← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Τρύφωνος, Υπόθεση αρ.: 2226/2021, 25/11/2021

Δημοκρατίας ν. Τρύφωνος, Υπόθεση αρ.: 2226/2021, 25/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:38 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 2226/2021 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσας αρχής και ΧΧΧ Τρύφωνος Κατηγορούμενου ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 25.11.2021 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Τιμοθέου Για τον κατηγορούμενο: κα Ε. Λαζαρίδου, μαζί με κα Ο. Οικονόμου Κατηγορούμενος: παρών Χρέη μεταφραστή εκτελεί ο κ. Α. Χάρπας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Διαδικασία Δίκης εντός Δίκης) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά δέκα

(10)κατηγορίες, οι οποίες αφορούν στα αδικήματα: (
  1. i)της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α που απαγορεύεται (κατηγορίες 1 και 2, αντίστοιχα), (
  2. ii)της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α με σκοπό επαγωγής βλάβης, (κατηγορία 3), (iii) της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών άνευ αδείας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (κατηγορίες 4 και 5, αντίστοιχα), (
  3. iv)του πυροβολισμού με πυροβόλο όπλο εντός κατοικημένης περιοχής, (κατηγορία 6), (
  4. v)της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου και της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία (κατηγορίες 7 και 8, αντίστοιχα) και, (
  5. vi)της απειλής βιαιοπραγίας και της απειλής (κατηγορίες 9 και 10, αντίστοιχα). Όταν επιχειρήθηκε η κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω του αστ. 4797 Σ. Ανδρέου, των καταθέσεων του κατηγορούμενου, ημερ.15.3.2021 και 20.3.2021 (βλ. Τεκ. Α1 και Α2, αντίστοιχα, στη δίκη εντός δίκης) και το έντυπο υπόδειξης σκηνών (βλ. Τεκ. Α3, στη δίκη εντός δίκης), η υπεράσπιση έφερε ένσταση στην κατάθεσή τους και ζήτησε όπως διεξαχθεί δίκη εντός δίκης. Πιο συγκεκριμένα, προβλήθηκε από την υπεράσπιση η θέση ότι : «..οι καταθέσεις που επιχειρούνται να κατατεθούν ως τεκμήρια δεν είναι θεληματικές, ο κατηγορούμενος δεν είναι καλός γνώστης της ελληνικής γλώσσας. Τα όσα αναφέρονται στις καταθέσεις και στο έντυπο υπόδειξης σκηνών που επιχειρούνται να κατατεθούν δεν τα έχει αναφέρει ο κατηγορούμενος. Υπέγραψε τις καταθέσεις αυτές, ως επίσης και το έντυπο υπόδειξης σκηνών, αφού ξεγελάστηκε από τους δύο αστυφύλακες που έλαβαν τις καταθέσεις και το έντυπο υπόδειξης σκηνών, οι οποίοι του παρουσίασαν άλλο περιεχόμενο μη ενοχοποιητικό και κάτω από αυτές τις συνθήκες υπέγραψε ο κατηγορούμενος.» Ήταν η θέση της συνηγόρου του κατηγορούμενου, ότι ο τελευταίος δεν αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα, δεν διαβάζει και δεν γράφει. Επιπλέον, ότι: « . οι Ανακριτικές Αρχές έπρεπε να διορίσουν μεταφραστή ή διερμηνέα, σύμφωνα με την οδηγία 2010/64/Ε.Ε, ήτοι το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία. » Αμφότερες οι πλευρές, συμφώνησαν όπως διεξαχθεί μία δίκη εντός δίκης, σε σχέση με τη δεκτότητα και των τριών πιο πάνω εγγράφων, αφού, ως έχει αναφερθεί από μέρους της συνηγόρου του κατηγορούμενου, ο πιο πάνω λόγος ένστασης είναι ο ίδιος και ως έχει εκατέρωθεν λεχθεί, οι μάρτυρες που θα καλέσει η κάθε πλευρά, θα είναι οι ίδιοι, στην περίπτωση που διαταχθεί δίκη εντός δίκης για κάθε έγγραφο. Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του, ημερ. 21.10.2021, λαμβάνοντας υπόψη ότι στα συγκεκριμένα έγγραφα περιέχονται ενοχοποιητικές δηλώσεις, τους λόγους ένστασης, το γεγονός ότι και τα τρία πιο πάνω έγγραφα φέρουν την υπογραφή του κατηγορούμενου και τέλος, τις εκατέρωθεν θέσεις των συνηγόρων, αποφάσισε, αφενός τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης και αφετέρου, όπως διεξαχθεί μία δίκη εντός δίκης, προκειμένου να αποφασιστεί η αποδεκτότητα και των τριών πιο πάνω εγγράφων. Στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε συνολικά 4 μάρτυρες και συγκεκριμένα, τους α/αστ. XXXXX Σ. Ανδρέου, XXXXX Α. Οικονομίδη και XXXXX XXXXX Μ. Φιλίππου καθώς και την πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ΧΧΧ Στυλιανού. Στη συνέχεια έδωσε μαρτυρία ο κατηγορούμενος. Ο α/αστ. XXXXX Σ. Ανδρέου υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού και ήταν το πρόσωπο που έλαβε από τον κατηγορούμενο την κατάθεση, ημερ. 15.3.2021 (βλ. Τεκ. Α.1). Ως ανέφερε, πριν τη λήψη της πιο πάνω κατάθεσης, συνομίλησε με τον κατηγορούμενο για αρκετή ώρα, στην ελληνική γλώσσα και σε καμία περίπτωση δεν κατάλαβε ότι δεν την αντιλαμβανόταν. Περαιτέρω, ως ανέφερε, πριν την κατάθεση, τον είχε παρουσιάσει σε διαδικασία προσωποκράτησης, η οποία διεξήχθηκε στην ελληνική γλώσσα και ο κατηγορούμενος την αντιλήφθηκε πλήρως. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η εν λόγω κατάθεση, ανέφερε ότι μετά τη διαδικασία προσωποκράτησης του κατηγορούμενου, επέστρεψαν στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού όπου τον ανέκρινε για την παρούσα υπόθεση. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης αντιλήφθηκε ότι, εν μέρει, ο κατηγορούμενος παραδεχόταν τη διάπραξη των αδικημάτων. Ακολούθως, την ίδια ημέρα, κατέγραψε την κατάθεσή του, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για τα διερευνόμενα εναντίον του αδικήματα, τα οποία ήδη γνώριζε καθότι του είχε ληφθεί και προηγουμένως, άλλη ανακριτική κατάθεση. Ο κατηγορούμενος, του εξιστόρησε το όλο ιστορικό της υπόθεσης, του εξήγησε το τι έκανε ακριβώς, τι τον οδήγησε να το πράξει και ο ίδιος κατέγραφε αυτά που του ανέφερε. Η όλη διαδικασία ήταν στην ελληνική γλώσσα, την οποία ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν πλήρως. Ως ανέφερε, σε καμία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν του είπε ή του έδωσε την εντύπωση ότι δεν αντιλαμβανόταν αυτά που του έλεγε ή τη διαδικασία. Με το πέρας της κατάθεσης, την ανέγνωσε στον κατηγορούμενο και αυτός του δήλωσε ότι είναι ορθή. Τον πληροφόρησε ότι μπορεί, αν επιθυμεί, να αλλάξει οτιδήποτε με το οποίο διαφωνεί ή να κάνει οποιανδήποτε διόρθωση. Ο κατηγορούμενος, του ανέφερε, «Η κατάθεση εν σωστή, έτσι εν τα πράγματα» και την υπόγραψε. Ακολούθως, ο μάρτυρας ζήτησε από αυτόν να καταγράψει το σχετικό ιδιόχειρο λεκτικό, το οποίο, σε μία ανακριτική κατάθεση, κατά το μάρτυρα, είναι τυπικής διαδικασίας. Ως ανέφερε, από τη στιγμή που οποιοσδήποτε ύποπτος, είτε διαβάζει την κατάθεση και την υπογράφει είτε του διαβάζεται και την υπογράφει σημαίνει ότι συμφωνεί με αυτά που καταγράφονται σ' αυτήν. Ο μάρτυρας υπαγόρευσε στον κατηγορούμενο και ο τελευταίος κατέγραψε το ιδιόχειρο λεκτικό και στη συνέχεια το υπόγραψε. Ακολούθως, ο μάρτυρας πιστοποίησε την κατάθεση. Ο αστ. XXXXX Σ. Ανδρέου υπέδειξε τα σημεία, όπου ο κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή του στην πιο πάνω κατάθεση, ως επίσης υπέδειξε τη δική του υπογραφή στο τέλος της τελευταίας σελίδας, όπου υπάρχει η πιστοποίηση. Όταν του παραδόθηκε το έντυπο της κατάθεσης, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος έγραψε το ιδιόχειρο λεκτικό, με χαρακτήρες greek ‑ english και όχι στα ελληνικά. Ο μάρτυρας, ως δήλωσε, θεώρησε σωστό, ότι από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί και την είχε υπογράψει, δεν τίθετο οποιοδήποτε ζήτημα ότι κατέγραψε το λεκτικό, με τον πιο πάνω τρόπο. Διαφώνησε με το περιεχόμενο που απέδωσε στο λεκτικό η συνήγορος της υπεράσπισης, λέγοντας, αφενός, ότι ο ίδιος έχει αντιληφθεί αυτό που ο ίδιος διάβασε και αφετέρου, ότι αυτό που του ανάγνωσε η δικηγόρος είναι με τρόπο που τους συμφέρει. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος κατέγραψε και προσπάθησε να καταγράψει αυτά που του υπαγόρευε και όχι αυτά που προβλήθηκαν από τη συνήγορό του. Επιπρόσθετα, ως ανέφερε, έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος έγραψε στο ιδιόχειρο λεκτικό κάποια πράγματα που κατά την υπεράσπιση παραπέμπουν ότι δεν είναι θεληματική η κατάθεση, διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν κάποιος άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει ελληνικά, όταν του υπαγορεύει, να γράψει το ιδιόχειρο λεκτικό, να προσπαθεί να δείξει ότι τον ξεγέλασε ή ότι δεν συμφωνεί με την κατάθεσή του. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια λήψης της εν λόγω κατάθεσης, ο κατηγορούμενος ήταν πλήρως συνεργάσιμος και σε καμία περίπτωση δεν δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα. Είχε παραδεχθεί και το μόνο που τον προβλημάτιζε (τον κατηγορούμενο) ήταν οι λόγοι που τον οδήγησαν στην πράξη του, οι οποίοι εστιάζονταν στις διαφορές με τους γείτονές του. Ακολούθως, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο έντυπο υπόδειξης σκηνών (βλ. Τεκ. Α.3). Είπε συγκεκριμένα, ότι κατά τη διάρκεια της πιο πάνω ανακριτικής κατάθεσης, ο κατηγορούμενος, του ανέφερε το πώς εξελίχθηκε το όλο περιστατικό και ουσιαστικά τοποθέτησε τον εαυτό του σε διάφορες τοποθεσίες και του ανέφερε ότι, «Εγώ προτίθεμαι, αν επιθυμείτε, να σας δείξω και τα σημεία για να μπορεί η Αστυνομία να κάμει καλύτερη διερεύνηση». Αμέσως μετά, αφού ολοκληρώθηκε η κατάθεση, έβαλαν τον κατηγορούμενο σε υπηρεσιακό αυτοκίνητο και από μόνος του, τους υπέδειξε τα διάφορα σημεία που αναφέρονται στο σχετικό έντυπο. Επανέλαβε δε, ότι όλες οι συνομιλίες που αντάλλαξε με τον κατηγορούμενο ήταν στην ελληνική γλώσσα και σε καμία περίπτωση δεν μίλησαν σε οποιανδήποτε άλλη γλώσσα. Εξάλλου, ως ανέφερε, δεν υπήρχε λόγος, αφού την αντιλαμβανόταν πλήρως. Ούτε κατά τη διάρκεια της υπόδειξης σκηνών, τους εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο και περαιτέρω, όταν εισήλθαν σε υποστατικό που διαχειριζόταν στο παρελθόν ο κατηγορούμενος (μπαράκι με πισίνα), τους εξήγησε τον τρόπο που αυτό λειτουργούσε και τι τον ανάγκασε να το κλείσει. Να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας, προηγουμένως, υπέδειξε τα σημεία, στις διάφορες καταγραφές επί του εντύπου, όπου υπέγραψε ο κατηγορούμενος, ως επίσης, ο ίδιος και ο συνάδελφός του, α/αστ. XXXXX Α. Οικονομίδης. Οι καταγραφές στο έντυπο είναι οι εξής: · 1η καταγραφή - «15:00: Οι Α/Αστ. XXXXX, XXXXX αναχωρούν μαζί με τον υπόδικο Τρύφωνα Τρύφωνος για υπόδειξη σκηνών, κατόπιν δικής του επιθυμίας». · 2η καταγραφή - 15:13: Ο υπόδικος υπέδειξε την οικία με αρ. ΧΧΧ στην οδό XXXXX στο XXXXX, Λεμεσός και αφού του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε: «Εν τούτο το σπίτι που επυροβόλησα εψές». · 3η καταγραφή - 15:18: Ο υπόδικος υπέδειξε σημείο έξω από την είσοδο συγκεκριμένου κτιρίου στην οδό Λέρου και αφού του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε: «Δαμέ έδωκε μου εψές το όπλο που επυροβόλησα τζίνος ο άντρας». · 4η καταγραφή - 15:20: Ο υπόδικος υπέδειξε το βόρειο χώρο στάθμευσης συγκεκριμένου καταστήματος στην οδό Πιερίας και αφού του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε: «Δαμέ έδωκα πίσω το όπλο του άντρα που μου το έδωκε εψές μετά που έσυρα τους πυροβολισμούς». · 5η καταγραφή - 15:55: Τέλος υπόδειξης σκηνών και επιστροφή στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, επανέλαβε ότι, εξ αρχής, με τον κατηγορούμενο, μιλούσαν στην ελληνική γλώσσα, όπως συνομιλεί με οποιονδήποτε άλλο συνάνθρωπό του και σε καμία περίπτωση δεν αντιλήφθηκε ότι δεν την γνώριζε. Ο κατηγορούμενος, κατά τη λήψη της πιο πάνω κατάθεσής του, δεν χρησιμοποίησε οποιαδήποτε αγγλική λέξη. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος μιλά ως Κύπριος της Αγγλίας που έζησε, μεγάλωσε και πήγε σχολείο στην Αγγλία και δεν είναι γνώστης της ελληνικής γλώσσας. Ο κατηγορούμενος, ως δήλωσε, ομιλεί απταίστως, πεντακάθαρα, την ελληνική γλώσσα και την αντιλαμβάνεται πλήρως. Σε ερώτηση, γιατί στην ανακριτική κατάθεση, κατέγραψε πέντε σελίδες στην ελληνική γλώσσα, ενώ στις υποδείξεις σκηνών καταγράφηκε στην κυπριακή διάλεκτο, δήλωσε ότι κατέγραψε αυτολεξεί τις απαντήσεις του κατηγορούμενου. Για το κατά πόσο ρωτήθηκε ο κατηγορούμενος, αν χρειάζεται μεταφραστή, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η όλη διαδικασία έγινε στα ελληνικά και σε καμία περίπτωση δεν του έδωσε την εντύπωση ότι χρειαζόταν διερμηνέα ούτε και το ζήτησε. Του επεξηγήθηκαν και υπόγραψε τα δικαιώματα κρατουμένου, στα οποία, μεταξύ άλλων, καταγράφεται και το πιο πάνω δικαίωμά του. Ο α/αστ. XXXXX Α. Οικονομίδης, υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού και στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου (βλ. Τεκ. 3), στις 15.3.2021 έλαβε από αυτόν παρειακά επιχρίσματα, τα δακτυλικά και τα παλαμικά του αποτυπώματα. Κατά την πιο πάνω διαδικασία, είχε συνομιλήσει με τον κατηγορούμενο, στην ελληνική γλώσσα. Ως ανέφερε, τον γνωρίζει από προηγουμένως, καθότι το υποστατικό του βρίσκεται σε απόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων από την πατρική του κατοικία και όσες φορές συνομίλησαν ήταν στην ελληνική γλώσσα. Ο κατηγορούμενος δεν άφηνε υπόνοιες ότι δεν την γνωρίζει ή ότι δεν αντιλαμβανόταν τις μεταξύ τους συνομιλίες. Αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνωρίζει λίγα κυπριακά - καθημερινές λέξεις, όπως ομιλούν οι Kύπριοι της Αγγλίας. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν παρών, μαζί με τον α/αστ. XXXXX Σ. Ανδρέου, στις υποδείξεις σκηνών (βλ. Τεκ. Α.3) που προέβηκε ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος, πάντοτε ομιλούσε απταίστως την ελληνική γλώσσα και ως ανέφερε δεν είναι πρόσωπο που αφήνει υποψίες ότι δεν την αντιλαμβάνεται. Επίσης, δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο και ήταν πλήρως συνεργάσιμος. Ο α/αστ. XXXXX Μ. Φιλίππου, είναι ο ανακριτής της υπόθεσης και χειρίστηκε τον κατηγορούμενο από τη σύλληψή του μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως ανέφερε, καθ' όλη τη διάρκεια του ανακριτικού έργου, ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν και ομιλούσε πλήρως την ελληνική γλώσσα, κάτι που διαπίστωσε από την όλη επικοινωνία που είχε μαζί του. Κατά τη σύλληψή του στο χώρο εργασίας του, ο τελευταίος ενημέρωσε στην ελληνική γλώσσα συνάδελφο του, για το λόγο που θα εγκατέλειπε νωρίτερα την εργασία του. Περαιτέρω, ως ανέφερε, τόσο η διαδικασία προσωποκράτησης του κατηγορούμενου όσο και η διαδικασία παραπομπής του στο Κακουργιοδικείο, έγιναν στην ελληνική γλώσσα. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος, σε κανένα στάδιο της παρούσας υπόθεσης, δεν έχει αναφέρει ότι δεν αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα ή έχει εκφράσει επιθυμία να του παρασχεθούν οποιεσδήποτε υπηρεσίες διερμηνέα. Αν του ζητούσε κάτι τέτοιο, σίγουρα θα το έπραττε. Εξάλλου, ο ίδιος ο μάρτυρας, ως ανέφερε, είναι γνώστης της αγγλικής γλώσσας και αν του ζητούσε να ληφθεί η κατάθεση στην αγγλική γλώσσα, θα το έπραττε. Όμως, δεν του έδειξε και δεν έχει αντιληφθεί σε κανένα στάδιο ότι ο κατηγορούμενος δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. Επιπρόσθετα, ως ανέφερε, όταν η νέα συνήγορος του κατηγορούμενου επισκέφθηκε την Αστυνομία, ο μάρτυρας την πληροφόρησε ότι ο κατηγορούμενος είχε ήδη διορίσει δικηγόρο, τον ΧΧΧ Αργυρού. Τότε, συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο για να ξεκαθαρίσει ποιος είναι ο δικηγόρος του και η όλη συνομιλία διεξήχθηκε στην ελληνική γλώσσα, κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης. Ο μάρτυρας, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του παρουσίασε τα πιο κάτω έγγραφα: (
  6. i)To ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου, ημερ. 15.3.2021, το οποίο εκτέλεσε την ίδια ημέρα και ώρα 06:05 (βλ. Τεκ. 4). Ο κατηγορούμενος, όταν συνελήφθηκε, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και του επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του, απάντησε, «Εντάξει». (
  7. ii)Ημερολόγιο ενεργείας, ημερ. 15.3.2021 (βλ. Τεκ. 5). Αφορά σε ενέργειες σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, στις οποίες ο μάρτυρας προέβηκε κατά την πιο πάνω ημερομηνία, μεταξύ των ωρών 06:00 ‑ 07:00. Όταν ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για την έκδοση εντάλματος έρευνας και ότι το όχημα του θα παραλαμβανόταν για να εξεταστεί και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε, «Τσιακκάρετε το, δεν έχει τίποτε μέσα». (iii) Ημερολόγιο ενεργείας, ημερ. 15.3.2021, (βλ. Τεκ. 10). Σ' αυτό, ο μάρτυρας, καταγράφει τι του είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος στην ελληνική γλώσσα, ανακρινόμενος προφορικά από τον ίδιο, μεταξύ των ωρών 07:25-07:40. (
  8. iv)Γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου, ημερ. 15.3.2021, για έλεγχο του κινητού του τηλεφώνου (βλ. Τεκ. 11). Είναι καταγεγραμμένη στην ελληνική γλώσσα και φέρει την υπογραφή, τόσο του μάρτυρα όσο και του κατηγορούμενου. (
  9. v)Έντυπα με τίτλο «Δικαιώματα συλληφθέντων/κρατουμένων», στην ελληνική γλώσσα (βλ. Τεκ. 6 και 8), τα οποία ο μάρτυρας επέδωσε στον κατηγορούμενο και φέρουν τις υπογραφές, τόσο του μάρτυρα όσο και του κατηγορούμενου. Αναφορικά με τις χειρόγραφες σημειώσεις που υφίστανται σ' αυτά, ανέφερε ότι αφού του επεξήγησε τα δικαιώματά του, ο κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε να τα ασκήσει και έτσι σ' αυτές κατέγραψε τις σχετικές δηλώσεις. Περαιτέρω δε, ανέφερε ότι τα δικαιώματα του κατηγορούμενου, του επεξηγήθηκαν προφορικά και όταν αυτός συνελήφθηκε. (
  10. vi)Ημερολόγιο ενεργείας, ημερ. 17.3.2021 (βλ. Τεκ. 7), σχετικά με έρευνα που διενεργήθηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, κατά την πιο πάνω ημερομηνία, αφού προηγουμένως εκδόθηκε ένταλμα έρευνας (βλ. Τεκ. 9). Όταν επεξηγήθηκε στον κατηγορούμενο ο λόγος της έρευνας και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε, «Εντάξει» και όταν παραλήφθηκε δειγματοληψία υπολειμμάτων όπλου από το αυτοκίνητο, απάντησε, «Κάμετε τη δουλειά σας. Δεν έχει πρόβλημα». Οι απαντήσεις του κατηγορούμενου, δόθηκαν στην ελληνική γλώσσα. (vii) Έντυπο που φέρει τίτλο «Δικαιώματα υπόπτων/κατηγορουμένων» (βλ. Τεκ. 12), στην ελληνική γλώσσα, το οποίο έχει επιδοθεί στον κατηγορούμενο, στις 20.3.2021 και ώρα 08:40. Το πιο πάνω, φέρει την υπογραφή και του κατηγορούμενου. Σε αυτό, καταγράφεται η επιθυμία του τελευταίου να συνομιλήσει με το δικηγόρο του, ΧΧΧ Αργυρού. (viii) Ημερολόγιο ενεργείας, ημερ. 20.3.2021 (βλ. Τεκ. 13). Ως καταγράφεται σ' αυτό, ο κατηγορούμενος είχε συνομιλία με τον πιο πάνω δικηγόρο. Ως ανέφερε ο μάρτυρας, οι πιο πάνω συνομιλίες και δηλώσεις του κατηγορούμενου, έγιναν στην ελληνική γλώσσα. Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, ημερ. 20.3.2021, η οποία αποτελείται από πέντε σελίδες, λήφθηκε από τον πιο πάνω μάρτυρα και είναι καταγεγραμμένη στην ελληνική γλώσσα (βλ. Τεκ. Α.2). Ως ανέφερε ο μάρτυρας, αρχικά επεξήγησε στον κατηγορούμενο τα αδικήματα που διερευνούσε εναντίον του και αφού τα κατανόησε και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, λήφθηκε η πιο πάνω κατάθεση στην ελληνική γλώσσα, με τη μορφή ερωτοαπαντήσεων. Μετά το τέλος της κατάθεσης, πληροφόρησε τον κατηγορούμενο αν ήθελε να αναφέρει οτιδήποτε άλλο, πλην όμως, δεν επιθυμούσε. Στη συνέχεια, του διαβάστηκε η κατάθεση και αφού συμφώνησε με το περιεχόμενό της, την υπέγραψε. Στο τέλος αυτής, ο μάρτυρας προέβηκε σε σχετική χειρόγραφη πιστοποίηση, την οποία και υπόγραψε. Ως ανέφερε, ο κατηγορούμενος, καθ' όλη τη διάρκεια λήψης της ανακριτικής κατάθεσης ήταν συνεργάσιμος και απαντούσε σε όλες του τις ερωτήσεις. Ήταν ανυπόμονος και το ρωτούσε πώς θα εξελιχθεί η όλη διαδικασία σε σχέση με τον ίδιο. Δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος διαβάζει ή γράφει ελληνικά. Όταν έκανε την πιστοποίηση στην ανακριτική του κατάθεση, ο κατηγορούμενος, του ανέφερε ότι παρόλο που αντιλαμβάνεται πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, δεν γνωρίζει να γράφει πολύ καλά ελληνικά. Την κατάθεση, του την πρόσφερε να τη διαβάσει. Ο κατηγορούμενος ζήτησε από το μάρτυρα να του τη διαβάσει εκείνος, πράγμα που έπραξε και το γεγονός αυτό, το έχει καταγράψει στην κατάθεσή του. Δεν του έχει αναφέρει οποιονδήποτε λόγο για τούτο και αν το έκανε, θα το κατέγραφε, όπως έγραψε και το γεγονός ότι δεν γνωρίζει να γράφει πολύ καλά ελληνικά. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος, σε κανένα στάδιο δεν ανέφερε ότι δεν αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα ή του έχει εκφράσει την επιθυμία να του παρασχεθούν υπηρεσίες διερμηνέα. Δεν έχει αντιληφθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιλαμβανόταν την ελληνική γλώσσα. Αντιθέτως. Σε άλλο σημείο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχει εξηγήσει στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του, κατά το στάδιο της σύλληψής του προφορικά, ενώ ακολούθως, όταν τον οδήγησε στο τμήμα, του επέδωσε και γραπτώς τα δικαιώματά του, τα οποία κατανόησε. Στο σχετικό έντυπο καταγράφονται διάφορα δικαιώματα, όπως ότι πρέπει να ενημερωθεί σε κατανοητή γλώσσα. Ήταν η θέση του, ότι τον πληροφόρησε στην ελληνική γλώσσα, την οποία αντιλαμβανόταν και δεν υπήρχε λόγος να τον πληροφορήσει σε άλλη γλώσσα, αφού δεν του έδωσε την εντύπωση ότι δεν αντιλαμβανόταν. Αν του έδινε τέτοια εντύπωση, θα καλούσε διερμηνέα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, πέραν των δικαιωμάτων που του έχει δώσει στην ελληνική γλώσσα, τόσο κατά τη σύλληψή του όσο και πριν ανακριθεί, το κείμενο που αφορά τα δικαιώματα ενός κρατουμένου, όπως και οι κανόνες του κρατητηρίου, είναι σε τρεις γλώσσες γραμμένο, και συγκεκριμένα, στην ελληνική, στην αγγλική και στην τουρκική, και αναρτάται και είναι προσβάσιμο από κάθε κρατούμενο στο κελί του. Οπόταν, ως ανέφερε, είχε το δικαίωμα και σε αυτό το στάδιο να μελετήσει ξανά τα δικαιώματά του σε όποια γλώσσα τυχόν, ως ισχυρίζεται, αντιλαμβανόταν ή ακόμα και να συμβουλευτεί το δικηγόρο του και να μην δώσει κατάθεση στην ελληνική γλώσσα, αφού, ως ισχυρίζεται, δεν καταλάβαινε. Η XXX Στυλιανού, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, είναι υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος και στο πλαίσιο της μαρτυρίας της παρουσίασε τα πρακτικά της διαδικασίας προφυλάκισης του κατηγορούμενου, ημερ. 15.3.2021 (βλ. Τεκ. 14), η οποία διεξήχθηκε στην ελληνική γλώσσα. Ο κατηγορούμενος, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Σε κάποιο στάδιο δήλωσε ότι δεν μπορεί να πει οτιδήποτε στα ελληνικά. Σε μεταγενέστερο χρόνο, ανέφερε ότι χρησιμοποιεί λέξεις της καθημερινότητας, όπως π.χ. «τι κάνεις», «καλά», «καφέ», «φίλε μου». Τα άτομα που τον περιβάλλουν είναι αγγλόφωνα και έτσι δεν υφίσταται ανάγκη για περαιτέρω εκμάθηση των ελληνικών. Φοίτησε σε αγγλικό σχολείο στην Αγγλία και η μητρική του γλώσσα είναι η αγγλική. Ως προς το λόγο που βρισκόταν στην Αστυνομία, ανέφερε ότι τον πήραν από την εργασία του και του είπαν «Θα σου κάνουμε ερωτήσεις για κάτι». Τελούσε σε κατάσταση σύγχυσης και όλα έγιναν γρήγορα. Ως ανέφερε, γνώριζε ότι κάτι επεσυνέβηκε. Όταν έδωσε καταθέσεις στην Αστυνομία, ισχυρίστηκε ότι μιλούσε πάντοτε στην αγγλική γλώσσα. Σε κάποια στιγμή, ρώτησε του αστυνομικούς, «Μήπως χρειάζεται να μιλήσω με κάποιον που καταλαβαίνει καλύτερα;» και του απάντησαν ότι δεν χρειάζεται. Σε ό,τι αφορά την κατάθεση, ημερ. 15.3.2021 (βλ. Τεκ. Α.1), ο κατηγορούμενος, αφού αναγνώρισε τις υπογραφές του σε όλες τις σελίδες, είπε ότι υπόγραψε γιατί θεωρούσε ότι επρόκειτο για συνήθη διαδικασία. Δεν μπορούσε να τη διαβάσει και την υπέγραψε, καθότι θεώρησε ότι επρόκειτο για την ίδια διαδικασία που γινόταν στην εργασία του και ειδικότερα, όταν παραλαμβάνουν κάτι και υπογράφουν. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν ονομάζεται κατάθεση. Ο αστυνομικός, ως ισχυρίστηκε, δεν κατέγραψε την κατάθεση ενώπιόν του και του ανέφερε ότι κατέγραψε σ' αυτήν κάποια πράγματα. Τότε, ο ίδιος το ρώτησε αν «Υπάρχει πρόβλημα;», και αυτός του δήλωσε, «Όχι, κανένα πρόβλημα, ξέρω τη δουλειά μου, είμαι 17 χρόνια στην Αστυνομία». Ακολούθως, υπέγραψε την κατάθεση, χωρίς να γνωρίζει τι καταγράφεται σ' αυτήν, αφού, ως ισχυρίστηκε, δεν επιθυμούσε να έλθει σε διένεξη. Για το ιδιόχειρο λεκτικό που κατέγραψε στην κατάθεση, ημερ. 15.3.2021, δήλωσε ότι το κατέγραψε στην αγγλική, καθότι τελούσε υπό πίεση, και δεν γνώριζε τι κατέγραφε. Αντιλαμβανόταν τη λέξη «δεν», η οποία, ως ισχυρίστηκε, σημαίνει ότι «δεν έκανα». Ανέφερε επίσης ότι ήταν συνεργάσιμος με την Αστυνομία και θεωρούσε ότι βοηθούσε. Οι αστυνομικοί, ως ισχυρίστηκε, δεν του διάβασαν τι έγραψε στις καταθέσεις του. Του είπαν ότι είναι η σύνηθης διαδικασία και έτσι τη θεώρησε. Στην προσωποκράτηση δεν είχε δικηγόρο, ούτε είχε δικηγόρο και μεταφραστή, όταν έδινε κατάθεση. Όταν του επέδωσαν τα δικαιώματα των υπόπτων/κατηγορουμένων στα ελληνικά, δεν αντιλήφθηκε τη σημασία τους. Δεν τα διάβασε γιατί ήταν στα ελληνικά και ο αστυφύλακας δεν του τα διάβασε. Τα υπόγραψε καθότι βρισκόταν σε Αστυνομικό Σταθμό, δεν φορούσε χειροπέδες, του είπαν να υπογράψει και τα θεωρούσε ως απλά έγγραφα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν αντιλαμβανόταν όταν του έκαναν ερωτήσεις. Δήλωσε ότι τους ρώτησε, «Είστε σίγουροι ότι δεν χρειάζεται κάποιον που καταλαβαίνει αγγλικά;» και η απάντηση ήταν «Μην ανησυχείς, μην ανησυχείς, ξέρουμε τη δουλειά μας». Τότε, τους είπε «Εντάξει», δείχνοντας εμπιστοσύνη στους αστυνομικούς. Αναφέρθηκε επίσης στη συνομιλία που είχε με τον αστυφύλακα Μ. Φιλίππου, στο χώρο του υποστατικού του στην οδό XXXXX. Σε σχέση με πολυάριθμα έγγραφα που υπέγραψε, στο πλαίσιο του ανακριτικού έργου, τα προσομοίασε με τη διαδικασία υπογραφής εγγράφων σε τράπεζα, όπου δεν τα ελέγχει. Για το κατά πόσο εξέφρασε οποιουσδήποτε προβληματισμούς ή ανησυχίες στον οποιονδήποτε, είπε ότι σε κάποια στιγμή ένιωσε πίεση, αφού υπήρχαν 6 ή 7 αστυνομικοί γύρω του. Ανέφερε δε ότι είχε ρωτήσει μήπως χρειάζεται κάποιον που να μπορεί να του εκφράσει πιο καλά στα αγγλικά και του απάντησε «Όχι, όχι, όχι, είναι εντάξει, ξέρω τη δουλειά μου». Αναφορικά με την κατάθεση, ημερ. 20.3.2021 (βλ. Τεκ. Α.2), αναγνώρισε ότι, πράγματι, την υπέγραψε, πλην όμως δεν ανέφερε τα όσα καταγράφονται σ' αυτήν. Ο αστυνομικός, του ανέφερε ότι θα πρέπει να γίνει εκ νέου, δακτυλογραφημένη και όταν το έπραξε, την υπέγραψε. Πάντοτε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, όπως είπε, όταν τελείωσαν οι καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, δεν τις διάβασε και δεν έχει ιδέα αν του τις διάβασαν ή όχι. Τις υπέγραψε γιατί δεν ένιωσε απειλή, θεωρούσε ότι βοηθούσε και έτσι τις υπόγραψε. Σε σχέση δε με τις υποδείξεις σκηνών, ήταν η θέση του, ότι πράγματι τον μετέφεραν σε συγκεκριμένο χώρο. Δεν του τοποθέτησαν χειροπέδες, δεν ανησυχούσε και θεωρούσε ότι τον μετέφεραν στο σπίτι του. Όταν έφτασαν στο σπίτι του, τους ανέφερε, «Αυτό είναι το σπίτι μου» και όταν κάποιος από τους αστυνομικούς, τον ρώτησε «Αυτό;», του αποκρίθηκε, λέγοντας, «Είναι του γείτονά μου». Στη συνέχεια, τον μετέφεραν στον αστυνομικό σταθμό. Ήταν η θέση του ότι δεν ανέφερε, «Αυτό είναι το σπίτι που πυροβόλησα», αλλά ότι, «Αυτό είναι το σπίτι μου». Τέλος, ως προς το λόγο που δεν ζήτησε διερμηνέα όταν παρουσιάστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για πρώτη φορά, δήλωσε ότι δεν αντιλαμβανόταν τη διαδικασία και δεν επιθυμούσε να αμφισβητήσει τον οποιοδήποτε. Ήθελε, ως ανέφερε, να ήταν ήσυχος και βοηθητικός. Στο πλαίσιο των αγορεύσεων, η συνήγορος του κατηγορούμενου, για τους λόγους που έχει επεξηγήσει, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδεχτεί τα τρία πιο πάνω έγγραφα. Ήταν η θέση της, ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιλαμβάνεται και δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα και συνεπώς, οι καταθέσεις θα έπρεπε να του ληφθούν με τη βοήθεια διερμηνέα και το έντυπο υπόδειξης σκηνών θα έπρεπε να του είχε μεταφραστεί. Τονίζουμε ότι έχουμε μελετήσει ενδελεχώς το σύνολο της γραπτής αγόρευσης της υπεράσπισης και επισημαίνουμε ότι, στο βαθμό που σ' αυτήν τίθενται θέματα που εκφεύγουν του πλαισίου της επίδικης ένστασης ή και της δίκης εντός δίκης ή που επιχειρείται, μέσω των αγορεύσεων, η προσαγωγή μαρτυρίας, οι σχετικές αναφορές δεν θα ληφθούν υπόψη. Εκ διαμέτρου αντίθετη, ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Ήταν η θέση της, ότι ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται και ομιλεί πλήρως την ελληνική γλώσσα και τα όσα καταγράφονται στις δύο ανακριτικές του καταθέσεις, αλλά και στο έντυπο υπόδειξης σκηνών, δόθηκαν με την ελεύθερη βούλησή του και σε καμιά περίπτωση δεν καταστρατηγήθηκε οποιοδήποτε δικαίωμά του. Τέλος, εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν ξεγελάστηκε από τους αστυνομικούς, τόσο κατά τη λήψη των ανακριτικών καταθέσεων όσο και κατά την υπογραφή του εντύπου υπόδειξης σκηνών και ούτε και του παρουσιάστηκε άλλο περιεχόμενο, μη ενοχοποιητικό. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή, πως σε κάθε περίπτωση είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει θετικά και πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, ότι στοιχεία μαρτυρίας που επιχειρεί να προσκομίσει στο Δικαστήριο δεν μολύνονται από αντισυνταγματική, παράνομη ή άλλως πως, επιλήψιμη ενέργεια ή παράλειψη της Αστυνομίας. Θα προσεγγίσουμε τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί στη δίκη εντός δίκης προκειμένου να αποφασίσουμε τα επίδικα θέματα, έχοντας πάντα κατά νου, ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ειδικότερα, των κατηγορουμένων. Αυτή η αναγκαιότητα επιβάλλει περιορισμούς στο σχολιασμό της μαρτυρίας, αλλά και στη διατύπωση ευρημάτων (βλ. Ioannides v. The Republic
(1968)2 Α.Α.Δ. 169, Petri v. The Police
(1968)2 Α.Α.Δ. 40). Συνεπώς, η αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα γίνει υπό το φως της Νομολογίας και θα περιοριστεί στα απολύτως απαραίτητα ώστε να καλυφθούν με επάρκεια οι ανάγκες των επιδίκων θεμάτων που τέθηκαν στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και τίποτε άλλο (βλ. Στυλιανού ν. Δημοκρατίας κ.ά., ECLI:CY:AD:2018:B534, Ποιν. Έφ. 268/2015, ημερ. 13.12.2018). Η δίκη εντός δίκης είναι αυτοτελής διαδικασία. Κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που ακούστηκε εντός αυτής και μόνο, και δεν υπάρχει δυνατότητα αξιολόγησης σε αυτή, μαρτυρίας που έχει προσαχθεί στην κυρίως δίκη για να καταλήξει ένα Δικαστήριο σε ευρήματα (βλ. Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη
(1997)2 Α.Α.Δ. 177). Έχουμε εξετάσει με ιδιαίτερη ενδελέχεια το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας. Τονίζουμε, ότι θα προσεγγίσουμε την ενώπιόν μας μαρτυρία για να καλυφθούν μόνο οι ανάγκες των επίδικων θεμάτων που τέθηκαν στη δίκη εντός δίκης, αφήνοντας ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των προσώπων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης, Σ. Ανδρέου, Α. Οικονομίδης και Μ. Φιλίππου, παρουσίασαν στο Δικαστήριο μία ολοκληρωμένη, σταθερή, συνεπή και πειστική εκδοχή των επίδικων γεγονότων που σχετίζονται με τις συνθήκες λήψης των επίδικων καταθέσεων (βλ. Τεκ. Α1 και Α2) και τις υποδείξεις σκηνών (βλ. Τεκ. Α.3). Τα πιο πάνω πρόσωπα δεν υπέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθ' οιονδήποτε τρόπο για ό,τι αποτελεί ζητούμενο στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Τα όσα ανέφεραν παρέμειναν ακλόνητα και γενικότερα διαπιστώνουμε ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν παρουσιάζει αντιφάσεις, κενά ή αδυναμίες και την αποδεχόμαστε. Τα ίδια ισχύουν και για την XXX Στυλιανού, Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, αφού δεν αντεξετάστηκε. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της. Υπεισερχόμαστε τώρα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Ήταν η θέση του, ότι πάντοτε μιλούσε στα αγγλικά στους πιο πάνω τρεις μάρτυρες - αστυνομικούς και ότι δεν μπορεί να πει τίποτε στα ελληνικά. Καταρχήν επισημαίνεται ότι, ουδέποτε έχει τεθεί στους πιο πάνω μάρτυρες για σχολιασμό, η πιο πάνω θέση του κατηγορουμένου ότι πάντα τους μιλούσε στα αγγλικά. Στον α/αστ. XXXXX Ανδρέου υποβλήθηκε ότι «ο κατηγορούμενος μιλά όπως ένας Εγγλεζοκυπραίος που έζησε, μεγάλωσε και πήγε σχολείο στην Αγγλία και δεν είναι γνώστης της ελληνικής γλώσσας», ενώ στον α/αστ. XXXXX Οικονομίδη υποβλήθηκε ότι «ο κατηγορούμενος γνωρίζει λίγα κυπριακά, όπως αυτά που μιλούν οι Εγγλεζοκυπραίοι που έρχονται στην Κύπρο, καθημερινές λέξεις». Όχι όμως ότι τους μιλούσε πάντα στα αγγλικά. Επίσης, εκείνο που ουσιαστικά τέθηκε στον α/αστ. XXXXX Ανδρέου και στον α/αστ. XXXXX Φιλίππου είναι ότι δεν γίνεται, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος είναι αγγλοκύπριος, να μην έχει πει στις καταθέσεις του, ούτε μία λέξη στα Αγγλικά. Με τους πιο πάνω μάρτυρες βεβαίως να είναι επί του θέματος σαφείς, ότι όλες οι συνομιλίες τους με τον κατηγορούμενο ήταν στα ελληνικά και ότι ο κατηγορούμενος ομιλεί και αντιλαμβάνεται πλήρως την ελληνική γλώσσα. Εξάλλου, να μην διαφεύγει ότι ο α/αστ. XXXXX Α. Οικονομίδης, μίλησε με τον κατηγορούμενο σε φιλικό επίπεδο, πάντα στα ελληνικά, αφού γνωρίζονταν από προηγουμένως, καθότι ήταν γείτονες. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο κατηγορούμενος, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι δεν αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα και δεν μπορεί να πει οτιδήποτε σ' αυτήν. Ακολούθως, σε κάποιο στάδιο, διαφοροποιήθηκε, δηλώνοντας ότι γνωρίζει λέξεις της καθημερινότητας. Πέρα δε τούτου, αποδέχτηκε ότι ανακρίθηκε προφορικά, στις 15.03.21 (βλ. Τεκ. 10) στην ελληνική γλώσσα - χωρίς να διαφεύγει η αναφορά του ότι τον ρώτησαν πράγματα που μπορούσε να καταλαβαίνει. Περαιτέρω, δεν αρνήθηκε ουσιαστικά ότι η συνομιλία του με τον α/αστ. XXXXX Μ. Φιλίππου, κατά την επίσκεψη σε υποστατικό του στην οδό XXXXX έγινε στα ελληνικά, λέγοντας ουσιαστικά, ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν ήταν καθημερινές. Παρεμβάλλουμε εδώ, ότι σε συνομιλία με τον κατηγορούμενο στο εν λόγω υποστατικό, αναφέρθηκε και ο α/αστ. XXXXX Σ. Ανδρέου και καθόλου δεν αμφισβητήθηκε όταν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, στην ελληνική γλώσσα, τους είπε για το μπαράκι με πισίνα που διατηρούσε εκεί, για τον τρόπο που το λειτουργούσε και τι τον ανάγκασε να το κλείσει. Πέρα δε τούτου, με βάση την αποδεκτή και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, όταν η συνήγορος του κατηγορούμενου, τον επισκέφθηκε, ενώ τελούσε υπό κράτηση, για να ξεκαθαρίσει ποιος θα είναι ο δικηγόρος του, η όλη συνομιλία διεξήχθηκε στην ελληνική γλώσσα. Περαιτέρω, ως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερ. 15.3.2021 (βλ. Τεκ. 14), στο πλαίσιο της διαδικασίας προφυλάκισης του κατηγορούμενου η όλη διαδικασία διεξήχθη στην ελληνική γλώσσα. Με βάση το εν λόγω πρακτικό, εξηγήθηκε η διαδικασία στον κατηγορούμενο και του έχει αναφερθεί από το Δικαστήριο ότι επιζητείται η κράτησή του για οχτώ μέρες και ρωτήθηκε αν έχει ένσταση. Η απάντησή του ήταν «Πιο λίγο δεν γίνεται;». Συνεπώς, όχι μόνο αντιλήφθηκε τη διαδικασία, αλλά ρώτησε ευθέως κατά πόσο μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για λιγότερες μέρες. Ακολούθως, η διαδικασία συνεχίστηκε με την κατάθεση του α/αστ. Σ. Ανδρέου και αφού ο μάρτυρας ολοκλήρωσε, το Δικαστήριο ρώτησε τον κατηγορούμενο, αν επιθυμεί να υποβάλει ερωτήσεις στο μάρτυρα, με τον κατηγορούμενο να απαντά «Όχι». Επίσης, το Δικαστήριο το ρώτησε αν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας και αυτός απάντησε «Είχα covid πριν 5 μέρες». Αντεξεταζόμενος, δήλωσε ότι δεν θυμόταν τι ανέφερε στο Δικαστήριο, κατ' εκείνη την ημέρα. Όταν του υποβλήθηκε ότι στο στάδιο της διαδικασίας προσωποκράτησης, ρώτησε το Δικαστήριο κατά πόσο μπορούν να μειωθούν οι ημέρες της κράτησης, απάντησε «Δεν ξέρω ποιος ήταν, κάποιος μου εξηγούσε τι με ερωτούσαν πριν καν φτάσω εκεί και τους είπα «Ρωτήστε τους αν μπορούν πιο λίγος χρόνος, λόγω της δουλειάς μου.».» Εμφανής η προσπάθεια υπεκφυγής από την ουσία, έχοντας υπόψη τα αδιαμφισβήτητα πρακτικά, ότι είναι ο ίδιος που απάντησε στο Δικαστήριο, κατόπιν σχετικής ερώτησης και όχι κάποιος άλλος. Ας σημειωθεί ότι σε κανένα μάρτυρα δεν υποβλήθηκε από την υπεράσπιση η πιο πάνω θέση. Όταν ρωτήθηκε, γιατί δεν ζήτησε διερμηνέα, όταν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπως είπε «Είναι όπως σαν να είσαι μες τα πρόβατα, πας με το κοπάδι. Ποιος ήμουν εγώ να αμφισβητήσω κάποιον; Ήθελα να ήμουν ήσυχος και να είμαι βοηθητικός.». Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος εκπροσωπείτο από δικηγόρο και ουδέν αίτημα υποβλήθηκε. Το να ζητούσε τη βοήθεια διερμηνέα, δεν θα δυσχέραινε τη διαδικασία. Σε μεταγενέστερο στάδιο, κατόπιν σχετικού αιτήματος της νέας δικηγόρου του, το Δικαστήριο του παρείχε τη βοήθεια διερμηνέα. Και κάτι ακόμη. Η διαδικασία παραπομπής της παρούσας υπόθεσης από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο Κακουργιοδικείο, διεξήχθηκε στην ελληνική γλώσσα και ο κατηγορούμενος εκπροσωπείτο, τόσο από τον προηγούμενο όσο και από τη νυν δικηγόρο του. Ως εδώ. Ήταν η θέση του, ότι θεώρησε τη διαδικασία συνήθη, ότι βοηθούσε και έτσι υπέγραψε τις καταθέσεις. Κατ' αρχήν, ο ισχυρισμός, ότι του ανέφεραν ότι είναι κάτι συνηθισμένο, δεν τέθηκε σε κανένα μάρτυρα-αστυφύλακα για σχολιασμό. Στο στάδιο τούτο υπενθυμίζουμε ότι ο λόγος που έφερε ένσταση η συνήγορός του στην κατάθεση των τριών εγγράφων, ήταν διότι αυτός δεν αντιλαμβανόταν την ελληνική γλώσσα και του παρουσίασαν άλλο περιεχόμενο, μη ενοχοποιητικό και έτσι, κάτω από αυτές τις συνθήκες, υπέγραψε τα έγγραφα. Έπειτα, ανεξάρτητα τούτου, η πιο πάνω θέση του κατηγορούμενου δεν γίνεται αποδεχτή, για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη στις 15.3.2021, η ώρα 06:05, στην εργασία του (βλ. Τεκ. 4), το όχημα του σφραγίστηκε και φορτώθηκε σε πλατφόρμα, παρουσία του και οδηγήθηκε στην Αστυνομία (βλ. Τεκ. 5). Εκεί υπέγραψε τα δικαιώματα συλληφθέντων/κρατουμένων, στις 07:10 (βλ. Τεκ. 6) και τα δικαιώματα υπόπτων /κατηγορούμενων, στις 07:20 (βλ. Τεκμ. 8). Ανακρίθηκε προφορικά μεταξύ των ωρών 07:25-07:40 (βλ. Τεκ.10) και η ώρα 09:05 υπέγραψε συγκατάθεση, για λήψη μετρήσεων κ.λ.π. (βλ. Τεκ. 3). Ακολούθησε η έρευνα στο αυτοκίνητό του, στην παρουσία του (βλ. τεκμ. 7). Επίσης οδηγήθηκε από την Αστυνομία στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος κράτησής του και όπως ήδη αναφέρθηκε, αντιλήφθηκε πλήρως τη διαδικασία, ενώ το Δικαστήριο διέταξε την κράτησή του για 7 μέρες. Στις 15.3.2021 έδωσε κατάθεση (βλ. Τεκ. Α.1) και ακολούθως, την ίδια μέρα, προέβη σε υπόδειξη σκηνών (βλ. Τεκ. Α3). Αργότερα, υπέγραψε τη γραπτή συγκατάθεση (βλ. Τεκ. 11), προκειμένου να ελεγχθεί το κινητό του τηλέφωνο. Η δε κατάθεσή του (βλ. Τεκ. Α2), δόθηκε στις 20.3.2021, δηλαδή, ενώ βρισκόταν ήδη υπό κράτηση, για περίοδο 5 ημερών και αφού υπέγραψε την ίδια μέρα, προηγουμένως, τα δικαιώματα υπόπτων/κατηγορούμενων (βλ. Τεκ. 12). Ευλόγως γεννάται το ερώτημα. Τι το σύνηθες σε όλα αυτά, λαμβανομένου υπόψη ότι συνελήφθη και εκδόθηκε διάταγμα κράτησης του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού; Και πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεται ότι δεν αντιλήφθηκε τι γινόταν και ουσιαστικά ότι απλά υπέγραφε έγγραφα, χωρίς να γνωρίζει τι ήταν; Η σύγκριση που επιχείρησε ο κατηγορούμενος των υπογραφών του επί των επιδίκων εγγράφων, είτε με έγγραφα που υπογράφουν στην εργασία του όταν παραλαμβάνουν πράγματα, είτε με έγγραφα που υπογράφονται σε τράπεζα, προκειμένου να δικαιολογήσει την υπογραφή των διάφορων εγγράφων στην Αστυνομία, κρίνεται κατ' ελάχιστον, ως ατυχής. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Πάντως, εδώ θεωρούμε ότι θα πρέπει ν' αναφερθεί, παρενθετικά, ότι ουδέποτε τέθηκε σε οποιοδήποτε μάρτυρα η θέση, πως ο κατηγορούμενος ρώτησε αν χρειάζεται κάποιον που να καταλαβαίνει αγγλικά και στην ουσία του απάντησαν αρνητικά, όπως ισχυρίστηκε στην αντεξέτασή του. Αν και δεν μπορεί να μην σημειωθεί ότι μιλούμε για μια θέση γενική και αόριστη, χωρίς αναφορά σε ποιόν ακριβώς αστυνομικό είπε αυτό το πράγμα και πότε. Ανεξάρτητα όμως τούτου, να σημειωθεί περαιτέρω, ότι σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, όταν υπέβαλε το ερώτημα, η απάντηση που έλαβε ήταν ότι δεν είναι ανάγκη, σε κάποιο άλλο σημείο ανέφερε πως του απάντησαν να μην ανησυχεί και ξέρουν τη δουλειά τους, ενώ κάπου αλλού είπε ότι η απάντηση που του δόθηκε ήταν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και καταλαβαίνουν. Κατέθεσε δηλαδή τρεις διαφορετικές εκδοχές, ως προς τι του απάντησαν, με αποτέλεσμα, ούτως ή άλλως, η θέση του ότι ρώτησε αυτό το πράγμα να παραμένει νεφελώδης. Αναφερόμενος στο ιδιόχειρο λεκτικό που κατέγραψε στην κατάθεση, ημερ. 15.3.2021, δήλωσε ότι τελούσε υπό πίεση και δεν γνώριζε τι κατέγραφε. Ευλόγως γεννάται το ερώτημα. Τί τελικά θεωρούσε ο κατηγορούμενος; Επρόκειτο για μία συνήθη διαδικασία όπου δεν ένιωθε απειλή και θεωρούσε ότι βοηθούσε ή ότι ήταν υπό πίεση και δεν γνώριζε τι κατέγραφε; Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι, όταν τον πήρε η Αστυνομία από τη δουλειά, «. ήμουν συγχυσμένος, έγιναν όλα γρήγορα. Γνώριζα κάτι έγινε, είπα πού ήμουν, με πήραν στη Αστυνομία, πήραν τα δακτυλικά μου αποτυπώματα, μου πήραν κάτι άλλο, δεν ξέρω πώς ονομάζεται, έβαλαν κάτι στο κεφάλι μου, στο πρόσωπό μου, δεν ξέρω. Βασικά αυτά έγιναν. ». Αναφορά, που προφανώς συνηγορεί με πλήρη αντίληψη του τι γινόταν και ότι ακριβώς είχε συλληφθεί, σε αντίθεση με ό,τι προσπάθησε να προωθήσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, όπου, μεταξύ άλλων, δήλωσε πως όταν τον πήραν από το ξενοδοχείο νόμιζε ότι το όλο ζήτημα τελείωσε. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι την κατάθεση, ημερ. 15.3.2021 (βλ. Τεκ. Α.1), ο αστυφύλακας την έγραψε κάπου αλλού, του την έφερε και του είπε να υπογράψει, καθώς επίσης ότι ρώτησε τον αστυφύλακα αν υπάρχει πρόβλημα και του απάντησε αρνητικά, λέγοντας του ότι είναι 17 χρόνια στην Αστυνομία και ξέρει τη δουλειά του, θα πρέπει ν' αναφερθεί, κατ' αρχήν, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν υποβλήθηκαν ποτέ στον α/αστ.4797 Ανδρέου για σχολιασμό. Ανεξάρτητα των ανωτέρω, η συνήγορός του, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, του υπέβαλε την εξής ερώτηση: «Όταν τελείωσαν οι καταθέσεις που έδωσες στην Αστυνομία τις διάβασες;», με τον ίδιο να απαντά «Όχι». Άρα, θέση της υπεράσπισης ήταν εδώ σαφώς, ότι ο ίδιος έδωσε τις καταθέσεις. Παρεμβάλλουμε εδώ, πριν προχωρήσουμε περαιτέρω, ότι σε αμέσως επόμενη, της πιο πάνω, ερώτηση, είπε ότι δεν έχει ιδέα αν του διάβασαν τις καταθέσεις, αφήνοντας ουσιαστικά τη θέση του επί του συγκεκριμένου σημείου μετέωρη. Στο στάδιο τούτο υπενθυμίζουμε ότι η ένσταση στην κατάθεση των τριών εγγράφων, από μέρους της συνηγόρου του κατηγορούμενου, εστιάζεται στο ότι οι αστυφύλακες, που έλαβαν τις δύο καταθέσεις και κατέγραψαν τις δηλώσεις του κατηγορούμενου κατά την υπόδειξη των σκηνών, παρουσίασαν σ' αυτόν άλλο περιεχόμενο, μη ενοχοποιητικό, από αυτό που καταγράφεται, ενόψει του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιλαμβανόταν την ελληνική γλώσσα. Πέραν των πιο πάνω, η κατάθεση του κατηγορούμενου, ημερ. 15.3.2021 (βλ. Τεκ. Α.1), αποτελείται από έξι σελίδες και καταγράφονται ισχυρισμοί. Γίνεται αναφορά σ' αυτήν, στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με τους γείτονές του, ως επίσης και στις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβηκε. Δεν μπορεί συνεπώς να γίνει δεκτό ότι στην ουσία ο συγκεκριμένος αστυφύλακας έγραψε μια φανταστική ιστορία, αποτελούμενη από έξι σελίδες, με πληροφορίες που μόνον κάποιος που έζησε τα πράγματα θα μπορούσε να γνωρίζει και παρουσίασε στον κατηγορούμενο περιεχόμενο άλλο, ο οποίος την υπόγραψε. Τώρα, ως προς το ιδιόχειρο λεκτικό που κατέγραψε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση, ημερ. 15.3.2021 (βλ. Τεκ. Α.1), δήλωσε ότι το κατέγραψε στα αγγλικά για να μπορεί κάποιος να το διαβάσει και να καταλάβει ότι δεν γνώριζε τι έγραφε ο αστυνομικός. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν εξήγησε τι ακριβώς έχει καταγράψει με το πιο πάνω ιδιόχειρο λεκτικό. Πέρα δε τούτου, ο κατηγορούμενος αναφερόμενος, στο πιο πάνω, δήλωσε ότι από αυτό αντιλαμβανόταν τη λέξη «δεν» που κατά τον ίδιο σημαίνει ότι «δεν το έκανα». Δεν έχει επεξηγήσει το λόγο που κατά τον ίδιο ανέγραψε τη λέξη «δεν» στο συγκεκριμένο ιδιόχειρο πρακτικό, λαμβανομένων υπόψη των όσων ισχυρίστηκε ότι θεωρούσε τη διαδικασία σύνηθη και ότι επέδειξε εμπιστοσύνη στις Αστυνομικές Αρχές και κυρίως, ότι του παρουσιάστηκε η κατάθεση και ο ίδιος την υπέγραψε, χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό της. Ο κατηγορούμενος, σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης, προώθησε τη θέση ότι υπέγραψε το έντυπο υπόδειξης σκηνών (βλ. Τεκ. Α.3), καθότι ήταν άυπνος για περισσότερο από 20 ώρες και ήθελε να μεταβεί στο σπίτι του. Τα όσα πιο πάνω προέβαλε, εκφεύγουν του πλαισίου της δίκης εντός δίκης. Πέρα δε τούτου, η πιο πάνω αναφορά του δεν συνάδει με το τι προηγήθηκε και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ότι νωρίτερα την ίδια ημέρα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε διάταγμα κράτησής του για 7 ημέρες, οπότε δεν μπορούσε να πάει στην οικία του. Ο κατηγορούμενος, αναφερόμενος στο έντυπο υπόδειξης σκηνών (βλ. Τεκ. Α.3), ισχυρίστηκε πως, όταν οι αστυνομικοί το μετέφεραν στο σπίτι του, τους είπε «Ε, είναι το σπίτι μου». Στο σπίτι του γείτονά του, αντιλήφθηκε να υπάρχει κίτρινη ταινία και τους ανέφερε, «Α, είναι εδώ που όλα αυτά έγιναν; Το κίτρινο το πράγμα τι είναι;» Οι αστυνομικοί δεν του απάντησαν. Υπόγραψε το έντυπο όταν πήγαν πίσω στο σταθμό. Αυτά τα πράγματα, να τονίσουμε, ακούστηκαν για πρώτη φορά στη δική του μαρτυρία και δεν υποβλήθηκαν ποτέ είτε στον α/αστ. 4797 Ανδρέου, είτε στον α/αστ. XXXXX Οικονομίδη, οι οποίοι ήταν παρόντες κατά την υπόδειξη των σκηνών. Από εκεί και πέρα, θα πούμε ότι ο ισχυρισμός του, σε υποβολή ότι η υπόδειξη σκηνών όπου διαπράχθηκαν τα αδικήματα έγινε με δική του επιθυμία, ότι εκείνη την ώρα δεν είχε να κάνει τίποτε με εγκλήματα, δεν γίνεται αποδεκτός. Η αναχώρηση των αστυφυλάκων μαζί με τον ίδιο από το σταθμό για σκοπούς υποδείξεων σκηνών έγινε στις 15:00 και έχει με λεπτομέρεια αναφερθεί ανωτέρω, τι είχε προηγηθεί από την ώρα που συνελήφθη η ώρα 06:05. Υπενθυμίζεται επίσης, ότι ο κατηγορούμενος, νωρίτερα την ημέρα εκείνη τέθηκε υπό κράτηση από το Δικαστήριο για περίοδο 7 ημερών για σκοπούς διερεύνησης της συγκεκριμένης υπόθεσης και συγκεκριμένων αδικημάτων. Άρα, η θέση του, ότι κατ' εκείνη την στιγμή δεν είχε να κάνει τίποτε με εγκλήματα και ότι θεωρούσε ότι τον μετέφεραν στο σπίτι του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά περί τίνος επρόκειτο και οι υποδείξεις σκηνών, οι οποίες, να σημειωθεί, αφορούσαν σε τρεις διαφορετικούς χώρους, έγιναν εν συνεχεία τόσο σχετικών αναφορών στην κατάθεση ημερ. 15.3.2021 για συγκεκριμένους χώρους όσο και της δήλωσης στην κατάθεση του, ότι είναι έτοιμος να συνεργαστεί με την Αστυνομία, αλλά και της δήλωσής του προς τον α/αστ. XXXXX Ανδρέου - που δεν αμφισβητήθηκε ότι την έχει κάνει -, ότι προτίθεται να δείξει τα σημεία που έκανε αναφορά για να μπορεί η Αστυνομία να κάνει καλύτερη διερεύνηση. Για την κατάθεση, ημερ. 21.3.2021 (βλ. Τεκ. Α.2), ισχύουν επί της ουσίας όσα έχουμε αναφέρει για την κατάθεση, ημερ. 15.3.2021 (βλ. Τεκ. Α.1). Δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του κατηγορούμενου ότι ο αστυφύλακας, του ανέφερε ότι θα πρέπει να γίνει εκ νέου η κατάθεση, δακτυλογραφημένη και όταν το έπραξε, την υπέγραψε. Στο στάδιο τούτο επισημαίνεται ότι δεν υποβλήθηκε στον α/αστ. XXXXX Φιλίππου αυτή η θέση για σχολιασμό, ενώ στην κυρίως εξέταση του κατηγορούμενου, αντίθετα, ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι ο ίδιος έδωσε την κατάθεση, και εκτός του ότι εκφεύγει από το πλαίσιο της ένστασης που έχει τεθεί από την υπεράσπιση και αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας - έχουμε εξηγήσει ανωτέρω -, θα πούμε και εδώ ότι δεν υπάρχει καμία λογική στην προβαλλόμενη από τον κατηγορούμενο θέση. Η κατάθεση ημερ. 21.3.2021 (βλ. Τεκ. Α.2) αποτελείται από πέντε σελίδες και καταγράφονται σε αυτήν συγκεκριμένες απαντήσεις του κατηγορούμενου σε ερωτήσεις που του έγιναν. Ας σημειωθεί ότι αυτός αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι πριν την κατάθεση είδε και μίλησε με το δικηγόρο του, στα αυτοκίνητα που κατέχει, στα κινητά τηλέφωνα που κατέχει και για πόσο καιρό τα χρησιμοποιεί, πού εργάζεται, στα κυνηγετικά όπλα που κατέχει και ακόμη, ότι το κλειστό σύστημα παρακολούθησης της οικίας του ήταν χαλασμένο 4 μέρες και ότι ειδοποίησε την εταιρεία για να το επιδιορθώσει, και γενικότερα σε στοιχεία και πληροφορίες που μόνον ο ίδιος θα μπορούσε να γνωρίζει. Τονίζεται δε, ότι η υπεράσπιση δεν έχει καθόλου σχολιάσει τα στοιχεία αυτά ή έχει αμφισβητήσει ότι αυτά ισχύουν. Από εκεί και πέρα, κάνει αναφορά σε ισχυρισμούς, παρέχοντας αρκετές λεπτομέρειες. Δεν μπορεί συνεπώς να γίνει δεκτό ότι στην ουσία, ο αστυφύλακας έγραψε σε μια κατάθεση, αποτελούμενη από πέντε σελίδες, ό,τι ήθελε, και την παρουσίασε απλά στον κατηγορούμενο, ο οποίος την υπόγραψε. Δεν γίνεται αποδεχτή η θέση του κατηγορούμενου ότι ουσιαστικά υπέγραψε χωρίς να ξέρει γιατί, απλά επειδή ήταν ήρεμοι και δεν τον απειλούσαν. Υπενθυμίζουμε ότι η συγκεκριμένη κατάθεση δόθηκε στις 20.03.21, ενώ δηλαδή ο κατηγορούμενος τελούσε ήδη υπό κράτηση για πέντε μέρες για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης και αφού προηγουμένως συναντήθηκε και είχε συνομιλία με το δικηγόρο του, ΧΧΧ Αργυρού (βλ. Τεκ. 13). Οι ισχυρισμοί του, επί των ουσιωδών γεγονότων, για ό,τι αποτελεί ζητούμενο στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης, δεν παρουσιάζουν σταθερότητα και συνέπεια. Ούτε και σε σχέση με τις θέσεις που προβλήθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Περαιτέρω σημειώνουμε πως, κάποιες ουσιώδεις θέσεις που πρόβαλε κατά τη μαρτυρία του δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας για να τις σχολιάσουν. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία του κατηγορούμενου, για ό,τι αποτελεί ζητούμενο στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης, δεν γίνεται αποδεχτή. Συνεπώς, τα γεγονότα που αφορούν τους σκοπούς της δίκης εντός δίκης, διαδραματίστηκαν όπως τα περιέγραψαν οι τρεις πιο πάνω αστυφύλακες. Ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται και ομιλεί πλήρως την ελληνική γλώσσα και καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο συνομιλούσε με τους τρεις πιο πάνω αστυνομικούς, στα ελληνικά. Δεν πρόκειται για πρόσωπο που αφήνει οποιεσδήποτε υπόνοιες ότι δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Γι' αυτό και οι επίδικες καταθέσεις (βλ. Τεκ. Α.1 και Α.2), λήφθηκαν στην ελληνική γλώσσα και σ' αυτές καταγράφονται τα όσα ο ίδιος ανέφερε στους αστυφύλακες. Οι τελευταίοι, δεν παρουσίασαν στον κατηγορούμενο περιεχόμενο άλλο, από αυτό που καταγράφεται στις καταθέσεις. Περαιτέρω, στο σχετικό έντυπο (βλ. Τεκ. Α.3), καταγράφονται ακριβώς οι αναφορές του κατηγορούμενου προς τους αστυφύλακες, στην ελληνική γλώσσα, κατά την υπόδειξη των σκηνών. Με αυτά υπόψη, είναι σαφές, ότι δεν τίθεται θέμα παραβίασης των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, και ειδικότερα ότι δεν έτυχε βοήθειας διερμηνέα κατά τη λήψη των επίδικων εγγράφων, ούτε τίθεται βεβαίως θέμα μη θεληματικότητας των καταθέσεων, αφού ακριβώς η λήψη των επίδικων εγγράφων έγινε σε γλώσσα που ο κατηγορούμενος ομιλεί και κατανοεί, και ό,τι καταγράφηκε στα εν λόγω έγγραφα αποτελεί ακριβή μεταφορά των όσων ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στους αστυφύλακες. Συναφώς, υπό τις περιστάσεις, δεν υπάρχει ούτε λόγος για περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου με την Οδηγία 2010/64/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία - η οποία να σημειωθεί έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με το Ν.18(Ι)/2014-, αφού η υποχρέωση υφίσταται ακριβώς στην περίπτωση υπόπτου ή κατηγορούμενου που δεν ομιλεί ή και δεν κατανοεί την γλώσσα στην οποία διεξάγεται η αστυνομική ανάκριση και η ποινική διαδικασία γενικότερα, κάτι που δεν ισχύει στην δική μας περίπτωση. Επίσης, όλα τα έγγραφα επεξηγούνταν στον κατηγορούμενο σε κατανοητή από αυτόν γλώσσα και αυτός γνώριζε το περιεχόμενό τους, πριν υπογράψει. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τόσο στις καταθέσεις όσο και στο έντυπο υπόδειξης σκηνών, καταγράφονται τα όσα ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στην ελληνική γλώσσα, την οποία ομιλεί και αντιλαμβάνεται. Συνεπώς, η ένσταση απορρίπτεται. Το Τεκμήριο Α.1 καθίσταται Τεκμήριο 85, το Τεκμήριο Α.2 καθίσταται Τεκμήριο 86 και το Τεκμήριο Α.3 καθίσταται Τεκμήριο 87. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.