← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Βαφειάδη κ.α., Υπόθεση αρ.: 15248/2020, 14/12/2021

Δημοκρατίας ν. Βαφειάδη κ.α., Υπόθεση αρ.: 15248/2020, 14/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:45 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15248/2020 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσα αρχή Και

  1. XXX Βαφειάδη
  2. XXX Ιακωβίδη
  3. XXX Αχιλλέως
  4. XXX Tsachidou
  5. XXX Παύλου
  6. XXX Τσολακίδη Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 14.12.2021 Για τη Δημοκρατία: κα Ο. Σοφοκλέους Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Σταυρινίδης και για κ. Γ. Σαββίδη Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Γ. Νεάρχου για κ. Ν. Δημητρίου Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Γ. Νεάρχου για κ. Η. Στεφάνου Για τον κατηγορούμενο 5: κ. Α. Κορέλλης Για τον κατηγορούμενο 6: κ. Σ. Ζαχαρίου Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 5 και 6: παρόντες Π Ο Ι Ν Η (Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 5) Ο κατηγορούμενος 5 (στο εξής «κατηγορούμενος»), με δική του παραδοχή, έχει βρεθεί ένοχος σε τρεις κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, με αναφορά στα αδικήματα της παράνομης κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β καθώς και της εισαγωγής του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου (βλ. τις κατηγορίες 7, 8 και 9). Αριθμός άλλων κατηγοριών που αντιμετώπιζε, αναστάλησαν από το Γενικό Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα ν' απαλλαγεί σε αυτές. Κατόπιν σχετικού αιτήματος του κατηγορούμενου και με τη σύμφωνη θέση, τόσο των συγκατηγορούμενών του όσο και της κατηγορούσας αρχής, το Δικαστήριο έκρινε πρόσφορο να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο και ακολούθως να αρχίσει η ακροαματική διαδικασία σε σχέση με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους που δεν παραδέχθηκαν ενοχή (βλ. Χατζηξενοφώντος ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B441, Ποιν. Έφ. 26/2020, ημερ. 6.10.2021). Τα γεγονότα που περιβάλλουν τα διαπραχθέντα αδικήματα, ως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, είναι τα εξής: Μεταξύ 11.2.2020 και 27.5.2020, ο κατηγορούμενος συμφώνησε με άλλα πρόσωπα, όπως εισάξουν στην Κύπρο και κατέχουν με σκοπό την προμήθεια, 72 κιλά κάνναβης. Στις 26.5.2020 λήφθηκε αξιόπιστη πληροφορία ότι μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών εισάχθηκε στην Κύπρο και ήταν αποθηκευμένη στην αποθήκη της εταιρείας Blue Ice Navigation Co Limited, στη Λεμεσό, με συγκεκριμένο όνομα παραλήπτη και συγκεκριμένο - διαφορετικό - όνομα για το άτομο που επρόκειτο να πάει να παραλάβει τα ναρκωτικά. Στην εν λόγω αποθήκη μετέβηκε κατόπιν οδηγιών ο Α/Αστ. XXXXX XXXXX Παντελή, στον οποίο υποδείχθηκε ξύλινη παλέτα με τρία μεγάλα χάρτινα κιβώτια, με το συγκεκριμένο όνομα της πληροφορίας, το οποίο δεν ανταποκρίνεται στο όνομα του κατηγορούμενου. Το εμπόρευμα ήταν δηλωμένο ως μαύρο πιπέρι. Τα κιβώτια ελέγχθηκαν στην παρουσία του διευθυντή της εταιρείας και διαπιστώθηκε ότι καθένα από αυτά έφερε μέσα του από τέσσερα πιο μικρά κιβώτια, τα οποία έφεραν αριθμό από νάιλον διαφανείς συσκευασίες, οι οποίες ήταν περιτυλιγμένες με κόλλες αντιγραφής άνθρακα και νάιλον περιτύλιγμα χρώματος μπλε. Από μια μικρή τομή που έγινε σε μια από τις συσκευασίες διαπιστώθηκε ότι περιείχε φυτική ύλη κάνναβης και ενημερώθηκε ο υπεύθυνος της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ακόμη ότι τα κιβώτια είχαν σταλεί σε ομαδοποιημένο εμπορευματοκιβώτιο με το πλοίο WEC MAJORELLE, από το λιμάνι του Πειραιά στην Κύπρο, στις 26.5.2020 και αφού εκτελωνίστηκαν, εκφορτώθηκαν σφραγισμένα και μεταφέρθηκαν στις αποθήκες της Blue Ice Navigation Limited, για παράδοση. Η Αστυνομία έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε να τηρηθούν οι διαδικασίες για ελεγχόμενη παράδοση του εμπορεύματος με κάνναβη και προχώρησε στην αντικατάσταση των συσκευασιών και των τριών κιβωτίων, που όπως διαπιστώθηκε επίσης περιείχαν συσκευασίες με κάνναβη, με ομοιώματα. Τα κιβώτια με τα ομοιώματα τέθηκαν υπό φρούρηση και διακριτική παρακολούθηση και μετά την παραλαβή τους, έγιναν ανακοπές και συλλήψεις. Ο κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει με άλλα πρόσωπα, όπως μεταφέρει τα ναρκωτικά, σε μέρος που θα του υπεδείκνυαν στην πορεία. Με βάση μαρτυρία που προέκυψε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, στις 27.5.2020 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου, ο οποίος αναζητήθηκε αλλά δεν εντοπίστηκε και καταζητήθηκε. Παρουσιάστηκε οικειοθελώς στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, στις 14.6.2020, όπου και συνελήφθηκε δυνάμει του εν λόγω εντάλματος σύλληψης. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του, ανέφερε «Τίποτε εν έχω να πω». Του επεξηγήθηκαν αμέσως τα νομικά του δικαιώματα. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 18:30-20:28, του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση, στην οποία έκανε χρήση του δικαιώματος της σιωπής. Περαιτέρω έδωσε γραπτή συγκατάθεση στην Αστυνομία για τη λήψη δαχτυλικών αποτυπωμάτων και γενετικού υλικού. Στις 21:15, της ίδιας, πάντοτε, μέρας, του λήφθηκαν δύο παρειακά επιχρίσματα και δαχτυλικά αποτυπώματα. Σύμφωνα με την Έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους, το περιεχόμενο των χάρτινων κιβωτίων ήταν 72 κιλά κάνναβης. Στις 16.6.2020 και μεταξύ των ωρών 17:12-17:46 λήφθηκε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, στην οποία έκανε ξανά χρήση του δικαιώματος της σιωπής. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται μια προηγούμενη καταδίκη. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της υπόθεσης XXX1/15, του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, στις 15.3.2016, καταδικάστηκε για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια και του καπνίσματος κάνναβης και του επιβλήθηκε στη σοβαρότερη των δυο κατηγοριών, φυλάκιση 9 χρόνων. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 29.10.
  7. Η ποινή που συνθέτει την εν λόγω καταδίκη του κατηγορούμενου, την 1.3.2018 αναστάληκε κατά το ¼ με προεδρική χάρη. Αποφυλακίστηκε επ' αδεία, στις 12.2.2020 κατόπιν σχετικής απόφασης του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων επ' αδεία. Εναντίον του κατηγορούμενου και άλλων προσώπων, αρχικά είχε καταχωρηθεί η υπόθεση 9695/20, στο πλαίσιο της οποίας, στις 18.6.2020 παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείο, το οποίο συνεδρίασε για πρώτη φορά, στις 2.7.
  8. Η εν λόγω υπόθεση αναστάληκε και επανακαταχωρήθηκε άλλη μια για να προστεθεί ακόμη ένα πρόσωπο ως κατηγορούμενος. Και αυτή η υπόθεση αναστάληκε για τον ίδιο λόγο και στις 26.11.2020 καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από τις 18.6.
  9. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λάβει υπόψη του, τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και ειδικότερα, το νεαρό της ηλικίας του και τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, καθώς σε ηλικία 17 ετών, οι γονείς του παρέμειναν άνεργοι για αρκετούς μήνες, με αποτέλεσμα η οικογένεια να περιέλθει σε καθεστώς οικονομικής εξαθλίωσης, σε βαθμό που εκλιπαρούσαν για δανεικά από συγγενικά πρόσωπα. Όλα αυτά επηρέασαν ψυχολογικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος, αναζητώντας διέξοδο, αρχικά επιδόθηκε στη χρήση ναρκωτικών και από τα 21 του, ως «βαποράκι», προσπαθούσε να ξοφλήσει τα χρέη του που προέκυψαν από τη χρήση των ναρκωτικών. Στα 23 του συνελήφθηκε να κατέχει ναρκωτικά και κατόπιν παραδοχής καταδικάστηκε στην υπόθεση που συνθέτει την προηγούμενη καταδίκη του, με όλες τις συνεπακόλουθες επιπτώσεις από τη φυλάκισή του, ανάμεσά τους και ο χωρισμός του με τη μέλλουσα αρραβωνιαστικιά του. Μετά την αποφυλάκισή του, στις 12.2.2020, προσπάθησε να βρει εργασία. Ενώ αρχικά κατάφερε να εργοδοτηθεί, 3 βδομάδες αργότερα, έχασε την εργασία του, αφού, λόγω της έξαρσης της πανδημίας και του lockdown έκλεισε το μηχανουργείο στο οποίο είχε εργοδοτηθεί ως μηχανικός. Έκτοτε δεν κατάφερε να εργοδοτηθεί ξανά. Πλέον είχε γίνει οικονομικό βάρος των γονέων του, που μετά δυσκολίας αντεπεξέρχονται στην κάλυψη των βασικών εξόδων τους. Αυτά βίωνε, ενώ παράλληλα χρωστούσε σε διάφορους ακόμη και εντός των φυλακών, οι οποίοι τον δάνειζαν καθ' όλη της διάρκεια της πενταετούς παραμονής του στις φυλακές. Σύμφωνα πάντα με τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, όλα τα παραπάνω - για λόγους που έχει αναφέρει -, τον οδήγησαν στη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Ωστόσο, δεν υλοποίησε τα της συνομωσίας, δηλαδή, δεν διέπραξε τα ουσιαστικά αδικήματα που αποτελούν το αντικείμενό της, επειδή, οικεία βουλήσει, υπαναχώρησε. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα και στην έμπρακτη μεταμέλειά του, κάνοντας ειδική αναφορά, στην οικειοθελή παράδοσή του στην Αστυνομία, στο γεγονός ότι από τη μέρα της σύλληψής του μέχρι σήμερα δεν διέπραξε κανένα άλλο αδίκημα, στην άμεση παραδοχή του, στην απολογία και την υπόσχεσή του να μην απασχολήσει ξανά τα Δικαστήρια και μετά την αποφυλάκισή του να μπει στο σωστό δρόμο, καθώς έχει ήδη αλλάξει νοοτροπία. Μάλιστα, μετά την εξώθησή του από συγκεκριμένα πρόσωπα στη διάπραξη των αδικημάτων έκοψε οριστικά επαφή μαζί τους. Τέλος, έθεσε τον αυτό του στη διάθεση της κατηγορούσας αρχής προκειμένου να εξεταστεί το ενδεχόμενο να καταθέσει ως μάρτυρας. Επειδή, ως αποτέλεσμα της καταδίκης του κατηγορούμενου και της ποινής που θα του επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση, αυτόματα, θα ενεργοποιηθεί και η ανασταλείσα περίοδος ποινής φυλάκισης 736 ημερών στο πλαίσιο της υπόθεσης που συνθέτει την προηγούμενη καταδίκη του, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, μας παράπεμψε και στην αρχή της συνολικότητας της ποινής. Τέλος, στο πλαίσιο, πάντοτε της αγόρευσής του, αναφέρθηκε ειδικά και στις δυσμενείς συνέπειες που επικρατούν πλέον στις φυλακές εξαιτίας της πανδημίας. Αναμφίβολα και τα τρία αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού, του είδους και του ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 7 χρόνια. Και με δεδομένο ότι στην προκειμένη περίπτωση, η συνομωσία αφορούσε στα αδικήματα της εισαγωγής, κατοχής και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, προβάλλει ακόμη πιο επιτακτική. Και τούτο, ακριβώς, λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η διάπραξη αδικημάτων σε σχέση με τα ναρκωτικά. Η θέση αυτή μπορεί να αποτυπωθεί ως απαύγασμα της νομολογίας. Στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους. Η χρήση ναρκωτικών έχει, όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, 15/7/96. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο, τόσο για τη φυσική, όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή.» (Βλ. και Berne ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak
(2005)2 A.A.Δ. 377, επανατονίζεται η αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών, σε μια προσπάθεια μείωσης διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινωνικού συνόλου, αφού, αυτού του είδους αδικήματα κλονίζουν τα υγιή θεμέλια της κοινωνίας. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ. 297 επισημαίνονται τα εξής: «Τα κακά από τη χρήση ναρκωτικών είναι ήδη στη χώρα μας. Και εκτός από τα ολέθρια αποτελέσματα στη ζωή και υγεία των χρηστών δημιουργούν, σωρευτικά, εστίες εγκλήματος.» Όλες οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 124, Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, Κλεομένης ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350 και σε ακόμη πιο πρόσφατη νομολογία. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B110, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018: «Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών.» (Βλ. και Πισσάς ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B114, Ποιν. Έφ. 229/2016, ημερ. 14.3.2018, Παύλου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B130, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019 και XXX Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B88, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021). Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Πέραν τούτου, λαμβάνονται βεβαίως υπόψη οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος, αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη, ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει όμως τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Προεξάρχουσας σημασίας είναι η αποτροπή προς το σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια, αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B469, Ποιν. Έφ. 235/13, ημερ. 5.10.2016, Πισσάς ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Παρά το γεγονός ότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές για αδικήματα σε σχέση με ναρκωτικά, εντούτοις, αυτά, δεν παρουσιάζουν σημεία κάμψης, αλλά, αντίθετα, έξαρση. Αποτελεί δικαστική γνώση, η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις που σχετίζονται με σοβαρές παραβάσεις του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου. Επομένως, το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται πιο επιτακτικό. Οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, χωρίς ωστόσο να έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:D183, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017). Οι παραπάνω αρχές, επαναβεβαιώνονται και στην υπόθεση XXX Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Στη Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, στους δυο εφεσείοντες, οι οποίοι, μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της παράνομης εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου και συγκεκριμένα, 9 κιλών και 803,9 γραμμαρίων φυτικής κάνναβης, της κατοχής της εν λόγω ποσότητας ναρκωτικών και της κατοχής της με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών στην κατηγορία της συνομωσίας, 13 ετών στην κατηγορία της παράνομης εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου και 13 ετών στην κατηγορία κατοχής της ίδιας ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα. Κατ' έφεση, επικυρώθηκε η ποινή που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα και μειώθηκε η ποινή της εφεσείουσας σε 9 έτη σε κάθε μια από τις κατηγορίες εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια, ενόψει του περιορισμένου ρόλου που αυτή διαδραμάτισε σε συσχετισμό με τις προσωπικές περιστάσεις της. Στην Κούκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64, ο εφεσείων αντιμετώπιζε συνολικά 17 κατηγορίες σε σχέση με ναρκωτικά, ανάμεσά τους και αυτές της συνωμοσίας για εισαγωγή στην Κύπρο 113 κιλών 222 γραμμαρίων και 9.871 χιλιοστών κάνναβης, της εισαγωγής της εν λόγω ποσότητας ναρκωτικών, της κατοχής της καθώς και της κατοχής της με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Μετά από ακρόαση κρίθηκε ένοχος και στις 4 αυτές κατηγορίες - για την ολιγότερη ποσότητα που είχε αποδεχθεί (110.236,2497 γραμμάρια) - και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5, 14, 10 και 14 ετών, αντίστοιχα. Το Εφετείο, το οποίο απέρριψε συνολικά την έφεση, σε σχέση με την ποινή επισημαίνει τα εξής: «..ο Εφεσείων όχι μόνο είχε μια προηγούμενη καταδίκη για σοβαρά αδικήματα, αλλά σε σύντομο χρόνο μετά την αποφυλάκισή του, διέπραξε τα επίδικα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε. Κατά την κρίση μας, η ποινή που του επιβλήθηκε όχι μόνο δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά δεν είναι ούτε έκδηλα υπερβολική ώστε να δικαιολογείται η παρέμβασή μας.» Τέλος, στη XXX Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στον εφεσείοντα ΧΧΧ Λεωνίδου, ο οποίος μετά από ακρόαση κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και συγκεκριμένα, 4 κιλών και 785,7 γρ. κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, 10 ετών στο αδίκημα της εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια και 4 ετών στα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, καθώς και στο αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Προς όφελος του κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνουμε υπόψη τα ακόλουθα: Καταρχήν, δίνουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στην παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς αυτή, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μη σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Δεδομένου ότι και τα τρία αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, περικλείονται στις αντίστοιχες κατηγορίες, 7, 8 και 9, οι οποίες προστέθηκαν στο κατηγορητήριο, μόλις στις 2.12.2021 και ο κατηγορούμενος τις παραδέχθηκε αμέσως, θεωρούμε την παραδοχή του άμεση και ότι συνοδεύεται από έκφραση έμπρακτης μεταμέλειας. Η παραδοχή του ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296 και Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται σημαντικά. Δέουσα βαρύτητα, δίνουμε και στη συνεργασία του με την Αστυνομία, η οποία επιμαρτυρείται, κυρίως από την οικειοθελή παράδοσή του στην Αστυνομία, η οποία, μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του, στις 27.5.2020, τον αναζήτησε χωρίς να τον εντοπίσει, οπότε άρχισε να τον καταζητεί. Ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε οικειοθελώς στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, στις 14.6.2020 οπότε και συνελήφθηκε. Ακόμη ένα στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη στο ίδιο πλαίσιο είναι και το γεγονός ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση της κατηγορούσας αρχής, προκειμένου να εξετάσει το ενδεχόμενο να τον καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας κατά την ακρόαση της υπόθεσης σε σχέση με όσους κατηγορούμενους δεν έχουν παραδεχθεί τις εναντίον τους κατηγορίες. Ακολούθως, λαμβάνουμε υπόψη και το γεγονός, ότι όλη αυτή την περίοδο των 18 περίπου μηνών που τελεί υπό κράτηση για τα διαπραχθέντα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, αποτελεί υπόδειγμα κρατουμένου, παρά τις συνθήκες που επικρατούν και στις φυλακές, εξαιτίας της πανδημίας και των σχετικών περιορισμών που ισχύουν (Regina v. Christopher Manning, WC2A 2LL, ημερ. 30.4.2020). Τέλος, σημειώνουμε και την υπόσχεσή του πως δεν πρόκειται να απασχολήσει ξανά τα Δικαστήρια και ότι μετά την αποφυλάκισή του, πιο ώριμος πια θα μπει στο σωστό δρόμο. Το γεγονός ότι μετά την εξώθησή του από συγκεκριμένα πρόσωπα στη διάπραξη των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση, έκοψε οριστικά επαφή με τα εν λόγω πρόσωπα, θεωρούμε ότι κινείται προς την ορθή κατεύθυνση. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων, σ' αυτού του είδους τις υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας (βλ. Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Παύλου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις διάφορες προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και επαγγελματικές συνθήκες του κατηγορούμενου, όπως αυτές αναδύονται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ως έχουν εκτεθεί εκ μέρους του δικηγόρου του. Ειδικότερα: ο κατηγορούμενος, ηλικίας 30 ετών γεννήθηκε στη Λεμεσό. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια, χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του, ηλικίας 64 ετών εργάζεται ως οικοδόμος και η μητέρα του, επίσης 64 ετών, απασχολείται ως καθαρίστρια σε γυμνάσιο. Έχει δυο αδέλφια, το πρώτο, ηλικίας 35 ετών, εργάζεται σε ναυτιλιακή εταιρεία και το δεύτερο, ηλικίας 32 ετών, σε ιδιωτική εταιρεία. Υπάρχει οικογενειακό ενυπόθηκο χρέος, ύψους €80.000,00 και πρόσφατα, η μητέρα του κατηγορούμενου έχει λάβει ειδοποίηση για εκποίηση του βεβαρημένου ακινήτου με τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών, όλης της οικογένειας είναι αρκετά καλές. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος τεχνικής σχολής στον κλάδο μηχανικών δικύκλων και σκαφών. Κατατάγηκε στην εθνική φρουρά, αλλά, δυο μήνες πριν την απόλυσή του, πήρε απαλλαγή, λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. Ακολούθως εργάστηκε ως οικοδόμος και διανομέας μέχρι και τη σύλληψή του στις 29.10.2015 που διέπραξε τα αδικήματα τα οποία συνθέτουν την προηγούμενη καταδίκη του, οπότε και φυλακίστηκε. Κατά το κρίσιμο στάδιο της εφηβείας του, στα 17 του, οι γονείς του παρέμειναν άνεργοι για αρκετούς μήνες, με αποτέλεσμα η οικογένεια να περιέλθει σε καθεστώς οικονομικής εξαθλίωσης, απελπισίας, με στερήσεις σε βασικά αγαθά, αδυναμία πληρωμής λογαριασμών ηλεκτρισμού και νερού, οπότε εκλιπαρούσαν για δανεικά από συγγενικά πρόσωπα. Όλα αυτά επηρέασαν ψυχολογικά τον ίδιο και σηματοδότησαν την απαρχή της κατρακύλας του. Αναζητώντας «διέξοδο», βυθίστηκε στο βούρκο των ναρκωτικών, αρχικά ως χρήστης και από τα 21 του, ως «βαποράκι», προσπαθώντας να ξοφλήσει τα χρέη του που προέκυψαν από τη χρήση των ναρκωτικών. Συνεπεία της καταδίκης του για τη διάπραξη αδικημάτων σε σχέση με ναρκωτικά και πάλι ήταν και ο χωρισμός του με τη συμβία του, την οποία θα αρραβωνιαζόταν. Η διαγωγή του στις φυλακές, καθ' ον χρόνο εξέτιε την ποινή του υπήρξε άριστη, εξ' ου και το γεγονός ότι με απόφαση του Συμβουλίου Αποφυλακίσεως Κρατουμένων επ' αδεία, ημερ. 11.2.2020, αποφυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκισή του προσπάθησε να βρει εργασία. Αρχικά κατάφερε να εργοδοτηθεί ως μηχανικός σε μηχανουργείο, ωστόσο, 3 βδομάδες αργότερα, έχασε την εργασία του, αφού, λόγω της έξαρσης της πανδημίας και του lockdown έκλεισε το μηχανουργείο. Οι όποιες προσπάθειές του για εξεύρεση νέας εργασίας, απέτυχαν. Ουδεμία στήριξη είχε απ' οπουδήποτε και πλέον είχε γίνει οικονομικό βάρος των γονέων του, που μετά δυσκολίας αντεπεξέρχονται στη κάλυψη των βασικών εξόδων τους. Παράλληλα χρωστούσε σε διάφορους, ακόμη και μέσα στις φυλακές, οι οποίοι τον δάνειζαν καθ' όλη της διάρκεια της εκεί πενταετούς παραμονής του. Επειδή ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, απέδωσε την εγκληματική του συμπεριφορά στην απόγνωση που είχε βρεθεί μετά την αποφυλάκισή του στο πλαίσιο της άλλης υπόθεσης που είχε καταδικαστεί και συγκεκριμένα, συνεπεία όλων όσων έλαβαν χώρα μετά από αυτή και στην άμεση ανάγκη του να ορθοποδήσει οικονομικά και να απεμπλακεί από την καταθλιπτική καθημερινότητά του, θεωρούμε πως και στην περίπτωσή του, τηρουμένων των αναλογιών, τυγχάνουν εφαρμογής τα ακόλουθα από την υπόθεση Ζωμενής ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω): «η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για την μεταφορά των ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου.». Μολονότι ο κατηγορούμενος έχει τη συμπάθειά μας για όσα βίωσε μετά την αποφυλάκισή του, εντούτοις, την ίδια ώρα θεωρούμε ορθό να υποδείξουμε και στον ίδιο, ότι, κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα (βλ. Iliev ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 218/16, ημερ. 18.1.2018 και Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 154). Aν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής, αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου. Αναφορικά με τη θέση του - την οποία προέβαλε μέσω του ευπαίδευτου δικηγόρου του -, ότι δεν υλοποίησε τα της συνομωσίας, επειδή υπαναχώρησε οικεία βουλήσει, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός, ότι, παρά ταύτα, η τεράστια ποσότητα των 72 κιλών κάνναβης που είχε συμφωνήσει με άλλα πρόσωπα να εισάξουν στην Κύπρο και κατέχουν με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα, εν τέλει, εισάχθηκε στην Κύπρο. Γενικά, λαμβάνουμε υπόψη οτιδήποτε έχει αναφερθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο, περιλαμβανομένων και των επιπτώσεων στον ίδιο και ενδεχομένως, στα μέλη της οικογένειάς του, από την ποινή που θα του επιβληθεί. Σε περίπτωση δε που αυτή θα είναι φυλάκιση, έχουμε υπόψη μας τη νομολογιακή αρχή, ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της υπόθεσης XXX1/15, του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, στις 15.3.2016 καταδικάστηκε για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια και του καπνίσματος κάνναβης και του επιβλήθηκε στη σοβαρότερη των δυο κατηγοριών, φυλάκιση 9 χρόνων. Διέπραξε τα αδικήματα, στις 29.10.2015. Παρότι δε θα τιμωρηθεί εκ νέου για ό,τι έκανε κατά το παρελθόν, το οποίο συνθέτει την παραπάνω καταδίκη του, εντούτοις, δεν μπορεί σήμερα να αναμένει τόση επιείκεια όση αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Όπως επισημαίνεται στη Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527: «Τονίζεται ότι οι προηγούμενες καταδίκες έχουν σημασία και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του σεβασμού του παραβάτη προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Δεν δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης αλλά και πάλιν τέτοιες καταδίκες για παρόμοια αδικήματα στερούν τον παραβάτη του δικαιώματος να ζητήσει την επιείκεια του Δικαστηρίου (Βλ. Κυπριανίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 18).» Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο, που επίσης δε συνηγορεί υπέρ του κατηγορούμενου. Αφορά στο γεγονός ότι διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, ενώ τελούσε με αναστολή με προεδρική χάρη. Συγκεκριμένα, με την εγκατάσταση του Προέδρου της Δημοκρατίας την 1.3.2018, ο κατηγορούμενος έτυχε του ευεργετήματος αναστολής της ποινής του στην πιο πάνω υπόθεση κατά το ¼. Συνεπεία αυτού, ουσιαστικά του χαρίστηκαν 736 μέρες ποινής φυλάκισης. Ο κατηγορούμενος, δυστυχώς, δεν εκτίμησε το ευεργέτημα που του είχε παραχωρηθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, καθώς, κατά τη διάρκεια που τελούσε σε αναστολή η παραπάνω ποινή του, διέπραξε τα εξίσου σοβαρά και, παρόμοιας φύσεως αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί, ότι η επιβολή αυστηρών ποινών επιβάλλεται σε συνάρτηση με το είδος, την ποσότητα και το σκοπό της κατοχής των ναρκωτικών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak, ανωτέρω). Ο κατηγορούμενος, στην προκείμενη περίπτωση συνωμότησε με άλλα πρόσωπα να εισαγάγουν και κατέχουν με σκοπό να προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα ναρκωτικά και συγκεκριμένα, 72 κιλά κάνναβη. Μολονότι ο ίδιος υπαναχώρησε και δεν συμμετείχε στην υλοποίηση της συμφωνίας, εντούτοις, παραμένει γεγονός, ότι, εν τέλει, στη βάση της εν λόγω συμφωνίας, εισάχθηκαν στην Κύπρο τα 72 κιλά κάνναβης, που αποτελούν τεράστια ποσότητα. Δεν έχουμε αμφιβολία, ότι καταρχήν, η προσέγγιση των Δικαστηρίων σ' αυτού του είδους τα αδικήματα, θα πρέπει να είναι αυστηρή με την επιβολή πολύχρονων ποινών φυλάκισης. Η αρχή της αποτρεπτικότητας, θα πρέπει να εξισορροπείται με την αρχή της εξατομίκευσης, μέσα στο πλαίσιο ιδιαιτεροτήτων που αφορούν και στο πρόσωπο του δράστη. Χωρίς να αγνοούμε την έξαρση των ναρκωτικών στην Κύπρο και σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, για όλους τους λόγους που αναφέρουμε σε άλλο σημείο, πιο πάνω, καθηκόντως, λαμβάνουμε υπόψη και όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που συνηγορούν προς όφελός του, ως εκτίθενται και αυτοί σε άλλο σημείο πιο πάνω στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος - υπό το φως και του συνόλου των γεγονότων που τα περιβάλλουν - και τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελός του, όπως έχουν ήδη εκτεθεί και μετά από περίσκεψη, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, αναμφίβολα θα ήταν ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελος του κατηγορούμενου, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους ποινής που θα του επιβληθεί. Όπως θα διαφανεί αμέσως, όλα αυτά, λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Στο ίδιο πλαίσιο, σε εφαρμογή και της αρχής της συνολικότητας της ποινής, λαμβάνουμε υπόψη και το γεγονός, ότι, ως αποτέλεσμα της καταδίκης του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, αυτόματα, ενεργοποιείται και η ανασταλείσα περίοδος ποινής φυλάκισης 736 ημερών στο πλαίσιο της υπόθεσης 23731/15 (ανωτέρω), την οποία θα εκτίσει διαδοχικά της ποινής που θα του επιβάλουμε στην παρούσα υπόθεση. Κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο 5: Στην κατηγορία 7, δεδομένου ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα, στο σύνολό τους περικλείονται στα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της κατηγορίας 8, στην οποία θα επιβληθεί ποινή, καμιά ποινή. Στην κατηγορία 8, φυλάκιση τριών
(3)ετών. Στην κατηγορία 9, φυλάκιση τριών
(3)ετών. Οι παραπάνω ποινές, να συντρέχουν και μειώνονται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος 5 τελούσε υπό κράτηση και συγκεκριμένα, από τις 18.6.2020. Προχωρούμε τώρα να εξετάσουμε κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή των παραπάνω ποινών που επιβάλαμε στον κατηγορούμενο. Συνυπολογίζοντας και συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου καθώς και το σύνολο των ελαφρυντικών του, όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασης (πιο πάνω) και χωρίς να παραγνωρίζουμε το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη, που αφορά και πάλι στη διάπραξη αδικημάτων σε σχέση με ναρκωτικά, αποτελεί κατάληξή μας, πως δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής. Θεωρούμε πως, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, πολύ ορθά δεν υπόβαλε σχετική εισήγηση. Με αδιαμφισβήτητη τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος και συνυπολογίζοντας δεόντως και επαρκώς, όλους τους μετριαστικούς παράγοντες, κρίνουμε ότι, διαφορετική αντιμετώπιση, ανάμεσα σε άλλα, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες, θα υπονόμευε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των ποινών, χωρίς να βρίσκεται σε αρμονία με σχετική νομολογία για την ποινολογική αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσης και δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, που καθ' ομολογία του διέπραξε ο κατηγορούμενος μα ούτε και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, Κυπρίζογλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2017:B465, Ποιν. Έφ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, ημερ. 15.12.2017 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.