ΕΠΑΡΧΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΜΑΛΑΗ, Αρ. Υπόθεσης: 13421/20, 1/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13421/20 ΕΠΑΡΧΟ ΛΕΜΕΣΟΥ v. ΧΧΧ ΜΑΛΑΗ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 01 Νοεμβρίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Σωκράτους Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Μενελάου Κατηγορούμενος: Απών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται γιατί παρέλειψε να υπακούσει και συμμορφωθεί σε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 11.04.2014, που εκδόθηκε στην Ποινική Υπόθεση υπ' αρ. ΧΧ/12 με το οποίο διατάσσετο να κατεδαφίσει την οικοδομή, η οποία ευρίσκεται εντός του τεμαχίου ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧ, τοποθεσία <<ΧΧ>> στο χωριό ΧΧΧ της Επαρχίας ΧΧ. Η εναντίον του υπόθεση για παρακοή καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού μετά την πάροδο έξι ετών και 5 μηνών από την έκδοση του σχετικού διατάγματος και συγκεκριμένα στις 08.09.2020. Η υπόθεση ήταν ορισμένη στις 29.10.2021 για ακρόαση και πριν την έναρξη αυτής ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε μέσω της γραπτής εμπεριστατωμένης του αγόρευσης ότι η διαδικασία θα πρέπει να διακοπεί γιατί σύμφωνα με τη θέση του, παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το δικαίωμα του πελάτη του για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως ορίζει το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Αντίθετη εισήγηση προέβαλε για το ζήτημα η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής η οποία ανέπτυξε αντίθετη επιχειρηματολογία στην δική της εμπεριστατωμένη αγόρευση. Η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου και κατοχυρώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος το οποίο διαλαμβάνει ότι: "Έκαστος, κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρέαστου, δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου ιδρυόμενου διά νόμου". Το δικαίωμα τούτο όπως κατοχυρώνεται από τη συνταγματική διάταξη, είναι όμοιο με το δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και η οποία κυρώθηκε με τον Περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό) Ν. 39/62, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: "In the determination. of any criminal charge against him, everyone is entitled to a. hearing within a reasonable time." Στο σύγγραμμα του κ. Λοϊζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» στη σελ. 188 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 30
(2): "..Κρίθηκε ότι η υπερβολική καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά σημαντικό κίνδυνο, ειδικά ως προς το σεβασμό του κράτους δικαίου. Το Σύνταγμα καθιστά τη διασφάλιση ακριβοδίκαιης δίκης ευθύνη του δικαστηρίου". Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χ. Καψού,
(2004)2 ΑΑΔ 127 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το σκοπό της συνταγματικής πρόνοιας για διάγνωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορούμενου εντός ευλόγου χρόνου: "Είναι προφανής ο σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας. Είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης". Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Mills v. Her Majesty´s Advocate,
(2002)3 W.L.R., 1597 στη σελ. 1604: "Σε ποινικές υποθέσεις, ιδιαίτερα είναι διαμορφωμένο, όπως αποφεύγεται ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη του. Είναι, επίσης αναγνωρισμένο, ότι η καθυστέρηση δυνατόν να επιφέρει την απώλεια αθωωτικής μαρτυρίας ή τη φθορά στην ποιότητα της μαρτυρίας γενικότερα. Έχει, επίσης, ειπωθεί, ότι το ασφαλές μιας ετυμηγορίας, η οποία εκδίδεται πολύ μετά το αδίκημα συχνά αποτελεί το αντικείμενο αμφισβήτησης και υπονομεύει την εμπιστοσύνη του δημοσίου στο ποινικό δικαϊκό σύστημα". Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ, 330 το ζήτημα του εύλογου χρόνου έτυχε ευρείας ανάλυσης. Σ' αυτή, στη σ. 354, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Procurator Fiscal v. Watson [2002] 4 All ER 1: "Η πρόνοια για εύλογη περίοδο κράτησης και η απαίτηση για εύλογο χρόνο παρέχουν σημαντικά δικαιώματα στον πολίτη και δεν πρέπει να υποβαθμίζονται ή να εξασθενούν. Πλην όμως ο πολίτης δεν απολαμβάνει αυτά τα δικαιώματα στο κενό. Είναι μέλος της κοινωνίας και τα άλλα μέλη της κοινωνίας έχουν συμφέροντα και αξίζουν σεβασμού. Αυτό αναγνωρίσθηκε από το Δικαστήριο στην Sporroring n. Sweden [1982] 5 E.H.r.R. 35, 52 όταν στην απόφαση του αναφέρθηκε στην χάραξη ενός δικαίου ισοζυγίου ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και των απαιτήσεων για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πολίτη, η αναζήτηση του οποίου ισοζυγίου είναι σύμφυτη στην όλη Σύμβαση. Eνώ για τους λόγους που έχουν ήδη δοθεί είναι σημαντικό όπως οι ύποπτοι που αναμένουν τη δίκη τους δεν πρέπει να κρατούνται για μεγαλύτερη περίοδο από ότι είναι ευλόγως αναγκαία, και ότι οι διαδικασίες (περιλαμβανομένης και της έφεσης) πρέπει να αποφασίζονται με εύλογη ταχύτητα, υφίσταται επίσης ένα σημαντικό αντίστοιχο δημόσιο συμφέρον για την προσαγωγή σε δίκη εκείνων εναντίον των οποίων υπάρχει εύλογη υποψία για διάπραξη εγκλημάτων και σε περίπτωση καταδίκης τους να τους επιβληθεί η κατάλληλη ποινή. Αν η αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της δικαιοσύνης τεθούν σε κίνδυνο λόγω υπερβολικής καθυστέρησης στην προσαγωγή των κατηγορουμένων σε δίκη τείνουν επίσης να τεθούν σε κίνδυνο οσάκις εκείνοι οι οποίοι ενδεχομένως είναι ένοχοι εγκλημάτων αποφεύγουν την τιμωρία που τους αξίζει." Στη σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris & Leo Zirack, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γ. Α. Μιτσή και Ε. Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα ακόλουθα σε ελληνική μετάφραση: "Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα υπεισέρχονται, όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χρόνος της προθεσμίας. Η επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: 1. Την πολυπλοκότητα της υπόθεσης 2. Τη σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα 3. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα 4. τη στάση των διοικητικών και δικαστικών αρχών" (βλ. επίσης Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203). Η πολυπλοκότητα μπορεί να οφείλεται στον αριθμό των κατηγοριών και των κατηγορουμένων (βλ. Ringeisen v. Austria (No. 2)
(1971)1 EHRR 455), στην ανάγκη εξασφάλισης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. Wemhoff v. FRG A7
(1968)και στον όγκο της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί (βλ. Eckle v. Germany
(1982)51 EHRR). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 επισημάνθηκε, ότι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετούνται στην ίδια υπόθεση και η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ο αριθμός των κατηγορουμένων και η φύση των κατηγοριών μπορεί να δικαιολογήσει καθυστέρηση στη συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δόλου, πλαστογραφίας εγγράφων, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και συνωμοσίας για τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Στην υπόθεση Καψού (πιο πάνω), αναφέρονται επίσης τα ακόλουθα: "Η καθόλου νομολογία δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης, υπέρβαση της οποία θα θεωρείται ότι θα έβγαινε έξω από τα όρια του εύλογου χρόνου και δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά. Στον καθορισμό του μέτρου κρίσης για το εύλογο του χρόνου πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, το περίπλοκο και οι εγγενείς δυσκολίες της υπόθεσης, η καθόλου στάση των ανακριτικών και δικαστικών αρχών καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου". Στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Κώστα Μέλιου Μενελάου (πιο πάνω) καταγράφεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των D.J. Harris M. O´ Boyle και C. Warbrick "Law of the European Convention of Human Rights", (σε Ελληνική μετάφραση). "Το εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο σε ποινικές όσο και σε μη ποινικές υποθέσεις εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο χρονικό διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμόδιων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι η εξέταση του κάθε παράγοντα ξεχωριστά και μετά ο υπολογισμός των σωρευτικών τους επιπτώσεων. Μολονότι, κάποιες περιπτώσεις καθυστέρησης που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να φαίνονται εύλογες, δυνατόν να μην κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε δόγμα αξιολόγησης του χρόνου, τουλάχιστον, ρητά όταν υπολογίζεται το εύλογο του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απλά προβαίνει στην δική του αξιολόγηση για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Όταν δε το κάνει αυτό πρέπει να έχει υπόψη του ότι το άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια επίσπευση, η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της δικαιοσύνης". Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων στην υπόθεση Attorney-General´s Reference (No 2/01) η οποία δημοσιεύτηκε την 11.12.2003 στους Times Law Reports. Αποφασίστηκε, πως ποινική διαδικασία δυνατόν να ανασταλεί για το λόγο ότι, υπήρξε παραβίαση της αρχής της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο, εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης ή για κάποιο λόγο που είναι πειστικός θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands
(1995)19 EHRB 477, σημειώθηκε πλήρης αδράνεια δεκαπέντε μηνών στην ακροαματική διαδικασία που οφειλόταν στη καθυστέρηση διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης από το Εφετείο στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι η πλήρης αδράνεια στην προώθηση της υπόθεσης, για την οποία καμία δικαιολογία δεν είχε δοθεί, παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου. Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, ο Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το καθορισμό του μέτρου, για το εύλογο του χρόνου, στη σ. 222, ανέφερε τα εξής: "Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορούμενου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του Αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 ALL ER 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2. του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείες είναι οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα Δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου". Τέλος στην υπόθεση Ζήνωνος v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 71, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε, ότι ο λόγος της καθυστέρησης της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης οφειλόταν στον περίπλοκο χαρακτήρα του κατηγορητηρίου, που περιελάμβανε 55 κατηγορίες εναντίον 2 κατηγορουμένων και οι οποίες περιελάμβαναν κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφων, κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και συνωμοσία και ότι η ποινική ευθύνη του εφεσείοντος διαπιστώθηκε μέσα σε χρονικό διάστημα 2 χρόνων και 7 μηνών, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η καθυστέρηση δεν ήταν υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται, ότι εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Στην υπόθεση Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, η ακροαματική διαδικασία συμπληρώθηκε 6 χρόνια μετά την καταγγελία και 5 χρόνια από την ημερομηνία καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε, ότι η πιο πάνω καθυστέρηση συνιστούσε εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αρνήθηκε να διατάξει επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στη καθυστέρηση της διεκπεραίωσης μιας ποινικής υπόθεσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Αν και ένας κατηγορούμενος δεν έχει την υποχρέωση να "συνεργαστεί ενεργητικά με τις δικαστικές εξουσίες, το κράτος δεν φέρει ευθύνη για καθυστέρηση, η οποία σημειώνεται όταν ο κατηγορούμενος αρνείται να διορίσει δικηγόρο (βλ. Corigliano v. Italy A57
(1982)ή ξεφεύγει από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή εξαφανίζεται ενόσω εκκρεμεί εναντίον του η εκδίκαση της υπόθεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση το χρονικό διάστημα που διαρρέει δεν μπορεί να ληφθεί προς όφελος του υπόψη στο καθορισμό του εύλογου χρόνου. Όσον αφορά τη συμπεριφορά των δικαστικών οργάνων, πρέπει να λεχθεί, ότι η εκδίκαση ποινικών υποθέσεων, απαιτεί την όσο το δυνατόν συντομότερη διεκπεραίωση τους. Στην υπόθεση Abdoella v. The Netherlands
(1995)20 EHRR 585, στην οποία είχε σημειωθεί μια καθυστέρηση 4½ χρόνων από τη σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την συμπλήρωση της τελευταίας έφεσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι υπήρξε παραβίαση της επιταγής του εύλογου χρόνου. Επισημαίνεται, ότι έχουν διαπιστωθεί παραβιάσεις του άρθρου 6 της Σύμβασης σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης (βλ. Eckle v. Germany (πιο πάνω), στη καταχώρηση αναστολής δίωξης (βλ. Orchin v. UK No. 8435/78) και στην αποστολή μιας υπόθεσης από ένα Δικαστήριο σε άλλο (Foti v. Italy A 56
(1982). Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στις εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (Νο. 13) αναφορικά με το άρθρο 6 της Σύμβασης, όπου γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, στις οποίες η επίμαχη χρονική περίοδος κρίθηκε εύλογη ή μη ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Καψού, που πιο πάνω αναφέρθηκε, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: "Από την επισκόπηση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου προκύπτει ότι πάροδος περιόδου 3-5 χρόνων από την σύλληψη του κατηγορουμένου μέχρι την τελική εκδίκαση (και κατ' έφεση) της υπόθεσης θεωρήθηκε ότι παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου του άρθρου 6.1 της Σύμβασης. Και η πάροδος όμως συντομότερου χρόνου είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το άρθρο 6.1 αν καμιά δικαιολογία δεν δοθεί για την παντελή αδράνεια που παρατηρήθηκε". Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands
(1995)19 EHRR 477, είχε σημειωθεί μια πλήρης αδράνεια 15 μηνών στην ακροαματική διαδικασία, που οφειλόταν στη καθυστέρηση διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης, για την οποία καμία δικαιολογία δεν είχε δοθεί, παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου. Στην Ποιν. Έφ. 103/07, Α. Πουμπουρής v. Αστυνομίας, ημερ. 14.1.08, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου ήταν εύλογος ή το αντίθετο σε αδρές γραμμές είναι: (α) ο προσδιορισμός της ημερομηνίας από την οποία αρχίζει η μέτρηση του χρόνου. Ως τέτοια, θεωρείται η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα κανονικής δίωξης (βλ. Emmerson and Ashworth, Human Rights & Criminal Justice, 1st Ed. 2001). (β) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης προσμετρά για να κριθεί το εύλογο του χρόνου που απαιτείται για την εκδίκαση μιας υπόθεσης, (βλ. Μενελάου, ανωτέρω). (γ) η συμπεριφορά των παραγόντων της δίκης, δηλαδή του Δικαστηρίου, της κατηγορούσας αρχής λαμβάνεται υπόψη για να κριθεί αν παραβιάστηκε το δικαίωμα της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου και μέσα σε εύλογο χρόνο". Στο σύγγραμμα των κ.κ. Κασπαρή, Σολομωνίδη και Στεφάνου, "Η Επιβολή Ποινών στην Κύπρο: Ποινικολογικές Πτυχές, Αρχές και Νομολογία" στη § 9.16 της σ.102 αναφέρονται περαιτέρω τα ακόλουθα: "Ο χρόνος για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας έχει ως αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, ενώ λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και διωκτικών αρχών όπως και εκείνη του κατηγορουμένου. Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από το χρόνο διάπραξης του αδικήματος δεν μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή του κατηγορουμένου από τις εναντίον του κατηγορίες, εκτός εάν αποδεικνύεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και στοιχεία ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση ή πλήρης αδράνεια των ανακριτών ή της διωκτικής αρχής". Η αφετηρία για επιμέτρηση του εύλογου του χρόνου, στη κάθε περίπτωση μπορεί να ποικίλει και να διαφέρει και εξαρτάται απο τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Ευσταθίου v. Αστυνομίας, 1990
(2)ΑΑΔ 294, Φαίδωνας Α. Χριστόπουλος v. Αστυνομίας, 2001
(2)ΑΑΔ 100 και Χαραλαμπίδης, πιο πάνω). Παραβιάσεις δε του άρθρου 6 της Σύμβασης, έχουν διαπιστωθεί και σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης ( βλ. Ecke v. Germany, πιο πάνω). Στην υπόθεση Δημήτρη Μερχή v. Αστυνομίας, 2005
(2)Α.Α.Δ.147, επαναλήφθηκε η παλαιότερη θέση, όπως αυτή τονίσθηκε στην υπόθεση Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, ότι "η καθυστέρηση των ανακριτικών αρχών στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο είναι ένας παράγων ο οποίος συνεκτιμάται στον προσδιορισμό του εύλογου χρόνου για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης". Είναι συνεπώς και η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης και στη καταχώρηση του κατηγορητηρίου, ένας παράγοντας, που λαμβάνεται υπόψη, σε σχέση με το ζήτημα, ιδιαίτερα εάν υπήρξε αδράνεια εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής. Όπως αναφέρθηκε και στο εισαγωγικό μέρος της απόφασης του Δικαστηρίου αυτό που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο είναι η από μέρους του ισχυριζόμενη παράληψη να υπακούσει και συμμορφωθεί σε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 11.04.2014, που εκδόθηκε στην Ποινική Υπόθεση υπ' αρ. ΧΧ/12 με το οποίο διατάσσετο να κατεδαφίσει την οικοδομή, η οποία ευρίσκεται εντός του τεμαχίου ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧ, τοποθεσία <<ΧΧ>> στο χωριό ΧΧ της Επαρχίας ΧΧ. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι αυτά που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Από αυτά διαπιστώνεται ότι η έναρξη της ποινικής δίωξης έγινε με μεγάλη καθυστέρηση, που ανέρχεται στη χρονική περίοδο των έξι και πλέον ετών από την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος. Και αυτό για μία απλή υπόθεση, με μία και μόνο κατηγορία, εναντίον ενός και μόνο κατηγορούμενου και η οποία δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βαθμό πολυπλοκότητας. Για την πιο πάνω χρονική περίοδο, υπήρξε πλήρης αδράνεια της κατηγορούσας αρχής με επιτόπιες επισκέψεις να γίνονται μόλις στις 08.11.2019 και 19.03.2020 ενώ γραπτή ειδοποίηση στάλθηκε στις 04.12.2019 χωρίς να προβάλλεται οποιοσδήποτε ουσιαστικώς λόγος γιατί δεν προχώρησε άμεσα η δίωξη του κατηγορούμενου για παρακοή του εκδοθεισομένου εναντίον του Δικαστικού Διατάγματος παρά μόνο αυτό έγινε μόλις τον Σεπτέμβριο του 2020. Η επιχειρηματολογία ότι η υποχρέωση συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του διατάγματος βαραίνει τον ίδιο τον Κατηγορούμενο ναι μεν είναι ορθή όμως δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται η υποχρέωση και του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα στην περίπτωση μας τον Έπαρχο Λεμεσού να μεριμνήσει έγκαιρα για την δίωξη του υπόχρεου προσώπου όταν αυτός δεν συμμορφώνεται με τα όσα διατάσσεται να πράξει με το εκδοθεισομένο διάταγμα και αυτό θα έπρεπε να γίνει αν όχι άμεσα σε σύντομο και εύλογο χρόνο πράγμα το οποίο δεν έγινε στην υπό εξέταση περίπτωση. Η οποιαδήποτε ανοχή και καθυστέρηση έχει υποδειχθεί από μέρος του Επάρχου Λεμεσού σε σχέση με την δίωξη του Κατηγορούμενου στο τέλος της ημέρας επενεργεί με καταλυτικό τρόπο στην δίωξη του Κατηγορούμενου μετά από έξι χρόνια και πέντε μήνες. Σύμφωνα με το άρθρο 35 του Συντάγματος, οι νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας, έχουν υποχρέωση, η κάθε μια μέσα στα πλαίσια των ορίων της αρμοδιότητας της, να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος που είναι το μέρος που κατοχυρώνει τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες. Έχει συνεπώς και η εκτελεστική εξουσία και όλα τα όργανα της, την ευθύνη όπως για όλα τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της να μεριμνά με τον δέοντα τρόπο, έτσι ώστε, στην περίπτωση που έχει διαπραχθεί ένα αδίκημα, να παρουσιάζει αυτόν που παρανομεί ενώπιον της δικαιοσύνης εντός ευλόγου χρόνου απο τη διάπραξη των αδικημάτων και όχι όποτε η ίδια ήθελε αποφασίσει, έτσι ώστε και η ίδια μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της να δεικνύει τον απαιτούμενο σεβασμό προς τα δικαιώματα του κάθε πολίτη και να επιδεικνύει την απαιτούμενη μέριμνα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων αυτών. Αξιοσημείωτο δε και το γεγονός πώς οι λόγοι που έχουν προβληθεί ακόμα και μέσω της αγόρευσης της Κατηγορούσας Αρχής, καταδεικνύουν ότι, παρά το ότι η κατηγορούσα αρχή γνώριζε τη κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος και την μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του διατάγματος, δεν προχώρησε για όλα αυτά τα χρόνια σε ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου, αλλά άφησε να παρέλθουν, έξι ολόκληρα χρόνια και πέντε μήνες, χωρίς να πράξει προηγουμένως απολύτως τίποτε. Θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση, θα ήταν άδικο να συνεχίσει η δίκη εναντίον του κατηγορούμενου. Δεν είναι δίκαιο, ούτε και συνάδει με τις συνταγματικές επιταγές, κάποιος, να διώκεται έξι και πλέον χρόνια μετά τη κατ' ισχυρισμό διάπραξη κάποιου αδικήματος, χωρίς να υπάρχει εύλογος και βάσιμος λόγος για τη καθυστέρηση. Η κατηγορούσα αρχή, παρέμεινε ουσιαστικά αδιάφορη στην παρακοή του δικαστικού διατάγματος για πάρα πολλά χρόνια και ανέχτηκε τη καταστρατήγηση του, χωρίς να προωθήσει τα κατάλληλα μέτρα για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον αυτού που σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της, το παρακούει. Το άφησε να επικρέμμεται επί του κατηγορούμενου και επέτρεψε σε αυτόν να απειθεί σε αυτό, χωρίς καμιά διαδικασία να εγείρει εναντίον του. Στην περίπτωση συνέχισης της διαδικασίας, θα παρεχόταν η δυνατότητα στην εκάστοτε αρχή, να παραμένει αδρανής για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να πράττει οτιδήποτε και στη συνέχεια όταν η ίδια για τους δικούς της λόγους αποφασίζει να ενεργήσει, να προχωρεί σε ποινική δίωξη. Θα μπορούσε με το τρόπο αυτό να αφήνει να επικρέμμεται στους ώμους κάποιου προσώπου μία δικαστική διαδικασία, για σοβαρότατη κατηγορία, για μακρύ χρονικό διάστημα, δημιουργώντας για το τελευταίο, μακρά κατάσταση αβεβαιότητας. Δεν είναι δυνατό η κατηγορούσα αρχή να παραμένει αδρανής και ουσιαστικά αδιάφορη για την εφαρμογή ενός δικαστικού διατάγματος για χρόνια ολόκληρα και να το επικαλείται μετά την παρέλευση τόσων πολλών χρόνων, δίδοντας ως δικαιολογία για την αδράνεια της το γεγονός ότι η υποχρέωση του Κατηγορούμενου για συμμόρφωση με το διάταγμα είναι συνεχής. Η κατηγορούσα αρχή είχε υποχρέωση, αφού σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στο κατηγορητήριο καταλογίζει στο κατηγορούμενο τη κατηγορία της παρακοής σε διάταγμα του Δικαστηρίου, να επιδιώξει αν όχι άμεσα, τουλάχιστο το συντομότερο δυνατό, τη τιμωρία του κατηγορούμενου, κάτι που όμως παρέλειψε να το πράξει, παραμένοντας αδρανής για πάρα πολλά χρόνια. Δεν άφησε να παρέλθουν μερικές μέρες ή εβδομάδες, ούτε καν μερικοί μήνες μέχρι να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου, αλλά για χρονική περίοδο έξι και πλέον ετών, δεν έπραξε οτιδήποτε. Η αποδοχή των λόγων που έχουν προβληθεί ως εύλογων, για την παρέλευση τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος, θα παρείχε στην εκάστοτε κατηγορούσα αρχή τη δυνατότητα να τους προβάλλει ως αποδεκτούς λόγους και να δικαιολογεί έτσι, πιθανές δικές της παραλείψεις, παρέχοντας της παράλληλα ένα εύσχημο τρόπο, να παρουσιάζει μια υπόθεση και να ζητά τη τιμωρία του αδικοπραγούντα, όποτε η ίδια ήθελε αποφασίσει, κάτι που θα της επέτρεπε, να λειτουργεί αυτόβουλα και ανεξέλεγκτα, πράγμα όχι μόνο ανεπιθύμητο αλλά και ανεπίτρεπτο. Στην παρούσα περίπτωση έχουμε για έξι και πλέον χρόνια την πλήρη αδράνεια της κατηγορούσας αρχής μέχρι την έναρξη της ποινικής δίωξης και την παράλειψη της να επιδιώξει τη συμμόρφωση προς το δικαστικό διάταγμα που είχε σε προηγούμενο στάδιο εξασφαλισθεί. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Αστυνομίας v. Φάντη κ.α., 1994
(2)ΑΑΔ 160, «1. Η μη θέσπιση νόμου ως προς τα ζητήματα που σχετίζονται με τη συνταγματική επιταγή, την τήρηση και τις συνέπειες της, δεν διαγράφει το συνταγματικό δικαίωμα ούτε αδυνατίζει τη συνταγματική υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίζει με τρόπο αποτελεσματικό το σεβασμό του μέσα στα όρια της αρμοδιότητας του». Με βάση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, θεωρώ ότι ο χρόνος που παρήλθε όχι μόνο δεν είναι εύλογος, αλλά δίδει λαβή για πραγματική ανησυχία, (βλ. Χαραλαμπίδης, πιο πάνω). Η συνέχιση της διαδικασίας, θα ήταν άδικη για τον κατηγορούμενο ο οποίος διώκεται για ένα αδίκημα που διαπράχθηκε κατ' ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής πριν από έξι και πλέον χρόνια. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης κάποιου ατόμου, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου και μόνο, και αυτή πρέπει να διαγνώσκεται μέσα σε εύλογο χρόνο και όχι οποτεδήποτε επιλέγει η κατηγορούσα αρχή. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι σε περιπτώσεις που μια υπόθεση καταχωρείται με υπερβολική ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να είναι απρόθυμο να βρει, ότι υπήρξε παραβίαση του πιο πάνω άρθρου. Στην παρούσα υπόθεση και στην περίπτωση που η διαδικασία δεν ανακοπεί και επιτραπεί η συνέχιση της, θα γινόταν ανεκτή η περαιτέρω καταστρατήγηση του δικαιώματος του κατηγορούμενου, αφού οπωσδήποτε θα χρειασθεί περαιτέρω χρόνος για αποπεράτωση της διαδικασίας, χρόνος που σήμερα δεν είναι δυνατό να υπολογισθεί επακριβώς. Οιοσδήποτε χρόνος προστεθεί στη διαδικασία, άγνωστος μεν, αλλά κάποιας διάρκειας δεν θα είχε άλλο αποτέλεσμα παρά τη συνεχή καταστρατήγηση του συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορούμενου το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η διασφάλιση της συνταγματικής τάξης, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2, αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου και η διεξαγωγή της δίκης υπόκειται στον έλεγχο του εκδικάζοντος δικαστηρίου, αρχή, η οποία συνάδει με την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (βλ. Γαβριηλίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 405 και Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, υποδεικνύεται, ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30.2 καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της [(βλ. Paporis v. National Bank
(1986)1CLR 578, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Χάσσαν ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78) και (βλ. «το έργο της δικαιοσύνης ατελέσφορο και την απόφαση άκυρη» Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512)]. Στην Αίτηση Ευθυβούλου Λιασίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2319 επαναλαμβάνεται, ότι η δίκη καθίσταται άδικη, αν η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου διαπιστωθεί έξω από τα θέσμια της δίκαιης δίκης ή κατ' αντίθεση προς τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορούμενου, που διασφαλίζονται από τα άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος. Στη Καψού, που πιο πάνω αναφέρθηκε, υιοθετήθηκε έμμεσα η πορεία ανακοπής υπόθεσης εφόσον διαπιστώνεται, ως εν προκειμένω, παράβαση συνταγματικού δικαιώματος. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης κρίνω ότι υπήρξε αδικαιολόγητα μεγάλη και υπερβολική καθυστέρηση και κατά συνέπεια, παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Με καθοδήγηση όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης η διαδικασία κρίνεται άκυρη. Αναπόφευκτα δεν δύναται να προωθηθεί και θα πρέπει να ανακοπεί όπως και ανακόπτεται. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τα έξοδα δεν εκδίδεται καμιά διαταγή. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο