← Κύπρος

ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΧΑΡΙΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17172/2018, 5/11/2021

ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΧΑΡΙΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17172/2018, 5/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17172/2018 ΧΧΧ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v. ΧΧΧ ΧΑΡΙΛΑΟΥ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 05 Νοεμβρίου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Παστελλά Για Κατηγορούμενη: Η κα. Νεοφύτου Κατηγορούμενη: Παρούσα. Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή στην κατηγορία που αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της μοναδικής κατηγορίας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη κατά η περί τον Ιούνιο του 2014 εξέδωσε επί του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, την επιταγή με αριθμό ΧΧ για το ποσό των €31.050,00 η οποία επιταγή, κατά η μετά την ημερομηνία κατά την οποία αυτή κατέστη πληρωτέα, παρουσιάσθηκε στο τραπεζικό ίδρυμα επί της οποίας εκδόθηκε και δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, ήτοι της κατηγορούμενης και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της. Υιοθετώντας τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι μέχρι σήμερα κανένα ποσό δεν έχει καταβληθεί από την Κατηγορούμενη που αφορά η επίδικη επιταγή. Δεν υπήρχαν στοιχεία για προηγούμενες καταδίκες και ζήτησε όπως τα έξοδα της υπόθεσης επιδικαστούν εναντίον της Κατηγορούμενης και προς όφελος του Παραπονούμενου που έχουν συμφωνηθεί στο ποσό των €3.000 πλέον Φ.Π.Α. Με την προφορική αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, η ευπαίδευτη συνήγορος της ανάφερε στο Δικαστήριο μέσω αυτής ότι η κατηγορούμενη παραδέχεται και απολογείται για την κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει σημειώνοντας πως πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και ηλικίας 52 ετών σήμερα διαζευγμένη με σοβαρά καρδιακά προβλήματα λεπτομέρειες των οποίων ανέφερε, άνεργη και λήπτη ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος καθώς και πρόσωπο το οποίο φροντίζει εξ ολοκλήρου την υπερήλικη μητέρα της η οποία αντιμετωπίζει σήμερα 4ου βαθμού καρκίνο. Σε σχέση με τα γεγονότα που διέπουν το αδίκημα σημείωσε πως η επίδικη επιταγή είχε δοθεί από την Κατηγορούμενη στον υιό της ο οποίος στην συνέχεια την παρέδωσε στον Παραπονούμενο αφού την συμπλήρωσε για το ποσό των €31.050,00. Χωρίς ως ανέφερε να αρνείται την δική της ευθύνη ως εκδότης της επιταγής η συνήγορος της Κατηγορούμενης τόνισε πως στην ουσία πρόκειται για διαφορά μεταξύ του Παραπονούμενου και του υιού της για την οποία μάλιστα ο παραπονούμενος έχει προχωρήσει και στην καταχώρηση στο Ε.Δ. Λεμεσού της Αγωγής 3428/16 στην οποία έχει εκδοθεί απόφαση για το συγκεκριμένο ποσό και έχουν πληρωθεί δώσεις ύψους €500 για τους μήνες Δεκέμβριο του 2016 καθώς και για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2017 όμως λόγω του ότι στην συνέχεια ο υιός της παρέμεινε τα τελευταία 2 χρόνια ως υπόδικος στις φυλακές γιατί εκκρεμεί εναντίον του ποινική υπόθεση δεν κατέστει δυνατό να γίνει οποιαδήποτε άλλη πληρωμή. Παρά το γεγονός τούτο η κατηγορούμενη αποδέχεται την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης προς όφελος του παραπονούμενου για το ποσό των €6000 και επιπρόσθετα ως σημείωσε η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούμενης αποδέχεται όπως αυτή καταδικαστεί και στα έξοδα της διαδικασίας. Τέλος σημείωσε πως δεν θα πρέπει να μην ληφθεί υπόψη προς όφελος της κατηγορούμενης πως το αδίκημα έχει συντελεστεί το έτος 2014 ενώ καλείται το Δικαστήριο σήμερα το έτος 2021 7 χρόνια αργότερα να επιβάλει την ποινή στην κατηγορούμενη. Τέλος αποτέλεσε εισήγηση της συνηγόρου της ότι τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης κάτι τέτοιο θα έχει μεγάλες και αρνητικές επιπτώσεις για την ίδια καθώς και την μητέρα της την οποία φροντίζει. Ήδη λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δ ικαστήριο να επιβάλει ποινή έχουν μεταβληθεί δυσμενώς οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορούμενης. Επιπρόσθετα ως πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και ηλικίας 52 ετών θα πρέπει να τύχει μιας δεύτερης ευκαιρίας εκτός φυλακών ιδίως λαμβάνοντας υπόψη και την σημαντική παρέλευση χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα για τα οποίο παραδέχτηκε ενοχή η κατηγορούμενη είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000,00 ή και οι δυο ποινές όσον αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος δυνάμει του άρθρου 305Α
(1). Αδικήματα τέτοιας φύσεως όπως με την παρούσα υπόθεση βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας και γι' αυτό θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60: "Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις." Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, το οποίο ομιλεί από μόνο σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας: "Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια." Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής της Κατηγορουμένης στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση της: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη του καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το γεγονός ότι παραμένει υπόλοιπο οφειλόμενο προς τους παραπονούμενους το μεγαλύτερο μέρος της επιταγής. Προς όφελος της Κατηγορουμένης για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο της σε συνδυασμό με την ηλικία της (52 ετών) (β) Την παραδοχή της και την μεταμέλεια της. (γ) Το ότι αποδέχεται την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης για το ποσό των €6.000,00 προς όφελος του Παραπονούμενου. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, όπως αυτές αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα το ότι πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 52 ετών, διαζευγμένη, άνεργη με σοβαρά καρδιακά προβλήματα, λήπτη ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και πρόσωπο το οποίο παρέχει φροντίδα και στήριξη την υπερήλικη μητέρα της. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη είναι αυτή της ποινής φυλάκισης αφού όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν μόνο την έκταση της ποινής και όχι το είδος της. Το Δικαστήριο έχει από την μια καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της από την άλλη δε, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξατομικεύει την ποινή ανάλογα με την περίπτωση και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κάθε κατηγορούμενου. Καταληκτικά επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη η ακόλουθη ποινή: Στην μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Επίσης εναντίον της Κατηγορουμένης εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης για το ποσό των €6.000,00 προς όφελος του Παραπονούμενου.[1] Eπιπρόσθετα η Κατηγορούμενη καταδικάζεται και στα έξοδα της υπόθεσης τα οποία έχουν συμφωνηθεί στο ποσό των €3000 πλέον ΦΠΑ. Για την απόφαση μου αυτή έλαβα υπόψη μου τα αποφασισθέντα στην ECLI:CY:AD:2016:B64, Π.Ε. Αρ. 84/2015, ημερ. 03.02.2016 μεταξύ ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ-ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ τα οποία και είναι απόλυτα σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση.[2] Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στην Κατηγορούμενη, αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από την ευπαίδευτη συνήγορο της. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω πως συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να διατάξω την αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στην Κατηγορούμενη. Αυτοί είναι, κυρίως, το λευκό της ποινικό μητρώο σε συνδυασμό πάντοτε με την ηλικία της (52 ετών), το γεγονός ότι πρόκειται για διαζευμένο πρόσωπο με σοβαρά καρδιακά προβλήματα και λήπτη ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, καθώς και πρόσωπο που φροντίζει την υπερήλικη μητέρα της και ιδίως το γεγονός ότι από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή έχουν παρέλθει 7 χρόνια και σχετική με το ζήτημα παρέλευσης του χρόνου είναι και η πολύ πρόσφατη ποινική έφεση μεταξύ ΚΑΣΑΠΗ v. ΜΕΝΕΞΗ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 137/2020, 18/10/2021 Επίσης λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου και το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη συγκατατέθηκε στην έκδοση εναντίον της διατάγματος αποζημίωσης προς όφελος του Παραπονούμενου έστω και για το ποσό των €6000. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στην Κατηγορούμενη μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσει ξανά. Από την ίδια εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα της δίδεται να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στην Κατηγορούμενη αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Επεξηγούνται στην κατηγορούμενη οι συνέπειες της αναστολής της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε ως επιτάσσει το άρθρο 3 υποπαράγραφος
(4)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72ως έχει τροποποιηθεί. (Υπ.) ......................................... Ν. Φακοντής , Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Άρθρο 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60(Πoιvική δικαιoδoσία Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ) 24.-
(1)Έκαστoς Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, έκαστoς Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής και έκαστoς Επαρχιακός Δικαστής θα έχωσιv αρμoδιότητα vα εκδικάζωσι συvoπτικώς πάvτα τα αδικήματα τα τιμωρoύμεvα με φυλάκισιv διά περίoδov μη υπερβαίvoυσαv τα πέντε έτη ή με πρόστιμov μη υπερβαίvov τας πεvήvτα χιλιάδες λίρες ή με αμφoτέρας τας πoιvάς και δύvαvται επιπρoσθέτως ή εv υπoκαταστάσει oιασδήπoτε τoιαύτης τιμωρίας, vα διατάξωσιv oιovδήπoτε πρόσωπov καταδικασθέv υπ' αυτώv όπως πληρώση πρoς oιovδήπoτε πρόσωπov βλαβέv υπό τoυ αδικήματoς αυτoύ, απoζημίωσιv μη υπερβαίvoυσαv τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000,00). [2] ''Τέλος, θα ασχοληθούμε με τον τέταρτο λόγο έφεσης, που αφορά στην αποστέρηση από τους Εφεσείοντες των δικηγορικών και άλλων εξόδων τους. Το πρωτόδικο δικαστήριο αιτιολογώντας την απόφασή του να μην εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή εις βάρος του Εφεσίβλητου για τα έξοδα, με αναφορά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού
(2009)2 ΑΑΔ 543, έκρινε ότι όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης δεν ενδείκνυται η επιδίκαση εξόδων. Δεν συμφωνούμε με τον τρόπο που προσέγγισε το θέμα η ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστής. Στην πιο πάνω υπόθεση στην οποία έκαμε αναφορά, διατάχθηκε η καταβολή εξόδων από την κατηγορούμενη, ενώ της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών χωρίς να δοθεί τουλάχιστον αναστολή στην πληρωμή τους, ενώ διαρκούσε ο εγκλεισμός της στη φυλακή. Το Εφετείο θεώρησε εσφαλμένη την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, τονίζοντας ότι ένας κατηγορούμενος όταν καταδικάζεται σε άμεση φυλάκιση δεν είναι ορθό να επωμίζεται και μέρος των εξόδων της διαδικασίας. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, η πολύ σύντομη φυλάκιση που επιβλήθηκε στον Εφεσίβλητο, τελικά αναστάληκε και ως εκ τούτου δεν υπήρχε λόγος να μην διαταχθεί η πληρωμή όλων των εξόδων της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων και των δικηγορικών, εφόσον πρόκειται για ιδιωτική ποινική υπόθεση.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.