← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. X.X., Αρ. Υπόθεσης: 10/21, 23/12/2021

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. X.X., Αρ. Υπόθεσης: 10/21, 23/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:47 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. X.X. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 23.12.2021 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία: κα Μ Μασούρα. Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Το πρωτότυπο θα παραμείνει στο φάκελο. Θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων) Μετά από ακροαματική διαδικασία, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε κατηγορία απόπειρας άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9

(1)και 15
(3)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91
(1)/2014 (κατηγορία 1). Ένοχος κρίθηκε, μετά από δική του παραδοχή και σε κατηγορία αποστολής μηνύματος άσεμνου και προσβλητικού χαρακτήρα, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 149
(6)(α) του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου 112(Ι)/2004 (κατηγορία 2). Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν συνοπτικά ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ηλικίας XXX ετών, κάτοχος και χρήστης λογαριασμού και ηλεκτρονικού συνδέσμου στο facebook. Μέσω αυτών και πιο συγκεκριμένα μέσω της εφαρμογής messenger, στις 17/12/2020, με δική του πρωτοβουλία, απέστειλε μηνύματα και συνομίλησε διαδικτυακά με την ανήλικη παραπονούμενη. Από την αρχή της εν λόγω συνομιλίας ήταν γνωστό στον κατηγορούμενο ότι η παραπονούμενη ήταν XXX ετών. Μετά δε που έμαθε την ηλικία της ανήλικης, ο κατηγορούμενος ζήτησε να μάθει από πού είναι και εάν είναι ελεύθερη, μετά εάν έρχεται στη XXX, όπου διέμενε αυτός και αφού εκείνη του απάντησε «Σπάνια εώς καθόλου», ζήτησε να μάθει από ποια περιοχή της XXX είναι. Όταν του απάντησε ότι μένει στο XXX της είπε ότι γνωρίζει πως να πάει εκεί και μάλιστα ότι είναι η μόνη περιοχή που γνωρίζει να πηγαίνει. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος προχώρησε και της πρότεινε να συναντηθούν. Ενώ όμως εκείνη αρνήθηκε, ο κατηγορούμενος επέμεινε ρωτώντας την εάν την πειράζει να βρεθούν. Όταν του απάντησε ότι είναι αρκετά μικρή για να βρεθεί με έναν άγνωστο, προσπάθησε να την πείσει να συναντηθούν, καθησυχάζοντας την για το αντικείμενο της συνάντησης, λέγοντας της ότι δεν θα κάνουν κάτι αλλά απλά θα βρεθούν και ότι δεν θα έκανε κάτι μαζί της γιατί είναι μικρή ακόμη για «τέτοια πράγματα», χωρίς να της εξηγεί σε τι αναφέρεται. Δεν σταμάτησε όμως εκεί. Όταν εκείνη του είπε «Σίγουρα ναι», προχώρησε να μάθει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τη σεξουαλική ζωή της ανήλικης, ρωτώντας της «Εκτός και αν έκανες κάτι;». Στην αρνητική απάντηση της, της ανέφερε ότι χαίρεται και ότι υπάρχουν άλλα πιο ωραία πράγματα να κάνει με κάποιο αγόρι παρά να έρθει σε επαφή μαζί του. Συνέχισε δε, επανερχόμενος στο θέμα, ρωτώντας την «Εκτός και αν δεν σου αρέσει να κάνεις που το άλλο». Ενώ η παραπονούμενη του απάντησε ότι δεν το δοκίμασε για να ξέρει, αυτός προχώρησε σε πιο λεπτομερείς ερωτήσεις με ξεκάθαρα συγκεκριμένο και χυδαίο σεξουαλικό περιεχόμενο, ρωτώντας την εάν έχει κάνει στοματικό έρωτα, κάτι που η παραπονούμενη έδειξε να μην αντιλαμβάνεται τι ακριβώς είναι αλλά εκείνος της το εξήγησε. Όταν στη συνέχεια του απάντησε αρνητικά, ο κατηγορούμενος προχώρησε να μάθει περισσότερα, ρωτώντας την εάν αυτό οφείλεται στο ότι δεν έτυχε ή στο ότι δεν θέλει. Στην απάντηση της «Και τα δύο» αυτός συνέχισε στο ίδιο μοτίβο, ρωτώντας την αυτή την φορά εάν της έκανε στοματικό έρωτα ένα αγόρι και όταν και πάλι του απάντησε αρνητικά, προσπάθησε να μάθει περισσότερα ρωτώντας της πως της φαίνεται αυτό «ως ιδέα». Όταν στη συνέχεια, με την απάντηση της του έδειξε ότι θεωρεί αυτό αηδιαστικό, εκείνος και πάλι επέμεινε διευκρινίζοντας ότι εννοεί να την γλύψει ένα αγόρι «από κάτω». Μετά λοιπόν την απόρριψη από την παραπονούμενη της πρότασης του να συναντηθούν, ο κατηγορούμενος δεν αποθαρρύνθηκε αλλά επέμεινε, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η ανήλικη, έχοντας την περιέργεια που χαρακτηρίζει μια έφηβη, συνέχισε να του απαντά. Προκύπτει δε από όλα τα πιο πάνω ότι σκοπός του κατηγορούμενου δεν ήταν άλλος από την συνάντηση του με την παραπονούμενη ώστε να τελέσει σεξουαλικές πράξεις μαζί της. Ο τερματισμός της επικοινωνίας δεν έγινε από τον κατηγορούμενο αλλά λόγω της παρέμβασης της μητέρας της ανήλικης, στην οποία η τελευταία σε κάποιο στάδιο έδειξε τη συνομιλία. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τις ακόλουθες προηγούμενες καταδίκες: 1. Την XXXX καταδικάσθηκε στην ποινική υπόθεση αρ. XXXX του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών με 3ετή αναστολή, για το αδίκημα της άσεμνης πράξης, που διέπραξε στις 24/2/2017. 2. Την XXXX καταδικάσθηκε στην ποινική υπόθεση αρ. XXXX του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών, για δύο αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)
(7)του Νόμου 91(Ι)/2014, που διέπραξε την 3/7/
  1. Στις ως άνω ποινές περιλήφθηκε και η ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης με αναστολή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση αρ. XXXX.
  2. Την XXXX καταδικάσθηκε στην ποινική υπόθεση αρ. XXXX του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, σε ποινή φυλάκισης 9 μηνών, για το αδίκημα της άσεμνης πράξης, που διέπραξε στις 23/6/
  3. Την XXXX καταδικάσθηκε στην ποινική υπόθεση αρ. XXXX του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών, για δύο αδικήματα άσεμνων πράξεων που διέπραξε στις 9/2/
  4. Η συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής παραδέχθηκε την σοβαρότητα των αδικημάτων και εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορούμενου για αυτά. Με αναφορά δε στις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές του περιστάσεις και ιδιαίτερα στο ιατρικό του ιστορικό, που έθεσε ως λόγο για την διάπραξη αδικημάτων τέτοιας φύσης, ζήτησε την επιείκεια του Δικαστηρίου. Η κατηγορία 1 είναι αναμφίβολα σοβαρή, κάτι που κατ' αρχάς προκύπτει από το ύψος της προβλεπόμενης ποινής. Σύμφωνα με το άρθρο 15
(3)του Νόμου 91(Ι)/2014, η απόπειρα διάπραξης του αδικήματος της άγρας παιδιών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και 7 χρόνια. Ασφαλώς μικρότερης σοβαρότητας είναι το αδίκημα της κατηγορίας 2, το οποίο επισύρει χρηματική ποινή €1.
  1. Τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω της ευρείας χρήσης του διαδικτύου και των δυνατοτήτων που αυτό παρέχει στους χρήστες του, παρατηρείται έξαρση στην διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με τέτοια χρήση. Προς αντιμετώπιση του φαινομένου το Συμβούλιο της Ευρώπης θέσπισε τη Σύµβαση κατά του Εγκλήµατος µέσω του Διαδικτύου, η οποία κυρώθηκε και από την Κυπριακή Δημοκρατία με το Νόμο 22(ΙΙΙ)/
  2. Σύμφωνα με το Explanatory Report παρ. 91 επ., η Σύμβαση αντανακλά την ανησυχία της διεθνούς κοινότητας για την πάταξη της εκμετάλλευσης και ειδικότερα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών μέσω του εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας των Κρατών. Η Σύμβαση λοιπόν και κατ' επέκταση ο κυρωτικός Νόμος 22(ΙΙΙ)/04, στοχεύουν στην ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεθνή συνεργασία για την καταπολέμηση του ηλεκτρονικού εγκλήματος, το οποίο με ποικίλες επινοήσεις, προσλαμβάνει συνεχώς διαφορετικές μορφές. Σοβαρό πρόβλημα από τέτοιας φύσεως αδικήματα αντιμετωπίζει δυστυχώς τα τελευταία χρόνια και η Κυπριακή κοινωνία. Προς αντιμετώπιση αυτών, πέραν του κυρωτικού Νόμου 22(ΙΙΙ)/2004, τέθηκε σε ισχύ, στις 4.7.2014, ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέµησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκµετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόµος 91(Ι)/
  3. Η θέσπιση αυτού έγινε για σκοπούς εναρμόνισης της Δημοκρατίας με την Οδηγία 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου σχετικά µε την καταπολέµηση της σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκµετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας αλλά και για σκοπούς καλύτερης εφαρµογής των Περιφερειακών και Διεθνών συμβάσεων που αποβλέπουν στην κατοχύρωση και προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών καθώς και της Σύµβασης κατά του Εγκλήµατος µέσω του Διαδικτύου. Στην εν λόγω Οδηγία διακηρύττεται με τον πλέον σαφή τρόπο ότι η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα των δικαιωμάτων των παιδιών στην προστασία και τη φροντίδα που είναι αναγκαία για την ευημερία τους, όπως προβλέπονται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τονίζεται δε ότι για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται οι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές ποινές. Τέτοιες θεωρούνται ειδικότερα διάφορες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών που διευκολύνονται με τη χρήση της τεχνολογίας, των πληροφοριών και επικοινωνιών, όπως είναι η διαδικτυακή προσέγγιση παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς μέσω κοινωνικών δικτύων και χώρων συνομιλίας. Επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι η άγρα παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς συνιστά απειλή με ειδικά χαρακτηριστικά στο πλαίσιο του διαδικτύου, δεδομένου ότι το τελευταίο παρέχει μια άνευ προηγουμένου ανωνυμία στους χρήστες, διότι καθιστά δυνατή την απόκρυψη της πραγματικής ταυτότητας και των προσωπικών χαρακτηριστικών τους όπως, για παράδειγμα, το στοιχείο της ηλικίας τους. Σκοπός του Νόμου 91(Ι)/2014 είναι η προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης που έχουν διαφορετικές βαθμίδες. Παραμένει δε, ως σταθερή παράμετρος, το ίδιο το θύμα και η ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό. Γι' αυτό και ο Νόμος εισάγει αυστηρότερες ποινές (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 59/16, 23.3.2017). Αναγνωρίζεται ότι αυτής της μορφής τα εγκλήματα συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιακών δικαιωμάτων των παιδιών. Η εισαγωγή δε αυστηρότερων ποινών από το Νόμο προέκυψε ως επιτακτική ανάγκη, αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και επιφέρουν ολέθριες συνέπειες. Η αναχαίτηση των εγκληματικών αυτών συμπεριφορών, απότοκο των οποίων είναι η σύνθλιψη του ψυχικού κόσμου των παιδιών, καθιστά αδήριτη ανάγκη την καταφυγή των Δικαστηρίων σε επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ικανών να αντιμετωπίσουν και να αναχαιτίσουν κατά το δυνατό το φαινόμενο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Niland, ECLI:CY:AD:2018:B79, Ποιν. Έφεση 18/2017, ημερ. 14.2.2018). Στην N. Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/2015, ημερ. 13.2.2018, το Ανώτατο Δικαστήριο, εξέφρασε όχι απλώς την ανησυχία, αλλά την αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης αδικημάτων τέτοιας φύσης, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα, πλήττοντας το παιδί και τον ευαίσθητο κόσμο του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών δια του Νόμου 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. Επιβάλλεται λοιπόν όπως η ποινή αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων από επίδοξους παραβάτες. Δεν μας διαφεύγει φυσικά ότι σε σχέση με το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ενδεικτική μόνο σημασία μπορεί να έχει διότι ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων. Κάθε υπόθεση κρίνεται λοιπόν με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της και ανάλογα με αυτές διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στις επιβληθείσες ποινές (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100). Στην προκειμένη, πέραν της σοβαρότητας της υπόθεσης, ως αυτή προκύπτει μέσα από τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, λαμβάνεται υπόψην και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί στο παρελθόν για αδικήµατα ίδιου τύπου (βλ. προηγούμενη καταδίκη του στην ποινική υπόθεση αρ. XXXX του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού). Πρόκειται δε για επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το άρθρο 19(ζ) του Νόμου 91(Ι)/2014. Δεν είναι λοιπόν η πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος διαπράττει αδικήματα σεξουαλικής φύσης, περιλαμβανομένων αδικημάτων που στρέφονται κατά παιδιών. Το δεδομένο αυτό δεν λαμβάνεται φυσικά υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου για αδικήματα, στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί αποτελούν ένδειξη του σεβασμού του και της στάσης του στην τήρηση των νόμων της Πολιτείας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην προκειμένη δεν μας διαφεύγει ότι η κολάσιμη συμπεριφορά του κατηγορούμενου άρχισε από το Φεβρουάριο του 2017 και έκτοτε επαναλήφθηκε άλλες 3 φορές, πριν την επίδικη στις 17/12/
  1. Ενώ δε στην πρώτη του καταδίκη (στις XXXX) του δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία δια της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε, αυτός όχι μόνο δεν την εκμεταλλεύτηκε αλλά περί τους 7 μήνες αργότερα (στις 3/7/2018) διέπραξε νέα και μάλιστα σοβαρότερα αυτή τη φορά αδικήματα που στρέφονταν κατά παιδιών, με αποτέλεσμα την επιβολή ποινών άμεσης φυλάκισης, με ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής. Ούτε αυτό όμως τον απέτρεψε. Μετά την αποφυλάκιση του, επανήλθε στις 23.6.2019 στην διάπραξη αδικημάτων σεξουαλικής φύσης, με αποτέλεσμα την επιβολή νέας ποινής άμεσης φυλάκισης (στις XXXX). Λίγο χρόνο δε μετά τη νέα αποφυλάκιση του επανέλαβε την ίδια συμπεριφορά στις 9/2/
  2. Του επιβλήθηκε εκ νέου ποινή φυλάκισης στις XXXX. Αποφυλακίσθηκε στις XXXX και δύο μήνες αργότερα διέπραξε τα επίδικα αδικήματα. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν δυστυχώς την αδιάλειπτη ροπή του στην διάπραξη ίδιας φύσεως αδικημάτων και κατ' επέκταση την περιφρόνηση του στην τήρηση των νόμων αλλά και ότι οι ποινές που του είχαν επιβληθεί δεν έχουν πετύχει το σκοπό της αποτροπής του. Πάρα τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα έθεσε ενώπιον μας η συνήγορος του. Κατ' αρχάς λαμβάνουμε υπόψη την απολογία και μεταμέλεια που εξέφρασε, μέσω της συνηγόρου του, έστω και σε αυτό το στάδιο, για την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές του περιστάσεις όπως εμφαίνονται στην έκθεση κοινωνικής έρευνας που έχει ετοιμασθεί για το πρόσωπο του (Τεκμήριο Ω3) και έχουν υιοθετηθεί από τη συνήγορο του. Πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας XXXX ετών, που προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινώνικο-οικονομικής κατάστασης. Μετά το χωρισμό των γονέων του, όταν αυτός ήταν σε μικρή ηλικία, τη φύλαξη και φροντίδα του ανέλαβε η μητέρα του ενώ με τον πατέρα του διατηρούσε συστηματική επικοινωνία. Είναι απόφοιτος συστήματος μαθητείας του κλάδου XXXXX. Με την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας ανέλαβε διάφορες εργασίες για κάλυψη των αναγκών του. Το XXXX σύναψε γάμο και με τη σύζυγο του απέκτησαν ένα παιδί, που σήμερα είναι ηλικίας XXX ετών. Το XXXX παρουσιάστηκαν προβλήματα στις σχέσεις τους που οδήγησαν σε διαζύγιο. Τη φύλαξη και φροντίδα του παιδιού ανέλαβε η πρώην σύζυγος του ενώ ο ίδιος διατηρούσε αραιή επικοινωνία μαζί του και κατέβαλλε μηνιαία διατροφή. Κατά την διάρκεια της κράτησης του στη φυλακή παρακολουθείται από ψυχίατρο. Σε σχέση με την ροπή του κατηγορούμενου στην διάπραξη αδικημάτων τέτοιας φύσης, η κα Ιωάννου έκανε ειδική αναφορά στην κατάθεση του ψυχιάτρου Δρα Χ. XXXXX ημερ. 5/1/2020 (Τεκμήριο Ω2). Σύμφωνα με την κατάθεση αυτή ο εν λόγω ψυχίατρος, εξέτασε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο στις 3/3.2017 και ακολούθως άλλες 3 φορές μέχρι και την 27/6/
  1. Ο κατηγορούμενος τότε αντιμετώπιζε κατηγορίες επίδειξης των γεννητικών του οργάνων σε δημόσιο χώρο. Περαιτέρω ανέφερε στον ψυχίατρο ότι αισθάνεται έντονα την παρόρμηση να παρακολουθεί καθημερινά και για μεγάλο χρονικό διάστημα ταινίες πορνό. Σύμφωνα με τον ψυχίατρο, η φύση των ως άνω προβλημάτων του κατηγορούμενου αφορά μια εμμονική συμπεριφορά ψυχαναγκαστικής φύσης δηλαδή ενώ το άτομο αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι σωστό να εκδηλώνει αυτή τη συμπεριφορά, η δύναμη της παρόρμησης είναι τόσο έντονη που είναι δύσκολο να την ελέγχει. Αυτό το πρόβλημα κυρίως εκδηλώνεται σε άτομα που έχουν έντονη σεξουαλική ανασφάλεια. Ήταν λόγω του προβλήματος αυτού που τον εγκατέλειψε η σύζυγος του. Σύμφωνα πάντα με τον Δρα XXXXX, η αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού είναι κατά βάση ψυχοθεραπευτική, γι' αυτό και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο σε κλινικό ψυχολόγο ενώ του χορήγησε και αντικαταθλιπτικά, διότι σαν αποτέλεσμα του χωρισμού του και δεδομένου ότι έχει μικρό παιδί, παρουσίασε συμπτώματα κατάθλιψης. Ο Δρα XXXXX ξαναείδε τον κατηγορούμενο στις 14/10/
  2. Τότε του είπε ότι είχε μόλις αποφυλακιστεί και ότι ο ψυχίατρος των φυλακών τον παρακολουθούσε και του χορηγούσε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή, η οποία τον βοηθούσε καθώς και ότι επιθυμούσε να συνεχίσει να τον παρακολουθεί ο Δρ. XXXXX και να του χορηγεί αντικαταθλιπτικά. Του χορήγησε συνταγή διάρκειας 4 εβδομάδων με τα συγκεκριμένα φάρμακα. Έκτοτε όμως ο κατηγορούμενος δεν τον ξαναεπισκέφθηκε. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα όποια προβλήματα ψυχολογικά ή ψυχικής υγείας αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αυτό όμως στον βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. Σε σοβαρά αδικήματα, στα οποία παρατηρείται έξαρση και ως εκ τούτου, προς καταστολή τους προβάλλει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 382, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ασσιώτη
(2010)2 Α.Α.Δ. 67 και Δημοκρατία ν. Γ.Ν., Ποιν. Έφεση Αρ. 197/2016, ημερ. 16.1.2018). Στην παρούσα λαμβάνεται υπόψην η πιο πάνω κατάσταση του κατηγορούμενου, ως συμβάλλουσα στην διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Δεν μπορεί όμως κατά την κρίση μας, να της δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Αυτό γιατί από το ιστορικό του φαίνεται ότι έχει την τάση να διαπράττει αδικήματα σεξουαλικής φύσεως με θύματα και ανήλικα πρόσωπα και ότι η κολάσιμη συμπεριφορά του, στην προκειμένη, δεν αποτελεί μια μεμονωμένη περίπτωση. Ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε τις συνέπειες της εν λόγω συμπεριφοράς του και στο παρελθόν αλλά πέραν των όσων αναφέρονται στην κατάθεση του Δρα XXXXX, δεν φαίνεται να επιδίωξε να λάβει τέτοια ιατρική βοήθεια ώστε να μπορέσει να ελέγξει τις παρορμήσεις του σε βαθμό εξουδετέρωσης τους. Η παράλειψη του αυτή σαφώς και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην προς όφελος του. Αντίθετα εφόσον γνώριζε ότι έχει τέτοιο σοβαρό πρόβλημα όφειλε να αναζητήσει την απαιτούμενη βοήθεια για αντιμετώπιση του και όχι να το αφήσει να τον οδηγεί σε συμπεριφορές όπως την επίδικη, με θύματα ανήλικα πρόσωπα. Δεν μπορεί λοιπόν να μέμφεται παρά μόνο τον εαυτό του για την κατάσταση αυτή. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω, το αδίκημα της κατηγορίας 1 και τις περιστάσεις που περιβάλλουν την διάπραξη του καθώς και όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αναπτύχθηκαν από τη συνήγορο του κατηγορούμενου, καταλήξαμε ότι η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής. Όσον αφορά την κατηγορία 2, με δεδομένο ότι τα γεγονότα αυτής αποτελούν ουσιαστικά μέρος των γεγονότων της κατηγορίας 1, κρίνουμε ότι δεν πρέπει να επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή. Ως εκ των άνω επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών στην κατηγορία 1. Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα υπόθεση ήτοι από τις 8/1/2021. Περαιτέρω κρίνεται επιβεβλημένο, υπό τις ως άνω περιστάσεις, όπως εκδοθεί σειρά διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου 91(Ι)/2014, με τα οποία απαγορεύεται στον κατηγορούμενο, για τα επόμενα 10 έτη: 1. Να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά. 2. Να εργοδοτηθεί ή απασχοληθεί σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά. 3. Να διαμένει σε χώρο, ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά. Επισημαίνονται δε στον κατηγορούμενο οι υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 22
(3)
(4)του Νόμου 91(Ι)/2014, για κοινοποίηση των στοιχείων του στην Αστυνομία. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στην Αρχή Εποπτείας, που εγκαθιδρύθηκε δυνάµει του άρθρου 47 του Νόμου 91(Ι)/2014, καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές και για χρονικό διάστηµα 2 ετών, μετά την αποφυλάκιση του. Όσον αφορά τα τεκμήρια, οι ψηφιακοί δίσκοι να επιστραφούν στην Αστυνομία ενώ το κινητό τηλέφωνο να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του. Τέλος τα έξοδα της υπόθεσης δηλαδή €40 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.