελευταία προέβαινε σε αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς των παραπονούμενων, με τη χρήση πλαστογραφημένων, ως προς την υπογραφή, αποδείξεων-εντύπων. Αντιθέτως, δημιουργήθηκε σχέση εμπίστευσης μεταξύ της κατηγορούμενης και των παραπονούμενων, την οποία καταχράστηκε η κατηγορούμενη, στις περιπτώσεις που οι παραπονούμενες, με τις γνήσιες προϋπογραμμένες από τις ίδιες, αποδείξεις, τις οποίες παρέδωσαν στην κατηγορούμενη, στην ουσία της έδωσαν εξουσιοδότηση και πρόσβαση να προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς τους. Σε σχέση με τις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, αποτελεί κρίση μας, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε και το συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου και κατ' επέκταση, στον αναγκαίο βαθμό, τις σχετικές κατηγορίες. Τέλος, αναφορικά με μια εκ των σχετικών κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η κατηγορούμενη απέσπασε το ποσό που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας. Σε σχέση με αυτή, θα επανέλθουμε. Σε ό,τι αφορά στην Πετράκη, στη βάση πάντα των ευρημάτων μας, το ποσό που η κατηγορούμενη οικειοποιήθηκε, εκμεταλλευόμενη τη σχέση εμπίστευσης, περιορίζεται σε €49.100 και όχι €57.000, που αναφέρει η σχετική κατηγορία 1. Επίσης, πάντα συναφώς, οι κατηγορίες της κλοπής υπό αντιπροσώπου που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη σε σχέση με την Στυλιανίδη και για τις οποίες η κατηγορούσα αρχή απέδειξε τα συστατικά στοιχεία, είναι οι κατηγορίες 73 και 77. Έχοντας, ωστόσο, κρίνει ανωτέρω ότι αποδείχθηκαν και τα συστατικά στοιχεία της κλοπής, καθώς επίσης και ποια ποσά εκταμιεύθηκαν από τους λογαριασμούς της Στυλιανίδη, σε συνάρτηση και με τις λεπτομέρειες των σχετικών κατηγοριών που αντιμετωπίζει, κρίνουμε ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε και τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 66, 67, 68, 69, 70 και 79, που αφορούν στο αδίκημα της κλοπής. Αναφορικά τώρα με την Καλλινίκου, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, τις κατηγορίες 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 103, 104, 105, 110, 111, 112, 116, 117, 118, 120, 122, 124, 126 και 129. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μας και της νομικής πτυχής των αδικημάτων, κρίνουμε ότι η κατηγορούσα αρχή: (i) δεν κατάφερε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 126, καθότι δεν παρουσίασε μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη τον Ιούνη του 2013 έκλεψε το χρηματικό ποσό των €200, χωρίς τη συγκατάθεση της Καλλινίκου. Σύμφωνα με την ενώπιόν μας αποδεκτή μαρτυρία, τον Ιούνη του 2013 έγινε μόνο μία ανάληψη για το ποσό των €200, το οποίο, σύμφωνα με την Καλλινίκου, η κατηγορούμενη της το παρέδωσε και (ii) σε σχέση με τις κατηγορίες 94, 97, 99, 100, 111 και 129, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το συστατικό στοιχείο της εμπίστευσης. Και εξηγούμε. Με βάση την ενώπιόν μας αποδεκτή μαρτυρία, δεν ήταν δυνατή η ασφαλής απόφανση ότι η ανάληψη των εκεί αναφερόμενων χρημάτων έγινε με τη χρήση απόδειξης που έφερε τη γνήσια υπογραφή της Καλλινίκου, στοιχείο απαραίτητο, ως κρίναμε ανωτέρω, για τη δημιουργία της σχέσης εμπίστευσης. Για σκοπούς πλήρους κατανόησης, υπενθυμίζουμε ότι, σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε μαρτυρία ότι συγκεκριμένο μήνα έγιναν δύο αναλήψεις, ίδιου ποσού, χωρίς, ωστόσο, (α) είτε να παρουσιάσει σχετικές αποδείξεις για κάθε τέτοια ανάληψη ώστε να είναι δυνατή η εξέταση του κατά πόσο αμφότερες έφεραν ή όχι γνήσια υπογραφή (κατηγορίες 99, 100, 111 και 129), (β) είτε παρουσίασε και τις δύο σχετικές αποδείξεις, πλην όμως, η μία φέρει γνήσια υπογραφή και η άλλη υπογραφή που δεν αποδείχτηκε ότι είναι γνήσια, χωρίς να καταφέρει να αποδείξει ποια εξ αυτών των αποδείξεων χρησιμοποιήθηκε για την ανάληψη του συγκεκριμένου ποσού (κατηγορία 97). Τέλος, σε μια περίπτωση, παρουσίασε την απόδειξη τής μόνης σχετικής ανάληψης που αφορούσε το συγκεκριμένο μήνα, πλην όμ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.