← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Δημητρίου κ.α., Υπόθεση Αρ.: 10025/21, 21/12/2021

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Δημητρίου κ.α., Υπόθεση Αρ.: 10025/21, 21/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2021:17 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Σ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. N.A.Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 10025/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν

  1. XXXXX Δημητρίου
  2. XXXXX Αποστόλου
  3. XXXXX Ονησιφόρου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου,
  4. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: Ο κ. Β. Μπίσσας. Για τον Κατηγορούμενο 3: Ο κ. Λ. Λουκά. Κατηγορούμενοι παρόντες. Π Ο Ι Ν Η Και οι 3 κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή σε κατηγορίες για αδικήματα σχετιζόμενα με ελεγχόμενα φάρμακα Τάξεως Β, κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν.29/77όπως τροποποιήθηκε). Ο κατηγορούμενος 1, στην Κατηγορία 1 (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6

(1)
(3), 30 και 30Α Πρώτου Πίνακα, Μέρος ΙΙ και Τρίτου Πίνακα του Νόμου 29/77), παραδέχθηκε ότι στις 27.10.2021 στην Λάρνακα, κατείχε 2 κιλά και 400,45 γραμμάρια κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος 2, στην Κατηγορία 2 (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(3), 30 και 30Α Πρώτου Πίνακα, Μέρος ΙΙ και Τρίτου Πίνακα του Νόμου 29/77), παραδέχθηκε ότι στις 27.10.2021 στην Λάρνακα κατείχε 2 κιλά και 894,4 γραμμάρια κάνναβης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος 2 στην Κατηγορία 3 (παράνομη προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1)(β)
(2)(α) και 30 Πρώτου Πίνακα Μέρος ΙΙ και Τρίτου Πίνακα του Νόμου 29/77), παραδέχθηκε πως σε άγνωστη ημερομηνία περί τις 27.10.2021, προμήθευσε τον κατηγορούμενο 3 με 218,6 γραμμάρια κάνναβης, άλλα από αυτά που αναφέρονται στην Κατηγορία 2. Ο κατηγορούμενος 3 στην Κατηγορία 4 (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(3), 30 και 30Α Πρώτου Πίνακα, Μέρος ΙΙ και Τρίτου Πίνακα του Νόμου 29/77), παραδέχθηκε ότι στις 27.10.2021 στην Λάρνακα κατείχε 316,7 γραμμάρια κάνναβης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και με τα οποία συμφώνησε η Υπεράσπιση έχουν ως ακολούθως: «Στις 27/10/2021 στα πλαίσια διερεύνησης πληροφορίας για κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών μέλη της ΥΚΑΝ έθεσαν υπό παρακολούθηση τους κατηγορούμενους και παρατήρησαν διάφορες ύποπτες κινήσεις. Στην συνέχεια προέβηκαν σε σειρά ερευνών ως ακολούθως: Περί τις 1515 ανακόπηκε για έρευνα το αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος προς την οικία του στα XXXXX. Σε έρευνα που ακολούθησε εντοπίστηκαν στην θέση του συνοδηγού δύο συσκευασίες με κάνναβη βάρους 28,35 και 83,76 γραμμαρίων και ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα. Στο πίσω κάθισμα βρέθηκαν άλλες τέσσερεις συσκευασίες, με κάνναβη βάρους 495,9, 495,8, 495,2 και 495,4 γραμμαρίων. Στην συνέχεια ερευνήθηκε η οικία του 1ου κατηγορούμενου όπου εντοπίστηκαν, μέσα σε ξυλόσομπα στην αυλή, δύο νάιλον συσκευασίες με κάνναβη βάρους 295,3 και 10,74 γραμμαρίων. Ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχτηκε προφορικά την κατοχή της πιο πάνω κάνναβης. Περί τις 1530, έγινε, από μέλη της ΥΚΑΝ, προσπάθεια ανακοπής του οχήματος το οποίο οδηγούσε ο 2ος κατηγορούμενος, έχοντας στο πίσω κάθισμα ένα χάρτινο κιβώτιο και κατευθυνόταν από Πυργά προς την Μοσφιλωτή. Όταν ο 2ος κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών, οι οποίοι είχαν θέσει σε λειτουργία αστυνομικό φάρο, ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα και διέφυγε. Στην συνέχεια το αυτοκίνητο του εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένο στο χωριό Μοσφιλωτή. Ενώ αναζητείτο ο 2ος κατηγορούμενος ερευνήθηκε η οικία του, στην παρουσία της μητέρας και του αδελφού του, όπου εντοπίστηκε κάνναβη βάρους 18,91 γραμμαρίων μέσα στο κομοδίνο του υπνοδωματίου του. Στην συνέχεια, στα πλαίσια της ίδιας επιχείρησης ανακόπηκε για έρευνα αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε άλλο πρόσωπο, το οποίο είχε προηγουμένως συναντήσεις με τους κατηγορούμενους. Τότε διαπιστώθηκε ότι στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου ξάπλωνε ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος προσπάθησε να διαφύγει τρέχοντας αλλά ακινητοποιήθηκε. Αφού ερευνήθηκε σωματικά εντοπίστηκε σε τσέπη του παντελονιού του σακουλάκι με 0,39 γραμμάρια κάνναβης. Επίσης πληροφορήθηκε για την υποψία μεταφοράς κιβωτίου με ναρκωτικά και απάντησε «Πάμε να σου δείξω που το έβαλα». Στην συνέχεια ο 2ος κατηγορούμενος οδήγησε τα μέλη της ΥΚΑΝ σε σημείο όπου είχε κρύψει το κιβώτιο κάτω από κλαδιά. Μέσα στο κιβώτιο υπήρχαν τέσσερεις συσκευασίες κάνναβης με βάρη 895,4, 496,1, 495,9 και 987,7 γραμμαρίων. Περί τις 2200 ερευνήθηκε στην παρουσία του κοινοτάρχη XXXXX η οικία του 3ου κατηγορούμενου. Σε διάφορα σημεία της οικίας εντοπίστηκε κάνναβη συνολικού βάρους 316,7 γραμμαρίων. Τα 218,6 γραμμάρια κάνναβης βρίσκονταν σε συσκευασία στην οποία, στην συνέχεια, εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του 2ου κατηγορούμενου. Ο 3ος κατηγορούμενος εντοπίστηκε και συνελήφθηκε την 1/11/
  1. Και οι τρεις κατηγορούμενοι ανακρινόμενοι παραδέχτηκαν την κατοχή της κάνναβης η οποία είχε βρεθεί στην κατοχή τους και παρέμειναν υπό κράτηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, δυνάμει διατάγματος προσωποκράτησης. Μετά από εξέταση της ανευρεθείσας κάνναβης διαπιστώθηκε ότι έχει περιεκτικότητα THC 15,45%, επομένως θεωρείται μέσης περιεκτικότητας δραστικής ναρκωτικής ουσίας». Έκαστος των κατηγορουμένων 1 και 3 βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη. Ο κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο 1ος κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 18.12.2008, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, στην υπόθεση XXXXX/2006, για τα αδικήματα του βιασμού και της απαγωγής που διαπράχθηκαν την 1.5.2006, σε συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης 4 χρόνων και 18 μηνών αντίστοιχα. Ο 3ος κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις XXXXX.2020, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην υπόθεση XXXXX/18, για τα αδικήματα της απειλής βιαιοπραγίας, κακόβουλης ζημιάς, επίθεσης με σκοπό την ματαίωση της σύλληψης και επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, που διαπράχθηκαν τον Μάρτιο του
  2. Του επεβλήθη ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην 1η κατηγορία και 1 μηνός στις υπόλοιπες. Οι ποινές συνέτρεχαν και η έκτιση τους ανεστάλη για περίοδο 3 χρόνων (η περίοδος της αναστολής βρίσκεται σε ισχύ). Ο κ. Μπίσσας, συνήγορος Υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 και 2, στην γραπτή του αγόρευση για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, χωρίς να παραγνωρίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων, εισηγήθηκε πως πάντα υπάρχει χώρος επίδειξης επιείκειας στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής. Υιοθετώντας το περιεχόμενο κοινωνικοοικονομικών εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκαν και για τους δύο κατηγορουμένους, επεκτάθηκε σε λεπτομέρειες και πρόσθετα στοιχεία. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου 1, όπως εκτέθηκαν από τον κ. Μπίσσα έχουν ως ακολούθως: «Ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 34 ετών και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια. Έχει ακόμη 3 αδέρφια ηλικίας 38, 36, και 32 ετών όλοι παντρεμένοι με παιδιά. Οι γονείς του κατηγορούμενου 1 έλαβαν διαζύγιο όταν ο ίδιος ήταν ηλικίας 4 ετών. Από τότε ο κατηγορούμενος 1 διέμενε με την μητέρα του μέχρι την ηλικία των 13 ετών μαζί με τα υπόλοιπα του αδέρφια ενώ μετά μετακόμισε με τον πατέρα του μαζί με τον αδερφό του ηλικίας σήμερα 36 ετών. Παρόλο που οι γονείς του κατηγορούμενου 1 χώρισαν όταν ο κατηγορούμενος 1 ήταν σε μικρή ηλικία, εντούτοις είχε πολύ καλές σχέσεις με τους γονείς του και δεν του έλειψε η οικογενειακή αγάπη. Ο πατέρας του κατηγορούμενου 1 στην πορεία ξαναπαντρεύτηκε και ο κατηγορούμενος 1 απέκτησε αδερφή από τον νέο γάμο του πατέρα του ηλικίας σήμερα 25 ετών με την οποία όμως δεν έχουν ιδιαίτερες σχέσεις. Περί τα μέσα με τέλη του 2012 ο κατηγορούμενος 1 γνώρισε την σύζυγο του με την οποία παντρεύτηκαν το 2013 και απέκτησαν 4 παιδιά, ηλικίας 8, 6, 5 και μόλις 2 ετών. Να σας αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος 1 πριν την σύλληψη του απασχολείτο με κατασκευές και τοποθετήσεις γυψοσανίδων με αποτέλεσμα να συντηρεί τόσο την σύζυγο του όσο και τα 4 ανήλικα τέκνα τους. Η σύζυγος του παρέμενε σπίτι για να συντηρεί και φροντίζει τα ανήλικα τέκνα τους με αποτέλεσμα το μοναδικό εισόδημα στην οικογένεια να προέρχεται από τις εργασίες του κατηγορούμενου
  3. Ενόψει της κράτησης και φυλάκισης του κατηγορούμενου 1, η σύζυγος του αιτήθηκε για Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα για να μπορεί να συντηρήσει τα ανήλικα τέκνα της το οποίο όμως δεν είναι αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες τους». Ο κ. Μπίσσας στάθηκε ιδιαίτερα στις επιπτώσεις που θα έχει στα ανήλικα τέκνα του κατηγορούμενου 1, η επιβολή «οποιασδήποτε» ποινής άμεσης φυλάκισης, καθότι δεν θα υπάρχει επαρκές εισόδημα στην οικογένεια, αφού αυτός είναι το μοναδικό πρόσωπο που συνεισφέρει οικονομικά για την ανατροφή των παιδιών του. Ως προς την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου 1, τόνισε πως αυτή δεν θα πρέπει να «επηρεάσει δυσμενώς» την ποινή που θα του επιβληθεί, αφού το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε επεσυνέβη το 2006, η ποινή του επεβλήθη το 2008, αποφυλακίστηκε αρχές του 2012 και έκτοτε άλλαξε άρδην η ζωή του, γνώρισε την σύζυγο του και δημιούργησαν την δική τους οικογένεια. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, όπως επίσης εκτέθηκαν από τον κ. Μπίσσα έχουν ως εξής: «Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 23 ετών. Πριν από την σύλληψη του εργαζόταν σε πρατήριο βενζίνης στην επαρχία Λάρνακας. Έχει ένα μεγαλύτερο αδελφό ηλικίας 27 ετών, ο οποίος πριν από λίγους μήνες και συγκεκριμένα τον περασμένο Αύγουστο τραυματίστηκε σοβαρά σε αυτοκινητιστικό τροχαίο ατύχημα. Υπέστη σοβαρής μορφής αναπηρίας και κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Πριν από το ατύχημα ο αδελφός του εργαζόταν ως μηχανικός, ωστόσο έπειτα από το ατύχημα έχει καθηλωθεί στο σπίτι και αναμένετε να εξεταστεί από ιατρο-συμβούλιο για να αποφασιστεί κατά πόσο θα του παραχωρηθεί σύνταξη αναπηρίας. Η μητέρα του κατηγορούμενου είναι ηλικίας 50 ετών και η ίδια εργάζεται στην υπεραγορά XXXXX. Ο πατέρας του κατηγορούμενου είναι ηλικίας 53 ετών, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας καθότι έχει υποστεί XXXXX και είναι λήπτης του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Οι γονείς του κατηγορούμενου είναι σε διάσταση εδώ και 17 χρόνια, δηλαδή χώρισαν όταν ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 6 ετών. Την αποκλειστική ευθύνη και φροντίδα των παιδιών της οικογένειας ανέλαβε εξ' ολοκλήρου η μητέρα του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια καθότι τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε μόνος του με τον αδελφό του. Στερήθηκαν παντελώς την παρουσία του πατέρα τους, ενώ η μητέρα τους αναγκαζόταν να εργάζεται αρκετές ώρες καθημερινά για να καλύψει οικονομικά τις ανάγκες της οικογένειας της. Η οικογένεια του κατηγορούμενου αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες αφού το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας προερχόταν αποκλειστικά από την μητέρα του κατηγορούμενου, η οποία είχε επομιστεί πέραν από τις βασικές ανάγκες της οικογένειας της και χρέη του πατέρα του κατηγορούμενου. Η ίδια εργαζόταν μέχρι και σε 3 δουλειές για να καταφέρει να εξασφαλίσει ένα συνολικό εισόδημα περί τα 700 ευρώ για να το εισφέρει στην οικογένεια της. Τόσο η ίδια όσο και τα παιδία της έχουν βιώσει οικονομικές, προσωπικές αλλά και οικογενειακές στερήσεις. Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε επίσης και μαθησιακές και γλωσσικές δυσκολίες. Φοίτησε μέχρι την έκτη τάξη του δημοτικού σχολείου και στην συνέχεια ακολούθησε σύστημα μαθητείας». Ο κ. Μπίσσας στάθηκε ιδιαίτερα στο νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου 2 (24 ετών) και στο λευκό του ποινικό μητρώο. Και για τους δύο κατηγορουμένους, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη η άμεση παραδοχή τους όχι μόνο στην αστυνομία αλλά και στο Δικαστήριο, καθώς και η μεταμέλεια τους. Χαρακτήρισε την όλη υπόθεση ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ζήτησε την μέγιστη δυνατή επιείκεια που δύναται το Δικαστήριο να επιδείξει. Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και ο κ. Λουκά συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου
  4. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 3, για τον οποίο επίσης ετοιμάστηκε Κοινωνικοοικονομική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και την οποία ο κ. Λουκά υιοθέτησε, ο τελευταίος ανέφερε τα εξής: «Ο κατηγορούμενος είναι 52 ετών. Κατάγεται από τη Λεμεσό και προέρχεται από συγκροτημένη, μικροαστική οικογένεια. Μετά που υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, ασχολήθηκε επιχειρηματικά με διάφορες δουλειές, αλλά κυρίως ήταν ιδιοκτήτης γραφείου ταξί στη Λεμεσό. Παντρεύτηκε και απόκτησε 3 παιδιά. Ηλικίας 24, 22 και 14 ετών σήμερα. Ο μεγάλος υιός του είναι μηχανικός στο επάγγελμα. Ο δεύτερος σε ηλικία υιός του είναι φοιτητής. Ο μικρός του υιός, έφηβος είναι αυτιστικός. Με τη σύζυγο του, έχουν χωρίσει πριν από 10 χρόνια, όμως συνεχίζουν να έχουν εξαιρετικές σχέσεις, κυρίως λόγω των παιδιών και ιδιαίτερα του μικρού υιού τους. Κατ' επιλογή του κατηγορούμενου και της πρώην συζύγου του, δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα διατροφής, αφού η συνεισφορά του κατηγορούμενου γίνετε κατόπιν συνεννόησης. Βοηθά πάρα πολύ τα παιδιά του, ενώ έχει καθημερινή επαφή μαζί τους. Ειδικά με τον ανήλικο, συναντιόνται σχεδόν καθημερινά, αφού το πρόβλημα του ανήλικου επιβάλει αυτήν την καθημερινή επαφή. Εξαιτίας της πρωτόγνωρης οικονομικής κρίσης που έζησε ο τόπος στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά και τις αλλαγές στο τομέα των μεταφορών, ο κατηγορούμενος περίελθε σε πολύ άσχημη οικονομική θέση με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να κλείσει την επιχείρηση γραφείου ταξί που διατηρούσε. Οποιεσδήποτε άλλες επιχειρηματικές προσπάθειες του, που ακολούθησαν, απέτυχαν. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο υιός του οδήγησαν τον κατηγορούμενου 3, ψυχολογικά στον πάτο. Πήρε την κάτω βόλτα και προσπάθησε να πνίξει τον πόνο του στο ποτό. Το μόνο που κατάφερε ήταν να γίνει αλκοολικός. Με τη βοήθεια της οικογένειας του, οδηγήθηκε 3 φορές στο κέντρο Άνωση στο παλιό νοσοκομείο Λεμεσού, όπου έκανε αποτοξίνωση και κατάφερε να απεξαρτηθεί από το ποτό. Εδώ και αρκετά χρόνια, βρίσκεται σε ρήξη με την αδελφή του, με αφορμή περιουσιακές διαφορές. Η ρήξη ήταν πολύ μεγάλη και αναγκάστηκε ο κατηγορούμενος να μετακομίσει εκτός Λεμεσού για να μην έχει επαφή με την αδελφή του. Επέλεξε να εγκατασταθεί στο χωριό XXXXX το οποίο δεν απέχει μακριά από τη Λεμεσό, για να μπορεί να επισκέπτεται καθημερινά τον ανήλικο γιο του. Λόγω της ψυχολογικής του κατάστασης, ο κατηγορούμενος, δεν κατάφερε να στεριώσει σε κάποια εργασία με αποτέλεσμα να είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος, του γνωστού Ε.Ε», Κατά τον κ. Λουκά, ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος είναι περιστασιακός χρήστης κάνναβης, έδρασε χωρίς να αναλογιστεί τις συνέπειες της πράξης του και αναγκάστηκε να πράξει όπως έπραξε, λόγω της ανέχειας και της οφειλής χρημάτων σε τοκογλύφους. Ως προς την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου 3, ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε πως η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε διαφορές που είχε ο κατηγορούμενος με την αδελφή του για κληρονομικά θέματα. Ο κ. Λουκά ζήτησε από το Δικαστήριο όπως ληφθεί υπόψη η άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου 3, τόσο στο Δικαστήριο όσο και στην αστυνομία, καθώς και η μεταμέλεια του. Ο κατηγορούμενος 3, τόνισε, δεν είναι εγκληματικό στοιχείο. Τα οικονομικά του προβλήματα, σε συνδυασμό με τον ευάλωτο του χαρακτήρα και το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, ήταν καταλυτικά στο να τον οδηγήσουν στις «απονενοημένες» πράξεις του, για τις οποίες σήμερα αντιμετωπίζει τις συνέπειες. Χαρακτήρισε την υπόθεση ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ζήτησε την μέγιστη δυνατή επιείκεια που το Δικαστήριο δύναται να επιδείξει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξαν οι κατηγορούμενοι αντικατοπτρίζεται κατ' αρχήν από τις προβλεπόμενες ποινές που προνοούν ποινή φυλάκισης δια βίου. Το άρθρο 30
(1)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν.29/77 όπως τροποποιήθηκε), παραπέμπει για την προβλεπόμενη ποινή σε ενσωματωμένο Πίνακα όπου εκτίθενται οι διάφορες μορφές παράβασης του Νόμου και η αντίστοιχη, κατ' ανώτατο όριο, τιμωρία. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην υπό κρίση περίπτωση, ο νομοθέτης διά μέσου της προβλεπόμενης μέγιστης ποινής της ισόβιας φυλάκισης σε όλες τις κατηγορίες, προσδίδει μια όλως ιδιαίτερη σοβαρότητα στα αδικήματα αφού το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η ίδια η κοινωνία (βλ. Saliba v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 388). Η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και δύσκολο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Τα ναρκωτικά έχουν δυστυχώς εξαπλωθεί παντού. Ουδείς μπορεί να παραμένει αδιάφορος μπροστά σε αυτό το φαινόμενο. Τα ναρκωτικά αποτελούν τον σύγχρονο εφιάλτη κάθε γονέα και απειλούν το κάθε παιδί με τον όλεθρο και την καταστροφή. Μέχρι στιγμής οι προσπάθειες για αντιμετώπιση αυτής της μάστιγας δεν έχουν αποδώσει. Τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά δεν παρουσιάζουν κάμψη. Αντιθέτως, βρίσκονται σε έξαρση και για αυτό καθίσταται αναγκαίο να επιβάλλονται αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Η χρήση ναρκωτικών έχει χαρακτηρισθεί και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Τα ναρκωτικά αποτελούν κίνδυνο, τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του ανθρώπου. Ο αγώνας ενάντια στα ναρκωτικά διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα (βλ. Kablawi & Others v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 494 και Jokarbozorgi v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 726). Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που κατά κανόνα καθιστά την φυλάκιση αναπόφευκτη. Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ιωάννου
(1999)2 ΑΑΔ 603). Στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρατήρησε τα εξής: «Η χρήση ναρκωτικών έχει όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις γεγονός που επιβάλλει κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, 15.7.1992». Στην υπόθεση Ελ Χαπίρ Ναζίπ v. Αστυνομίας
(2014)2 ΑΑΔ 808, το Εφετείο επανέλαβε τις αρχές, λέγοντας τα ακόλουθα: «Είναι τετριμμένο, αλλά πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία που υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών. Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών. Ορθά επομένως μνημονεύθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο διάφορες σχετικές επί του θέματος αποφάσεις, ενδεικτικές των οποίων είναι οι Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 467, Sikaf v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 467 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαχαραλάμπους - ανωτέρω -.» Η έννοια της αποτροπής εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, όπου λέχθηκαν τα εξής (στη σελ. 351): «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, .. και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους». Η εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να εξασθενήσει ή εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Η στάθμιση, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, περιγράφεται με πληρότητα στις υποθέσεις Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, Jovanovic v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν. Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Ειδικότερα, σε υποθέσεις ναρκωτικών τονίστηκε ιδιαίτερα ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων και άλλοι μετριαστικοί παράγοντες δεν αποτελούν παρά μόνο «περιθωριακούς παράγοντες με πολύ μικρή βαρύτητα» στην επιμέτρηση της ποινής: βλ. Landau v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 178, όπως και τις υποθέσεις Sultan v. Δημοκρατίας
(1983)2 CLR 121 και Marco v. Δημοκρατίας
(1987)2 ΑΑΔ 188. Στην υπόθεση Landau (ανωτέρω), υπογραμμίστηκε ότι: «Ο καλός χαρακτήρας του μεταφορέα είναι πολύ μικρής σημασίας στις περιπτώσεις εμπορίας ναρκωτικών. Οι έμποροι ναρκωτικών, συνήθως αναζητούν μεταφορείς καλού χαρακτήρα και πρόσωπα τα οποία δυνατόν, λόγω φύλου, ηλικίας ή ασθένειας, να προκαλούν τη συμπάθεια του Δικαστηρίου. Χωρίς τους μεταφορείς αυτούς το εμπόριο των ναρκωτικών δεν θα βρισκόταν στην έξαρση που είναι σήμερα.» Σε σχέση με τις οικογενειακές περιστάσεις μεταφορέων κάθε είδους, υποδείχθηκε «.ότι ανεξάρτητα από τα αισθήματα συμπάθειας τα οποία το δικαστήριο μπορεί να έχει για τη δυσχερή θέση στην οποία θα βρεθεί η οικογένεια ενός κατηγορουμένου, τα αθώα θύματα της δικής του εγκληματικής διαγωγής, . αναπόφευκτα πληρώνουν το τίμημα για τα εγκλήματα που διαπράττονται από εκείνους που κανονικά έπρεπε να ήταν οι υποστηρικτές τους»: (σε ελεύθερη μετάφραση) βλ. Chanine v. The Republic
(1987)2 CLR 183, 187. Επομένως, όσο σοβαρές κι αν είναι οι επιπτώσεις σε κατηγορούμενους και στις οικογένειες τους, υπερισχύει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Προέχει η καταστολή τέτοιων αδικημάτων ώστε να παραμένει αλώβητη η παρεχόμενη προστασία της κοινωνίας. Στο σημείο αυτό θεωρούμε χρήσιμο να παραπέμψουμε ενδεικτικά σε κάποιες υποθέσεις, σχετικές με την υπό κρίση υπόθεση, όσον αφορά τους κατηγορούμενους 1 και 2, χωρίς να παραγνωρίζουμε βέβαια τα όσα λέχθηκαν στην Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1: «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αυτός δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη." Στην υπόθεση Redjep v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 217, κατόπιν παραδοχής και των τριών κατηγορουμένων στις κατηγορίες της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης βάρους 1358,10 γραμμαρίων, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών στον πενηντατριάχρονο εφεσείοντα που ήταν ο ιθύνων νους του εγκλήματος. Στους άλλους δύο κατηγορούμενους, οι οποίοι δεν καταχώρησαν έφεση, επιβλήθηκαν μικρότερες ποινές, αφού θεωρήθηκε ότι αυτοί επιστρατεύτηκαν από τον εφεσείοντα, προφανώς ως άτομα ευάλωτα προερχόμενα από περιθωριακή και ασθενέστερη τάξη ανθρώπων. Συγκεκριμένα στον κατηγορούμενο 2 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών και στον κατηγορούμενο 3 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην Soleimani ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 476, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών (μετά από παραδοχή), για κατοχή 977.7691 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 26 ετών. Δεν ήταν ο ιθύνων νους, συνεργάστηκε με την Αστυνομία και ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Ο ρόλος του ως μεταφορέας των ναρκωτικών, χαρακτηρίστηκε ως «. ιδιαιτέρως σημαντικός, θα προσθέταμε απαραίτητος, πράγμα που δικαιολογεί και την περαιτέρω παρατήρηση του Κακουργιοδικείου πως η δράση του δεν διέφερε από τη δράση οποιουδήποτε προσώπου που ενεργεί ως έμπορος ναρκωτικών». Στην υπόθεση Ahmed κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 801, στην οποία οι εφεσείοντες δεν ήταν ο ιθύνων νους αλλά χωρίς τη συνδρομή τους δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί η εγκληματική ενέργεια, κατόπιν παραδοχής για κατοχή ποσότητας ρητίνης κάνναβης βάρους 947 γραμμαρίων περίπου με σκοπό την προμήθεια, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών σε νεαρούς κατηγορούμενους με λευκό ποινικό μητρώο. Η ποινή χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο ως «. αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις και οπωσδήποτε όχι έκδηλα υπερβολική». Στην υπόθεση Κλεομένης ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 350, επικυρώθηκε από το Εφετείο ποινή φυλάκισης 7 ετών, η οποία επεβλήθη στον εφεσείοντα για εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, συγκεκριμένα ρητίνης κάνναβης, βάρους 2.307,5256 γραμμαρίων. Εκρίθη πως δεν επρόκειτο περί έκδηλα υπερβολικής ποινής. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 746, το Εφετείο αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης 5 ετών, την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 6 ετών σε κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, για την κατοχή 688,2684 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, καθότι το Κακουργιοδικείο δεν προσέδωσε σημασία στην συνεργασία του κατηγορουμένου με τις ανακριτικές αρχές. Στην υπόθεση Ευρυπίδου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 392, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών (κατόπιν παραδοχής) για το αδίκημα της κατοχής σχεδόν 3 κιλών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, σε κατηγορούμενο ηλικίας 26 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, προερχόμενου από διαλυμένη οικογένεια και με ψυχολογικά προβλήματα. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 163/2015, ημερ. 11.7.2016, για το αδίκημα της κατοχής 996.8 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, η ποινή των 4½ ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα μειώθηκε σε 3½ έτη, λόγω της σοβαρότατης ασθένειας από την οποία υπέφερε ο κατηγορούμενος, η οποία και τον οδήγησε στη χρήση των ναρκωτικών για τη μείωση των φρικτών πόνων που είχε, καθώς και λόγω της ευάλωτης ψυχοσύνθεσης του. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B435, Ποιν. Έφ. Αρ. 44/2015, ημερ. 16.9.2016 για κατοχή κάνναβης 993,4 γραμμαρίων με μία προηγούμενη καταδίκη, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών. Στην Πόλεος ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 141/16, ημ. 2.6.17, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων
(4)ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 1908,425 γραμμαρίων κάνναβης, μετά από άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου που ήταν λευκού ποινικού μητρώου και προχωρημένης ηλικίας, με προβλήματα υγείας και για πολλά έτη χρήστης κάνναβης, ο οποίος προσπαθούσε διαχρονικώς να απεξαρτηθεί. Στην Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/16, ημ. 22.5.17, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων
(4)ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 2 κιλών και 7,5 γραμμαρίων κάνναβης, σε κατηγορούμενο 43 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, εργάτη και νυμφευμένο πατέρα τριών κοριτσιών 21, 20 και 16 ετών, με τη μικρότερη θυγατέρα του να αντιμετωπίζει πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 187/2019, ημερομηνίας 15.10.2020, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 4 ½ ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εφεσείοντα, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Β, ήτοι 2.870,20 γραμμαρίων κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο. Σχετικές με το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος 3 είναι η υπόθεση Αποστόλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 153/2017, ημερομηνίας 27.9.2017, στην οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Β (137.3348 γραμμάρια κάνναβης) με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, η υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2020, ημερομηνίας 27.4.2021, στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 100 γραμμαρίων κάνναβης, η οποία όμως ποινή δεν εφεσιβλήθηκε, προφανώς γιατί εφεσιβλήθηκε η ποινή των 4 ετών που επιβλήθηκε για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 53 γραμμαρίων κοκαΐνης, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και η υπόθεση Κρομμυδάς ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 152/2020, ημερομηνίας 28.9.2021, στην οποία για παράνομη κατοχή 368,3 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών και 8 μηνών, όμως υπήρχαν και άλλες παρόμοιες κατηγορίες, ενώ λήφθηκαν υπόψη ακόμη δύο υποθέσεις για παρόμοια αδικήματα. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή. Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση συμπεριλαμβανομένων και των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των κατηγορουμένων σε σχέση με μετριασμό της ποινής. Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά, είναι στοιχεία τα οποία είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής (βλ. Sikaf v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 467). Εν προκειμένω δεν πρόκειται για σκληρά ναρκωτικά όπως η κοκαΐνη και η ηρωίνη αλλά για κάνναβη. Λήφθηκε υπόψη και η ποσότητα που ο κάθε κατηγορούμενος κατείχε καθώς και ο σκοπός της κατοχής που δεν ήταν άλλος από την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 ότι προμήθευσε τον κατηγορούμενο 3 με 218.6 γραμμάρια κάνναβης. Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων αναφέρθηκαν στα οικονομικά προβλήματα και σε άλλες προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις. Έχει επανειλημμένα λεχθεί μέσα από τη νομολογία ότι δεν πρέπει να δίδεται υπέρμετρη βαρύτητα σε οικονομικές ή άλλες δυσκολίες, οι οποίες ενδεχομένως να συνέτειναν στο να διαπράξει ο κατηγορούμενος το αδίκημα. Λαμβάνουμε υπόψη την άμεση παραδοχή και των τριών κατηγορουμένων στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή» (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/18, ημερ. 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Το πώς αντικρίζονται τα διάφορα στοιχεία σε κάθε υπόθεση, εξαρτάται από τις λεπτομέρειες που τα συνθέτουν (βλ. Chafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Σε περίπτωση κατά την οποία η σύλληψη διενεργείται επ΄ αυτοφώρω, όπως στην περίπτωση του κατηγορουμένου 1, όπου βρέθηκε στο όχημα που οδηγούσε η ποσότητα των 2 κιλών, περίπου, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438 και Κατσαπάου v. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 388). Δεν παραγνωρίζουμε όμως και τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με αυτή την πτυχή στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B88, Ποιν. Έφ. Αρ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021, όπου υποδείχθηκε ότι «. η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας.». Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, λαμβάνουμε υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο και το νεαρό της ηλικίας του. Η αναφορά σε προηγούμενες καταδίκες δεν έχει την έννοια ότι ένας κατηγορούμενος τιμωρείται για δεύτερη φορά. Η προηγούμενη όμως εγκληματική συμπεριφορά, αφενός επηρεάζει τον βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει και, αφετέρου αποτελεί ένδειξη της όλης στάσης και της έλλειψης σεβασμού του κατηγορουμένου έναντι του νόμου (βλ. Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική έφεση Αρ. 7/2017, ημερομηνίας 26.9.2018, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17, Τζιαμά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, ημερομηνίας 18.12.2017, Αποστόλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 196/2018, ημερομηνίας 4.4.2019, Farooq κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 165/2018 (Σχ. με 166/2019, 169/2018, 170/2018), ημερομηνίας 7.9.2020, Κυριάκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2019 και 13/2019, ημερομηνίας 7.9.2020, Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 105/20, ημερομηνίας 25.2.2021). Όσον αφορά την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου 1, δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι το αδίκημα, είναι διαφορετικής φύσης από τα αδικήματα για τα οποία παραδέχθηκε ενοχή, διεπράχθη την 1.5.06, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε το 2008, αποφυλακίστηκε το 2012 και στη συνέχεια δημιούργησε οικογένεια όπως περιγράφουμε ανωτέρω, στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 3, λαμβάνουμε υπόψη ότι τα αδικήματα της προηγούμενης καταδίκης δεν έχουν μεν συνάφεια με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, αλλά θα πρέπει να λεχθεί πως αυτός έδρασε σε σύντομο χρονικό διάστημα από την καταδίκη του και ενώ τελούσε υπό αναστολή εκτέλεσης της ποινής του. Λαμβάνουμε υπόψη για όλους τους κατηγορούμενους τις επιπτώσεις που θα έχει μια πολύχρονη ποινή φυλάκισης στους ιδίους, ειδικότερα δε για τους κατηγορουμένους 1 και 3 λαμβάνουμε υπόψη και τις επιπτώσεις στις οικογένειες τους (βλ. Solliman
(2011)EWCA Crim. 2871 και Bishop
(2011)EWCA Crim. 1446). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 817, μια πολυετής φυλάκιση δεν ευνοεί την ομαλή επανένταξη του καταδικασθέντος και καθίσταται επώδυνη για την οικογένεια του. Ωστόσο, σε μια σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παρούσα με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή πολυετούς ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις των κατηγορουμένων [βλ. Chanine
(1987)και Landau
(1991)(ανωτέρω)]. Η θέση του κ. Λουκά πως σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3 απουσιάζουν στοιχεία τα οποία να καθιστούν το αδίκημα που διέπραξε ιδιαίτερα σοβαρό και ως εκ τούτου θα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 30
(4)(β)(ii) του Νόμου 29/77 (το συγκεκριμένο εδάφιο προνοεί πως το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνει υπόψη σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, καθιστώντας τούτο λιγότερο σοβαρό «το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σ΄ αυτόν» δεν μας βρίσκει σύμφωνους και απορρίπτεται. Ούτε από τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά ούτε και από τα όσα ο ίδιος ο κ. Λουκά εξέθεσε, υποστηρίζεται η πιο πάνω θέση. Καταληκτικά θα πρέπει να λεχθεί πως σε μια σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παρούσα με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής, δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις των κατηγορουμένων [βλ. Chanine
(1987)και Landau
(1991)(ανωτέρω)]. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του καθενός ξεχωριστά των κατηγορουμένων και ισοζυγίζοντας αυτές στην εξεύρεση της αρμόζουσας ποινής, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε στους κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1: στην Κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στον κατηγορούμενο 2: στην Κατηγορία 2, ποινή φυλάκισης 4 ετών, στην Κατηγορία 3, ποινή φυλάκισης 1 ετών. Οι ποινές του κατηγορουμένου 2 να συντρέχουν. Στον κατηγορούμενο 3: στην Κατηγορία 4, ποινή φυλάκισης 1 έτους. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρίσκονται σε προφυλάκιση. ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΑΝΑΣΤΑΛΕΙΣΑΣ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ Στο άρθρο 4 του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε, προνοούνται τα ακόλουθα σε σχέση με το προαναφερόμενο θέμα: 4.-
(1)Οσάκις, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, πρόσωπο διέπραξε αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και είτε κατεδικάσθη υπό Δικαστηρίου όπερ δυνάμει του εδαφίου
(4)κέκτηται αρμοδιότητα να λάβη μέτρα εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν είτε μεταγενεστέρως εμφανίζεται ή προσάγεται ενώπιον τοιούτου Δικαστηρίου, τότε, εκτός εάν εν τω μεταξύ η ποινή έχει εκτελεσθή, το Δικαστήριον εξετάζει την υπόθεσιν του και λαμβάνει εν των ακολούθων μέτρων- (α) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής δι' ην περίοδον αύτη επεβλήθη· (β) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής διά περίοδον μικροτέραν εκείνης ήτις επεβλήθη· (γ) διατάσσει την τροποποίησιν του αρχικού διατάγματος διά της αντικαταστάσεως της εν αυτώ οριζομένης περιόδου διά περιόδου μη υπερβαινούσης τα δύο έτη από της ημέρας της τοιαύτης τροποποιήσεως· (δ) ουδέν μέτρον λαμβάνει εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν, και το Δικαστήριον εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εκτός εάν είναι της γνώμης ότι τούτο θα ήτο άδικον λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων αίτινες εμεσολάβησαν από της αναστολής της ποινής και των περιστάσεων υφ' ας ετελέσθη το νέον αδίκημα, και εν τοιαύτη περιπτώσει το Δικαστήριον εν τη αποφάσει αυτού αναφέρει τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του.
(2)Οσάκις το Δικαστήριον διατάσση ότι η ανασταλείσα ποινή δέον να εκτελεσθή, μετά ή άνευ τροποποιήσεως της αρχικής αυτής περιόδου, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη όπως η εκτέλεσις χωρήση αμέσως ή όπως η περίοδος της φυλακίσεως αρχίση μετά την έκτισιν της ποινής της επιβληθείσης υπό του αυτού ή ετέρου Δικαστηρίου.
(3)Διά τους σκοπούς των διατάξεων του περί της Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε ετέρου Νόμου χορηγούντος δικαίωμα εφέσεως εις ποινικήν υπόθεσιν, οιονδήποτε διάταγμα δυνάμει του παρόντος άρθρου θα θεωρήται ως καταδίκη επιβληθείσα υπό του Δικαστηρίου τούτου διά το αδίκημα δι' ο επεβλήθη η ανασταλείσα ποινή.
(4)Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου- "Δικαστήριον" σημαίνει κακουργιοδικείον ή επαρχιακόν Δικαστήριον ενώπιον του οποίου ο καταδικασθείς προσάγεται ή εμφανίζεται: Νοείται ότι εν η περιπτώσει η ανασταλείσα ποινή επεβλήθη υπό κακουργιοδικείου ο καταδικασθείς παραπέμπεται υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου εις το κακουργιοδικείον της επαρχίας ένθα υπεβλήθη η ανασταλείσα ποινή ή έτερον κακουργιοδικείον εάν το Επαρχιακόν Δικαστήριον κρίνη τούτο εύλογον και δίκαιον εφ' όσον διά της παραπομπής ταύτης τα συμφέροντα του καταδικασθέντος δεν παραβλάπονται.» Επομένως, σύμφωνα με τα πιο πάνω, όταν ο κατηγορούμενος διαπράξει αδίκημα ενώ βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα αναστολής προηγούμενης ποινής φυλάκισης, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει ποια μέτρα θα λάβει σε σχέση με την ποινή που είχε ανασταλεί (βλ. άρθρο 4 εδάφιο 1 του Νόμου 95/72 ως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 41(Ι)/97). Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 443 στη σελίδα 452 λέχθηκε ότι, το Δικαστήριο πρώτα εκδίδει την ετυμηγορία ενοχής για το δεύτερο αδίκημα που διαπράχθηκε μέσα στην περίοδο αναστολής. Σε δεύτερο στάδιο επιβάλλει ποινή για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει. Σε τρίτο στάδιο εξετάζει όλα τα περιστατικά και ασκεί την εξουσία του δυνάμει του άρθρου 4, εδάφιο 1 του Νόμου 95/72 ως έχει τροποποιηθεί (Νόμοι 71(Ι)/97 και 186(Ι)/03), και τότε αποφασίζει αν θα ενεργοποιήσει ολόκληρη την ποινή ή μικρότερη ποινή, ή αν θα διατάξει τροποποίηση του αρχικού διατάγματος ή αν δεν θα λάβει κανένα μέτρο. Θεωρήθηκε επίσης στην εν λόγω υπόθεση ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 4, το Δικαστήριο δεν δύναται να ασκήσει εξουσία με βάση το άρθρο τούτο, εκτός εάν μέσα στην περίοδο της αναστολής εκδώσει ετυμηγορία ενοχής του κατηγορούμενου για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει και επιβάλει ποινή φυλάκισης γι΄ αυτό. Δεν υιοθετήθηκε η θέση όπου επιβλήθηκε ποινή προστίμου στο δεύτερο αδίκημα και ενεργοποιήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή. Το Δικαστήριο επομένως, σύμφωνα με τα προλεχθέντα, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο, την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του διατάγματος για αναστολή ή να μη λάβει κανένα μέτρο σε σχέση με την ανασταλείσα ποινή. Στην υπόθεση Louca ν. Republic
(1986)2 CLR 141 λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση όρων της αναστολής το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί είναι κατά πόσο η παραβίαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιστάσεων. Τονίστηκε δε ότι το Δικαστήριο δεν εκδικάζει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί. Επίσης η ενεργοποίηση δεν συνδέεται με την ομοιότητα του πρώτου και του δεύτερου αδικήματος. Εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών, διατάσσεται κατά κανόνα η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής (Βλ. Louca, ανωτέρω, Ευαγγέλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 52). Στην υπόθεση Louca (ανωτέρω) τονίστηκε ότι εφόσον ο κατηγορούμενος παραβαίνει τους όρους αναστολής, το υπόβαθρο με βάση το οποίο η ποινή ανεστάλη καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για να μην ενεργοποιηθεί η ποινή της φυλάκισης εξαφανίζεται. Εκτός αν εντοπίζονται περιστατικά που μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης ή άλλα περιστατικά που θα καθιστούν την ενεργοποίηση άδικη επιβάλλεται η ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης. Στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 546, λέχθηκε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει τους λόγους αναστολής της ποινής. Αυτό που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το Πρωτόδικο Δικαστήριο είναι όπως η συνολική τιμωρία, ήτοι η ποινή επί του κυρίως αδικήματος και η ενεργοποιημένη ποινή, να μην είναι υπερβολική (βλ. Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 62). Ένας κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να παραπονείται αλλά θα πρέπει να μέμφεται μόνο τον εαυτό του όταν ενεργοποιείται ανασταλείσα ποινή αφού παραβαίνοντας τους όρους με τους οποίους η φυλάκιση ανεστάλη, υπολογισμένα ριψοκινδύνεψε την ελευθερία του την οποία και στερείται από δική του εσκεμμένη πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε ότι δεν είναι ορθό να ενεργοποιηθεί η ανασταλείσα δίμηνη ποινή φυλάκισης, η οποία επιβλήθηκε στις 14.7.2020, ούτως ώστε η ποινή να μην καταστεί υπερβολική υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και του κατηγορουμένου 3. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ Το Δικαστήριο ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 3 θα εξετάσει το θέμα αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, όπως εισηγήθηκε και ο συνήγορος του. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ΄ Ορων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, καθώς και από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αφού αναφέρθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αναφέρθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Γεωργίου κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/16 ημερομηνίας 19.7.16, Παπαπαντελή v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/16, ημερομηνίας 17.10.16 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποινική Έφεση Αρ. 92/2017 (σχ. Με 93/2017), ημερομηνίας 19.7.2019. Έχοντας υπόψη τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όπως αυτές εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και συμφώνησε η Υπεράσπιση, τις οποίες το Δικαστήριο ανέλυσε ανωτέρω και έλαβε υπόψη στον καθορισμό της ποινής, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 3, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον συνήγορο του, κρίνουμε ότι η επιείκεια εξαντλήθηκε στο ύψος της ποινής και πως ούτε οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ούτε οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 3 είναι τέτοιες ώστε να δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης σε τέτοιο σοβαρό αδίκημα όπως αυτό της Κατηγορίας 4, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και υπό τις συγκεκριμένες προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 3, θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν.Α.Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.