ΈΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. ΛΕΙΛΙ, Αρ. Υπόθεσης : 2262/2015, 18/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B1 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ : Π. Κυριακίδη , Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 2262/2015 ΈΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν ΛΕΙΛΙ ΧΧΧΧΧΧΧΧ Ημερομηνία : 18.1.2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Α. Χατζηγιάννη Για τον κατηγορούμενο : κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελούν οι πιο κάτω κατηγορίες 1 και 6 επί του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης. Κατηγορίες στις οποίες ο κατηγορούμενος , σε αντίθεση με τις κατηγορίες 2 μέχρι 5 , έχει δηλώσει μη παραδοχή. Πρώτη Κατηγορία Παράλειψη καταβολής οφειλόμενου φόρου κατά παράβαση των άρθρων 46
(14), 46
(11), 49
(1), 49
(2), 49
(8)και 57 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 όπως έχει τροποποιηθεί , καθώς και των Κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρων Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικών) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π 314/01 και Κ.Δ.Π 51/02). ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας , εντός τριάντα ημερών απο τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 26/02/2014 , ποσό Φ.Π.Α. ύψους €16.012,99 που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των πιο πάνω Νόμων. Έκτη Κατηγορία Παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου , χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου κατά παράβαση των άρθρων 46
(10),46(10 Α) , 46
(11), 46
(14), 49
(8),20
(1)και 57 του περί Φόρου προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 όπως έχει τροποποιηθεί καθώς και των Κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρων Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικών) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π 314/01 και Κ.Δ.Π 51/02). ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας ποσό συνολικού ύψους € 5.144,51 - ήτοι πρόσθετο φόρο €1.601,21 , χρηματική επιβάρυνση €459,00 και τόκο €3.084,30 - που επιβλήθηκε λόγω μή εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. ύψους €16.012,99 που βεβαιώθηκε με αντίστοιχη ειδοποίηση ημερομηνίας 26/02/2014. Για να αποδείξει τα όσα αποδίδει στον κατηγορούμενο στα πλαίσια των κατηγοριών 1 και 6 , η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε την μαρτυρία του κ. XX Ιωάννου (Μ.Κ.1) , της κας XX Παντελή (Μ.Κ.2), του κ. XX Χαραλάμπους (Μ.Κ.3) και του κ. XX Τσαγγαρίδη (Μ.Κ.4). Στην αντίπερα όχθη και αφού προηγήθηκε βεβαίως ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου περί απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 6 , ο τελευταίος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κανένα πρόσωπο δεν κάλεσε για μαρτυρία προς υπεράσπιση του. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας , τόσο η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου , με επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν προσπάθησαν να πείσουν για την ορθότητα των εισηγήσεων τους. Την επιχειρηματολογία τους αυτή , την λαμβάνω υπόψη στο σύνολό της. Σύμφωνα με το άρθρο 46
(11)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 ως αυτός έχει τροποποιηθεί (στο εξής «ο Νόμος») , άρθρο το οποίο εντοπίζεται στην νομική βάση της κατηγορίας 1 , κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. Συνάγεται από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αυτό δημιουργεί συνίστανται : (α) στην ύπαρξη υποκείμενου στο φόρο προσώπου , δηλαδή πρoσώπου το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο Φ.Π.Α. ή το οποίο απαιτείται να ήταν εγγεγραμμένο (βλ. άρθρο 6 του Νόμου) (β) στην έκδοση βεβαίωσης φόρου από τον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (γ) στην λήψη της ειδοποίησης για το ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε ως οφειλόμενο (δ) στην μη πληρωμή του ποσού Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της ειδοποίησης. Να σημειώσω εδώ ότι σύμφωνα με την νομολογία , η απόφαση του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας να βεβαιώσει κατά την κρίση του ποσό Φ.Π.Α. ως οφειλόμενο , συνιστά απόφαση διοικητικής φύσεως της οποίας η εγκυρότητα δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο εξέτασης απο ποινικό Δικαστήριο αλλά απο Δικαστήριο που λαμβάνει δικαιοδοσία στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος (βλ. Μάριος Κυριακίδης κ.α ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας 1999
(2)Α.Α.Δ. 75 ). Σύμφωνα με το άρθρο 46 (10 Α) του Νόμου , το οποίο εντοπίζεται στην νομική βάση της κατηγορίας 2 , κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού , είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. Συνάγεται από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αυτό δημιουργεί συνίστανται : α) στην ύπαρξη υποκείμενου στο φόρο προσώπου , δηλαδή πρόσωπο το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο Φ.Π.Α. ή το οποίο απαιτείται να ήταν εγγεγραμμένο (βλ. άρθρο 6 του Νόμου) (β) στην παράλειψη ή άρνηση του πιο πάνω προσώπου να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου των οποίων την επιβολή ο ίδιος ο Νόμος ή οι Κανονισμοί που δυνάμει αυτού εκδίδονται , προβλέπουν. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω αλλά και σημειώνοντας ότι τυγχάνει εφαρμογής και σε ποινικές υποθέσεις ο νομολογιακός κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της , προχωρώ στην παράθεση και αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Ο Μ.Κ.1 εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας από το 1994 και κατά την κυρίως εξέταση του και εκ της υιοθέτησης και του περιεχομένου του πιστοποιητικού Τεκμήριο 1 που ετοίμασε , ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο εγγεγραμμένο αδιάλειπτα στο μητρώο Φ.Π.Α. απο τις 15.9.
- Περαιτέρω , ο Μ.Κ.1 παρουσίασε κατά την κυρίως εξέταση του τα Τεκμήρια 2 μέχρι 13 προς αποκάλυψη επί της ουσίας αιτημάτων του κατηγορούμενου για διαγραφή του απο το μητρώο Φ.Π.Α. , αιτήματα τα οποία απορρίφθηκαν ή αποσύρθηκαν , καθώς επίσης και αιτημάτων του κατηγορούμενου για αλλαγή των στοιχείων του στο μητρώο Φ.Π.Α. τα οποία εγκρίθηκαν (π.χ. αλλαγή διεύθυνσης αλληλογραφίας). Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 , ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου δεν αμφισβήτησε την αναφερόμενη από τον μάρτυρα εγγραφή του κατηγορούμενου στο μητρώο Φ.Π.Α. από τις 15.9.2008 , όπως επίσης δεν αμφισβήτησε τα όσα το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 μέχρι 13 αποκαλύπτει. Αυτό που ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου έπραξε κατά την αντεξέταση , ήταν να υποβάλει επί της ουσίας την θέση ότι οι συναλλαγές του κατηγορούμενου είχαν ως υπόβαθρο την παροχή υπηρεσιών διερμηνέα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου , συναλλαγές για τις οποίες ο κατηγορούμενος ούτε χρέωνε ούτε εισέπραττε Φ.Π.Α. Μάλιστα κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 και κατόπιν αιτήματος του κ. Αλεξάνδρου , κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 βεβαίωση Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 13.1.2014 στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων « Δια του παρόντος βεβαιούται , ότι ο κ. ΛΕΙΛΙ ΧΧΧΧΧΧΧΧ , με αρ. Alien card XXXXXX, παρουσιάζεται ως Διερμηνέας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου όταν αυτό κριθεί αναγκαίο απο τον Σεπτέμβριο του 2008 μέχρι σήμερα. Πιστοποιείται ότι δεν πληρώνεται Φ.Π.Α. για τις υπηρεσίες που προσφέρει.». Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν είναι το πρόσωπο που προχώρησε σε έλεγχο των όποιων συναλλαγών του κατηγορούμενου ενώ στην υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι ο κατηγορούμενος «τελούσε κάτω από πραγματική πλάνη που του έχουν προκαλέσει όλες οι αρμόδιες Αρχές αυτού του κράτους και για αυτό δεν έπαιρνε Φ.Π.Α. για τις υπηρεσίες του ως διερμηνέας.» ο Μ.Κ.1 δεν απάντησε. Δεν έχω ενδοιασμό να αποδεχθώ την μαρτυρία του Μ.Κ.
- Με βάση το αντικείμενο των κατηγοριών , η ουσιαστική για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν είναι άλλη από την εγγραφή του κατηγορούμενου στο μητρώο Φ.Π.Α. και αυτή του η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε. Ως προς τα όσα αποτέλεσαν το αντικείμενο αντεξέτασης , επαναλαμβάνω ότι ζητήματα που άπτονται της εγκυρότητας μίας βεβαίωσης ποσού Φ.Π.Α. από τον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας δεν μπορεί να αποτελούν αντικείμενο εξέτασης από ποινικό Δικαστήριο αλλά απο Δικαστήριο το οποίο λαμβάνει δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος (βλ. την Κυριακίδης ανωτέρω) ενώ πέραν του ότι δεν είναι για τον μάρτυρα να απαντήσει αναφορικά με την όποια επικαλούμενη πλάνη του κατηγορούμενου , με τον τρόπο που τέθηκε η υποβολή σε σχέση με αυτή την πλάνη , θα πρέπει να σημειώσω ότι αντικείμενο των υπό κρίση κατηγοριών δεν είναι αν ο κατηγορούμενος καλώς ή κακώς δεν χρέωνε Φ.Π.Α. αλλά η αποδιδόμενη παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής ποσού Φ.Π.Α. το οποίο βεβαιώθηκε με διοικητικής φύσεως απόφαση του Εφόρου (βλ. κατηγορία 1) καθώς και πρόσθετο φόρο , επιβάρυνση και τόκο συνεπεία της προαναφερόμενης αποδιδόμενης παράλειψης καταβολής (βλ. κατηγορία 6). Η Μ.Κ.2 εργάζεται στον τομέα φορολογικών δηλώσεων του Τμήματος Φορολογίας και κατά την κυρίως εξέταση της και εκ της υιοθέτησης και πιστοποιητικού Τεκμήριο 16 που ετοίμασε στην βάση του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι (α) σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερόμενου Νόμου βεβαιώθηκε από τον Έφορο ως οφειλόμενο από τον κατηγορούμενο ποσό Φ.Π.Α. €16.012,99 (β) ότι το εν λόγω ποσό γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο με σχετική ειδοποίηση ημερομηνίας 26.2.2014 (γ) ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε το εν λόγω ποσό μετά την λήξη της εκ του Νόμου προθεσμίας για καταβολή αυτού και (δ) ότι οι αναλογούσες χρηματικές επιβαρύνσεις λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής του πιο πάνω ποσού που βεβαιώθηκε ήταν συνολικά μέχρι και την 10.1.2015 €5.144,51 , ήτοι πρόσθετος φόρος €1.601,21 , χρηματική επιβάρυνση €459,00 και τόκος €3.084,
- Προς επίρρωση των ισχυρισμών της , η Μ.Κ.2 παρουσίασε ως Τεκμήριο 17 επιστολή του Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας ημερομηνίας 26.2.2014 προς τον κατηγορούμενο αναφορικά με το ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε στην οποία και εντοπίζεται και η υπογραφή του κατηγορούμενου για παραλαβή αυτής κατά την ίδια ημέρα , καθώς επίσης ως Τεκμήριο 20 πίνακες στους οποίους γίνεται ανάλυση των προαναφερόμενων επιβαρύνσεων που επιβλήθηκαν συνεπεία της μη καταβολής του ποσού Φ.Π.Α που βεβαιώθηκε. Κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.2 , ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου ούτε την ενέργεια από πλευράς του Εφόρου να βεβαιώσει το ποσό των €16.012,99 ως οφειλόμενο Φ.Π.Α. απο τον κατηγορούμενο αμφισβήτησε , ούτε την ετοιμασία και παραλαβή απο τον κατηγορούμενο της ειδοποίησης ημερομηνίας 26.2.2014 κατά την ίδια ημέρα αμφισβήτησε , ούτε την παράλειψη του κατηγορούμενου να καταβάλει εντός τριάντα ημερών απο την λήψη της ειδοποίησης του ποσού Φ.Π.Α. των €16.012,99 που βεβαιώθηκε αμφισβήτησε αλλά ούτε και αμφισβήτησε τον υπολογισμό και την μη καταβολή απο πλευράς του κατηγορούμενου του αναφερόμενου απο την Μ.Κ.2 πρόσθετου φόρου , επιβάρυνσης και τόκου Η αντεξέταση του κ. Αλεξάνδρου επικεντρώθηκε θα έλεγα στο λεκτικό της ειδοποίησης Τεκμήριο 17 και ειδικότερα στις παραγράφους 2 και 7 αυτής. Στην παράγραφο 2 του Τεκμηρίου 17 και σε σχέση με το ποσό Φ.Π.Α. €16.012,99 , που ως σημειώνεται στην ειδοποίηση βεβαιώθηκε δυνάμει του άρθρου 49 του Νόμου , αναφέρεται μεταξύ άλλων «Καλείστε δυνάμει του άρθρου 43 παράγραφος 4 του Δέκατου Παραρτήματος του Ν.95(Ι)/2000 να καταβάλετε €16.012.99 (δεκαέξι χιλιάδες δώδεκα ευρώ και ενενήντα εννέα σέντς). Το ακριβές πληρωτέο ποσό που οφείλετε θα σας κοινοποιηθεί απο τα Κεντρική Γραφεία της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. αφού ληφθούν υπόψη τυχόν χρηματικές επιβαρύνσεις και τόκοι που προβλέπονται απο τη σχετική Νομοθεσία.». Ο κ. Αλεξάνδρου , ρώτησε την Μ.Κ.2 κατά πόσον το αναφερόμενο στο Τεκμήριο 17 «ακριβές πληρωτέο ποσό» κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2 , η οποία τόνισε ότι δεν είναι το πρόσωπο που ετοίμασε την εν λόγω βεβαίωση Φ.Π.Α. , ανέφερε ότι αυτό που γνωρίζει ότι διαδικαστικά γίνεται , είναι ότι η κάθε βεβαίωση Φ.Π.Α. καταχωρείται στο σύστημα της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. και ακολούθως «εκτυπώνεται απο το σύστημα κατάσταση λογαριασμού , στην οποία αναγράφεται ο οφειλόμενος φόρος οι τόκοι και οι χρηματικές επιβαρύνσεις και αποστέλλεται απο τα κεντρικά γραφεία στη διεύθυνση του υποκείμενου στον φόρο προσώπου.». Αφού κλήθηκε να απαντήσει όχι γενικά αλλά συγκεκριμένα για την υπό κρίση περίπτωση , η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι «Δεν κρατούνται αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμού που αποστέλλονται στα υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα λόγω του ότι οι καταστάσεις στένονται ανα τριμηνία. Δηλαδή κάθε τρίμηνο αποστέλλεται αυτόματα απο το σύστημα κατάσταση λογαριασμού για όλους όσους οφείλουν στην υπηρεσία ΦΠΑ και δεν κρατούνται αντίγραφα στους φακέλους για πρακτικούς λόγους» για να προσθέσει ότι δεν έχει στην διάθεση της κάποιο αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού που να αποκαλύπτει ότι κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο το αναφερόμενο στο Τεκμήριο 17 «ακριβές πληρωτέο ποσό». Στην παράγραφο 7 του Τεκμηρίου 17 αναφέρεται « Αναφορικά με την ποινική πτυχή της υπόθεσης σας , σημειώνεται ότι η διερεύνηση των διαπραχθέντων αδικημάτων κατά παράβαση διατάξεων της περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας , βρίσκεται σε εξέλιξη. Με την ολοκλήρωση των αναγκαίων ενεργειών που απαιτούνται για τεκμηρίωση των διαπραχθέντων αδικημάτων , θα καταχωρηθεί σχετικό κατηγορητηρίο ενώπιον ποινικού δικαστηρίου». Ο κ. Αλεξάνδρου , αφού σημειώσε ότι εκ του λεκτικού αυτού προκύπτει βεβαιότητα και όχι ενδεχόμενο άσκησης ποινικής δίωξης , υπέβαλε προς την Μ.Κ.2 ότι δημιουργείται πλάνη στο μυαλό αυτού που λαμβάνει μία επιστολή ως και το Τεκμήριο 17 καθώς επί της ουσίας « Λαλείτε του ''ξέρετε θα σε κατηγορήσουμε ποινικά και έχεις δικαίωμα να υπερασπιστείς''». Η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν συνέταξε η ίδια το Τεκμήριο 17 αλλά ο συνάδελφος της XX Χαραλάμπους , δηλαδή ο Μ.Κ.
- Δεν έχω ενδοιασμό να αποδεχθώ και την μαρτυρία της Μ.Κ.
- Η ουσιαστική σε σχέση με την παρούσα υπόθεση μαρτυρία της, αφορά στην επιστολή/ειδοποίηση ημερομηνίας 26.2.2014 του Εφόρου προς τον κατηγορούμενο αναφορικά με το ποσό Φ.Π.Α που βεβαιώθηκε , στην παραλαβή αυτής της ειδοποίησης κατά την ίδια ημέρα απο τον κατηγορούμενο , στην παράλειψη του κατηγορούμενου να καταβάλει εντός 30 ημερών απο την λήψη της ειδοποίησης το ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε καθώς επίσης και στην παράλειψη του κατηγορούμενου να καταβάλει πρόσθετο φόρο , επιβάρυνση και τόκο που εκ του Νόμου και Κανονισμών δημιουργήθηκαν συνεπεία της παράλειψης του κατηγορούμενου για εμπρόθεσμη καταβολή του ποσού Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε. Η πιο πάνω , ουσιαστική σε σχέση με αντικείμενο των κατηγοριών 1 και 6 μαρτυρία της Μ.Κ.2, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Ως προς το κατά πόσον αναφορές στο Τεκμήριο 17 περί μεταγενέστερης κοινοποίησης του ακριβές πληρωτέου ποσού αφού ληφθούν υπόψη επιβαρύνσεις ή περί άσκησης ποινικής δίωξης και αυτό ανεξαρτήτως της όποιας ενέργειας του κατηγορούμενου, δημιούργησαν πλάνη ή σύγχυση στον τελευταίο ως προς τον τρόπο που θα έπρεπε να χειριστεί την ειδοποίηση Τεκμήριο 17 ή να ενεργήσει στην βάση αυτής , δεν θεωρώ ότι είναι για την Μ.Κ.2 να τοποθετηθεί η οποία σε κάθε περίπτωση δεν συνέταξε το Τεκμήριο 17 και ούτε βεβαίως δύναται να απαντήσει εκ μέρους του κατηγορούμενου για τον τρόπο που αυτός αντιλήφθηκε το περιεχόμενο μίας ειδοποίησης. Πρόκειται για στοιχεία τα οποία ουδέν έχουν να προσθέσουν ή αφαιρέσουν στην αξιολόγηση της ποιότητας της μαρτυρίας της Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.3 εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας και ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι η διεκπεραίωση φορολογικών ελέγχων. Ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο ίδιος ετοίμασε εκ μέρους του Εφόρου την βεβαίωση Τεκμήριο 17 το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.3 , ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου επικεντρώθηκε αρχικά στα όσα στην παράγραφο 7 του Τεκμηρίου 17 αναφέρονται σε σχέση με ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι η εν λόγω παράγραφος τοποθετήθηκε στην βάση οδηγιών που υπάρχουν απο το Τμήμα Φορολογίας και ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση έχει με την ανάκριση ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων. Στην υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι η εν λόγω παράγραφος οδηγεί σε παραπλάνηση , ο Μ.Κ.3 δεν συμφώνησε και ανέφερε ότι στην ειδοποίηση γίνεται χωριστά αναφορά στο ζήτημα που άπτεται της πληρωμής φόρου, στα δικαιώματα του προσώπου στο οποίο απευθύνεται η ειδοποίηση αλλά και στο ποινικό σκέλος. Ακολούθως ο κ. Αλεξάνδρου επικεντρώθηκε στην παράγραφο 2 του Τεκμηρίου 17 και στην αναφορά που μεταξύ άλλων γίνεται για «ακριβές πληρωτέο ποσό» το οποίο θα κοινοποιηθεί στον κατηγορούμενο αφού ληφθούν υπόψη και χρηματικές επιβαρύνσεις και τόκοι που ο Νόμος προβλέπει. Στην ερώτηση κατά πόσον κοινοποιήθηκε αυτό το «ακριβές πληρωτέο ποσό» , ο Μ.Κ.3 απάντησε «Κοινοποιείται απο τα κεντρικά γραφεία της υπηρεσίας με statement , εγώ προσωπικά έχει κοινοποιηθεί θεωρώ απο τα κεντρικά γραφεία ναι.». Αφού ο κ. Αλεξάνδρου του ζήτησε να ανατρέξει στον φορολογικό φάκελο του κατηγορούμενου και να υποδείξει στο Δικαστήριο την κοινοποίηση στην οποία αναφέρθηκε , ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στον φάκελο του κατηγορούμενου δεν υπάρχει τέτοια κοινοποίηση και αυτό γιατί η κοινοποίηση γίνεται από τα κεντρικά γραφεία και δεν τοποθετείται στον φορολογικό φάκελο. Στην υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι η αναφορά σε κοινοποίηση «ακριβές πληρωτέου ποσού» σε μεταγενέστερο χρόνο , δημιουργεί σύγχυση ως προς το ποσό που θα πρέπει κάποιος να καταβάλει , ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι το ποσό σε κάθε περίπτωση κοινοποιείται από τα κεντρικά γραφεία. Ακολούθησε αντεξέταση του Μ.Κ.3 με βάση την υποβολή της θέσης της Υπεράσπισης ότι επί της ουσίας ο έλεγχος τον οποίο ο Μ.Κ.3 διενήργησε και στην βάση του οποίου βεβαιώθηκε από τον Έφορο ποσό €16.012,99 ήταν λανθασμένος. Και αυτό γιατί ως ανέφερε ο κ. Αλεξάνδρου ο κατηγορούμενος δεν εισέπραττε Φ.Π.Α. από τις υπηρεσίες διερμηνέα που παρείχε στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο καθώς από τις εν λόγω Υπηρεσίες του είχε αναφερθεί ότι δεν δικαιούται σε κάτι τέτοιο. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι όταν κάποιος είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α. οφείλει να εισπράττει Φ.Π.Α. και να το καταβάλλει. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο έλεγχος που πραγματοποίησε δεν αφορούσε μόνο υπηρεσίες διερμηνέα για τις οποίες λήφθηκε υπόψη κατάσταση του Γενικού Λογιστηρίου αλλά και υπηρεσίες ελαιοχρωματιστή για τις οποίες λήφθηκαν υπόψη και τραπεζικές καταστάσεις. Με δεδομένο ότι η εγκυρότητα μίας βεβαίωσης ποσού Φ.Π.Α. από τον Έφορο δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από ένα ποινικό Δικαστήριο , η μαρτυρία που έχει προσφέρει στα πλαίσια αντεξέτασης ο Μ.Κ.3 σε σχέση με τον έλεγχο που διενήργησε και ο οποίος οδήγησε στην από μέρους του Εφόρου βεβαίωση , δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστική με βάση το αντικείμενο των υπό κρίση κατηγοριών στα πλαίσια της παρούσας ποινικής διαδικασίας. Ούτε και η αντεξέταση που έχει γίνει αναφορικά με τον τρόπο σύνταξης του Τεκμηρίου 17 δύναται να αποτελέσει υπόβαθρο για αξιοπιστία ή μη του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.3 συνέταξε κατά τον τρόπο που συνέταξε το Τεκμήριο 17 και δεν είναι για τον ίδιο να απαντήσει κατά πόσον εκ της σύνταξης αυτής δημιουργείται στον οποιονδήποτε πλάνη για τον τρόπο που θα πρέπει να χειριστεί μία τέτοια ειδοποίηση ή να ενεργήσει στην βάση αυτής. Θα έλεγα ότι η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 δεν είναι άλλη από την αναγνώριση ενώπιον του Δικαστηρίου της επιστολής/ειδοποίησης Τεκμήριο 17 την οποία ο ίδιος συνέταξε και υπογράφει εκ μέρους του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Αυτή την ουσιαστική για το αντικείμενο της παρούσας μαρτυρία η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης , την αποδέχομαι. Ο Μ.Κ.4 εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας (Φ.Π.Α.) από το 1996 και είναι ο προϊστάμενος του Επαρχιακού Γραφείου στην Πάφο. Ως ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του , είναι το πρόσωπο που έδωσε την έγκριση για αποστολή της επιστολής Τεκμήριο 17 αναφορικά με την βεβαίωση ποσού Φ.Π.Α. καθώς ο λειτουργός που είχε ετοιμάσει αυτήν ήταν υπό την εποπτεία του. Κατά την κυρίως εξέταση του , ο Μ.Κ.4 παρουσίασε και το Τεκμήριο
- Πρόκειται για επιστολή του κατηγορούμενου προς τον Έφορο Φορολογίας για αλλαγή στοιχείων και πιο συγκεκριμένα για αλλαγή του ονόματος του κατηγορούμενου από «ΧΧΧΧΧΧ Λεϊλί σε XXXXX Λεϊλί». Η αντεξέταση του Μ.Κ.4 επικεντρώθηκε στο λεκτικό της ειδοποίησης Τεκμήριο 17 και πιο συγκεκριμένα σε μέρος της παραγράφου 2 όπου γίνεται αναφορά για «ακριβές πληρωτέο ποσό» το οποίο θα κοινοποιείτο στον κατηγορούμενο αφού λαμβάνονταν υπόψη και τυχόν επιβαρύνσεις καθώς επίσης και στην παράγραφο 7 όπου γίνεται αναφορά σε ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Στην ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου κατά πόσον κοινοποιήθηκε το αναφερόμενο στην παράγραφο 2 του Τεκμηρίου 17 «ακριβές πληρωτέο ποσό» o M.K.4 ανέφερε ότι αυτή η κοινοποίηση γίνεται , ως θέμα πρακτικής και μόνο , από τα κεντρικά γραφεία και δεν είναι σε θέση ο ίδιος να απαντήσει. Πρόσθεσε όμως ο Μ.Κ.4 το ποσό που αφορούσε η βεβαίωση του Εφόρου ήταν αυτό των €16.012,99 , ποσό για το οποίο γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο Τεκμήριο
- Ως προς την παράγραφο 7 του Τεκμηρίου 17 , ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η ποινική πτυχή του όλου ζητήματος είναι διαφορετική από το διοικητικό σκέλος της βεβαίωσης φόρου. Δεν έχω ενδοιασμό να αποδεχθώ και την μαρτυρία του Μ.Κ.4 , η ουσία της οποίας , με βάση το αντικείμενο των κατηγοριών , δεν είναι άλλη από την έγκριση που ο ίδιος έδωσε ως προϊστάμενος για την αποστολή της ειδοποίησης Τεκμήριο
- Να επαναλάβω , σε σχέση με το λεκτικό του Τεκμηρίου 17 , ότι σε κάθε περίπτωση το ερώτημα κατά πόσον αυτό δημιούργησε πλάνη στον κατηγορούμενο ως προς τον τρόπο που θα έπρεπε να ενεργήσει, δεν είναι ούτε για τον Μ.Κ.4 να το απαντήσει. Στρεφόμενος προς την μαρτυρία του κατηγορούμενου και συνοψίζοντας αυτή , σημειώνω αρχικά ότι αυτός υποστήριξε επί της ουσίας ότι είναι λανθασμένη η βεβαίωση Φ.Π.Α. από πλευράς Εφόρου καθώς οι συναλλαγές του αφορούσαν στην παροχή υπηρεσιών διερμηνέα τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο. Υπηρεσίες για τις οποίες ως ανέφερε δεν χρέωνε και δεν εισέπραττε Φ.Π.Α. , ως αυτό επιβεβαιώνεται ανέφερε ο κατηγορούμενος από την βεβαίωση Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου ημερομηνίας 13.1.2014 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.
- Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου κρίνεται ως άσχετο με τα επίδικα θέματα και το αντικείμενο της ακροαματικής διαδικασίας που διεξήχθη σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και
- Επαναλαμβάνω ότι συμφώνως και της νομολογίας , η εξέταση της εγκυρότητας μίας βεβαίωσης Φ.Π.Α. δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο μίας ποινικής διαδικασίας ως η παρούσα. Σε σχέση με την ειδοποίηση Τεκμήριο 17 , δηλαδή την επιστολή αναφορικά με το ποσό Φ.Π.Α. που βεβαίωσε ο Έφορος , ο κατηγορούμενος ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι παρέλαβε αυτήν την 26.2.2014 και ότι την διάβασε. Ως υποστήριξε ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του , ο λόγος που δεν προχώρησε σε διαβήματα προς αμφισβήτηση και/ή ακύρωση της βεβαίωσης του Εφόρου , πράγμα που σημειώνω αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών , αλλά και επί της ουσίας ο λόγος που δεν κατέβαλε το ποσό των €16.012,99 εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης , είναι γιατί γινόταν αναφορά στην παράγραφο 2 για ακριβές πληρωτέο ποσό το οποίο θα του κοινοποιείτο αφού λαμβάνονταν υπόψη τυχόν χρηματικές επιβαρύνσεις , δηλαδή ότι ανέμενε και νέα ενημέρωση , καθώς επίσης και το ότι γινόταν αναφορά σε ποινική του δίωξη ανεξάρτητα της πληρωμής ή μη. Παρά όμως την πιο πάνω κατά την κυρίως εξέταση του τοποθέτηση, κατά την αντεξέταση του κατηγορούμενου προέκυψαν τα εξής. Στην ερώτηση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής γιατί δεν προχώρησε σε σχέση με την βεβαίωση του ποσού Φ.Π.Α. στα διαβήματα για τα οποία γινόταν αναφορά στην παράγραφο 6 της ειδοποίησης Τεκμήριο 17 , δηλαδή σε ένσταση στον Έφορο Φ.Π.Α. , σε ένσταση στον Υπουργό Οικονομικών ή και σε προσφυγή στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος , ο κατηγορούμενος απάντησε «Εγώ θεωρούσα ότι είναι αδικαιολόγητα και δεν πρέπει να φτάσουμε σε αυτό το σημείο.». Ανέφερε πρόσθετα ο κατηγορούμενος « Μου δημιουργήθηκε μία πλάνη , όπως ανέφερα ως νομοταγής πολίτης τους είπα όλη την αλήθεια , τους είπα ότι δεν έχω κάτι να σας κρύψω αυτοί όμως έκοβαν και έραβαν όπως ήθελαν, για να δώσω το μήνυμα να μην υπάρχει γραφειοκρατία και πλάνη στους ανθρώπους». Προκύπτει κατά την κρίση μου ουσιώδης αντίφαση μεταξύ των λεγομένων του κατηγορούμενου κατά την κυρίως εξέταση και αντεξέταση του. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση υποστήριξε ότι ο λόγος που δεν προχώρησε σε διάβημα προς αμφισβήτηση της βεβαίωσης ποσού €16.012,99 ως οφειλόμενο Φ.Π.Α. και δεν κατέβαλε αυτό ήταν γιατί παραπλανήθηκε από το λεκτικό της ειδοποίησης Τεκμήριο 17 , κατά την αντεξέταση επί της ουσίας προέβαλε την θέση ότι ο λόγος των πιο πάνω παραλείψεων του δεν είναι άλλος από το λανθασμένο της βεβαίωσης του Φ.Π.Α. από τον Έφορο και ότι ανέμενε ότι τα πράγματα , σε περίπτωση που επί της ουσίας υιοθετείτο η θέση του ότι δεν εισέπραττε Φ.Π.Α. για τις υπηρεσίες που παρείχε , δεν θα έφταναν στο σημείο που σήμερα βρίσκονται σε σχέση με το ποσό που βεβαιώθηκε ως οφειλόμενο Φ.Π.Α. από τον ίδιο. Στην βάση των πιο πάνω , δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία του κατηγορούμενου η οποία συνεπεία ουσιώδους αντίφασης που εντοπίζεται σε αυτή , δεν ικανοποιεί τα κριτήρια αξιοπιστίας. Αναπόφευκτα , κανένα μαρτυρικό υπόβαθρο δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποκαλύπτει την επικαλούμενη για σκοπούς υπεράσπισης , πλάνη του κατηγορούμενου. Με βάση λοιπόν την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας , τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα μου. (α) Ο Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας , δυνάμει του άρθρου 49 του Νόμου , βεβαίωσε κατά την κρίση του ποσό €16.012,99 ως οφειλόμενο Φ.Π.Α. απο τον κατηγορούμενο ο οποίος ως εγγεγραμμένο πρόσωπο στο μητρώο Φ.Π.Α. από την 15.9.2008, κρίνεται στην βάση του άρθρου 6 του Νόμου ως υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο. (β) Για την πιο πάνω βεβαίωση ποσού Φ.Π.Α. , την 26.2.2014 ο κατηγορούμενος παρέλαβε προσωπικά σχετική ειδοποίηση του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Τεκμήριο 17) με το εξής περιεχόμενο. Αναφέρομαι στην επίσκεψη ελέγχου που ολοκληρώθηκε στις 06/02/2014 στο Επαρχιακό Γραφείο Φ.Π.Α. στην Πάφο σας και σας πληροφορώ ότι ποσό φόρου εκροών ύψους €16,012.99 που αφορούν τις Υπηρεσίες Διερμηνέα καθώς και τις υπηρεσίες ελαιοχρωματιστή δεν δηλώθηκε και δεν αποδόθηκε στις φορολογικές σας δηλώσεις. 2 . Ενόψει του πιο πάνω: ● Το συνολικό ποσό των €16.012,99 (δεκαέξι χιλιάδες δώδεκα ευρώ και ενενήντα εννέα σέντς) βεβαιώνεται ως οφειλόμενος φόρος από εσάς δυνάμει του άρθρου 49 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 - 2013 (Ν.95(Ι)/2000όπως παρουσιάζεται στα Παράρτημα Ι. ● Καλείστε δυνάμει του άρθρου 43 παράγραφος 4 του Δέκατου Παραρτήματος του Ν.95(Ι)/2000 να καταβάλετε €16.012,99 (δεκαέξι χιλιάδες δώδεκα ευρώ και ενενήντα εννέα σέντς). Το ακριβές πληρωτέο ποσό που οφείλετε θα σας κοινοποιηθεί από το Κεντρικά Γραφεία της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. αφού ληφθούν υπόψη τυχόν χρηματικές επιβαρύνσεις και τόκοι που προβλέπονται από τη σχετική Νομοθεσία.
- Η πληρωμή του πιο πάνω ποσού πρέπει να γίνει μέσα σε 30 ημέρες από την ημερομηνία της επιστολής αυτής σε ένα από τα καταστήματα των Εμπορικών Τραπεζών ή των Συνεργατικών Ιδρυμάτων που συνεργάζονται με την Υπηρεσία Φ.Π.Α. , χρησιμοποιώντας το έντυπο πληρωμής που εσωκλείεται. Μετά την πληρωμή το πρώτο αντίτυπο θα πρέπει να αποσταλεί στον Έφορο Φ.Π.Α. , 1471 Λευκωσία.
- Παρακαλώ σημειώστε ότι το ποσό αυτό αποτελεί αστικό χρέος προς τη Δημοκρατία και ότι η πληρωμή του δεν αποκλείει την επιβολή διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων.
- Παρακαλώ όπως ενημερώσετε ανάλογα τα βιβλία και αρχεία της επιχείρησης σας.
- Εναντίον της πιο πάνω διοικητικής πράξης μπορείτε να υποβάλετε γραπτώς: ● Ένσταση στον Έφορο Φ.Π.Α. με βάση το άρθρο 51 Α των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 μέχρι 2013 (N.95(I) 2000- 2013) εντός 60 ημερών από την ημερομηνία της παρούσας επιστολής. ● Ένσταση στον Υπουργό Οικονομικών , εντός 60 ημερών από την ημερομηνία της παρούσης επιστολής δυνάμει του άρθρου 53 των περί Φ.Π.Α. Νόμων του 2000 μέχρι 2013 (Ν.95(Ι)/2000)και των δυνάμει αυτών εκδοθέντων Κανονισμών (ΚΔΠ 320/2001). Πρόσθετα μπορείτε να καταχωρήσετε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο , με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος , εντός 75 ημερών από την ημερομηνία της παρούσης επιστολής.
- Αναφορικά με την ποινική πτυχή της υπόθεσης σας, σημειώνεται ότι η διερεύνηση των διαπραχθέντων αδικημάτων κατά παράβαση διατάξεων της περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας, βρίσκεται σε εξέλιξη. Με την ολοκλήρωση των αναγκαίων ενεργειών που απαιτούνται για τεκμηρίωση των διαπραχθέντων αδικημάτων , θα καταχωρηθεί σχετικό κατηγορητήριο ενώπιον ποινικού δικαστηρίου. (γ) Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στον Έφορο εντός 30 ημερών απο την 26.2.2014 , δηλαδή απο την ημερομηνία λήψης της πιο πάνω ειδοποίησης , το ποσό των €16.012,99 που βεβαιώθηκε ως οφειλόμενο απο τον ίδιο Φ.Π.Α. (δ) Ο κατηγορούμενος δεν άσκησε τα δικαιώματα του αναφορικά με ένσταση ή προσφυγή σε σχέση με την βεβαίωση του ποσού των €16.012,99 ως Φ.Π.Α. οφειλόμενο από τον ίδιο , με αποτέλεσμα η εν λόγω βεβαίωση να καταστεί τελική και καθ' όλα νόμιμη. (ε) Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στον Έφορο ποσό €5.144,51 που μέχρι και την 10.1.2015 αντιστοιχούσε σε επιβαρύνσεις συνεπεία της μη καταβολής του ποσού Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε , ήτοι πρόσθετο φόρο €1.601,21 , χρηματική επιβάρυνση €459,00 και τόκο €3.084,
- Να σημειώσω εδώ ότι οι πιο πάνω επιβαρύνσεις , σε αντίθεση με την βεβαίωση του Εφόρου για ποσό Φ.Π.Α. €16.012,99 , δεν αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη και αυτό γιατί οι εν λόγω επιβαρύνσεις προβλέπονται από τον Νόμο και Κανονισμούς και δεν συνιστούν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Εφόρου (βλ. ECLI:CY:AD:2017:C438, Αναθεωρητική Έφεση 176/11 απόφαση πλειοψηφίας ημερομηνίας 6.12.2017 με παραπομπή στις Χριστοφίδης Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 Α.Α.Δ. 772 και Καλαπαλίκκης κ.α. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 818). Συνεπώς η όποια αναφορά στο Τεκμήριο 17 δημιουργεί εκκρεμότητα σε σχέση με τυχόν επιβαρύνσεις που πρόσθετα των €16.012,99 θα έπρεπε να καταβάλει ο κατηγορούμενος , δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε συμπέρασμα μη οριστικοποίησης της υποχρέωσης που επιβλήθηκε σε αυτόν από την διοικητικής φύσεως απόφαση του Εφόρου για βεβαίωση του ποσού Φ.Π.Α. των €16.012,99 , οριστικοποίηση η οποία αποτελεί συμφώνως της νομολογίας προϋπόθεση για την γένεση ποινικής ευθύνης (βλ. Κυριακίδης ανωτέρω). Κατάληξη Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία ως έχει αξιολογηθεί , τα ευρήματα μου αλλά και το νομοθετικό υπόβαθρο των υπό κρίση με την παρούσα κατηγοριών , η κατάληξη μου είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει , πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας , τα όσα αποδίδει στα πλαίσια των κατηγοριών 1 και 6 στον κατηγορούμενο. Επαναλαμβάνω ότι η εγκυρότητα της βεβαίωσης Φ.Π.Α. κατά την κρίση του Εφόρου , δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο εξέτασης σε μία ποινικής φύσεως διαδικασία. Κρίνω συνεπώς τον κατηγορούμενο ένοχο στις κατηγορίες 1 και 6. Υπ ............... Π. Κυριακίδης , Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο