ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. X, Αρ. Υπόθεσης: 10347/21, 3/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:42 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10347/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. XXX Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 3/12/2021 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία: κα Κ. Κυθραιώτου Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Σάββα Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Το πρωτότυπο θα παραμείνει στο φάκελο. Θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων) Στην υπό εξέταση υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αφορά το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 19/8/2021 στη Λεμεσό, ήλθε σε παράνομη συνουσία δια κολπικής και πρωκτικής διείσδυσης με την παραπονούμενη, χωρίς τη συναίνεση της. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 148 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, με σκοπό την συνουσία, απήγαγε την παραπονούμενη χωρίς την θέληση της. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 252 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, έκλεψε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας IPHONE 11 με τον φορτιστή του αξίας €1.000, περιουσία της παραπονούμενης. Νωρίτερα σήμερα ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 17/2/2022 και ώρα 9:00 π.μ. Αντικείμενο της παρούσας αποτελεί το αίτημα της κατηγορούσας αρχής όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής στήριξε το αίτημα της επικαλούμενη:
(1)τον κίνδυνο φυγοδικίας, έχοντας υπ' όψη την σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης με βάση το μαρτυρικό υλικό στο οποίο παρέπεμψε και τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές.
(2)τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, έχοντας υπόψη την υπόθεση με αριθμό XXXX που εκκρεμεί ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού για το αδίκημα του εμπρησμού, που φέρεται να διαπράχθηκε στις XXXX. Ο συνήγορος υπεράσπισης έφερε ένσταση στο ως άνω αίτημα και αγόρευσε επί τούτου. Υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να παραμείνει υπό κράτηση και ότι η παρουσία του στη δίκη μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή συγκεκριμένων όρων, τους οποίους και εισηγήθηκε. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης, το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα, πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
- Ο κίνδυνος μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο.
- Ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
- Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών αυτών παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και την επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στην δίκη του. Στην προκειμένη τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους συνιστούν οι μακρόχρονες ποινές φυλάκισης που προβλέπει ο νόμος. Συγκεκριμένα για το αδίκημα του βιασμού προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου, ενώ για το αδίκημα της απαγωγής προνοείται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Για το αδίκημα της κλοπής προνοείται ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει την δίκη του (βλ. και Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600). Βεβαίως δεν μας διαφεύγει ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στην σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες διάπραξης τους σε κάθε υπόθεση. Στην Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 αναφέρθηκε ότι σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στην σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς πως η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι μεταξύ άλλων εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από την νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Για την διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Έχουμε διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, όπως αυτό φαίνεται στις καταθέσεις, χωρίς να προβαίνουμε σε αξιολόγηση του. Να υπενθυμίσουμε ότι το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, αφού το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του (βλ. Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54 και Ευριπίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337). Από το σύνολο της ενώπιον μας τεθείσας μαρτυρίας, η οποία ως αναφέρεται πιο πάνω, εξετάζεται στην όψη της και μόνο και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψην τις καταθέσεις της παραπονούμενης, κρίνουμε ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα, με βάση την μαρτυρία της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος προσφέρθηκε να τη μεταφέρει με το αυτοκίνητο του στο ξενοδοχείο όπου διέμενε, αφού προηγουμένως το ζήτησε η παραπονούμενη καθότι δεν περνούσε λεωφορείο από τον χώρο έξω από το νυκτερινό κέντρο όπου βρισκόταν προηγουμένως και είχε ήδη καταναλώσει κάποια ποτά. Η παραπονούμενη εισήλθε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και κατευθύνονταν προς το ξενοδοχείο όπου διέμενε με τους γονείς της. Στη διαδρομή έλεγε στον κατηγορούμενο ότι θα πρέπει να πάει στο ξενοδοχείο και εκείνος της απαντούσε καταφατικά. Όμως όταν έφθασαν στο ύψος του ξενοδοχείου ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε, παρά τις εκκλήσεις της παραπονούμενης, αλλά συνέχισε, αναπτύσσοντας ταχύτητα για περίπου 7 λεπτά, μέχρι που έφτασαν σε μια αλάνα. Σε όλη την διαδρομή η παραπονούμενη φοβήθηκε και φώναζε. Εκεί ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα και ακολούθησαν σκηνές όπου αυτός χρησιμοποιώντας βία, απέτρεψε την παραπονούμενη από του να διαφύγει. Περαιτέρω, χρησιμοποιώντας βία, άγγιξε με το χέρι του το εσώρουχο της και προσπάθησε με το άλλο του χέρι να κατεβάσει το παντελόνι του ενώ η παραπονούμενη διαρκώς προσπαθούσε να αντισταθεί. Ο κατηγορούμενος ήταν επίμονος, προσπάθησε να βάλει το πέος του στον κόλπο και στον πρωκτό της παραπονούμενης χωρίς προφυλακτικό, απαιτώντας από αυτήν επίμονα να κάνουν σεξ, πράγμα που εκείνη αρνείτο πεισματικά και φωνάζοντας. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κατάφερε, σύμφωνα πάντα με την παραπονούμενη, να την ακινητοποιήσει με την χρήση βίας και αφού ακινητοποίησε τα χέρια της και έβαλε το πέος του στον πρωκτό της, προσπάθησε επίμονα να βάλει το πέος του στο στόμα της και ακολούθως έβαλε το πέος του στον κόλπο της. Ακολούθως ο κατηγορούμενος την μετέφερε λίγο πιο κάτω από το ξενοδοχείο όπου διέμενε, χωρίς να της δώσει το κινητό της τηλέφωνο. Εκεί κάποια άτομα την ρώτησαν εάν ήθελε κάποια βοήθεια και αυτή τους είπε ότι την βίασαν και τους έδειξε τα σπασμένα νύχια της. Το ίδιο έπραξε η παραπονούμενη στον φρουρό ασφαλείας του ξενοδοχείου, εξιστορώντας του τα όσα συνέβησαν. Η παραπονούμενη δύο μέρες αργότερα αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και το αυτοκίνητο του και έδωσε κάποιες διευκρινήσεις αναφορικά με το χαμένο σκουλαρίκι που φορούσε την βραδιά του ισχυριζόμενου βιασμού, το οποίο τελικά εντοπίστηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Επιπρόσθετα από τις καταθέσεις της παραπονούμενης, σχετικές είναι και οι μαρτυρίες των ατόμων που την εντόπισαν και ειδικότερα των ατόμων από τα οποία ζήτησε βοήθεια μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό καθώς και η επιβεβαίωση από τον φύλακα του ξενοδοχείου όπου αυτή διέμενε, αναφορικά με το παράπονο της. Σχετική είναι επίσης η μαρτυρία της μητέρας της, καθώς και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία εντοπίστηκε γενετικό υλικό της παραπονούμενης στη θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, σε εσώρουχο του κατηγορουμένου, ενώ περαιτέρω εντοπίστηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στο στηθόδεσμο της παραπονούμενης. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Αστ. XXX, κατά την έρευνα που έγινε στο σπίτι του κατηγορούμενου, ανευρέθηκε το ως άνω εσώρουχο αυτού, το οποίο αργότερα ο τελευταίος θεάθηκε να παίρνει από το καροτσάκι εντός του οποίου εντοπίστηκε και να τοποθετεί στην δεξιά του τσέπη. Ήταν μετά που του ζητήθηκε να το τοποθετήσει πίσω στο καροτσάκι που το έπραξε. Η εξαιρετική σοβαρότητα της υπόθεσης φαίνεται, κατά την κρίση μας, μέσα από τα ως άνω γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων και ιδιαίτερα μέσα από το σύνολο της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης. Η σοβαρότητα αυτή κρίνουμε λοιπόν ότι καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του κατηγορούμενου προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει (βλ. Δράκος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 449). Ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω μπορούμε να πούμε, ότι με βάση τη φύση και τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει ο νομοθέτης αλλά και η νομολογία τα εν λόγω αδικήματα και ιδιαίτερα αυτό του βιασμού, οι ποινές οι οποίες δυνατό να επιβληθούν στον κατηγορούμενο σε περίπτωση καταδίκης του, ενδέχεται να είναι αυστηρές και μάλιστα μπορεί να είναι πολυετείς ποινές φυλάκισης. Όπως όμως έχει προαναφερθεί, ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν εκτιμάται με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό όλων των άλλων σχετικών δεδομένων. Λαμβάνονται υπόψην μεταξύ άλλων και στοιχεία σχετικά με τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και οι προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές του περιστάσεις. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψην όλα όσα σχετικά τέθηκαν στην προκειμένη και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος: Είναι Κύπριος, ηλικίας σχεδόν XXX ετών, άγαμος, πατέρας ενός παιδιού ηλικίας ενός έτους και για όσο καιρό δεν ήταν υπόδικος λάμβανε δημόσιο βοήθημα, αφού αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας. Ενόψει των ανωτέρω λαμβάνουμε υπόψην ότι οι δεσμοί του κατηγορούμενου είναι με την Κυπριακή Δημοκρατία. Σε σχέση με το θέμα των δεσμών ενός κατηγορουμένου με την Δημοκρατία, στην Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά τους δεσμούς του εφεσείοντος με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του υπόδικου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του». Οι δεσμοί λοιπόν του κατηγορούμενου με τη Δημοκρατία λαμβάνονται μεν υπόψη, όχι όμως κατ' απομόνωση αλλά στα πλαίσια του συνόλου των σχετικών παραγόντων που καθορίζει η νομολογία. Κίνδυνος υπάρχει, σχεδόν πάντα, όταν ο κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος και είναι εδώ που υπεισέρχεται το κριτήριο της αναλογικότητας και της στάθμισης του ατομικού δικαιώματος στην ελευθερία, έναντι του δημοσίου συμφέροντος στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη του (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ.131/2021, ημερ.1.9.2021). Συνυπολογίζοντας λοιπόν όλα τα πιο και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψην ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ως αυτή προκύπτει μέσα από τις συνθήκες διάπραξης τους, καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει, κρίνουμε ότι οι αμέσως προαναφερόμενοι παράγοντες δεν είναι τέτοιοι ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, το οποίο επιβάλλει την παρουσία του στην δίκη (βλ. Βασιλείου ανωτέρω). Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του και ότι η παρουσία του σε αυτήν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή οποιοδήποτε όρων. Όσον αφορά τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, στην Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164, λέχθηκε ότι η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση κατηγορουμένου, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης ή διάπραξης άλλου αδικήματος, εντοπίζεται στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος. Η νομολογία μας είναι εναρμονισμένη, σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα, με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Clooth v. Belgium A225, para 40 [1991] και Matznetter v. Austria, A10, p. 33 [1969]). Στην Κωνσταντινίδης (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα του κατηγορούμενου, περιλαμβανομένης της ατομικής του ελευθερίας. Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση, με παραπομπή στη Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, λέχθηκε ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Αρκεί εάν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος. Λέχθηκε περαιτέρω ότι πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, συμπεριφορά για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, με βάση το σύνολο του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του, περιλαμβανομένου του ιστορικού του κατηγορουμένου ή άλλων περιστάσεων (βλ. επίσης και Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 503). Η πρόβλεψη λοιπόν για την ύπαρξη και αποτίμηση κινδύνων, οι οποίοι σταθμίζονται κατά την εξέταση θέματος κράτησης, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τέτοια στοιχεία είναι η συμπεριφορά του υποδίκου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή οι προηγούμενες καταδίκες του και μάλιστα όχι κατ' ανάγκη για παρόμοια αδικήματα, η πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων αλλά και τάσεις που επιδεικνύει και ανάγονται στο μέλλον και για τις οποίες μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες περιστάσεις (βλ. Χατζηδημητρίου ανωτέρω). Στην Μιχαηλίδης ν. Αστυνομία (Αρ.2)
(2006)2 Α.Α.Δ. 255 λέχθηκε ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αλλά μπορεί να συσταθμιστούν και άλλοι παράγοντες όπως η εκκρεμότητα άλλων ποινικών υποθέσεων (βλ. και Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 567). Σχετική με το θέμα είναι και η ύπαρξη υποθέσεων υπό διερεύνηση (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 432). Έχουμε εξετάσει με πολλή προσοχή τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επί αυτού του θέματος και προβαίνουμε στις εξής διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και ενώ ήταν ελεύθερος υπό όρους που του τέθηκαν στην υπόθεση που αντιμετώπιζε με αριθμό XXXX από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, η οποία καταχωρήθηκε στις XXXX, φέρεται να διέπραξε τα υπό εξέταση αδικήματα. Αυτό κατά την κρίση μας καταδεικνύει μια ροπή του κατηγορουμένου προς το έγκλημα και μάλιστα σε ιδιαζόντως σοβαρά αδικήματα, αφού ενώ αντιμετώπιζε την κατηγορία του εμπρησμού, φέρεται να διέπραξε τα υπό εξέταση αδικήματα. Αυτό απαντά και στην θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος τηρούσε υποδειγματικά τους όρους που του επιβλήθηκαν. Διότι ναι μεν τηρούσε τους όρους και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί, όμως από την άλλη, φέρεται να διέπραξε τα υπό εξέταση αδικήματα και αυτό κατά την κρίση μας γέρνει την πλάστιγγα στο να ασκήσουμε την διακριτική μας ευχέρεια υπέρ του αιτήματος και να διατάξουμε την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του. Τέλος αναφορικά με τον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την ημερομηνία που έχει ορισθεί η παρούσα για ακρόαση, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο χρόνος για τον οποίο διατάσσεται η κράτηση υποδίκου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η κράτηση προσώπου χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται κατ' εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι προεκτάσεις της χρονικής διάρκειας της κράτησης αποτελούν θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζεται μέσα στα πλαίσια των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε περίπτωσης. Με βάση τη Χατζηδημητρίου (ανωτέρω) το μήκος του χρόνου πρέπει να σταθμίζεται έναντι του βαθμού της πρόβλεψης του ενδεχομένου που προορίζεται να αποτελέσει το έρεισμα κρίσης. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την ημερομηνία που η υπόθεση είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την ημέρα ακρόασης δεν είναι μεγάλο και αναμένεται όπως αρχίσει η ακροαματική διαδικασία εκείνη την ημερομηνία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω και ασκώντας την διακριτική μας ευχέρεια, διατάσσουμε την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, ήτοι μέχρι τις 17/2/2022. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο