ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΤΩ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ ν. ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10144/19, 8/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10144/19 ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΤΩ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ v. 1.XXX ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥΣ 2.XXX ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ 3.XXX ΣΟΛΩΜΟΝΙΔΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 08 Νοεμβρίου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ.Α. Βασιλείου & κ. Μ. Βασιλείου. Για τους Κατηγορούμενους: Ο κ. Π. Τσαγκάρης Κατηγορούμενοι: Παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Έναυσμα για την καταχώρηση της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης αποτέλεσε διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον των Κατηγορουμένων στις 05.03.2019 στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης Ε.Δ. Λεμεσού XX/XX στην παρουσία τους και μετά από δική τους παραδοχή και το οποίο τους διάτασσε να προχωρήσουν με: Την κατεδάφιση του υποστατικού που βρίσκεται στο οικόπεδο με αρ. τεμαχίου XX, φ/σχ. XX το οποίο βρίσκεται στην οδό XX αρ. XX Κάτω Πολεμίδια εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών, εντός δύο μηνών από 05/03/2019, εκτός εάν εξασφαλιστεί άδεια από την Αρμόδια Αρχή. Σημειώνεται επιπρόσθετα πως οι Κατηγορούμενοι 1 & 2 στην ποινική υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού XX/XX αντιμετώπιζαν την πρώτη κατηγορία που αφορούσε την ανέγερση οικοδομής κατά παράβαση των άρθρων 2,3,3
(1)β και στ 9 και 20, 20
(2)α, 20
(2), 20
(3), 20
(3)α και 20
(3)β του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 όπως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 περί το έτος 2016 ανέγειραν υποστατικά από ευτελή υλικά στο οικόπεδο αρ. τεμ. XX, φ/σχ. XX/XX, το οποίον ευρίσκεται στην οδό XX αρ. XX στα Κάτω Πολεμίδια, χωρίς να εξασφαλίσουν προηγουμένως άδεια οικοδομής από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι το Δήμο Κάτω Πολεμιδιών. (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου) Ο δε Κατηγορούμενος 3 στην ποινική υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού XX/XX αντιμετώπιζε την δεύτερη κατηγορία που αφορούσε στο ότι επέτρεψε και ανέχθηκε την ανέγερση οικοδομής άνευ άδειας της Αρμόδια Αρχής πρότερων ληφθείσης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 και ως ούτος έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής Ο Κατηγορούμενος 3 κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία ως Ιδιοκτήτης, επέτρεψε και ηνέχθη την ανέγερση υποστατικών από ευτελή υλικά εντός του τεμαχίου XX, φ/σχ. XX/XX στην οδό XX XX, στα Κάτω Πολεμίδια, χωρίς την προς τούτο προηγούμενη άδεια της Αρμόδιας Αρχής ήτοι του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών. (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου) Στις 31.05.2019 το Δημοτικό Συμβούλιο Κάτω Πολεμιδιών ως Κατηγορούσα Αρχή καταχώρησε το υπό κρίση κατηγορητήριο με το οποίο καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους η διάπραξη αδικήματος ήτοι αυτού της Παρακοής Δικαστικού Διατάγματος εκδοθέντος δυνάμει των άρθρων 2, 3
(1)(ε) και (στ), 20
(1), 20
(5)και 3(α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 ως έχει τούτο τροποποιηθεί με το Νόμο 24/
- Ενόψει της απάντησης μη παραδοχής των Κατηγορουμένων στην κατηγορία που αυτοί αντιμετώπιζαν η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον κ. XX Γεωργίου (ΜΚ1). Σημειώνεται ότι ο φάκελος της Ποινικής Υπόθεσης Ε.Δ. Λεμεσού XX/XX κατατέθηκε εξ συμφώνου ως Τεκμήριο 1 κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 20.10.
- Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, o ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και ως εκ τούτου οι Κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη βεβαίως ήταν η άποψη του κ. Βασιλείου ο οποίος με την δική του αγόρευση εισηγήθηκε γιατί οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Συγκεκριμένα ο κ. Τσαγκάρης εξέφρασε την θέση παραπέμποντας μάλιστα το Δικαστήριο σε υποστηρικτική επί της εισήγησης του νομολογίας ότι το υπό εξέταση διάταγμα δεν είναι σαφές αφού από το περιεχόμενου του δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και ξεκάθαρο για το τι καλούντο να πράξουν οι Κατηγορούμενοι. Μάλιστα ως ισχυρίστηκε το Δικαστήριο που εξετάζει ισχυριζόμενο αδίκημα παρακοής ενός διατάγματος δεν δύναται να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε μαρτυρία που να αφορά την ερμηνεία του περιεχομένου ενός διατάγματος και ότι το διάταγμα στην υπό εξέταση περίπτωση ήταν ασαφής με αποτέλεσμα ως ανέφερε και ο ΜΚ1 στην δική του μαρτυρία να απαιτείτο να ανατρέξουν σε μηχανικούς, αρχιτέκτονες, νομικούς ή και στον ίδιο τον Κατήγορο για να τους επεξηγηθεί τι καλούντο να πράξουν. Συνεπώς ως υποστήριξε ο κ. Τσαγκάρης οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχθούν από το στάδιο αυτό λόγω της ασάφειας που παρουσιάζει το υπό εξέταση διάταγμα και δεν δύναται να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη ήταν βεβαίως ήταν η θέση την οποία εξέφρασε ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων ο οποίος μέσω της δικής του αγόρευσης υποστήριξε την θέση πως οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Για σκοπούς πληρότητας της υπό εξέταση υπόθεσης θα πρέπει να αναφερθεί και το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι σε προγενέστερες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου πριν δηλαδή την έναρξη της ακρόασης είχαν παραδεχτεί την εναντίον τους κατηγορία και ζητούσαν χρόνο για συμμόρφωση. Το ζήτημα της ερμηνείας και σαφήνειας του επίδικου διατάγματος ουσιαστικά προέκυψε στα πλαίσια ελέγχου του βαθμού συμμόρφωσης όταν το είχε ζητήσει και το Δικαστήριο καθότι δόθηκε ένας σημαντικός αριθμός αναβολών της υπόθεσης προτού ακουστούν γεγονότα και επιβληθεί ποινή με σκοπό να διασαφηνιστεί αν αυτοί (οι κατηγορούμενοι) είχαν συμμορφωθεί και σε ποιο βαθμό με τα όσα το επίδικο διάταγμα τους πρόσταζε να πράξουν. Στα πλαίσια των εμφανίσεων αυτών διαπιστώθηκε πως η πλευρά των Κατηγορουμένων διαφωνούσε με την πλευρά του Παραπονούμενου Δήμου για το τι ακριβώς τους διάτασσε να κατεδαφίσουν αφού οι Κατηγορούμενοι είχαν μετά την καταχώρηση της υπό εξέταση υπόθεσης και μόλις πρόσφατα προχωρήσει σε κατεδάφιση συγκεκριμένου υποστατικού το οποίο ευρίσκετο ανεγειρόμενο εντός του τεμαχίου XX με την Δημοτική Αρχή να ισχυρίζεται ότι παρά την κατεδάφιση αυτή δεν υπήρχε πλήρης συμμόρφωση με το περιεχόμενο του διατάγματος αφού θα έπρεπε να κατεδαφιστούν το σύνολο των οικοδομών που ευρίσκονταν εντός του τεμαχίου XX και όχι μόνο η συγκεκριμένη οικοδομή που πράγματι είχε κατεδαφιστεί από τους Κατηγορούμενους. Αποτέλεσμα της διαφωνίας αυτής που στην ουσία αφορούσε το περιεχόμενο, ερμηνεία και σαφήνεια του επίδικου διατάγματος το Δικαστήριο καθηκόντος καταχώρησε απάντηση μη παραδοχής στην κατηγορία που οι Κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση αφού το κατά πόσον το επίδικο διάταγμα είναι η όχι σαφή και ξεκάθαρο είναι καίριας σημασίας για την ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων. Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κ.Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια <<εκ πρώτης όψεως υπόθεση>> δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Πιο κάτω και για σκοπούς πληρότητας παραθέτω σε συντομία την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Η Μαρτυρία: Μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας παρουσιάστηκε ο κ. Γεωργίου ο οποίος εργάζεται στον Δήμο Κάτω Πολεμιδιών από τον Οκτώβριο του 2009 ως Τεχνικός Πολιτικός Μηχανικός με καθήκοντα την λήψη και μελέτη υποθέσεων που αφορούν την έκδοση αδειών οικοδομής, πιστοποιητικών τελικής έγκρισης, ελέγχων και διασφάλισης εφαρμογής νομοθεσιών, τον χειρισμό παραπόνων και καταγγελιών και οτιδήποτε άλλο του ανατεθεί από το Δήμο. Ο ίδιος προσήλθε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία αναφορικά με την υπόθεση παρακοής διατάγματος της υπό εξέταση υπόθεσης. Είδε και αναγνώρισε το διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης Ε.Δ. Λεμεσού XX/XX εναντίον των κατηγορουμένων και αποτελούσε μέρος του Τεκμηρίου 1 το οποίο και ανάγνωσε σημειώνοντας πως τα υποστατικά δεν έχουν κατεδαφιστεί παρά και το γεγονός ότι το συγκεκριμένο τεμάχιο επισκέφθηκε και στις 20.10.2021 το πρωί. Εντός του τεμαχίου XX συνολικού εμβαδού 878 τ.μ. και το οποίο εμπίπτει στη ζώνη Κα5 υπάρχει αριθμός αυτοκινήτων, υποστατικού, 2 ανυψωτικών κρίκων επιδιόρθωσης οχημάτων καθώς και περίφραξη για τα οποία κατέθεσε σχετικό φωτογραφικό υλικό ως Τεκμήριο 2 & 3 υποστηρίζοντας ότι για το εν λόγω τεμάχιο και τα υποστατικά που ευρίσκονται εντός αυτού ανεγειρόμενο δεν έχει εκδοθεί καμία άδεια οικοδομής από τον Δήμο. Ως ανέφερε το συγκεκριμένο τεμάχιο χρησιμοποιείται από τους κατηγορούμενους ως έχει διαπιστωθεί κατά τις διάφορες επισκέψεις του εκεί δια την επιδιόρθωση αριθμού οχημάτων. Επιπρόσθετα ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε δορυφορική φωτογραφία από το google map την οποία έκανε εκτύπωση στις 20.10.2021 και στην οποία φαίνεται το υποστατικό το οποίο ευρίσκεται εντός του τεμαχίου XXXXX σημειώνοντας πώς το μέρος αυτού που σημειώνει με το γράμμα Α κεφαλαίο σήμερα είναι κατεδαφισμένο όπως παρουσιάζεται και στο φωτογραφικό υλικό που κατέθεσε παραπέμποντας στο Τεκμήριο 2 ενώ το υπόλοιπο μέρος του υποστατικού δεν έχει κατεδαφιστεί μέχρι και σήμερα. Σε ερώτηση του δικηγόρου των παραπονουμένων τι εννοεί όταν αναφέρεται σε υποστατικό ανέφερε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Δήμων Νόμου (Τεκμήριο 6) καθώς και τις πρόνοιες της ΚΔΠ407/2009 (Τεκμήριο 7) αναφέρεται η ερμηνεία της λέξης υποστατικό. Τέλος σε ερώτηση για ποιο λόγο στις λεπτομέρειες των κατηγοριών της ποινικής υπόθεσης Ε.Δ. Λεμεσού XX/XX γίνεται αναφορά σε υποστατικά ενώ το διάταγμα κατεδάφισης αναφέρεται μόνο σε υποστατικό ο μάρτυρας ανέφερε πώς όπως σημείωσε και προηγουμένως ο όρος υποστατικό περιλαμβάνει οτιδήποτε ευρίσκεται εντός του συγκεκριμένου τεμαχίου αφού όπως προανέφερε και πάλι δεν έχει υποβληθεί καμία αίτηση και κανένα σχέδιο προς εξασφάλιση οποιασδήποτε άδειας ως εκ τούτου οτιδήποτε υπάρχει εντός του τεμαχίου από τον Περί Οδών και Οικοδομών και των Περί Δήμων Νόμο αυτό καλύπτεται από τον ορισμό του υποστατικού. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 ήτοι της δορυφορικής φωτογραφίας που παρουσιάζει το επίδικο ακίνητο παρουσιάζονται τα υποστατικά του ακινήτου με τον μάρτυρα να επιμένει ότι σύμφωνα και με το νόμο η αναφορά του σε υποστατικό εννοούνται διάφορα πράγματα. Ο μάρτυρας σε ερώτηση για το ποια λέξη θα χρησιμοποιούσε κάποιας για να περιγράψει στην καθομιλουμένη την ύπαρξη 4 ή 5 υποστατικών μέσα σε ένα τεμάχιο ανέφερε πως για τα συγκεκριμένα υποστατικό / υποστατικά δεν έχουν κατατεθεί οποιαδήποτε σχέδια ή οποιαδήποτε αίτηση για εξασφάλιση άδειας οικοδομής και δεν είναι σε θέση ο Δήμος να γνωρίζει αν συνδέονται μεταξύ τους αν δηλαδή είναι ενιαία υποστατικά ή ανεξάρτητα αφού δεν έγινε επιτόπιος έλεγχος εντός του τεμαχίου για να διαπιστωθεί αν υπάρχει σύνδεση μεταξύ τους. Ο μάρτυρας υποστήριξε την θέση ότι σύμφωνα με την ερμηνεία του νόμου όταν γίνεται αναφορά σε υποστατικό εννοείται τόσο η περίφραξη όσο και οι ανυψωτικοί κρίκοι, τόσο το υποστατικό που υποδεικνύεται με το γράμμα Α στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 όσο και το υποστατικό που παρουσιάζεται και αυτό επί του Τεκμηρίου 4 με κόκκινη και άσπρη οροφή. Τέλος επανέλαβε εκ νέου την θέση ότι η απουσία υποβολής σχεδίων, ή αίτησης για εξασφάλιση άδειας οικοδομής και από την στιγμής που κανένα υποστατικό δεν έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε άδεια από το Δήμο Κάτω Πολεμιδιών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποτελούν ένα υποστατικό. Νομική Πτυχή: Η νομική βάση που διέπει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι αυτή του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96: «Οποιοδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(3)ή (3Α), το οποίο δεν υπακούει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος ανεξάρτητα από το αν η ό αρμόδια αρχή προχώρησε στην εκτέλεση ή εκτέλεσε το διάταγμα αυτό, και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής». Το άρθρο 20
(3)του Κεφ. 96, διαλαμβάνει τα εξής: «
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε, κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί... (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δεν χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου...». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως προκύπτουν από το λεκτικό του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96 είναι τα ακόλουθα: 1. Η ύπαρξη διατάγματος, που εκδόθηκε, δυνάμει των εδαφίων
(3)ή (3Α) του άρθρου 20 του Κεφ. 96 και
- Η ανυπακοή ή η παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα αυτό, του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Για να επιτύχει η Κατηγορούσα Αρχή την στοιχειοθέτηση του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος θα πρέπει να αποδείξει:
- Ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος και
- Ότι με πρόθεση το καταστρατήγησε, δηλ. να αποδείξει την ένοχη διάνοια του (mens rea). Στην Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations ltd
(1977)1 CLR 287, διασαφηνίστηκε ότι η επίδοση συντεταγμένου διατάγματος δικαστηρίου οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του, αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή. Όμως στη Police v. Kyriakides
(1988)2 C.L.R. 172, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε σε νομικό ερώτημα ότι η επίδοση διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου που ήταν παρών κατά την έκδοση του δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απείθειας κατά νομίμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το Εφετείο τίποτα τέτοιο δεν υπαγορεύεται στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, είτε στους δυνάμει του πιο πάνω Νόμου Κανονισμούς σε αντίθεση με ανυπακοή διαταγμάτων που εκδίδονται σε αστικές υποθέσεις όπου και σύμφωνα με την Διαταγή 42(Α), θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας τέτοια διατάγματα πρέπει να έχουν την δέουσα οπισθογράφηση και να επιδίδονται στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω υπόθεση, αυτό εξηγεί και το ότι, κατά κανόνα, τα Δικαστήρια απαιτούν την παρουσία των κατηγορουμένων που κατηγορούνται για τη διάπραξη αδικημάτων κατά παράβαση νομοθετημάτων που εξουσιοδοτούν την έκδοση διαταγμάτων επιπρόσθετα όποιας άλλης ποινής. Συνεπώς η παρουσία του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο κατά το χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος θεωρείται ικανοποιητική γνώση του ιδίου για την ύπαρξη του διατάγματος. Βέβαια θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι εν σχέση με την παρακοή ή την παράλειψη συμμόρφωσης δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί απλά η παρακοή ή παράλειψη συμμόρφωσης, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να αποδειχθεί και το ηθελημένο αυτής. Επί τούτου σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Δήμος Έγκωμης v. Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70 η οποία αξίζει να σημειωθεί αφορούσε αδικήματα ίδια με αυτά που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση. Τα Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση που ασκήθηκε εναντίον της αθωωτικής απόφασης που εξέδωσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ως εξής: «Στο σύγγραμμα The Law of Contempt - Borrie & Lowe, (σελ. 322), διαπιστώνεται η ύπαρξη βαθμού αβεβαιότητας ως προς την αναγκαιότητα απόδειξης του ηθελημένου της πράξης. Υιοθετείται η άποψη ότι κάποιος βαθμός υπαιτιότητας (fault) είναι απαραίτητος για τη στοιχειοθέτηση παρακοής διατάγματος δικαστηρίου. Στην περίπτωση, όμως, προστακτικών διαταγμάτων, με τα οποία επιβάλλεται θετική ενέργεια από το άτομο προς το οποίο απευθύνονται, η αδυναμία εκτέλεσης τους, όπως επισημαίνεται, συνιστούσε ανέκαθεν υπεράσπιση, με την επιφύλαξη ότι το βάρος απόδειξης της αδυναμίας φέρει το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η διαταγή - (βλ. A.G. v. Walthamstow Urban District Council, 1895, VOL. XI 189495,TLR,533. Lewis v. Pontypridd, Caerphilly, and Newport Railway Company, 1895, VOL. XI 1894-95, TLR, 203). Στην προκείμενη περίπτωση, η αδυναμία του εφεσίβλητου να συμμορφωθεί προς το διάταγμα διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός. Πέραν τούτου, το στοιχείο του ηθελημένου της πράξης, με την έννοια της πρόκλησης εκείνου το οποίο απαγορεύει ο νόμος, δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση ποινικού αδικήματος, περιλαμβανομένων εκείνων τα οποία προσδιορίζει το Άρθρο 20
(5)του Κεφ. 96, να εξοβελισθεί. Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε ότι το στοιχείο του ηθελημένου, τόσο της παρακοής όσο και της μη συμμόρφωσης προς εκείνο το οποίο επιβάλλει το διάταγμα, αποτελούσε συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων. Στην απουσία του, ορθά διαπιστώθηκε ότι ο εφεσίβλητος δε διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε.» Επιπρόσθετα και στο σύγγραμμα των Borrie & Lowe: 'The Law of Contempt', 3η έκδ., σελ. 560 και 568, αναφέρεται πως στην περίπτωση προστακτικού διατάγματος, το πρόσωπο προς το οποίο αυτό απευθύνεται έχει υποχρέωση να εξεύρει τους κατάλληλους τρόπους για να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Παρά το ότι δυνατόν να αποτελέσει υπεράσπιση η απόδειξη του ότι η συμμόρφωση προς το διάταγμα ήταν αδύνατη, είναι ο κατηγορούμενος που έχει το βάρος να αποδείξει την επικληθείσα αδυναμία («impossibility»). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, να αναφέρω τέλος ότι με βάση τη Νομολογία για να είναι δυνατή η τιμωρία του κατηγορούμενου, το σχετικό διάταγμα θα πρέπει να διατυπώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιές πράξεις θα πρέπει να γίνουν ή απαγορεύονται ανάλογα και κάτω από ποια ιδιότητα (1. YUGOS FINANCE BV κ.α. v. HALEBAY HOLDINGS LIMITED, Π.Ε. 180/09, ημερ. 08/03/2013, Φρύνη Σπύρου Λτδ v. Οδοντοτεχνικού Εργαστηρίου Γ.Α. Βαριάνος Λτδ κ.α.
(2007)2 Α.Α.Δ. 151). Τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει[1] (βλέπετε Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd [1932] All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others [1968] 1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: ''The Law of Contempt'' 2η έκδ., σελ. 395 αναφέρεται ότι: <<Thus although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injunction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiquous; secondly it must be shown that the defendant has had a proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant>> Στην υπόθεση Yugos Finance BV κ.α. v. Ηalebay Holdings Ltd, Πολ. Έφ. 180/09 ημερ. 8.3.13 υπεδείχθη ότι τα διατάγματα θα πρέπει να διατυπώνονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και κάτω υπό ποια ιδιότητα. Στην Πρωτόδικη Απόφαση του Ε.Δ. Λάρνακας μεταξύ της Φρύνης Σπύρου Γιάλλουρου κ.α. ν. Οδοντεχνικό Εργαστήριο Γ. Α. Βαριάνος Λτδ κ.α., Αρ.Υπ.: 12148/05, 23 Μαρτίου, 2006 αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα σχετικά: Η ανάγκη να προσδιοριστεί κατά πόσο πραγματικά υπάρχει παράβαση του διατάγματος προϋποθέτει την έκφραση των όρων του διατάγματος σε καθαρή και αναμφίβολη γλώσσα. ΄Εχει νομολογιακά καθιερωθεί όπου στο σημείο τούτο που είναι δυνατό, το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το διάταγμα πρέπει να γνωρίζει με απόλυτη ακρίβεια τι είναι που απαιτείται από αυτόν να πράξει ή να παύσει να πράττει. Αυτή η αναγκαιότητα δεν είναι τυχαία. Ο σκοπός της είναι για να μην υπάρξει η δικαιολογία ή λόγος για την παρανόηση ή ανυπακοή προς το διάταγμα (βλ. Σύγγραμμα Borrie & Lowe, The law of contempt, σελ. 315). Εξέταση σαφήνειας του Διατάγματος: Σε αυτό το στάδιο θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο το Διάταγμα ήταν σαφές και ξεκάθαρο. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει πως το Διάταγμα εμπεριέχει το στοιχείο της ασάφειας τότε η διαδικασία για τους Κατηγορούμενους θα πρέπει να τερματιστεί από το στάδιο αυτό και δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω παρά το γεγονός ότι στις λεπτομέρειες των κατηγοριών της Ποινικής Υπόθεσης Ε.Δ. Λεμεσού XX/XX γίνεται αναφορά σε ανέγερση υποστατικών από ευτελή υλικά εντός του τεμαχίου XX δηλαδή χρησιμοποιείται ο πληθυντικός, το Διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον των Κατηγορουμένων στα πλαίσια επιβολής ποινής για λόγους άγνωστους για το παρόν Δικαστήριο γίνεται αναφορά σε διάταγμα κατεδάφισης του υποστατικού που βρίσκεται στο οικόπεδο με αρ τεμαχίου XX (ενικός). Μάλιστα στο πρακτικό ημερομηνίας 05.03.2019 που τηρήθηκε από το Δικαστήριο δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά γιατί έγινε η συγκεκριμένη διατύπωση ούτε και παρατίθεται οποιαδήποτε εξήγηση προς τούτο. Προσπάθεια στην ουσία παράθεσης εξήγησης ή ερμηνείας για το ζήτημα τούτο έγινε στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης μέσω της μαρτυρίας του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας ο οποίος παρά το γεγονός ότι συμφώνησε πως εντός του τεμαχίου XX υπάρχει τόσο περίφραξη όσο και υποστατικό με κόκκινη και άσπρη οροφή όσο και υποστατικό με γκρίζα οροφή (σχετικό το Τεκμήριο 4) η αναφορά στην λέξη υποστατικό όπως αυτή προκύπτει από τις σχετικές νομοθεσίες (Τεκμήρια 6 & 7) περιλαμβάνει το σύνολο των παράνομων υποστατικών που περιλαμβάνονται σε ένα ακίνητο συνεπώς δεν τίθεται θέμα ασάφειας αφού στην υπό εξέταση περίπτωση το σύνολο των υποστατικών που έχουν ανεγερθεί εντός του συγκεκριμένου τεμαχίου δεν κατέχουν οποιαδήποτε άδεια από τον Δήμο Κάτω Πολεμιδιών. Ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε μάλιστα πως αν υπήρξε οποιαδήποτε ασάφεια ή μη κατανόηση από μέρους των κατηγορουμένων για το τι ακριβώς έπρεπε να κατεδαφίσουν θα μπορούσαν να αποταθούν στον αρχιτέκτονα, μηχανικό ή νομικό τους για βοήθεια ή και στον ίδιο τον Δήμο. Η Δημοτική Αρχή ως ανέφερε ο μάρτυρας δεν θεωρούσε ούτε και θεωρεί ότι η υποχρέωση των κατηγορουμένων σύμφωνα με το διάταγμα αφορούσε μόνο στην κατεδάφιση του υποστατικού που υποδεικνύεται με το γράμμα Α επί του Τεκμηρίου 4 που πράγματι έχει πρόσφατα λάβει χώρα αλλά το σύνολο αυτών που ευρίσκονται εντός του τεμαχίου XX. Το Δικαστήριο δεν θα συμφωνήσει με τις θέσεις που έχουν εξεφραστεί από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής. Το υπό εξέταση διάταγμα και το περιεχόμενο αυτού σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι σαφές και ξεκάθαρο. Από την στιγμή που αν πράγματι η ποινική υπόθεση του Ε.Δ. Λεμεσού XX/XX στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα αναφορικά με το τεμάχιο XX αφορούσε ως ήταν και η σχετική διατύπωση των λεπτομερειών των κατηγοριών υποστατικά ανεγειρόμενα από ευτελή υλικά ήτοι περίφραξη, υποστατικό με κόκκινη και άσπρη οροφή καθώς και υποστατικό με γκρίζα οροφή (σχετικό το Τεκμήριο 4) θα ανέμενε κάποιος ότι το σχετικό διάταγμα το οποίο θα εκδιδόταν θα περιλάμβανε εντός αυτού με αναφορά με την κάθε δυνατή λεπτομέρεια ή έστω περιγραφή το είδος των υποστατικών που καλούντο οι κατηγορούμενοι να κατεδαφίσουν. Απεναντίας αντί αυτού έγινε αναφορά μόνο σε υποστατικό με την κατηγορούσα αρχή να έρχεται σήμερα στα πλαίσια καταλογισμού κατηγορίας για παρακοή διατάγματος να προωθεί την θέση μέσω μαρτυρίας την οποία παρουσιάζει σήμερα ότι η αναφορά σε υποστατικό περιλαμβάνει το σύνολο των πραγμάτων ή υποστατικών που βρίσκονται εντός του συγκεκριμένου τεμαχίου. Η δε μάλιστα προσπάθεια να πειστεί το Δικαστήριο ότι παρά την ύπαρξη πέραν του ενός υποστατικού θα πρέπει να ομιλούμε μόνο για υποστατικό επειδή πολύ απλά δεν έχουν κατατεθεί στον Δήμο σχετικά σχέδια ή αίτηση για άδεια οικοδομής και παρά το γεγονός ότι δεν έγινε οποιαδήποτε επιτόπια επιθεώρηση του αρμόδιου λειτουργού παρά μόνο επίσκεψη εξωτερικού χώρου του τεμαχίου σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πρόκειται για ένα ενιαίο υποστατικό και κατ επέκταση καλύπτεται από το περιεχόμενο του επίδικου διατάγματος. Η Κατηγορούσα Αρχή είχε υποχρέωση να προσδιορίσει με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια και κατά τρόπο ξεκάθαρο και απλό στο περιεχόμενο του διατάγματος του οποίου επιδίωξε την έκδοση επ ακριβώς για το ποια υποστατικά θα έπρεπε να τύχουν κατεδάφισης πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει. Ακόμα και αν πράγματι ήτο η θέση της ότι το σύνολο των ανεγειρόμενων υποστατικών ή οικοδομών που ευρίσκονται εντός του τεμαχίου XX είναι πράγματι δίχως οποιαδήποτε άδεια τότε θα μπορούσε να επιδιώξει να διατυπώσει το εκδοθεισομένο διάταγμα με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτει το σύνολο αυτών και όχι να ερχόμαστε σήμερα με αναφορά στο περιεχόμενο του υπό κρίση διατάγματος σε υποστατικό και να προσπαθούμε να το ερμηνεύσουμε ότι περιλαμβάνει ότι παράνομο βρίσκεται εντός του τεμαχίου XX. Συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου ότι το υπό εξέταση διάταγμα εμπεριέχει το στοιχείο της ασάφειας με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια για το πιο εν τέλει υποστατικό θα έπρεπε οι κατηγορούμενοι να κατεδαφίσουν. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής η διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει και τυχόν κλήση σε απολογία των Κατηγορουμένων θα ήταν ανεπίτρεπτη. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχθούν από το στάδιο αυτό ενόψει της σοβαρής ασάφειας που παρουσιάζει το επίδικο διάταγμα. Συνεπώς αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται της κατηγορίας που αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Κatharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και τη φύση του αδικήματος. Παρά το γεγονός ότι καταλήγω να αθωώσω και απαλλάξω τους κατηγορούμενους ένεκα της ασάφειας που παρουσιάζει το επίδικο διάταγμα κρίνω δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως καταδικάσω τους κατηγορούμενους στα έξοδα της διαδικασίας αλλά μόνο για την χρονική περίοδο που αφορά τις εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου από τις 03.07.2019 (ημερομηνία πρώτης εμφάνισης της υπόθεσης ) μέχρι και τις 04.10.2021 τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου για Γεγονότα & Επιβολή Ποινής Όσον αφορά τις εμφανίσεις της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου από τις 20.10.2021 μέχρι και την απαγγελία της παρούσας απόφασης κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα δικά της δικηγορικά έξοδα. Στην απόφαση μου αυτή έλαβα υπόψη μου το γεγονός ότι στην ουσία οι κατηγορούμενοι συμμορφώθηκαν στις πρόνοιες του επίδικου διατάγματος έστω στην έκταση του περιεχομένου αυτού το οποίο οι ίδιοι ερμήνευαν μόνο μετά την καταχώρηση της εναντίον τους υπόθεσης και μόλις σχετικά πρόσφατα δηλαδή λίγο πριν αυτοί αλλάξουν απάντηση και αρνηθούν την κατηγορία ενώ θα μπορούσαν κάλλιστα να το έπρατταν πριν την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο πράγμα το οποίο παρέλειψαν να πράξουν χωρίς να δοθεί μάλιστα καμιά απολύτως εξήγηση περί τούτου ούτε και αναφέρθηκε οτιδήποτε που να αφορά τυχόν ευθύνη της Δημοτικής Αρχής. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Mιχαηλίδης Δρόσος v. Μargarita Μιχαηλίδου Poliakova (Aρ. 1)
(2011)1 ΑΑΔ 356 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο