Δημοκρατία ν. EFREMOV, Αρ. Υπόθεσης: 3261/20, 5/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2021:1 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Π.Ε.Δ. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3261/20 Δημοκρατία V ΧΧΧΧΧΧ EFREMOV Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 05.02.2021 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χατζηκύρου Για Κατηγορούμενο: κ. Ι. Παπαζαχαρία με κα Μ. Καραγιαννίδου και κ. Β. Καραγιαννίδη Κατηγορούμενος παρών Χρέη μεταφραστή από τα Ελληνικά στα Ρώσσικα και αντίστροφα ορκίζεται να εκτελέσει η κα χχχχχχχχχ Γεωργιάδου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, της απόπειρας φόνου, κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Κεφ. 154 και της απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριού εκτός οικίας, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2)και 86 του Κεφ. 154. Ειδικότερα, ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1 και 3 (οι κατηγορίες 2 και 4 απορρίφθηκαν με ενδιάμεση απόφαση από το στάδιο εξέτασης κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση) αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι την 08.05.2020, στην Πάφο, αποπειράθηκε, παράνομα, να επιφέρει το θάνατο στο χχχχχ Τσαρτσίδη από την Ελλάδα και τώρα στην Πάφο (1η κατηγορία) και ότι την 09.05.2020, στην Πάφο, μετέφερε μαχαίρι χρώματος μαύρου, μάρκας BOKER το οποίο κατέληγε σε μυτερή άκρη, εκτός της κατοικίας ή της αυλής του (3η κατηγορία). Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν για την κατηγορούσα αρχή 15 μάρτυρες κατηγορίας - στο εξής Μ.Κ. Ουδείς μάρτυρας κατέθεσε για την υπεράσπιση του κατηγορούμενου, ο οποίος αφού είχε κληθεί σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, επέλεξε την ένορκη κατάθεση, δίδοντας τη δική του εκδοχή για την εξέλιξη των επίδικων γεγονότων. Είναι κοινός τόπος, αναφορικά με τα γεγονότα, πως στις 08.05.2020 εξελίχθηκε ένα περιστατικό στο διαμέρισμα 205, στην πολυκατοικία χχχχ χχχχχ επί της οδού χχχχ χχχχ χχχχχχχ στην Πάφο. Παρόντες ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος διέμενε στο εν λόγω διαμέρισμα, δύο άλλα πρόσωπα, ο χχχχχχ χχχχχχχχ Ανδρεάδης και ο χχχχχχχχ Δημητριάδης, τα οποία δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως μάρτυρες, και ο χχχχχχχ Τσαρτσίδης, παραπονούμενος (Μ.Κ.3). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής συνίσταται στο ότι τα πρώτα τρία πρόσωπα βρίσκονταν στις 08.05.2020 στο πιο πάνω διαμέρισμα, τους επισκέφθηκε εκεί ο παραπονούμενος και ενώ ο τελευταίος με την είσοδο του στο διαμέρισμα έκανε χειραψία με τον χχχχχχχ Δημητριάδη, ο κατηγορούμενος, λόγω του ότι είχε προηγηθεί κάποια παρεξήγηση, μεταξύ του και του παραπονούμενου, του επιτέθηκε και κατάφερε στον τελευταίο τρεις μαχαιριές με πρόθεση να τον θανατώσει. Η εκδοχή του κατηγορούμενου είναι πως όντως είχε προηγηθεί κάποια παρεξήγηση, και είχαν ανταλλαγεί μηνύματα μεταξύ του και του παραπονούμενου, και πως ο παραπονούμενος τον επισκέφθηκε στο διαμέρισμα του, παρόντων των χχχχχχχ Δημητριάδη και χχχχχχχχ χχχχχχχ Ανδρεάδη όπου, με επιθετική διάθεση, τον κτύπησε με σωλήνα την οποία πήρε από ηλεκτρική σκούπα που βρισκόταν στο διαμέρισμα του, προέβη δε ο παραπονούμενος και σε πράξη ανάρμοστη, αφού του κατέβασε το παντελονάκι που φορούσε, απειλώντας τον ότι θα του έβαζε τη σωλήνα στον κώλο, οπότε αυτός, ενώ βρισκόταν στο δάπεδο, αντιδρώντας, άρπαξε κάτι από το τραπέζι, που μετά κατάλαβε ότι ήταν μαχαίρι, και τον κτύπησε. Ήταν όμως, ως είναι η θέση του, σε αυτοάμυνα. Σημειώνεται επίσης πως είναι κοινώς αποδεκτό ότι, μετά τις μαχαιριές που ο κατηγορούμενος επέφερε στον παραπονούμενο, και υπό συνθήκες βέβαια που αποτέλεσαν τη διαμάχη στη δίκη, ο παραπονούμενος αποχώρησε τραυματισμένος από το διαμέρισμα. Κατέβηκε στο χώρο που ήταν το αυτοκίνητο του, δεν μπορούσε ωστόσο να οδηγήσει και ειδοποιήθηκε ασθενοφόρο το οποίο τον παρέλαβε και τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ειδοποιήθηκε επίσης η αστυνομία η οποία φθάνοντας στο μέρος, πριν να φύγει το ασθενοφόρο για το νοσοκομείο, ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Μ.Κ.1 ήταν ο αστυφύλακας χχχ4, Α. Γχχχχχχ, ειδικός φωτογράφος (Τεκμήριο 1 η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία) ο οποίος στις 11.05.2020 έλαβε δύο φωτογραφίες - Τεκμήριο 2 - κατά την υπόδειξη σκηνής από τον χχχχχχ Δημητριάδη, ο οποίος υπέδειξε ανοικτό χώρο όπου, ως δήλωσε στην αστυνομία, είχε πετάξει το μαχαίρι με το οποίο ο κατηγορούμενος κατάφερε τις μαχαιριές στον παραπονούμενο. Οι εν λόγω φωτογραφίες εκτυπώθηκαν στο Εργαστήριο Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών της ΥΠΕΓΕ Αρχηγείου Αστυνομίας. Μ.Κ.2 ήταν ο αστυφύλακας χχχ0 Ν. Πχχχχχχχχ, υπεύθυνος αποθήκης τεκμηρίων στο ΤΑΕ Πάφου. Κατέθεσε κατ΄ αρχήν φωτογραφίες - Τεκμήριο 3 - που λήφθηκαν από τον αστυφύλακα χχχ6 και φωτογραφίες - Τεκμήριο 4 - που λήφθηκαν στις 25.05.2020 από τον αστυφύλακα χχχ3. Περαιτέρω ο μάρτυρας παρουσίασε κατάλογο τεκμηρίων - Τεκμήριο 5 - τον οποίο ετοίμασε με όλα τα αντικείμενα που παραλήφθηκαν από την αστυνομία ως τεκμήρια. Επί του εν λόγω καταλόγου περιγράφεται το κάθε αντικείμενο, η τοποθεσία που βρέθηκε και από ποιο πρόσωπο, η ημερομηνία και ώρα ανεύρεσης, καθώς και ο αστυφύλακας που το κατέσχεσε. Παρουσίασε επίσης ο μάρτυρας, στο Δικαστήριο, όλα τα αντικείμενα του καταλόγου, Τεκμήριο 5, τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 5
(1)-5(85,) πλην πέντε αντικειμένων τα οποία κατά το χρόνο της μαρτυρίας του βρίσκονταν ακόμη σε εργαστήρια για εξετάσεις. Μ.Κ.3 κατέθεσε ο παραπονούμενος, χχχχχχ Τσαρτσίδης. Στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, (Τεκμήριο 6 η ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία), η οποία του λήφθηκε στις 11.05.2020, ενώ βρισκόταν στο Νοσοκομείο Πάφου, αναφέρει ότι προ 3 ετών είχε γνωριστεί με τον κατηγορούμενο, ρώσσο υπήκοο. Στις 08.05.2020 πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο για να πάει σπίτι του για να του δώσει €50,00 τα οποία ο κατηγορούμενος του χρωστούσε. Ο κατηγορούμενος δεν απάντησε το τηλέφωνο όταν τον κάλεσε, του απάντησε αργότερα, ήταν κατά το μεσημέρι, και του είπε ότι δεν μπορούσαν να συναντηθούν, ο παραπονούμενος του είπε ότι θα τον περίμενε έξω από την υπεραγορά Lidl και ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν ήθελε να πάει εκεί, γι΄ αυτό του πρότεινε να πάει στο διαμέρισμα του, όμως αυτός αρνήθηκε, λέγοντας του πως δεν μπορούσε να πάει εκεί. Στη συνέχεια του ξανατηλεφώνησε ο κατηγορούμενος και του είπε να πάει στο διαμέρισμα του και αυτός του είπε ότι θα πήγαινε. Περί ώρα 16:00, ο παραπονούμενος πήγε με αυτοκίνητο ενοικιάσεως στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου, που ήταν στον 2ο όροφο και άκουσε να ξεκλειδώνει η πόρτα χωρίς να δει κάποιον να του ανοίγει. Άνοιξε την πόρτα και είδε ότι ο κατηγορούμενος με δύο άλλα πρόσωπα κάθονταν στη βεράντα, στο μπαλκόνι, και έτρωγαν. Προχώρησε προς το μέρος τους και την ώρα που ο παραπονούμενος έκανε χειραψία με τον χχχχχχχχχ Δημητριάδη, ο κατηγορούμενος μιλούσε στο τηλέφωνο και όταν τελείωσε πήγε προς το μέρος του και με ένα μαχαίρι που κρατούσε στο χέρι, χωρίς λόγο, τον μαχαίρωσε τρεις φορές, στο πάνω μέρος, ψηλά, στην αριστερή του μεριά στον πνεύμονα, και τις άλλες δύο φορές στο χέρι και στην κοιλιά. Μετά το δεύτερο μαχαίρωμα ο παραπονούμενος, ως αυτός ισχυρίζεται, πήρε μια σωλήνα από ηλεκτρική σκούπα που βρισκόταν στο διαμέρισμα για να αμυνθεί και στη συνέχεια φόρεσε τα παπούτσια του, τα οποία είχε βγάλει στην είσοδο, και έφυγε. Κατέβηκε από το ασανσέρ, έφτασε στο αυτοκίνητο του, όταν εισήλθε σ΄ αυτό αντιλήφθηκε, μέσω του εσωτερικού καθρέφτη, ότι είχαν μαυρίσει τα μάτια του οπότε έβαλε όπισθεν και φώναξε βοήθεια. Σε λίγο ήρθε κοντά του ο χχχχχχχχ Δημητριάδης ο οποίος τηλεφώνησε στην αστυνομία και στο νοσοκομείο. Δεν θυμόταν ο παραπονούμενος οτιδήποτε άλλο μετά, θυμόταν μόνο ότι ξύπνησε στο νοσοκομείο. Αναφέρει επίσης, στην κατάθεση του, ότι δεν γνώριζε πώς τραυματίστηκε ο κατηγορούμενος και πως αυτός δεν τον είχε κτυπήσει καθόλου, αλλά ούτε και του είχε αποστείλει απειλητικά μηνύματα (μέσω τηλεφώνου). Καταγράφεται δε, στην κατάθεση του παραπονούμενου, η επιθυμία του να πει περισσότερα πλην όμως δεν μπορούσε λόγω της κατάστασης της υγείας του. Κατά τη μαρτυρία του ενώπιον μας, ο παραπονούμενος, υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ως μέρος της κύριας εξέτασης του και αναφέρθηκε, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, κυρίως κατά την αντεξέταση, και σε άλλα ζητήματα οικονομικής φύσεως, ειδικότερα για πιθανή συνεργασία μεταξύ του και του κατηγορούμενου, η οποία δεν έγινε εξαιτίας της όλης στάσης του τελευταίου, οπότε ο παραπονούμενος κατάλαβε ότι ήταν ψεύτης και δεν ήθελε να συνεργαστεί μαζί του. Εξήγησε ακόμη ο παραπονούμενος ότι τα €50,00 που του χρωστούσε ο κατηγορούμενος αφορούσαν πληρωμή στη CYTA για σύνδεση με το διαδίκτυο. Εξήγησε επίσης ότι το μαχαίρι που ο κατηγορούμενος τον μαχαίρωσε ήταν επαγγελματικό, του στρατού, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, και ήταν βέβαιος ότι είχε πρόθεση να τον θανατώσει. Μ.Κ.4 κατέθεσε ο λοχίας χχχ0 Σ. Σχχχχχχ (Τεκμήριο 10 η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία). Η συνδρομή του στη διαλεύκανση της υπόθεσης συνίσταται στο ότι, ως επικεφαλής της ομάδας διερεύνησης της υπόθεσης, μετέβηκε, την 08.05.2020 περί ώρα 17:40, στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, μαζί με τον αστυφύλακα xxx2, όπου εκεί ήταν τραυματισμένος ο παραπονούμενος. Ζήτησε από τον τελευταίο να του αναφέρει ποιος τον τραυμάτισε και κάτω από ποιες συνθήκες. Ο παραπονούμενος του είπε ότι τον τραυμάτισε κάποιος ρώσσος. χχχχχχ, που διαμένει στο διαμέρισμα 205, εντός του οποίου συνέβη το περιστατικό. Του ανέφερε επίσης ότι ο χχχχχ του χρωστούσε χρήματα και αυτή ήταν η αιτία που είχαν συζητήσει. Παρέλαβε ο μάρτυρας, εκεί στις Α΄ Βοήθειες, ένα ανδρικό παντελόνι, ένα ζευγάρι παπούτσια και ένα σουγιά μάρκας Alister Middleton - Τεκμήρια 5
(68), 5
(69)και 5
(70)αντίστοιχα. Την 10.05.2020 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο καθώς και παρειακά επιχρίσματα και δακτυλικά του αποτυπώματα. Μ.Κ.5 κατέθεσε ο χχχχχ Saltikov (Τεκμήριο 17 το κείμενο μετάφρασης στην ελληνική γλώσσα της κατάθεσης του στη ρωσσική γλώσσα που έδωσε στην αστυνομία), ενοικιαστής του διαμερίσματος
- Όπως εξήγησε το συμβόλαιο ενοικίασης του διαμερίσματος δεν είχε λήξει πλην όμως επειδή αυτός μεταφέρθηκε σε άλλο χώρο, παραχώρησε δε το διαμέρισμα στον κατηγορούμενο, ως φιλοξενία, για λίγο καιρό, που ήταν πολύ καλός γνωστός του. Λόγω όμως των μέτρων κορονοϊού ο κατηγορούμενος αποφάσισε να μείνει για περισσότερο χρόνο και συμφώνησαν όπως ο τελευταίος πληρώνει το νερό και το ρεύμα. Στις 07.05.2020 ο μάρτυρας πήγε στον κατηγορούμενο για να διευθετήσουν τους λογαριασμούς και αυτός του ζήτησε να το πράξουν την επομένη ημέρα, 08.05.
- Στις 08.05.2020 ο μάρτυρας πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο, περί το απόγευμα, για να τον ρωτήσει πότε θα τον πλήρωνε και αυτός του είπε ότι δεν βρισκόταν στο διαμέρισμα, καθ' ότι είχε μαχαιρώσει έναν άνθρωπο, χωρίς όμως να του δώσει λεπτομέρειες για το περιστατικό αλλά ούτε και που βρισκόταν. Μετά από αυτά που άκουσε, ο μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο να πάει στην αστυνομία γιατί και αυτός θα κατάγγελλε το γεγονός. Στη συνέχεια ο μάρτυρας πήρε αμέσως την ιατρό του, χχχχχχ Πατρόκλου, καθ΄ ότι γνώριζε ότι αυτή έκανε μεταφράσεις στην αστυνομία, και της είπε για το περιστατικό με τον κατηγορούμενο. Από την ομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο δεν κατάλαβε αν ήταν ή δεν ήταν μεθυσμένος. Μ.Κ.6 κατέθεσε η χχχχχχ Πορφυριάδου (Τεκμήριο 18 η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία), πρόκειται για ιατρό που εργαζόταν, στις 08.05.2020, στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, όταν ασθενοφόρο μετέφερε τον παραπονούμενο εκεί, περί ώρα 17:33, τραυματισμένο σε τρία σημεία, στην αριστερή πλάγια άνω κοιλιακή χώρα, στο αριστερό άνω ημιθωράκιο και στο αριστερό βραχιώνιο. Ως περαιτέρω ανέφερε η Μ.Κ.6, ο παραπονούμενος ήταν προσανατολισμένος στο χρόνο, τόπο και στα στοιχεία ταυτότητας, είχε δε πλήρη συνείδηση και επικοινωνούσε. Όταν υποβλήθηκε σε αξονική εξέταση θώρακος, διαφάνηκε μικρός πνευμοθώρακας αριστερά, μικρός αιμοθώρακας αριστερά και μικρή ποσότητα αέρα ενδοκοιλιακά. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στην εντατική μονάδα για παρακολούθηση. Στην παρουσία της μάρτυρος ο παραπονούμενος δεν ανέφερε ποιος τον μαχαίρωσε και για ποιο λόγο, είπε μόνο ότι τον μαχαίρωσαν. Κατά την κρίση της Μ.Κ.6 ο παραπονούμενος ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση εκείνη τη στιγμή και η ζωή του δεν κινδύνευε. Επίσης η εν λόγω μάρτυρας εξέτασε και τον κατηγορούμενο στις 10.05.2020, ο οποίος έφερε θλαστικό τραύμα ραχιαίας επιφάνειας αριστερού άκρου χειρός και παρουσίαζε σ΄ αυτό σημεία φλεγμονής - Τεκμήριο 19 η σχετική ιατρική έκθεση της μάρτυρος. Μ.Κ.7 κατέθεσε ο αστυφύλακας χχχ6, Μ. Φχχχχχ, ο οποίος ετοίμασε δύο εκθέσεις - Τεκμήρια 21 και
- Στις 09.05.2020, μαζί με άλλους αστυφύλακες, μετέβη στο διαμέρισμα 205 στον 2ο όροφο του χχχχχ χχχχχ, χχχχχ χ, στην Πάφο, για σκοπούς συλλογής τεκμηρίων. Από την κύρια είσοδο του διαμερίσματος 205, σε διάφορα σημεία, υπήρχαν κηλίδες κόκκινης ουσίας. Τέτοια ουσία υπήρχε και στην πόρτα εισόδου, στο εσωτερικό μέρος και στο μπαλκόνι του διαμερίσματος. Εντός του διαμερίσματος επικρατούσε ακαταστασία. Στον πάγκο της κουζίνας, εκτός από άλλα αντικείμενα, υπήρχε ένα μικρό μαχαίρι και στη βούρνα της κουζίνας εντοπίστηκε μια πετσέτα προσώπου με ίχνη κόκκινης ουσίας. Στο μπαλκόνι του διαμερίσματος υπήρχε ένα τραπέζι με τέσσερις καρέκλες και πάνω σε αυτό διάφορα αντικείμενα. Επίσης στο τραπέζι εντοπίστηκαν κηλίδες κόκκινης ουσίας. Σε σημείο, στο διάδρομο, του δεύτερου ορόφου εντοπίστηκε μία πτυσσόμενη ασημένια σωλήνα με ίχνη κόκκινης ουσίας. Κόκκινη ουσία βρέθηκε και εσωτερικά της πόρτας του ασανσέρ και σε σκαλί που οδηγεί στον τρίτο όροφο του συγκροτήματος. Μετά από ενημέρωση που έτυχε από το λοχία χχχ0, ο μάρτυρας τοποθέτησε 43 αριθμούς εκεί όπου εντοπίστηκαν διάφορα σημεία, ενώ ο αστυφύλακας χχχ6 φωτογράφησε τη σκηνή, οπότε ο μάρτυρας συνέλεξε τα τεκμήρια που περιγράφει στην έκθεση του, Τεκμήριο 22, και τα παρέδωσε στον αστυφύλακα χχχ5 του ΤΑΕ Πάφου. Στις 25.05.2020 ο μάρτυρας παρέλαβε στο Εργαστήριο Διερεύνησης Σκηνής Εγκλήματος και Εμφάνισης Αποτυπωμάτων του ΥΠΕΓΕ, από το λοχία χχχ8, τα αντικείμενα, τα οποία περιγράφει στην έκθεση του, Τεκμήριο
- Μ.Κ.8 κατέθεσε ο ιατρός χχ Αθανασίου, καρδιοθωρακοχειρούργος (Τεκμήριο 23 η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία) στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου, στις 18.05.2020, μεταφέρθηκε ο παραπονούμενος. Η κατάσταση του παραπονούμενου, κατά την άφιξη του, ως εξήγησε ο μάρτυρας, ήταν σταθερή αλλά δυνητικά πολύ επικίνδυνη στην εξέλιξη της. Η επικινδυνότητα οφειλόταν στο τεράστιο πνευμοπερικάρδιο, και ως αποδείχθηκε εκ των υστέρων υπήρχε πιθανότητα τραυματισμού της καρδίας, ως εκ τούτου έπρεπε να χειρουργηθεί για παροχέτευση και αποσυμπίεση της καρδίας. Στο χειρουργείο έγινε περικαρδιακό παράθυρο με υπομαστική τομή, αριστερά, και παροχετεύθηκε το τεράστιο πνευμοπερικάρδιο και θρόμβος αίματος που υπήρχαν ενδοπερικαρδιακά. Ο παραπονούμενος, παρέμεινε μέχρι τις 22.05.2020 οπότε έλαβε εξιτήριο, η δε μετεγχειρητική του πορεία ήταν ομαλή χωρίς επιπλοκές. Μ.Κ.9 κατέθεσε ο αστυφύλακας χχχ5 Γ. Μχχχχχχχ (Τεκμήριο 24 η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία) ο οποίος αναφέρθηκε στην εμπλοκή του και στις έρευνες που έγιναν για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, όπου, μεταξύ άλλων, παρέλαβε στις 09.05.2020 από τον αστυφύλακα χχ6, ένα μαχαίρι μάρκας BOKER - Τεκμήριο 5
(71)- και μετέβη την ίδια μέρα στην πολυκατοικία χχχχχ χχχχχχ, χχχχχχχ χχ, όπου επρόκειτο να γίνει έρευνα, όπως και έγινε, στην παρουσία του κατηγορούμενου και του δικηγόρου του, και άλλων αστυφυλάκων αλλά και διερμηνέως. Στις 10.05.2020 παρέλαβε, από τον αστυφύλακα χχχ5, τεκμήρια σχετιζόμενα με την υπόθεση, τα οποία περιγράφει λεπτομερώς στην κατάθεση του, ως επίσης κατά τη διάρκεια της έρευνας παρέλαβε από έπιπλο στο καθιστικό του διαμερίσματος ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου - Τεκμήριο 5
(63)- καθώς και ένα βραχιόλι χεριού και τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο, εφιστώντας την προσοχή του στο νόμο, και αυτός απάντησε ότι του τα πήρε ο παραπονούμενος. Στις 11.05.2020 ο μάρτυρας παρέδωσε στον αστυφύλακα χχχ2 το μαχαίρι - Τεκμήριο 5
(71)- προκειμένου να το μεταφέρει για επιστημονικές εξετάσεις. Έλαβε επίσης, στις 11.05.2020, ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο καθώς και παρειακά επιχρίσματα από αυτόν. Την ίδια ημέρα ο χχχχχχ Δημητριάδης υπέδειξε στο μάρτυρα ανοικτό χώρο-χωράφι με καλαμιώνες, απέναντι από την πολυκατοικία Εσπερίδες, ως το σημείο που αυτός, ως ισχυρίστηκε, πέταξε το μαχαίρι με το οποίο ο κατηγορούμενος είχε μαχαιρώσει τον παραπονούμενο. Ο μάρτυρας έλαβε επίσης παρειακά επιχρίσματα από τον Δημητριάδη. Συνέδραμε δε ο μάρτυρας με ενέργειες του, ήτοι παραδόσεις και παραλαβές, στην επιστημονική εξέταση τεκμηρίων, ενώ τηρούσε, κατά την έρευνα που έγινε στο διαμέρισμα 205, ημερολόγιο ενέργειας - Τεκμήριο 30. Μ.Κ.10 κατέθεσε ο αστυφύλακας χχχ7, Μ. Μχχχχχχ, (Τεκμήριο 31 η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία) η εμπλοκή του οποίου, ως μέλος της ανακριτικής ομάδας για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, συνίσταται στο ότι στις 12.05.2020 έλαβε κατάθεση από τον χχχχχχχχ Ανδρεάδη - Τεκμήριο 32 - καθώς και δακτυλικά και παλαμικά του αποτυπώματα, ενώ στις 13.05.2020 παρέλαβε ένα ψηφιακό δίσκο από τον δρα χχχ Κελογρηγόρη - Τεκμήριο 5
(77)και ακόμη ένα ψηφιακό δίσκο από τον δρα χχ Αλεξάνδρου - Τεκμήριο 5
(78)- και την ίδια ημέρα παρέδωσε στον αστυφύλακα XXXXX το δακτυλοσκοπικό δελτίο του χχχχχχ Ανδρεάδη. Μ.Κ.11 κατέθεσε ο ιατρός χχχ Πετρίδης (Τεκμήριο 33 η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία), χειρούργος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, ο οποίος στις 08.05.2020, ως μαρτύρησε, κλήθηκε από το Τμήμα Α΄ Βοηθειών και εξέτασε τον παραπονούμενο, ο οποίος κατά την εξέταση ήταν αιμοδυναμικά σταθερός, έφερε τρία τραύματα στο άνω θωρακικό τοίχωμα, αριστερά, στον αριστερό βραχίονα και στο αριστερό πλάγιο κοιλιακό τοίχος. Είχε επίσης εκδορές στην κροταφική περιοχή του κρανίου. Αφού μεταφέρθηκε για αξονική θώρακος και κοιλίας, διαπιστώθηκε μικρός πνευμοθώρακας αριστερά και φυσαλλίδες αέρος εντός της κοιλιακής χώρας. Έγινε συρραφή των τραυμάτων και μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Το τραύμα στο θώρακα ήταν σοβαρό, και ως εξήγησε ο μάρτυρας, μετατρέπεται σε θανατηφόρο αν παραμείνει χωρίς θεραπεία. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας εξήγησε περαιτέρω πως, με την αναφορά του ότι ο παραπονούμενος ήταν αιμοδυναμικά σταθερός, εννοούσε ότι δεν παρουσίασε σοβαρή αιμορραγία, είχε σταθερή αρτηριακή πίεση και επικοινωνία με το περιβάλλον καθώς και καλή κλινική κατάσταση. Μ.Κ.12 κατέθεσε η χχχχ Patroklou (Τεκμήριο 34 η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία) η οποία στις 09.05.2020, μεταξύ των ωρών 11:20-21:00, αφού κλήθηκε από το ΤΑΕ Πάφου εκτέλεσε χρέη διερμηνέα, κατά τη διάρκεια έρευνας στο διαμέρισμα 205 όπου διέμενε ο κατηγορούμενος. Επίσης στις 10.05.2020 κλήθηκε από το ΤΑΕ Πάφου και μεταξύ των ωρών 09:25-18:00 βοήθησε το λοχία χχχ0 να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε δε και στο τηλεφώνημα που δέχθηκε στις 08.05.2020 από τον χχχχ Saltikov, M.K.5, ο οποίος της ανέφερε αυτός είχε κάνει τηλεφώνημα στον κατηγορούμενο, με τον τελευταίο να του αναφέρει ότι είχε μαχαιρώσει κάποιον. Μ.Κ.13 κατέθεσε ο αστυφύλακας χχχ3 Α. Γχχχχχχ, (Τεκμήριο 35 η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία) ο οποίος μαζί με άλλο πρόσωπο, στρατιωτικό, βρίσκονταν σε κάποιο σημείο, πλησίον της πολυκατοικίας και του διαμερίσματος όπου διέμενε ο κατηγορούμενος, ασκώντας έλεγχο για την εφαρμογή διατάγματος περί λοιμοκάθαρσης. Σε κάποια στιγμή σταμάτησε ένα αυτοκίνητο μπροστά τους, ο άνδρας που το οδηγούσε τους ανέφερε ότι μαχαίρωσαν ένα πρόσωπο στο χχχχ χχχχχ στην χχχχ χχχχ. Αμέσως ο μάρτυρας κατευθύνθηκε προς το μέρος, αφού ενημέρωσε τηλεφωνικά το λοχία χχχ7, ο οποίος του είπε ότι ήταν ήδη ενήμερο το ΤΑΕ Πάφου, και ήταν καθ΄ οδόν προς το μέρος. Όταν ο μάρτυρας έφτασε στο χχχχ χχχχχχχ είδε ότι υπήρχε εκεί ασθενοφόρο, ένα αυτοκίνητο μάρκας Suzuki με την πόρτα του οδηγού ανοικτή. Στο έδαφος υπήρχε ένας άνδρας στον οποίο δίδονταν οι Α΄ Βοήθειες και υπήρχε μεγάλη κηλίδα αίματος στο έδαφος. Όταν το πλήρωμα του ασθενοφόρου ετοίμασε τον άνδρα για να τον τοποθετήσει στο ασθενοφόρο ο μάρτυρας τον ρώτησε πώς ονομάζεται και αυτός του απάντησε ότι ονομάζεται χχχχχ Τσαρτσίδης, (ο παραπονούμενος), δεν του απάντησε όμως στο ερώτημα ποιος τον κτύπησε και τι έγινε. Στη συνέχεια ο Τσαρτσίδης τοποθετήθηκε στο ασθενοφόρο το οποίο έφυγε για το νοσοκομείο, ενώ ο μάρτυρας ενημέρωσε τα μέλη του ΤΑΕ που έφτασαν στο μέρος. Μ.Κ.14 κατέθεσε η χχχχχ Kozhemiako (Τεκμήρια 37 και 38 οι καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία) η μαρτυρία της οποίας συνίσταται στο ότι στις 07.05.2020, ο γιος της, χχχχχχχ Δημητριάδης, είχε φύγει από το σπίτι τους για να πάει σε κάποιο φίλο του και αυτή του έδωσε φαγητό για να πάρει μαζί του. Στις 08.05.2020 περί ώρα 11:00 π.μ. της τηλεφώνησε ο γιος της και της ζήτησε να του πάρει δύο πρωϊνά και τσιγάρα, αφού προηγουμένως της εξήγησε ότι βρισκόταν σε μία πολυκατοικία πίσω από την υπεραγορά Lidl στην Κάτω Πάφο. Αυτή αγόρασε δύο πρωϊνά και κατευθύνθηκε, με αυτοκίνητο, στην πολυκατοικία που της είχε αναφέρει ο γιος της. Στην είσοδο της πολυκατοικίας έδωσε στον γιο της τα πρωϊνά και τον ρώτησε αν ήθελε κάτι άλλο και αυτός της ζήτησε νερό. Την ώρα που έδωσε στο γιο της τα πρωϊνά είδε να πλησιάζει ένα άσπρο αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο παραπονούμενος, τον οποίο γνώριζε, ενώ αυτή πήγε στο Lidl και αγόρασε νερό και επέστρεψε πίσω στην πολυκατοικία για να το δώσει στο γιο της. Αφού προηγουμένως τηλεφώνησε στο γιό της, αυτός ήρθε στην είσοδο της πολυκατοικίας, και του έδωσε το νερό μαζί με κρουασάν και παγωτά. Ακολούθως, περί ώρα 16:50, την ίδια ημέρα, την πήρε τηλέφωνο ο γιος της, και της είπε να καλέσει αστυνομία γιατί θα πεθάνει ένας άνθρωπος και της εξήγησε ότι ήταν μετά την υπεραγορά Lidl στην Κάτω Πάφο. Αμέσως αυτή τηλεφώνησε στο 112 και ανέφερε το γεγονός οπότε την συνέδεσαν με το ασθενοφόρο για να δώσει εξηγήσεις ως προς το μέρος. Ακολούθως μαζί με το σύζυγο της πήγαν στο μέρος για να δουν τι γίνεται, καθ΄ ότι ανησυχούσε για το γιο της, ο οποίος στο παρελθόν είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας και έκανε χρήση ναρκωτικών. Όταν έφτασαν στο μέρος είδε στο έδαφος έναν άνδρα δίπλα από την πόρτα οδηγού ενός αυτοκινήτου ενοικιάσεως και ένα νοσοκόμο να τον φροντίζει. Αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τον χχχχχ, φίλο του γιου της, ( ο παραπονούμενος) και τον ρώτησε τι έγινε, αυτός της είπε ότι τον κτύπησε κάποιος χχχχχ. Προσπάθησε στη συνέχεια να μιλήσει με το γιο της ο οποίος όμως δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Η μάρτυρας έδωσε την πρώτη της κατάθεση στο μέρος όπου ήταν ο παραπονούμενος τραυματισμένος. Ο γιος της επέστρεψε το βράδυ στο σπίτι και δεν τον είδε να κρατά μαχαίρι. Μ.Κ.15 ήταν η χχχχχ Καραγκιέζοβα (προσφέρθηκε για αντεξέταση) η οποία διαμένει σε άλλη πολυκατοικία, κοντινή με την πολυκατοικία που ανήκει το διαμέρισμα 205, όπου συνέβηκε το επίδικο περιστατικό. Στις 08.05.2020 περί τις 16:10 αυτή βρισκόταν μαζί με το σύζυγο της, σε ανοικτή βεράντα της πολυκατοικίας όπου διαμένει. Είχε ακούσει φωνές, αντιλήφθηκε ότι κάποιοι μάλλωναν. Οι φωνές προέρχονταν από το μπαλκόνι του διαμερίσματος 205, το οποίο είναι στο δεύτερο όροφο, άλλης πολυκατοικίας που ανήκει στο μπλοκ πολυκατοικιών όπου αυτή διαμένει. Κοίταξε προς το εν λόγω μπαλκόνι και είδε ότι καθόταν ένας άνδρας ηλικίας 40-45 ετών, με γκρίζα μαλλιά, ενώ οι άλλοι που ακούγονταν ότι μάλλωναν βρίσκονταν εντός του διαμερίσματος. Κατάλαβε ότι κάποιον κτυπούσαν και αυτός φώναζε στα ρωσικά «βοήθεια αφήστε με» οπότε αυτή μπήκε μέσα στο διαμέρισμα της, μαζί με το σύζυγο της. Δεν μπορούσε να υπολογίσει ακριβώς πόσος χρόνος πέρασε από την πρώτη φορά που άκουσε φωνές μέχρι που βγήκε στη βεράντα, υπολόγισε όμως περί τα 30-45 λεπτά. Όταν ξαναβγήκε από το διαμέρισμα της και κοίταξε προς το δρόμο, είδε κάποιο πρόσωπο το οποίο βρισκόταν στο δρόμο και βογκούσε. Γύρω του είχε μαζευτεί κόσμος. Τη στιγμή που έφτασε ασθενοφόρο αυτή πρόσεξε δύο άτομα να σκαρφαλώνουν τοίχο, πίσω από το μπλοκ των διαμερισμάτων, και να τρέχουν σε χωράφι. Ο ένας ήταν περίπου 30 ετών, μελαχρινός και ο άλλος ήταν αυτός που είχε δει προηγουμένως να κάθεται έξω στο μπαλκόνι με γκρίζα μαλιά. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες 2 και 4, ενώ κλήθηκε σε απολογία για τις κατηγορίες 1 και 3 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 154. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κατά την ένορκη του μαρτυρία ο κατηγορούμενος προώθησε την εκδοχή του υιοθετώντας τη γραπτή ανακριτική κατάθεση - Τεκμήριο 11 και Τεκμήριο 12 η μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα - που έδωσε στην αστυνομία. Προκύπτει ότι ήρθε στην Κύπρο, για δεύτερη φορά, στις 22.01.2020 και έμενε στο διαμέρισμα όπου έγινε το επίδικο περιστατικό, φιλοξενούμενος του χχχχ Saltikov (Μ.Κ.5) ο οποίος ήταν ο ενοικιαστής του διαμερίσματος, πλην όμως ο τελευταίος μαζί με τη συμβία του και το παιδί τους είχαν μετακομίσει, την 01.04.2020, σε άλλο διαμέρισμα, οπότε ο κατηγορούμενος έμενε εκεί μόνος του. Συμφώνησε όμως με τον χχχχχ να πληρώνει τους λογαριασμούς του διαμερίσματος. Ο χχχχ είναι οικογενειακός φίλος με την οικογένεια του, η οποία διατηρεί στη Ρωσία μεγάλη επιχείρηση η οποία ασχολείται με κηδείες. Ο ίδιος σπούδασε τεχνικός οικολογίας και προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στην Κύπρο εργάζεται διαδικτυακά για την οικογενειακή επιχείρηση και φτιάχνει ιστοσελίδες σε πελάτες στη Ρωσία. Γνώρισε τον παραπονούμενο όταν ήταν στην Κύπρο την πρώτη φορά, του τον είχαν συστήσει για κάποιο υδραυλικό πρόβλημα. Τη δεύτερη φορά που ήρθε στην Κύπρο συνάντησε τον παραπονούμενο τυχαία και αντάλλαξαν τηλέφωνα. Συνέχισαν να μιλούν τηλεφωνικά και τον κάλεσε μία μέρα σπίτι του. Συναντήθηκαν συνολικά περίπου άλλες δέκα φορές στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος του ζητούσε να συνεργαστούν όμως ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν μπορούσε να γίνει αυτό διότι η δουλειά του ήταν εξειδικευμένη. Κατά τις επισκέψεις ο παραπονούμενος, μερικές φορές, του έπαιρνε κάποια αντικείμενα τα οποία του πρότεινε να αγοράσει. Σε μια περίπτωση του πήρε ως δώρο 15 μπουκάλια κρασί. Σε άλλη περίπτωση του πήρε ένα γυναικείο βραχιόλι, καθώς και ένα ζεύγος γυαλιά - Τεκμήρια 5
(63)και 5
(64)- τα οποία βρέθηκαν κατά τις έρευνες της αστυνομίας στο διαμέρισμα του, για τα οποία ο παραπονούμενος του είχε πει ότι ήταν κλοπιμαία και του πρότεινε να αγοράσει, όμως ο κατηγορούμενος αρνήθηκε, ωστόσο, ο παραπονούμενος τα άφησε στο διαμέρισμα του. Αναφέρεται ακόμη ο κατηγορούμενος, μέσα από την κατάθεση του, στον χχχχχχχχ Δημητριάδη ο οποίος επίσης πήγαινε στο διαμέρισμα του συχνά. Κάποιες φορές πήγαινε μαζί με τον παραπονούμενο, έπαιρνε φαγητό και έτρωγαν μαζί. Κάποιες δε φορές ο Δημητριάδης πήρε και κάνναβη στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου και έκανε χρήση. Ο παραπονούμενος σε μια άλλη περίπτωση πήρε ένα φορητό υπολογιστή και χρυσαφικά τα οποία πάλι ήταν κλοπιμαία, ως του είχε αναφέρει, και του πρότεινε να τα αγοράσει διότι δεν είχε λεφτά. Ακόμη ο παραπονούμενος σε μια άλλη επίσκεψη του, είχε μαζί του ένα γυάλινο αντικείμενο το οποίο μέσα είχε «κρύσταλλους» και έκανε χρήση, έξω στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του. Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για ναρκωτικά οπότε του ζήτησε να μην το ξανακάνει. Προσθέτει επιπλέον ο κατηγορούμενος ότι, σε τέσσερις περιπτώσεις, έδωσε χρήματα στον παραπονούμενο, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, δεν θυμόταν συνολικά ακριβώς τα ποσά, επρόκειτο όμως για ποσά των €50,00, €60,00 και €100,00. Όταν ήταν σπίτι του ο Δημητριάδης και ο παραπονούμενος, παρ΄ ότι αυτοί οι δύο μιλούσαν ελληνικά, ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν ότι ο παραπονούμενος θύμωνε στον Δημητριάδη και δεν ήθελε να έχει σχέσεις ο τελευταίος με τον κατηγορούμενο. Συνεχίζοντας την προβολή της εκδοχής του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι, στις 06.05.2020 είχε γίνει ένα συμβάν οπότε έδιωξε τον παραπονούμενο από το διαμέρισμα του. Την επόμενη το πρωί ο παραπονούμενος του έστειλε μήνυμα για να συναντηθούν και τον απειλούσε, λέγοντας του, πως αν δεν αποδεχόταν συνάντηση θα το μετανιώσει. Αυτός του είπε ότι δεν ήθελε πλέον επαφή μαζί του και τον μπλόκαρε σε όλα τα μέσα επικοινωνίας, έμεινε μόνο το κινητό του τηλέφωνο και το τέλεγραμ. Στις 07.05.2020, το βράδυ, βρισκόταν στο διαμέρισμα του ο Δημητριάδης και λόγω του ότι υπήρχε καραντίνα κοιμήθηκε στο διαμέρισμα του. Το πρωί της 08.05.2020 η μητέρα του Δημητριάδη, αφού της τηλεφώνησε ο τελευταίος, πήγε και τους πήρε φαγητό και νερό, δεν την είδε όμως ο κατηγορούμενος γιατί αυτό έγινε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Την ίδια ώρα περίπου πήγε στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου και ο χχχχχχ Ανδρεάδης χχχχχ. Κάθισαν και οι τρεις στη βεράντα τρώγοντας και πίνοντας ζιβανία. Ο Δημητριάδης γνωρίστηκε για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα με τον Ανδρεάδη. Κατ΄ εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος έλαβε από τον παραπονούμενο 6-7 κλήσεις, στο κινητό του, όπως και αρκετά μηνύματα, όπως δεν του απάντησε. Μετά από μισή περίπου ώρα ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον Ανδρεάδη και του ζητούσε εξηγήσεις επειδή πήγε στον κατηγορούμενο και δεν είπε σ΄ αυτόν τίποτα. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος τηλεφώνησε και σ΄ αυτόν (τον κατηγορούμενο) οπότε απάντησε βάζοντας το τηλέφωνο σε ανοικτή ακρόαση, και τον άκουγαν (τον παραπονούμενο) όλοι που τον έβριζε και τον απειλούσε, λέγοντας του να βγει από το σπίτι του και να μην κρύβεται διαφορετικά θα ερχόταν αυτός. Ο κατηγορούμενος είχε ρωτήσει τον Ανδρεάδη από πού γνώριζε τον παραπονούμενο, και ο Ανδρεάδη του είπε ότι γνωρίστηκαν στη φυλακή. Τότε ο κατηγορούμενος κατάλαβε ότι δεν ήταν καλοί άνθρωποι και ότι είχε μπλέξει άσχημα μαζί τους. Ο Ανδρεάδης τηλεφώνησε επίσης στον παραπονούμενο και του ζήτησε να μην τον ενοχλεί και αν ήθελε μπορούσε να πάει σπίτι του για να του μιλήσει. Γύρω στις 16:30 περίπου, σύμφωνα με την εκδοχή του κατηγορούμενου, ενώ βρισκόταν ακόμη στο διαμέρισμα του, έξω στο μπαλκόνι, μαζί με τον Ανδρεάδη και Δημητριάδη, ξαφνικά άνοιξε η πόρτα, η οποία ανοίγει εξωτερικά χωρίς κλειδί όταν είναι κλειστή, και μπήκε ο παραπονούμενος. Πήγε κοντά τους και τους χαιρέτησε. Ο κατηγορούμενος καθόταν με την πλάτη γυρισμένη, και δεν έβλεπε τον παραπονούμενο, ο οποίος άρχισε να του φωνάζει και να τον βρίζει, με μισές λέξεις στα ελληνικά και μισές στα ρώσικα. Γύρισε τότε ο κατηγορούμενος για να τον δει και ξαφνικά ο παραπονούμενος τον κτύπησε με μια σιδερένια σωλήνα της ηλεκτρικής σκούπας, πάνω στο κεφάλι του. Προσπάθησε να τον ξανακτυπήσει όμως ο κατηγορούμενος αμύνθηκε βάζοντας το χέρι του το οποίο τραυματίστηκε στον καρπό. Μετά από αυτό ο κατηγορούμενος σηκώθηκε και άρχισαν να κτυπούν ο ένας τον άλλο με τα χέρια τους. Σε κάποια στιγμή, ο παραπονούμενος του τράβηξε το παντελονάκι που φορούσε προς τα κάτω και του είπε ότι θα του έβαζε το σίδερο (τη σωλήνα της σκούπας) στον κώλο του. Κάποιος από τους άλλους δύο, που ήταν παρόντες, κατά λάθος, ως εξήγησε ο κατηγορούμενος στην προφορική του μαρτυρία, του έριξε ζιβανία στα μάτια και αυτός, παρ΄ ότι δεν έβλεπε, ελευθέρωσε το δεξί του χέρι, το οποίο του κρατούσε κάποιος εκ των άλλων δύο, και ότι βρήκε πάνω στο τραπέζι το πήρε και, γυρίζοντας, κτύπησε τον παραπονούμενο στον ώμο. Κατάλαβε, μετά, ότι αυτό που πήρε από το τραπέζι ήταν μαχαίρι. Άρχισε τότε να σπρώχνει τον παραπονούμενο με τα χέρια προς τα πίσω, προς την πόρτα του διαμερίσματος, κρατώντας το μαχαίρι, ενώ ο παραπονούμενος συνέχισε να τον κτυπά με το σίδερο. Δεν θυμόταν πώς έγιναν τα άλλα δύο τραύματα στον παραπονούμενο, αλλά υπέθεσε πως, όπως έσπρωχνε τον παραπονούμενο προς τα πίσω, πρέπει να τον κτύπησε ξανά με το μαχαίρι, είτε στο στήθος είτε στην κοιλιά, υποθέτοντας πάλι ότι αυτό έγινε όταν ο παραπονούμενος ήταν κοντά στην είσοδο, δίπλα στο κομοδίνο. Σε κάποια στιγμή ο Δημητριάδης πήρε από το χέρι του το μαχαίρι και δεν το ξαναείδε. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος με τον Δημητριάδη βγήκαν έξω και αυτός κλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος, όμως ο παραπονούμενος την κτυπούσε και του φώναζε ότι θα τον σκοτώσει. Τότε μεταξύ του παραπονούμενου και του Δημητριάδη ξεκίνησε καυγάς. Σε λίγο δεν άκουγε φωνές και κατάλαβε ότι έφυγαν. Στη συνέχεια όμως άκουσε φωνές εξωτερικά και οι δύο έριχναν αντικείμενα στο μπαλκόνι του. Ακολούθως ο κατηγορούμενος με τον Ανδρεάδη έφυγαν από το διαμέρισμα, κατά τον τρόπο που ο πρώτος εξηγεί στην κατάθεση του, και επικοινώνησε με τους δικούς του στη Ρωσία, λέγοντας τους τι έγινε, ενώ το βράδυ επέστρεψε στο διαμέρισμα του και παραδόθηκε στην αστυνομία, η οποία βρισκόταν εκεί με περιπολικό. Εκείνη τη στιγμή στην κατοχή του είχε ένα μαχαίρι - Τεκμήριο 5
(71)- και ως ισχυρίστηκε το είχε μαζί του για την προστασία του επειδή φοβόταν, δεν ήταν όμως το μαχαίρι με το οποίο κτύπησε τον παραπονούμενο. Το μαχαίρι που κτύπησε τον παραπονούμενο το είχε πάρει ο Δημητριάδης και δεν γνώριζε πού βρισκόταν. Επίσης στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος αναφέρεται και στο περιεχόμενο των μηνυμάτων που του έστελνε ο παραπονούμενος, μέσω τέλεγραμ πριν το επεισόδιο. Κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος επέμενε στην εκδοχή του απορρίπτοντας περί του αντιθέτου υποβολές και θέσεις του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι νομικοί εκπρόσωποι, της κατηγορούσας αρχής και του κατηγορούμενου, προώθησαν τα επιχειρήματα τους προβαίνοντας σε σχολιασμό της μαρτυρίας αλλά και ανάλυση των νομικών ζητημάτων. Καταληκτική εισήγηση του εκπρόσωπου της Κατηγορούσας Αρχής ήταν πως αποδείχθηκαν και οι δύο κατηγορίες (1 και 3) που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ειδικότερα εισηγήθηκε πως ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε ότι η εκδοχή που έδωσε ο κατηγορούμενος στην αστυνομία, και την οποία αυτός υιοθέτησε κατά την ακρόαση, είναι ψευδής, υποδεικνύοντας κάποιες αντιφάσεις, ως είναι η θέση του, οι οποίες αντιμάχονται την εκδοχή του. Εν πάση περιπτώσει, εισηγήθηκε πως ήταν αντίθετη με την κοινή λογική η θέση - μαρτυρία του κατηγορούμενου, ότι ενώ ήταν στο πάτωμα και γυρίζοντας, κατάφερε να πιάσει το μαχαίρι από το τραπέζι προκειμένου να αμυνθεί. Χαρακτήρισε ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής την εν λόγω μαρτυρία ως κατασκεύασμα. Κατά την άποψη του, η εξήγηση στην αντίδραση του κατηγορούμενου να μαχαιρώσει τον παραπονούμενο, είναι το γεγονός ότι θίγηκε ο ανδρικός εγωισμός του κατηγορούμενου λόγω του περιεχομένου των μηνυμάτων που είχαν ανταλλαχθεί προηγουμένως. Από την αντίπερα όχθη ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υπέδειξε καταρχήν ότι, πέραν από την εκδοχή του κατηγορούμενου την οποία το Δικαστήριο θα αξιολογήσει, και ανεξάρτητα της όποιας βαρύτητας της, η υποχρέωση για απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας των δύο κατηγοριών παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Επομένως, κατά την εισήγηση, προηγείται η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του παραπονούμενου, ο οποίος περιέπεσε σε αντιφάσεις, ως είναι η θέση της υπεράσπισης, και προέβαλε ολοφάνερα ψευδή εκδοχή για να δικαιολογήσει τη δική του ενέργεια, επιτιθέμενος απευθείας, με την είσοδο του στο διαμέρισμα, στον κατηγορούμενο. Πλήρης παράθεση της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου υπεράσπισης παρατίθεται σε γραπτό κείμενο το οποίο μας παραδόθηκε. Θα αναφερθούμε στις θέσεις της υπεράσπισης στη συνέχεια, στο βαθμό που θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασής μας. Η προώθηση όλων των θέσεων και επιχειρημάτων της υπεράσπισης καταλήγει στην εισήγηση πως η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του, ως εκ τούτου είχε την ευχέρεια να παρακολουθήσει τον τρόπο κατάθεσης και συμπεριφοράς τους (βλέπε ως σχετική την υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους διενεργείται έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται τα όσα κατέθεσαν, τη σαφήνεια ή μη των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή μη, είτε αντιφάσεων, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει επίγνωση πως, η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα που προφανώς ενέχει κινδύνους, συνεπώς θα πρέπει να αποφεύγεται. Στην υπόθεση Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, κατά την αξιολόγηση μαρτύρων, σε άμεσο και σταθερό λόγο αλλά και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.» Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε είναι ενδεχόμενο το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, όταν βρίσκεται στο εδώλιο, να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελούν μάρτυρες οι οποίοι διέπονται, λόγω του χαρακτήρα τους, από επιπολαιότητα η οποία δεν τους επιτρέπει να εντείνουν τη μνήμη τους και δεν καταβάλλουν προσπάθεια για ορθή αντίληψη των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων προβάλλει επισφαλής. Έχοντας ως γνώμονα τις προαναφερόμενες κατευθυντήριες γραμμές και κριτήρια αξιολόγησης προβαίνουμε στα πιο κάτω συμπεράσματα αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Κατευθύνοντας κατ΄ αρχήν την προσοχή μας στους αστυφύλακες Μ.Κ.1, 2, 4, 7, 9, 10 και 13, σημειώνοντας πως οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.7 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες, ο πρώτος ως ειδικός φωτογράφος και ο δεύτερος ως ειδικός στη διερεύνηση σκηνών εγκλήματος, τους οποίους ως τέτοιους θα αξιολογήσουμε σε κατοπινό στάδιο, επισημαίνουμε ότι, προσεγγίσαμε τη μαρτυρία των εν λόγω αστυνομικών έχοντας κατά νου και σχετικές νουθεσίες τις οποίες από νωρίς η νομολογία μας (βλέπε υπόθεση Volettos v. The Republic
(1961)1 C.L.R. 169) έχει διατυπώσει για την αξιολόγηση αστυνομικών οργάνων. Μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους εξάγεται θετική εικόνα και πεποίθηση μας είναι ότι οι προαναφερόμενοι αστυφύλακες μετέφεραν στο Δικαστήριο, χωρίς οποιαδήποτε αλλοίωση, τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη τους, κατά τον τρόπο που εξήγησαν και στο βαθμό που συμμετείχαν στις έρευνες που διεξάχθηκαν για την εξιχνίαση της υπόθεσης, αμέσως μετά την πληροφόρηση ότι ένα άτομο, ο παραπονούμενος, βρισκόταν στο έδαφος δίπλα από όχημα, στο χώρο πολυκατοικιών πλησίον της υπεραγοράς Lidl, στην Κάτω Πάφο. Η ορθότητα των ενεργειών τους καθώς και η αντικειμενικότητα τους κατά τις έρευνες, αλλά και γενικότερα ο τρόπος δράσης και εμπλοκής τους δεν διαπιστώνουμε να αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, πλην κάποιων λεπτομερειών στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια, και που εν πάσει περιπτώσει δεν έχουν ως αποτέλεσμα την παραποίηση γεγονότων. Τέτοιες, ανάλογες, εξάλλου θέσεις δεν εκφράστηκαν ενώπιον μας από την υπεράσπιση. Είμαστε πεπεισμένοι ότι με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα έθεσαν ενώπιον μας τα γεγονότα, όπως αυτοί τα αντιλήφθηκαν χωρίς υπερβολή ή αχρείαστο ζήλο, αλλά με μόνο σκοπό την υποβοήθηση του Δικαστηρίου στην προσπάθεια του, και στο καθήκον του, για ανεύρεση της αλήθειας. Σημειώνουμε άλλωστε πως εκ μέρους του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης δεν τέθηκε ζήτημα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας των προαναφερόμενων μαρτύρων. Σημειώνουμε ταυτόχρονα πως δεν διέλαθε της προσοχής μας πως παρά το γεγονός ότι ο παραπονούμενος εξέφρασε, στην κατάθεση του, την επιθυμία του για να καταθέσει περισσότερα στη συνέχεια, αφού εκείνη τη στιγμή ήταν στη μονάδα εντατικής θεραπείας, δεν του λήφθηκε συμπληρωματική κατάθεση. Ελέγχεται η αστυνομία για την παράλειψη αυτή και θεωρούμε πως θα ήταν ορθότερο, πριν η υπόθεση καταχωριστεί στο Δικαστήριο, να δοθεί η ευχέρεια, στον παραπονούμενο, μιας και επρόκειτο για ανακριτική κατάθεση, να συμπληρώσει την εκδοχή του, αλλά και στην ανακριτική ομάδα να πάρει περισσότερα στοιχεία που προφανώς προέκυπταν, μετά τις έρευνες και εξετάσεις που έγιναν, έναντι της εκδοχής που πρόβαλε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση που έδωσε. Για τις πιθανές συνέπειες στην έκβαση της υπόθεσης και πιθανή βλάβη στα δικαιώματα του κατηγορούμενου, εξαιτίας της εν λόγω παράλειψης, θα επανέλθουμε σε κατοπινό στάδιο. Συνακόλουθα των πιο πάνω η μαρτυρία των Μ.Κ.2, 4, 9, 10 και 13 κρίνεται αξιόπιστη και αποδεκτή στο σύνολό της. Αναφορικά με τους αστυφύλακες, Μ.Κ.1 και Μ.Κ.7, καθώς και τους ιατρούς, Μ.Κ.6, Μ.Κ.8 και Μ.Κ.11 οι οποίοι κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες, μνημονεύουμε το καθήκον του Δικαστηρίου κατ΄ αρχήν να ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας που παρουσιάζεται ενώπιον του ως εμπειρογνώμονας είναι όντως τέτοιος, στον τομέα που καταθέτει, και ακολούθως να προβεί σε αξιολόγηση στη βάση των κριτηρίων που διέπουν τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν διαφέρει από την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων, διέπεται όμως από πρόσθετους κανόνες. Υπενθυμίζουμε πως στην υπόθεση Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746 αναφέρθηκε ότι: «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες ως προς την απόδειξη. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης. Ο πραγματογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. (Βλ. Vassilico Cement Works ν. Stavrou
(1978)1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 CLR 663). Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. (Βλ. Davie ν. Edimborough Magistrates
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades ν. Republic
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1.) Στην ίδια απόφαση διευκρινίζεται πως: «Κατά τα άλλα, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων. Δεν είναι επιτρεπτή η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας με στόχο την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος στο οποίο αναφέρεται επειδή εκείνος που μεταφέρει την πληροφορία στο Δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας (Βλ. Republic ν. Chacholiades
(1980)1 CLR 481). Όσο και αν είναι δυνατό να αναφερθεί ο πραγματογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους συλλογισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους. Η διάκριση μεταξύ της πρωτογενούς μαρτυρίας που είναι επιτρεπτή και της εξ ακοής μαρτυρίας που είναι ανεπίτρεπτη, έχει να κάμει με την φύση της μαρτυρίας σε συνάρτηση, όμως, και προς το σκοπό για τον οποίο προσάγεται. Έτσι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Constantinides (Akinita) Ltd ν. Mavrogenis (ανωτέρω), η μαρτυρία του πραγματογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός. Ακολουθεί πως η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία, θα αφήσει τη γνώμη του πραγματογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία.» Επισημαίνουμε βέβαια πως η εξ' ακοής μαρτυρία είναι πλέον αποδεκτή και εναπόκειται στο Δικαστήριο να την αξιολογήσει και να αποφανθεί αν θα την κρίνει αξιόπιστη, και κατ' επέκταση να της αποδώσει την πρέπουσα βαρύτητα. Σε πιο πρόσφατη νομολογία, στην υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2017:B154, Ποινική Έφεση 162/2014 ημερομηνίας 02.05.2017, επαναλήφθηκαν επί της ουσίας τους οι καθοδηγητικές γραμμές βάσει των οποίων διεξάγεται η αξιολόγηση πραγματογνωμόνων και εμπειρογνωμόνων. Λέχθηκε ότι: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162).» Ερχόμενοι πρώτα στη μαρτυρία των αστυνομικών, Μ.Κ.1 και Μ.Κ.7, σημειώνουμε πως ο πρώτος κατέθεσε ως ειδικός φωτογράφος και ο δεύτερος ως ειδικός στη διερεύνηση σκηνών εγκλήματος και εμφάνισης αποτυπωμάτων. Τα προσόντα τους δεν αμφισβητήθηκαν. Η δε ποιότητα της μαρτυρίας και των δύο αυτών μαρτύρων ήταν τέτοια που έχουμε πεισθεί ότι πρόκειται για εμπειρογνώμονες, στον τομέα που κατέθεσαν. Παρατηρείται ακόμη πως η αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν δεν είχε στόχο την αμφισβήτηση των λεγομένων τους, αλλά είχε χαρακτήρα διευκρίνησης. Επισημαίνουμε ακόμη ότι δεν διαπιστώνουμε κενά ή πλημμελείς ενέργειες τους, ως προς τον τρόπο με τον οποίο συνέδραμαν στη διερεύνηση της υπόθεσης, ενώ παρουσίασαν με σαφήνεια και επάρκεια ενώπιον μας τα αποτελέσματα των ενεργειών τους. Κρίνουμε συνεπώς πως ενέργησαν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, στη βάση των γνώσεων και της εμπειρίας τους, προκειμένου να επέλθει το αποτέλεσμα των ενεργειών τους. Ειδικότερα, ο Μ.Κ.7, κατόπιν εξειδικευμένων εξετάσεων τόσο στο χώρο του διαμερίσματος 205, όσο και αργότερα, στο εργαστήριο όπου υπηρετεί, όταν εξέτασε δακτυλοσκοπικά τα αντικείμενα που προωθήθηκαν για τέτοιο σκοπό και προέβη σε συμπεράσματα, τα οποία έχει διατυπώσει ευκρινώς στη μία από τις δύο εκθέσεις που έχει ετοιμάσει, ήτοι στο Τεκμήρια
- Καμιά επιφύλαξη ή αμφισβήτηση εκφράστηκε, είτε για τον τρόπο που εξέτασε τα συλλεχθέντα αντικείμενα είτε για το αποτέλεσμα των εξετάσεων του. Σημειώνεται άλλωστε πως το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης του, Τεκμήριο 21, εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Για τους προαναφερόμενους λόγους αποδεχόμαστε ως ορθά τα αποτελέσματα των ενεργειών των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.7 κατ' επέκταση και τα συμπεράσματα τους. Οι τρεις ιατροί, Μ.Κ. 6, Μ.Κ.8 και Μ.Κ.11, ομοίως δεν αμφισβητήθηκαν ως προς τα προσόντα και την ειδικότητα τους και ως εκ τούτου αποδεχόμαστε ότι πρόκειται για εμπειρογνώμονες στα ζητήματα για τα οποία κατάθεσαν. Κατά τη μαρτυρία τους άφησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, ως μάρτυρες εμπειρογνώμονες οι οποίοι κατέθεσαν για τα εξειδικευμένα ιατρικά ζητήματα που αφορούν στους τραυματισμούς που διαπίστωσαν, τόσο για τον παραπονούμενο όσο και για τον κατηγορούμενο. Αναμφίβολα η μαρτυρία τους δεν φαίνεται να συνδέεται με οποιοδήποτε προσωπικό τους συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Μας παρέθεσαν, ειδικότερα οι Μ.Κ.6 και Μ.Κ.11, με ευκρίνεια και πλήρη περιγραφή, στοιχεία για τα τραύματα του παραπονούμενου, η δε Μ.Κ.6 και του κατηγορούμενου, αλλά και του τρόπου αντιμετώπισης τους από την πρώτη στιγμή που ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο τμήμα Α΄ Βοηθειών, ως επίσης και την πορεία που ακολουθήθηκε, περιλαμβανομένης και χειρουργικής επέμβασης στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ομοίως και ο Μ.Κ.8 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ο οποίος προέβη στην παροχέτευση πνευμοπερικάρδιου και θρόμβου αίματος προκειμένου να μην μετατραπεί το πνευμοπερικάρδιο του παραπονούμενου σε θανατηφόρο. Οφείλουμε να επισημάνουμε εξάλλου πως τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα τους δεν αμφισβητήθηκαν με οποιαδήποτε σχετική υποβολή αλλά ούτε και άλλη μαρτυρία. Κλείνοντας την αξιολόγηση των προαναφερόμενων ιατρών, σημειώνουμε ότι δεν διέφυγε της προσοχής μας ότι η Μ.Κ.6, αναφερόμενη στη σοβαρότητα των τραυμάτων του παραπονούμενου, έμμεσα άφησε να νοηθεί ότι η κατάσταση του δεν ήταν και τόσο σοβαρή ή επικίνδυση, σε αντίθεση με τη γνώμη των Μ.Κ.6 και Μ.Κ.
- Δεν θεωρούμε ότι προκύπτει θέμα αξιοπιστίας οποιουδήποτε των προαναφερόμενων μαρτύρων, αποδίδουμε το γεγονός στο ότι οι Μ.Κ.8 και Μ.Κ.11, ως ειδικοί ιατροί, οι οποίοι προέβηκαν και σε χειρουργική επέμβαση, είχαν πιο ολοκληρωμένη εικόνα από ότι είχε η Μ.Κ.6, η οποία εξέτασε τον παραπονούμενο στις Α΄ Βοήθειες στο αρχικό εκείνο στάδιο. Το γεγονός άλλωστε ότι, κρίθηκε αναγκαία η μεταφορά του παραπονούμενου στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, για τη χειρουργική επέμβαση που έγινε, επιβεβαιώνει τη σοβαρότητα αλλά και την επικινδυνότητα του τραύματος στον πνεύμονα του. Ως αποτέλεσμα των προλεγόμενων, σχετικών με την αξιολόγηση των Μ.Κ.6, Μ.Κ.8 και Μ.Κ.11, κρίνουμε ότι πρόκειται για αξιόπιστους εμπειρογνώμονες, πραγματογνώμονες, των οποίων αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία και τα συμπεράσματα ή τη γνώμη αυτών. Ο Μ.Κ.5, χχχχχ Saltikov, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα υπόθεση ο ενοικιαστής του διαμερίσματος 205, στο οποίο συνέβηκε το επίδικο περιστατικό, δεν ήταν όμως παρών για να έχει οποιαδήποτε προσωπική αντίληψη περί των γεγονότων που αποτελούν και το έρεισμα του παρόντος κατηγορητηρίου. Παρότι είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι ήταν γνωστός του κατηγορούμενου, ο δε τελευταίος τον φώναζε και θείο λόγω της οικειότητας που υπήρχε, δεν διαπιστώσαμε να επιχείρησε να καταθέσει οτιδήποτε κατά τρόπο μεροληπτικό ώστε να τον υποβοηθήσει στην εκδοχή του. Παρατηρήσαμε εμφανώς ότι περιορίστηκε αυστηρά στα όσα γνώριζε προσωπικά. Σημειώνουμε ως στοιχείο προστιθέμενης αξίας για την αξιοπιστία του το γεγονός πως σεβόμενος τους νόμους του κράτους όπου διαμένει, από την πρώτη στιγμή, όταν τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο ο οποίος του είπε ότι είχε μαχαιρώσει κάποιον, αυτός αμέσως, και προφανώς αυτό δεικνύει πρόσωπο που δεν είχε και δεν ήθελε οποιαδήποτε ανάμειξη στο συμβάν, τον συμβούλευσε να πάει στην αστυνομία διότι και αυτός θα πήγαινε. Στη συνέχεια αναζήτησε γνωστό του πρόσωπο για να επικοινωνήσει με την αστυνομία, προκειμένου αφενός να απαλλαγεί από το βάρος της γνώσης ενός τέτοιου σοβαρού περιστατικού, αφετέρου να αποφύγει τυχόν υπόνοιες εναντίον του, λόγω του ότι τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και μίλησε μαζί του λίγο μετά το συμβάν. Μας άφησε καθ΄ όλα θετική εικόνα και ελλείψει οποιωνδήποτε κλονιστικών, της αξιοπιστίας του, στοιχείων, χωρίς αμφιβολία, θεωρούμε τον Μ.Κ.5 αξιόπιστο μάρτυρα και αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία του. Αξιόπιστη επίσης κρίνουμε και την Μ.Κ.12 χχχχχ Patroklou, η οποία προέβη σε μετάφραση της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία ο Μ.Κ.5, χχχχ, της οποίας η μαρτυρία υπήρξε έμμεσα αποδεκτή, αφού οι ερωτήσεις που δέχθηκε κατά την αντεξέταση ήταν καθαρά διευκρινιστικού χαρακτήρα, τα δε προσόντα της για τη μετάφραση την οποία διενήργησε δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης. Ως εκ των ανώτερω αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της, ως ειλικρινή και αληθινή. Η Μ.Κ.14 μας άφησε επίσης πολύ καλή εντύπωση, ως μάρτυρας της αλήθειας. Πρόκειται για τη μητέρα του χχχχχχ Δημητριάδη ο οποίος ήταν παρών στο επίδικο περιστατικό, πλην όμως δεν εντοπίστηκε για να κλητευθεί και να καταθέσει στο Δικαστήριο. Αποκομίσαμε την εντύπωση αλλά και την πεποίθηση ότι μας μετέφερε με ειλικρίνεια κάθετί που γνώριζε ή περιήλθε στην αντίληψη της από προσωπική γνώση. Διακρίναμε ότι η εν λόγω μάρτυρας ήταν, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, εμφανώς ταλαιπωρημένη και υπό το κράτος αγωνίας, σχεδόν φοβισμένη. Αποδίδουμε το γεγονός στις συνθήκες που περιβάλλουν τον γιο της, ο οποίος είναι αναμεμιγμένος στα ναρκωτικά και έκανε προσπάθεια αυτοκτονίας, ως η ίδια μας αποκάλυψε, και αυτή τη στιγμή ούτε η ίδια γνωρίζει που βρίσκεται, και όχι επειδή αυτά για τα οποία μαρτύρησε δεν ήταν η αλήθεια ή είχε επιφυλάξεις. Άλλωστε όσα ουσιώδη μας παρέθεσε ήταν καταγεγραμμένα στις δύο καταθέσεις της - Τεκμήρια 37 και 38 - που έδωσε στην Αστυνομία. Υπενθυμίζουμε δε πως την πρώτη της κατάθεση την έδωσε στο σημείο όπου εντοπίστηκε ο παραπονούμενος, στο έδαφος, τραυματισμένος. Αισθανόμαστε πως δεν έχουμε οποιοδήποτε υπόβαθρο να υποψιαζόμαστε ότι κατασκεύασε ή αλλοίωσε τη μαρτυρία της. Δεν διαπιστώνουμε αντιφάσεις ή αμφιταλαντεύσεις στη μαρτυρία της. Σημειώνουμε εξάλλου ότι δεν της υποβλήθηκε, κατά την αντεξέταση της, ότι κατέθεσε ψευδή στοιχεία ή πληροφορίες προς υποβοήθηση του παραπονούμενου λόγω της σχέσης που αυτός είχε με τον γιο της. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι κατέθεσε την αλήθεια για όσα γνώριζε χωρίς παραποιήσεις ή επιδράσεις. Ούτως ή άλλως δεν είχε λόγο, αντικειμενικά και με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, να μαρτυρήσει οτιδήποτε διαφορετικό από την αλήθεια μιας και ο γιός της, ο οποίος γνωριζόταν και με τους δύο εμπλεκόμενους, δεν φέρεται αναμεμιγμένος σε τέτοιο βαθμό, στο επίδικο επεισόδιο, είτε από τον παραπονούμενο, είτε από τον κατηγορούμενο, υπό την έννοια ότι δεν του αποδίδεται κάποια πράξη ή παράλειψη, που θα χρειαζόταν η Μ.Κ.14 να τον υποστηρίξει ή να τον καλύψει. Συνακόλουθα των πιο πάνω, και έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που προέκυψε η μαρτυρία της, αποδεχόμαστε ότι η Μ.Κ.14 είναι αξιόπιστη μάρτυρας και ως εκ τούτου, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Τέλος αξιόπιστη κρίνουμε και την Μ.Κ.15 η οποία κατοικεί σε διαμέρισμα το οποίο βρίσκεται σε γειτονική πολυκατοικία, από την πολυκατοικία που βρίσκεται το διαμέρισμα 205, και συμπωματικά στις 08.05.2020, περί ώρα 16:10, βρισκόταν σε βεράντα της πολυκατοικίας στην οποία ανήκει το διαμέρισμα της, κάνοντας παρέα στο σύζυγο της ο οποίος εκείνη την ώρα κάπνιζε τσιγάρο, οπότε άκουσε φωνές οι οποίες προέρχονταν από το διαμέρισμα
- Όπως διαφάνηκε η εν λόγω μάρτυρας δεν γνώριζε οποιοδήποτε από τα τέσσερα πρόσωπα, κατηγορούμενο, παραπονούμενο, Δημητριάδη και Ανδρεάδη, που ως είναι κοινώς αποδεκτό βρίσκονταν στο διαμέρισμα 205 κατά την ώρα που εκτυλίχθηκε το επίδικο περιστατικό. Δεν είχε συνεπώς κανένα λόγο ή κίνητρο να καταθέσει οτιδήποτε προς μοριοδότηση της εκδοχής κάποιου εκ των δύο άμεσα εμπλεκόμενων. Έχουμε επίσης κατανοήσει πως η απόσταση που χώριζε το διαμέρισμα της από το διαμέρισμα 205, ήταν αφενός ικανή ώστε αυτή να ακούσει και να αντιληφθεί τα όσα κατέθεσε, αφετέρου η θέση που βρισκόταν ήταν τέτοια που δικαιολογημένα δεν της επέτρεπε να αποδώσει στο Δικαστήριο επ' ακριβώς τι διαδραματίστηκε, ως προς τον καυγά που αντιλήφθηκε ότι υπήρξε, εντός του διαμερίσματος. Κατ΄ επέκταση των προλεγόμενων αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία της. Ερχόμενοι στη μαρτυρία του παραπονούμενου, Μ.Κ.3, και του κατηγορούμενου, δεδομένου του γεγονότος ότι ουδείς άλλος μάρτυρας, αυτόπτης, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να δώσει περαιτέρω φώτιση ή καθοδήγηση αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα του επίδικου περιστατικού, η δε εκδοχή γεγονότων που πρόβαλε ο παραπονούμενος συνάντησε την αντίθετη εκδοχή γεγονότων που πρόταξε ο κατηγορούμενος, κρίνουμε πως είναι ορθό η αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου και κατηγορούμενου, σε κάποιο βαθμό, να αλληλοσυγκριθεί και συζητηθεί παράλληλα, χωρίς βέβαια να αγνοούμε ότι η μαρτυρία του καθενός είναι αυτοτελής και ως εκ τούτου απαιτεί και τη ξεχωριστή της αντίκριση. Κατ΄ αρχήν διατυπώνουμε τη θέση ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας και των δύο προαναφερόμενων προσώπων μας επιβάλλει να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία τους με κάθε επιφυλακτικότητα, αλλά και αυξημένη προσοχή, όχι μόνο γιατί είναι πρόσωπα άμεσα εμπλεκόμενα και με αυξημένο προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της δίκης, αλλά και λόγω του ότι, ως διαφαίνεται, δεν έχουν και ιδιαίτερα καλές σχέσεις με τη νομιμότητα. Ειδικότερα, ο παραπονούμενος δεν μας φάνηκε να είναι πρόσωπο με νομοταγή συμπεριφορά. Ως ο ίδιος αποκάλυψε έχει ποινικό μητρώο καθώς επίσης δεν συμμορφωνόταν με όρους εμφάνισης στην αστυνομία που του επέβαλε Δικαστήριο για ποινική υπόθεση. Ούτε και ο κατηγορούμενος βέβαια φαίνεται να ήταν μακριά από κάθε παρανομία. Ως ο ίδιος μαρτύρησε, στο διαμέρισμα του και στην παρουσία του, αφήνοντας βέβαια τον ίδιο εκτός συμμετοχής, έγινε χρήση ναρκωτικών ουσιών, και από τον παραπονούμενο αλλά και από τον Δημητριάδη. Ο δε πρώτος του πρότεινε να αγοράζει και κλοπιμαία. Επιπρόσθετα των προαναφερόμενων διακρίναμε διάχυτη την προσπάθεια και των δύο να σπιλώσουν ο ένας την αξιοπρέπεια και κατ΄ επέκταση την αξιοπιστία του άλλου, με απώτερο βέβαια στόχο να πείσουν το Δικαστήριο, συνδέοντας αναμφίβολα το αποτέλεσμα της εν λόγω προσπάθειας τους, για την αποδοχή της εκδοχής του ενός και την απόρριψη της εκδοχής του άλλου. Δεν θα ασχοληθούμε όμως σε βάθος, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, με το κατά πόσο αληθεύουν και σε ποιο βαθμό οι εν λόγω ισχυρισμοί των αλληλοκατηγοριών. Με βεβαιότητα όμως σχηματίσαμε την πεποίθηση ότι πίσω από αυτές τις αλληλοκατηγορίες κρυβόταν και η αιτία που, από ένα χρονικό σημείο και μετά, οι σχέσεις τους δεν ήταν ομαλές, κυρίως τις τελευταίες 2-3 ημέρες, με τον ένα να αποδίδει στον άλλο παράνομες πράξεις και ενέργειες, όπως για παράδειγμα αποδίδονται, από τον παραπονούμενο στον κατηγορούμενο, πράξεις και λόγια με τα οποία αυτός κατάλαβε ότι τον κορόιδευε, ως προς το κατά πόσο θα έκαναν κάποια εμπορική συνεργασία, δίδοντας του ψευδή στοιχεία, και πως κάπνιζε ναρκωτικά και μεθούσε, ενώ ο κατηγορούμενος αποδίδει στον παραπονούμενο διάπραξη κλοπών και στη συνέχεια του ζητούσε να αγοράσει τα κλοπιμαία για να έχει λεφτά, αλλά και ότι κάπνισε στο διαμέρισμα του ναρκωτικά. Ό,τι σημειώνουμε είναι πως και οι δύο τους φαίνεται να αποδέχονταν, μέχρι που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό, τη σχέση αυτή χωρίς να είμαστε σε θέση με βεβαιότητα να διατυπώσουμε την εξήγηση αυτής της συμπεριφοράς τους. Συνεπώς ξεκάθαρα προκύπτει ότι συνέχιζαν, μέχρι που οι σχέσεις τους διαρρήχθηκαν, να διατηρούν σχέσεις «φιλίας» χωρίς να τους απασχολήσει ότι και ο ένας και ο άλλος εκδήλωναν παράνομη δραστηριότητα, και βέβαια ουδέποτε κατήγγειλαν το όποιο παράνομο γεγονός στην αστυνομία, πολύ δε περισσότερο δεν εναντιώθηκαν ή τοποθετήθηκαν κατά τρόπο αποτελεσματικό που να δηλώνει αποστροφή ή μη αποδοχή. Αυτή τους η αποδοχή συνηγορεί στο συμπέρασμα ότι και οι δύο αρέσκονταν σε τέτοια ακούσματα για πράξεις που δεν τις θεωρούν μεμπτές. Η πιο πάνω σκιαγράφηση των στοιχείων που περιβάλλουν την προσωπικότητα, του παραπονούμενου και κατηγορούμενου, καθώς και τις γενικότερες σχέσεις τους, κρίνουμε πως οφειλόταν να γίνει, προκειμένου να αποκαλύψουμε τη διευρυμένη διεργασία αξιολόγησης της μαρτυρίας τους, προσθέτοντας βέβαια και τα όσα ακολουθούν, προκειμένου να θεμελιώσουμε την κρίση μας ως προς το κατά πόσο αυτοί τοποθετήθηκαν με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο, χωρίς να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι αυτά τα στοιχεία ήταν σχετικά δευτερεύοντα, ως προς την εξέλιξη του επίδικου περιστατικού για το οποίο το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κάτω από ποιες περιστάσεις έλαβε χώρα. Σημειώνουμε ακόμη πως δεν διέλαθε της προσοχής μας ότι είχαν δικαίωμα εκ του νόμου και οι δύο, όταν τους τέθηκαν τα ερωτήματα που άπτονταν πιθανής εμπλοκής τους σε παρανομίες, να μην απαντούσαν οτιδήποτε, αποκομίσαμε όμως την ισχυρή εντύπωση πως αυτά για τα οποία, είτε δεν αποδέχθηκαν είτε απέδωσαν ο ένας στον άλλο, αποτελούν και την αιτία που ούτε ο ένας ούτε ο άλλος αποκάλυψαν όλη την αλήθεια αναφορικά με τη σχέση τους, κυρίως τη διαφωνία τους, η οποία εν τέλει οδήγησε στο επίδικο περιστατικό. Εν πάση όμως περιπτώσει οφείλουμε καθηκόντως να τοποθετηθούμε επί των δύο εκδοχών και να διαλευκάνουμε τα γεγονότα, στον βαθμό που μας επιτρέπεται με βεβαιότητα και ασφάλεια. Ασφαλής οδός, την οποία επιλέξαμε, είναι να επικεντρωθούμε στα στοιχεία που περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό και μόνο, ως σημείο αναφοράς, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων που προέκυψαν από τις έρευνες της αστυνομίας, συμπεριλαμβανομένης της πραγματικής μαρτυρίας, χωρίς να δίδουμε ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα στα δευτερεύοντα ζητήματα που προώθησαν, οι παραπονούμενος και κατηγορούμενος, ενώπιον μας αποκλειστικά και μόνο, ως έχουμε αντιληφθεί, για να πλήξουν ο ένας την προσωπικότητα του άλλου με απώτερο βέβαια στόχο, ως κατανοήσαμε, τον κλονισμό της εκδοχής γεγονότων που ο καθένας παρουσίασε. Πραγματευόμαστε το θέμα της αξιοπιστίας έχοντας κατά νου και τα λεχθέντα στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661), όπου αποφασίστηκε πως «Η ανάλυση των στοιχείων, που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει δύο επάλληλα επίπεδα. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα δηλαδή σ' αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας, και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια.» Προσθέτουμε ταπεινά βέβαια και το στοιχείο της εμπειρίας μας ως ένα επιπλέον εφόδιο. Με γνώμονα τα προλεγόμενα καθώς και τα γενικότερα κριτήρια αξιολόγησης μαρτύρων, τα οποία έχουμε παραθέσει ενωρίτερα, επικεντρωμένοι στο επίδικο περιστατικό, αυτό καθ' αυτό, διαπιστώνουμε πως ο παραπονούμενος, σε καίρια σημεία της μαρτυρίας του δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις, κυρίως όταν ρωτήθηκε για άμεσα ζητήματα σε σχέση, και με την έναρξη αλλά και την εξέλιξη του περιστατικού. Διακρίναμε δε πως στην περιγραφή των ουσιωδών γεγονότων, που άπτονται του πυρήνα του περιστατικού, δεν υπήρξε σαφής, ξεκάθαρος και κατηγορηματικός. Υπέπεσε σε αντιφάσεις ως θα υποδείξουμε στη συνέχεια. Τονίζουμε εξ' αρχής ότι δεν διέλαθε της προσοχής μας και δεν παραγνωρίσαμε το γεγονός ότι ο παραπονούμενος ξεκάθαρα διατυπώνει, στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ενόσω βρισκόταν στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, τη βούληση του να προσθέσει περισσότερα από όσα ανέφερε στην αστυνομία σε εκείνο το πρόωρο στάδιο. Το ότι η αστυνομία δεν του ζήτησε νέα κατάθεση πριν τη δίκη δεν είναι λόγος για να χρεωθεί με την αποδοχή της εισήγησης της υπεράσπισης, και δη ότι τα όσα πρόβαλε στο Δικαστήριο είναι κατασκευάσματα εκ των υστέρων, για το λόγο αυτό και μόνο, αφού όντως αρκετά στοιχεία της μαρτυρίας του δεν περιλαμβάνονται στην κατάθεση που έδωσε όταν ανακρίθηκε από την αστυνομία. Επισημαίνουμε πως έχουμε αντιμετωπίσει την αξιοπιστία του παραπονούμενου, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, σφαιρικά και όχι μεμονωμένα, αλλιώς με την ίδια λογική, στην οποία στηρίζεται η εισήγηση της υπεράσπισης, θα κατευθύναμε τη σκέψη μας πως και ο κατηγορούμενος, επειδή δεν αποτάθηκε αμέσως μετά το περιστατικό στην αστυνομία, μεσολαβούσης και συνάντησης του με το δικηγόρο του, ως είχε βέβαια κάθε δικαίωμα, κατασκεύασε την εκδοχή του και δεν κατέθεσε την αλήθεια εξαιτίας και μόνο αυτού του λόγου. Ωστόσο δεν αντικρίσαμε τη μαρτυρία των εν λόγω δύο προσώπων με τέτοιο σκεπτικό. Τονίζουμε ότι έχουμε προβεί στην αξιολόγηση των εν λόγω προσώπων χωρίς να έχουμε περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός ξεχωριστά, αλλά συσχετίσαμε και διευρύναμε τους προβληματισμούς μας με τους κύριους και ουσιώδεις ισχυρισμούς, όπως αυτοί τέθηκαν ενώπιον μας, προκειμένου να δώσουμε απάντηση ή εξήγηση σ' αυτούς, κατά το ανθρωπίνως δυνατό, όπως δικαιολογείται από ολόκληρη τη μαρτυρία που ακούσαμε. Επιχειρώντας να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι προβαίνουμε στις πιο κάτω επισημάνσεις, σε ότι αφορά στις αδυναμίες που έχουμε προαναφερθεί, σχετικά με τη μαρτυρία του παραπονούμενου. Προβάλλοντας την εκδοχή του ο παραπονούμενος, και δη ότι δέχθηκε απρόσμενα επίθεση από τον κατηγορούμενο, δίδοντας ως αιτία της επίθεσης το γεγονός ότι αυτός του ζητούσε να του πληρώσει το ποσό των €50,00 το οποίο του χρωστούσε για σύνδεση που θα γινόταν στο διαδίκτυο, κρίνουμε πως η εν λόγω μαρτυρία και θέση του δεν είναι καθόλου πειστική, καθ' ότι το εν λόγω ποσό δεν είχε ποτέ καταβληθεί για να οφειλόταν. Προσπάθησε, ως αναδύεται μέσα από τα πρακτικά, ανεπιτυχώς ο παραπονούμενος πέραν της μίας περίπτωσης, και καθ΄ όλη τη μαρτυρία του, να μας πείσει ότι αυτή ήταν μία από τις κύριες αιτίες που ήθελε να συναντηθούν, αρχικά εκτός διαμερίσματος του κατηγορούμενου. Δεν μας φαίνεται λογικό ότι για ένα ποσό των €50,00, που ούτως ή άλλως δεν πεισθήκαμε ότι οφειλόταν, χρειαζόταν συνάντηση και μάλιστα με τον παραπονούμενο να επιμένει σε ουδέτερο μέρος, και τον κατηγορούμενο να επιμένει στο διαμέρισμα του. Περαιτέρω διαπιστώσαμε ασαφή και αντιφατική μαρτυρία, εκ μέρους του παραπονούμενου, ως προς την