← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ. K., Αρ. Υπόθεσης: 10940/21, 11/11/2021

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ. K., Αρ. Υπόθεσης: 10940/21, 11/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:37 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10940/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ. K. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 11/11/2021 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα. Για τον κατηγορούμενο: κα Μ. Νεοφύτου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Το πρωτότυπο θα παραμείνει στο φάκελο. Θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα πέντε κατηγορίες βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, μια κατηγορία άσκησης βίας στην οικογένεια, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3

(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόµου 119(Ι)/2000 και μια κατηγορία απείθειας κατά νόμιμων διαταγών, κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Μετά την απάντηση του στις κατηγορίες, η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 21.1.2022. Αντικείμενο της παρούσας αποτελεί το αίτημα της κατηγορούσας αρχής όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής στήριξε το αίτημα της σε δύο λόγους. Πρώτο στον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του και δεύτερο στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Η συνήγορος υπεράσπισης έφερε ένσταση στο ως άνω αίτημα και αγόρευσε επί τούτου. Υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να παραμείνει υπό κράτηση και ότι η παρουσία του στη δίκη μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή συγκεκριμένων όρων, τους οποίους και εισηγήθηκε. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης, το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
  1. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο.
  2. Ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
  3. Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών αυτών παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και την επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στην δίκη του. Στην προκειμένη τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους συνιστούν οι μακρόχρονες ποινές φυλάκισης που προβλέπει ο νόμος. Συγκεκριμένα για το αδίκημα του βιασμού προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου, για το αδίκημα της βίας στην οικογένεια ποινή φυλάκισης 5 χρόνων ή χρηματική ποινή και για το αδίκημα της απείθειας κατά νόμιμων διαταγών ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Στη Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει την δίκη του (βλ. και Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600). Βεβαίως δεν μας διαφεύγει ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στην σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες διάπραξης τους σε κάθε υπόθεση. Στην Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 αναφέρθηκε ότι σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στην σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στη Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς πως η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι μεταξύ άλλων εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από την νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου ανωτέρω, τέτοιοι παράγοντες όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Για την διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Έχουμε διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, όπως αυτό φαίνεται στις καταθέσεις, χωρίς να προβαίνουμε σε αξιολόγηση του. Από το σύνολο της ενώπιον μας τεθείσας μαρτυρίας και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψην την κατάθεση της παραπονούμενης, κρίνουμε ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίσει. Συγκεκριμένα η παραπονούμενη αναφέρει ότι κατά την περίοδο από το Μάιο του 2021 μέχρι και την καταγγελία της για την παρούσα δηλαδή το Σεπτέμβριο του 2021, παρά το ότι είχε εκδοθεί εναντίον του κατηγορούμενου διάταγμα Δικαστηρίου να μην πλησιάζει αυτήν και την οικία όπου διέμενε, δέχθηκε όπως ο κατηγορούμενος διαμένει μαζί της μέχρι να βρει άλλο χώρο διαμονής, υπό τον όρο ότι θα κοιμούνταν χωριστά και δεν θα είχαν οποιεσδήποτε σεξουαλικές επαφές. Κατά το διάστημα όμως αυτό ο κατηγορούμενος ήλθε επανειλημμένα σε παράνομη συνουσία μαζί της, με τη χρήση απειλών και χωρίς τη συναίνεση της. Περαιτέρω κατά την ίδια περίοδο ο κατηγορούμενος συχνά την έβριζε και την απειλούσε ότι θα της κάνει κακό ή θα τη σκοτώσει, προκαλώντας της φόβο. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι ουσιαστικά η συνήγορος υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε την πιθανότητα καταδίκης, αναφέροντας βέβαια ότι υπάρχει εύλογη προσδοκία αθώωσης. Η εξαιρετική σοβαρότητα της υπόθεσης φαίνεται, κατά την κρίση μας, μέσα από τα ως άνω γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων και ιδιαίτερα μέσα από το σύνολο της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης. Η σοβαρότητα αυτή κρίνουμε λοιπόν ότι καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του κατηγορούμενου προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει (βλ. Δράκος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 449). Μπορούμε επίσης να πούμε, ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω, ότι με βάση τη φύση και τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει ο νομοθέτης αλλά και η νομολογία τα εν λόγω αδικήματα και ιδιαίτερα αυτό του βιασμού, οι ποινές οι οποίες δυνατό να επιβληθούν στον κατηγορούμενο σε περίπτωση καταδίκης του ενδέχεται να είναι αυστηρές και μάλιστα μπορεί να είναι πολυετείς ποινές φυλάκισης. Όπως όμως έχει προαναφερθεί ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν εκτιμάται με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό όλων των άλλων σχετικών δεδομένων. Λαμβάνονται υπόψην μεταξύ άλλων και στοιχεία σχετικά με τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές του περιστάσεις. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψην στην προκειμένη ότι ο κατηγορούμενος: · Είναι Κύπριος πολίτης, ηλικίας XXXXX ετών και εργάζεται ως XXXXX. · Είναι διαζευγμένος και πατέρας 4 ανηλίκων παιδιών. · Δύο εκ των παιδιών του διαμένουν σήμερα με τη μητέρα του ενώ τα άλλα δύο με τη μητέρα της παραπονούμενης. · Σε περίπτωση που αυτός παραμείνει ελεύθερος θα διαμένει στο σπίτι της μητέρας του. Ενόψει των ανωτέρω λαμβάνουμε υπόψην ότι οι δεσμοί του κατηγορούμενου είναι με την Κυπριακή Δημοκρατία. Σε σχέση με το θέμα των δεσμών ενός κατηγορουμένου με την Δημοκρατία, στην Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά τους δεσμούς του εφεσείοντος με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του υπόδικου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του». Οι δεσμοί λοιπόν του κατηγορούμενου με τη Δημοκρατία λαμβάνονται μεν υπόψη, όχι όμως κατ' απομόνωση αλλά στα πλαίσια του συνόλου των σχετικών παραγόντων που καθορίζει η νομολογία. Συνυπολογίζοντας λοιπόν όλα τα πιο και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψην ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, ως αυτή προκύπτει μέσα από τις συνθήκες διάπραξης τους, καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει, κρίνουμε ότι οι αμέσως προαναφερόμενοι παράγοντες δεν είναι τέτοιοι ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, το οποίο επιβάλλει την παρουσία του στην δίκη (βλ. Βασιλείου ανωτέρω). Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του και ότι η παρουσία του σε αυτήν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή οποιοδήποτε όρων. Θα προχωρήσουμε στη συνέχεια με την εξέταση του δεύτερου λόγου που αφορά την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Ως λέχθηκε στην Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164, η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση κατηγορουμένου, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης ή διάπραξης άλλου αδικήματος, εντοπίζεται στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος. Η νομολογία μας είναι εναρμονισμένη, σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα, με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Clooth v. Belgium A225, para 40 [1991] και Matznetter v. Austria, A10, p. 33 [1969]). Στην Κωνσταντινίδης ανωτέρω λέχθηκε ότι η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας. Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση, με παραπομπή στη Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, λέχθηκε ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Αρκεί εάν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος. Ως λέχθηκε περαιτέρω στη Σιακκαλής ανωτέρω πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, συμπεριφορά για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, με βάση το σύνολο του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του, περιλαμβανομένου του ιστορικού του κατηγορουμένου ή άλλων περιστάσεων (βλ επίσης και Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 503). Η πρόβλεψη λοιπόν για την ύπαρξη και αποτίμηση κινδύνων, οι οποίοι σταθμίζονται κατά την εξέταση θέματος κράτησης, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τέτοια στοιχεία είναι η συμπεριφορά του υποδίκου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή οι προηγούμενες καταδίκες του και μάλιστα όχι κατ' ανάγκη για παρόμοια αδικήματα, η πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων αλλά και τάσεις που επιδεικνύει και ανάγονται στο μέλλον και για τις οποίες μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες περιστάσεις (βλ. Χατζηδημητρίου ανωτέρω). Στη Μιχαηλίδης ν. Αστυνομία (Αρ.2)
(2006)2 Α.Α.Δ. 255 λέχθηκε ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αλλά μπορεί να συσταθμιστούν και άλλοι παράγοντες όπως η εκκρεμότητα άλλων ποινικών υποθέσεων. Το ίδιο ουσιαστικά κρίθηκε και στην Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 567 όπου λέχθηκε ότι η ύπαρξη άλλων ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν μπορεί ανάλογα με τις περιστάσεις να οδηγήσουν σε κατάληξη ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων ανεξαρτήτως της ύπαρξης προηγούμενων καταδικών. Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι και η ύπαρξη υποθέσεων υπό διερεύνηση (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 432). Στη Σιακαλλής ανωτέρω λέχθηκε επίσης ότι «η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ' ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα. Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του κατηγορούμενου ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από τη διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία». Στην προκειμένη εναντίον του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε στις 19.5.2021 η ποινική υπόθεση υπ' αρ. 3878/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην εν λόγω υπόθεση παραπονούμενη είναι και πάλι η πρώην σύζυγος του, παραπονούμενη στην παρούσα και οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει είναι αυτές της απειλής, κοινής επίθεσης κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου και παράνομης εισόδου με σκοπό την ενόχληση. Η καταγγελία για την παρούσα έγινε στις 8.9.2021. Από την κατάθεση της παραπονούμενης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, για ένα διάστημα 5 μηνών (από το Μάιο μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2021), με τη χρήση απειλών, ερχόταν κατ' επανάληψη σε συνουσία μαζί της, χωρίς τη συναίνεση αυτής. Αυτό γινόταν δε στο σπίτι που η τελευταία διέμενε με τα τέσσερα ανήλικα παιδιά τους και ενώ στις 19.5.2021, είχε εκδοθεί εναντίον του κατηγορούμενου, στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ' αρ. 3878/21, διάταγμα με το οποίο του απαγορευόταν να εισέρχεται ή να παραμένει στην οικία της παραπονούμενης (διάταγμα αποκλεισμού) όπως και να μην την πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 300 μέτρων. Το γεγονός δε ότι η παραπονούμενη δέχθηκε, παρά την ύπαρξη του ως άνω διατάγματος, ο κατηγορούμενος να διαμένει μαζί τους μέχρι να βρει άλλο χώρο διαμονής, δεν μεταβάλλει, κατά την κρίση μας, τα ανωτέρω ούτε και μειώνει τη σημασία των πράξεων του, πάντα στα πλαίσια εξέτασης και μόνο του υπό κρίση αιτήματος. Άλλωστε ως η ίδια αναφέρει, δέχθηκε αυτή τη διευθέτηση υπό τον όρο ότι θα κοιμούνταν χωριστά και δεν θα είχαν οποιεσδήποτε σεξουαλικές επαφές. Περαιτέρω κατά την ίδια περίοδο ο κατηγορούμενος την έβριζε και την απειλούσε ότι θα της κάνει κακό ή θα την σκοτώσει, προκαλώντας της φόβο. Τα πιο πάνω είναι τέτοια ώστε, κατά την κρίση μας, καταδεικνύουν τάση του κατηγορούμενου στη διάπραξη των ίδιων με την παρούσα ή άλλων αδικημάτων, γεγονός που δημιουργεί ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους. Εδώ να σημειωθεί ότι σε σχέση με το εν λόγω θέμα η συνήγορος υπεράσπισης δεν ανέφερε οτιδήποτε περί του αντιθέτου. Τέλος αναφορικά με το χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την ημερομηνία που έχει ορισθεί η παρούσα για ακρόαση, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο χρόνος για τον οποίο διατάσσεται η κράτηση υποδίκου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η κράτηση προσώπου χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται κατ' εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι προεκτάσεις της χρονικής διάρκειας της κράτησης αποτελούν θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζεται μέσα στα πλαίσια των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε περίπτωσης. Με βάση τη Χατζηδημητρίου ανωτέρω το μήκος του χρόνου πρέπει να σταθμίζεται έναντι του βαθμού της πρόβλεψης του ενδεχομένου που προορίζεται να αποτελέσει το έρεισμα κρίσης. Στα πλαίσια αυτά κρίνουμε λοιπόν ότι το χρονικό διάστημα των δύο μηνών και 10 περίπου ημερών που μεσολαβεί μέχρι τη δίκη του κατηγορούμενου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικό. Εν κατακλείδι ασκώντας τη διακριτική μας ευχέρεια εκδίδουμε διάταγμα κράτησης του κατηγορούμενου μέχρι τις 21.1.2022 που είναι ορισμένη η παρούσα υπόθεση για ακρόαση. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.