ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Υπόθεση Αρ.: 8790/20, 28/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2021:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Σ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Τ. Νικολάου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 8790/20 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν XXXXX ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28 Μαΐου, 2021. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Γ. Εμπεδοκλής. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής κρίθηκε ένοχος στην Κατηγορία 3, για απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.154, ήτοι στις 8.12.2020 στο χωριό Τερσεφάνου της Επαρχίας Λάρνακας προκάλεσε τρόμο στη XXXXX Εγκωμίτη, απειλώντας την ότι θα την σκοτώσει, στην Κατηγορία 4 για επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, δηλαδή εκχυμώσεις κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην Κατηγορία 1, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.154 και των άρθρων 2 και 3
(1)και
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκαν και στην Κατηγορία 5 για παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία, ήτοι στις 12.12.2020 στη Λάρνακα ζήτησε από τη μητέρα του να πει στην αναφερθείσα πιο πάνω γυναίκα να αποσύρει την καταγγελία της εναντίον του σε σχέση με τα περιστατικά που αφορούσαν όλες τις κατηγορίες που υπήρχαν στο κατηγορητήριο, έτσι ώστε να επηρεάσει την έρευνα εναντίον του και την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.
- Οι Κατηγορίες 1 και 2, για απόπειρα βιασμού και σεξουαλικής κακοποίησης, αντίστοιχα, τις οποίες δεν παραδέχθηκε, αναστάληκαν και σε αυτές ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, με τα οποία συμφώνησε και η Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: «Στις 09/12/2020 η XXXXX Εγκωμίτη, συμβία του κατηγορούμενου κατά το επίδικο χρόνο, μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου και προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του. Σύμφωνα με την καταγγελία, στις 08/12/2020 περί τις 1830 όταν ο κατηγορούμενος σχόλασε από την δουλειά την μετάφερε στο σπίτι της μητέρα του και εκεί η Εγκωμίτη έδειξε στον συμβίο της μητέρας του κάποια σημάδια που της είχε προκαλέσει ο κατηγορούμενος. Όταν ο κατηγορούμενος το αντελήφθηκε την απείλησε λέγοντας της «εν θα ξαναδείς τα μωρά γιατί είσαι μια ρουφκιάνα, είπα σου να μεν δείξεις τίποτε κανενού τζιαι επήες τζιαι έδειξες τα σημάθκια σου του XXXXX; Εννα σε σκωτώσω τωρά» και αφού μπήκαν στο αυτοκίνητο της είπε «τους ρουφκιάνους της αστυνομίας βιάζουν τους τζιαι σκωτώνουν τους τζιαι εγώ εννά σε πάρω σε ένα τόπο να σε σκοτώσω». Στην συνέχεια και ενώ οδηγούσε άρχισε να την κτυπά με το κινητό του τηλέφωνο προκαλώντας της εκχυμώσεις στα χέρια. Αφού εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 10/12/2020 και ώρα 0058 και στην συνέχεια εξασφαλίστηκε διάταγμα κράτησης του για 5 μέρες. Σε ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε, ο κατηγορούμενος απαντούσε πως ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Κατά την διερεύνηση της υπόθεσης επίσης εξασφαλίστηκε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος, στις 10/12/2020, ενώ διεξαγόταν έρευνα στην οικία της μητέρας του σε σχέση με την υπόθεση, ζήτησε από την μητέρα του να πει στην Εγκωμίτη να αποσύρει τις κατηγορίες εναντίον του και δεν θα της ξανακάμει τίποτε.» Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τις ακόλουθες καταδίκες, οι οποίες έγιναν παραδεκτές από την Υπεράσπιση. Στην υπόθεση 4539/18 του Ε. Δ. Λάρνακας καταδικάστηκε στις 26.07.2018 για τα αδικήματα, με ημερομηνία διάπραξης 14.5.2018, αντίστασης κατά οργάνου τήρησης της τάξης σε 1 μήνα φυλάκιση, επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης σε 3 μήνες φυλάκιση, καταδίκη η οποία αποκαθίστατο στις 26.7.2021 Στην υπόθεση 5511/20 του Ε. Δ. Λάρνακας καταδικάστηκε στις 29.9.2020 για αδικήματα διάρρηξης και κλοπής με ημερομηνία διάπραξης 28.7.2020 σε 6 μήνες φυλάκιση, καταδίκη η οποία αποκαθίσταται στις 29.9.
- Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, στην αγόρευση του, αφού αναγνώρισε την σοβαρότητα των κατηγοριών, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη ως ελαφρυντικούς παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής (α) την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο, επικαλούμενος την υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28, δηλωτική της έμπρακτης μεταμέλειας του, (β) τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις του, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, με έμφαση στο γεγονός ότι κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών από την ηλικία των 13 ετών, αλλά δεν έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης, όμως επιθυμεί να απεξαρτηθεί από τις ναρκωτικές ουσίες και (γ) ότι λόγω των ουσιών επήλθε υπερδιέγερση των συναισθημάτων του, προκαλώντας του ψυχική ορμή η οποία εμπόδισε τη λειτουργία του ανασταλτικού του μηχανισμού του, γεγονός, δηλαδή η χρήση ουσιών, που ήταν η αιτία και της διάπραξης των αδικημάτων των δύο προηγούμενων καταδικών του. Επίσης ζήτησε από το Δικαστήριο όπως επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια. Δεν παρέλειψε να παραπέμψει το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία για τα ελαφρυντικά που ζήτησε να ληφθούν υπόψη για μετριασμό της ποινής. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο έγκλημα και από την άλλη τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248. Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτερη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση, για τα αδικήματα των Κατηγοριών 3 και 5 προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη, ενώ στην Κατηγορία 4, λόγω του ότι η βία που ασκήθηκε και προκλήθηκαν οι εκχυμώσεις ήταν στα πλαίσια του Ν.119(Ι)/2000, ως τροποποιήθηκε, η ποινή από 3 έτη που προβλέπεται στο άρθρο 243 του ΚΕΦ. 154 αυξάνεται σε 5 έτη σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)
(4)του Ν.119(Ι)/2000, ως τροποποιήθηκε. Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου. Απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, το οποίο επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Η νομοθεσία προστατεύει τα αγαθά του πολίτη μέσω των Δικαστηρίων που αποτελούν τους φυσικούς φύλακες τούτων. Στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, λέχθηκαν τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, .. και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους». Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας∙ πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95. Η συναισθηματική φόρτιση (ένταση), κάτω από την οποία λειτουργεί ο δράστης του εγκλήματος, προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας - (βλ. μεταξύ άλλων, Georghios Kyprianou v. The Republic
(1971)2 CLR 158, Costa Christodoulou Katsiaris v. Republic
(1975)2 CLR 17, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 231, 238, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 200, 208). Ο λόγος έγκειται στην αποδυνάμωση, κάτω από την ένταση, των μηχανισμών αυτοελέγχου, που τείνουν να καταστείλουν την οργή και να μετριάσουν το πάθος, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ιωάννου
(1999)2 ΑΑΔ 603. Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ιωάννου
(1999)2 ΑΑΔ 603. Η ανάγκη προστασίας ποικίλλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Όπως υποδείχθηκε στην απόφαση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342 «... το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». Οι συνέπειες εγκλήματος βίας, όπως υποδείχθηκε στην ίδια απόφαση, προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του και μόνο όπου δεν είναι προβλεπτές μειώνεται η σημασία τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι συνέπειες του εγκλήματος του κατηγορουμένου ήταν προβλεπτές σ' όλη την έκτασή τους. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος, ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο και τον κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Από την άλλη, ακόμη και όταν αποφασίζεται η επιβολή ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα το καθήκον της εξατομίκευσης δεν ατονεί. Βλ Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει, όμως, όπως κατ' επανάληψη έχει τονιστεί, τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή) με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο, στον κοινωνικό χώρο, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 132, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135 και Ιωάννου (ανωτέρω). Κατά καιρούς έχουν επικυρωθεί διάφορες ποινές για το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του ΚΕΦ.154 από το Ανώτατο Δικαστήριο. Υπήρξαν περιπτώσεις που επικυρώθηκαν ποινές προστίμου, όπως στις υποθέσεις Δημακόπουλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 170, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 107 και άλλες που επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης, όπως στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντωνίου
(1996)2 ΑΑΔ 1, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17 και Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327. Φαίνεται ότι όλα εξαρτώνται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus στις σελίδες 53-59 κάτω από τον τίτλο λιγότερο σοβαρές επιθέσεις «less serious assaults» διαβάζουμε ότι η συνήθης ποινή για αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 242 μέχρι 244 του Ποινικού Κώδικα (που περιλαμβάνει και τα υπό συζήτηση αδικήματα των κατηγοριών 4 και 6, όχι όμως ενταγμένα στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων Ν.119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε), είναι η χρηματική ποινή εκτός αν οι περιστάσεις (π.χ. είτε ο τρόπος που διαπράχθηκε το αδίκημα είτε το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου) είναι τέτοιες που επιβάλλουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ποινή φυλάκισης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 ΑΑΔ 173 ο κατηγορούμενος που αντιμετώπιζε το αδίκημα του άρθρου 243 του ΚΕΦ.154 ήταν νεαρής ηλικίας με προβλήματα και παρακολουθείτο από κυβερνητικό ψυχολόγο και υποβάλλετο σε ψυχοθεραπεία με θετικά αποτελέσματα. Υπήρχε άμεση παραδοχή. Λήφθηκαν υπόψη τρεις παρόμοιες περιπτώσεις. Αντιμετώπιζε και το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς. Επιβλήθηκε ποινή προστίμου £200,- και οκτώ μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή. Το Ανώτατο Δικαστήριο την αντικατέστησε με ποινή άμεσης φυλάκισης τεσσάρων μηνών. Στην υπόθεση Λουπής ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 27 ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 24 ετών και είχε ερωτικό δεσμό με την παραπονούμενη για τέσσερα χρόνια και 1½ χρόνο έμεναν μαζί όταν είχαν αρραβωνιαστεί. Η παραπονούμενη διέκοψε τη σχέση. Ο κατηγορούμενος την απήγαγε και προσπάθησε να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της αλλά αυτή αρνήθηκε. Την άρπαξε από το λαιμό και έχασε τις αισθήσεις της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών για το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και 14 μηνών για την απαγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή. Στην υπόθεση Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98 το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει ποινή φυλάκισης δύο μηνών. (Δεν ασκήθηκε έφεση επί της ποινής αλλά μόνο της καταδίκης και απορρίφθηκε). Στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327 ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 19 χρονών με λευκό ποινικό μητρώο. Επιτέθηκε στον συνοδό της φίλης του με την οποία διατηρούσε δεσμό και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη αφού προηγουμένως είχε αρπάξει από τα μαλλιά τη φίλη του όταν εβρίσκοντο σε καφεστιατόριο. Να λεχθεί ότι τον κτυπούσε, ενώ τον κρατούσε φίλος του και ότι ενώ ήταν στο πάτωμα δέχτηκε ταυτόχρονα κτυπήματα από τον κατηγορούμενο και τους δύο φίλους του που πήγαν μαζί του. Επίσης κτύπησε και άλλο κορίτσι που απείλησε την φίλη του. Υπήρξε συμφιλίωση. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών μηνών στην επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, ενός μηνός στις δύο κατηγορίες για κοινή επίθεση και δύο μήνες φυλάκιση για την απειλή βιαιοπραγίας. Οι ποινές ήταν συντρέχουσες. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272 για άσκηση βίας εναντίον της συζύγου του από τον κατηγορούμενο και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και απειλή βιαιοπραγίας επιβλήθηκε χρηματική ποινή £300,- στην 1η κατηγορία και £200,- στη 2η κατηγορία. Κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής από το Ανώτατο Δικαστήριο αλλά λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου (3½ χρόνια) και του γάμου του κατηγορουμένου στο μεταξύ, δεν επενέβη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 ΑΑΔ 95, το θύμα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη ήταν Άγγλος τουρίστας. Αιτία η δημιουργία φιλίας του παραπονουμένου με την πρώην φίλη του κατηγορουμένου που εν τω μεταξύ είχε διακόψει τον μακρύ δεσμό που είχαν μεταξύ τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή προστίμου £400,- Το Ανώτατο Δικαστήριο την αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Αρ. 1
(2001)2 ΑΑΔ 299 ο κατηγορούμενος επιτέθηκε κατά δικηγόρου της Δημοκρατίας και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Επίσης προέβη σε καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών στην επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη και τρεις μήνες για την καταφρόνηση. Οι ποινές διετάχθη να είναι διαδοχικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη σε τρεις μήνες κρίνοντας ότι η συνολική φυλάκιση έξι μηνών ήταν επαρκής. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 557, για το αδίκημα του άρθρου 243 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην υπόθεση Michelakis v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 326/2015, ημερομηνίας 2.12.2016, για το αδίκημα της κοινής επίθεσης στα πλαίσια του Ν.119(Ι)/2000, ως τροποποιήθηκε, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 219 ο κατηγορούμενος είχε προκαλέσει κάποιες κακώσεις στη σύζυγο του στην παρουσία του ανηλίκου παιδιού τους. Επιβλήθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 6 μηνών η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, παρά το λευκό ποινικό μητρώο, την παραδοχή του και τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Η επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη στη συγκεκριμένη περίπτωση εντάσσεται, όπως ήδη έχει αναφερθεί, στο Ν.119(Ι)/2000, όπου το πλέγμα προστασίας των συγκεκριμένων προσώπων της οικογένειας αυξάνεται ως διαφαίνεται από την αύξηση της προβλεπόμενης ποινής σε 5 έτη σε σχέση με την προνοούμενη ποινή φυλάκισης των 3 ετών στα πλαίσια του άρθρου 243 του ΚΕΦ. 154. Η διαφορά αυτή στην προβλεπόμενη ποινή ίδιου αδικήματος, αλλά ενταγμένου στη μία περίπτωση σε ειδικό νόμο δεν είναι τυχαία. Αναγνωρίζοντας από τη μια τη προστασία που πρέπει να τυγχάνει κάποιος από τα μέλη της οικογένειας του και από την άλλη αναγνωρίζοντας την αυξανόμενη συνεχώς βία στην οικογένεια, χώρο που θα έπρεπε και δικαιούται το κάθε μέλος της οικογένειας να έχει ασφάλεια, ο νομοθέτης θέλησε με την αυξημένη και επαπειλουμένη ποινή κατά του εγκληματία να ανακόψει το ακατανόητο και έκνομο φαινόμενο και να καταστήσει την οικογενειακή εστία φωλιά ασφάλειας και προστασίας. Είναι εδώ ακριβώς που, όταν κάποιος παρεκτρέπεται και χρησιμοποιεί τη μυϊκή δύναμη του ή άλλο τρόπο για επιβολή της θέλησης του στα πλαίσια της οικογένειας, το Δικαστήριο ως φύλακας των δικαιωμάτων του ανθρώπου καλείται με την επιβολή αποτρεπτικής ποινής να αποδώσει το δίκαιο στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής. Όσον αφορά το αδίκημα της απειλής του άρθρου 91Α από την έρευνα μας δεν εντοπίσαμε κάποια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά μπορούμε να λάβουμε σε κάποιο βαθμό καθοδήγηση από τη νομολογία για το άρθρο 91(γ), ενώ για το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, άρθρο 122(β) του ΚΕΦ.154, οι υποθέσεις είναι ελάχιστες. Στην υπόθεση Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 367, επικυρώθηκε η καταδίκη ενώ η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 6 μηνών για το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, άρθρο 122(β), από το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφεσιβλήθηκε. Στην υπόθεση Σιαηλή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ, 129/2017, ημερομηνίας 26.4.2018 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών για το αδίκημα παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, άρθρο 122(β). Λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 31 ετών (γεννήθηκε στις XXXXX), άγαμος και άτεκνος. Δεν έχει ακίνητη ή κινητή περιουσία, ούτε αποταμιεύσεις ή χρέη. Προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια, μέτριας κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης και είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας. Η μητέρα του, ηλικίας 50 ετών σήμερα, τέλεσε δεύτερο αποτυχημένο γάμο από τον οποίο απέκτησε 3 παιδιά. Εργάζεται και διαμένει στη Λάρνακα. Ο πατέρας του ηλικίας 50 ετών σήμερα, απέκτησε τρία παιδιά από σχέσεις και γάμο και βρίσκεται κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν σε βρεφική ηλικία και μετά το διαζύγιο τους τη φύλαξη και φροντίδα του την ανέλαβε η μητέρα του. Ο πατέρας του δεν επιδεικνύει κανένα ενδιαφέρον για τον ίδιο, διατηρεί αραιή επικοινωνία μαζί του και μπαινοβγαίνει στις Κεντρικές Φυλακές. Πέρασε δύσκολα παιδιά χρόνια δίπλα στον πατριό του ο οποίος ήταν βίαιος. Σε σχέση με τη μόρφωση του, τέλειωσε το Γυμνάσιο, ενεγράφη στην Τεχνική Σχολή όπου φοίτησε μέχρι την Α΄ Τάξη. Πήρε απαλλαγή από τα στρατιωτικά του καθήκοντα λόγω ειδικών οικογενειακών συνθηκών και από νεαρή ηλικία εργάζεται για κάλυψη των αναγκών του. Από την ηλικία των 13 ετών προβαίνει σε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, αλλά δεν εντάχθηκε ποτέ σε κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης. Παρόλο που λαμβάνουμε υπόψη τη χρήση και εξάρτηση του από εξαρτησιογόνες ουσίες, εντούτοις δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογία η εξάρτηση του αυτή για την έκνομη, ως άνω, συμπεριφορά του και δη τη χρήση βίας εναντίον της συμβίας του, όμως σε κάποιο και αρμόζον βαθμό αναγνωρίζουμε και λαμβάνουμε υπόψη ως ελαφρυντικό παράγοντα ότι άτομα με τέτοιο εθισμό δυσκολεύονται να συγκρατήσουν τις παρορμήσεις τους και ότι αποδυναμώνεται ο μηχανισμός αυτοελέγχου, βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 603. Λαμβάνουμε υπόψη ότι η πραγματική σωματική βλάβη συνίστατο, ευτυχώς, μόνο σε εκχυμώσεις, οι οποίες προήλθαν από κτυπήματα εκ μέρους του με το τηλέφωνο του σε βάρος της παραπονούμενης. Σχετικά με τις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου στην υπόθεση αρ. 4539/2018 Ε. Δ. Λάρνακας, ημερομηνία καταδίκης 26.7.2018, στην οποία για το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 3 μηνών και την υπόθεση αρ. 5511/2020 Ε.Δ. Λάρνακας ημερομηνία καταδίκης 29.9.2020, στην οποία για το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 5 μηνών, η αντιμετώπιση της στα πλαίσια της ποινής που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή έχει καθοριστεί από τη νομολογία. Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτη) ν. Δημοκρατία
(1997)2 ΑΑΔ 138 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Στην υπόθεση Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 397 ειπώθηκαν τα εξής: «Ό,τι είναι λυπηρό αλλά και ανησυχητικό είναι ότι οι προηγούμενες καταδίκες του εφεσείοντος και η, συν αυτές, τιμωρία του δεν είχαν ανασταλτική επίδραση στη ροπή του στο έγκλημα προς επίλυση των προβλημάτων του.» Στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2017, ημερομηνίας 26.9.2018 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «.. Βέβαια η αναφορά σε προηγούμενες καταδίκες δεν έχει την έννοια ότι ένας κατηγορούμενος τιμωρείται για δεύτερη φορά. Η προηγούμενη όμως εγκληματική συμπεριφορά, αφενός επηρεάζει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει και, αφετέρου αποτελεί ένδειξη της όλης στάσης και της έλλειψης σεβασμού του κατηγορούμενου έναντι του νόμου (Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.138, Περικλέους ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.397). Ίδια ήταν η αντιμετώπιση και στις υποθέσεις Τζιαμά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, ημερομηνίας 18.12.2017, Αποστόλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 196/2018, ημερομηνίας 4.4.2019, Farooq κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 165/2018 (Σχ. με 166/2019, 169/2018, 170/2018), ημερομηνίας 7.9.2020, Κυριάκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2019 και 13/2019, ημερομηνίας 7.9.2020, Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 105/20, ημερομηνίας 25.2.2021 Έτσι, τις προηγούμενες καταδίκες του στις υποθέσεις, οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, τις λαμβάνουμε υπόψη μόνο ως προς το βαθμό επιείκειας και την ένδειξη της στάσης του και την έλλειψη σεβασμού προς τους Νόμους του Κράτους. Όμως υπάρχει και μια άλλη διάσταση σχετική με την υπόθεση αρ. 5511/2020 Ε.Δ. Λάρνακας. Σε αυτή την υπόθεση αποφυλακίστηκε νωρίτερα, υπό όρους, μεταξύ των οποίων και ο όρος ότι δεν θα διέπραττε άλλο αδίκημα. Αφού διέπραξε άλλο αδίκημα και βρίσκεται σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να εκτίσει 40 ημέρες φυλάκιση. Ως εκ τούτου λαμβάνουμε υπόψη και αυτό τον παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 556). Ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι η επιθυμία του να απεγκλωβιστεί από τον εθισμό του. Ακόμη λαμβάνουμε υπόψη την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28, λέχθηκε πως η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Η αντιμετώπιση αυτή δεν είναι πάντα απόλυτη και καθολική, αλλά εξετάζεται στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης (Βλ. Chafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Έτσι όταν ένας συλλαμβάνεται ουσιαστικά επ΄ αυτοφώρω μειώνεται σημαντικά ο μετριαστικός παράγοντας της παραδοχής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438). Στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 127/2019 και 130/2019, ημερομηνίας 10.3.2021, ειπώθηκαν τα κατωτέρω: «Η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας, όπως έχει υπογραμμιστεί και στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:ΑD:2015:B428, ECLI:CY:AD:2015:B428, Ποιν. Έφ. Αρ. 110/2014, ημερ. 15/6/2015. Στην ΧΧΧ Ανδρέου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 163/2015, ημερ. 11/7/2016, τονίστηκε ότι, «Η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να μεταφερθεί στο δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και αυτό έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρησης της ποινής». Τη μεταμέλεια του και την μετάνοια του η οποία εξάγεται από την συνεργασία και παραδοχή του στην αστυνομία όπως και την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Τις οποιεσδήποτε ελαφρυντικές περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων όπως αυτές τις εξέθεσε ο συνήγορος του. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ότι από τις 10.12.2020 που βρίσκεται υπό σύλληψη και ακολούθως υπό κράτηση και σίγουρα σε αυτό το χρονικό διάστημα, εκ των πραγμάτων, δεν έκανε χρήση ναρκωτικών και οιονδήποτε άλλο στοιχείο έστω και αν δεν αναφέρεται ειδικά, αλλά από την άλλη την σοβαρότητα των αδικημάτων, το συμφέρον και την ανάγκη διαφύλαξης της έννομης τάξης, κρίνουμε ότι η ποινή της φυλάκισης στις κατηγορίες είναι αναπόφευκτη. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον μας, ως άνω, δείχνοντας κάθε δυνατή και μέγιστη επιείκεια επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές στον κατηγορούμενο: Στην Κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην Κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στην Κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 7 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ Το Δικαστήριο ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε θα εξετάσει το θέμα αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, που εισηγήθηκε ο συνήγορος του κατηγορουμένου. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, καθώς και από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αφού αναφέρθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής, αναφέρθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Γεωργίου κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/16 ημερομηνίας 19.7.16, Παπαπαντελή v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/16, ημερομηνίας 17.10.16 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποινική Έφεση Αρ. 92/2017 (σχ. Με 93/2017), ημερομηνίας 19.7.2019. Έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όπως αυτές εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και συμφώνησε η υπεράσπιση, τις οποίες το Δικαστήριο ανέλυσε ανωτέρω και έλαβε υπόψη στον καθορισμό της ποινής, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτέθηκαν από τον συνήγορο του κατηγορουμένου και οι οποίες εν πολλοίς περιέχονται στην έκθεση κοινωνικής έρευνας που υιοθέτησε ο συνήγορος υπεράσπισης και δεν χρειάζεται να εκτεθούν αφού κι αυτές καταγράφονται ανωτέρω και οι οποίες λήφθηκαν υπόψη στον καθορισμό της ποινής, κρίνουμε ότι η επιείκεια εξαντλήθηκε στο ύψος της ποινής και ότι ούτε οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ούτε οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι τέτοιες ώστε να δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής της φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης σε τέτοια σοβαρά αδικήματα όπως αυτά των Κατηγοριών 3, 4 και 5, για τα οποία προνοούνται ποινές φυλάκισης από 3-5 έτη, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και υπό τις συγκεκριμένες προσωπικές περιστάσεις, θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Τ. Νικολάου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο