← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης : 7997/14, 19/1/2021

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης : 7997/14, 19/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ : Π. Κυριακίδη , Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 7997/14 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ V XXXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ , από το Κελοκέδαρα Ημερομηνία : 19.1.2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Παραπονούμενους/Κατήγορους :κα Δέσποινα Ανδρέου Χατζησάββα Για την Κατηγορούμενη : κ. Χάρης Φωτίου Κατηγορούμενη απούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δέκα

(10)κατηγορίες οι οποίες αφορούν σε παράλειψη καταβολής δόσεων που διατάχθηκε από Δικαστήριο να καταβάλει κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)(γ) του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου 60(Ι)/2008 (στο εξής «ο Ν.60(Ι)/2008»). Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις επί του κατηγορητηρίου λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 10 , αποδίδεται στην κατηγορούμενη ότι ενώ διατάχθηκε από το Ε.Δ. Πάφου στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 68/10 να καταβάλει εξ αποφάσεως χρέος της προς τους παραπονούμενους με μηνιαίες δόσεις των €150 από την 1.4.2011 και κάθε πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους της , παρέλειψε να καταβάλει προς τους παραπονούμενους δόση από την 1.7.2011 μέχρι 1.4.
  1. Με την υπόθεση να οδηγείται σε ακροαματική διαδικασία , προς απόδειξη των όσων αποδίδονται στην κατηγορούμενη κλήθηκαν και κατέθεσαν ενώπιον μου , ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου κ. XXXX Αταλιώτης (Μ.Κ.1) και ο κ. XXXX Λουκής (Μ.Κ.2) ο οποίος ως ανέφερε κατά την μαρτυρία του βρίσκεται στην Υπηρεσία της XXXXX Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία κατόπιν συμφωνίας με την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που η τελευταία παρείχε σε τρίτους. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου περί απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης , απόφαση η οποία σημειώνω για σκοπούς πληρότητας ότι ακολούθησε του παραμερισμού απο το Ανώτατο Δικαστήριο απόφασης μου ημερομηνίας 17.5.2019 που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας και την οποία οι κατήγοροι εφεσίβαλαν (βλ. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου ν. XXXX Χριστοδούλου , απόφαση ημερομηνίας 3.7.2020 στα πλαίσια της Ποινικής Έφεσης 101/2019) , η κατηγορούμενη , αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου , επέλεξε να ασκήσει το συνταγματικό δικαίωμα της σιωπής ενώ κάλεσε ως μάρτυρα για υπεράσπιση της , τον σύζυγο της , κ. XXXX Φωτίου (Μ.Υ.1). Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 , οι ευπαίδευτοι δικηγόροι ζήτησαν και έλαβαν χρόνο για να αγορεύσουν , πράγμα το οποίο και έπραξαν την 19.11.
  2. Την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων την λαμβάνω υπόψη στο σύνολό της. Ως έχει κατά την εισαγωγή της παρούσας αναφερθεί , οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη έχουν ως νομοθετικό υπόβαθρο το άρθρο 3
(1)(γ) του Ν.60(Ι)/2008 (στο εξής «ο Νόμος»). Υπό το γενικό υπότιτλο «Αδικήματα καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών», το εδάφιο
(1)(γ) του άρθρου 3 του Νόμου προνοεί ότι : Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: .... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος.. Ως προκύπτει από το λεκτικό των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών , το αδίκημα του άρθρου 3
(1)(γ) του Νόμου συντελείται όταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης παραλείψει να καταβάλει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή του το ποσό οποιασδήποτε δόσης που διατάχθηκε από Δικαστήριο να καταβάλει σε συγκεκριμένο χρόνο. Βεβαίως , ως επίσης προκύπτει από το λεκτικό του εδαφίου 1 (γ) του άρθρου 3 του Νόμου αλλά και από σχετική νομολογία , εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν θα κριθεί ένοχος για καταδολίευση σε περίπτωση που ο ίδιος καταφέρει να αποδείξει στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η παράλειψη του να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις οφειλόταν σε φυσική ή οικονομική του αδυναμία (βλ. Ποινική Έφεση 160/14 Αναστάσιου Νικολάου ν. CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD ημερ. 20.12.2016 και Ποινική Έφεση 302/15 CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD ν. Νικολάου ημερ. 10.7.2018). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου , στρέφομαι προς την ενώπιον μου μαρτυρία , η οποία έχει βεβαίως καταγραφεί στα πρακτικά της διαδικασίας , για να σημειώσω εξ αρχής ότι τα πιο κάτω , τα οποία προκύπτουν από τα λεγόμενα των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν μέσω αντεξέτασης αλλά και από το περιεχόμενο τεκμηρίων που οι εν λόγω μάρτυρες παρουσίασαν και το οποίο επίσης δεν έτυχε αμφισβήτησης , προβάλλουν ως μη αμφισβητούμενο έδαφος γεγονότων μεταξύ παραπονουμένων και κατηγορούμενης.
  1. Ότι την 24.6.2009 εκδόθηκε προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου και εναντίον του XXXXX Φωτίου και XXXXX Χριστοδούλου (κατηγορούμενης) ως πρωτοφειλετών και αριθμού εγγυητών, διαιτητική απόφαση για το ποσό των €24.793,50 πλέον τόκους προς 11% από 1.1.2009 επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι εξόφλησης πλέον €120 έξοδα διαιτητικής απόφασης (Σχετική η μαρτυρία του Μ.Κ.2 και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 που ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε).
  2. Ότι στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 68/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου , την 2.3.2010 εκδόθηκε διάταγμα δια του οποίου επετράπη η καταχώρηση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης στα βιβλία αποφάσεων και/ή διαταγμάτων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Σχετική η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αλλά και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που ο Μ.Κ.1 παρουσίασε).
  3. Ότι την 25.1.2011 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέτασσε μεταξύ άλλων την κατηγορούμενη όπως πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου με μηνιαίες δόσεις ύψους 150 ευρώ έκαστη αρχίζοντας από την 1.4.2011 και συνεχίζοντας κάθε πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης (Σχετική η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αλλά και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 που παρουσίασε ο Μ.Κ.1).
  4. (α) Ότι δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Νόμου 39(Ι)/2013 , η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου μετατράπηκε από εταιρεία απεριόριστης ευθύνης σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου Λτδ με ισχύ από την 24.6.
  5. (β) Ότι ακολούθως η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου Λτδ συγχωνεύθηκε την 26.10.2013 με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και διαλύθηκε. (γ) Ότι με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων του , το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ άλλαξε το όνομα του από τις 26.10.2013 σε «Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ». (δ) Ότι με την αναφερόμενη στα σημεία (β) και (γ) ανωτέρω συγχώνευση και μετονομασία , όλες οι συμφωνίες , δικαιώματα και υποχρεώσεις της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου Λτδ μεταβιβάστηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. (Για τα σημεία (α) μέχρι (γ) ανωτέρω σχετική είναι μεταξύ άλλων η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αλλά και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 που παρουσίασε ο Μ.Κ.1 - βλ. μεταξύ άλλων σχετική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών)
  6. Ότι ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου για όλα τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 ανωτέρω καταχωρίστηκε την 30.10.2015 στον φάκελο της Γενικής Αίτησης 68/10 συμφώνως μεταξύ άλλων των προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Ειδοποίηση η οποία επιδόθηκε και στην κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση , Καθ' ης η Αίτηση 2 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 68/10) (Σχετική η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αλλά και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 που παρουσίασε ο Μ.Κ.1).
  7. (α) Ότι η Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ , με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και με έγγραφη συμφωνία , μετέφερε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της. Η εν λόγω συμφωνία έχει εγγραφεί από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στις 21.7.2017 με ημερομηνία ισχύος την 1.7.2017 και συνεπώς η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ απορρόφησε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ της οποίας η εγγραφή ακυρώθηκε και αυτή διαλύθηκε την 21.7.
  8. (β) Ότι πρόσθετα η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ με απόφαση της ειδικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. (Για τα σημεία (α) και (β) ανωτέρω σχετική είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αλλά και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 που αυτός παρουσίασε ήτοι των σχετικών με τα πιο πάνω δημοσιεύσεων του Αν. Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας).
  9. Ότι ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου για τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 ανωτέρω καταχωρίστηκε την 28.9.2017 στον φάκελο της παρούσας ποινικής υπόθεσης συμφώνως των προνοιών του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και αντίγραφο δόθηκε προς τον δικηγόρο της κατηγορούμενης (Σχετική η μαρτυρία του Μ.Κ.2 , το τεκμήριο 11 που αυτός παρουσίασε αλλά και το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου της παρούσας υπόθεσης το οποίο επιβεβαιώνει την καταχώρηση της ειδοποίησης)
  10. Ότι η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε από την 3.9.2018 σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (Σχετική η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αλλά και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 που αυτός παρουσίασε ήτοι του πιστοποιητικού εγγραφής του Αν. Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών).
  11. Ότι ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου για την αναφερόμενη στην παράγραφο 8 ανωτέρω μετονομασία καταχωρίστηκε την 14.9.2018 στον φάκελο της παρούσας ποινικής υπόθεσης συμφώνως των προνοιών του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και αντίγραφο δόθηκε προς τον δικηγόρο της κατηγορούμενης (Σχετική η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αλλά και το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου της παρούσας υπόθεσης το οποίο επιβεβαιώνει την καταχώρηση της ειδοποίησης).
  12. Ότι έναντι του εξ αποφάσεως χρέους πληρώθηκε μόνο ποσό 4.100 ευρώ και ότι η κατηγορούμενη παρέλειψε να καταβάλει στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου τις μηνιαίες δόσεις από 1.7.2011 μέχρι 1.4.2012 (Σχετική η μαρτυρία του Μ.Κ.2). Σημειώνοντας ότι εφαρμόζεται και σε ποινικές υποθέσεις ο νομολογιακός κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του ισοδυναμεί με αποδοχή αυτής, επαναλαμβάνω ότι όλα τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Υπεράσπισης και αποτελούν έτσι ευρήματα μου. Σημειώνω ότι η μη αμφισβήτηση μέσω αντεξέτασης των πιο πάνω , είχε ως βάση το ότι το υπόβαθρο της υπερασπιστικής γραμμής που ακολούθησε η πλευρά της κατηγορούμενης κατά την αντεξέταση , κυρίως του Μ.Κ.2 , δεν ήταν άλλο από την θέση ουσιαστικά περί έλλειψης δικαιώματος αυτών που προωθούν την παρούσα ποινική δίωξη για μια τέτοια προώθηση. Και αυτό γιατί θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της κατηγορούμενης , θέση η οποία οφείλω να σημειώσω ότι αποτελεί και μέρος της επιχειρηματολογίας που αυτός ανέπτυξε στα πλαίσια της τελικής του αγόρευσης , είναι ότι ανεξαρτήτως της απορρόφησης δικαιωμάτων συνεπεία συγχώνευσης , το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν μεταβιβάζεται και παραμένει πάντα στο θύμα μίας αξιόποινης συμπεριφοράς. Ως προς την πιο πάνω θέση και σχετική επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου της κατηγορούμενης , κρίνω σκόπιμο να σημειώσω σε αυτό το στάδιο ότι στα πλαίσια της Ποινικής Έφεσης 101/19 για την οποία αναφορά έχει γίνει πιο πάνω , το Ανώτατο Δικαστήριο , ανατρέποντας την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που εκδόθηκε την 17.5.2019 στα πλαίσια της παρούσας , αποφάσισε μεταξύ άλλων ότι «Οι εφεσείοντες έχοντας υποκασταστήσει τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ως εξ αποφάσεως πιστωτές της εφεσίβλητης , κατέστησαν εξ αποφάσεως πιστωτές εν τη εννοία του Κεφ. 6 , όπως δεν αμφισβητήθηκε , με αποτέλεσμα να καταστούν παράλληλα εξ ορισμού εξ αποφάσεως πιστωτές και εν τη εννοία του Νόμου 60 (Ι)/2008 , με περαιτέρω αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται ως ιδιώτες κατήγοροι.» Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείου , είναι δεσμευτικές για τα Επαρχιακά Δικαστήρια , τα Κακουργιοδικεία , όλα τα άλλα πρωτοβάθμια Δικαστήρια των ειδικών δικαιοδοσιών αλλά ακόμα και για το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του (βλ. μεταξύ άλλων Πολιτική Έφεση 370/2011
(2012)1 Α.Α.Δ. 20) , το ζήτημα της νομιμοποίησης προώθησης της παρούσας ποινικής δίωξης και η σχετική επιχειρηματολογία που ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατηγορούμενης ανέπτυξε ενώπιον μου , δεν θα με απασχολήσουν περαιτέρω στην παρούσα. Αυτό που θα με απασχολήσει στην συνέχεια όμως , είναι η υπεράσπιση της οικονομικής αδυναμίας που το άρθρο 3 του Νόμου δημιουργεί , υπεράσπιση την οποία η πλευρά της κατηγορούμενης επέλεξε να προβάλει μέσω της μαρτυρίας του Μ.Υ.
  1. Το ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει , είναι κατά πόσον η μαρτυρία του Μ.Υ.1 μπορεί να γίνει αποδεκτή και αν ναι κατά πόσον είναι ικανή να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο λόγος που η κατηγορούμενη δεν κατέβαλε τις δόσεις ήταν η οικονομική αδυναμία αυτής κατά τον χρόνο που οι δόσεις ήταν πληρωτέες , δηλαδή για την περίοδο απο 1.7.2011 μέχρι 1.4.
  2. Για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω , κατά την κρίση μου η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική. Κατά την κυρίως εξέταση του , ο Μ.Υ.1 , σύζυγος της κατηγορούμενης , ανέφερε ότι η τελευταία ποτέ δεν εργαζόταν, ήταν νοικοκυρά και κανένα εισόδημα δεν είχε. Προς επίρρωση μάλιστα της θέσης του , ο Μ.Υ.1 παρουσίασε ως Τεκμήριο 13 βεβαίωση των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην οποία βεβαιώνεται ότι «σύμφωνα με το αρχείο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ο/η XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ , με Αρ. Ταυτ. XXXXXX ΔΕΝ είναι ασφαλισμένος/η στο Σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων». Σημειώνοντας κατ' αρχήν ότι η μη ύπαρξη εισοδημάτων μέσω εργασίας δεν αποτελεί στοιχείο που οδηγεί από μόνο του σε οικονομική ανεπάρκεια ενός προσώπου και αυτό γιατί δεν αποκλείεται ένα τέτοιο πρόσωπο να έχει στη διάθεση του χρήματα , στρέφομαι προς την αντεξέταση του Μ.Υ.1 για να σημειώσω τα πιο κάτω. Κατά την αντεξέταση και στην βάση του ισχυρισμού του Μ.Υ.1 κατά την κυρίως εξέταση ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε είχε εισοδήματα, η ευπαίδευτη δικηγόρος κα Ανδρέου , αφού ο Μ.Υ.1 δεν αμφισβήτησε την θέση της ότι η κατηγορούμενη «δέχθηκε ένα διατάγμα να πληρώνει 150 ευρώ τον μήνα» , υπέβαλε προς αυτόν ότι ο ισχυρισμός του περι μή οικονομικής δυνατότητας της κατηγορούμενης να καταβάλει τις επίδικες δόσεις δεν μπορεί να ευσταθεί καθώς αν η κατηγορούμενη όντως δεν είχε μία τέτοια δυνατότητα , το διάταγμα του Ε.Δ. Πάφου αναφορικά με την καταβολή μηνιαίων δόσεων δεν θα εκδιδόταν με την σύμφωνη γνώμη αυτής. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε , μεταξύ άλλων , « ...απλώς ο δικηγόρος επείσαν την ότι θα τελειώσει ότι δεν είναι τίποτε το σπουδαίο. Επειδή τούτη δεν ήξερε από Δικαστήρια , ούτε από Δικαστές. Νόμιζε ότι θα τελειώσουν αν δεκτεί. ». Ο σύζυγος λοιπόν της κατηγορούμενης μέμφεται τους δικηγόρους που εκπροσώπησαν την κατηγορούμενη στην αίτηση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα μηνιαίων δόσεων , δηλαδή το διάταγμα Τεκμήριο
  3. Επί της ουσίας προβάλλει την θέση ότι οι δικηγόροι αυτοί δεν ενήργησαν ορθώς καθώς ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν την οικονομική ανεπάρκεια της κατηγορούμενης , έπεισαν αυτήν να δεχθεί την έκδοση διατάγματος για μηνιαία καταβολή απο μέρους της ποσού 150 ευρώ. Η αναφορά αυτή του Μ.Υ.1 συνιστά κατά την κρίση μου εκ των υστέρων σκέψη η οποία ως μοναδικό σκοπό έχει την εξυπηρέτηση της θέσεως της συζύγου του στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και όχι την εξυπηρέτηση της αλήθειας. Και το λέω τούτο γιατί αν τα πράγματα είχαν ως ο Μ.Υ.1 αφήνει να νοηθεί , η λογική λέει ότι η κατηγορούμενη δεν θα επέλεγε να εκπροσωπηθεί στην παρούσα διαδικασία απο τους ίδιους δικηγόρους των οποίων επί της ουσίας η επικαλούμενη απο τον Μ.Υ.1 λανθασμένη και αδικαιολόγητη συμβουλή προς την κατηγορούμενη , οδήγησε τα πράγματα στην υπό κρίση ποινική δίωξη της τελευταίας. Σημειώνω ότι ως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 αποκαλύπτει , στην αίτηση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον της κατηγορούμενης , η τελευταία εκπροσωπήθηκε απο «κα Μενοίκου για κ. Χ.Φωτίου , Δικηγόρος». Πέραν των πιο πάνω τα οποία και πλήττουν κατά την κρίση μου την αξιοπιστία της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 , σημειώνω και τα εξής. Εφόσον εκ των πραγμάτων οι δόσεις απο 1.4.2011 μέχρι 1.6.2011, δηλαδή οι δόσεις που προγήθηκαν των επίδικων , είχαν καταβληθεί στους εξ αποφάσεως πιστωτές , πράγμα το οποίο σημειώνω ότι ο Μ.Υ.1 δεν αμφισβητήσε σε σχετική υποβολή , η ευπαίδευτη δικηγόρος κα Ανδρέου υπέβαλε προς τον μάρτυρα ότι η εν λόγω καταβολή επίσης αποκαλύπτει την δυνατότητα της κατηγορούμενης να καταβάλει τις επίδικες δόσεις τις οποίες δεν κατέβαλε. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι είναι ο ίδιος που πλήρωσε τις δόσεις που είχαν προηγηθεί και όχι η κατηγορούμενη. («Α. Με την υπογραφή της η XXXXX; H υπογραφή είναι η δική μου εμένα εγώ πλήρωσα ορισμένες δόσεις που πλήρωσα το χρέος τζείνο....»). Η πιο πάνω προβαλλόμενη θέση του Μ.Υ.1 κρίνεται ως ουσιώδης για σκοπούς εξέτασης της επικαλούμενης υπεράσπισης της οικονομικής αδυναμίας της κατηγορούμενης για καταβολή των επίδικων δόσεων. Ενώ η καταβολή δόσεων την 1.4.2011 , 1.5.2011 και 1.6.2011 στους εξ αποφάσεως πιστωτές αποτελεί , σε συνδυασμό και με την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για μεταβολή της οικονομικής κατάστασης της κατηγορούμενης από την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων μέχρι και τον χρόνο που οι επίδικες δόσεις έπρεπε να πληρωθούν , στοιχείο που γέρνει την ζυγαριά προς την κατεύθυνση της ύπαρξης δυνατότητας της κατηγορούμενης για πληρωμή των 150 ευρώ μηνιαίως κατά τους επίδικους χρόνους , το επικαλούμενο στοιχείο της πληρωμής των δόσεων απο τον ίδιο τον σύζυγο της κατηγορούμενης (Μ.Υ.1) και όχι απο την τελευταία , θα μπορούσε να μεταβάλει τα πράγματα. Αυτόν τον ουσιώδη όμως ισχυρισμό , ο οποίος αποκαλύπτει και εκ της αναφοράς σε «υπογραφή» , στην καταβολή έναντι αποδείξεως των δόσεων που είχαν προηγηθεί των επιδίκων , ο Μ.Υ.1 δεν τον υποστήριξε με έγγραφα. Αυτό που θα ανέμενα είναι ο Μ.Υ.1 να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το όποιο έγγραφο το οποίο επί της ουσίας επικαλείται και το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του περί καταβολής των δόσεων που είχαν προηγηθεί των επιδίκων από τον ίδιο και όχι την κατηγορούμενη. Περαιτέρω θα πρέπει να σημειώσω ότι αυτός ο ουσιώδης ισχυρισμός περί καταβολής των προηγηθείσων δόσεων απο τον Μ.Υ.1 και όχι την κατηγορούμενη αλλά και γενικότερα ο ισχυρισμός ότι η κατηγορούμενη δεν κατέβαλε τις δόσεις συνεπεία οικονομικής της αδυναμίας , δεν προβλήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 και δεν δόθηκε έτσι και η ευκαιρία στον τελευταίο , ανατρέχοντας ενδεχομένως και στα διαθέσιμα αρχεία , να απαντήσει κατά πόσον όντως ο Μ.Υ.1 ήταν το πρόσωπο που κατέβαλε τις προηγηθείσες δόσεις και όχι η κατηγορούμενη ή ακόμα και να θέσει ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου πρόσθετα στοιχεία τα οποία πιθανόν να ήταν ικανά να διαδραματίσουν ρόλο στην επικαλούμενη από πλευράς κατηγορούμενης και μέσω της μαρτυρίας του συζύγου αυτής , οικονομική αδυναμία. Θα ανέμενα , εάν τα πράγματα είχαν ως ο Μ.Υ.1 υποστηρίζει σε σχέση με την καταβολή των δόσεων που προγήθηκαν των επιδίκων ή ότι οι επίδικες δόσεις δεν είχαν καταβληθεί συνεπεία οικονομικής αδυναμίας , ότι τα όσα σχετικά με αυτά ο Μ.Υ.1 προέβαλε κατά την μαρτυρία του , η πλευρά της κατηγορούμενης θα τα έθετε προς τον Μ.Κ.2 κατά τον χρόνο αντεξέτασης αυτού. Κάτι τέτοιο δεν έγινε όμως και στην απουσία οποιασδήποτε ικανοποιητική εξήγησης για την εν λόγω παράλειψη , οι προαναφερόμενες προβαλλόμενες από τον Μ.Υ.1 θέσεις , οι οποίες κατά την κρίση μου εντάσσονται επίσης στην προσπάθεια του εν λόγω μάρτυρα να εξυπηρετήσει την θέση της συζύγου του στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και όχι την αλήθεια , δεν μπορούν συμφώνως της νομολογίας να ληφθούν υπόψη και να γίνουν αποδεκτές. Στην Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, σελ. 590 , λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι : «...Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων.» Ως τονίστηκε επίσης στην Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd , ΠΕ 241/08 ημερ. 19.7.12, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια , στην κατάλληλη περίπτωση αναλόγως των γεγονότων , να μην λάβει υπόψη , ιδιαίτερα στην απουσία σαφούς εξήγησης , μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεσή του , παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς από το να την θέσει στον αντίδικο μάρτυρα προς σχολιασμό. Στην βάση όλων των πιο πάνω , δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Υ.1 η οποία κατά την κρίση μου δεν πληρεί τα κριτήρια αξιοπιστίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα ευρήματα μου τα οποία προκύπτουν απο μή αμφισβητούμενη και αποδεκτή μαρτυρία και για τα οποία αναφορά έχει γίνει πιο πάνω αλλά και λαμβάνοντας υπόψη το νομοθετικό υπόβαθρο των κατηγοριών 1 μέχρι 10 που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει καθώς επίσης και το ότι η πλευρά της κατηγορούμενης δεν έχει επιτύχει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και με αξιόπιστη μαρτυρία , την υπεράσπιση στην οποία αυτή επικεντρώθηκε , δηλαδή αυτή της οικονομικής αδυναμίας για καταβολή των δόσεων κατά τον χρόνο που αυτές ήταν πληρωτέες (δόσεις από 1.7.2011 μέχρι 1.4.2012) , η κατάληξη μου είναι ότι η πλευρά των παραπονουμένων/κατήγορων έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της κατηγορούμενης στον βαθμό που απαιτείται σε μια ποινική διαδικασία , δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κρίνω συνεπώς την κατηγορούμενη ένοχη στις κατηγορίες 1 μέχρι 10. Υπ. ......................................................... Π. Κυριακίδης , Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.