τοποθέτηση των υπόλοιπων παρευρισκόμενων προσώπων κατά το χρόνο που αυτός εισήλθε στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου. Ενώ προβάλλει, αρχικά, ότι εισήλθε στο διαμέρισμα και προχώρησε στο μπαλκόνι, με τον κατηγορούμενο να είναι όρθιος μιλώντας στο τηλέφωνο και ξαφνικά να του επιτίθεται με μαχαίρι, σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του εντοπίζουμε αναφορές του πως όλοι τους, εννοώντας και τον κατηγορούμενο, κάθονταν στο τραπέζι και έτρωγαν όταν αυτός εισήλθε στο διαμέρισμα. Ταυτόχρονα, σημειώνουμε ως αντίφαση, βαρύνουσας σημασίας, το γεγονός ότι η αρχική του εκδοχή, ως την παρέθεσε στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, και την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του, ήταν πως ο κατηγορούμενος τον μαχαίρωσε εντελώς ξαφνικά ενώ αυτός έκανε χειραψία με τον χχχχχ Ανδρεάδη, ωστόσο στην αντεξέταση του προώθησε και την εκδοχή ότι συνομίλησε με τον κατηγορούμενο πριν την επίθεση και αυτός τον ρώτησε γιατί δεν του απαντούσε στο τηλέφωνο και στα μηνύματα. Οι εν λόγω αναφορές του παραπονούμενου αντανακλούν σε άλλη εικόνα από την αρχική, σ΄ ότι αφορά στην έναρξη αλλά και στην αιτία έναρξης του περιστατικού. Ως μη αποδεκτή προβάλλει επίσης η θέση του παραπονούμενου ότι κατά την εξέλιξη των γεγονότων, που περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό, αυτός δεν άγγιξε καθόλου και δεν τραυμάτισε τον κατηγορούμενο. Εντοπίζουμε ότι αρχικά ανέφερε πως δεν γνώριζε πώς τραυματίστηκε ο κατηγορούμενος, ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ήταν κατηγορηματικός ότι μόνος του ο κατηγορούμενος προκάλεσε τα τραύματα του. Πέραν της ταλάντευσης η οποία προβάλλει ως μία αποδυνάμωση στη θέση του, κρίνουμε πως και η πραγματική μαρτυρία, συγκεκριμένα ο εντοπισμός κηλίδων αίματος, στο πάτωμα της βεράντας του μπαλκονιού, αλλά και σε άλλους χώρους του διαμερίσματος 205, οι οποίες ανήκουν στον κατηγορούμενο, ως προκύπτει από τα συμπεράσματα αρ. 1, 2, 4, 8, 9, 13 και 15 της έκθεσης του δρα Καριόλου - Τεκμήριο 36 - το περιεχόμενο της οποίας αποτέλεσε κοινώς παραδεκτό γεγονός, δεν επιτρέπει την αποδοχή της μαρτυρίας του παραπονούμενου, καθότι η ύπαρξη των εν λόγω κηλίδων αίματος συνάδει με το γεγονός πως και ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε, κατά το επεισόδιο, εξού και η σχετική διαπίστωση στη σχετική ιατρική έκθεση, Τεκμήριο 19, που εξέδωσε η Μ.Κ.6, όταν αυτή εξέτασε, στις 10.05.2020 τον κατηγορούμενο. Υπενθυμίζουμε στο στάδιο αυτό τη σημασία της πραγματικής μαρτυρίας η οποία είναι δυνατό να λειτουργήσει ως καθοδήγηση, ως συμβαίνει κατά την κρίση μας, στην παρούσα υπόθεση, για την αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας. Παραπέμπουμε σε σχετική εκτενή ανάλυση για τη σημασία της πραγματικής μαρτυρίας, στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2014, σελίδες 332 και επόμενες. Κατά την αξιολογική μας κρίση, του πιο πάνω ζητήματος, δεν διέλαθε βέβαια της προσοχής μας η θέση της υπεράσπισης, ότι ο κατηγορούμενος αυτοτραυματίστηκε, προκειμένου να στοιχειοθετήσει την εκδοχή του ότι του επιτέθηκε ο παραπονούμενος. Δεν αντιπαρήλθαμε ασυζητητί αλλά αξιολογήσαμε την εν λόγω θέση, πλην όμως, φρονούμε πως δεν παρέχονται περιθώρια για αποδοχή της. Ο κατηγορούμενος δεν είχε, θεωρούμε, χρόνο για να αυτοτραυματισθεί πριν φύγει από το διαμέρισμα του, όπως έπραξε, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.15, η οποία αφενός είδε ένα πρόσωπο να βρίσκεται στο δρόμο, και που προφανώς αυτός ήταν ο παραπονούμενος, αφετέρου αντιλήφθηκε δύο πρόσωπα να σκαρφαλώνουν από τοίχο, στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας, και να απομακρύνονται από αυτή μέσα στα χωράφια, και που πρόδηλα ο ένας ήταν ο κατηγορούμενος και ο άλλος ο Ανδρεάδης. Κηλίδες αίματος του κατηγορούμενου σημειώνουμε ότι εντοπίστηκαν και εντός του διαμερίσματος, πλησίον της εισόδου, ως εξάγεται από την έκθεση Καριόλου - Τεκμήριο 36 - στην καταγραφή των συμπερασμάτων αρ. 1, 2, 4, 8, 10, 13, 15 και 38. Αυτό το δεδομένο όμως προϋποθέτει, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του παραπονούμενου, πως ο κατηγορούμενος διακινήθηκε σε διάφορα μέρη του διαμερίσματος προκειμένου να δημιουργήσει προϋποθέσεις προώθησης της εκδοχής του. Μας φαίνεται πολύ πιο λογικό όμως, αν ο κατηγορούμενος είχε ανάλογη πρόθεση, για αυτοτραυματισμό, αφού τον πίεζε ο χρόνος, (α) θα πραγματοποιούσε τον τραυματισμό σε ένα μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, αφότου έφυγε από το διαμέρισμα, και (β) θα προκαλούσε περισσότερους τραυματισμούς ή σημάδια ώστε να είναι και πιο πειστικός και όχι μόνο στο αριστερό του χέρι. Αρνήθηκε ακόμη ο παραπονούμενος ότι έστειλε απειλητικά μηνύματα στον κατηγορούμενο, αποδεχόμενος στην αντεξέταση του ότι έστειλε μηνύματα, προωθώντας τη θέση ότι δεν είχαν απειλητική χροιά, χωρίς όμως να μας πείσει προς τούτο. Το περιεχόμενο κάποιων μηνυμάτων, ως αυτά περιγράφονται στην κατάθεση του κατηγορούμενου που έδωσε στην αστυνομία και τα οποία η μεταφράστρια, Μ.Κ.12, επιβεβαίωσε ότι αυτή έβλεπε το περιεχόμενο τους στο κινητό του κατηγορούμενου, όταν αυτός έδωσε την κατάθεση στην αστυνομία, υποδεικνύοντας τα εν λόγω μηνύματα, κρίνουμε ότι έχουν απειλητική χροιά και δεν χρειάζεται στο πλαίσιο αυτής της διεργασίας να ερμηνεύσουμε αν συνιστούν απειλή με την έννοια του άρθρου 91 ή 91Α του Κεφ.154. Επίσης η εικόνα που έχουμε αποκομίσει μέσα από τα λεγόμενα του παραπονούμενου, τα οποία σχετίζονται άμεσα με το χρόνο που είχαν σταλεί τα μηνύματα, αυτά δεν θα μπορούσαν να ήταν αστεία αλλά ξεκάθαρα είχαν απειλητική χροιά και προφανώς ήταν προϊόν εκνευρισμού. Επισημαίνουμε ότι μέσα από τη μαρτυρία του ο παραπονούμενος αποδέχεται πως ήταν εκνευρισμένος που ο κατηγορούμενος δεν του απαντούσε στο τηλέφωνο για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς για τα χρήματα που πίστευε ότι του όφειλε. Επιπλέον, διαπιστώνουμε πως όταν υποδείχθηκε στον παραπονούμενο το τεκμήριο 5
(70), - σουγιάς - και ρωτήθηκε αν τον αναγνώριζε, και αν ήταν δικός του, απάντησε με δισταγμό και όχι αυθόρμητα, λέγοντας εν τέλει πως ήταν δικός του και τον έχει συνήθως στο αυτοκίνητο του. Μας άφησε φτωχική εντύπωση. Παρατηρούμε πως αυτή του η μαρτυρία, και με τον τρόπο που προέκυψε σκοπό είχε να αποκρύψει τις πιθανές προθέσεις του, που δεν ήταν καλές, όταν ανέβηκε στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου, και να μην φαίνεται ότι είχε μαζί του τέτοιο αντικείμενο, ωστόσο διαψεύστηκε καθ' ότι το εν λόγω Τεκμήριο, ο σουγιάς, βρέθηκε στην τσέπη του παντελονιού του, όταν αυτό παραλήφθηκε από την αστυνομία στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου μεταφέρθηκε ο παραπονούμενος και όχι στο αυτοκίνητο του. Συνεπώς το κρατούσε μαζί του. Επιπλέον το αυτοκίνητο που οδηγούσε την 08.05.2020, ως είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, δεν ήταν το αυτοκίνητο του, αλλά αυτοκίνητο ενοικιάσεως, λόγω βλάβης του αυτοκινήτου του, επομένως δεν μπορούσε να βρισκόταν «ως συνήθως» στο αυτοκίνητο του, ως ήταν η θέση του. Ταλάντευση και έλλειψη σταθερότητας στη μαρτυρία του παραπονούμενου ανιχνεύσαμε και σε σχέση με το Τεκμήριο 5
(55)- σωλήνα από ηλεκτρική σκούπα - την οποία δεν αναγνώρισε ευθέως και ξεκάθαρα, άλλοτε λέγοντας ότι δεν ήταν αυτή που χρησιμοποίησε για να απωθήσει τον κατηγορούμενο ή να αντικόψει προσπάθεια του τελευταίου να του καταφέρει το τρίτο μαχαίρωμα, και άλλοτε έλεγε ότι μπορεί να ήταν αυτή η σωλήνα που χρησιμοποίησε. Έλλειψη πειστικότητας προκύπτει από τη μαρτυρία του παραπονούμενου και ως προς το σημείο που η εν λόγω σωλήνα βρισκόταν όταν την έπιασε, ως ισχυρίστηκε, για να αμυνθεί. Ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στην είσοδο του διαμερίσματος. Διακρίνουμε μέσα από τις φωτογραφίες 17, 18 και 29 του Τεκμηρίου 3, πως η ηλεκτρική σκούπα δεν βρισκόταν στην είσοδο του διαμερίσματος. Πιο λογικό μας φαίνεται η σωλήνα να ήταν συνδεδεμένη με την ηλεκτρική σκούπα και όχι στην είσοδο του διαμερίσματος αποσυνδεδεμένη από αυτήν, προκειμένου αυτός πριν εξέλθει του διαμερίσματος να την χρησιμοποιήσει ως άμυνα. Δεν πεισθήκαμε επίσης ότι δικαιολογούνταν τόση μεγάλη έγνοια και ανησυχία στον παραπουνόμενο, ως αναδύεται μέσα από τη μαρτυρία του, που ο Δημητριάδης ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο στο διαμέρισμα του τελευταίου και δεν του απαντούσαν στα τηλεφωνήματα. Προφανώς κάποιος άλλος ήταν ο λόγος. Ως έχουμε εξηγήσει οι διαφορές τους είχαν άλλη αιτία που μπορούμε να υποψιαστούμε, όχι όμως να διακριβώσουμε με βεβαιότητα. Και η εν λόγω μαρτυρία του παραπονούμενου μας προκάλεσε ερωτηματικά, και αυξημένη επιφυλακτικότητα για την αποδοχή της. Τέλος κρίνουμε ότι είναι καταλυτικής σημασίας, σε ότι αφορά την εκδοχή του παραπονούμενου ότι με την είσοδο στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου, όταν πήγε στη βεράντα, ο κατηγορούμενος ξαφνικά του επιτέθηκε με μαχαίρι, η αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.15 η οποία αν και δεν κλητεύθηκε από την κατηγορούσα αρχή, αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση, και η οποία αναφέρθηκε σε καυγά που αντιλήφθηκε ότι γινόταν εντός του διαμερίσματος και αφού πέρασαν 30-45 λεπτά τότε είδε ένα πρόσωπο στο δρόμο που βογκούσε, που προφανώς ήταν ο παραπονούμενος, η εκδοχή του οποίου, ως την παρουσίασε δεν θα διαρκούσε πέραν των 3-5 λεπτών. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής επικαλέστηκε την ύπαρξη του γενετικού υλικού του παραπονούμενου το οποίο εντοπίστηκε σε καλαμάκι στο σημείο που γίνεται λήψη υγρού, ως γεγονός που συνάδει με την εκδοχή του. Δεν συμφωνούμε με την εν λόγω εισήγηση επισημαίνοντας πως ούτως ή άλλως ο παραπονούμενος δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με το πλαστικό ποτήρι που βρισκόταν το καλαμάκι, το οποίο περιείχε καφέ και δεν το συσχέτισε με τα ουσιαστικά γεγονότα και την εκδοχή του. Ενόψει των προαναφερόμενων διαπιστώσεων κρίνουμε πως θα ήταν ακροσφαλές να δεχθούμε την εκδοχή που ο παραπονούμενος παρουσίασε για το επίδικο περιστατικό. Την κρίνουμε αναξιόπιστη και ως εκ τούτου την απορρίπτουμε. Από την άλλη πλευρά παρατηρούμε ότι ο κατηγορούμενος, πέραν των όσων έχουμε ήδη σημειώσει, φρόντισε με τα λεγόμενα του, ως αναδύεται μέσα από τα πρακτικά της δίκης, να παρουσιαστεί ότι είναι παιδί οικογένειας που σέβεται τους νόμους στη χώρα του και αλλού, και ότι βρίσκεται μακριά από παράνομες πράξεις. Ως έχουμε ήδη αναφέρει δεν φαίνεται να προέβη σε πράξεις ώστε να αποφύγει, ούτε τον παραπονούμενο αλλά ούτε και τον Δημητριάδη, με τους οποίους έκανε παρέα στο διαμέρισμα του, που, ως ο ίδιος αποδέχθηκε, αντιλήφθηκε ότι ήταν μπλεγμένοι σε παράνομες ενέργειες, ωστόσο συνέχιζε να συναναστρέφεται μαζί τους. Η μαρτυρία του, ότι, όταν, εκεί στο τραπέζι που κάθονταν οι τρεις, κατηγορούμενος, Ανδρεάδης και Δημητριάδης, πριν την εμφάνιση του παραπονούμενου, ρώτησε τον Ανδρεάδη πώς γνωριζόταν με τον παραπονούμενο και αυτός του απάντησε ότι γνωρίστηκαν στη φυλακή, οπότε αυτός κατάλαβε ότι δεν ήταν καλοί άνθρωποι και πως έμπλεξε μαζί τους, δεν μας ακούγεται ειλικρινής. Δεν προβάλλει πειστική και σκοπό είχε την ενίσχυση της θέσης του ότι αυτός ήταν άμεμπτος οποιωνδήποτε παρανομιών, «ξεχνώντας» βέβαια ή δεν πέρασε ανάλογη σκέψη από το μυαλό του όταν ο παραπονούμενος αρκετές φορές του έπαιρνε κλοπιμαία για να τα αγοράσει ή όταν κάπνισε στο διαμέρισμα του ναρκωτικά, ως ήταν η θέση του. Ως προς την εξέλιξη του επίδικου περιστατικού ο κατηγορούμενος πρόβαλε τη θέση ότι λειτούργησε υπό καθεστώς αυτοάμυνας ενώ βρισκόταν υπό την πίεση του παραπονούμενου, κάτω στο πάτωμα, έξω στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του, οπότε χωρίς να αντιληφθεί το αντικείμενο που έπιασε από το τραπέζι, γύρισε το χέρι του και επιτέθηκε στον παραπονούμενο για να τον κτυπήσει και να αποδεσμευτεί από τον τελευταίο. Η κοινή λογική αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην αξιολογική κρίση του Δικαστηρίου (βλέπε σχετική ανάλυση στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, ανωτέρω, σελίδες 11 - 14) Η εν λόγω εκδοχή του κατηγορούμενου δεν φαντάζει εύλογη για το λόγο ότι μας φαίνεται απίθανο, εντελώς τυχαία, αυτό το κάτι που έπιασε από το τραπέζι να ήταν ένα μαχαίρι, επαγγελματικό, ως το χαρακτήρισε ο παραπονούμενος χωρίς να αμφισβητηθεί, και που δεν υπήρχε άλλωστε λόγος να βρισκόταν στο τραπέζι, αφού ουδείς έδωσε εξήγηση για την εκεί παρουσία του. Ακόμη πιο αδύνατο μας φαίνεται να έφτασε το χέρι του κατηγορούμενου στο τραπέζι, το οποίο ως φαίνεται στις φωτογραφίες 62 - 66 του τεκμηρίου 3, είναι ένα σύνηθες τραπέζι και όχι χαμηλό, ο δε κατηγορούμενος, ως ισχυρίζεται, δεν ήταν όρθιος ή καθιστός, αλλά στο πάτωμα του μπαλκονιού, ενώ 3 άτομα που βρίσκονταν εκεί, πολύ κοντά του, ως ο ίδιος ο κατηγορούμενος τους τοποθετεί, ουδείς να αντιλήφθηκε την ενέργεια του για να τον αντικόψει από τη χρήση του μαχαιριού ή να φωνάζει κάτι σχετικό. Εντελώς μη πειστική είναι η εκδοχή του κατηγορούμενου και στο μέρος της μαρτυρίας του, όπου αποδίδει στον παραπονούμενο ότι τον κτύπησε αρχικά στο κεφάλι, με τη χρήση της σωλήνας της ηλεκτρικής σκούπας - Τεκμήριο 5
(55), - καθ΄ ότι δεν διαπιστώθηκε κάποιο τραύμα ή σημάδια τραύματος, ως θα ήταν αναμενόμενο, στο κεφάλι του όταν αυτός μεταφέρθηκε στις Α΄ Βοήθειες, έστω την επόμενη μέρα της σύλληψης του. Ούτε και παραπονέθηκε για κάτι τέτοιο στην αστυνομία αλλά ούτε και στις Α΄ Βοήθειες, ως επιβεβαιώνεται από το ιατρικό πιστοποιητικό - τεκμήριο 19 - το οποίο εξέδωσε η Μ.Κ.
- Αναμενόμενο επίσης θα ήταν και η εν λόγω σωλήνα να υποστεί κάποια επίδραση από το κτύπημα πλην όμως κάτι τέτοιο δεν μας αναφέρθηκε ότι διαπιστώθηκε κατά την έρευνα και εξέταση της. Διαπιστώνουμε ακόμη ότι, όσον αφορά στα τρία κτυπήματα - μαχαιρώματα, που ο κατηγορούμενος κατάφερε στον παραπονούμενο, και τούτο για σκοπούς αυτοάμυνας ως ισχυρίζεται, δεν δίδονται επαρκείς εξηγήσεις με πειστικότητα, πώς προέκυψε η δεύτερη και τρίτη μαχαιριά, παρ' ότι ο κατηγορούμενος έδωσε κάποιες εξηγήσεις πως προήλθαν αυτές, κάνοντας όμως υποθέσεις. Δεν αποδεχόμαστε τις υποθετικές του αναφορές. Αυτή του η επιλογή κρίνουμε πως δεν είναι άσχετη με την υπεράσπιση της αυτοάμυνας που έχει κατασκευάσει, αφού προηγουμένως είχε προετοιμάσει την εκδοχή του, η οποία όμως πλήττεται ακόμη και αν γίνει αποδεχτό ότι δέχθηκε απρόκλητα επίθεση, καθότι στη συνέχεια, αφού «απελευθερώθηκε» πλέον, και ήταν όρθιος, δεν είχε λόγο να επιφέρει και δεύτερο αλλά και τρίτο επιθετικό τραύμα στον παραπονούμενο, ο οποίος, είτε με τη μία εκδοχή, είτε με την άλλη, παρουσιάζεται να οπισθοχωρεί και να αποσύρεται από το διαμέρισμα. Επιπρόσθετα σημειώνουμε πως ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να μας πείσει ότι είναι μακριά από κάθε μεμπτή πράξη διαφαίνεται πως περιέπεσε σε αντίφαση, αναφορικά με το κατά πόσο κατανάλωσε οινόπνευμα στις 08.05.
- Ενώ στην κατάθεση του λέει ότι έπινε ζιβανία, μαζί με τους Δημητριάδη και Ανδρεάδη, στην προφορική του μαρτυρία, κατά την αντεξέταση, ανέφερε πως δεν κατανάλωσε οινόπνευμα, εκείνη την ημέρα. Εντοπίζουμε ακόμη, ως αρνητικό της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου στοιχείο, την εμμονή του, ότι είναι αυτός που τηλεφώνησε στον Μ.Κ.5, χχχχ, το απόγευμα μετά το επίδικο περιστατικό και όχι ο Μ.Κ.
- Ωστόσο ο Μ.Κ.5, τον διαψεύδει μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία του, αφού του τηλεφώνησε για να του πληρώσει τους λογαριασμούς του διαμερίσματος, το οποίο του παραχώρησε για να διαμένει, και ως φαίνεται ήταν οφειλόμενοι. Σημειώνουμε πως κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.5 δεν υπήρξε αμφισβήτηση της εν λόγω μαρτυρίας του. Κρίνουμε πως πρόκειται για ακόμη μία ανεπιτυχή προσπάθεια του κατηγορούμενου, ώστε να μην φανεί ότι δεν ήταν σωστός έναντι των υποχρεώσεων του αλλά ήταν άψογου χαρακτήρα. Οφείλουμε να καταγράφουμε, ως αρνητικό στοιχείο για την εκδοχή του κατηγορούμενου και το γεγονός ότι ενώ κατατέθηκε εκ συμφώνου ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, που είναι η κατάθεση του αστυφύλακα χχχχ1 Η. Μχχχχχ, που ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος ανέφερε ότι στις 08.05.2020 περί ώρα 3:00 το απόγευμα ενώ βρισκόταν στο διαμέρισμα του, χωρίς να γνωρίζει πως, εισήλθαν τρία πρόσωπα εκ των οποίων ο ένας τον οποίο γνωρίζει ότι λέγεται χχχχ, χωρίς λόγο άρχισε να του επιτίθεται, συνεχίζοντας την εκδοχή του. Ό,τι εδώ επισημαίνουμε είναι πως αργότερα όταν του λήφθηκε κατάθεση αλλά και στο Δικαστήριο η εκδοχή του ήταν άλλη, ως προς την παρουσία του Ανδρεάδη και Δημητριάδη από τη μια και ως προς την είσοδο του παραπονούμενου από την άλλη. Καθ΄ όλα μη πειστική κρίνουμε και τη μαρτυρία του κατηγορούμενου πως όταν συνελήφθηκε από την αστυνομία, πρόθεση του ήταν να παραδοθεί και πως έψαχνε την αστυνομία. Η κοινή λογική υπαγορεύει πως αν αυτή ήταν η πρόθεση του θα το έπραττε προηγουμένως, πολύ πιο νωρίς, το απόγευμα της 08.05.2020 όταν τον παρότρυνε προς τούτο ο Μ.Κ.5, καθώς επίσης δεν θα είχε στην κατοχή του το μαχαίρι μάρκας BOKER, Τεκμήριο 5
(71)αλλά θα το ξεφορτωνόταν πριν παραδοθεί. Τέλος, δεν μας έπεισε ο κατηγορούμενος ότι ο παραπονούμενος του επιτέθηκε απευθείας με την είσοδο του στο διαμέρισμα παίρνοντας τη σωλήνα - Τεκμήριο 5
(55)- καθ' ότι φρονούμε πως, ο παραπονούμενος δεν θα ανέβαινε στο διαμέρισμα και να ψάχνει κάποιο αντικείμενο για να του επιτεθεί, κρατούσε ήδη το σουγιά - Τεκμήριο 5
(70), - καθώς επίσης αν αυτό συνέβαινε ο παραπονούμενος θα γινόταν αντιληπτός από τα άλλα δύο πρόσωπα που βρίσκονταν στο χώρο, οι οποίοι έστω λεκτικά θα αντιδρούσαν ή θα ενεργούσαν με κάποιο τρόπο που αυτός θα αντιλαμβανόταν την ισχυριζόμενη απρόσμενη επιθετική δράση του παραπονούμενου. Ούτε ο παραπονούμενος ούτε ο κατηγορούμενος ενέπλεξαν τα άλλα δύο πρόσωπα ως προς τη χρήση της σωλήνας, αντίθετα έχουμε εμπλοκή του Δημητριάδη όταν αυτός σε κάποια στιγμή πήρε το μαχαίρι από τα χέρια του παραπονούμενου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε πως δεν νομιμοποιούμαστε να αποδεχθούμε την εκδοχή του κατηγορούμενου την οποία απορρίπτουμε ως κατασκευασμένη. Πέραν της μαρτυρίας των παραπονούμενου και κατηγορούμενου, σε σχέση με την εξέλιξη του επίδικου περιστατικού, τέθηκε ενώπιον μας, ως εξ ακοής μαρτυρία η κατάθεση του χχχχχχχχ Ανδρεάδη - Τεκμήριο 32 - με εισήγηση του εκπρόσωπου της κατηγορούσας αρχής να της δοθεί βαρύτητα, παρ΄ ότι είναι εξ' ακοής μαρτυρία, αφού το εν λόγω πρόσωπο, αν και ήταν παρών στο περιστατικό, δεν παρουσιάστηκε για να καταθέσει στη δίκη, παρά τις προσπάθειες εντοπισμού του από την κατηγορούσα αρχή. Αντίθετη εισήγηση βέβαια εκφράστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης. Η αποδοχή της εξ' ακοής μαρτυρίας εισάχθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο Ν.32(Ι)/2004ο οποίος τροποποίησε τον Περί Απόδειξης Νόμο, Κεφ.
- Τα άρθρα 24 και 26 του Κεφ. 109 προνοούν περί της αποδεκτότητας και το άρθρο 27 περί των κριτηρίων αξιολόγησης και απόδοσης βαρύτητας σε τέτοια μαρτυρία. Έχοντας αφενός κατά νου τα κριτήρια του άρθρου 27 αφ' ετέρου τα γεγονότα που περιβάλλουν την εν λόγω μαρτυρία έχουμε καταλήξει, για τους πιο κάτω αναφερόμενους λόγους, ότι δεν είναι ορθό και δίκαιο να της αποδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα:
- Στην εκδοχή του ο παραπονούμενος έκανε λόγο για μεθυσμένα άτομα, αναφερόμενος στους παρευρισκόμενους μαζί με τον κατηγορούμενο στο διαμέρισμα, άρα περιλαμβανομένου και του Ανδρεάδη, ως αντιλήφθηκε όταν μίλησε σε ανοικτή ακρόαση με τον κατηγορούμενο. Παρ΄ ότι δεν αποδεχθήκαμε την εκδοχή του παραπονούμενου σ΄ ότι αφορά την εξέλιξη του επίδικου περιστατικού, το τηλεφώνημα αφορά σε χρόνο προγενέστερο του περιστατικού. Δεν είμαστε βέβαιοι, ότι αυτή η αναφορά του παραπονούμενου αληθεύει, ταυτόχρονα όμως έχουμε υπόψη μας ότι και ο κατηγορούμενος, στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ανέφερε ότι καθόταν με τους Ανδρεάδη και Δημητριάδη και έπιναν ζιβανία, κάτι που ενισχύεται από τις φωτογραφίες 65 και 66 του Τεκμηρίου 3, συνεπώς έχουμε κάποιο υπόβαθρο το οποίο μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι πιθανόν ο Ανδρεάδης να ήταν επηρεασμένος από την κατανάλωση οινοπνεύματος και να μην θυμόταν επ΄ ακριβώς για αυτά που μαρτύρησεν λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψη, (α) ότι ο Ανδρεάδης, αναφερόμενος, μέσα από την κατάθεση του, στο περιστατικό, αποδίδοντας στον κατηγορούμενο ενέργεια με την οποία εντελώς απρόκλητα επιτέθηκε στο παραπονούμενο με το μαχαίρι, τοποθετεί το γεγονός ότι συνέβηκε στην είσοδο του διαμερίσματος 205, μόλις εισήλθε σ' αυτό ο παραπονούμενος. Ενώπιον μας όμως είναι κοινός τόπος ότι το περιστατικό άρχισε, είτε με την μία εκδοχή είτε την άλλη, στο μπαλκόνι, και όχι στην είσοδο του διαμερίσματος και (β) ενώ είναι επίσης κοινώς αποδεκτό, αλλά και αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.15 να το επιβεβαιώνει, ότι το περιστατικό εκτυλίχθηκε περί τις 16:00 - 16:30, ο Ανδρεάδης κάνει λόγο για πρωινή ώρα (πρωί - πρωί ως χαρακτηριστικά αναφέρει).
- Έχουμε ακούσει μαρτυρία ότι ο Ανδρεάδης είναι πρόσωπο με ποινικό μητρώο. Ξεκαθαρίζουμε πως δεν προδικάζουμε την αξιοπιστία του, έχοντας κατά νου λεχθέντα από την υπόθεση Θεοφάνους v. Δημοκρατίας ποινική έφεση 215/2012, ημερομηνίας 06.04.2015, ECLI: AD: 2015: B251, θα προτιμούσαμε όμως, πριν αποδώσουμε βαρύτητα στη μαρτυρία του, να τον ακούγαμε ώστε να είμαστε σε πολύ ικανότερη θέση να τον αξιολογήσουμε, δεδομένων και των στοιχείων της κατάθεσης του που φαίνεται να χρήζουν διευκρινίσεων. Στην Θεοφάνους (ανωτέρω) όπου επρόκειτο για κατάδικο του οποίου η μαρτυρία έγινε αποδεκτή, αυτός είχε καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και αντεξετάστηκε.
- Βαρύνουσας σημασίας είναι και το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δεν κρίθηκε αξιόπιστος ως προς την εκδοχή του, οπότε δεν θα ήταν φρόνιμο για το Δικαστήριο να αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, η οποία φαίνεται να συνάδει σε κάποιο βαθμό, με την εκδοχή του παραπονούμενου, ταυτόχρονα όμως να χρήζει διευκρινίσεων ή να προκαλεί ερωτηματικά, ως προς την αλήθεια της ως έχει αμέσως πιο πάνω εξηγηθεί. Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης καθώς και της αποδεκτής αλλά και της μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας, διαπιστώνουμε ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, τα οποία με ασφάλεια και βεβαιότητα δυνάμεθα να διαπιστώσουμε, έχουν ως θα παρατεθούν στη συνέχεια. Ο παραπονούμενος, χχχχχχ Τσαρτσίδης, έκανε παρέα και επισκεπτόταν τον κατηγορούμενο στο διαμέρισμα του 205, στην πολυκατοικία χχχχχ χχχχχ, χχχχχ χχ, στην χχχ χχχχχ. Τις τελευταίες 2-3 μέρες πριν τις 08.05.2020 είχε δημιουργηθεί κάποια διαφωνία μεταξύ τους και η επικοινωνία τους δεν ήταν ομαλή. Στις 08.05.2020 υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία για να συναντηθούν εκτός του διαμερίσματος του κατηγορούμενου, σε άλλο χώρο, πλην όμως αυτό δεν έγινε κατορθωτό να συμφωνηθεί. Ο παραπονούμενος θεάθηκε περί το μεσημέρι από τη Μ.Κ.14 να βρίσκεται κάτω από την πολυκατοικία όπου διέμενε ο κατηγορούμενος. Υπήρξε επίσης μεταξύ του παραπονούμενου και κατηγορούμενου ανταλλαγή μηνυμάτων αναφορικά με σύνδεση στο διαδίκτυο από υπηρεσίες της CYTA. Περί τις 16:00 υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του παραπονούμενου και κατηγορούμενου ο οποίος βρισκόταν στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του και έτρωγε μαζί με τους χχχχχχχ Δημητριάδη και χχχχχχ Ανδρεάδη. Ο Δημητριάδης βρισκόταν από την προηγούμενη μέρα στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου. Κάτω από συνθήκες και περιστάσεις τις οποίες το Δικαστήριο δεν είναι σε ασφαλή θέση να διαπιστώσει, λόγω της μη αποδοχής της εκδοχής του παραπονούμενου αλλά και του κατηγορούμενου, ο παραπονούμενος περί ώρα 16:10 της 08.05.2020 επισκέφθηκε το διαμέρισμα του κατηγορούμενου, και εκεί έγινε ένας καυγάς μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου. Ως αποτέλεσμα ήταν ο τραυματισμός του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο με μαχαίρι, το οποίο σε κάποια στιγμή, πριν αποχωρήσει ο παραπονούμενος από το διαμέρισμα, ο Δημητριάδης το απέσπασε από τον κατηγορούμενο. Το μαχαίρι δεν εντοπίστηκε παρά τις έρευνες που έγιναν από την αστυνομία σε ανοικτό χώρο που υπέδειξε ο Δημητριάδης ότι το πέταξε. Το μαχαίρι που ο κατηγορούμενος προκάλεσε τα μαχαιρώματα στον παραπονούμενο ήταν επαγγελματικό, υπό την έννοια ότι δεν επρόκειτο για μαχαίρι κουζίνας, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Όταν ο παραπονούμενος εγκατέλειψε το διαμέρισμα 205 κατέβηκε από το ασανσέρ της πολυκατοικίας και έφτασε στο αυτοκίνητο του, μπήκε σ΄ αυτό ωστόσο αντιλήφθηκε, μέσω εσωτερικού καθρέφτη του αυτοκινήτου, ότι είχαν μαυρίσει τα μάτια του οπότε έβαλε όπισθεν και φώναξε βοήθεια. Σε λίγο πήγε κοντά του ο Δημητριάδης ο οποίος τηλεφώνησε στην αστυνομία και στο νοσοκομείο. Στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, όπου μεταφέρθηκε ο παραπονούμενος με ασθενοφόρο, αντιμετωπίστηκαν τα τραύματα του από τους ιατρούς, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.11, και στις 18.05.2020 κρίθηκε αναγκαίο όπως μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, από τον καρδιοθωρακοχειρούργο, Μ.Κ.8, για παροχέτευση και αποσυμπίεση της καρδίας. Παροχετεύθηκε πνευμονοπερικάρδιο και θρόμβος αίματος που υπήρχαν ενδοπερικαρδιακά. Σε περίπτωση που δεν αντιμετωπιζόταν το τραύμα του παραπονούμενου ως ανωτέρω, αυτό ήταν δυνατό να εξελιχθεί σε θανατηφόρο. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε, δυνάμει εντάλματος σύλληψης - Τεκμήριο 8 - το οποίο είχε εκδοθεί προηγουμένως εναντίον του από την αστυνομία, περί ώρα 01:45 π.μ. της 09.05.2020 όταν αυτός επέστρεψε στο διαμέρισμα του, όπου τον ανέμενε, με περιπολικό ευρισκόμενο σε χώρο, κοντά στην είσοδο της πολυκατοικίας του διαμερίσματος
- Σε σωματική έρευνα που διενήργησε ο αστυφύλακας χχ6, Ν. Σχχχχχ, στην τσέπη του παντελονιού του κατηγορούμενου, η ώρα 01:50 εντόπισε και παρέλαβε ένα μαχαίρι - Τεκμήριο 5
(71)- μαύρου χρώματος, μάρκας BOKER, με μυτερή λεπίδα, το οποίο φέρει μαύρο λουρί και βρισκόταν σε μαύρη θήκη. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορούμενου στο νόμο, στην αγγλική γλώσσα, αυτός ανέφερε «It' s mine». Είχαμε την ευχέρεια και επιθεωρήσαμε το εν λόγω μαχαίρι, ως διαπιστώσαμε έχει μυτερή λεπίδα 3, 2 ίντζες. Ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε και έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο 12 η μετάφραση της κατάθεσης του στην ελληνική γλώσσα). Την επόμενη μέρα 10.05.2020 μεταφέρθηκε στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου τον εξέτασε η Μ.Κ.6, ως επί καθήκοντι ιατρός, και εξέδωσε την ιατρική έκθεση - Τεκμήριο
- Διαπιστώθηκαν τραύματα στο αριστερό του χέρι. Νομική πτυχή Η παρούσα υπόθεση, ούσα ποινικής φύσεως, μας επιβάλλει την υπενθύμιση πως, το βάρος απόδειξης κάθε συστατικού στοιχείου των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Έχοντας υπόψη τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, κρίνουμε ορθό όπως στη συνέχεια προβούμε σε σχετική παραπομπή επί των σχετικών νομικών διατάξεων που προνοούν περί των εν λόγω αδικημάτων, καθώς και επί σχετικής νομολογίας η οποία τις έχει ερμηνεύσει. «
- Όποιος- (α) αποπειράται παράνομα να επιφέρει το θάνατο άλλου ή (β) με σκοπό να επιφέρει το θάνατο άλλου παράνομα, διενεργεί οποιαδήποτε πράξη ή παραλείπει πράξη την οποία έχει καθήκον να εκτελέσει, η οποία πράξη ή η παράλειψη είναι τέτοιας φύσης ώστε να ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου». Αναφορικά με το αδίκημα της απόπειρας φόνου, κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Κεφ. 154, διαφαίνεται πως η πρόθεση θανάτωσης του θύματος είναι αναμφίβολα συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 407, 413 αναφέρθηκε ότι: «Συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απόπειρας φόνου (άρθρο 214
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154) είναι η ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης δολοφονίας του θύματος με την παράνομη ενέργεια που επιχειρείται. Η έννοια της απόπειρας σαφώς εμπεριέχει το στοιχείο της πρόθεσης για την ολοκλήρωση του εγκλήματος. Στις περιπτώσεις όπου η πρόθεση δεν αποδεικνύεται άμεσα με ομολογία, η απόδειξη ύπαρξης του εν λόγω στοιχείου μπορεί να γίνει με περιστατική μαρτυρία. Έπεται, ότι η ύπαρξη της πρόθεσης, συνάγεται από τα περιστατικά της υπόθεσης όπως είναι το ελατήριο, οι προπαρασκευαστικές πράξεις, οι δηλώσεις του κατηγορούμενου, το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, η επιμονή στην επίθεση, η φύση των τραυμάτων που προκλήθηκαν και το μέρος του σώματος στο οποίο τα τραύματα εντοπίστηκαν. Όπου η πρόθεση αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος και για την απόδειξη της προσάγεται περιστατική μαρτυρία, το συμπέρασμα για την ύπαρξη της πρόθεσης δεν πρέπει να είναι ένα λογικό γενικά συμπέρασμα αλλά πρέπει να είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα, βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 257.» Στην υπόθεση Andreou v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 81 αναφέρεται στη σελ. 87 με παραπομπή στην R. v. Mohan
(1975)2 All E.R. 193 ότι (σε δική μας μετάφραση): «Δε θα ήταν αρκετό να καταδειχθεί πως ο κατηγορούμενος ήξερε ή προέβλεπε πως οι συνέπειες των πράξεων του, εκτός και αν διακοπτόταν, θα είχαν ως αποτέλεσμα τη συντέλεια του πλήρους αδικήματος· ούτε αδιαφορία στο μυαλό του θα ήταν ικανοποιητική στη στοιχειοθέτηση της απαραίτητης ένοχης διάνοιας.» Στην υπόθεση Παρούτη v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 446, το Εφετείο, συνοψίζοντας την ουσία της έννοιας του αδικήματος της απόπειρας φόνου, ανέφερε τα εξής: «Συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απόπειρας φόνου (Άρθρο 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) είναι η ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης θανάτωσης του θύματος με την παράνομη ενέργεια που επιχειρείται. Στην έννοια της απόπειρας, ενυπάρχει το στοιχείο της πρόθεσης για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του φόνου. Βλ. Pefkos and Others v. The Republic
(1961)C.L.R. 340. Στις περιπτώσεις όπου η πρόθεση δεν αποδεικνύεται άμεσα με ομολογία, η ύπαρξη αυτού του στοιχείου μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία (προπαρασκευαστικές πράξεις, ελατήριο, δηλώσεις του κατηγορουμένου, όπλο που χρησιμοποιήθηκε, επιμονή στην επίθεση, φύση των πράξεων και ενεργειών του δράστη που συνθέτουν την επίθεση, φύση των τραυμάτων που προκλήθηκαν σε συνάρτηση και προς το μέρος του σώματος του θύματος στο οποίο τα τραύματα εντοπίστηκαν κλπ.) Βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 560 και Μενελάου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 407.» Τα άρθρα 82
(2), 84, και 86 του Κεφ.154 προνοούν τα ακόλουθα: «82
(2)Όποιος έχει πάνω του ή μεταφέρει μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας του ή της αυλής της, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου και ανεξάρτητα οποιασδήποτε αντίθετης διάταξης των άρθρων 29, 32 και 33, υπόκειται σε κατώτατο όριο σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο, λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένων της δοκιμασίας την οποία θα υποστεί ο καταδικασθείς και παρόμοιων ελαφρυντικών περιστατικών που σχετίζονται προσωπικά με τον καταδικασθέντα, ήθελε κρίνει σκόπιμο να επιβάλει μικρότερη ποινή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα.
- Δεν απαγορεύεται, σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό η μεταφορά κλειστού μικρού μαχαιριού που έχει λεπίδα- (α) μήκους μέχρι τεσσάρων ιντζών, αν αυτή δεν καταλήγει σε μυτερή άκρη ή (β) μήκους μέχρι δύο και ήμιση ιντζών, αν αυτή καταλήγει σε μυτερή άκρη, εφόσον τέτοιο μικρό μαχαίρι δεν είναι κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να μετατρέπεται, με ελατήριο, ή διαφορετικά σε αμφίστομο μαχαίρι ή σε μαχαίρι το οποίο έχει σταθερή λεπίδα.
- Στον Κώδικα αυτό— "αμφίστομο μαχαίρι" σημαίνει οποιοδήποτε μαχαίρι ή άλλο όργανο το οποίο έχει λεπίδα και στις δύο πλευρές, ανεξάρτητα αν καταλήγει σε μυτερή άκρη ή όχι, και περιλαμβάνει και ξίφος σε οποιαδήποτε μορφή· "μαχαίρι" σημαίνει μαχαίρι άλλο από αμφίστομο μαχαίρι, το οποίο έχει λεπίδα, είτε αυτή καταλήγει σε μυτερή άκρη είτε όχι: Νοείται ότι στην ερμηνεία των όρων 'αμφίστομο μαχαίρι' και 'μαχαίρι' του παρόντος άρθρου δεν περιλαμβάνεται αμφίστομο μαχαίρι ή μαχαίρι το οποίο— (α) Προορίζεται από την κατασκευή του για σκοπούς διακόσμησης, (β) έχει από τη φύση του συλλεκτικό ή αρχαιολογικό χαρακτήρα, (γ) προορίζεται από την κατασκευή του ή λόγω της φύσης του για οικιακή, επαγγελματική, εκπαιδευτική, αθλητική χρήση ή για σκοπούς θήρας ή αλιείας ή για άλλη συναφή χρήση, ή (δ) αποτελεί μέρος της στολής των μελών των ενόπλων δυνάμεων της Δημοκρατίας ή των μελών των ενόπλων δυνάμεων άλλης χώρας, τα οποία είναι διαπιστευμένα ή βρίσκονται νόμιμα στη Δημοκρατία. Συμπεράσματα Με υπόβαθρο τα διατυπωμένα ευρήματα μας, στα οποία έχουμε καταλήξει, διερευνούμε στη συνέχεια κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε την απαραίτητη μαρτυρία ώστε να στοιχειοθετούνται τα δύο αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Πριν προχωρήσουμε στο ζητούμενο κρίνουμε ορθό να αποφανθούμε και μιας άλλης πτυχής για την οποία η υπεράσπιση έχει εγείρει ζήτημα που σχετίζεται, ως κατανοούμε με τη δίκαιη δίκη. Πρόκειται για τη μη προσκόμιση κατά τη δίκη της κατάθεσης που η αστυνομία έλαβε από τον χχχχχχ Δημητριάδη, ο οποίος ήταν παρών στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου κατά το επίδικο επεισόδιο, ενώ προσκόμισε μόνο την κατάθεση του Ανδρεάδη, Τεκμήριο
- Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ο χχχχχχ Δημητριάδης ήταν παρών, στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου, κατά το επίδικο περιστατικό. Τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο κατηγορούμενος αποδέχονται ότι αυτός αφαίρεσε από το χέρι του κατηγορούμενου το μαχαίρι με το οποίο ο τελευταίος κτύπησε τον παραπονούμενο, και αργότερα υπέδειξε ανοικτό χώρο στον οποίο, ως ισχυρίστηκε, πέταξε το μαχαίρι, το οποίο όμως δεν εντοπίστηκε. Σημειώνουμε κατ΄ αρχήν πως το γεγονός ότι η κατηγορούσα αρχή έκανε προσπάθεια εντοπισμού του για να τον κλητεύσει δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η αδυναμία εντοπισμού του επιβεβαιώθηκε και μέσα από τη μαρτυρία της μητέρας του, Μ.Κ.14, επομένως αδυνατούμε να αντιληφθούμε την εισήγηση της υπεράσπισης για βλάβη στα δικαιώματα του κατηγορούμενου, όταν η κατηγορούσα αρχή, αφ΄ ενός δεν μπορούσε να κλητεύσει το εν λόγω πρόσωπο, αφετέρου παρέδωσε στην υπεράσπιση την κατάθεση του η οποία όμως δεν ζήτησε οποτεδήποτε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία, παρ΄ ότι είχε τέτοιο δικαίωμα και δεν το άσκησε. Το παράπονο ότι η κατηγορούσα αρχή έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την κατάθεση του Ανδρεάδη, ο οποίος επίσης δεν εντοπιζόταν για να κλητευθεί και δεν έπραξε το ίδιο για την κατάθεση του Δημητριάδη, δεν κρίνεται ως ενέργεια που έβλαψε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου ή τη δίκαιη δίκη αφού ο τελευταίος μπορούσε να ζητήσει κάτι τέτοιο και δεν το έπραξε. Με αφορμή τα προλεγόμενα στρέψαμε την προσοχή μας στα όσα απασχόλησαν στην υπόθεση Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143. Φρονούμε πως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογείται να ενταχθούν στον λόγο της Πέγκερος για τους εξής λόγους: (α) εκ μέρους του κατηγορούμενου δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε θέση με την οποία να αποδίδει πράξη ή παράλειψη στον Δημητριάδη η οποία να υποστηρίζει την εκδοχή του και (β) το περιεχόμενο της κατάθεσης του Δημητριάδη δεν το επικαλέστηκε ποτέ ο κατηγορούμενος. Επανερχόμαστε επίσης στο ζήτημα της παράλειψης να ληφθεί συμπληρωματική κατάθεση από τον παραπονούμενο. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο εξαιτίας αυτής της παράλειψης προκλήθηκε οποιαδήποτε βλάβη στα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Είναι ξεκαθαρισμένο νομολογιακά (βλέπε υπόθεση ΕΔΑΔ Panovits v. Cyprus Αρ. Αίτησης 4268/14 ημερομηνίας 11.12.2008) πως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη περιλαμβάνει και το στάδιο των ανακρίσεων. Είναι δε δυνατό σε κάποιες περιπτώσεις οι παραλείψεις των ανακριτικών αρχών να οδηγήσουν και σε απαλλαγή του κατηγορούμενου (βλέπε υπόθεση Κάππελος ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Το βάρος ότι, εξ αιτίας παραλείψεων των ανακριτικών αρχών, ο κατηγορούμενος τέθηκε σε μειονεκτική θέση φέρει η πλευρά της υπεράσπισης στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η εξέταση ενός εγκλήματος κατά τρόπο δίκαιο εκ μέρους των ανακριτικών αρχών είναι ασυζητητί μονόδρομος, γεγονός που θα πρέπει να εξάγεται από τα όσα τίθενται στο Δικαστήριο έστω και αν σ΄ αυτό η διαδικασία ήταν άποψη (βλέπε υπόθεση Σκορδέλλη κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 101/2013 ημερομηνίας 06.06.2016). Επανερχόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έχοντας αξιολογήσει τις θέσεις της υπεράσπισης, κρίνουμε ότι δεν προκύπτει ενώπιον μας ότι σκόπιμα δεν λήφθηκε συμπληρωματική κατάθεση από τον παραπονούμενο προκειμένου να δοθεί κάποιο προβάδισμα ενάντια στην εκδοχή του κατηγορούμενου, και ότι εν τέλει κάτι τέτοιο έχει συμβεί. Φρονούμε πως η παράλειψη δεν οφειλόταν σε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ή πρόθεση καταδίωξης του κατηγορούμενου, ως εκ τούτου κρίνουμε πως η εν λόγω παράλειψη δεν οδήγησε σε βλάβη οποιουδήποτε ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος του κατηγορούμενου. Έχοντας κατά νου τα ευρήματα μας και τη νομική πτυχή που διέπει την παρούσα υπόθεση, κρίνουμε ότι, στη βάση αυτών, στοιχειοθετείται η 3η κατηγορία, αφού ο κατηγορούμενος επιστρέφοντας στο διαμέρισμα του πρωινές ώρες, και αρκετές μετά το επίδικο περιστατικό, ήτοι 09.05.2020 περί ώρα 01:45 όταν συνελήφθηκε ως ύποπτος για το αδίκημα της απόπειρας φόνου, είχε στην κατοχή το μαχαίρι, τεκμήριο 5
(71)το οποίο καταλήγει σε μυτερή άκρη, με λεπίδα 3, 2 ίντζες, αφού προηγουμένως διακινήθηκε εκτός του διαμερίσματος 205. Ουδείς λόγος νόμιμος υπήρχε να έχει στην κατοχή το εν λόγω μαχαίρι. Η αντίληψη του, ως ήταν η θέση του, ότι κινδύνευε δεν κρίνεται ικανοποιητική ως υπεράσπιση. Όφειλε να αναζητήσει βοήθεια από την αστυνομία, που υποτίθεται ότι έψαχνε για να παραδοθεί, θέση που δεν αποδεχθήκαμε. Επισημαίνουμε το γεγονός πως ο κατηγορούμενος είχε μιλήσει στο τηλέφωνο πολύ πιο πριν τη σύλληψη του, με τον Μ.Κ.5, ο οποίος τον παρότρυνε να αποταθεί στην αστυνομία, όμως αυτός δεν το έπραξε και κυκλοφορούσε με το μαχαίρι - Τεκμήριο 5
(71)- στην κατοχή του. Ό,τι πλέον παραμένει ως καίριο ερώτημα είναι κατά πόσο τα ευρήματα παρέχουν το αναγκαίο υπόβαθρο για στοιχειοθέτηση, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, του αδικήματος της απόπειρας φόνου που αφορά στην 1η κατηγορία. Ειδικότερα προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο αποδείχθηκε η αναγκαία και πολύ συγκεκριμένη πρόθεση θανάτωσης η οποία απαιτείται, προκύπτουσα ως η μόνη λογική εξήγηση στα μαχαιρώματα που προκλήθηκαν στον παραπονούμενο. Στη βάση των γεγονότων και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μας, επαναφέροντας στο μυαλό μας τα λεχθέντα από την υπόθεση Παρούτης (ανωτέρω) επισημαίνουμε πως δεν έχουμε ενώπιον μας υπόβαθρο για προπαρασκευαστικές πράξεις, δηλώσεις του κατηγορούμενου, ελατήριο και επιμονή στην επίθεση. Φρονούμε πως παρ΄ ότι ο κατηγορούμενος αποδέχεται ότι μαχαίρωσε τον παραπονούμενο, σημειωτέον υπό την εκδοχή όμως που δεν έγινε πιστευτός, η απάντηση στο καίριο ερώτημα που απασχολεί εδώ, εύλογα και με ευκολία προκύπτει αρνητική, ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του παραπονούμενου, αλλά και της μη απόδοσης βαρύτητας στην εξ ακοής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας με το Τεκμήριο 32 - κατάθεση του χχχχχ Ανδρεάδη. Καταληκτικά κρίνουμε ότι ελλείπουν τα γεγονότα εκείνα τα οποία το Δικαστήριο θα αξιολογούσε ως ικανοποιητικά για την απόδειξη της ζητούμενης πρόθεσης θανάτωσης, με ασφάλεια και βεβαιότητα ότι αυτή ήταν η μοναδική ή αποκλειστική πρόθεση του κατηγορούμενου. Η αποδοχή του κατηγορούμενου ότι αυτός προκάλεσε τα μαχαιρώματα στον παραπονούμενο, χωρίς όμως να γίνει πιστευτός για τις ακριβείς συνθήκες που αυτό συνέβη, απέχει ως υπόβαθρο, κατά παρασάγγας, από το αναγκαίο υπόβαθρο στοιχειοθέτησης πρόθεσης θανάτωσης του παραπονούμενου. Κρίνουμε περαιτέρω πως η ζητούμενη πρόθεση δεν προκύπτει και δεν αποδεικνύεται ούτε άμεσα με οποιαδήποτε ομολογία του κατηγορούμενου αλλά ούτε και περιστατική μαρτυρία. Συνακόλουθα όλων των προαναφερόμενων κρίνουμε ότι η 1η κατηγορία δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτή. Αναφορικά με την 3η κατηγορία, στη βάση των λεγομένων μας σε ό,τι την αφορά, κρίνουμε ότι αυτή αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν. (Υπ)................. Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. (Υπ).................. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. (Υπ).................. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο