← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. XXXX, Υπόθεση Αρ.: 2856/21, 22/10/2021

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. XXXX, Υπόθεση Αρ.: 2856/21, 22/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2021:19 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Σ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Τ. Νικολάου, Α.Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 2856/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν XXXX Κατηγορουμένου ___________________________________________________________ Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου, 2021. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. XXXX για τον Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. XXXX. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΕΞΑΓΕΤΑΙ ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ Η Κατηγορούσα Αρχή καταλογίζει στον κατηγορούμενο τη διάπραξη του αδικήματος του βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.154, ήτοι σε άγνωστη ακριβή ημερομηνία μεταξύ XXXX, XXXX στην XXXX, παράνομα ήρθε σε συνουσία με την XXXX, χωρίς τη συναίνεση της. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής σε γενικές γραμμές είναι ότι η παραπονούμενη αποτάθηκε στον κατηγορούμενο περί τον XXXX του 2011 προκειμένου να τη βοηθήσει να πωλήσει XXXX, κατά την παραπονούμενη του XXXX, η οποία είχε κάποια αξία. Ο κατηγορούμενος της είπε ότι θα την βοηθήσει. Στη συνέχεια όταν ο κατηγορούμενος την κάλεσε XXXX για τη θετική εξέλιξη του θέματος και αυτή μετέβη περί τα XXXX και περί XXXX το απόγευμα, στην XXXX, αφού ο κατηγορούμενος της πρόσφερε ποτό και αυτή το κατανάλωσε, έχασε τις αισθήσεις της. Όταν επανέφερε τις αισθήσεις της είδε τον κατηγορούμενο, ο οποίος XXXX, από πάνω της και είχε νιώσει ότι την βίαζε. Αφού τον απομάκρυνε από πάνω της, του είπε κάποια υβριστικά λόγια και έβαλε το εσώρουχο της και το παντελόνι της, το οποίο ήταν κατεβασμένο μέχρι τα γόνατα της, σοκαρισμένη έφυγε από το XXXX του κατηγορουμένου, πήρε το αυτοκίνητο της και μετέβη στην οικία της όπου παρέμεινε για δύο μέρες στο δωμάτιο της μη μπορώντας να συνέλθει από το σοκ. Όταν μετά από δύο ημέρες μπήκε στο μπάνιο είδε ξηρές κηλίδες στο εσώρουχο της οι οποίες βρωμούσαν και οι οποίες θεωρεί ότι ήταν τα σπέρματα του. Δεν σκέφτηκε όμως να το φυλάξει ούτε σκέφτηκε να πάει στην αστυνομία αφού το μυαλό της δεν λειτουργούσε. Ακολούθως τον έπαιρνε τηλέφωνο για να τον ρωτήσει γιατί της το έκανε αυτό αλλά δεν της απαντούσε. Στη συνέχεια, σε μεταγενέστερο χρόνο XXXX, επικοινώνησε με την XXXX και τον Μ.Κ.4 στους οποίους ανέφερε την ιστορία της, XXXX στην ΧΧΧΧ στον ΧΧΧΧ, επίσης επικοινώνησε και είδε την Μ.Κ.8 και τέλος μαζί με XXXX στον οποίο επίσης ανέφερε την ιστορία της. Όταν τελείωσε η XXXX, ο Μ.Κ.4, ο οποίος είχε μιλήσει από πριν με τον εκπρόσωπο XXXX του Αρχηγείου Αστυνομίας και είχε διευθετηθεί να υποβληθεί καταγγελία από την παραπονούμενη εναντίον του κατηγορουμένου, επιβιβάστηκε μαζί με την παραπονούμενη στο όχημα του και κατευθύνθηκε προς το Αρχηγείο Αστυνομίας. Λίγο πριν εισέλθουν στο Αρχηγείο Αστυνομίας, η παραπονούμενη του είπε ότι δεν ήταν έτοιμη και γι΄ αυτό δεν προχώρησε σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την κυρίως εξέταση της, κατά τις πρώτες ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, αποφάσισε να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του κατηγορουμένου αφού πρώτα είχε μία συνάντηση με την XXXX στην οποία ανέφερε το επίδικο συμβάν, η οποία της έδωσε κουράγιο, παρηγοριά και δύναμη να προβεί στην καταγγελία. Στο τέλος της κυρίως εξέτασης, στην ερώτηση ποια ήταν τα δεδομένα που υπήρξαν το XXXX και προέβη στην καταγγελία, φαίνεται ότι, δέκα χρόνια μετά, όταν άκουσε XXXX και άλλες γυναίκες, θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης, πήρε δύναμη και θάρρος και ως όφειλε στον εαυτό της, στη μάνα της, στα παιδιά της, στην κοινωνία και στις γυναίκες, να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για να λυτρωθεί από το μαρτύριο που περνούσε τόσα χρόνια και να σταματήσει η εκμετάλλευση αδύναμων ανθρώπων σε ευάλωτες ομάδες. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο κατηγορούμενος, από την άλλη, αρνείται ό,τι του αποδίδει η παραπονούμενη και προβάλλει ότι ουδέποτε συνέβηκε αυτό το οποίο ισχυρίζεται η παραπονούμενη το οποίο αποτελεί ένα τερατώδες ψέμα. Με αναφορά στη μαρτυρία της παραπονούμενης καταρρίπτει την εκδοχή της, αφού παραπέμπει σε αντιφάσεις που εντοπίζονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων αυτές που σχετίζονται με τις συναντήσεις τους XXXX, τον χρόνο, τον εκδότη και το όνομα στο οποίο εκδόθηκε η επιταγή, Τεκμήριο 9, XXXX το οποίο κατά τον ισχυρισμό της της πρόσφερε ο κατηγορούμενος, καθώς και το δικό του πρόγραμμα σύμφωνα και με το ημερολόγιο, Τεκμήριο 23, που διατηρούσε ο Μ.Υ.2, σε συνδυασμό με το χρονιαίο ημερολόγιο του XXXX, το οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε οκτώ

(8)μάρτυρες κατηγορίας (στο εξής Μ.Κ.). Τους δύο ανακριτές της υπόθεσης Μ.Κ.1 και 7, την παραπονούμενη, Μ.Κ.5, την υπεύθυνη λογαριασμών της Τράπεζας Κύπρου στην Έγκωμη, Μ.Κ.2, τον διευθυντή του Λογιστηρίου XXXX, Μ.Κ.3, τον XXXX, Μ.Κ.4, τον XXXX, Μ.Κ.6, και την ψυχίατρο XXXX, Μ.Κ.8. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε τρεις
(3)μάρτυρες υπεράσπισης (Μ.Υ.). Τον XXXX, Λογιστή XXXX, Μ.Υ.1, τον XXXX κατά τον επίδικο χρόνο XXXX, Μ.Υ.2 και τον XXXX, Μ.Υ.3, εκπαιδευτικό, ο οποίος XXXX. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής στη γραπτή αγόρευση του επεσήμανε ότι η υπόθεση θα κριθεί στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης για την οποία δεν υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία. Αφού αναφέρθηκε στην αποκάλυψη του ισχυριζόμενου περιστατικού σε συνεργάτες ΧΧΧΧ που προβάλλετο ΧΧΧΧ και στην παρουσίαση της ίδιας στην εκπομπή αυτή στις 10.10.2011 με αλλοιωμένα κάποια στοιχεία για σκοπούς διαφύλαξης της ανωνυμίας της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου, ακολούθως καταπιάστηκε με την μαρτυρία της παραπονούμενης στην οποία αν και εντόπισε διαφορές μεταξύ των όσων ανέφερε ΧΧΧΧ στις 10.10.2011 και στην κατάθεση της στην αστυνομία και στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και όμοια, κατά την άποψη του, με αυτά που ανέφερε στον Μ.Κ.4, ζήτησε όπως κριθεί αξιόπιστη αφού, κατ΄ αυτόν, οι όποιες διαφορές ή αντιφάσεις, και κυρίως στους χρόνους που αναφέρθηκε πού όπως είπε δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία και δεν είναι αποτέλεσμα ενός μελετημένου ψευδούς σχεδίου ενοχοποίησης του κατηγορουμένου, αλλά μάλλον ειλικρίνειας. Σε ό,τι αφορά την μαρτυρία των Μ.Υ.2 και 3 εισηγήθηκε ότι διαφάνηκε ότι αυτή δεν αποκλείει την μαρτυρία της παραπονούμενης για τις επισκέψεις της στην XXXX αφού αποτελεί γεγονός ότι αυτή επισκέφθηκε τον XXXX και την XXXX μερικές φορές. Έτσι, καταλήγει, στη βάση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος πρέπει να κριθεί ένοχος. Από την άλλη ο συνήγορος υπεράσπισης αφού τόνισε ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται εξ ολοκλήρου στη μαρτυρία της παραπονούμενης και ότι δεν υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, ούτε μαρτυρία πρώτου παραπόνου, στη συνέχεια σημείωσε μία προς μία τις αντιφάσεις στην μαρτυρία της παραπονούμενης που σχετίζονται (α) με την ημέρα διάπραξης του αδικήματος, (β) με την επιταγή, (γ) αυτά τα οποία XXXX, αντιπαραβαλλόμενα με αυτά που ανέφερε στην κατάθεση της στην αστυνομία και στο Δικαστήριο, (δ) με το ποτό, (ε) XXXX, (στ) με την επίσκεψη της παραπονούμενης στις 3.10.2012 στην XXXX, (ζ) με την δήθεν αποτροπή της από τον XXXX να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία, (η) τι είπε στην Μ.Κ.8 και τι στην κατάθεση της και (θ) άλλες αντιφάσεις σε σχέση με το Τεκμήριο 8. Ζήτησε όπως κριθεί αναξιόπιστη και οι μάρτυρες υπεράσπισης αξιόπιστοι. Ως εκ τούτου εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος κριθεί αθώος. ΑΡΧΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση όλων των μαρτύρων θα γίνει σύμφωνα με τις πάγιες και διαχρονικές αρχές όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία την οποία παραθέτουμε πιο κάτω. Στην υπόθεση Πελεκάνου ν. Πελεκάνου
(1999)1ΑΑΔ 1273, 1280, 1281 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου υ. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191». Στην υπόθεση Ομήρου υ. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 και δη στη σελίδα 530 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια». Στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371, αφού γίνεται αναφορά στην υπόθεση Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος του και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο, βλ. υπόθεση Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68. Μικρές διαφορές στη μαρτυρία είναι φυσικό να υπάρχουν, Βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104, 118. Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Η αποδοχή μέρους μαρτυρίας και η απόρριψη άλλου, ενός μάρτυρα, δεν αποτελεί διάβημα μεμπτό ή αντινομικό. Απεναντίας, το δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Georghiades v. The Police
(1985)2 CLR 56, Kades v. Nikolaou and Another
(1986)1 CLR 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 CLR 257, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 ΑΑΔ 1199 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1988)1 ΑΑΔ 1215, Mustafa v. Κακούρη κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 165 και Αντωνίου (Μεσίτης) ν. Χρίστου
(2006)1 ΑΑΔ 888). Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο, βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, 155 και δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα πρέπει να συνάδει απόλυτα με την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων. Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες, βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612. Για να κριθεί ένας μάρτυρας αναξιόπιστος θα πρέπει η μαρτυρία του να είναι τέτοια που να δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση και να είναι ουσιαστικής μορφής που να πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ή να φανερώνει διάθεση να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνει τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο, βλ. Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 98, Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 449, Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
  1. ΕΞ ΑΚΟΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η εξ ακοής μαρτυρία διέπεται από τα άρθρα 23, 24, 25, 26 και 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  2. Το πιο σύνηθες φαινόμενο εξ' ακοής μαρτυρίας είναι η επανάληψη των λεχθέντων από κάποιο πρόσωπο που δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου από ένα τρίτο πρόσωπο που δεν τα είδε ή δεν τα άκουσε ο ίδιος. Δεν έχει δηλαδή πρωτογενή γνώση. Τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής, βλ. Σταύρου κ.α. ν. Ττοουλουδιού κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 1239, ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται, όχι περιοριστικά, στο άρθρο 27
(1)και
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217 και υπό το φως των λεχθέντων σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως η υπόθεση Γιαπάτος ν. Σάββα κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 324, Ανδρέου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152, Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1 Α.Α.Δ. 1108 και Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, ECLI:CY:AD:2016:A364, Πολιτική Έφεση Αρ. 6/2011, ημερομηνίας 15.7.2016. Κατά την αξιολόγηση το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης καθώς και, κυρίως θα λέγαμε, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό να κληθεί το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση του γεγονότος να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο χρόνος που διέρρευσε μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στα οποία αναφέρεται, ποιο χέρι εξ ακοής μαρτυρίας είναι, το πρόσωπο που μεταφέρει την αρχική δήλωση, αν μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, αν αυτός που το μεταφέρει έχει κίνητρο να παραποιήσει την αρχική δήλωση και αν υπό τις περιστάσεις που προσάγεται φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της. Το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βαρύτητας είτε η εξ ακοής μαρτυρία προέρχεται από προφορική μαρτυρία, βλ. Γεωργίου ν. Στυλιανού
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 70, είτε από γραπτή μαρτυρία, βλ. Μόνος κ.α. ν. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1002 και Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 339. Επίσης λαμβάνεται υπόψη αν θα μπορούσε, η πλευρά που προσκόμισε τη προφορική μαρτυρία, να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε, βλ. Δημητρίου ν. Νικολάου
(2012)1 Α.Α.Δ 2714, Περικλέους ν. Μιχαήλ κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 2420, Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.17 και Κολάνη, ανωτέρω. Αναλόγως της περίπτωσης μπορεί να μην γίνει αποδεκτή. Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217 ή να γίνει αποδεκτή. Στην υπόθεση Assad ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2016, ημερομηνίας 6.12.2017 λέχθηκαν τα εξής: «H αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεση και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331)». Κατ' αρχάς το μέρος της μαρτυρίας των Μ.Κ.4 και 8 και το παραδεκτό γεγονός τι ανέφερε στην ΧΧΧΧ στις 10.10.2011, η οποία συνίσταται στο τι δήλωσε σε καθένα από αυτούς η παραπονούμενη, πρόκειται για μαρτυρία η οποία αφορά δηλώσεις της παραπονούμενης σε αυτούς, η οποία μπορεί να τύχει χρήσης μόνο για απόδειξη της αλήθειας αυτού που δηλώθηκε, ως κατωτέρω εξηγείται, ενώ στο βαθμό που αυτή σχετίζεται με αυτοενισχυτικές δηλώσεις της παραπονούμενης δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία, δηλαδή της αυτοενίσχυσης. Η τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 που έχει καταστήσει τις εξ ακοής δηλώσεις αποδεκτή μαρτυρία, δεν έχει επηρεάσει τον κανόνα ότι οι αυτοενισχυτικές δηλώσεις δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. Αυτές οι δηλώσεις το μόνο που κάνουν είναι να υποδηλώνουν την εμμονή του προσώπου που τις κάνει στην εκδοχή του. Βλ. R v. Roberts [1942] 1 All E.R. 187 και Ζησιμίδης ν. Republic
(1982)2 C.L.R. 382, 418. Σύμφωνα δε με το άρθρο 30
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 είναι αποδεκτή μόνο προς απόδειξη της αλήθειας αυτού που δηλώθηκε, όχι προς ενίσχυση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης, άρθρο 30
(2)του Κεφ. 9. Επίσης τα ημερολόγια ενεργείας, Τεκμήρια 2-8, 21 και 23 και οι καταθέσεις κάποιων προσώπων στην αστυνομία, Τεκμήρια 11, 12, 13, 14 και 18, τα οποία δεν κλήθηκαν να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, εντάσσονται στην εξ ακοής μαρτυρία. Βέβαια για τα Τεκμήρια 11-14 και 18, όταν ρωτήθηκε σχετικά ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής από το Δικαστήριο σχετικά με την κατάθεση τους ως τεκμήρια, δήλωσε ότι αυτές οι καταθέσεις κατατίθενται με σκοπό ότι αυτές λήφθηκαν. Κάποιες όμως από αυτές έτυχαν αναφοράς από την παραπονούμενη και αντεξέτασης αυτής επί τούτων από τον συνήγορο υπεράσπισης. Η αξιολόγηση και βαρύτητα που θα προσδοθεί στην κάθε μια θα διαφανεί στη συνέχεια. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Αν και δεν χρειάζεται να καταγράφεται το σύνολο της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 88, 92, εντούτοις επειδή στην αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε πληθώρα επισημάνσεων στη μαρτυρία της παραπονούμενης, τις οποίες προβάλλει ως αντιφάσεις και/ή διαφοροποιήσεις ή ουσιώδεις παραλείψεις, ή ψέματα, κρίνουμε ορθότερο να καταγράψουμε όσον το δυνατό το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της για να μην δημιουργηθεί η παραμικρή αμφιβολία ότι εξετάσαμε εξονυχιστικά την μαρτυρία της στο σύνολο της. Είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε και να παρακολουθήσουμε όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους, από το εδώλιο του μάρτυρα, ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνειά τους, την ευθύτητά τους, την ακεραιότητά τους, τη σαφήνειά τους, το συμφέρον τους στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και προβήκαμε στη διεργασία αξιολόγησής τους, κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη, τόσο με όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, όσο και στο σύνολο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων. Πρώτος κατέθεσε ο α/α XXXX, Μ.Κ.1, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση του, ΕΓΓΡΑΦΟ Α, σύμφωνα με την οποία στην παρουσία της υπαστυνόμου XXXX και της αστυφύλακος XXXX, στη ΧΧΧΧ έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε δεκαοκτώ
(18)τεκμήρια και κατά την αντεξέταση του ακόμη ένα
(1)τεκμήριο. Συγκεκριμένα ως Τεκμήριο 1 κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 22.2.2021, η οποία λήφθηκε μεταξύ των ωρών 14:00 και 16:30. Του υποβλήθηκαν τριάντα
(30)ερωτήσεις και απάντησε σε όλες, χωρίς την παρουσία ή συμβουλή δικηγόρου, αφού προηγουμένως πληροφορήθηκε για το δικαίωμα του να είναι παρών δικηγόρος ή να λάβει συμβουλή από δικηγόρο, και απάντησε ότι δεν χρειαζόταν δικηγόρο και επίσης αφού του παραδόθηκε το έντυπο Δικαιωμάτων Υπόπτων-Κατηγορουμένων. Στην τριακοστή πρώτη
(31)ερώτηση, η οποία αφορούσε κατά πόσο ήθελε να προσθέσει ή να αφαιρέσει οτιδήποτε από την κατάθεση του, αφού την διάβασε προέβη σε κάποιες διορθώσεις και ως ορθή την υπέγραψε ενώπιον του Μ.Κ.1. Δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά στο περιεχόμενο των ερωτοαπαντήσεων. Αρκεί να αναφερθεί ότι δεν παραδέχθηκε τον βιασμό της παραπονούμενης. Στη συνέχεια κατέθεσε επτά
(7)ημερολόγια ενεργείας, Τεκμήρια 2-
  1. Τα Τεκμήρια 2-7 αφορούν ενέργειες της αστυνομίας για τη διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεσης, ενώ το Τεκμήριο 8, το οποίο λήφθηκε πάλι στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, αφορά ημερολόγιο παραπόνων και συμβάντων της αστυνομίας σε σχέση με την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, οι Μ.Κ.1 και 7 στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης, από τις 12.2.2021 μέχρι τις 8.3.2021 προέβηκαν σε πληθώρα επικοινωνιών με πρόσωπα προκειμένου να ληφθούν καταθέσεις από αυτούς και στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε η λήψη καταθέσεων από αυτούς. Μεταξύ των προσώπων από τα οποία λήφθηκαν καταθέσεις ήταν η παραπονούμενη, Μ.Κ.5, από την οποία έλαβαν κατάθεση στις 12.2.2021, μεταξύ των ωρών 12:40-15:40, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε. Του XXXX, στις 18.2.2021, Τεκμήριο 11, ο οποίος δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, όμως σχετική αναφορά σε αυτή γίνεται από την παραπονούμενη τόσο στην κατάθεση της στην αστυνομία και την κυρίως εξέταση της, όσο και κατά την αντεξέταση της, η οποία σχετίζεται με το τι λέχθηκε από αυτή κατά τη συνάντηση που είχε μαζί του και τι λέχθηκε από αυτόν σε αυτή και πως εξέλαβε τα λεχθέντα του. Του XXXX στις 16.2.2021, Τεκμήριο 12, ο οποίος δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά ούτε και γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση. Λέμε από τώρα ότι το Δικαστήριο δεν προσδίδει καμία βαρύτητα στο Τεκμήριο 12, αφού ο Πυλιώτης δεν γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση και ούτε δόθηκε εξήγηση γιατί δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Του XXXX στις 28.2.2021, Τεκμήριο 13, ο οποίος δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, όμως στο όνομα του αναφέρθηκε η παραπονούμενη στη μαρτυρία της για την παρουσία της στην ΧΧΧΧ στις 3.10.2012, ότε και την επισκέφθηκαν στην οικία της δύο αστυφύλακες και της είπαν να μην ξαναεπισκεφθεί ΧΧΧΧ. Πέραν αυτού στην κατάθεση του ανέφερε ότι την παραπονούμενη την θυμάται γιατί ήταν πάρα πολύ πιεστική στο να πάρει χρήματα XXXX. Επέμενε να της δώσουν χρήματα και ήταν αρκετά εκνευριστική στο να ζητά και να απαιτεί να της δοθούν χρήματα. Επειδή την είδαν ότι ήταν άκρως περιποιημένη και καλοντυμένη έκριναν ότι δεν χρειαζόταν τα χρήματα και αρνήθηκαν να την βοηθήσουν. Δεν ενθυμείτο αν τελικά της έδωσαν. Σύμφωνα με αυτόν, στην XXXX η παραπονούμενη πήγε 4-5 φορές αλλά δεν θυμόταν εάν έβλεπε τον κατηγορούμενο. Από ό,τι του είπε ο κατηγορούμενος, η παραπονούμενη ήθελε να πωλήσει XXXX την οποία εν τέλει αγόρασε ο XXXX. Από ό,τι νόμιζε μια φορά η παραπονούμενη του είπε ότι θα πήγαινε στα κανάλια και ήταν με την εντύπωση, επειδή ήταν πολύ εκνευριστική ζητώντας χρήματα, ότι ειδοποίησε την αστυνομία για να της γίνει παρατήρηση. Του XXXX, στις 24.2.2021, Τεκμήριο 14, ο οποίος δεν κλήθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτόν, ο κατηγορούμενος σε κάποιο χρόνο που υπολόγισε γύρω στον XXXX, του ανέφερε για μια XXXX, την οποία είχε μια φτωχή οικογένεια και του ζήτησε να την αγόραζε προκειμένου να την στηρίξει. Έτσι έστειλε τον Μ.Κ.6, XXXX στη Λάρνακα, όπου XXXX του παρέδωσε την XXXX για να την αξιολογήσει, οπότε και διαφάνηκε ότι η XXXX, της οποίας η αξία κοστολογήθηκε για κάποιο ποσό το οποίο δεν ενθυμείτο ποιο ήταν. Δεν ενθυμείτο επίσης αν το ποσό που κοστολογήθηκε XXXX δόθηκε στον ιδιοκτήτη της. Στις 7.10.2011 ο Μ.Κ.4 μετέβη XXXX και τον παρακάλεσε ότι, αφού η οικογένεια που είχε την XXXX ήταν φτωχή και θεωρούσε ότι η XXXX άξιζε περισσότερο από όσα κοστολογήθηκε και γι΄ αυτό ήθελε την XXXX πίσω, να επιστραφεί σε αυτή. Έτσι έδωσε την XXXX στον Μ.Κ.4 για να την επιστρέψει στην οικογένεια αυτή. Ούτε στο Τεκμήριο 14 προσδίδουμε οποιαδήποτε βαρύτητα, αφού δεν δόθηκε καμιά εξήγηση γιατί δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Του XXXX, Μ.Υ.1, στις 28.2.2021, Τεκμήριο 15 και στις 4.3.2021, Τεκμήριο 16, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσαν οι ως άνω καταθέσεις του Τεκμήρια 15 και
  2. Σε αυτές θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Του XXXX, Μ.Υ.3, στις 6.3.2021, Τεκμήριο 17, ο οποίος επίσης κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η εν λόγω κατάθεση, Τεκμήριο 17, για την οποία θα γίνει αναφορά σε άλλο μέρος της απόφασης. Της XXXX στις 4.3.2021, Τεκμήριο 18, η οποία δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την κατάθεση της εργάζεται XXXX από το 1988 καθημερινά εκτός Κυριακής, ημέρα κατά την οποία πηγαίνει άλλη γυναίκα, και στα καθήκοντα της συμπεριλαμβάνονται, το καθάρισμα, το σιδέρωμα, το μαγείρεμα και γενικά όλες οι δουλειές του σπιτιού. Συνήθως σχόλανε μετά που έτρωγε ο κατηγορούμενος, περί τις 15:00-16:
  3. Την παραπονούμενη δεν την γνωρίζει ούτε ξέρει αν μετέβη XXXX. Επίσης δεν προσδίδουμε καμιά βαρύτητα στο Τεκμήριο 18, αφού δεν δόθηκε εξήγηση γιατί δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά ούτε και γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση. Της XXXX στις 20.2.2021, ΕΓΓΡΑΦΟ Η, η οποία κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και στη μαρτυρία της θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 ο Μ.Κ.1 στις 20.2.2021 επικοινώνησε με συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο έλαβε μέρος στην ΧΧΧΧ στις 10.10.2011, αλλά δεν γνώριζε την παραπονούμενη. Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 20.2.2021 ο Μ.Κ.1, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, επικοινώνησε με τον τότε εκπρόπωπο τύπου του Αρχηγείου Αστυνομίας αλλά αυτός δεν θυμόταν τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο Μ.Κ.1 μαζί με την Μ.Κ.7, σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, ανέφεραν ότι ο Μ.Υ.3 τους είπε ότι τις πρωινές ώρες οδηγός του κατηγορουμένου ήταν ο Μ.Υ.
  4. Οι Μ.Κ.1 και 7 έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τις ενέργειες τους που καταγράφονται στα Τεκμήρια 3 και 5 είχαν την ευκαιρία τόσο η Κατηγορούσα Αρχή, όσο και η Υπεράσπιση να προβούν σε ερωτήσεις επί αυτού. Ως εκ τούτου έχοντας υπόψη το άρθρο 27
(2)και
(3)βρίσκουμε ότι τα όσα αναφέρονται στα Τεκμήρια 3 και 5 αποτελούν ενέργειες των Μ.Κ.1 και 7 που έγιναν στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Όσον αφορά την αναφορά ότι ο Μ.Υ.2 ήταν XXXX τις πρωινές ώρες επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον Μ.Υ.
  1. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, οι Μ.Κ.1 και 7 στις 6.3.2021, οι οποίοι συνάντησαν τον κατηγορούμενο κατόπιν επιθυμίας του τελευταίου, τους ανέφερε ότι συγκεκριμένο αριθμό κινητού τηλεφώνου τον οποίο κατέχει ανήκει XXXX και ενεργοποιήθηκε στις 14.2.2011 και ότι έλαβε επιστολή από συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο, το οποίο ενεργούσε κατ΄ εντολή της παραπονούμενης, όπου του γνωστοποιείτο η πρόθεση καταχώρησης πολιτικής αγωγής εναντίον του για διεκδίκηση χρηματικής αποζημίωσης και πως η παραπονούμενη απαιτεί χρηματική αποζημίωση. Για τους ίδιους λόγους που αναφέραμε αμέσως προηγουμένως βρίσκουμε ότι όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 6 αποτελούν ενέργειες των Μ.Κ.1 και 7 που έγιναν κατά την διερεύνηση της υπόθεσης και περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος τους ανέφερε την πιο πάνω ενέργεια της παραπονούμενης εναντίον του κατηγορουμένου. Το Τεκμήριο 7, αφορά τηλεφωνική επικοινωνία του Μ.Κ.1 με τον Μ.Υ.1, στην οποία ο τελευταίος διευκρίνισε, κατόπιν σχετικής ερώτησης, ότι η ημερομηνία που καταγράφεται στην πρώτη στήλη του μηχανογραφημένου συστήματος XXXX αντιστοιχεί στην ημερομηνία κατά την οποία έγινε η σχετική καταχώρηση στο σύστημα και όχι με την ημερομηνία που δόθηκε το βοήθημα, η οποία ημερομηνία φαίνεται χειρόγραφα στην απόδειξη. Για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν και αμέσως πριν, βρίσκουμε ότι όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 7 αποτελούν ενέργειες του Μ.Κ.1 κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και περαιτέρω ότι δηλώθηκε από τον Μ.Υ.1 τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, τα οποία άλλωστε επιβεβαίωσε ο Μ.Υ.1 στη μαρτυρία του. Το Τεκμήριο 8 συναποτελείται από το ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 14.2.2021 για τον έλεγχο που έκανε ο Μ.Κ.1 στα ημερολόγια ενεργείας παραπόνων και συμβάντων για την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο και τα ημερολόγια ενεργείας από τα οποία προέκυψαν τα ακόλουθα σε σχέση με την παραπονούμενη αφού για τον κατηγορούμενο δεν βρέθηκε οτιδήποτε: «Την 17/06/2012 και ώρα 1900 προσήλθε στο Σταθμό η XXXX, Δ/ση: XXXX και ανέφερε ότι άγνωστος άντρας εν ονόματι XXXX την πήρε τηλέφωνο από τον αριθμό XXXX και την απείλησε ότι θα την σκοτώσει. Ως ανέφερε δεν γνωρίζει τον λόγο και δεν έχει διαφορές με κανέναν. Επιθυμία της ήταν όπως γίνει μια παρατήρηση στον XXXX όπως μην την ξαναενοχλήσει. Η Αστ. XXXX επικοινώνησε με τον XXXX και κλήθηκε στο τμήμα. Την ίδια μέρα και περί ώρα 2000 προσήλθε στο τμήμα ο XXXX, Δ.Τ. XXXX, Δ/ση: XXXX, μαζί με την κοπέλα του, XXXX οι οποίοι ανέφεραν ότι η XXXX παρενόχλησε σεξουαλικά την XXXX και ότι ο XXXX της τηλεφώνησε για να της πει να μην την ξαναπαρενοχλήσει. Εν το μεταξύ η XXXX έδειξε στην Αστ. XXXX και κάποια μηνύματα στο κινητό της τα οποία είχαν σταλεί από τον αριθμό της XXXX τα οποία ήταν ύποπτα. Επιθυμία της XXXX και του XXXX ήταν όπως γίνει παρατήρηση στην XXXX να μην ξαναενοχλήσει την XXXX. Ακολούθως η Αστ. XXXX κάλεσε εκ νέου την XXXX στο Τμήμα και της έγινε αυστηρή παρατήρηση όπως μην ξαναενοχλήσει την XXXX. Αυτή ανέφερε ότι δεν θα ξαναενοχλήσει. Ενημερώθηκε σχετικά τόσο ο XXXX όσο και η XXXX στους οποίους έγινε επίσης παρατήρηση όπως μην ξαναέρθουν σε επαφή με την XXXX. Ως εκ τούτου και λόγω του ότι ουδείς ήθελε να προχωρήσει δικαστικά θέμα λήξαν. ΟΥΠΕ». «Την 10/08/2014 και περί ώρα 2120 λήφθηκε πληροφορία από την XXXX στο ΚΕΜ ΟΥΛΑΕ ότι η ξαδέλφη της XXXX ΑΔΤ XXXX, ημ. γεν. XXXX τηλ. XXXX της τηλεφώνησε και της είπε «αντίο» και την αναζητούσε χωρίς ανταπόκριση. Η XXXX εξέφρασε φόβους για την ζωή της XXXX και ζήτησε την βοήθεια της αστυνομίας και πυροσβεστικής για να εισέλθουν εντός της οικίας της XXXX. Μέλη του τμήματος και πυροσβεστικής υπηρεσίας με υπεύθυνο τον XXXX και ασθενοφόρο μετέβησαν στην οδό XXXX όπου και στο μέρος βρισκόταν ήδη και ο πατέρας της XXXX ο οποίος και άνοιξε το εν λόγω διαμέρισμα με αντικλείδι. Η XXXX εντοπίστηκε στο κρεββάτι του υπνοδωματίου της καλά στην υγεία της και ανέφερε ότι κατάποσε αριθμό χαπιών λόγω οικονομικών προβλημάτων αλλά μετά μετάνοιωσε και τα απόβαλε. Η Βαρναβίδου αρνήθηκε να μεταβεί με το ασθενοφόρο στο ΤΑΕΠ για εξέταση αφού υπόγραψε σχετικό έντυπο στην νοσοκόμα XXXX. Η XXXX επικοινώνησε εκ νέου με την XXXX η οποία της ανέφερε ότι η XXXX είναι καλά στην υγεία της και θα διανυκτερεύση μαζί της το βράδυ και ευχαρίστησε την αστυνομία για την βοήθεια της. Ως εκ τούτου για το τμήμα ΟΥΠΕ». «Την 28/05/15 και ώρα 2000, προσήλθε στον σταθμό η XXXX, οδός XXXX, ΔΤ XXXX, τηλ. XXXX και ανέφερε ότι την ίδια ημέρα και ώρα 1200, είχε δεχθεί μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο από την φίλη της XXXX, το οποίο θεώρησε η παρ/νη ότι η XXXX θα έκανε κακό στον εαυτό της λόγω διάφορων προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Η παρ/νη ανάφερε ότι η φίλη της στην συνέχεια έκλεισε το κινητό της και μέχρι στιγμής δεν ανταποκρίνεται. Η XXXX ενημέρωσε σχετικά τον XXXX ο οποίος από εξετάσεις που διενήργησε στην αναφερόμενη οδό εντόπισε τον πατέρα της XXXX, ο οποίος ανάφερε ότι η κόρη του συχνά βγαίνει έξω και αργεί να επιστρέψει στο σπίτι και παίζει και σε καζίνο. Παρόλα αυτά συμβουλεύθηκε ο XXXX σε περίπτωση που δεν επιστρέψει η κόρη του να ενημερώσει το ΤΑΕ Λάρνακας για εντοπισμό της. Ενημερώθηκε σχετικά η παρ/νη για τον Σταθμό, θέμα λήξαν». «Σήμερα 2/02/15 και περί ώρα 1730 τηλεφώνησε στο Σταθμό XXXX φ/δι ΤΑΕΠ Λ/κας και κατήγγειλε ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 1710 ενώ εργαζόταν στις Α Βοήθειες του Γεν. Νοσ. Λ/κας δέχθηκε απειλή από την XXXX, ΔΤ. XXXX, Οδός XXXX, τηλ. XXXX με την φράση «ένιξερεις ποια είμαι εγώ τζιαι ένα σάσω» και αργότερα ενώ έφευγε από το τμήμα Α΄ Βοηθειών είπε την φράση είσαστε ούλλοι μαλάκες. Επιθυμία του Δρ. XXXX να προβεί σε κατάθεση. Οι εξετάσεις συνεχίζονται. Αναφ. άνωθεν παραγράφου σήμερα 19/02/15 και περί ώρα 1900 επικοινώνησε με τον Σταθμό ο Δρ. XXXX ο οποίος ανάφερε ότι επιθυμεί όπως γίνουν συστάσεις στην XXXX. Δεν επιθυμεί την ποινική της δίωξη. Ακολούθως ο Α/590 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την XXXX όπου της έγιναν αυστηρές συστάσεις σχετικά με το συμβάν και αυτή ανάφερε ότι δεν ξαναεπαναληφθεί. Ενημερώθηκε σχετικά ο παρ/νος ο οποίος ευχαρίστησε την αστυνομία για το ενδιαφέρον το οποίο υπέδειξε. Ως εκ των άνω για το σταθμό ΟΠΕ». «Την 04/12/2016 και ώρα 1830 προσήλθε στο ΤΑΕ Λάρνακας η XXXX, Δ.Τ. XXXX, οδός XXXX, τηλ XXXX και κατήγγειλε ότι ο πρώην σύζυγος της XXXX, τηλ XXXX παράνομα έκανε αίτηση φοιτητικής χορηγίας για τα έτη 2015-2016 για τον γιο τους XXXX, ο οποίος σπούδαζε στην Ελλάδα με αποτέλεσμα τον Σεπτέμβριο του 2016 να επωφεληθεί το χρηματικό ποσό των 1700 ευρώ που αντιστοιχούσε στην φοιτητική χορηγία για τα πιο πάνω έτη. Ο Α/Αστυφ. XXXX επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον XXXX ο οποίος ανάφερε ότι την αίτηση την έκανε με την σύμφωνη γνώμη του γιου του και ο ίδιος υπέγραψε στο σημείο της αίτησης ότι αυτός διαμένει με τον πατέρα του λόγω του ότι τα έξοδα διαβίωσης του στην Ελλάδα τα ανάλαβε ο πατέρας του και ήθελε να λάβει το ποσό της χορηγίας αυτός. Ο Α/Αστυφ. XXXX επικοινώνησε τηλεφωνικώς και με τον XXXX, τηλ XXXX ο οποίος επιβεβαίωσε τα όσα ανάφερε ο πατέρας του. Ενημερώθηκε σχετικά η XXXX η οποία ανάφερε ότι θα συμβουλευτεί τον δικηγόρο της και θα αποφασίσει αν θα προσέλθει για επίσημη καταγγελία. Παρακολουθείται. Αναφορικά με την πιο πάνω παράγραφο την 08/12/2016 ο Α/Αστ. XXXX μίλησε τηλεφωνικός με την XXXX σχετικά με την προφορική καταγγελία που προέβηκε στις 04/12/2016 και αυτή ανέφερε ότι αφού μίλησε με τον δικηγόρο της δεν επιθυμεί την περαιτέρω ανάμειξη της αστυνομίας. Για το ΤΑΕ καμιά περαιτέρω ενέργεια χρειάζεται». «Την 03/04/2018 και ώρα 0900, προσήλθε στο Σταθμό Ορόκλινης ο XXXX, ΔΤ XXXX, ημερ. γεν. XXXX, XXXX, τηλ. XXXX και κατάγγειλε ότι η Βούλα Βαρναβίδη, τηλ. 99468831, ενοχλεί τόσο τον ίδιο όσο και την σύζυγο του. Ο παρ/νος ανάφερε ότι η XXXX μετέβηκε χθες το βράδυ στην οικία του και αφού της άνοιξαν την πόρτα άρχισε να φωνάζει. Ο λόγος σύμφωνα με τον παρ/νο είναι οικονομικές διαφορές μεταξύ αυτής και της συζύγου του. Επιθυμία του παρ/νου σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση που προέβηκε, ήταν να γίνει αυστηρή παρατήρηση στην XXXX να μην μεταβεί ξανά στην οικία του. Η Αστ. XXXX επικοινώνησε τηλεφωνικά με την XXXX, όπου της έγιναν αυστηρές συστάσεις και παρατηρήσεις και ανάφερε ότι παρόλο που μετέβηκε στην οικία του παρ/νου με καλές προθέσεις δεν θα το επαναλάβει. Ανάφερε επίσης ότι όσον αφορά τις οικονομικές τους διαφορές έχει ήδη καταγγείλει το γεγονός στο αρμόδιο τμήμα. Ως εκ των άνω ΟΥΠΕ για το σταθμό ενδείκνυται». «Την 03/10/12 καταγγέλθηκε στο Τμήμα Μικρ/σεων Λ/κας XXXX μέσω του XXXX Δ.Τ. XXXX, τηλ. XXXX XXXX ότι η XXXX τηλ. XXXX, οδός XXXX μετέβηκε σήμερα και περί ώρα 1300 στην XXXX αφού δεν εγκρίθηκε αίτηση της για επίδομα XXXX το οποίο αιτείτο και λάμβανε σε παρελθοντικό χρόνο για συγκεκριμένους λόγους και ζητούσε να μάθει τους λόγους που δεν εγκρίθηκε. Ως ανέφερε ο παρ/νος XXXX φώναζε και του ανέφερε ότι θα πάει στα κανάλια πράγμα που προκάλεσε ενόχληση στον χώρο. Ζήτησε από την αστυνομία όπως ενημερώσει την XXXX ότι δεν είναι ευπρόσδεκτη XXXX και όπως δεν ξαναμεταβεί στην XXXX για οποιοδήποτε λόγο. Οι Αστ. XXXX μετέβηκαν στην XXXX όπου εντόπισαν την XXXX και της ανέφεραν ως πιο πάνω. Η XXXX αρνήθηκε ότι φώναζε και θεώρησε προσβλητική την όλη στάση από XXXX και ως ανέφερε είναι μόνη με δύο παιδιά και θα το κάνει θέμα στα κανάλια το όλο ζήτημα. Για τον σταθμό ΟΥΠΕ χρειάζεται». ΣΗΜΕΙΩΜΑ 9 ημερομηνίας 16.2.2021 του Τεκμηρίου 2 «Στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης σήμερα 16/02/2021 και ώρα 12:00 η Α/ XXXX, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την παραπονούμενη την οποία αρχικά ενημέρωσε για την πορεία διερεύνησης της καταγγελίας της. Εν συνεχεία, ερωτηθείς η παραπονούμενη, ανέφερε πως έτυχε κατά διαστήματα τόσο η ίδια όσο και ο γιος της να λάβουν χρηματικά βοηθήματα τόσο από XXXX, όσο και από την XXXX. Επίσης όσον αφορά την επιταγή ύψους €3.000 που ανάφερε κατά την γραπτή της κατάθεση, αυτήν την εξαργύρωσε στην συγκεκριμένη Συνεργατική, στην οποία δεν τηρεί η ίδια λογαριασμό. Συνεπώς, η κατάθεση της συγκεκριμένης επιταγής ουδέποτε έγινε και ως εκ τούτου δεν φαίνεται/παρουσιάζεται σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί η ίδια. Όσον αφορά τα εισοδήματα της ανέφερε ότι εδώ και αρκετό καιρό είναι λήπτρια δημόσιου βοηθήματος. Όσον αφορά την παραλαβή των επιταγών-βοηθημάτων που λάμβανε ειδικά από XXXX, ερωτηθείς ανάφερε ότι η ίδια παραλάμβανε τις επιταγές προσωπικά αφού μετέβαινε XXXX από πρόσωπο που δεν είναι σε θέση να κατονομάσει, αναφέροντας ωστόσο πως τον XXXX τον συνάντησε μόνο τις τρεις φορές, όπως περιγράφει στην κατάθεση της. Οι εξετάσεις συνεχίζονται». Στο σημείο αυτό προκειμένου να υπάρχει συνέχεια των ημερολογίων ενεργείας ενδείκνυται να καταγραφούν όλα όσα καταγράφηκαν στο Τεκμήριο 21 το οποίο αποτελείται από ημερολόγια ενεργείας από τις 18.2.2021-10.3.
  2. «Σήμερα, 18/02/2021 και ώρα 1540 η XXXX, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Αστ. XXXX και της ανάφερε ότι βρίσκεται XXXX και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να της ληφθεί κατάθεση. Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση η XXXX ανάφερε ότι πριν από μερικά χρόνια, δεν θυμάται ακριβή χρονολογία, την προσέγγισε η XXXX, η οποία αρχικά της συστήθηκε με κάποιο άλλο όνομα και της ανέφερε ότι ο XXXX την XXXX και την βίασε XXXX. Η XXXX τότε ανέφερε στην XXXX ότι το γεγονός αυτό πρέπει να καταγγελθεί στην Αστυνομία αλλά XXXX τόνισε ότι θέλει να το αναφέρει στον XXXX. Ως εκ τούτου η XXXX διευθέτησε συνάντηση στην XXXX για να αναφέρει η XXXX το περιστατικό στον XXXX. Η XXXX συνάντησε την XXXX στην XXXX η οποία συνοδευόταν από κάποιον άντρα, χωρίς να είναι σε θέση να θυμάται ποιος ήταν και ποια η ιδιότητα του. Εισήλθε εντός του γραφείου του XXXX με την XXXX και τον άντρα αυτόν και μόλις η XXXX άρχισε να εξιστορεί την υπόθεση στον XXXX έπρεπε να αποχωρήσει, έτσι δεν γνωρίζει περισσότερα για το θέμα. Τέλος η XXXX επεσήμανε ότι εάν έχει καταγραφεί η υπό αναφορά συνάντηση στο ημερολόγιο της και κατέχει περισσότερες λεπτομέρειες θα επικοινωνήσει εκ νέου με την Αστ. XXXX». «Σήμερα, 20/02/2021 και ώρα 0900 η Αστ. XXXX, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την XXXX, Δ.Τ. XXXX, τηλ. XXXX, ξαδέρφη της XXXX, για εξασφάλιση πληροφοριών σχετικά με καταχώρηση στο Μηχανογραφημένο Σύστημα της Αστυνομίας, ημερομηνίας 10/08/
  3. Στη σχετική καταχώρηση αναγράφεται ότι η XXXX προέβηκε σε κατάποση χαπιών λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Η XXXX ανάφερε ότι δεν επιθυμεί να πει το οτιδήποτε στην Αστυνομία διότι το σύστημα που ζούμε είναι σαθρό, παρόλα αυτά είναι στο πλευρό της ξαδέρφης της για ότι χρειαστεί. Τόνισε ότι δεν επιθυμεί να πει το οτιδήποτε στην Αστυνομία ούτε σε κανέναν άλλον αναφέροντας ότι η ίδια ταλαιπωρείται με ποινική υπόθεση εναντίον ιατρού εδώ και 5 χρόνια και δεν είδε δικαίωση από τα δικαστήρια». «Σήμερα, 20/02/2021 και ώρα 0930 η Αστ. XXXX, XXXX, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την XXXX, Δ.Τ. XXXX, τηλ. XXXX, φίλη της XXXX, για εξασφάλιση πληροφοριών σχετικά με καταχώρηση στο Μηχανογραφημένο Σύστημα της Αστυνομίας, ημερομηνίας 28/05/
  4. Στη σχετική καταχώρηση αναγράφεται ότι η XXXX δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα της XXXX και η τελευταία θεώρησε ότι η XXXX ίσως κάνει κακό στον εαυτό της επειδή υπέφερε από ψυχολογικά προβλήματα. Ως εκ τούτου η XXXX ενημέρωσε την Αστυνομία, η οποία κατάφερε να εντοπίσει την XXXX που ήταν καλά στη υγεία της. Η εξήγηση που έδωσε η XXXX για την μη ανταπόκριση στα τηλεφωνήματα της ήταν ότι δεν ήταν καλά ψυχολογικά και ήθελε να μείνει μόνη της χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε περισσότερο». «Σήμερα, 20/02/2021 και ώρα 1400 η XXXX, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την XXXX, Δ.Τ. XXXX, τηλ. XXXX, ξαδέλφη της XXXX. Η XXXX ανάφερε ότι βρίσκεται στην XXXX και δεν προτίθεται να έρθει στην Κύπρο λόγω της κατάστασης με τον κορονοϊό. Σε ερώτηση σχετικά με την XXXX, η XXXX ανάφερε ότι η XXXX το XXXX της εξιστόρησε τα ακόλουθα: Το XXXX συναντήθηκε με XXXX με σκοπό να την βοηθήσει να πουλήσει XXXX η οποία ήταν μεγάλης αξίας. Μετά από κάποιες μέρες και κάποιες συναντήσεις, που δεν θυμάται πόσες, ο XXXX της τηλεφώνησε να συναντηθούν γιατί θα της έδινε μια προκαταβολή, η οποία θα αντιστοιχούσε σε ένα μέρος της αμοιβής για την πώληση XXXX. Η XXXX επισκέφθηκε τον XXXX και αυτός της έδωσε ένα ποτό και XXXX μόλις το ήπιε έχασε τις αισθήσεις της και όταν συνήλθε διαπίστωσε ότι ο XXXX την είχε βιάσει. Η XXXX τότε πρότεινε στην XXXX να αποταθεί στην Αστυνομία αλλά η XXXX αρνήθηκε αφού σκεφτόταν τα δύο ανήλικα παιδιά της και την διάσταση που μπορούσε να πάρει το θέμα. Δεν γνωρίζει γιατί η XXXX επέλεξε την εκπομπή της XXXX για να αναφερθεί στο θέμα. Τέλος η XXXX ανάφερε ότι η XXXX της ανάφερε ότι επισκέφθηκε τον XXXX με την XXXX για να του εξιστορήσει το περιστατικό αλλά δεν γνωρίζει τι έγινε περαιτέρω». «Η Α/ XXXX μίλησε σήμερα 10.3.21 με την XXXX όπου την ρώτησε σχετικά με το όνομα στην επιταγή «XXXX». Η XXXX ανάφερε ότι δεν θυμάται τι αναγράφεται στην επιταγή, αλλά είναι η ίδια η XXXX που την κατέθεσε προς εξαργύρωση στην ΣΠΕ XXXX». Στο Τεκμήριο 8, πλην την τελευταίας σελίδας που αποτελεί ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 3.10.2012, σε ό,τι αφορά τις ενέργειες και δηλώσεις των αστυνομικών οργάνων που καταγράφονται σε αυτή τη σελίδα και όχι άλλων προσώπων, οι οποίες έγιναν παραδεκτό γεγονός, δεν προσδίδουμε καμιά βαρύτητα αφού ουδείς από τους αστυφύλακες που κατέγραψαν τα ημερολόγια ενεργείας δεν προσήλθε να δώσει μαρτυρία, χωρίς να εξηγηθεί ο λόγος που δεν προσήλθαν, αλλά ούτε και η Υπεράσπιση τους κάλεσε ως μάρτυρες αν και είχε την ευκαιρία. Το γεγονός ότι αντεξετάστηκε η παραπονούμενη σε δύο σχετικές με το πρόσωπο της αναφορές σε αυτό το τεκμήριο, αφού αυτή αρνήθηκε τα όσα καταγράφονται σε αυτό, θα έπρεπε η Υπεράσπιση να καλέσει τους αστυφύλακες για να δώσουν σχετική μαρτυρία, και στην μια περίπτωση το πρόσωπο που υπέβαλε το παράπονο. Το Τεκμήριο 9, αποτελεί φωτοαντίγραφο της επιταγής XXXX, που φέρει την υπογραφή XXXX, της Τράπεζας XXXX ημερομηνίας 14.4.2011 για το ποσό των €3.000, στο όνομα XXXX, επί της μπροστινής πλευράς της οποίας φαίνεται σφραγίδα της ΣΠΕ XXXX, ημερομηνίας 15.4.2011 και στο πίσω μέρος της, το πλήρες ονοματεπώνυμο XXXX, ιδιοχείρως, κάτω από αυτό μια υπογραφή, κάτω από αυτή το πλήρες ονοματεπώνυμο XXXX, ιδιοχείρως, ένας αριθμός ταυτότητας και ένας αριθμός κινητού τηλεφώνου. Το Τεκμήριο 10, αποτελεί την απομαγνητοφωνημένη XXXX, με τίτλο «XXXX», Τεκμήριο 22, η οποία προβλήθηκε XXXX στις 10.10.2011, στην οποία παρουσιάστηκε η παραπονούμενη και ανέφερε τους ισχυρισμούς της για το επίδικο περιστατικό. Στο περιεχόμενο αυτής της XXXX θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Το Τεκμήριο 19 αποτελεί την γραπτή επικοινωνία της αστυνομίας και της XXXX Τράπεζας σχετικά με την διαταγή παρουσίασης εγγράφων, δηλαδή η διαταγή παρουσίασης εγγράφων και η απάντηση της XXXX Τράπεζας. Επί αυτού του θέματος έδωσε μαρτυρία ο Μ.Κ.
  5. Ως εκ τούτου βρίσκουμε ότι έγινε η πιο πάνω επικοινωνία σχετικά με την παρουσίαση εγγράφων κατόπιν σχετικής διαταγής παρουσίασης εγγράφων και τι απάντησε η XXXX Τράπεζα. Η αντεξέταση του Μ.Κ.1 περιστράφηκε γύρω από το κατά πόσο έγινε έρευνα για τα φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν αναισθησία όπως την περιέγραψε η παραπονούμενη, για να λάβει την απάντηση ότι τούτο δεν ήταν δυνατό αφού δεν είχαν κάτι στα χέρια τους γι΄ αυτό το θέμα, για την επιταγή αν εξαργυρώθηκε ή αν έγινε κατάθεση της, στοιχείο όμως που η ίδια η παραπονούμενη, όπως και ο Μ.Κ.3, ανέφερε ότι την εξαργύρωσε και δεν την κατάθεσε αφού δεν είχε λογαριασμό στην ΣΠΕ XXXX, όπως και για το Τεκμήριο
  6. Ο Μ.Κ.1 μας έκανε άριστη εντύπωση. Ήταν σαφής, ειλικρινής και ευθύς για τις ενέργειες που προέβη αυτός και η Μ.Κ.7 κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και καμμιά σκιά και καμμιά αμφιβολία υπάρχει ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ούτε και δημιουργήθηκε το παραμικρό ρήγμα στη μαρτυρία του για την ορθή διερεύνηση της υπόθεσης από αυτόν και την Μ.Κ.
  7. Ως εκ των πιο πάνω ο Μ.Κ.1 κρίνεται αξιόπιστος και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Η XXXX, Μ.Κ.2, της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία στις 10.3.2021, ΕΓΓΡΑΦΟ Β, ανέφερε ότι είναι η υπεύθυνη λογαριασμών στην Τράπεζα XXXX στην Έγκωμη, η οποία σύμφωνα με την διαταγή παρουσίασης εγγράφων ημερομηνίας 2.3.2021, παρέδωσε αντίγραφο της επιταγής, Τεκμήριο 9, αλλά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο αυτή εξαργυρώθηκε ή κατατέθηκε. Δεν άλλαξε κάτι κατά την αντεξέταση. Η Μ.Κ.2 ήταν ειλικρινής και ευθύς και κρίνεται αξιόπιστη. Ο XXXX, Μ.Κ.3, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία, ημερομηνίας 2.3.2021, ΕΓΓΡΑΦΟ Γ, είναι ο διευθυντής λογιστηρίου XXXX από το
  8. Ανέφερε ότι έλαβε οδηγίες από τον XXXX, όπως ερευνήσει τα αρχεία του λογιστηρίου για να διαπιστώσει κατά πόσο καταβλήθηκε χρηματικό ποσό για την αγορά XXXX στην XXXX. Από την έρευνα του διαπίστωσε ότι στις 14.4.2011 εκδόθηκε επιταγή της Τράπεζας XXXX στο όνομα XXXX ύψους €3.000, με αιτιολογία «XXXX» επειδή η XXXX επιστράφηκε πίσω και τα λεφτά δεν ζητήθηκαν πίσω, η οποία εξαργυρώθηκε στις 15.4.2011 στη ΣΠΕ XXXX. Αντίγραφο της επιταγής παρέδωσε στην αστυνομία. Δεν είχε οποιαδήποτε πληροφορία ούτε και ενθυμείτο ποιος μπορεί να έδωσε την επιταγή στο αναφερόμενο άτομο. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι από την πείρα του, όπως φαίνεται από τη σφραγίδα αυτή εξαργυρώθηκε στις 15.4.2011 στην ΣΠΕ XXXX. Ο Μ.Κ.3 ήταν ειλικρινής, σαφής και μάρτυρας της αλήθειας. Κρίνεται αξιόπιστος. Ο XXXX, Μ.Κ.4, XXXX στο επάγγελμα, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία στις 14.2.2021, ΕΓΓΡΑΦΟ Δ, ανέφερε ότι κατά την περίοδο 2010-2012 ήταν συνεργάτης XXXX με τίτλο «XXXX» XXXX. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2011 πληροφορήθηκε από συνεργάτες XXXX ότι υπήρχε μια καταγγελία από μια γυναίκα, την παραπονούμενη, εναντίον του κατηγορουμένου. Επικοινώνησε μαζί της και του είπε ότι πριν λίγους μήνες του ίδιου έτους είχε βιαστεί από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα του είπε ότι επειδή είχε οικονομική ανάγκη επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του το Πάσχα του 2011, μετά από ραντεβού, για να του πωλήσει XXXX που κατά την ίδια ήταν μεγάλης αξίας. Όπως του είπε στη συνάντηση αυτή ο κατηγορούμενος έλαβε XXXX και της υποσχέθηκε να την βοηθήσει. Του άφησε XXXX με σκοπό να την κοστολογήσει. Την ίδια νύκτα ο κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο και της είπε να συναντηθούν διότι πώλησε XXXX και θα της έδινε την πρώτη προκαταβολή. Στην επόμενη συνάντηση, η οποία ήταν Μεγάλη Πέμπτη του 2011, η παραπονούμενη πήγε νωρίς το απόγευμα στο γραφείο του και ο κατηγορούμενος ήταν πολύ διαχυτικός, λέγοντας της ότι ήταν ο φύλακας άγγελος της και της έδωσε μια επιταγή λέγοντας της ότι ήταν μια προκαταβολή. Η παραπονούμενη συμφώνησε και πήρε την επιταγή. Ο κατηγορούμενος την ρώτησε αν θέλει να πιει ουίσκι. Αυτή του είπε ότι δεν πίνει, αλλά αυτός επέμενε και τότε ο κατηγορούμενος πήγε μπροστά της με δύο ποτήρια και της πρόσφερε το ένα. Αυτή μόλις το ήπιε έχασε τις αισθήσεις της και την αίσθηση του χρόνου. Σε κάποια φάση όταν άνοιξε τα μάτια της, ήταν στον καναπέ και αυτός από πάνω της, XXXX και η ίδια να μην είναι γυμνή αλλά ένιωθε ότι την βίαζε και ταυτόχρονα της έλεγε «σου αρέσει;». Τότε τον έσπρωξε με τις δυνάμεις που είχε και έφυγε. Η παραπονούμενη θυμόταν ότι το παντελόνι της ήταν κατεβασμένο μέχρι το γόνατο και ο κατηγορούμενος XXXX. Ήταν σοκαρισμένη και δεν μπορούσε να αντιληφθεί πόση ώρα γινόταν ο βιασμός. Του είπε έντονα ότι θέλει να καταγγείλει XXXX αυτό που έγινε λόγω της αξιοπρέπειας της και ότι ήθελε XXXX πίσω, η οποία ήταν μεγάλης συναισθηματικής και οικονομικής αξίας και δεν πήρε το ποσό που της αναλογούσε. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε στην παραπονούμενη ότι αν αυτά που έλεγε είναι αλήθεια να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία. Αυτή του είπε ότι θα το σκεφτεί. Έτσι ο Μ.Κ.4 μίλησε με τον τότε εκπρόσωπο τύπου της αστυνομίας στον οποίο ανέφερε το περιστατικό και αυτός του είπε να πάει με την παραπονούμενη στην αστυνομία και θα διευθετείτο όπως της ληφθεί κατάθεση με πλήρη εχεμύθεια. Τούτο το ανέφερε στην παραπονούμενη η οποία του είπε ότι θα το σκεφτεί. Στη συνέχεια ενημερώθηκε από τους συνεργάτες XXXX με την παραπονούμενη XXXX 10.10.2011 και για σκοπούς προστασίας της παραπονούμενης αυτή θα παρουσιαζόταν με το όνομα XXXX και αντί XXXX θα μιλούσε για XXXX και αντί XXXX. Ενόψει της XXXX ο Μ.Κ.4 αποφάσισε να διερευνήσει το θέμα XXXX. Μίλησε με τον τότε XXXX ο οποίος του είπε θα διερευνήσει το ζήτημα. Μετά από λίγες ημέρες του έφερε πίσω XXXX και του είπε ότι τα λεφτά που της είχαν δώσει ως προκαταβολή ήταν περισσότερα από την αξία XXXX. Διευκρίνισε πριν κατατεθεί η κατάθεση του ως ΕΓΓΡΑΦΟ Α, ότι αυτή η αναφορά του ήταν λάθος και XXXX του την έδωσε ο XXXX Μ.Κ.
  9. Μετά την XXXX στις 10.10.2011 ο Μ.Κ.4 στην παρουσία XXXX στο XXXX παρέδωσε XXXX στην παραπονούμενη, γεγονός που αναφέρθηκε και στην εκπομπή. Ακολούθως, αν και δεν θυμόταν πότε την συνόδευσε στο Αρχηγείο της Αστυνομίας για υποβολή καταγγελίας εναντίον του κατηγορουμένου, όταν ήταν στην είσοδο του Αρχηγείου Αστυνομίας του έδειξε στο κινητό της τηλέφωνο αρκετά μηνύματα που κατά την παραπονούμενη αντάλλαξε με τον κατηγορούμενο. Σε αυτά φαινόταν να τον ρωτούσε πως μπόρεσε να της κάνει κάτι τέτοιο και αυτός να της ανέφερε ότι ο Θεός είναι μεγάλος και γενικά οι απαντήσεις ήταν γενικές και μη συγκεκριμένες. Έτσι όπως βρισκόταν στην είσοδο του Αρχηγείου Αστυνομίας του είπε ότι δεν ήταν έτοιμη να κάνει καταγγελία και δεν εισήλθε εντός του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Μετά την εξέλιξη αυτή ένιωθε ότι όφειλε να ενημερώσει XXXX, πράγμα που έκανε. Επίσης ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η παραπονούμενη του είπε ότι σε κάποια χρονική στιγμή έκανε προσπάθειες να πωλήσει ένα ακίνητο XXXX προκειμένου να λύσει τα οικονομικά προβλήματα της, αλλά δεν ήξερε αν το πώλησε τελικά. Κατά την αντεξέταση του επιβεβαίωσε ότι συναντήθηκε με τον Μ.Κ.6 στις 7.10.2011, αλλά δεν θυμόταν να συναντήθηκε με τον XXXX γι΄ αυτό το θέμα. Δεν απέκλεισε όμως να υπήρχε συνάντηση, αφού είχε συναντηθεί και άλλες φορές με τον XXXX, και στην παρουσία του να του δόθηκε ΧΧΧΧ από τον Μ.Κ.6 στις 7.10.
  10. Υπό το φως των πιο πάνω κατατέθηκε το Τεκμήριο 20 στο οποίο αναγνώρισε την υπογραφή του κάτω από τη φράση «Ο Λαβών», XXXX. Σε σχέση με την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την παραπονούμενη, όπου του ανέφερε αυτά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, την καθόρισε περίπου 2-3 βδομάδες πριν τις 10.10.2011 κατά την οποία έγινε η προβολή XXXX με την παραπονούμενη. Σε ό,τι αφορά τα μηνύματα που κατ΄ ισχυρισμό της παραπονούμενης αντηλλάγησαν με τον κατηγορούμενο, στην υποβολή ότι δεν αντηλλάγη κανένα μήνυμα μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι η παραπονούμενη του ανάφερε τούτο και ο ίδιος δεν γνωρίζει, αν πράγματι τα εν λόγω μηνύματα ήταν ανάμεσα στην παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι ήταν με έκπληξη του που λίγο πριν εισέλθουν στο Αρχηγείο της Αστυνομίας, και ενώ ο ίδιος είχε έλθει σε επικοινωνία με τον τότε εκπρόσωπο τύπου του Αρχηγείου της Αστυνομίας για το θέμα, η παραπονούμενη του είπε ότι δεν ήθελε να προχωρήσει, χωρίς αυτός να γνωρίζει τους λόγους, αλλά ούτε και του ανέφερε τον λόγο που δεν ήθελε να προβεί σε καταγγελία. Τέλος, ανέφερε ότι τον Αρχιεπίσκοπο τον ενημέρωσε λίγες ημέρες μετά την XXXX στις 10.10.
  11. Ο Μ.Κ.4 ήταν σαφής, ευθύς, ειλικρινής και μετέφερε στο Δικαστήριο όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του με αντικειμενικότητα. Σε σχέση με το κατά πόσο συναντήθηκε με τον XXXX, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.6, γεγονός που δεν απέκλεισε ο Μ.Κ.4, βρίσκουμε ότι είχε συναντήσει τον XXXX ο Μ.Κ.
  12. Ο Μ.Κ.4 κρίνεται αξιόπιστος. Ο XXXX, Μ.Κ.6, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία στις 24.2.2021, ΕΓΓΡΑΦΟ ΣΤ, ανέφερε ότι είναι αρχαιολόγος και διευθυντής του μουσείου της XXXX από το
  13. Κατά τα τέλη Μαΐου - αρχές Ιουνίου 2011, όπως θεώρησε, κατόπιν εντολής του XXXX μετέβη στην XXXX όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος του παρέδωσε XXXX που είχε παραλάβει από την ιδιοκτήτρια της με σκοπό να αγοραστεί από τον XXXX για να βοηθήσει μια φτωχή οικογένεια. Αφού την παρέλαβε από τον XXXX την επιθεώρησε και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για XXXX. Δεν ενθυμείτο πόσα την κοστολόγησε, αλλά μια τέτοια XXXX συνήθως είναι γύρω στις €2.000-€3.
  14. Εφόσον συμφώνησε και ο XXXX τοποθετήθηκε στο δωμάτιο ασφαλείας της XXXX. Δεν ενθυμείτο αν δόθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στην ιδιοκτήτρια. Στις 7.10.2011 κατόπιν συνομιλίας του XXXX με τον Μ.Κ.4 αποφασίστηκε η επιστροφή XXXX στην ιδιοκτήτρια της. Έτσι ετοίμασε μια απόδειξη παράδοσης-παραλαβής, την οποία υπέγραψε τόσο αυτός και ο XXXX, όσο και ο Μ.Κ.4 ο οποίος την παρέλαβε, αντίγραφο της οποίας έδωσε στην αστυνομία, Τεκμήριο
  15. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι την κοστολόγηση XXXX την έκανε στην XXXX, της οποίας η τιμή υπολογίζεται στο ποσό που αναφέρθηκε ανωτέρω. Δεν ενθυμείτο να πει με βεβαιότητα ότι την άφησε στην XXXX και δεν την πήρε μαζί του. Ο Μ.Κ.6 ήταν ειλικρινής και ευθύς. Το γεγονός ότι δεν ενθυμείτο τον ακριβή χρόνο που μετέβη στην XXXX κατόπιν εντολής του XXXX για να εξετάσει και να κοστολογήσει XXXX δεν πλήττει την αξιοπιστία του, αφού ο χρόνος τεκμαίρεται ότι ήταν πριν την έκδοση της επιταγής στις 14.4.
  16. Συνεπώς ο Μ.Κ.6 κρίνεται αξιόπιστος. Η XXXX, αστυφύλακας XXXX, Μ.Κ.7, μια από τους ανακριτές, της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση της, ΕΓΓΡΑΦΟ Ζ, ανέφερε ότι έλαβε γραπτή κατάθεση από την παραπονούμενη στις 12.2.2021 και στην παρουσία της και της Υπαστυνόμου Μιχαήλ ο Μ.Κ.1, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω κατέθεσε δέσμη εγγράφων ημερολογίων ενεργείας ημερομηνίας 18.2.2021, 20.2.2021 και 10.3.
  17. Επίσης εξήγησε ότι δεν έγιναν κάποιες ενέργειες προς διαπίστωση κατά πόσο ήταν δυνατό κάποια ουσία να λειτουργήσει με τον τρόπο που ανέφερε η παραπονούμενη, αφού δεν είχαν το όνομα ή το είδος της ουσίας. Ακόμη κατέθεσε ως Τεκμήριο 22 το ψηφιακό δίσκο στον οποίο εμπεριέχεται XXXX ημερομηνίας 10.10.
  18. Κατά την αντεξέταση της υποβλήθηκε ότι έπρεπε να λάβουν γνώμη εμπειρογνώμονα για τα συμπτώματα που είπε η παραπονούμενη ότι είχε όταν ήπιε το ποτό και τα συμπτώματα χρήσης των συνήθων φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για βιασμό για να εξακριβώσουν αν συμβάδιζαν τα πρώτα με τα δεύτερα για να διαπιστώσουν αν ήταν αξιόπιστοι οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης. Η Μ.Κ.7 απάντησε ότι δεν έγινε τέτοια διερεύνηση. Η Μ.Κ.7 ήταν ειλικρινής και ευθύς. Το γεγονός ότι δεν έγινε η διερεύνηση που εισηγήθηκε η Υπεράσπιση ότι έπρεπε να γίνει, δεν αλλοιώνει ποσώς την αξιοπιστία της αλλά ούτε και την ορθή διερεύνηση της υπόθεσης. Ως εκ των πιο πάνω η Μ.Κ.7 κρίνεται αξιόπιστη. Η XXXX, Μ.Κ.8, ψυχίατρος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Κράτους κατά τον επίδικο χρόνο, της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία στις 20.2.2021, ΕΓΓΡΑΦΟ Η, ανέφερε ότι την παραπονούμενη την γνώρισε όταν συνόδευε, συνήθως, τη μητέρα της η οποία ήταν ασθενής της. Έτσι η παραπονούμενη άρχισε να της αναφέρει και τα δικά της προβλήματα τα οποία κυρίως ήταν οικονομικά, για το πως θα τα βγάλει πέρα και για το μέλλον των παιδιών της και έγινε και αυτή ασθενής της. Διαπίστωσε πως η παραπονούμενη δεν μπορούσε να ανταποκριθεί επαρκώς στις απαιτήσεις της ζωής της, πράγμα που της προκαλούσε αυξημένο άγχος. Διέγνωσε ότι βίωνε κατάθλιψη. Δεν ήταν σίγουρη αν της συνταγογράφησε σχετική φαρμακευτική αγωγή. Κατά την γνώμη της η παραπονούμενη είχε περισσότερο ανάγκη από την βοήθεια ψυχολόγου παρά ψυχιάτρου. Χωρίς να θυμάται ημερομηνία ή χρόνο, ανέφερε ότι η παραπονούμενη της τηλεφώνησε και της ανέφερε ένα προσωπικό της βίωμα. Για σκοπούς εχεμύθειας διευθέτησε συνάντηση μαζί της στην οικία της Μ.Κ.
  19. Όταν συναντήθηκαν η παραπονούμενη της ανέφερε ότι είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα της ανέφερε ότι ένεκα των οικονομικών της προβλημάτων αποφάσισε να προσεγγίσει τον κατηγορούμενο για να τη βοηθήσει να πωλήσει XXXX που είχε στην κατοχή της. Αφού είχαν κάποιες συναντήσεις, σε μία εξ αυτών ο κατηγορούμενος της πρόσφερε ποτό, το οποίο αφού κατανάλωσε έχασε τις αισθήσεις της. Όταν συνήλθε διαπίστωσε ότι είχε βιασθεί από τον κατηγορούμενο γιατί το ένοιωσε και είχε κάποια υγρά πάνω της. Καθώς της έλεγε την ιστορία η παραπονούμενη ήταν εμφανώς συγκινημένη και έκλαιγε. Όμως προέβηκε σε διόρθωση και είπε ότι αυτά της τα είχε πει προηγουμένως και στο σπίτι της πήγε για να δουν την XXXX. Υπολόγισε ότι όταν της είπε αυτή την ιστορία την γνώριζε εξ επαγγέλματος 1-2 χρόνια προηγουμένως. Αυτή προσπάθησε να την στηρίξει ψυχολογικά. Σε συζήτηση που είχαν, η παραπονούμενη της είπε ότι είδε τον XXXX γι΄ αυτό το θέμα αλλά δεν βρήκε κατανόηση. Κατά τη μάρτυρα, όπως η ίδια αντιλήφθηκε, ο λόγος που συνάντησε τον XXXX ήταν για να τιμωρηθεί ο κατηγορούμενος, το οποίο όμως διόρθωσε και είπε ότι περισσότερο ήταν για να δικαιωθεί η παραπονούμενη. Δεν ενθυμείτο αν της ανέφερε ότι ενημέρωσε και κάποιο άλλο πρόσωπο, όμως όπως της είπε μόνο XXXX της έδειξε κατανόηση. Αυτός της έδωσε κάποια χρήματα για την XXXX και μεσολάβησε να της επιστραφεί XXXX. Τέλος ανέφερε ότι η κλινική εικόνα της παραπονούμενης, για όσο καιρό την παρακολουθούσε, παρουσίαζε ένα άτομο με καταθλιπτικόμορφη συμπτωματολογία, η οποία πήγαζε από προβλήματα του περιβάλλοντος και της ζωής της σε μια ευάλωτη προσωπικότητα. Συνεπώς δεν υπήρχε συμπτωματολογία ψυχωσικής τάξης που να την οδηγεί σε φαντασιώσεις ή εμμονές και μη επαφή με την πραγματικότητα. Δεν υπήρξε αντεξέταση. Η Μ.Κ.8 ήταν μάρτυρας ειλικρινής, ευθύς και σαφής και κρίνεται αξιόπιστη. Πυλώνας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής αποτελεί η μαρτυρία της παραπονούμενης, Μ.Κ.
  20. Η μαρτυρία της περιλαμβάνεται ή και εντοπίζεται σε τρεις εκτός Δικαστηρίου δηλώσεις της, ήτοι μία στον Μ.Κ.4, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί της δύο-τρεις εβδομάδες πριν τις 10.10.2011, μια στην Μ.Κ.8, η οποία ήταν σε κάποιο χρόνο μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό της παραπονούμενης αλλά πριν την XXXX στις 10.10.2011, ως εξάγεται από την μαρτυρία της Μ.Κ.8 και της παραπονούμενης, και μία XXXX στις 10.10.2011, Τεκμήριο 22, της οποίας η απομαγνητοφώνηση κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός, Τεκμήριο 10, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, όπως επίσης στην κατάθεση της στην Αστυνομία ημερομηνίας 12.2.2011, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε και στη δια ζώσης ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου στις 26.7.2021 και τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση της την επόμενη ημέρα στις 27.7.
  21. Η πιο πάνω μαρτυρία θα σχολιαστεί εν εκτάσει και θα εξιστορηθούν τα γεγονότα με αρκετή λεπτομέρεια, με αρχή τον λόγο για την πρώτη συνάντηση που επεδίωξε η παραπονούμενη να έχει με τον κατηγορούμενο XXXX, τις συναντήσεις που είχε με αυτόν και όσα στη συνέχεια ακολούθησαν μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου εναντίον του κατηγορουμένου. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ Η εξιστόρηση του επίδικου περιστατικού από την παραπονούμενη, ως ήδη αναφέρθηκε, δεν περιέχεται μόνο στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία έγινε δέκα
(10)σχεδόν χρόνια μετά το ισχυριζόμενο συμβάν του βιασμού, αλλά εντοπίζεται και στα όσα ανέφερε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα στους Μ.Κ.4 και 8 και XXXX στις 10.10.2011, δηλαδή περίπου έξι
(6)μήνες μετά το επίδικο περιστατικό και βέβαια στα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνουμε ότι κατά την παράθεση της ιστορίας όπως την ανέφερε στα ως άνω πρόσωπα, αστυνομία και ενώπιον του Δικαστηρίου έχουμε υπόψη μας την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε η παραπονούμενη και δεν χρειάζεται να καταγράφουμε σε κάθε κεφάλαιο της ιστορίας τι ανέφερε στην αντεξέταση αφού οι σχετικές ερωτήσεις και απαντήσεις κατά την αντεξέταση, όπως και οι εισηγήσεις και υποβολές καλύπτονται από όσα κατωτέρω καταγράφονται. Αρχή κάνουμε με το λόγο που ήθελε να συναντήσει τον κατηγορούμενο. Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΕΠΙΔΙΩΞΕ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ Η παραπονούμενη κατά το χρόνο που ισχυρίζεται ότι την βίασε ο κατηγορούμενος ήταν 45 ½ ετών, σύμφωνα με την ημερομηνία γέννησης της, η οποία δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, διαζευγμένη με δύο αγόρια ηλικίας, τότε, 15 και 12 ετών και ο κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ηλικίας 73 ετών, σύμφωνα με την ημερομηνία γέννησης του, η οποία επίσης έγινε παραδεκτό γεγονός. Δηλαδή κατά το χρόνο που έδινε τη μαρτυρία της η παραπονούμενη ήταν σχεδόν 56 ετών και ο κατηγορούμενος 83 ετών. Η παραπονούμενη σύμφωνα με όσα ανέφερε στην ως άνω XXXX, Τεκμήριο 22, της οποίας η απομαγνητοφώνηση είναι το Τεκμήριο 10 και αποτελεί παραδεκτό γεγονός, είχε οικονομικά προβλήματα αφού είχε παραμείνει χωρίς δουλειά και είχε να αναθρέψει δύο παιδιά XXXX. Ενόψει αυτών των οικονομικών προβλημάτων και της ευθύνης να αναθρέψει τα δύο παιδιά της αποφάσισε, αφού το σκέφτηκε και το ξανασκέφτηκε, προκειμένου να βγει λίγο από πάνω αφού ήταν χάλια οικονομικά, να πωλήσει XXXX, κάποιας αξίας, η οποία της είχε δοθεί από την οικογένεια της όταν νυμφεύθηκε. Στην κατάθεση της στην αστυνομία στις 12.2.2021, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε, η παραπονούμενη ανέφερε ότι εργαζόταν στο τμήμα αφορολόγητων στο αεροδρόμιο Λάρνακας για περίπου 9 χρόνια, αλλά γύρω στο 2011 αποφάσισε να παραιτηθεί και να ανοίξει δική της επιχείρηση με ρούχα, αφού ήταν το αντικείμενο των σπουδών της (σπούδασε σχεδιάστρια μόδας). Έτσι αποφάσισε να πωλήσει XXXX, την οποία της την έδωσε ο πατέρας της ως κληροδότημα και η οποία ήταν οικογενειακό κειμήλιο και πήγαινε στην οικογένεια της από γενεά σε γενεά. Σε σχετική ερώτηση στην κυρίως εξέταση της επανέλαβε ότι ήθελε να πωλήσει XXXX για να ανοίξει δική της επιχείρηση. Επίσης στην κατάθεση της στην αστυνομία ανέφερε ότι μετά από δύο ημέρες, εννοώντας το ισχυριζόμενο συμβάν του βιασμού της από τον κατηγορούμενο, εξαργύρωσε την επιταγή, επειδή χρειαζόταν τα λεφτά γιατί δεν είχε δουλειά και είχε δύο παιδιά να μεγαλώσει. Στον Μ.Κ.4 ανέφερε ότι επειδή είχε οικονομική ανάγκη επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο, μετά από ραντεβού, το Πάσχα του 2011 για να του πωλήσει XXXX, η οποία, κατ΄ αυτήν, ήταν μεγάλης αξίας. Διαπιστώνεται εκ των πιο πάνω η πρώτη αντίφαση ή έστω διαφοροποίηση μεταξύ αυτών που ανέφερε XXXX και στον Μ.Κ.4 στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία αποτέλεσε και την κυρίως εξέταση της, για το λόγο που αποφάσισε να πωλήσει την αναφερθείσα ΧΧΧΧ. ΟΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ Σύμφωνα με την απομαγνητοφωνημένη XXXX, Τεκμήριο 10, η παραπονούμενη πήρε τηλέφωνο για να διευθετήσει συνάντηση με τον κατηγορούμενο και διευθετήθηκε συνάντηση το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οπότε ο κατηγορούμενος τη δέχθηκε και μίλησε μαζί του περίπου μία ώρα. Μίλησαν για τη ζωή της και για την πώληση XXXX. Ήταν πάρα πολύ ευγενικός, αλλά δεν θα το αποκαλούσε φλερτ. Ο κατηγορούμενος πήγε στον καναπέ, κάθισε δίπλα της και της κρατούσε το χέρι πολύ ευγενικά, πολύ συμπονετικά και ένιωσε κάπως άνετα και καλά. Όταν του εξήγησε το λόγο για τον οποίο τον επισκέφθηκε της είπε ότι θα έκανε το παν για να τη βοηθήσει. Στη συνέχεια έφυγε και πήγε σπίτι της. Το βράδυ της ίδιας ημέρας την πήρε τηλέφωνο και ήταν ανήσυχος για αυτή και τη ζωή που περνά. Της έλεγε ότι είναι κρίμα να βασανίζεται τέτοια κοπέλα που είναι. Στην ερώτηση XXXX πως αντέδρασε σε αυτά που της έλεγε, αν υποψιάστηκε κάτι περίεργο ή δεν της άφησε περιθώρια, απάντησε όχι δεν της άφησε περιθώρια, απλά εξελίχθηκε την επόμενη ημέρα όταν την ξαναπήρε τηλέφωνο στις 08:00 και της είπε ότι ήθελε να την δει την ίδια ημέρα και την παρακάλεσε να ήταν απόγευμα, όταν θα ήταν μόνος για να μιλήσουν. Αυτό το «μόνος», όπως είπε, σιγουρότατα την έβαλε σε υποψίες. Ήταν πάρα πολύ ανήσυχη και δεν ήθελε να πάει, αλλά έπρεπε να πάει γιατί του είχε υποσχεθεί ότι θα έπαιρνε XXXX να την δει. Στον Μ.Κ.4 ανέφερε ότι, μετά από ραντεβού, επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του το Πάσχα του 2011 για να του πωλήσει XXXX, η οποία, κατά την ίδια, είχε μεγάλη αξία. Κατ΄ αυτήν, την πρώτη συνάντηση, ο κατηγορούμενος έλαβε XXXX και της υποσχέθηκε ότι θα την βοηθήσει. Του άφησε XXXX με σκοπό να την κοστολογήσει. Την ίδια νύχτα την πήρε τηλέφωνο και της είπε να συναντηθούν διότι XXXX και θα της έδινε την πρώτη προκαταβολή. Στην κατάθεση της στην αστυνομία, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε, αφού ανέφερε ότι αποφάσισε να πωλήσει XXXX, διάφοροι γνωστοί της (τα ονόματα των οποίων ουδέποτε ανέφερε) της είπαν να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο για να την συμβουλεύσει στο που και πως θα πωλήσει XXXX . Έτσι γύρω στον Απρίλιο-Μάιο του 2011 πήρε τηλέφωνο XXXX και ζήτησε τον κατηγορούμενο. Την ένωσαν με αυτόν και του ανέφερε ότι ήθελε να τον δει για ένα θέμα, προσωπικά. Ο κατηγορούμενος χωρίς να την ρωτήσει περαιτέρω, διευθέτησε συνάντηση, σχετικά σύντομα. Την ημέρα της συνάντησης, που δεν ενθυμείτο τι μέρα ήταν, πήγε στη XXXX και εισήλθε στον προθάλαμο. Ο γραμματέας που ήταν εκεί της είπε να ανέβει τις σκάλες. Έτσι και έκανε. Κτύπησε την πόρτα του γραφείου του κατηγορουμένου, ο οποίος την περίμενε καθήμενος πίσω από το γραφείο του και της είπε να καθίσει σε μία καρέκλα ακριβώς απέναντι από το γραφείο του, το οποίο είναι μεγάλο και εντός αυτού υπήρχαν ένας καναπές, δύο πολυθρόνες, το ξύλινο γραφείο του και μία βιβλιοθήκη με διάφορα σουβενίρ. Του συστήθηκε και του είπε ότι είχε XXXX την οποία ήθελε να πωλήσει. Τον ρώτησε αν μπορεί ο ίδιος να τη βοηθήσει ή αν ενδιαφέρεται XXXX να την αγοράσει. Ο κατηγορούμενος της απάντησε να του φέρει XXXX να την δει, αφού του περιέγραψε ότι επρόκειτο για XXXX, χωρίς να γνωρίζει την αξία της. Έτσι κανόνισαν μια δεύτερη συνάντηση για να πάρει η παραπονούμενη ΧΧΧΧ να τη δει ο κατηγορούμενος. Κατά την κυρίως εξέταση της μια από τις αρκετές ερωτήσεις που της υπέβαλε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ήταν αν είχε μεσολαβήσει οτιδήποτε το σεξουαλικό πριν την τρίτη συνάντηση. Αφού ρώτησε τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής αν εννοούσε αν είχε καταλάβει κάτι εκ μέρους του κατηγορουμένου και έλαβε θετική απάντηση, απάντησε ότι σε καμιά περίπτωση δεν πέρασε από το μυαλό της ότι θα μπορούσε ΧΧΧΧ να κάμει τέτοια πράγματα, αφού άλλωστε αυτός ήταν ο λόγος που πήγε, εννοώντας τον κατηγορούμενο. Στις δύο πρώτες συναντήσεις έδειξε πάρα πολύ ευγενικός και πρόθυμος να τη βοηθήσει. Δεν πήγε το μυαλό της πονηρά. Ακολούθησε η ερώτηση αν υπήρχε κάποιος λόγος που αυτή είπε ότι δεν προτιμούσε η συνάντηση να γίνει το απόγευμα που θα έλειπαν οι υπόλοιποι. Απάντησε ότι, καμιά φορά το γυναικείο ένστικτο, ή κάποτε νιώθουν πράγματα και ίσως να λένε «όι καλέ δεν είναι έτσι τα πράγματα, θα πάει και όλα θα είναι καλά, μη βάλλεις τα αρνητικά στοιχεία». Προτιμούσε, εννοώντας να πάει στη συνάντηση πρωινές ώρες, γιατί τα απογεύματα ήταν κλεισμένη λόγω διάφορων δραστηριοτήτων των παιδιών της. Όμως εκτός αυτού, δέχθηκε να πάει την ώρα που πρότεινε ο κατηγορούμενος. Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι, ενώ ΧΧΧΧ ανέφερε ότι, μετά που τηλεφώνησε για να διευθετήσει συνάντηση με τον κατηγορούμενο, διευθετήθηκε το απόγευμα της ίδιας ημέρας συνάντηση με τον κατηγορούμενο, στην κατάθεση της στην αστυνομία, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος διευθέτησε συνάντηση, σχετικά σύντομα, αλλά δεν ενθυμείτο τι ημέρα ήταν. Η φράση σχετικά σύντομα αλλά δεν ενθυμείτο τι ημέρα ήταν, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι εννοείται το απόγευμα της ίδιας ημέρας γιατί, είτε θα ανέφερε ακριβώς ότι η συνάντηση διευθετήθηκε την ίδια ήμερα, είτε θα χρησιμοποιούσε τη λέξη άμεσα ή κάποια άλλη λέξη ή φράση που να εννοείτο ότι η συνάντηση διευθετήθηκε την ίδια ημέρα. Η φράση σχετικά σύντομα παραπέμπει σε συνάντηση στις επόμενες ημέρες. Επίσης είπε ότι πήγε ΧΧΧΧ και αφού εισήλθε στον προθάλαμο, ο γραμματέας που ήταν εκεί της είπε να ανεβεί τις σκάλες, πράγμα που έκανε. Αυτή η αναφορά της παραπονούμενης παραπέμπει σε συνάντηση το πρωί με τον κατηγορούμενο, αφού αναφέρεται σε γραμματέα, και όχι σε απογευματινή συνάντηση, που κατά την ίδια την παραπονούμενη το απόγευμα δεν είχε προσωπικό ΧΧΧΧ. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται η δεύτερη αντίφαση στη μαρτυρία της, αλλά συνάμα καταρρίπτει και τον ισχυρισμό της ότι ο κατηγορούμενος επιδίωκε οι συναντήσεις τους να είναι το απόγευμα για να είναι μόνοι τους, αφού η μία
(1)από τις τρεις
(3)συναντήσεις ήταν πρωί. Όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω, με βάση αυτά που ανέφερε ΧΧΧΧ, η παραπονούμενη μετέβη ακόμη μια φορά πρωί ΧΧΧΧ, αλλά επειδή είχε ξένους ο κατηγορούμενος βγήκε έξω από το γραφείο του και της έδωσε την επιταγή. Δηλαδή τον κατηγορούμενο τον συνάντησε στην ουσία δύο
(2)φορές πρωί, κατά τη μία από τις εκδοχές της, η οποία αναφέρεται ΧΧΧΧ. Στην ΧΧΧΧ ανέφερε, μετά από σχετική ερώτηση, ότι όταν ήρθε στον καναπέ (εννοώντας τον κατηγορούμενο) κάθισε δίπλα της και της κρατούσε το χέρι. Στον Μ.Κ.4 δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με το που κάθισε η ίδια και που καθόταν ο κατηγορούμενος και ότι ο κατηγορούμενος πήγε και κάθισε δίπλα της στον καναπέ και της κρατούσε το χέρι, κατά την πρώτη συνάντηση. Κατά την συνάντηση αυτή ο κατηγορούμενος έλαβε ΧΧΧΧ και της υποσχέθηκε να την βοηθήσει. Του άφησε ΧΧΧΧ να την κοστολογήσει. Στην κατάθεση της στην αστυνομία, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την περίμενε καθήμενος πίσω από το γραφείο του και της είπε να καθίσει σε μία καρέκλα (εννοώντας πολυθρόνα, αφού όταν περιέγραψε το γραφείο του κατηγορουμένου αναφέρθηκε σε καναπέ και δύο πολυθρόνες) ακριβώς απέναντι από το γραφείο του. Η παραπονούμενη του συστήθηκε και του είπε ότι έχει ΧΧΧΧ την οποία ήθελε να πωλήσει και τον ρώτησε αν μπορούσε ο ίδιος να τη βοηθήσει να την πωλήσει ή αν ενδιαφέρεται ΧΧΧΧ να την αγοράσει. Ο κατηγορούμενος της είπε να την φέρει να την δει, αφού του περιέγραψε ότι πρόκειται ΧΧΧΧ, χωρίς να γνωρίζει την αξία της. Έτσι κανόνισαν δεύτερη συνάντηση για να πάρει ΧΧΧΧ να την δει. Διαπιστώνεται ότι ενώ ΧΧΧΧ η παραπονούμενη ανέφερε ότι κάθισε στον καναπέ και στη συνέχεια πήγε και ο κατηγορούμενος και κάθισε δίπλα της στον καναπέ και της κρατούσε το χέρι, στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση της, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της είπε και κάθισε στην καρέκλα (πολυθρόνα) ακριβώς απέναντι από το γραφείο του. Τούτο, δηλαδή το που κάθισε, αποτελεί την τρίτη αντίφαση στη μαρτυρία της, ενώ ότι ο κατηγορούμενος πήγε και κάθισε στον καναπέ δίπλα της και της κρατούσε το χέρι αποτελεί την τέταρτη αντίφαση στη μαρτυρία της. Επίσης ενώ ΧΧΧΧ ανέφερε ότι μιλούσε με τον κατηγορούμενο για τη ζωή της και για ΧΧΧΧ, στην κατάθεση της στην αστυνομία δεν ανέφερε ότι μίλησε για τη ζωή της με τον κατηγορούμενο, αλλά είπε ότι μίλησαν για ΧΧΧΧ. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, φαίνεται ότι η παραπονούμενη του είχε πει ότι είχε δύο
(2)συναντήσεις με τον κατηγορούμενο ΧΧΧΧ την πήρε μαζί της στην πρώτη συνάντηση και την άφησε για να την κοστολογήσει ο κατηγορούμενος, ενώ ΧΧΧΧ και στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι είχε τρεις
(3)συναντήσεις με τον κατηγορούμενο, στην ουσία όμως, με όσα είπε ΧΧΧΧ, είχε τέσσερις
(4)συναντήσεις και στη δεύτερη συνάντηση πήρε ΧΧΧΧ στον κατηγορούμενο για να τη δει και να την κοστολογήσει. Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ Αφού λοιπόν την επόμενη ημέρα της πρώτης συνάντησης, όπως ανέφερε η παραπονούμενη ΧΧΧΧ, ο κατηγορούμενος της τηλεφώνησε στις 8 το πρωί και της είπε ότι ήθελε να την δει το απόγευμα της ίδιας ημέρας, υπό τις υποψίες και συνθήκες που της δημιουργήθηκαν, αφού του υποσχέθηκε ότι θα έπαιρνε ΧΧΧΧ να την δει και μη έχοντας άλλη επιλογή ένεκα των κακών οικονομικών της, μετέβη ΧΧΧΧ περί τις 3 η ώρα το απόγευμα παίρνοντας μαζί της ΧΧΧΧ. Αφού ο κατηγορούμενος είδε για 3-4 λεπτά ΧΧΧΧ και την έβαλε στο γραφείο του, όπως καθόταν η παραπονούμενη στον καναπέ πήγε και κάθισε δίπλα της και της είπε να μην ανησυχεί και ότι θα πωλούσαν σύντομα ΧΧΧΧ. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε ότι ο κατηγορούμενος την φλέρταρε. Το κατάλαβε από το βλέμμα του. Μετά που έφυγε, το ίδιο βράδυ ο κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο και της είπε ότι κατόπιν που έκανε κάποια τηλεφωνήματα ΧΧΧΧ. Χάρηκε με την εξέλιξη και του είπε χίλια ευχαριστώ. Ο κατηγορούμενος συνέχισε και της είπε να περάσει από ΧΧΧΧ να της δώσει μία επιταγή ως προκαταβολή. Την επόμενη ημέρα, δηλαδή από την δεύτερη συνάντηση, πήγε ΧΧΧΧ (τρίτη συνάντηση). Ο κατηγορούμενος βγήκε έξω από το γραφείο του γιατί είχε κάποιους ξένους μέσα, και της έδωσε μία επιταγή λέγοντας της να πάει «σε αυτήν την τράπεζα να πάρεις το ποσό». Ήταν το 1/
  1. Πήγε αμέσως και εξαργύρωσε την επιταγή παίρνοντας τα χρήματα. Στον Μ.Κ.4, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, είπε ότι ΧΧΧΧ την πήρε μαζί της από την πρώτη συνάντηση και την άφησε στον κατηγορούμενο να την κοστολογήσει. Την ίδια νύχτα, δηλαδή της πρώτης συνάντησης, την πήρε τηλέφωνο και της είπε να συναντηθούν διότι πώλησε ΧΧΧΧ και θα της έδινε την πρώτη προκαταβολή. Στη δεύτερη συνάντηση, η οποία ήταν Μεγάλη Πέμπτη του 2011, η παραπονούμενη πήγε νωρίς το απόγευμα στο γραφείο του κατηγορουμένου ΧΧΧΧ, ο οποίος ήταν πολύ διαχυτικός, λέγοντας της ότι ήταν ο φύλακας άγγελος της. Της έδωσε μία επιταγή, η οποία όπως της είπε ήταν μια προκαταβολή. Η παραπονούμενη συμφώνησε και πήρε την επιταγή. Τότε ο κατηγορούμενος την ρώτησε αν ήθελε να πιει ουίσκι. Η παραπονούμενη του είπε ότι δεν πίνει. Ο κατηγορούμενος επέμενε και πήγε μπροστά της με δύο ποτήρια ποτό και της πρόσφερε το ένα. Αυτή μόλις το ήπιε έχασε τις αισθήσεις και την αίσθηση του χρόνου. Σε κάποια φάση όταν άνοιξε τα μάτια της, ήταν στον καναπέ και τον είδε από πάνω της ΧΧΧΧ, η ίδια να μην είναι γυμνή, αλλά ένιωθε ότι την βίαζε. Ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος την ρωτούσε αν της αρέσει. Τον έσπρωξε τότε με τις δυνάμεις που είχε και έφυγε. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι, όπως του είπε η παραπονούμενη αυτή θυμόταν ότι το παντελόνι της ήταν κατεβασμένο μέχρι τα γόνατα. Ήταν σοκαρισμένη και δεν μπορούσε να αντιληφθεί πόση ώρα «γινόταν» ο βιασμός της. Στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση της, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε, όπως ήδη αναφέρθηκε, η δεύτερη συνάντηση κανονίστηκε για να πάρει ΧΧΧΧ να την δει και ο κατηγορούμενος, ο οποίος της επεσήμανε ότι έπρεπε να ήταν απόγευμα, όπου όλοι οι εργαζόμενοι σχόλαναν, για να μην τους ενοχλήσει κανείς όσο θα συζητούσαν για ΧΧΧΧ. Της είπε, όταν θα έφθανε στον προθάλαμο να τον έπαιρνε τηλέφωνο στο κινητό του. Έτσι, μετά από 2-3 ημέρες, πήγε στη δεύτερη συνάντηση περί τις 15:00 κρατώντας ΧΧΧΧ τυλιγμένη με ένα ύφασμα σε μία χάρτινη σακούλα. Η πόρτα της εισόδου ήταν κλειστή και γι΄ αυτό τον πήρε τηλέφωνο και αυτός της άνοιξε και μπήκε ξανά στον προθάλαμο, όπου εκεί δεν βρισκόταν κανένας. Ανέβηκε τις σκάλες οι οποίες αποτελούνται από 9 σκαλοπάτια και άλλα 9 στα δεξιά της και αντίκρυσε την είσοδο του γραφείου του κατηγορουμένου μισάνοικτη και εισήλθε εντός του γραφείου κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Της είπε να προχωρήσει και πρόσεξε ότι στα αριστερά του υπήρχε μια πόρτα ανοικτή και είδε διάφορες μπουκάλες μεταξύ των οποίων διέκρινε μια μπουκάλα ουίσκι μάρκας Chivas και μια μπουκάλα ουίσκι μάρκας Johnny Walker. Ο κατηγορούμενος κάθισε στο γραφείο του και αυτή στην ίδια καρέκλα (πολυθρόνα) που είχε καθίσει και στην πρώτη συνάντηση. Του έδωσε ΧΧΧΧ και την είδε. Χαμογέλασε και της είπε ότι είναι πάρα πολύ ωραία ΧΧΧΧ και θα τη στείλει σε δικά του άτομα να την κοστολογήσουν και πίστευε ότι θα κατάφερνε να την πωλήσει. Η παραπονούμενη του είπε μακάρι να γινόταν αυτό γιατί θα εκπληρωνόταν μια επιθυμία της να ανοίξει επιχείρηση. Ακολούθως αυτός τη ρώτησε για την προσωπική της ζωή και αυτή του είπε ότι είχε δύο γιους 15 και 12 ετών και ότι ήταν χωρισμένη. Ο κατηγορούμενος αναρωτήθηκε τότε πως τα έβγαζε πέρα. Στη συνέχεια της τόνισε ότι θα κάνει οτιδήποτε περνά από το χέρι του να την βοηθήσει και όταν θα έρχετο η κατάλληλη ώρα θα την βοηθούσε να σπουδάσει τα παιδιά της μέσω βοηθημάτων ΧΧΧΧ. Την ρώτησε αν ήθελε κάτι να πιει και του είπε νερό. Αφού της πρόσφερε νερό και τέλειωσαν τη συζήτηση τους, η παραπονούμενη άφησε ΧΧΧΧ για να κοστολογηθεί. Ο κατηγορούμενος της είπε ότι θα της τηλεφωνούσε εντός των ημερών αφού κοστολογηθεί ΧΧΧΧ. Μετά από λίγες ημέρες, λιγότερο από μια εβδομάδα, την πήρε τηλέφωνο και της είπε ότι είχε ευχάριστα νέα. Κανονίστηκε συνάντηση τη Μεγάλη Δευτέρα του 2011 η ώρα 3 το απόγευμα που θα είχαν φύγει όλοι. Μετέβη στην ΧΧΧΧ στις 3:15 το απόγευμα. Κατά την αντεξέταση της για το θέμα του αριθμού των συναντήσεων και τι έγινε σε αυτές, στην υποβολή ότι στον Μ.Κ.4 είπε ότι είχε δύο συναντήσεις με τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν στον Μ.Κ.4 ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο είχε δύο συναντήσεις. Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι η παραπονούμενη άλλα είπε ΧΧΧΧ και άλλα ανέφερε στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε, και άλλα στον Μ.Κ.
  2. Συγκεκριμένα, ενώ ΧΧΧΧ είπε ότι την επόμενη ημέρα της πρώτης συνάντησης ο κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο στις 8 το πρωί και της ζήτησε να συναντηθούν το απόγευμα της ίδιας ημέρας, πράγμα που έγινε κατά την παραπονούμενη, στον Μ.Κ.4 είπε ότι το βράδυ της πρώτης συνάντησης την πήρε τηλέφωνο και της είπε να συναντηθούν γιατί πώλησε ΧΧΧΧ και θα της έδινε μια προκαταβολή, πράγμα που έγινε κατά την παραπονούμενη και ήταν Μεγάλη Πέμπτη του 2011 και στην κατάθεση της στην αστυνομία και στην κυρίως εξέταση, αφού η κατάθεση της στην αστυνομία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέταση της, είπε ότι η δεύτερη συνάντηση, η οποία κανονίστηκε κατά την πρώτη συνάντηση, έγινε 2-3 ημέρες μετά την πρώτη συνάντηση, την οποία καθόρισε την Μεγάλη Δευτέρα του
  3. Επομένως τούτο αποτελεί την πέμπτη αντίφαση, δηλαδή ο χρόνος ή ημέρα που έγινε η δεύτερη συνάντηση, ενώ αποτελεί έκτη αντίφαση ο λόγος που έγινε η δεύτερη συνάντηση αφού κατά τον Μ.Κ.4, όπως του είπε η παραπονούμενη ήταν για να λάβει μία επιταγή ως προκαταβολή, ενώ στην κατάθεση της στην αστυνομία και στην κυρίως εξέταση της ήταν για να πάρει στον κατηγορούμενο ΧΧΧΧ να την δει. Την έβδομη αντίφαση συνιστά ο ισχυρισμός της παραπονούμενης στον Μ.Κ.4 ότι κάθισε στον καναπέ και πήγε και ο κατηγορούμενος και κάθισε δίπλα της και ακολούθησαν όσα καταλογίζει στον κατηγορούμενο, ενώ στην ΧΧΧΧ είπε ότι πήγε και κάθισε δίπλα της στον καναπέ οπότε ένιωσε ότι την φλέρταρε και μετά που έφυγε το βράδυ την πήρε τηλέφωνο και της είπε ότι ΧΧΧΧ και να πήγαινε την επόμενη ημέρα το απόγευμα να της έδινε μια επιταγή ως προκαταβολή και στην κατάθεση της στην αστυνομία και στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι κάθισε στην ίδια καρέκλα (πολυθρόνα) που κάθισε και στην πρώτη συνάντηση. Μετά που της πρόσφερε νερό και συζήτησαν το θέμα έφυγε. Μετά από λίγες ημέρες, λιγότερο από μια βδομάδα, της τηλεφώνησε ότι είχε ευχάριστα νέα και κανονίστηκε τρίτη συνάντηση το απόγευμα της Μεγάλης Δευτέρας του
  4. Η ΤΡΙΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ Η ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.4 η παραπονούμενη προσδιορίζει την ημέρα του κατ΄ ισχυρισμού βιασμού της από τον κατηγορούμενο την Μεγάλη Πέμπτη του 2011, δηλαδή στις 21.4.
  5. Στη δεύτερη σελίδα της κατάθεσης της στην αστυνομία καθορίζει ως ημέρα του επίδικου συμβάντος τη Μεγάλη Δευτέρα του 2011, δηλαδή στις 18.4.
  6. Στην επίσκεψη της στον ΧΧΧΧ, όπως αναφέρεται στην κατάθεση του τελευταίου ημερομηνίας 18.2.2021, Τεκμήριο 11, ανέφερε ότι το επίδικο περιστατικό έγινε την Μεγάλη Παρασκευή του 2011, δηλαδή στις 22.4.
  7. Οι ως άνω ημερομηνίες εξάγονται από το ημερολόγιο του 2011 το οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Οι πρώτες δύο αναφορές της παραπονούμενης, δηλαδή στον Μ.Κ.4 και στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, αποτελούν μαρτυρία που προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τίθεται οιονδήποτε πρόβλημα για την αξιολόγηση της. Ενώ όσον αφορά την κατάθεση του ΧΧΧΧ, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11, για το γεγονός της λήψης της και αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία εγείρεται το ερώτημα αν θα πρέπει να προσδοθεί οιαδήποτε αξία αφού ο ΧΧΧΧ δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την άποψη μας, έχοντας υπόψη το άρθρο 27
(2)
(3)του Περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ.9 και τη νομολογία που έχουμε αναφέρει στην αρχή, από τη στιγμή που η παραπονούμενη αναφέρθηκε στη μαρτυρία της ότι επισκέφθηκε τον ΧΧΧΧ, συνοδευόμενη από δύο άλλα πρόσωπα και έκανε αναφορές για το τι λέχθηκε μεταξύ τους, ερμηνεύοντας και επικρίνοντας, ουσιαστικά τη στάση του απέναντι της και αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων και επί του συγκεκριμένου θέματος, δηλαδή αν είπε στον ΧΧΧΧ ότι το επίδικο συμβάν έγινε Μεγάλη Παρασκευή και δεν απάντησε αρνητικά, αλλά απάντησε ότι δεν θυμόταν και ότι δεν είχε σημασία τι ημέρα ήταν και ο λόγος που δεν κλήθηκε από την Υπεράσπιση να δώσει μαρτυρία, δηλαδή επειδή ήταν άρρωστος, πρέπει να ληφθεί υπόψη και να προσδοθεί βαρύτητα στην κατάθεση αυτή τουλάχιστον σε αυτή την αναφορά, ως η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε ότι η παραπονούμενη είπε στον ΧΧΧΧ ότι το επίδικο περιστατικό έγινε Μεγάλη Παρασκευή. Βέβαια η παραπονούμενη προσπάθησε να καλύψει την αντίφαση της αυτή ως προς την ημέρα που καταλογίζει στον κατηγορούμενο ότι προέβη στο βιασμό της λέγοντας ότι ήταν Άγιες Ημέρες, συμπεριλαμβάνοντας και τις ημέρες πριν από αυτές. Όμως Άγιες Ημέρες είναι οι ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Γι΄ αυτό και το Σάββατο πριν από την Αγία Εβδομάδα ονομάζεται Σάββατο του Αγίου Λαζάρου και η Κυριακή, Κυριακή των Βαΐων. Πέραν αυτού η παραπονούμενη όχι μόνο ανέφερε ως ημέρα του επίδικου συμβάντος περί τις 15:00 της Μεγάλης Δευτέρας, αλλά συνδυάζει τούτο με συγκεκριμένα λόγια που κατά τον ισχυρισμό της είπε ο κατηγορούμενος σε αυτή για να δικαιολογήσει την ώρα που επιθυμούσε να την συναντήσει, δηλαδή της είπε ότι δεν μπορεί το πρωί και προτιμούσε στις 15:00 για να προλάβει τη Λειτουργία της Μεγάλης Δευτέρας σε μία εκκλησία στις 17:30. Η αναφορά σε τρεις διαφορετικές ημέρες της Αγίας Εβδομάδας ή έστω δύο αν αποκλείαμε το σχετικό μέρος της κατάθεσης του ΧΧΧΧ, Τεκμήριο 11, ότι έγινε το κατ΄ ισχυρισμό επεισόδιο του βιασμού της αποτελεί την όγδοη αντίφαση της. ΤΑ ΔΙΑΔΡΑΜΑΤΙΣΘΕΝΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΟΣΑ ΑΝΕΦΕΡΕ ΧΧΧΧ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΟΣΑ ΑΝΕΦΕΡΕ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΟΣΑ ΑΝΕΦΕΡΕ ΣΤΟΝ Μ.Κ.4 ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Για να ξαναθυμηθούμε τα γεγονότα πριν την τρίτη συνάντηση αναφέρουμε ότι στην ΧΧΧΧ, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, είπε ότι στην πρώτη συνάντηση δεν πήρε ΧΧΧΧ στον κατηγορούμενο για να την δει. Την πήρε δε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και της έλεγε διάφορα για την ίδια και τη δύσκολη ζωή της. Την επόμενη το πρωί η ώρα 08:00 την πήρε τηλέφωνο και της είπε να συναντηθούν το απόγευμα της ίδιας ημέρας πράγμα που έκανε και τον συνάντησε για δεύτερη φορά. Σ΄ αυτή τη δεύτερη συνάντηση πήρε μαζί της ΧΧΧΧ και την άφησε για να την κοστολογήσει και να την πωλήσει. Το βράδυ της δεύτερης συνάντησης την πήρε τηλέφωνο και της είπε ότι πώλησε ΧΧΧΧ και να περνούσε από ΧΧΧΧ να της δώσει μια επιταγή για προκαταβολή. Την επόμενη ημέρα πήγε και σε αυτή, την τρίτη, συνάντηση επειδή ο κατηγορούμενος είχε ξένους βγήκε από το γραφείο του και της έδωσε την επιταγή λέγοντας της να πάει σε συγκεκριμένη τράπεζα. Αυτή πήγε αμέσως και την εξαργύρωσε και πήρε τα χρήματα. Δηλαδή στην τρίτη συνάντηση της με τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ΧΧΧΧ, πήρε την επιταγή χωρίς να συμβεί οτιδήποτε, και την εξαργύρωσε αμέσως. Δηλαδή αυτή η συνάντηση έγινε τις πρωινές ώρες της 15ης/4/2011 αφού δεν θα ήταν δυνατό να εξαργυρώσει την επιταγή το απόγευμα εφόσον οι τράπεζες δεν εργάζονταν το απόγευμα, αλλά ούτε είπε η παραπονούμενη ότι ο κατηγορούμενος της είπε να πάει στην ΧΧΧΧ το απόγευμα. Το βράδυ της τρίτης συνάντησης την πήρε τηλέφωνο και αφού μίλησαν για το θέμα της πώλησης της ζήτησε να τον συναντήσει το απόγευμα γύρω στις 15:00 της επόμενης ημέρας ΧΧΧΧ. Το απόγευμα της επόμενης ημέρας, δηλαδή στις 16.4.2011, Σάββατο του Αγίου Λαζάρου, μετέβη ΧΧΧΧ και συνάντησε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του, ενώ δεν υπήρχε κανείς άλλος στο χώρο ΧΧΧΧ. Δηλαδή αυτή ήταν η τέταρτη συνάντηση, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ΧΧΧΧ. Η ίδια όμως τόσο στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση της, όσο και στην αντεξέταση της ανέφερε ότι είχε συναντήσει τον κατηγορούμενο τρεις
(3)φορές. Αυτά αποτελούν την ένατη αντίφαση της σε σχέση με τον αριθμό των συναντήσεων αλλά και σε ποια τελικά συνάντηση έγιναν αυτά που καταλογίζει στον κατηγορούμενο. Ενόψει όλων των πιο πάνω εγείρεται το ερώτημα πότε τελικά της έδωσε την επιταγή και πότε έγινε το επίδικο περιστατικό. Καταπιανόμαστε πρώτα με το θέμα της επιταγής. Η ΕΠΙΤΑΓΗ Η επιταγή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Πρόκειται για επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με εκδότρια την ΧΧΧΧ, υπογραμμένη από ΧΧΧΧ και ακόμη ένα άτομο, με συγκεκριμένο αριθμό λογαριασμού, ημερομηνίας 14.4.2011, για το ποσό των €3.000 στο όνομα ΧΧΧΧ. Στο πίσω μέρος της αναγράφεται χειρόγραφα ΧΧΧΧ, κάτω από αυτό το όνομα έχει μια υπογραφή, κάτω από την υπογραφή αναγράφεται χειρόγραφα ΧΧΧΧ, κάτω από το όνομα αυτό ένας αριθμός ταυτότητας, ο οποίος προφανώς ανήκει στην παραπονούμενη και κάτω από αυτό ο αριθμός ενός κινητού τηλεφώνου. Είναι ο ίδιος αριθμός κινητού τηλεφώνου που φαίνεται και στην επισυναπτόμενη επιστολή ημερομηνίας 3.9.2012 στο Τεκμήριο 16, ο οποίος αριθμός τηλεφώνου προφανώς ανήκει στην παραπονούμενη. Στο μπροστινό μέρος της επιταγής υπάρχει μια σφραγίδα που στο πάνω μέρος της σφραγίδας φαίνεται ΣΥΝ. ΚΕΝΤΡ. ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, στο μέσο αυτής η ημερομηνία 15 APR. 2011 και στο κάτω μέρος της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ και κάτι άλλο. Επομένως η ημερομηνία έκδοσης, ήταν 14.4.2011 και η ημέρα εξαργύρωσης ήταν 15.4.
  2. Δεν ήταν ούτε 18.4.2011, Μεγάλη Δευτέρα, ούτε 21.4.2011 Μεγάλη Πέμπτη, ούτε 22.4.2011 Μεγάλη Παρασκευή, ούτε ήταν μία από τις Άγιες Ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, όπως ισχυρίστηκε και ανέφερε σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, ήτοι στον Μ.Κ.4, στην κατάθεση της στην αστυνομία και στον ΧΧΧΧ. Περαιτέρω, η παραπονούμενη, στην κατάθεση της στην αστυνομία, την ημερομηνία παράδοσης της επιταγής σε αυτήν από τον κατηγορούμενο, την συνδέει με το κάλεσμα της από τον κατηγορούμενο να πάει ΧΧΧΧ γιατί είχε ευχάριστα νέα να της πει, όπως της επανέλαβε στην συγκεκριμένη συνάντηση ότι είχε ευχάριστα νέα να της πει, πιάνοντας της και τα δύο χέρια της σφικτά με τα δύο χέρια του. Μπαίνοντας μέσα της είπε να καθίσει στον καναπέ, οπότε ενώ αυτός στεκόταν, η παραπονούμενη τον ρώτησε ποια ήταν αυτά τα ευχάριστα νέα. Ο κατηγορούμενος αφού πήγε και κάθισε πίσω από το γραφείο του της είπε ότι ΧΧΧΧ κοστολογήθηκε €30.000 και βρήκε αγοραστή και είχε μια επιταγή να της δώσει ύψους €3.
  3. Αυτή του είπε ότι ήταν πολύ λίγο το ποσό σε σχέση με αυτό που κοστολογήθηκε. Ο κατηγορούμενος της είπε να μην ανησυχεί και εντός της εβδομάδας θα είχαν και το υπόλοιπο ποσό. Στη συνέχεια αυτός έβγαλε μια επιταγή από το γραφείο του και αφού κάθισε δίπλα της στον καναπέ της την έδωσε. Η παραπονούμενη την πήρε και την έβαλε στην τσάντα της. Ο κατηγορούμενος έπιασε τα χέρια της και τα κρατούσε στον αέρα με τα δύο χέρια του λέγοντας της «δεν θέλω αγαπημένη μου να ανησυχείς για τίποτε, εγώ θα σε βοηθήσω και θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη». Αυτή του είπε εντάξει και έφυγε τα χέρια της. Τότε ο κατηγορούμενος στάθηκε και της είπε ότι θα το γιορτάσουν και θα πιούν ένα ποτό για το καλό της υπόθεσης. Αφού η επιταγή εκδόθηκε στις 14.4.2011 και εξαργυρώθηκε από την παραπονούμενη στις 15.4.2011 και έλαβε αμέσως τα χρήματα, εξάγεται το συμπέρασμα ότι δόθηκε σε αυτή είτε στις 14.4.2011, είτε στις 15.4.2011 τις πρωινές ώρες, αφού δεν θα ήταν δυνατό να της δοθεί το απόγευμα στις 15.4.2011 και να εξαργυρωθεί την ίδια ημέρα αφού οι τράπεζες δεν εργάζονταν απόγευμα. Συνεπώς αποτελεί την δέκατη αντίφαση της ότι την επιταγή την έλαβε από τον κατηγορούμενο είτε την Μεγάλη Δευτέρα (18.4.2011) που ανάφερε στην κατάθεση της, είτε την Μεγάλη Πέμπτη (21.4.2011) που είπε στον Μ.Κ.4, είτε την Μεγάλη Παρασκευή (22.4.2011) που είπε στον ΧΧΧΧ. Επίσης αποτελεί την ενδέκατη αντίφαση της σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι έμεινε μέσα στο κρεβάτι της δύο
(2)ημέρες αμέσως μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό γιατί αν την παρέλαβε έστω στις 14.4.2011 που εκδόθηκε η επιταγή, αφού έμεινε στο κρεβάτι της δύο
(2)ημέρες την επιταγή έπρεπε να την εξαργύρωνε στις 16.4.2011, Σάββατο του Αγίου Λαζάρου ή στις 17.4.2011, είτε στις 18.4.2011 σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή της που είπε μπορεί να την εξαργύρωσε 2-3 ημέρες μετά. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ψέμα και ο ίδιος ο ισχυρισμός της ότι παρέμεινε μέσα στο κρεβάτι της για δύο
(2)ημέρες αμέσως μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό, αφού τον ισχυριζόμενο βιασμό της στην κατάθεση της τον καθορίζει την ημέρα που ο κατηγορούμενος της παρέδωσε την επιταγή, δηλαδή στις 14.4.2011 ή στις 15.4.2011, ημέρα κατά την οποία εξαργυρώθηκε από την παραπονούμενη η επιταγή και έλαβε άμεσα τα χρήματα. Επίσης αποτελεί την δωδέκατη αντίφαση μεταξύ των όσων ανέφερε ΧΧΧΧ, στην οποία είπε ότι ο κατηγορούμενος βγήκε έξω από το γραφείο του και της έδωσε την επιταγή επειδή είχε ξένους και η ίδια αφού έλαβε την επιταγή από αυτόν πήγε αμέσως και εξαργύρωσε την επιταγή και έλαβε τα χρήματα, δηλαδή στις 15.4.2011 και της τηλεφώνησε και πήγε την επόμενη ημέρα, 16.4.2011, ότε και έγινε το κατ΄ ισχυρισμό συμβάν, ενώ στην κατάθεση της στην αστυνομία είπε ότι την επιταγή της την έδωσε την ημέρα που κατά τον ισχυρισμό της την βίασε. Σημειώνουμε ότι στις 16.4.2011, ημέρα Σάββατο, του Αγίου Λαζάρου ο κατηγορούμενος ΧΧΧΧ, μετά το τέλος της λειτουργίας ακολούθησε πρόγευμα, το μεσημέρι γεύμα στο ΧΧΧΧ με καλεσμένους τον ΧΧΧΧ, τις Αρχές της πόλης και άλλους επίσημους και στις 18:00-20:00 ο Μέγας Εσπερινός και λιτανεία των λειψάνων του Αγίου Λαζάρου στην πόλη της Λάρνακας περί την 1 ½ ώρα, σχετικό είναι και το Τεκμήριο 23. Ως εκ τούτου γίνεται αντιληπτό ότι θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο να προβεί σε προγραμματισμό του χρόνου που θα διαρκούσε το γεύμα και του χρόνου συνάντησης με την παραπονούμενη. Επιπλέον, με βάση τη μαρτυρία των Μ.Κ.3 και 6, τίθεται εν αμφιβόλω ποιος έδωσε την επιταγή και από ποιον έλαβε ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ, αφού ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι οι οδηγίες του από τον ΧΧΧΧ ήταν να αξιολογήσει (κοστολογήσει) ΧΧΧΧ και δεν θυμόταν να έλαβε ΧΧΧΧ και να την μετέφερε ΧΧΧΧ, ενώ την επιταγή, πλην της παραπονούμενης που είπε ότι την επιταγή της την έδωσε ο κατηγορούμενος στην τρίτη συνάντηση, ούτε ο Μ.Κ.3, ο οποίος ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε πληροφορία, ούτε και θυμόταν ποιος μπορεί να έδωσε την ΧΧΧΧ στο αναφερόμενο πρόσωπο, ούτε άλλος μάρτυρας ανέφερε ότι αυτή αποστάληκε ή παραδόθηκε στον κατηγορούμενο ή την ΧΧΧΧ. Μάλιστα δημιουργούνται περισσότερες αμφιβολίες γι΄ αυτό το θέμα ενόψει του γεγονότος ότι η παραπονούμενη συστήθηκε ως ΧΧΧΧ στον κατηγορούμενο, όπως παραδέχθηκε και όχι ΧΧΧΧ, το οποίο ήταν το όνομα στο οποίο εκδόθηκε η επιταγή, ενώ το όνομα της είναι ΧΧΧΧ. Έτσι αν ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που ανέφερε το όνομα στο οποίο εκδόθηκε η επιταγή, προφανώς θα έλεγε ΧΧΧΧ όπως του συστήθηκε η παραπονούμενη και όχι ΧΧΧΧ. Αξιοσημείωτη είναι και η αναφορά της παραπονούμενης στη μαρτυρία της ότι ο κατηγορούμενος είδε ότι εκδόθηκε η επιταγή στο όνομα ΧΧΧΧ και της είπε ότι υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα με το μικρό όνομα της, ενώ πουθενά στην ΧΧΧΧ ή στην κατάθεση της στην αστυνομία δεν ανέφερε αυτό τον ισχυρισμό. Επίσης δεν μπορεί να παραμείνει απαρατήρητο το γεγονός ότι στο πίσω μέρος της επιταγής αναγράφεται χειρόγραφα το όνομα ΧΧΧΧ και κάτω από αυτό μια υπογραφή που παραπέμπει ότι κάποιο πρόσωπο υπέγραψε ως ΧΧΧΧ και πιο κάτω χειρόγραφα το όνομα ΧΧΧΧ. Η ουσία όλων όσων καταγράφονται στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος της επιταγής είναι ότι οι ισχυρισμοί που ανέφερε η παραπονούμενη στην ΧΧΧΧ και στην κατάθεση της στην αστυνομία έρχονται σε αντίφαση ο ένας με τον άλλο και καταρρίπτει ο ένας τον άλλον, με πιο σημαντικό σημείο το πότε δόθηκε και εξαργυρώθηκε η επιταγή, σε συνάρτηση με τα γεγονότα που οδήγησαν στο κατ΄ ισχυρισμό συμβάν του βιασμού της. ΤΟ ΠΟΤΟ Συνεχίζουμε με την επίσκεψη της παραπονούμενης το απόγευμα της επόμενης ημέρας, από την ημέρα που έλαβε την επιταγή, όπως εξιστορεί τα γεγονότα ΧΧΧΧ. Αν ενθυμείτο καλά ήταν κοντά στο Πάσχα, Άγιες Ημέρες. Είχε καταλάβει, εννοώντας τι γινόταν από πλευράς του κατηγορουμένου, αλλά έπρεπε να πάει στη συνάντηση. Όταν πήγε φοβόταν πολύ. Ο παραπονούμενος ήταν πάρα πολύ χαρούμενος για το γεγονός της πώλησης ΧΧΧΧ και της είπε ότι έπρεπε να το γιορτάσουν. Της είπε να της βάλει ένα ποτό αλλά αυτή αρνήθηκε λέγοντας του ότι δεν πίνει καθόλου. Ο κατηγορούμενος της είπε δεν γίνεται και ότι έπρεπε να πιει, έστω και λίγο. Η παραπονούμενη του είπε ξανά ότι δεν πίνει αλλά ο κατηγορούμενος της είπε ότι θα της έβαλλε πολύ λίγο και της έβαλε ένα ποτάκι, συγκεκριμένα ουίσκι. Έβαλε και για τον ίδιο ποτό. Όταν η παραπονούμενη τέλειωσε το ποτό της, στο οποίο είχε βάλει η ίδια και λίγο νερό μέσα, ένιωσε αμέσως ότι έχανε τις αισθήσεις της, ότι ζαλιζόταν και δεν έβλεπε καλά. Δεν ήξερε για την αμέσως επόμενη στιγμή τι έγινε. Ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ σε κάποια φάση και ήταν κλειστά τα μάτια της. Ήταν σαν να κοιμήθηκε 10 ώρες. Δεν κατάλαβε καλά τι έγινε. Όταν σε κάποια λεπτά, που δεν μπορούσε να αντιληφθεί πόσα λεπτά, άρχισε να βλέπει και να αισθάνεται πιο καλά, είδε από πάνω της τον κατηγορούμενο ΧΧΧΧ και να την βιάζει. Δεν μπορούσε, δεν είχε τη δύναμη να κάνει τίποτα. Ούτε να σπρώξει ούτε να κάνει κάτι. Ο κατηγορούμενος την ρωτούσε επανειλημμένα «σ΄ αρέσει;». Τόσο αυτή όσο και ο κατηγορούμενος ήταν ντυμένοι. Δεν ήξερε πως αντέδρασε, ήταν κλάσματα δευτερολέπτου και μετά σε κάποια φάση τον έσπρωξε πάρα πολύ δυνατά. Ο κατηγορούμενος πετάχτηκε κάπως, αυτή σηκώθηκε πάνω αλλά έπεσε κάτω γιατί ήταν πάρα πολύ ζαλισμένη και τον έβρισε πάρα πολύ. Πήρε την τσάντα της και τα παπούτσια της τα οποία το ένα ήταν δεξιά και το άλλο αριστερά, δεν ήξερε που βρισκόταν. Άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Δεν ήξερε πως οδήγησε και έφτασε στο σπίτι της. Ήταν πάρα πολύ σοκαρισμένη και πάρα πολύ τρομαγμένη. Στον Μ.Κ.4, αφού υπενθυμίζουμε ότι είπε ότι το βράδυ, μετά που άφησε ΧΧΧΧ στον κατηγορούμενο της τηλεφώνησε και της είπε ότι ήθελε να συναντηθούν διότι πώλησε ΧΧΧΧ και θα της έδινε την πρώτη προκαταβολή, ανέφερε ότι πήγε το απόγευμα της επόμενης ημέρας, στη συνάντηση, η οποία ήταν Μεγάλη Πέμπτη του 2011, κατά την οποία ο κατηγορούμενος ήταν πολύ διαχυτικός, λέγοντας της ότι ήταν ο φύλακας άγγελος της και της έδωσε μια επιταγή η οποία όπως της είπε ήταν μια προκαταβολή. Η παραπονούμενη συμφώνησε και πήρε την επιταγή. Τότε ο κατηγορούμενος την ρώτησε αν ήθελε να πιει ουίσκι. Αυτή του είπε ότι δεν πίνει, όμως ο κατηγορούμενος επέμενε και πήγε μπροστά της με δύο ποτήρια ποτό και της πρόσφερε το ένα. Η παραπονούμενη μόλις το ήπιε έχασε τις αισθήσεις της και την αίσθηση του χρόνου. Σε κάποια φάση όταν άνοιξε τα μάτια της ήταν στον καναπέ και είδε τον κατηγορούμενο από πάνω της ΧΧΧΧ και η ίδια να μην είναι γυμνή αλλά ένιωθε ότι την βίαζε. Ο κατηγορούμενος ταυτόχρονα τη ρωτούσε αν της αρέσει. Τον έσπρωξε τότε με τις δυνάμεις που είχε και έφυγε. Η παραπονούμενη θυμόταν όμως ότι το παντελόνι της ήταν κατεβασμένο μέχρι το γόνατο. Ήταν σοκαρισμένη και δεν μπορούσε να αντιληφθεί πόση ώρα γινόταν ο βιασμός. Του Μ.Κ.4 του είπε έντονα ότι ήθελε να καταγγείλει το περιστατικό ΧΧΧΧ λόγω της αξιοπρέπειας της και ήθελε ΧΧΧΧ πίσω γιατί ήταν μεγάλης συναισθηματικής και οικονομικής αξίας και δεν πήρε το ποσό που της αναλογούσε. Στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε, αφού παραπέμπουμε στα όσα ήδη αναφέρθηκαν από την κατάθεση της στην αστυνομία για την συνάντηση που έγινε το επίδικο συμβάν, ανέφερε ότι μετά που σηκώθηκε από τον καναπέ που έκατσε δίπλα της της είπε ότι θα το γιορτάσουν και θα πιούν ένα ποτό για το καλό της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος της είπε ότι θα έπινε ουίσκι και την ρώτησε τι θα πιει αυτή. Η παραπονούμενη του είπε ότι παίρνει αντιβίωση, αφού είχε κάτι που δεν θυμόταν τι ήταν, και δεν μπορούσε να πιει αλκοόλ. Τότε την ρώτησε αν ήθελε να πιει κάτι και του είπε ότι θα έπινε ότι έχει, αλλά να είναι light και μη αλκοολούχο. Της είπε εντάξει και κατευθύνθηκε στο δωματιάκι με τα ποτά, του οποίου η πόρτα ήταν ανοικτή. Δεν τον είδε τι έκανε στο δωματιάκι, αλλά επέστρεψε με δύο γυάλινα ποτήρια χαμηλού ύψους, διαφανούς χρώματος. Το δικό του ποτό ήταν χρώματος καφέ και προσομοίαζε με ουίσκι και το δικό της ποτό ήταν χρώματος σκούρου καφέ χωρίς πάγο. Της είπε να σταθεί και να κάνουν στην υγεία τους, χαμογελώντας. Ο κατηγορούμενος είπε «όλα θα πάνε καλά, στην υγεία μας και Καλό Πάσχα να έχουμε». Αυτή ήπιε δύο
(2)γουλιές και αμέσως κάθισε. Αμέσως μετά ένιωσε μια παράξενη ζάλη σαν ίλιγγο και σιγά-σιγά έκλεισε τα μάτια της και έχασε τις αισθήσεις της. Δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε, αλλά μόλις άνοιξε τα μάτια της και ένιωθε πολύ βαριά την κεφαλή της βρισκόμενη ξαπλωμένη στον καναπέ, είδε την κεφαλή του κατηγορουμένου από πάνω της σε απόσταση 15 εκατοστών περίπου από το πρόσωπο της και όλο του το σώμα να βρίσκεται από πάνω της και να κάνει την κίνηση μπροστά πίσω και την κεφαλή του κατηγορουμένου να πηγαινοέρχεται. Ενθυμείτο χαρακτηριστικά τα σάλια του να πέφτουν από το στόμα του, φορούσε ΧΧΧΧ και αμέσως ένιωσε βάρος σε όλο της το σώμα και κάτι μέσα της και τότε κατάλαβε ότι το πέος του ήταν μέσα της αφού το ένιωθε. Αμέσως προσπάθησε να τον σπρώξει και αυτός συνέχιζε. Αυτή του είπε «τι κάμνεις ρε κτήνος;» και τον έσπρωξε. Τότε αυτός ΧΧΧΧ και τράβηξε το παντελόνι του για να το κουμπώσει. Δεν ενθυμείτο αν ο κατηγορούμενος φορούσε παπούτσια. Όπως ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ είδε ένα παπούτσι της να είναι πιο κάτω από εκεί που έπρεπε να ήταν, κοντά στα πόδια της. Το μαύρο παντελόνι της, ίσια γραμμή, βρισκόταν στα πόδια της. Το εσώρουχο της βρισκόταν ως κάτω στα πόδια της. Από πάνω φορούσε ένα άσπρο μπλουζάκι και ένα μαύρο σακάκι τα οποία ακόμα φορούσε. Με τη λίγη δύναμη που είχε σηκώθηκε και τον ύβριζε. Τράβηξε το παντελόνι και το εσώρουχο της πάνω, πήρε τα παπούτσια της και την τσάντα της και τον ύβριζε ρωτώντας τον τι έκανε. Αυτός της είπε «τίποτε δεν έγινε απλά έχασες λίγο τις αισθήσεις σου». Κρατούσε το ένα παπούτσι στο χέρι της το οποίο φόρεσε κατεβαίνοντας τις σκάλες από τη βιασύνη της να φύγει. Μπήκε στο αυτοκίνητο της και πήγε σπίτι της. Πήγε αμέσως και ξάπλωσε. Η μητέρα της της έλεγε να σηκωθεί να φάει αλλά αυτή δεν είχε καμιά δύναμη αφού δεν ένιωθε καλά. Είχε τρομερή ζάλη και είχε αναγούλες. Έμεινε μέσα στο κρεβάτι για δύο ημέρες. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της δεν χρειάζεται να καταγραφούν τώρα. Σε περαιτέρω ερωτήσεις κατά την κυρίως εξέταση της σχετικά με το ποτό ανέφερε ότι του ζήτησε να της βάλει coca-cola, κάτι σε zero. Μπήκε στο δωματιάκι, που ήταν κάτι σαν μπαράκι και όταν βγήκε έξω κρατούσε δύο ποτήρια. Το δικό του ποτό ήταν ουίσκι και το δικό της σκούρου χρώματος και της είπε «σήκω πάνω να κάνουμε cheers και να ευχηθούμε καλό Πάσχα να έχουμε παιδί μου και να μην ανησυχείς για τίποτε, εγώ θα είμαι φύλακας άγγελος σου». Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται η δέκατη τρίτη αντίφαση αφού ΧΧΧΧ ανέφερε ότι αρνήθηκε να της βάλει ποτό γιατί δεν έπινε, άρνηση που επανέλαβε, όπως ανέφερε και στον Μ.Κ.4, αλλά στη συνέχεια της έβαλε συγκεκριμένα ουίσκι, ενώ στην κατάθεση της στην αστυνομία ανέφερε ότι της είπε ότι αυτός θα έπινε ουίσκι και όταν την ρώτησε τι ήθελε αυτή του είπε ότι έπαιρνε αντιβίωση και δεν μπορούσε να πιει αλκοόλ και όταν την ξαναρώτησε του είπε θα έπινε ότι έχει αλλά να είναι light και μη αλκοολούχο. Η δέκατη τέταρτη αντίφαση εντοπίζεται στη διαφορά του είδους του ποτού που ήπιε. Στην ΧΧΧΧ, όπως και στον Μ.Κ.4, αφού αρχικά αρνήθηκε λέγοντας του ότι δεν πίνει στη συνέχεια είπε ότι το ποτό που της έβαλε ο κατηγορούμενος «ήταν συγκεκριμένα ουίσκι», ενώ στην κατάθεση της στην αστυνομία είπε ότι το ποτό το δικό της ήταν σκούρου χρώματος, όπως είπε και στην κυρίως εξέταση της, χωρίς πάγο και του κατηγορουμένου καφέ που προσομοίαζε με ουίσκι, για το οποίο στην κυρίως εξέταση της είπε ότι ήταν ουίσκι, πραγματικά, ενώ στην αντεξέταση της όταν της υποδείχθηκε ότι είπε ότι το ποτό της ήταν coca cola zero, απάντησε ότι όταν το «τέσταρε» το ποτό δεν ήταν coca cola zero, αλλά είχε μια διαφορετική γεύση που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Στην ερώτηση-υπόδειξη «όμως δεν ήταν ουίσκι, σωστό», απάντησε ότι ίσως να ήταν και ουίσκι μαζί με κάτι άλλο. Η σημασία ως προς αυτήν την πτυχή δεν σχετίζεται με το κατά πόσο ήταν το ένα ή το άλλο ποτό, αλλά στο ότι συνιστά ακόμη μια ασυνέπεια στο σύνολο των γεγονότων του κατ΄ ισχυρισμού βιασμού της. Η δέκατη πέμπτη αντίφαση εντοπίζεται στο ότι ενώ ΧΧΧΧ ανέφερε «όταν τέλειωσα το ποτό, είχα βάλει και λίγο νερό μέσα», έκφραση που σημαίνει ότι ήπιε όλο το ποτό, στον Μ.Κ.4 είπε ότι μόλις ήπιε έχασε τις αισθήσεις της, στην κατάθεση της στην αστυνομία είπε ότι ήπιε δύο
(2)γουλιές από το ποτό της που είχε σκούρο χρώμα και στην αντεξέταση της είπε ότι «τέσταρε» το ποτό της και είχε διαφορετική γεύση που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Περαιτέρω αν το «τέσταρε», όπως είπε, και είχε διαφορετική γεύση και δεν το ήπιε όλο, ως αφήνει να νοηθεί, αλλά αν δεν είναι έτσι και το ήπιε, αφού ήταν υποψιασμένη και φοβισμένη ένεκα του φλερτ που αντιλήφθηκε ότι της είχε κάνει την προηγούμενη φορά, όπως είπε σε ένα από τους αντιφατικούς ισχυρισμούς της, γιατί το ήπιε το ποτό. Ακόμη όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση της πότε θυμήθηκε το ουίσκι και αν το θυμήθηκε την ημέρα που έδινε την κατάθεση της στο Δικαστήριο, απάντησε ότι πάντα θυμόταν το ουίσκι γιατί επέμενε έντονα ο κατηγορούμενος να της βάλει ουίσκι να πιει για να το γιορτάσουν, αλλά δεν ήξερε γιατί έβαλε μόνο coca cola. Στην υποβολή από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι άλλα είπε στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της και άλλα είπε στη μαρτυρία της, απάντησε ότι δεν συμφωνεί μαζί του. Όμως ο ισχυρισμός της αυτός αποτελεί ένα ακόμη ψέμα αφού εξόφθαλμα όντως είπε διαφορετικούς ισχυρισμούς στην κατάθεση της στην αστυνομία και κατά την αντεξέταση της. Στην υποβολή-υπόδειξη ότι σύμφωνα με τη δική της θέση αν της έβαλλε ουίσκι δεν θα το κατανάλωνε, απάντησε ότι θα το κατανάλωνε για να εκφράσει τις ευχαριστίες της για την βοήθεια που της πρόσφερε και έπρεπε να φανεί ευγενική. ΟΙ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ ΜΕΤΑ ΠΟΥ ΕΠΑΝΕΦΕΡΕ ΤΙΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΤΗΣ Για το τι ανέφερε η παραπονούμενη στον Μ.Κ.4 και τι είπε ΧΧΧΧ και τι στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε, μετά που επανέφερε τις αισθήσεις της, έχουν ήδη καταγραφεί πιο πάνω. Έτσι λοιπόν, στον Μ.Κ.4 ενώ ανέφερε ότι μόλις άνοιξε τα μάτια της και είδε τον κατηγορούμενο από πάνω της και ένιωθε ότι την βίαζε, τον έσπρωξε με τις δυνάμεις που είχε και έφυγε, ΧΧΧΧ είπε ότι όταν άρχισε να βλέπει και να αισθάνεται λίγο πιο καλά είδε τον κατηγορούμενο ΧΧΧΧ να είναι από πάνω της και να την βιάζει και ότι δεν μπορούσε και δεν είχε τη δύναμη να κάνει τίποτε. Ούτε να σπρώξει ούτε να κάνει κάτι. Σε κάποια φάση τον έσπρωξε πάρα πολύ δυνατά. Ο κατηγορούμενος πετάχτηκε κάπως, αυτή σηκώθηκε πάνω, όμως έπεσε κάτω, πήρε τα παπούτσια της και την τσάντα της, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Στην κατάθεση της στην αστυνομία είπε ότι ενθυμείτο χαρακτηριστικά τα σάλια του να πέφτουν από το στόμα του. Επίσης είπε ότι ένιωσε κάτι μέσα της και κατάλαβε ότι ήταν το πέος του κατηγορουμένου και προσπάθησε να τον σπρώξει αλλά αυτός συνέχιζε. Στη συνέχεια τον έβρισε και τον έσπρωξε. Επίσης ενώ σύμφωνα με τον Μ.Κ.4 τοποθετεί το παντελόνι της κατεβασμένο στο γόνατο της, το εσώρουχο της το τοποθετεί σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία ως κάτω στα πόδια της. Στην Μ.Κ.8 ανέφερε ότι, όταν επανέφερε τις αισθήσεις της, διαπίστωσε ότι είχε βιασθεί από τον κατηγορούμενο γιατί το ένιωσε και είχε κάποια υγρά πάνω της. Ως εκ των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι όχι μόνο δεν υπάρχει σταθερότητα στον ισχυρισμό της για το τι έκανε όταν επανέφερε τις αισθήσεις της και παρατηρούμε ότι στην κατάθεση της, μετά από 10 χρόνια, προσθέτει ότι έτρεχαν τα σάλια του κατηγορουμένου, αλλά αναφύεται μια αντίφαση, δέκατη έκτη, ή έστω διαφοροποίηση ως προς το αν είχε δύναμη ή δεν είχε για να τον σπρώξει να φύγει από πάνω της και ενώ είπε ότι ένιωθε να την βιάζει, στην κατάθεση της στην αστυνομία πρόσθεσε ότι ένιωσε κάτι μέσα της και κατάλαβε ότι ήταν το πέος του κατηγορουμένου. Επίσης πώς ήταν δυνατό να ήταν το παντελόνι της μέχρι το γόνατο της και το εσώρουχο της ως κάτω στα πόδια της. Από αυτά που ανέφερε στην Μ.Κ.8 διαπιστώνεται η δέκατη έβδομη αντίφαση, αφού παραπέμπουν σε πράξη εκσπερμάτωσης και επομένως ο κατηγορούμενος δεν είχε το πέος του μέσα στον κόλπο της παραπονούμενης, όπως ισχυρίζεται σύμφωνα με τα λεγόμενα της στην ΧΧΧΧ και στην κατάθεση της στην αστυνομία, όπως πιο πάνω περιγράφει η παραπονούμενη. ΟΙ ΞΗΡΕΣ ΚΗΛΙΔΕΣ ΣΤΟ ΕΣΩΡΟΥΧΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ Ήταν ένας από τους ισχυρισμούς της, σε μια από τις εκδοχές της τις οποίες αναφέραμε ανωτέρω, ότι όταν επανέφερε τις αισθήσεις της τον είδε ότι ήταν από πάνω της, ένιωθε να την βιάζει, το πρόσωπο του ήταν 15 εκατοστά από το δικό της και έτρεχαν τα σάλια του και βρήκε τη δύναμη και τον έδιωξε από πάνω της και έφυγε. Διαπιστώνεται από τη μια, αφού τον έσπρωξε από πάνω της, δεν εκσπερμάτωσε ο κατηγορούμενος και από την άλλη ουδέποτε είπε ότι αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να εκσπερματώνει. Εν αντιθέσει με όσα ανέφερε στην Μ.Κ.8. Επομένως πως έβγαλε το συμπέρασμα ότι οι ξηρές κηλίδες, οι οποίες «βρωμούσαν», τις οποίες βρήκε πάνω στο εσώρουχο της, όταν δύο μέρες μετά μπήκε στο μπάνιο, ήταν τα σπέρματα του κατηγορουμένου. Ακόμη πως ήταν δυνατό η παραπονούμενη δύο
(2)ημέρες μετά το ισχυριζόμενο συμβάν να μην μπορούσε να είχε τη λογική να αντιληφθεί τη σημασία της ανεύρεσης των, κατ΄ ισχυρισμό της, σπερμάτων του κατηγορουμένου, όταν αυτή ήταν ηλικίας 45 ½ ετών, έχοντας εμπειρία της ζωής και να φυλάξει το εσώρουχο με το σπέρμα. Δεν επρόκειτο για μια ανήλικη ή νεαρή γυναίκα που είναι άπειρη και χωρίς γνώσεις της ζωής. Συνεπώς αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να ευσταθήσει. Βέβαια επικαλέστηκε τις συνέπειες που έχει κάποιο πρόσωπο που βιάζεται, όπως διάβασε στο διαδίκτυο, το οποίο θέμα θα τύχει περαιτέρω σχολιασμού πιο κάτω όταν το Δικαστήριο θα καταπιαστεί με άλλους ισχυρισμούς και θέσεις της παραπονούμενης. Η ΧΧΧΧ Στην ΧΧΧΧ ανέφερε ότι ΧΧΧΧ την είχε στείλει η ίδια σε κάποιους και την κοστολόγησαν και ήταν πραγματικά κάποιας αξίας. Κατά την αντεξέταση στην ερώτηση πότε έστειλε ΧΧΧΧ για κοστολόγηση απάντησε ότι δεν ενθυμείτο πότε την έστειλε. Στην επόμενη ερώτηση σε ποιους έστειλε ΧΧΧΧ για κοστολόγηση απάντησε ότι την είχε στείλει ο πατέρας της και όχι αυτή. Στην υπόδειξη ότι στην ΧΧΧΧ είπε ότι αυτή την έστειλε, απάντησε ναι, αλλά δεν είναι τόσο σημαντικό αν την έστειλε ο πατέρας της, ή αυτή ή η μητέρα της. Γι΄ αυτή ήταν ασήμαντα πλέον πράγματα. Δεν στεκόταν στις λεπτομέρειες. Δεν σταματάει όμως η παραπονούμενη μέχρι εδώ. Μετά από σχετική εισήγηση ότι η θέση της είναι ότι δεν γνωρίζει σε ποιους στάληκε ΧΧΧΧ, απάντησε όχι (εννοώντας ότι δεν γνωρίζει) ο πατέρας την έστειλε και όταν είπε την έστειλαν εννοούσε την οικογένεια της και την ίδια, δηλαδή ο πατέρας της ήθελε να μάθει πόσα περίπου άξιζε. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι και πάλι λέει ψέματα αφού είναι εξόφθαλμο ότι στην ΧΧΧΧ είπε ότι αυτή έστειλε ΧΧΧΧ για κοστολόγηση και όχι ο πατέρας της και περαιτέρω ενώ είπε αυτή η ίδια ότι την έστειλε, στη συνέχεια λέει «όταν είπα το στείλαμε», δηλαδή πάλι λέει ψέμα αλλοιώνοντας αυτό που είπε. Η δικαιολογία που πρόβαλε ότι γι΄ αυτήν ήταν ασήμαντα πράγματα αυτά πλέον, εννοώντας μετά το ισχυριζόμενο επίδικο περιστατικό, δεν μπορεί να βρει έρεισμα γιατί η αξία ΧΧΧΧ είναι σημαντικό στοιχείο στις διάφορες εκδοχές που πρόβαλε για τον ισχυριζόμενο βιασμό της. Συγκεκριμένα η αξιολόγηση ΧΧΧΧ όπως είπε η παραπονούμενη, από τον Μ.Κ.6 σε €2.000-€3.000 και η πληρωμή του ποσού των €3.000 με επιταγή σηματοδοτούσε και την εξόφληση της και κανένα υπόλοιπο δεν παρέμενε για να καταβληθεί και επομένως ο ισχυρισμός της ότι ανέμενε και το υπόλοιπο των χρημάτων της αξίας ΧΧΧΧ από τον κατηγορούμενο δεν θα μπορούσε να ευσταθίσει και κατ΄ επέκταση η αναγκαιότητα να τον ξανασυναντήσει. Περαιτέρω κατέφυγε στο ψέμα λέγοντας ότι ο πατέρας της έστειλε ΧΧΧΧ σε κάποιους, τους οποίους η ίδια δεν γνώριζε και ο οποίος δεν της είπε πόσα κοστολογήθηκε ΧΧΧΧ, γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο θα απέφευγε η παραπονούμενη να αναφερθεί στην αξία ΧΧΧΧ. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν γνώριζε που δόθηκε ΧΧΧΧ και ήθελε να μάθει σαν ιδιοκτήτρια που ήταν. Όμως η επιταγή των €3.000 εκδόθηκε από την ΧΧΧΧ και επομένως ή έστω προφανώς, αυτή ήταν που αγόρασε ΧΧΧΧ για να εκδώσει την επιταγή. Αλλά ακόμη και αν υποθέσουμε, ότι ως εκδότρια της επιταγής η ΧΧΧΧ, δεν σημαίνει ότι αγόρασε αυτή ΧΧΧΧ, τουλάχιστον γνώριζε που να απευθυνθεί για να μάθει τον αγοραστή. Ο ισχυρισμός της ότι δεν έδωσε πολλή σημασία στην επιταγή και ότι είχε κάποιες υπογραφές και η μια έγραφε «κάτι Κύκκου» και ότι είναι πολύ δύσκολο να επικοινωνήσει κάποιος με τον ΧΧΧΧ, έτσι ώστε να ρωτούσε να μάθει ποιος ήταν ο αγοραστής και να ζητήσει το υπόλοιπο, δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική, ιδίως όταν ο κατηγορούμενος της είπε ότι την πώλησε και της έδωσε επιταγή ΧΧΧΧ. Αν δεν θεωρούσε η παραπονούμενη ότι την αγόρασε η ΧΧΧΧ, τότε θα ρωτούσε τον κατηγορούμενο ποιος την αγόρασε. Κάτι όμως που δεν αναφέρθηκε από την παραπονούμενη. Τέλος η παραπονούμενη είπε ακόμη ένα ψέμα λέγοντας ότι πήγε στις 3.10.2012 στην ΧΧΧΧ γιατί ήθελε να μάθει τι απέγινε ΧΧΧΧ, αφού ΧΧΧΧ της είχε παραδοθεί στην ΧΧΧΧ στις 10.10.2011. ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΣΤΙΣ 3.10.2012 ΣΤΗ ΧΧΧΧ Η παραπονούμενη στην κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε, ανέφερε ότι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ήταν τόσο οργισμένη που αποφάσισε να πάει στην ΧΧΧΧ. Μπήκε μέσα και έφτασε μέχρι τον προθάλαμο. Εκεί ένας υπάλληλος της ΧΧΧΧ την ρώτησε ποια είναι. Του είπε ότι είχε ραντεβού με τον κατηγορούμενο και αφού την ξαναρώτησε ποια είναι είπε το όνομα της. Ο υπάλληλος πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και αφού τον ενημέρωσε, ο κατηγορούμενος είπε ότι είχε φόρτο εργασίας και δεν ήταν διαθέσιμος για καμιά συνάντηση. Τότε έφυγε και επέστρεψε σπίτι της. Σε 15 λεπτά την επισκέφθηκαν δύο αστυνομικοί και αφού την ρώτησαν αν επισκέφθηκε την ΧΧΧΧ και ζήτησε τον κατηγορούμενο και αυτή απάντησε θετικά, της είπαν ότι δεν ήταν ευπρόσδεκτη πλέον στην ΧΧΧΧ και ο κατηγορούμενος τους έδωσε εντολή να μην τον ξαναενοχλήσει. Τους είπε εντάξει και τότε φοβήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να την εκφοβίσει. Τότε ήταν που μετά από έξι
(6)μήνες περίπου τηλεφώνησε στην ΧΧΧΧ και της ζήτησε να συναντηθούν γιατί ήθελε να βγει στον αέρα για μια υπόθεση βιασμού από κάποιον. Όπως και έγινε στη συνέχεια. Σε περαιτέρω ερωτήσεις στην κυρίως εξέταση της η παραπονούμενη θυμόταν έντονα ότι έγινε κάποιο περιστατικό στις 3.10.
  1. Περιγράφοντας τούτο ανέφερε ότι μετά το επίδικο συμβάν ήταν πολύ οργισμένη και πολύ θυμωμένη και προσπαθούσε να βρει διάφορους τρόπους ώστε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο. Όταν έπαιρνε τηλέφωνο της το έκλεινε και μάλιστα δύο φορές που του είπε το όνομα της, της είπε «είσαι άρρωστη ψυχολογικά» και το έκλεισε. Επέμενε να μάθει που βρίσκεται ΧΧΧΧ. Δεν είχε καμία απάντηση. Έτσι μια μέρα που ήταν πολύ θυμωμένη και οργισμένη αποφάσισε να πάει στην ΧΧΧΧ. Πήγε στον προθάλαμο της ΧΧΧΧ όπου κάποιος υπάλληλος την ρώτησε τι ήθελε. Του είπε ότι ήταν επείγον να μιλήσει με τον κατηγορούμενο και ανέφερε το όνομα της όταν την ρώτησε ποια ήταν. Όταν το ανέφερε στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος του είπε ότι δεν θα της μιλούσε και έκλεισε το τηλέφωνο. Έτσι ο υπάλληλος της είπε ότι δεν ήταν διαθέσιμος να την δει. Ως εκ τούτου έφυγε. Ήταν μεσημέρι και πήγε και πήρε τα παιδιά της από το σχολείο. Όταν βρίσκονταν σπίτι και ενώ κάθισαν να γευματίσουν, κτύπησε το κουδούνι και μπήκαν δυο αστυνομικοί. Τους ρώτησε τι ήθελαν και αυτοί, αφού την ρώτησαν αν ήταν το συγκεκριμένο πρόσωπο και αν επισκέφθηκε την ΧΧΧΧ και τους απάντησε θετικά, της είπαν ότι ήταν ανεπιθύμητη πλέον στην ΧΧΧΧ και να μην ξαναενοχλούσε τον κατηγορούμενο. Τους ρώτησε για ποιο λόγο και αυτοί της είπαν ότι αυτές τις οδηγίες είχαν. Περαιτέρω ρωτήθηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής αν είπε στους δύο αστυνομικούς ότι θα πήγαινε σε κάποιο κανάλι να κάνει καταγγελία και απάντησε «όχι, δεν θυμάμαι να είχα αναφέρει αυτό το πράγμα». Αφού επανέλαβε, σε σχετική επί του ως άνω θέματος ερώτηση, όχι και δεν θυμόταν, είπε ότι μετά από αυτά που της ανέφεραν οι δύο αστυνομικοί, κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος ήταν επικίνδυνος και ότι μπορούσε να της κάνει κάποιο κακό. Συνέχισε, λέγοντας και βλέποντας προς τον κατηγορούμενο ότι η ΧΧΧΧ και οποιοσδήποτε μπορεί και έχει το δικαίωμα να μπαινοβγαίνει είτε για συμβουλές είτε για βοήθεια ή για οτιδήποτε, «αλλά όχι για αισχρά πράγματα και να εκμεταλλεύεστε ευάλωτες μονάδες, ανθρώπους, γιατί έχετε εξουσία». Κατά την αντεξέταση της γι΄ αυτό το θέμα, δηλαδή της επίσκεψης της στην ΧΧΧΧ στις 3.10.2012, ο συνήγορος υπεράσπισης, υπενθυμίζοντας της ότι είπε ότι πήγε γιατί ήθελε να μάθει τι έγινε ΧΧΧΧ, της υπέβαλε ότι ΧΧΧΧ της επιστράφηκε στην ΧΧΧΧ στις 10.10.
  2. Η παραπονούμενη απάντησε ότι ενθυμείτο το συμβάν στην ΧΧΧΧ και ότι ήταν πολύ οργισμένη και θυμωμένη και ήθελε να τον δει για να μιλήσουν έξω από τα δόντια γιατί της έτυχε αυτής το επίδικο περιστατικό. Είχε χάσει την ψυχραιμία της, ήταν εκτός εαυτού εκείνη την ημέρα και ήθελε να τον δει πρόσωπο με πρόσωπο και να τον ρωτήσει «γιατί της έκανε αυτό το πράγμα και αυτή την σκευωρία και αυτή τη στρατηγική». Ακολούθως είπε ότι μπορεί να είπε στους αστυνομικούς ότι ήταν για ΧΧΧΧ που πήγε αλλά ήταν για άλλο θέμα που πήγε. Στην υπόδειξη του ΧΧΧΧ ότι αυτό το γεγονός, δηλαδή της μετάβασης της στην ΧΧΧΧ, το τοποθετεί σε δύο διαφορετικούς χρόνους, ήτοι 6 μήνες πριν ΧΧΧΧ και στις 3.10.2012 και ερωτήθηκε να πει ποιο από τα δύο ισχύει, απάντησε ότι όταν έδωσε την κατάθεση της δεν ήταν πλήρως κατατοπισμένη για τις ημερομηνίες και ότι δεν θυμάται ημερομηνίες, αφού πάντα είχε αυτό το θέμα και ότι στο θέμα των ημερομηνιών έκανε κάποια λάθη και επίσης πέρασε ένα άσχημο σοκ όταν πριν 3 χρόνια έχασε μέσα σε οκτώ
(8)ώρες και τους δύο γονείς της. Ο συνήγορος υπεράσπισης δεν έμεινε μέχρι εδώ, της υπέδειξε ότι στο Τεκμήριο 8, στο ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 3.10.2012, καταγράφεται ότι ο λόγος που επισκέφθηκε την ΧΧΧΧ σύμφωνα με την καταγγελία του κατηγορουμένου μέσω του ΧΧΧΧ ήταν για να μάθει γιατί δεν εγκρίθηκε αίτηση για επίδομα από την ΧΧΧΧ, το οποίο αιτείτο και λάμβανε στο παρελθόν για συγκεκριμένους λόγους. Η παραπονούμενη απάντησε ότι θυμόταν ότι είχε ρωτήσει τον ΧΧΧΧ για την συγκεκριμένη αίτηση για βοήθεια και της είπε ότι δεν εγκρίθηκε, αλλά δεν του είπε ότι θα έπαιρνε τα κανάλια. Στην υποβολή ότι στην ΧΧΧΧ στις 3.10.2012 δεν μετέβη για τους λόγους που είπε στη μαρτυρία της αλλά για το λόγο που αναφέρεται στην καταχώρηση στο ημερολόγιο ενεργείας στις 3.10.2012, απάντησε ότι γι΄ αυτήν ορισμένα ασήμαντα πράγματα δεν είχαν τόση σημασία και θυμάται μόνο τα σημαντικά και ουσιώδη και θυμάται ένα έντονο και άσχημο σενάριο βιασμού. Τα ασήμαντα δεν τα θυμάται. Στην υπόδειξη του συνηγόρου υπεράσπισης ότι στη μαρτυρία της είπε ότι το θυμόταν έντονα το περιστατικό στις 3.10.2012 και τώρα λέει ότι τα ασήμαντα δεν θυμάται και ερωτάται ποια είναι η τελική η θέση της αν θυμάται ή δεν θυμάται, απάντησε ότι όταν βάζει τη λέξη «έντονα» ή «υπερβολικά» ή «λίγο» ή «μέσο», «αυτό δεν καθορίζει την ουσία και το πρόβλημα και το γεγονός για κάποιο βιασμό». Τελικά η θέση της, μετά από σχετική ερώτηση, ήταν ότι για άλλο λόγο μετέβη στην ΧΧΧΧ στις 3.10.2012 και τυχαία βρήκε τον ΧΧΧΧ και του ανέφερε για το επίδομα και διαμαρτυρήθηκε, αλλά δεν ανέφερε για κανάλια και δεν ήταν επιθετική. Επίσης στην υποβολή ότι είπε στους αστυνομικούς όταν την επισκέφθηκαν, επειδή θεώρησε προσβλητική τη στάση της ΧΧΧΧ για την επίσκεψη της σε αυτή στις 3.10.2012, ότι θα το έκανε θέμα στα κανάλια, απάντησε μάλιστα γιατί ένιωσε μεγάλη προσβολή. Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι η παραπονούμενη είπε ψέματα τόσο στην κατάθεση της στην αστυνομία, όσο και στη μαρτυρία της για το λόγο που μετέβη στην ΧΧΧΧ, αφού έρχεται σε αντίθεση με την καταχώρηση στο ημερολόγιο ενεργείας 3.10.2012, η οποία είναι η τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 8, η οποία έγινε παραδεκτό γεγονός ως προς τις ενέργειες και δηλώσεις των αστυνομικών οργάνων που καταγράφονται στο συγκεκριμένο ημερολόγιο ενεργείας και όχι άλλων προσώπων που αναφέρονται. Μια από τις δηλώσεις των αστυνομικών οργάνων ήταν ότι μετέβη στην ΧΧΧΧ για να μάθει τους λόγους που δεν εγκρίθηκε αίτηση της για επίδομα. Επίσης αν ήταν τα πράγματα όπως τα είπε στην κατάθεση της στην αστυνομία και στην μαρτυρία της στο Δικαστήριο, αυτήν τουλάχιστον την επίσκεψη της στον προθάλαμο της ΧΧΧΧ θα την ενθυμείτο ο Μ.Υ.2 αφού η παραπονούμενη είπε ότι μετέβη στην ΧΧΧΧ το μεσημέρι, ώρα κατά την οποία εργαζόταν ο Μ.Υ.2 σύμφωνα με τα λεγόμενα της και τη δήλωση των αστυνομικών οργάνων στο ημερολόγιο ενεργείας 13.10.2012 το Τεκμήριο 8, στην οποία αναφέρεται ότι η παραπονούμενη μετέβη στην ΧΧΧΧ η ώρα 13:00. Η ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ Μ.Κ.8 Σύμφωνα με την κατάθεση στην αστυνομία της Μ.Κ.8, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, ΕΓΓΡΑΦΟ Η, αυτή εργάστηκε ως ψυχίατρος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργού Υγείας από το 1990 μέχρι τον Μάιο του 2020 που αφυπηρέτησε ως διευθύντρια κλινικής τμήματος. Η Μ.Κ.8 γνώρισε την παραπονούμενη όταν η τελευταία συνόδευε τη μητέρα της η οποία ήταν ασθενής της στο παλαιό Νοσοκομείο Λάρνακας. Έτσι η παραπονούμενη άρχισε να της αναφέρει και τα δικά της προβλήματα, τα οποία κυρίως ήταν οικονομικά και ανησυχίες για το πως θα τα βγάλει πέρα και για το μέλλον των παιδιών της και έγινε και αυτή ασθενής της. Διαπίστωσε πως ως προσωπικότητα η παραπονούμενη δεν μπορούσε να ανταποκριθεί επαρκώς στις απαιτήσεις της ζωής, πράγμα που της προκαλούσε αυ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.