GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας κ.α., Αίτηση - Έφεση Αρ. 94/2019, 18/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. 94/2019 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965), ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ και Επί τοις αφορώσι τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ. 224), Άρθρο 80 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED Αιτήτρια - Εφεσείουσα και
- Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας
- SOTIRIS A. CHRISTODOULOU ESTATES LTD (υπό διαχείριση), Α.Ε. 75007, από τη Λάρνακα, με διαχειριστή τον κ. Κρις Ιακωβίδη
- XXXXX Κουρτέλλος Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι ---------------------------------------- Ημερομηνία: 18 Μαρτίου, 2021 Για την αιτήτρια : κα Α. Παπαευσταθίου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για τον καθ' ου η Αίτηση 1 : κα Θ. Κουμή για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για την καθ' ης η αίτηση 2 : καμία εμφάνιση Για τον καθ' ου η αίτηση 3 : κ. Γ. Χατζηκωστής για Γιώργος Κ. Χατζηκωστής ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια - εφεσείουσα (εφεξής «η αιτήτρια») με την υπό εξέταση έφεση της επιζητεί (α) την ακύρωση ή παραμερισμό ή αναστολή της ειδοποίησης τύπου ΙΕ του καθ' ου η αίτηση 1 ημερ. 7.12.2018 στην αίτηση με αρ. ΑΕΑ 1036/2016 και (β) της απόφασης του καθ' ου η αίτηση 1 ημερ. 18.9.2019 στην εν λόγω αίτηση, (γ) την ακύρωση και κήρυξη της απόφασης ή/και της διαδικασίας που αναφέρεται στην προαναφερόμενη ειδοποίηση ημερ. 7.12.2018 και απόφαση ημερ. 18.9.2019 ως αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος, (δ) την κήρυξη των προνοιών των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν. 9/1965 ως τροποποιήθηκε με τον Ν. 139(Ι)/2015 ως αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 25, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, καθώς και (ε) τον παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας ή γνωστοποίησης ή απόφασης ή πράξης του καθ' ου η αίτηση 1 στην αίτηση με αρ. ΑΕΑ1036/
- Σημειώνεται ότι η ειδοποίηση τύπου ΙΕ ημερ. 7.12.2018 και η επίδικη απόφαση ημερ. 18.9.2019 λήφθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση 1 με βάση τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο αρ. 139
(1)/2015, με τον οποίο εισήχθησαν στο Μέρος VIB του βασικού Νόμου 9/1965 συγκεκριμένες πρόνοιες (άρθρα 44 ΙΗ - 44ΚΖ) οι οποίες αφορούν αγοραστές ακινήτων που έχουν χαρακτηρισθεί ως «εγκλωβισμένοι αγοραστές». Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 29 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, στους σχετικούς Κανονισμούς του 1956, στα άρθρα 23, 25, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 6
(1)και 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον Νόμο 39/62, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στους γενικούς κανόνες επιείκειας και στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγους Εφέσεως η αιτήτρια προβάλλει τους εξής: «
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας (ο «Διευθυντής») προέβη στην προσβαλλόμενη απόφαση ή/και γνωστοποίηση ή/και ειδοποίηση ή/και πράξη στη βάση διατάξεων νόμου που είναι ή/και έχουν κηρυχθεί αντισυνταγματικές, ως ειδικότερα κατωτέρω αναφέρεται.
- Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις ή/και γνωστοποιήσεις ή/και ειδοποιήσεις ή/και πράξεις του Διευθυντή ημερομηνίας 7/12/2018 και 18/9/2019 (οι «Αποφάσεις του Διευθυντή») βασίζονται στα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965)(ο «Νόμος») τα οποία είναι αντισυνταγματικά ή/και παραβιάζουν τα άρθρα 23, 25, 26, 28 και 30 του Συντάγματος.
- Οι Αποφάσεις του Διευθυντή παραβιάζουν το άρθρο 23 του Συντάγματος καθότι: 3.
- επιβάλλουν αδικαιολόγητη στέρηση, επιβάρυνση και περιορισμό στο δικαίωμα ιδιοκτησίας ή/και περιουσίας της Αιτήτριας που απορρέει από τη σύμβαση υποθήκης με αριθμό XXXXX/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας (η «Υποθήκη»), χωρίς τη συγκατάθεση και την έγκριση της Αιτήτριας και χωρίς να δίδεται ή να προσφέρεται σε αυτήν οποιαδήποτε εύλογη και δίκαια αποζημίωση· 3.
- αποστερούν το ιδιοκτησιακό δικαίωμα της Αιτήτριας το οποίο απορρέει από την Υποθήκη. Η εν λόγω αποστέρηση επιτυγχάνεται με την ακύρωση/εξάλειψη της Υποθήκης ή/και την απαλλαγή του ενυπόθηκου ακινήτου που επιβαρύνεται με αυτήν χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε αποζημίωση, η οποία να αντιστοιχεί στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από την εν λόγω Υποθήκη· και 3.
- περιορίζουν ή/και απαλλοτριώνουν το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι του ενυπόθηκου οφειλέτη - Καθ' ης η αίτηση 2, το οποίο έγκειται στη δυνατότητα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου που επιβαρύνεται με την Υποθήκη σε περίπτωση μιη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού αφού ακυρώνεται, εξαλείφεται ή/και διαγράφεται η Υποθήκη από το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο, ή/και το δικαίωμα της Αιτήτριας να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος ή/και τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν προστατευόμενη ιδιοκτησία από το άρθρο 23 του Συντάγματος.
- Οι Αποφάσεις του Διευθυντή είναι παράνομες ή/και αντίκεινται στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό νόμο Ν39/
- Οι Αποφάσεις του Διευθυντή που λήφθηκαν στη βάση των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου παραβιάζουν και περιορίζουν το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25 του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, εφόσον: 5.
- παρεμβαίνουν στο δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα όπως αυτή θεωρεί σωστό μέσα στα πλαίσια του νόμου και με σκοπό την κερδοφορία· 5.
- καταργούν το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την Αιτήτρια ποσών στη βάση της Υποθήκης και/ή παραβιάζουν και/ή προσβάλλουν και/ή εξαλείφουν εντελώς το υπέρ της Αιτήτριας εμπράγματο βάρος και/ή το δικαίωμα της Αιτήτριας επί του ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς κανένα αντάλλαγμα και/ή την εξασφάλιση της επίδικης Υποθήκης και/ή υπό προϋποθέσεις και/ή στην καλύτερη για την Αιτήτρια περίπτωση, υποχρεώνουν την Αιτήτρια να δεχθεί εξασφάλιση ή υποθήκη διαφορετική ή σε διαφορετικό ακίνητο από εκείνο που η ίδια έκρινε ότι μπορούσε να δοθεί ως εξασφάλιση σε σχέση με συμβατικές υποχρεώσεις του οφειλέτη - Καθ' ης η αίτηση 2, ακόμα και αν αυτό είναι ενάντια στα συμφέροντα της Αιτήτριας· 5.
- παραβιάζουν και/ή προσβάλλουν και/ή καταργούν το εν λόγω δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του δικαιώματος αυτού.
- Οι Αποφάσεις του Διευθυντή παραβιάζουν το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι: 6.
- επεμβαίνουν στην ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων ως αυτή καθορίστηκε κατά το χρόνο υπογραφής ή/και κατάρτισης της Υποθήκης, πλήττοντας το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» και εκθεμελιώνοντας ουσιαστικά τη σύμβαση Υποθήκης που συνάφθηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση 2· και 6.
- επεμβαίνουν στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 2 να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης· και 6.
- επεμβαίνουν και επηρεάζουν την ήδη υπάρχουσα σύμβαση ή/και την αποκρυσταλλωμένη συμβατική σχέση μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση 2· και 6.
- τροποποιούν ή/και καταργούν προϋπάρχουσα σύμβαση μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση 2, αντίθετα προς τη βούληση των συμβαλλομένων ή/και εξαλείφοντας ή/και ακυρώνοντας δικαιώματα που πηγάζουν από αυτές· και 6.
- οι πιο πάνω επεμβάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων.
- Οι Αποφάσεις του Διευθυντή παραβιάζουν το άρθρο 28 του Συντάγματος διότι η διαγραφή ή/και εξάλειψη της Υποθήκης από το Διευθυντή ή/και η απαλλαγή του ακινήτου που επιβαρύνεται με αυτήν δυνάμει των άρθρων 44ΙΗ -44ΚΖ του Νόμου αποτελεί αυθαίρετη και δυσμενή διάκριση εις βάρος της Αιτήτριας αφού εκμηδενίζει το δικαίωμα της Αιτήτριας, ενώ το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση 2 επί του ενυπόθηκου ακινήτου παραμένει ανεπηρέαστο, προκαλώντας μ' αυτόν τον τρόπο ανισότητα μεταξύ των φορέων δύο δικαιωμάτων.
- Οι Αποφάσεις του Διευθυντή παραβιάζουν το άρθρο 30 του Συντάγματος διότι παραγνωρίζουν ή/και παραβιάζουν ή/και ανατρέπουν τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του ενυπόθηκου δανειστή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση 2 στο πλαίσιο της αγωγής με αριθμό 1747/2009 του Ε.Δ. Λάρνακας, με την οποία επαληθεύτηκαν δικαστικά τα δικαιώματα της, ως αυτά απορρέουν από την Υποθήκη ή/και με την οποία διατάχθηκε η εκποίηση της Υποθήκης για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της ρηθείσας αγωγής.
- Οι Αποφάσεις του Διευθυντή είναι αυθαίρετες ή/και παράνομες ή/και άκυρες αφού στηρίζονται σε πρόνοιες του Νόμου που έχουν κηρυχθεί αντισυνταγματικές ή/και άκυρες από το Δικαστήριο.
- Η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην αίτηση με αριθμό ΑΕΑ1036/2016 είναι άκυρη ή/και παράτυπη ή/και αυθαίρετη και είναι δέον όπως παραμεριστεί ή/και ακυρωθεί.
- Με τις Αποφάσεις του Διευθυντή πλήττονται αφόρητα και ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της Αιτήτριας ή/και η Αιτήτρια κινδυνεύει να παραμείνει ανεξασφάλιστη καθ' όσον αφορά το εξ αποφάσεως χρέος που εξασφαλίζεται με την Υποθήκη. » Η αίτηση-έφεση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου, της οποίας τα (προς όφελος της) εξ αποφάσεως χρέη, πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις έχουν μεταβιβαστεί στην αιτήτρια. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις 6.10.2005 η Τράπεζα Κύπρου παραχώρησε στην καθ' ης η αίτηση 2 (η οποία έχει έκτοτε τεθεί υπό διαχείριση), με την εγγύηση δύο φυσικών προσώπων, δάνειο για €256.290, προς εξασφάλιση του οποίου η καθ' ης η αίτηση 2 υποθήκευσε συγκεκριμένο ακίνητο στη Λάρνακα (Τεκμήριο 6 η επίδικη Υποθήκη XXXXX/2005), εντός του οποίου έχει ανεγερθεί πολυκατοικία με έξι διαμερίσματα. Ένεκα μη πληρωμής των δόσεων του δανείου, κινήθηκε αγωγή και στις 20.9.2011 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση από το Ε.Δ. Λάρνακας στην αγωγή 1747/2009 υπέρ της Τράπεζας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2 και των εγγυητών της, για €279.943,74 πλέον τόκους και έξοδα, και Διάταγμα εκποίησης της επίδικης Υποθήκης (Τεκμήριο 7). Ουδέν ποσό έχει καταβληθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Το 2013 η Τράπεζα καταχώρισε στο Κτηματολόγιο αίτηση αναγκαστικής πώλησης του ακινήτου, η οποία έλαβε αριθμό ΑΝΠ 405/2013 και η οποία δεν έχει μέχρι σήμερα προωθηθεί από τον καθ' ου η αίτηση
- Προσθέτει ότι στις 22.1.2009 συνήφθη μεταξύ της καθ' ης η αίτηση 2 ως πωλητή και του καθ' ου η αίτηση 3 ως αγοραστή πωλητήριο έγγραφο για ένα από τα έξι διαμερίσματα, για €113.500, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 11.2.2009 με αρ. ΠΩΕ 117/2009 και αργότερα εκδόθηκε και χωριστός τίτλος. Η αξία του διαμερίσματος με βάση την εκτίμηση του Κτηματολογίου ημερ. 1.1.2018 είναι €73.
- Η Υποθήκη επιβαρύνει όλα τα διαμερίσματα που έχουν ανεγερθεί επί του ακινήτου. Στις 13.12.2018 παραλήφθηκε η επίδικη ειδοποίηση τύπου ΙΕ του καθ' ου η αίτηση 1, η οποία απεστάλη κατόπιν αίτησης του καθ' ου η αίτηση 3 με αρ. ΑΕΑ 1036/2016, με την οποία γνωστοποιήθηκε στην Τράπεζα η πρόθεση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να προχωρήσει στη μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 3 δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου, και ότι εάν δεν υποβληθεί ένσταση ή αίτηση μεταφοράς της Υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία εντός 45 ημερών τότε θα απαλλάξει το διαμέρισμα από την Υποθήκη και την αναγκαστική πώληση ΑΝΠ 405/2013 και θα προχωρήσει στη μεταβίβαση του επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση
- Η Τράπεζα υπέβαλε ένσταση, η οποία απερρίφθη από τον Διευθυντή με απόφαση του ημερ. 23.9.2019 (Τεκμήριο 13), εφόσον δεν είχε τεκμηριωθεί οποιοσδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44ΚΒ του Ν. 9/1965 και ενημέρωσε την Τράπεζα ότι εκτός εάν εξασφαλίσει διάταγμα που να διατάσσει διαφορετικά, θα προχωρήσει στην απαλλαγή του διαμερίσματος από την Υποθήκη και στη μεταβίβαση του επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση
- Τέλος, ο ενόρκως δηλών προβάλλει τις θέσεις της αιτήτριας (στην οποία, ως αναφέρθηκε πιο πάνω μεταβιβάστηκαν τα δικαιώματα της Τράπεζας) όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να ακυρωθεί η εν λόγω διαδικασία, ως αποτυπώνονται στους λόγους έφεσης. Σημειώνεται ότι στις 18.10.2019 εκδόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο στη συνέχεια κατέστη απόλυτο, με το οποίο ανεστάλη η ισχύς των επίδικων ειδοποιήσεων και αποφάσεων και απαγορεύθηκε η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και η απαλλαγή του από την επίδικη Υποθήκη, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην παρούσα αίτηση-έφεση. Ο καθ' ου η αίτηση 1 καταχώρισε ένσταση, στην οποία εξειδικεύονται οι εξής προδικαστικές ενστάσεις και λόγοι: «
- Ο Καθ' ου η αίτηση 1 εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι τα διατάγματα, τα οποία ζητεί η αιτούσα είναι γενικού και/ή αορίστου περιεχομένου και/ή το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης - έφεσης όπως εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.
- Άνευ βλάβης των πιο πάνω, ο καθ' ου η αίτηση 1 εγείρει και 2η προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι η αιτούσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται να προσβάλλει την ειδοποίηση ή/και απόφαση ημερομηνίας 7/12/2018, καθότι αυτή είναι προκαταρκτική και δεν συνιστά απόφαση εντός της έννοιας του άρθρου 51 του Νόμου και/ή εν πάση περιπτώσει, ο προβλεπόμενος κατά το Νόμο χρόνος για την ακύρωση έχει παρέλθει. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, ο καθ' ου η αίτηση 1 αναφέρει τα ακόλουθα: Λόγοι ένστασης:
- Δεν προβάλλονται εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Αίτηση-Έφεση της Αιτήτριας είναι αβάσιμη καθώς ενάγει παράνομα και/ή παράτυπα και/ή λανθασμένα τον «Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας» αντί του «Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας» ως όφειλε.
- Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα.
- Η παρούσα αίτηση/έφεση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
- Η αιτήτρια προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτήτριας / εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
- Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
- Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
- Με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτήτρια.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή ή/και οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΘ- 44ΚΒ δεν παραβιάζουν ούτε περιορίζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 25 του Συντάγματος και/ή ούτε καταργούν το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την αιτούσα ποσών δυνάμει της Υποθήκης. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση, αυτή είναι προς προστασία δικαιώματος τρίτου υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται το Σύνταγμα στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει του εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 28 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει το εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται, εφόσον αφενός δεν δημιουργεί διάκριση μεταξύ ομοίων και αφετέρου πρόκειται για διάκριση εύλογη και όχι αυθαίρετη, η οποία εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και συνάδει με την αρχή της Αναλογικότητας.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το Άρθρο 30 του Συντάγματος και/ή δεν παραβιάζει ή/και επεμβαίνει στη δικαστική απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή με αριθμό 1747/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και/ή δεν προσκρούει στην αρχή διάκρισης των εξουσιών.
- Οι διατάξεις 44Η και 44ΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως, μεταξύ άλλων, των λοιπών διατάξεων του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως νόμου, συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις υπόλοιπες διατάξεις του Νόμου.
- Το άρθρο 44Κ του Νόμου δεν παρέχει διακριτική εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για απόρριψη της αίτησης που προβλέπεται από τα άρθρα 44ΙΗ μέχρι και 44ΚΖ του Νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τα στοιχεία (α) και (β) του εν λόγω άρθρου. Εάν ήθελε αποφασιστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι παρέχεται διακριτική εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για απόρριψη της αίτησης, είναι ισχυρισμός του καθ΄ ου η αίτηση 1 ότι αυτή ενασκήθηκε ορθά, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση δεδομένα και/ή περιστατικά.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 1036/2016 είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες της επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης. » Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση Ανώτερου Κτηματολογικού Λειτουργού, ο οποίος παραθέτει τα (κυρίως αναμφισβήτητα) γεγονότα της υπόθεσης όσον αφορά την κατάθεση της σύμβασης πώλησης του επίδικου διαμερίσματος και τη διαδικασία της αίτησης του καθ' ου η αίτηση 3 - αγοραστή με αριθμό ΑΕΑ1036/
- Υιοθετεί τους λόγους ένστασης και προβάλλει τη θέση ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΘ - 44ΙΚ του Ν. 9/1965 είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να εξετασθεί στην παρούσα αίτηση - έφεση η συνταγματικότητα των εν λόγω προνοιών για τους λόγους που καταγράφονται στην ένσταση. Τέλος, υποστηρίζει ότι με την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου περί Εγκλωβισμένων Αγοραστών (όπως τον ονομάζει), όχι μόνο δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα της αιτήτριας, αλλά παρέχεται και προστασία προς τους καλόπιστους τρίτους, ήτοι τους αγοραστές, οι οποίοι τήρησαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν από τη σύμβαση πώλησης, ως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 22.6.2015 (Τεκμήριο Μ). Η αίτηση - έφεση επιδόθηκε δεόντως στην καθ' ης η αίτηση 2, η οποία δεν καταχώρισε οποιαδήποτε ένσταση και η ακρόαση της υπόθεσης προχώρησε στην απουσία της. Ο καθ' ου η αίτηση 3 καταχώρισε ένσταση, στην οποία εξειδικεύονται οι εξής λόγοι : «
- Η Αίτηση της Αιτήτριας δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται από τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44 ΚΒ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος (Ν. 9/1965)ως αυτός έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και ως εκ τούτου πρέπει αν απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ως αβάσιμη.
- Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 07/12/18 είναι καθ' όλα νόμιμη και πλήρως συνυφασμένη με τις συνταγματικές διατάξεις, 23, 25,26,28,29 και 30 αλλά και εντός των πλαισίων των άρθρων 6
(1)και 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εντός του πλαισίου που καθορίζει το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό νόμο Ν. 39/
- Τα αιτούμενα διατάγματα που ζητεί η Αιτήτρια είναι γενικού και αόριστου περιεχομένου με αποτέλεσμα το Σεβαστό Δικαστήριο να μην μπορεί να προχωρήσει στην αποδοχή αυτών και να προχωρήσει στην έκδοση τους.
- Η αιτήματα της Αιτήτριας είναι νόμω και ουσία αβάσιμα, αστήρικτα και αδικαιολόγητα.
- Η Αιτήτρια εμποδίζεται και/ή κωλύεται να προσβάλλει την ειδοποίηση και/ή απόφαση ημερ. 07/12/18, καθότι αυτή είναι προκαταρτική και δεν συνιστά απόφαση εντός της έννοιας του άρθρου 51 του Νόμου και/ή εν πάση περιπτώσει, ο προβλεπόμενος κατά το νόμο χρόνος για την ακύρωση έχει παρέλθει.
- Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965)στις οποίες βασίστηκε ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι συμβατές με τις διατάξεις του Συντάγματος.
- Η παρούσα αίτηση/έφεση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και/ή ο τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
- Η αιτήτρια προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965), όπως τροποποιήθηκε με τις σχετικές διατάξει του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς και αιτιολογημένα πως ο ως άνω αναφερόμενος νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του ως άνω αναφερόμενου νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
- Με τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965)προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου
- Με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημία και/ή ουσιώδης ζημία στην αιτήτρια.
- Το άρθρο 44Κ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965)δεν παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για απόρριψη της αίτησης που προβλέπεται από τα άρθρα 441Η μέχρι και 44ΚΖ του ως άνω αναφερόμενου νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τα στοιχεία (α) και (β) του εν λόγω άρθρου. Εάν ήθελε ο αποφασιστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι παρέχεται διακριτική εξουσία στο Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για απόρριψη της υπό εξέτασης αίτησης, είναι ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 3 ότι αυτή ασκήθηκε ορθά, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα.
- Τα αιτούμενα διατάγματα είναι νόμο και ουσία.
- Η αίτηση της Αιτήτριας γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά.
- Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της Αιτήτριας δεν υποστηρίζει επαρκώς και/ή καθόλου την Αίτηση.
- Ο Ενόρκως Δηλών που ορκίζεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της Αιτήτριας δεν είναι κατάλληλο άτομο για να προβεί στην Ένορκη Δήλωση καθότι δεν γνωρίζει επ' ακριβώς όλα τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την Αίτηση της Αιτήτριας. » Σημειώνεται ότι οι παρατιθέμενες περικοπές μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τις ενστάσεις και συνεπώς τυχόν συντακτικά ή γραμματικά λάθη ή ελλείψεις (όπως στους λόγους 4 και 12 της ένστασης του καθ' ου η αίτηση 3) είναι του αυθεντικού κειμένου που καταχώρισαν οι συνήγοροι. Η ένσταση του καθ' ου η αίτηση 3 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση γραμματέα στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του καθ' ου η αίτηση 3, η οποία δηλώνει πως δεν παραδέχεται το μεγαλύτερο μέρος της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, παρά μόνο τις παραγράφους 11.1, 11.
- και 11.4, οι οποίες αφορούν τη σύναψη του πωλητηρίου εγγράφου για το επίδικο διαμέρισμα, την έκδοση, μεταγενέστερα της καταχώρισης της επίδικης Υποθήκης, χωριστού τίτλου για τα έξι διαμερίσματα της πολυκατοικίας που είχε ανεγερθεί επί του ενυπόθηκου ακινήτου, και την αξία του επίδικου διαμερίσματος. Επιπλέον, παραθέτει τα σχετικά γεγονότα που αφορούν την υπογραφή και κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ 117/09, την εξόφληση του τιμήματος για το διαμέρισμα με τον τρόπο που περιγράφει και την υποβολή της αίτησης ΑΕΑ 1036/16 (την οποία προφανώς εκ παραδρομής αναφέρει ως ΑΕΑ 1036/10). Προβάλλει τη θέση ότι τα επίδικα άρθρα του Νόμου είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα και ότι με την εφαρμογή τους παρέχεται προστασία προς τους καλόπιστους αγοραστές έναντι των πωλητών για να εγγραφούν ιδιοκτήτες των κτημάτων που αγόρασαν. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, παραθέτοντας σχετικές αποφάσεις, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Κατ' αρχάς, θεωρώ ορθό να ασχοληθώ με την εισήγηση της συνηγόρου της αιτήτριας στην αγόρευση της, ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του καθ' ου η αίτηση 3 δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη λόγω αντικανονικότητας, ένεκα του ότι γίνεται από τη γραμματέα στο γραφείο των δικηγόρων του καθ' ου η αίτηση 3 αντί από τον ίδιο, χωρίς την παροχή κάποιας εξήγησης. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1Α Α.Α.Δ 82 όπου, μετά από ανάλυση της νομολογίας, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στα εξής: «Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». Στην προκειμένη περίπτωση, είναι γεγονός ότι η ένορκη δήλωση δεν γίνεται από τον ίδιο τον διάδικο, αλλά από γραμματέα στο γραφείο των δικηγόρων του, η οποία ουδόλως επεξηγεί για ποιο λόγο δεν προβαίνει στην ένορκη δήλωση ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση 3. Εν τούτοις, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί πως τα πλείστα εγειρόμενα ζητήματα είναι αμιγώς νομικά, για τα οποία η ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι έλαβε νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του καθ' ου η αίτηση 3, ενώ τα πραγματικά γεγονότα που καταγράφει, και αφορούν το πωλητήριο έγγραφο και την υποβολή της αίτησης ΑΕΑ 1036/16, αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός ότι είναι άκρως ανεπιθύμητη η πρακτική που υιοθετήθηκε από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση 3, κρίνω ότι υπό το φως των ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσας περίπτωσης, δεν θα ήταν δίκαιο για την πλευρά του καθ' ου η αίτηση 3 να αγνοηθεί η ένσταση του. Άλλωστε, ακόμη και στην περίπτωση που κρινόταν ότι δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η ένσταση του καθ' ου η αίτηση 3, οι βασικοί λόγοι που προβάλλονται, στην ουσία καλύπτονται από την ένσταση του καθ' ου η αίτηση 1 και συνεπώς θα εξετάζονταν από το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της υπόθεσης, θα εξετάσω τις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται από τον καθ' ου η αίτηση 1 και τους λόγους ένστασης 3 και 5 του καθ' ου η αίτηση 3, ως καταγράφονται στις σελίδες 7 και 10 πιο πάνω. Σχετικό είναι το άρθρο 51 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 στο οποίο στηρίζεται η αίτηση-έφεση, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «51
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω επί τούτο αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου: Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ΄ οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ΄ ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1).» Με βάση δε το άρθρο 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου δύναται να υποβάλει έφεση κατά αυτής στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της εν λόγω απόφασης, «και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγµα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαµβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήµατος σε σχέση µε το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού, εκτός µε έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό». Με την παρούσα αίτηση - έφεση η αιτήτρια επιδιώκει την ακύρωση αποφάσεων που λήφθηκαν δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIB του Νόμου 9/1965, και συγκεκριμένα της ειδοποίησης τύπου ΙΕ ημερ. 7.12.2018, η οποία είναι ενημερωτική για την έναρξη της διαδικασίας μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου και την απαλλαγή του από την Υποθήκη με βάση τα επίδικα άρθρα του Μέρους VΙΒ του Ν. 9/1965, και της τελικής απόφασης ημερ. 18.9.2019 (η οποία σύμφωνα με την αιτήτρια παραλήφθηκε 2.10.2019, δεδομένο που δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο), για την απόρριψη της ένστασης της αιτήτριας και τη μεταβίβαση του ακινήτου απαλλαγμένου από την Υποθήκη. Η αιτήτρια αμφισβητεί τη νομιμότητα και ορθότητα αποφάσεων του Διευθυντή που λήφθηκαν δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIB του Νόμου 9/1965, οι οποίες κατ' ισχυρισμό παραβλάπτουν τα δικαιώματα της και είναι αντισυνταγματικές. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα αιτούμενα διατάγματα, τις συνδυασμένες πρόνοιες του άρθρου 51 του Νόμου 9/1965 και του άρθρου 80 του Κεφ. 224, είναι σαφές ότι δεν τίθεται θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας, δεν υπάρχει αοριστία όσον αφορά τις αιτούμενες θεραπείες και η αίτηση - έφεση δεν είναι εκπρόθεσμη. Ως εκ τούτου, οι προδικαστικές ενστάσεις και οι προαναφερόμενοι λόγοι ένστασης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί (βλ. συναφώς με το θέμα της δικαιοδοσίας Lombard Natwest Bank Ltd v. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1990). Επισημαίνεται πως η προσβαλλόμενη απόφαση υπογράφεται «Για Επαρχιακό Κτηµατολογικό Λειτουργό Λάρνακας» και ο καθ' ου η αίτηση 1 περιγράφεται στον τίτλο της αίτησης - έφεσης ως «Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας». Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν. 9/1965 προνοείται ότι «Διευθυντής» σημαίνει «τον Διευθυντή του Κτηµατολογικού και Χωροµετρικού Τµήµατος του Υπουργείου Εσωτερικών, περιλαμβάνει δε Επαρχιακόν Κτηµατολογικόν Λειτουργόν και οιονδήποτε έτερον λειτουργόν διοριζόµενον υπό του Διευθυντού δι' άπαντας ή τινα των σκοπών του παρόντος Νόµου, είτε γενικώς είτε δι' ειδικόν τινα σκοπόν». Ως εκ τούτου, όπου γίνεται αναφορά στην παρούσα στον «Διευθυντή», υποδηλώνει τον Διευθυντή του Κτηµατολογικού και Χωροµετρικού Τµήµατος του Υπουργείου Εσωτερικών, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η όποια ενέργεια έγινε από Επαρχιακό Κτηµατολογικό Λειτουργό, δεδομένης της πιο πάνω πρόνοιας. Τα πιο πάνω θεωρώ ότι απαντούν και στον λόγο ένστασης αρ. 4 του καθ' ου η αίτηση
- Έχοντας εξετάσει και αξιολογήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, προκύπτει το ακόλουθο υπόβαθρο γεγονότων, το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των πλευρών είτε παρέμεινε κατ' ουσίαν αναντίλεκτο: - Στις 11.2.2009 ο καθ' ου η αίτηση 3 κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 22.1.2009 μεταξύ του ιδίου ως αγοραστή και της καθ' ης η αίτηση 2 ως πωλητή, για συγκεκριμένο διαμέρισμα σε πολυκατοικία έξι διαμερισμάτων η οποία ανεγέρθηκε σε συγκεκριμένο ακίνητο στη Βορόκλινη, με αριθμό ΠΩΕ 117/
- - Το εν λόγω διαμέρισμα είναι σήμερα εγγεγραμμένο στο όνομα της καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας. - Το ακίνητο στη Βορόκλινη βαρύνεται με την Υποθήκη XXXXX/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, η οποία ενεγράφη στις 12.5.2005 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Η Υποθήκη συνήφθη μεταξύ της καθ' ης η αίτηση 2 και της Τράπεζας ως εξασφάλιση της τελευταίας για την παροχή δανείου προς την καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 6.10.
- - Στις 20.9.2011 εκδόθηκε δικαστική απόφαση στο πλαίσιο της αγωγής 1747/2009 Ε.Δ. Λάρνακας υπέρ της Τράπεζας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2 (και δύο εγγυητών) για συγκεκριμένο οφειλόμενο ποσό, με διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης XXXXX/2005 προς ικανοποίηση της απόφασης. Το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί, παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο άνω του €1.000.000, ενώ η καθ' ης η αίτηση 2 τέθηκε υπό διαχείριση στις 15.7.2013 δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. - Στις 8.5.2013 η Τράπεζα καταχώρισε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας αίτηση αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου η οποία έλαβε αριθμό ΑΝΠ 405/
- Μέχρι σήμερα η διαδικασία δεν έχει προχωρήσει. - Στις 18.10.2016 ο καθ' ου η αίτηση 3, αγοραστής, υπέβαλε στον Διευθυντή την αίτηση με αρ. ΑΕΑ (γνωστή ως Αίτηση Εγκλωβισμένων Αγοραστών) 1036/2016, με βάση τις διατάξεις του Ν. 9/1965 ως τροποποιήθηκε με τον Ν. 139(Ι)/2015, αιτούμενος την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του. - Στις 7.12.2018 ο Διευθυντής απέστειλε στην Τράπεζα Ειδοποίηση Τύπου ΙΕ δυνάμει του αρ. 44ΚΒ του Ν. 9/1965 ότι προτίθεται, μετά από την προαναφερόμενη αίτηση ΑΕΑ 1036/2016, να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στον καθ' ου η αίτηση 3, ότι η Τράπεζα έχει 45 ημέρες να υποβάλει ένσταση και ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης ή αιτιολογημένης ένστασης ή αίτησης μεταφοράς, θα προχωρήσει στην απαλλαγή του ακινήτου από την Υποθήκη και την αναγκαστική πώληση ΑΝΠ 405/2013 και θα προβεί στη μεταβίβαση επ' ονόματι του αγοραστή. - Η Τράπεζα υπέβαλε ένσταση ημερ. 3.1.
- Ο Διευθυντής με απόφαση του ημερ. 18.9.2019 απέρριψε την ένσταση και ενημέρωσε την Τράπεζα ότι θα προχωρήσει στην απαλλαγή του ακινήτου από την Υποθήκη και θα προβεί στη μεταβίβαση στο όνομα του αγοραστή, εκτός εάν προσκομιστεί εντός 30 ημερών διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. - Τα δικαιώματα που προκύπτουν από εξ αποφάσεως χρέη, πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις της Τράπεζας Κύπρου (συμπεριλαμβανομένης της επίδικης Υποθήκης και της δικαστικής απόφασης) μεταβιβάστηκαν στην αιτήτρια το 2019 - το σχετικό Σχέδιο Διακανονισμού επικυρώθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας στις 23.5.2019 με ισχύ από 30.5.
- Έχοντας απορρίψει τις προδικαστικές ενστάσεις και ορισμένους από τους λόγους ένστασης, προχωρώ στην ουσία της αίτησης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις γραπτές αγορεύσεις τους επικεντρώνονται στους λόγους έφεσης περί αντισυνταγματικότητας των επίμαχων άρθρων του Μέρους VIB του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στη θέση της αιτήτριας, με την οποία διαφωνεί τόσο η πλευρά του καθ' ου η αίτηση 1 όσο και του καθ' ου η αίτηση 3, ότι παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα της αιτήτριας ως κατοχυρώνονται από τα άρθρα 23, 25, 26, 28 και 30 του Συντάγματος. Είναι πολύ καλά καθιερωμένες οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων, όπως τέθηκαν στη Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και συνοψίστηκαν στη Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7 ως εξής:
- Υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας κάθε νόμου εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
- Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
- Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν τον Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος.
- Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων (in abstracto), με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Investylia Ltd v. Ε. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1872, θέμα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της εισήγησης όπως ποιο άρθρο ή άρθρα ή μέρος άρθρου του Νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα και σε ποιο άρθρο αυτού, και ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης. Κάθε Νόμος έχει το τεκμήριο Συνταγματικότητας, εκτός εάν ο φέρων το βάρος της απόδειξης καταδείξει το αντίθετο. Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως συγκεφαλαιώθηκε από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Δικαστή Πική στην απόφαση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ.3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, «σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το σύνταγμα». Συνεπώς θεωρώ ορθό όπως πρώτα παρατεθεί η διαδικασία που προνοείται στις επίμαχες πρόνοιες του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 139(Ι)/2015, προτού προχωρήσω στην αντιπαραβολή αυτών με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΗ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 139(Ι)/2015, οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ τυγχάνουν εφαρμογής σε κάθε περίπτωση που ακίνητο βαρύνεται με σύμβαση η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο μέχρι 31.12.2014 ή δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Σύμφωνα δε με το άρθρο 44ΚΖ, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται ανεξαρτήτως των λοιπών διατάξεων του Ν. 9/1965, του περί Πτωχεύσεως Νόμου, των Μερών IVA και V του περί Εταιρειών Νόμου και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου. Η ακολουθητέα με βάση τον Νόμο 9/1965 διαδικασία για περιπτώσεις ως η παρούσα, ως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους, περιλαμβάνεται στα άρθρα 44ΙΘ, Κ, ΚΒ και ΚΓ. Ειδικότερα, ο Διευθυντής διενεργεί μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από υποβολή αίτησης (άρθρο 44ΙΘ
(1)). Κατά την εξέταση της αίτησης, ο Διευθυντής διερευνά κατά πόσο έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας (άρθρο 44Κ
(1)). Σε περίπτωση που οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεση του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση 45 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης. Με την εν λόγω ειδοποίηση, τα προαναφερόμενα πρόσωπα ενημερώνονται ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή (άρθρο 44ΚΒ
(1)και
(2)). Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, να υποβάλει ένσταση στον Διευθυντή, μόνο για τους λόγους που ρητώς προβλέπονται στο άρθρο 44ΚΒ
(3)ήτοι για τον λόγο ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή ότι η σύμβαση μεταξύ αγοραστή και πωλητή έχει τερματιστεί ή είναι άκυρη. Ο Διευθυντής δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή, σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης. Σε περίπτωση µη τεκμηρίωσης της ένστασης, ο Διευθυντής προχωρεί µε την απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόµατι του αγοραστή (άρθρο 44ΚΒ
(3)). Ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται επίσης να αιτηθεί όπως η υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ιδίου πωλητή, εάν ο πωλητής είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας (άρθρο 44ΚΒ
(4)). Καμία μεταβίβαση διενεργείται σε περίπτωση που εκκρεμούν οφειλές του αγοραστή σε σχέση με Φόρους ή Τέλη (44ΚΓ). Ως εκ των ανωτέρω, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο οι επίμαχες πρόνοιες συνάδουν με τα άρθρα 23, 25, 26, 28 και 30 του Συντάγματος. Το άρθρο 23 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα σε κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2), δεν δύναται να επιβληθεί στέρηση ή περιορισμός οποιουδήποτε τέτοιου δικαιώματος εκτός ως προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο. Σύμφωνα δε με το εδάφιο
(3), το δικαίωμα αυτό μπορεί να υποβληθεί δια νόμου σε όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς «απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων». Για κάθε τέτοιο περιορισμό, ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της ιδιοκτησίας, πρέπει να καταβληθεί το ταχύτερο δικαία αποζημίωση, καθοριζομένη, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό Δικαστήριο. Το εδάφιο
(4)προνοεί για αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας για συγκεκριμένους σκοπούς. Το άρθρο 25 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή να επιδίδεται σε οποιαδήποτε απασχόληση, εμπόριο ή επικερδή εργασία και αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους μπορεί να υποβληθεί νομοθετικώς σε όρους και περιορισμούς το δικαίωμα αυτό. Το άρθρο 26 προνοεί ότι έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, το οποίο υπόκειται σε όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων, με τη δυνατότητα θέσπισης Νόμων για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα τα οποία διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Το άρθρο 28 του Συντάγματος προνοεί ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και διασφαλίζει το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης και προστασίας καθώς και το δικαίωμα απόλαυσης όλων των Συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών χωρίς καμία δυσμενή διάκριση. Οι λόγοι έφεσης της πλευράς της αιτήτριας που συναρτώνται με το άρθρο 30 του Συντάγματος αφορούν την αρχή της διάκρισης των τριών εξουσιών και τη θέση ότι με την επίδικη απόφαση του Διευθυντή ανατρέπεται η δικαστική απόφαση ημερ. 20.9.2011 στην αγωγή 1747/2009 η οποία διατάσσει την εκποίηση της επίδικης Υποθήκης προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους της καθ' ης η αίτηση 2. Ξεκινώντας από το άρθρο 23 και τους λόγους έφεσης 3 (3.1- 3.3), σημειώνω ότι η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας η οποία προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, είναι ευρεία και καλύπτει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως. 'Όπως έχει νομολογηθεί, το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι θέμα βαθμού (βλ. Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15). Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ν. Λοΐζου, σελ. 140, σε τέτοιες περιπτώσεις τίθεται το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει μια ακριβοδίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος της κοινωνίας και των αναγκών της προστασίας των ατομικών θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Η ισορροπία αυτή καθίσταται σχετική μόνο όταν έχει αποδειχθεί ότι η επέμβαση ικανοποιεί τις ανάγκες της νομιμότητας και δεν είναι αυθαίρετη. Αναφέρεται επίσης πως για κάθε όρο, δέσμευση ή περιορισμό πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, ως προβλέπεται στο άρθρο 23
(3), χωρίς την οποία η στέρηση περιουσίας συνιστά υπό κανονικές συνθήκες μια δυσανάλογη επέμβαση η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη (βλ. Δημοκρατία v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2003)3 Α.Α.Δ. 238 και Πιτσιλλίδης κ.ά. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7). Δεν αμφισβητείται ότι η εγγραφή της Υποθήκης, ως εμπράγματο βάρος, και τα δικαιώματα που απορρέουν τόσο από τη σύμβαση Υποθήκης όσο και από τη δικαστική απόφαση, αποτελούν ιδιοκτησία της αιτήτριας η οποία προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Σχετικό είναι το Πρώτο Παράρτημα του Ν. 9/1965 και το άρθρο 12
(5)(α) του Ν. 9/1965, τα όσα καταγράφονται στη σελίδα 136 του συγγράμματος Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ν. Λοΐζου, και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χαραλάμπους κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά.
(2014)3 A.A.Δ. 175. Οι επίδικες πρόνοιες του Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 139(Ι)/2015, δίδουν στον Διευθυντή την εξουσία να διαγράψει την Υποθήκη επί του επίδικου ακινήτου, για σκοπούς προστασίας των δικαιωμάτων του αγοραστή (καθ' ου η αίτηση 3) που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο με τον πωλητή / ενυπόθηκο οφειλέτη (καθ' ης η αίτηση 2) το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, χωρίς να έχει λάβει ο ενυπόθηκος δανειστής (η αιτήτρια) το οφειλόμενο ποσό, το οποίο εξασφαλιζόταν από την Υποθήκη. Αποστερώντας, δηλαδή, την αιτήτρια από την εξασφάλιση που είχε επί του ακινήτου προς είσπραξη του λαβείν της. Η εγγραφή της Υποθήκης προηγήθηκε χρονικά της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου. Με την επίδικη απόφαση του Διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 3 ελεύθερου από την Υποθήκη, εφαρμόζοντας τη διαδικασία που προνοείται από τα επίμαχα άρθρα του Ν. 9/1965 ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 139(Ι)/2015, εξαλείφεται και ακυρώνεται το περιουσιακό δικαίωμα της αιτήτριας, χωρίς αυτή να λάβει το οφειλόμενο ποσό το οποίο εξασφαλιζόταν από την Υποθήκη. Η εξασφάλιση για το οφειλόμενο ποσό, η οποία μάλιστα έχει προτεραιότητα σε περίπτωση αναγκαστικής πώλησης εφόσον προηγήθηκε χρονικά, βασικά εξαφανίζεται, και η αιτήτρια χάνει τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη σύμβαση Υποθήκης, τα οποία συνιστούν περιουσία της. Αυτό κατά την κρίση μου αποτελεί ξεκάθαρη στέρηση του δικαιώματος της αιτήτριας που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, και αυθαίρετη επιλογή του νομοθέτη να προστατεύσει το δικαίωμα τρίτου προσώπου (στην προκειμένη, του καθ' ου η αίτηση 3 ως «εγκλωβισμένου αγοραστή» με το κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο) εις βάρος του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή (στην προκειμένη, της αιτήτριας με την κατατεθειμένη Υποθήκη), χωρίς καμία εξισορρόπηση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και χωρίς ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων της αιτήτριας. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση της Δικαστού κας Δ. Σωκράτους, ΠΕΔ (ως ήταν τότε), στην αίτηση-έφεση αρ. 115/2016 Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου κ.ά. ημερ. 2.10.2017, «Δεν πρόκειται για μια παράκαμψη χρονικής προτεραιότητας αλλά αποτελεί μια διαγραφή δικαιωμάτων του ενυπόθηκου δανειστή χωρίς την ικανοποίηση της οφειλής και χωρίς τη συναίνεση του». Το δε επιχείρημα της πλευράς του καθ' ου η αίτηση 3 ότι είναι υποθηκευμένα προς όφελος της αιτήτριας και τα λοιπά διαμερίσματα επί του ακινήτου, τα οποία είναι μεγαλύτερης αξίας, οπότε η τελευταία δεν θα μείνει χωρίς εξασφάλιση, δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω. Δεν υπάρχει μαρτυρία κατά πόσο τα άλλα διαμερίσματα έχουν πωληθεί, ενώ από το Τεκμήριο 10 της αίτησης-έφεσης (Έρευνα στο Κτηματολόγιο) φαίνεται να έχουν υποβληθεί για κάποια από αυτά αιτήσεις «εγκλωβισμένων αγοραστών» για μεταβίβαση στον αγοραστή με την απάλειψη της Υποθήκης και να είναι βεβαρημένα με άλλα εμπράγματα βάρη. Με την απαλλαγή του επίδικου διαμερίσματος από την Υποθήκη, η αξία της όποιας εναπομείνασας εξασφάλισης, προφανώς περιορίζεται ουσιαστικά. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω στέρηση του δικαιώματος της αιτήτριας ως κατοχυρώνεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, γίνεται κατ' επίκληση των εξαιρέσεων του εδαφίου
(3)του εν λόγω άρθρου. Δεν τίθεται θέμα ύπαρξης λόγων δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας ή δημοσίων ηθών ή ζητήματα πολεοδομίας ή αναπτύξεως για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας. Όσον αφορά την εισήγηση της πλευράς του καθ' ου η αίτηση 1, με αναφορά στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου 139(Ι)/2015 (Τεκμήριο Μ), ότι ο περιορισμός του δικαιώματος της αιτήτριας γίνεται για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, ως ανάγκη για να βρεθεί η χρυσή τομή για να επιλυθεί ένα κοινωνικό πρόβλημα, σημειώνω ότι, όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Δ. Πιτσιλλίδης ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ.7 «το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μία συγκεκριμένη τάξη πολιτών». Άλλωστε, όπως αναφέρεται στην απόφαση της Δικαστού κας Ε. Εφραίμ, ΠΕΔ, στην αίτηση-έφεση αρ. 206/2017 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού κ.ά. ημερ. 15.7.2019, λόγος δημοσίου συμφέροντος δεν δύναται να αποτελεί βάση εξέτασης για τον περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, εφόσον τέτοιος λόγος δεν καλύπτεται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 23. Είναι βεβαίως γεγονός ότι λόγος δημοσίου συμφέροντος ή δημοσίας ωφελείας όντως περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία κυρώθηκε ως μέρος του ημεδαπού Νόμου με τον κυρωτικό Ν.39/62, πλην όμως δεν γίνεται επίκληση τέτοιου λόγου είτε στην Αιτιολογική Έκθεση Τεκμήριο Μ είτε στον ίδιο τον Νόμο. (βλ. συναφώς Κουτσελίνη-Ιωαννίδου v. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 361). Η υπόθεση James and Others v. The United Kingdom, Application no. 8793/1979 ημερ. 21.2.1986, στην οποία παρέπεμψε η πλευρά του καθ' ου η αίτηση 1 στο στάδιο των αγορεύσεων, δεν προσφέρει καθοδήγηση εδώ, καθότι στην Αιτιολογική Έκθεση και τον Νόμο 139(Ι)/2015 δεν γίνεται επίκληση δημοσίου συμφέροντος και δεν προβλέπεται αποζημίωση για τον ενυπόθηκο δανειστή κατά την απαλλαγή του ακινήτου από την Υποθήκη και την αίτηση αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, και τη μεταβίβαση του σε τρίτο πρόσωπο. Σχετικά με την εισήγηση ότι ο περιορισμός του δικαιώματος της αιτήτριας γίνεται για σκοπούς προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων, ως προβλέπεται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 23 του Συντάγματος, επισημαίνω ότι αυτό έγινε χωρίς να υπάρξει δίκαιη εξισορρόπηση, αλλά αντίθετα έγινε δυσμενής διάκριση σε βάρος της αιτήτριας, της οποίας μάλιστα το εμπράγματο δικαίωμα κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο πολύ προγενέστερα της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου. Ο καθ' ου η αίτηση 3, ως τρίτο πρόσωπο, ναι μεν τήρησε τις υποχρεώσεις του έναντι της καθ' ης η αίτηση
- Παράλληλα, όμως, και η αιτήτρια τήρησε τις υποχρεώσεις της έναντι της καθ' ης η αίτηση 2 και της παραχώρησε δάνειο, με την επίδικη Υποθήκη ως εξασφάλιση, ενώ η καθ' ης η αίτηση 2 εξακολουθεί να οφείλει μεγάλο χρηματικό ποσό στην αιτήτρια στη βάση του δανείου που έλαβε με την εν λόγω εξασφάλιση. Στην ουσία, ο νομοθέτης επιλέγει, μεταξύ δύο εμπράγματων δικαιωμάτων (της Υποθήκης και του κατατεθειμένου πωλητηρίου εγγράφου), να προστατεύσει αυτό του καθ' ου η αίτηση 3, εις βάρος αυτού της αιτήτριας, το οποίο μάλιστα κατατέθηκε προγενέστερα. Είναι απόλυτα αντιληπτό ότι ο καθ' ου η αίτηση 3, και κάθε «εγκλωβισμένος αγοραστής», θα αισθάνεται αδικημένος από την αδυναμία απόκτησης τίτλου ελεύθερου από υποθήκη που αφορά το χρέος του πωλητή και όχι του ιδίου, εφόσον ο ίδιος κατέβαλε το τίμημα αγοράς. Εν τούτοις, η αυθαίρετη αυτή επιλογή του νομοθέτη δεν αποτελεί τη «χρυσή τομή» στο πρόβλημα που προκύπτει, ως η εισήγηση της πλευράς του καθ' ου η αίτηση
- Όπως αναφέρεται στην απόφαση της Δικαστού κας Ρ. Λιμνατίτου Π.Ε.Δ. στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού κ.ά., αρ. αίτησης - έφεσης 53/2016, ημερ. 17.5.2017, εν σχέσει προς την ανυπαρξία δημοσίας ωφελείας, «Υπάρχει μόνο η ανάγκη να προστατευτούν τα δικαιώματα μιας ομάδας ανθρώπων μεταξύ των οποίων η καθ' ης η αίτηση 3 που έχουν βρεθεί εκτεθειμένοι από τις ενέργειες και πιθανόν αντισυμβατικές πράξεις μιας άλλης ομάδας μεταξύ των οποίων και η καθ' ης η αίτηση
- Αυτή όμως η ανάγκη, με τα επίδικα άρθρα επιτυγχάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων μιας τρίτης ομάδας μεταξύ των οποίων και η αιτήτρια». Συναφώς, παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Δικαστού κας Ε. Εφραίμ, ΠΕΔ, στην αίτηση-έφεση αρ. 206/2017 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού κ.ά. ημερ. 15.7.2019, το περιεχόμενο της οποίας με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας: «Επανερχόμενη στην Αιτιολογική Έκθεση, ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων του μεγάλου αριθμού εγκλωβισμένων αγοραστών, οι οποίοι έχουν εκπληρώσει όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, χωρίς όμως να γίνεται λόγος για τα δικαιώματα των ενυπόθηκων δανειστών. Βασικά ο Νομοθέτης προνόησε για την προστασία των αγοραστών, αγνοώντας πλήρως και μη εξισορροπώντας με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή. Σαφώς για την ύπαρξη περιορισμού στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή, θα πρέπει να υπάρχει μια αναλογικότητα στη μεταχείριση των δύο και εξισορρόπηση των δικαιωμάτων τους, κάτι το οποίο ελλείπει παντελώς στην υπό κρίση περίπτωση. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως υπάρχει μια αυθαίρετη, αδικαιολόγητη και δυσμενής διάκριση υπέρ του αγοραστή και εις βάρος του ενυπόθηκου δανειστή, η οποία δεν δύναται να αποτελέσει νόμιμη βάση για περιορισμό του δικαιώματος του τελευταίου». Ούτε και γίνεται οποιαδήποτε πρόνοια για καταβολή δίκαιης αποζημίωσης στην αιτήτρια, σε περίπτωση που ο περιορισμός του δικαιώματος της με βάση το άρθρο 23 του Συντάγματος γίνεται κατ' επίκληση των εξαιρέσεων του εδαφίου
(3)του εν λόγω άρθρου. Είναι γεγονός ότι ένας νόμος δεν κηρύσσεται αντισυνταγματικός απλώς και μόνο επειδή δεν προνοείται αποζημίωση. Όπως έχει νομολογηθεί, η πληρωμή αποζημιώσεων βάσει του άρθρου 23
(3)οφείλεται αφού καθοριστεί από πολιτικό Δικαστήριο, εφόσον αποδειχθεί ενώπιον του ότι η οικονομική αξία της ιδιοκτησίας του αιτητή έχει μειωθεί ουσιωδώς (βλ. Lanitis Estates Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)3Ε Α.Α.Δ. 3252 και Kirzis a.o. ν. The Republic
(1965)3 C.L.R. 46). Εν τούτοις, στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι ισχύουν, κατ' αναλογίαν, τα όσα αναφέρθηκαν από τη Δικαστή κα Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. στην προαναφερόμενη απόφαση ημερ. 15.7.2019 στην αίτηση-έφεση αρ. 206/2017 στη σελίδα 11 : «Από τη στιγμή που η Αιτήτρια θα έχανε την εξασφάλιση της, την οποία μάλιστα είχε κατά προτεραιότητα, επί περιουσίας η οποία θα μεταβιβαζόταν σε τρίτο πρόσωπο, και χωρίς αυτή να αντικατασταθεί παρά μόνο να μειώνεται (με περιορισμό της υποθήκης επί των υπόλοιπων διαμερισμάτων) και με αβέβαιη την αξία και την τύχη αυτής της υπόλοιπης εξασφάλισης, τότε θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα οικονομικής ζημιάς και ενδεχομένως αποζημίωσης. Σαφώς τέτοια πρόνοια δεν προβλέπεται στον υπό κρίση Ν.139(Ι)/15». Η αιτήτρια χάνει την εξασφάλιση της, την οποία μάλιστα είχε κατά προτεραιότητα, επί περιουσίας η οποία μεταβιβάζεται σε τρίτο, χωρίς να αντικατασταθεί, γεγονός που δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι της προκαλεί οικονομική ζημιά. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι, με βάση το άρθρο 44ΚΒ
(4), ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να αιτηθεί όπως η υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ιδίου πωλητή. Εν τούτοις, η επιλογή αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ικανοποιητική αποζημίωση ή ανταπόδοση και μόνο θεωρητική σημασία μπορεί να έχει. Δεν είναι δεδομένο ότι ο πωλητής θα διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία και δη ελεύθερη από άλλα εμπράγματα βάρη, ενώ με αυτόν τον τρόπο δεσμεύεται ιδιοκτησία από τον Διευθυντή, ο οποίος αποκτά εξουσίες που ούτε το Δικαστήριο έχει, χωρίς να μπορεί καν να ακουστεί ο ιδιοκτήτης, και χωρίς να καθορίζεται η αξία και η σειρά της υποθήκης. Σε περίπτωση που ο πωλητής δεν διαθέτει άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, θα διαγραφεί η Υποθήκη και η αιτήτρια πιθανότατα δεν θα μπορεί να εξασφαλίσει την απαίτηση της εναντίον του πωλητή. Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω πως οι επίμαχες διατάξεις των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965 προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Η πλευρά της αιτήτριας εισηγείται περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος (βλ. λόγους έφεσης 5 [5.1- 5.3] πιο πάνω). Η αιτήτρια υποστηρίζει πως, ασκώντας νόμιμα και κανονικά τις εργασίες της ως χρηματοοικονομικό ίδρυμα, συνήψε σύμβαση στη βάση της οποίας παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην καθ' ης η αίτηση 2, με την επίδικη Υποθήκη ως εξασφάλιση, την οποία ο Διευθυντής θα εξαλείψει μονομερώς με βάση τα επίμαχα άρθρα του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 139(Ι)/2015. Οι καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν τη θέση αυτή, προβάλλοντας ότι η διαδικασία που προνοείται από τα επίμαχα άρθρα δεν παρεμβαίνει στο δικαίωμα της αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα την επαγγελματική της δραστηριότητα και δεν αφορά στο δικαίωμα άσκησης των εργασιών της, με την πλευρά του καθ' ου η αίτηση 1 να προσθέτει ότι το άρθρο 25 προστατεύει μόνο την άμεση επέμβαση στο δικαίωμα ενός προσώπου να ασκεί το επάγγελμα του ελεύθερα και όχι την έμμεση επέμβαση. Δεν έχει εφαρμογή έναντι ρύθμισης παρεμφερών θεμάτων που δυνατόν να προκαλούν μόνο έμμεση επέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ v. Επάρχου Λεμεσού
(2002)4Β Α.Α.Δ. 1033). Εξετάζοντας με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις, καταλήγω πως δεν έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα επίδικα άρθρα εμποδίζουν την αιτήτρια να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα, όπως η ίδια θεωρεί ορθό και με σκοπό την κερδοφορία. Δεν καταδεικνύεται ασύμβατη με το Σύνταγμα επέμβαση στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος ή επικερδούς επιχείρησης από τα επίδικα άρθρα, και η όποια πιθανή επίδραση δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, άμεση. Προχωρώ στην εξέταση της εισήγησης της πλευράς της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή με βάση τα επίμαχα άρθρα του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί από τον Ν. 139(Ι)/2015, είναι αντισυνταγματική καθότι παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος (βλ. λόγους έφεσης 6 [6.1-6.5] πιο πάνω). Στην Αναφορά Αρ. 1/2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 3)
(2014)3 Α.Α.Δ 487, όπου η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου γνωμάτευσε ότι το άρθρο 3 του περί Απαλλαγής Εγγυητών από την Εγγύηση Εκπλήρωσης της Υπόσχεσης ή της Υποχρέωσης Χρέους Μετά την Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου Νόμου του 2014 είναι αντισυνταγματικό επειδή καταστρατηγεί το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», γίνεται άκρως βοηθητική ανάλυση της ερμηνείας και εμβέλειας του άρθρου 26. Στις σελίδες 495-497 γίνεται ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας ως έχει εξελιχθεί, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων πλειοψηφίας και μειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125, της απόφασης της Ολομέλειας στη Republic v. Meneleou
(1982)3 C.L.R. 419, της απόφασης στην Αναφορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 (όπου τονίστηκε ότι το συνταγματικό δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων), την απόφαση στην Αναφορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ. 683 (όπου επαναλήφθηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26
(1)επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων) και στην απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Υποθέσεις Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 175. Αφού προέβη στην εν λόγω ανασκόπηση της νομολογίας, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά Αρ. 1/2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 3)
(2014)3 Α.Α.Δ 487, καταλήγει στα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται, ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό αναφορά νόμο, αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό αναφορά νόμου». Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση της Δικαστού κας Ε. Εφραίμ, ΠΕΔ, στην αίτηση-έφεση αρ. 206/2017 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού κ.ά. ημερ. 15.7.2019, το οποίο πραγματεύεται το επίδικο ζήτημα του κατά πόσο τα επίμαχα άρθρα του Ν. 9/1965 ως τροποποιήθηκε από τον Ν. 139(Ι)/15 παραβιάζουν το άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο απόσπασμα με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το οποίο υιοθετώ για σκοπούς της παρούσης: «Δεν χωρεί αμφιβολίας, σε αντίθεση με την εισήγηση του δικηγόρου της Καθ΄ ης 3, πως ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15επιφέρει ουσιώδη αλλαγή στη βούληση και στο περιεχόμενο των όρων της σύμβασης υποθήκης η οποία συνήφθη μεταξύ του ενυπόθηκου δανειστή και του οφειλέτη. Κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, τα δύο μέρη γνώριζαν επακριβώς τη φύση και τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και τα όποια δικαιώματα και υποχρεώσεις απορρέουν από αυτή. Αυτό άλλωστε συμβάλλει στη βεβαιότητα και εμπιστοσύνη ως προς τα εκάστοτε δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, όπως εκφράζονται στη σύμβαση και αποτυπώνουν την πρόθεση τους ως προς τον τρόπο ρύθμισης της μεταξύ τους σχέσης. Αξίζει να αναφερθεί πως στο έγγραφο της σύμβασης υποθήκης περιλαμβάνονται όροι, όπως · η αναγνώριση πως η υποθήκη αποτελεί εξασφάλιση του οφειλόμενου στην Τράπεζα ποσού · σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής σε πρώτη απαίτηση, η Τράπεζα δύναται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω Κτηματολογίου, είτε με Αγωγή, και ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης με προσφορές και ή ιδιωτικής πώλησης, χωρίς καν ειδοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη · ενόσω ισχύει η εξασφάλιση ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν δικαιούται να μεταβιβάσει και ή επιβαρύνει τα ενυπόθηκα κτήματα χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Τράπεζας · ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθιστά την Τράπεζα ανέκκλητο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να προβεί σε όλες τις ενέργειες αναφορικά με τα ενυπόθηκα ακίνητα και ακόμα να προβεί σε πώληση αυτών. Με τον Ν.139(Ι)/15, η ρύθμιση αυτής της συμβατικής σχέσης, όπως αποτυπώνεται μέσα από το ίδιο το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης, εκβαραθρώνεται και εξαλείφεται, αφαιρώντας πλέον από την Αιτήτρια τα όποια δικαιώματα απορρέουν από τη σύμβαση. Θεωρώ πως αυτή η μεταγενέστερη παρέμβαση της Νομοθετικής Εξουσίας στρεβλώνει την πρόθεση των μερών όπως διατυπώνεται στη σύμβαση υποθήκης. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στις υποθέσεις Louisville Joint Stock Land Bank v. Radford 295 U.S. 555
(1935)και W.B. Worthern Co v. Kanavaugh 295 U.S. 56
(1935), οι οποίες αναφέρονται ακριβώς στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή και στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Εκεί λέχθηκε πως το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι ενυπόθηκου χρέους, αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας υποθήκης. Ακριβώς και εδώ, με τον Ν.139(Ι)15, παρατηρείται μια στρέβλωση στο περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης και συνακόλουθα παραβίαση του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή ως προς το συμβάλλεσθαι ελεύθερα. Υπενθυμίζεται πως στην Αιτιολογική Έκθεση γίνεται αναφορά μόνο στον μεγάλο αριθμό εγκλωβισμένων αγοραστών και όχι σε δημόσιο συμφέρον ή ακόμα σε προστασία πολιτών από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Αυτά τα δεδομένα διαφοροποιούν την πιο πάνω περίπτωση από τις υποθέσεις Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1683 και Πανεπιστήμιο Frederick κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1226/10 ημ. 20.12.12 . » . Όπως αναφέρθηκε από τον Δικαστή κ. Δ. Κίτσιο, ΠΕΔ, στην απόφαση του ημερ. 9.9.2019 στην αίτηση-έφεση αρ. 292/2017 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου κ.ά., το πότε και πώς καταργούνται οι πρόνοιες μιας σύμβασης είναι ζητήματα τα οποία ρυθμίζονται από το δίκαιο των συμβάσεων. Με την παρέμβαση στα υφιστάμενα δικαιώματα της αιτήτριας όπως αυτά δημιουργήθηκαν με τη σύμβαση Υποθήκης, προκαλείται παραβίαση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος. Ο δε τρόπος παρέμβασης, είναι τέτοιος που ολοκληρωτικά αντικαθιστά την ελεύθερη βούληση της αιτήτριας και δεν συνιστά απλώς είδος περιορισμού. Συνεπώς, ικανοποιούμαι ότι υπάρχει παραβίαση και του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 26 του Συντάγματος. Διαφαίνεται, όπως αναφέρεται στην προαναφερόμενη απόφαση ημερ. 9.9.2019 στην αίτηση-έφεση αρ. 292/2017 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου κ.ά., «. πως στην προσπάθεια του ο νομοθέτης, με τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ, να προστατέψει ή να ρυθμίσει προβλήματα που δημιουργήθηκαν σε μια ομάδα πολιτών- εγκλωβισμένων αγοραστών - ως είχε κάθε δικαίωμα βέβαια αλλά και υποχρέωση, δε διατήρησε τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ισορροπίες μεταξύ υφιστάμενων δικαιωμάτων τα οποία εξίσου προστατεύονται από το Σύνταγμα». Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965 ως τροποποιήθηκε από τον Ν.139(Ι)/15, στα οποία βασίζεται η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 30.1.2019, και τα οποία επιτρέπουν τη διαγραφή της Υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου, παραβιάζουν τόσο το άρθρο 23 όσο και το άρθρο 26 του Συντάγματος. Επομένως η σχετική απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει να ακυρωθεί. Επισημαίνω επιπλέον ότι, από τη στιγμή που με δικαστική απόφαση έχει διαταχθεί η εκποίηση της επίδικης Υποθήκης προς αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της καθ' ης η αίτηση 2, η εξάλειψη της εν λόγω Υποθήκης και της αίτησης αναγκαστικής πώλησης ΑΝΠ 405/13 από τον Διευθυντή παραβιάζει την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, αφού παρεμβαίνει σε όσα έχει αποφασίσει Δικαστήριο, ακυρώνοντας ουσιαστικά το δικαστικό διάταγμα. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο Διευθυντής προώθησε τη διαδικασία της αίτησης εγκλωβισμένου αγοραστή ΑΕΑ 1036/2016, ενώ η αίτηση αναγκαστικής πώλησης ΑΝΠ 405/13 της αιτήτριας, η οποία προηγήθηκε κατά πολύ χρονικά, όχι μόνο δεν προωθήθηκε αλλά με την επίδικη απόφαση για τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 3 απαλλαγμένο από την Υποθήκη και την αναγκαστική πώληση, η αιτήτρια χάνει το δικαίωμα πώλησης του ακινήτου που έχει βάσει των όρων της σύμβασης υποθήκευσης, αλλά και δυνάμει δικαστικού διατάγματος, προς τον σκοπό της είσπραξης του εξ αποφάσεως χρέους της καθ' ης η αίτηση 2. Συνακόλουθα, η αίτηση - έφεση επιτυγχάνει και εκδίδονται διατάγματα ως το Α, Β και Γ της αίτησης. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων, υιοθετώ τη θέση της Δικαστού κας Δ. Σωκράτους ΠΕΔ, ως ήταν τότε, στην αίτηση-έφεση αρ. 115/2016 Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου κ.ά. ημερ. 2.10.2017, ότι, εν όψει της ιδιαιτερότητας του θέματος αλλά κυρίως δεδομένου ότι οι καθ' ων η αίτηση άσκησαν δικαιώματα που τους παρέχει η νομοθεσία, είναι δίκαιο να γίνει απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Κάθε διάδικος να επωμισθεί τα έξοδα του. (Υπ.) .............. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο