← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 1392/14, 9/4/2021

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 1392/14, 9/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1392/14 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου v. XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09.04.21 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Παπαδημήτρη Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Το τροποποιημένο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλάμβανε συνολικά 411 κατηγορίες. Σε προχωρημένο στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης αλλά εν πάση περιπτώσει προτού κλείσει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδοχή 44 κατηγοριών. Συγκεκριμένα παραδέχτηκε 21 κατηγορίες κλοπής από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 267 του Κεφ.154, άρθρου 84 του Ν.12(Ι)/2006 και άρθρων 41-43, 46 και 47 του Ν.86(Ι)/1999 (κατηγορίες 1, 5, 9, 14, 18, 22, 25, 29, 33, 37, 41, 45, 49, 53, 67, 71, 106, 373, 406, 408 και 410), 19 κατηγορίες κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ.154 (κατηγορίες 3, 7, 11, 16, 20, 27, 31, 35, 39, 43, 47, 51, 55, 69, 108, 375, 407, 409 και 411) και 4 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2-5 του Ν.188(Ι)/2007 (κατηγορίες 30, 34, 107 και 374). Μαζί με το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε η απαιτούμενη από τις πρόνοιες του άρθρου 106 του Ποινικού Κώδικα γραπτή συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορουμένου για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό, το οποίο πηγάζει από το άρθρο 105 του Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών στις οποίες έγινε παραδοχή, ο κατηγορούμενος τις περιόδους 2007 - 28.12.07, 02.06.09 και 21.06.10 - 06.07.10, ενώ ήταν Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου xxxxxx, έκλεβε από τον τραπεζικό λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου xxxxx εκδίδοντας κατά τα πιο πάνω χρονικά διαστήματα 21 επιταγές διαφόρων ποσών συνολικού ύψους €47.193,92 εις το όνομα του αλλά και προς όφελος οργανισμών δικών του συμφερόντων καθώς και στο όνομα φυσικών προσώπων που ενεργούσαν εκ μέρους του, τα ποσά των οποίων αφού εξαργυρώθηκαν εισπράχτηκαν ή επωφελήθηκαν από αυτόν. Ο κατηγορούμενος απέκτησε χρηματικά ποσά γνωρίζοντας ότι αποτελούσαν έσοδα από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της κλοπής από δημόσιο λειτουργό και καταχράστηκε εξουσία που αναγόταν στα καθήκοντα του ως κοινοτάρχης προβαίνοντας σε πράξη που αποσκοπούσε στο κέρδος. Σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες του κατηγορητηρίου, η κατηγορούσα αρχή καταχώρησε αναστολή ποινικής δίωξης και ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές. Τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι αρκετά και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Προκειμένου να γίνει αντιληπτό το πλήρες πλαίσιο των συνθηκών στο οποίο διαπράχτηκαν τα αδικήματα, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου: « Στις 17/12/12 λήφθηκε αλληλογραφία στην ΑΔΕ xxxx από την Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας με οδηγίες όπως διερευνηθεί το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων από τον τέως κοινοτάρχη του χωριού xxxx (κατηγορούμενο ), ή και από άλλα πρόσωπα αναφορικά με ζητήματα έκδοσης συγκεκριμένων επιταγών από τον λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου xxxxx στο όνομα του Κατηγορούμενου, ζητήματα αναφορικά με προσφορές για αγορά αγαθών, ζητήματα που αφορούσαν έκδοση και συμπλήρωση ενταλμάτων πληρωμής και συνεδριάσεις του Κοινοτικού συμβουλίου, ζητήματα που αναφέρονταν στην έκθεση της Γενικής Ελέγκτριας της Δημοκρατίας, μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στους λογαριασμούς του Κοινοτικού Συμβουλίου xxxxx για τα έτη 2007-
  2. Κατά την διερεύνηση της υπόθεσης λήφθηκε κατάθεση από τον Νxxxxx Μxxxxxx στην οποία ανάφερε ότι το 2007 με οδηγίες του κατηγορούμενου εκτέλεσε εργασία με τον εκσκαφέα του για δημιουργία δρόμου καθώς και διαπλάτυνση υφιστάμενου δρόμου για την Κοινότητα του χωριού xxxx. Μετά το τέλος της εργασίας έκδωσε προς το Κοινοτικό Συμβούλιο τα δελτία εργασίας με αρ. 288 και 289 για το συνολικό ποσό των 4.400 Λ.Κ , τα οποία υπέγραψε και παρέλαβε ο κατηγορούμενος . Για την εργασία αυτή μέχρι σήμερα δεν πληρώθηκε. Για τα πιο πάνω δελτία εργασίας με αρ. 288 και 289 διαπιστώθηκε ότι εκδόθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο xxxxx το ένταλμα πληρωμής με αρ. 70/2007 στο οποίο αναγράφεται ότι εξοφλήθηκε ο Μxxxxx με τις επιταγές του Κοινοτικού Συμβουλίου από τον Λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου, την 19/3/2007 με αρ. επιταγής 52288xxx για το ποσό 520 ΛΚ, 25/10/2007 την επιταγή με αριθμό 69926xxx για το ποσό 950 ΛΚ, η επιταγή με αριθμό 69926xxx για το ποσό 980 ΛΚ, την 21/8/2007 η επιταγή με αριθμό 69926xxx για το ποσό των 950 ΛΚ , την 19/11/2007 η επιταγή με αριθμό 69926xxx 1,000 ΛΚ , συνολικό ποσό των 4.400 Λ.Κ . Οι πιο πάνω επιταγές συμπεριλαμβάνονται στις επιταγές που έκδωσε ο κατηγορούμενος με δικαιούχο τον εαυτό του , τις οποίες εξαργύρωσε και εισέπραξε τα ποσά αυτά. Επίσης σύμφωνα με το ένταλμα πληρωμής του Κοινοτικού Συμβουλίου xxxxx με αρ. 69/2007, ημερομηνίας 04/12/07 προς την εταιρεία C & S BETON LTD φαίνεται ότι εξοφλήθηκε το τιμολόγιο της πιο πάνω εταιρείας με αρ. 8490 με τις επιταγές του Κοινοτικού Συμβουλίου από τον Λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου την 12/11/2007 την επιταγή με αριθμό 69926xxx για το ποσό των 770 ΛΚ, την 20/11/2007 την επιταγή με αριθμό 69926xxx για το ποσό των 2330 ΛΚ, την 16/11/2007 την επιταγή με αριθμό 52288xxx για το ποσό των 1900 ΛΚ για το συνολικό ποσό των 5 χιλιάδων Λ.Κ . Οι πιο πάνω επιταγές συμπεριλαμβάνονται στις επιταγές με δικαιούχο τον κατηγορούμενο τις οποίες εξαργύρωσε και εισέπραξε το ποσό αυτό. Το ποσό όμως που αναφέρεται στο πιο πάνω τιμολόγιο για την εταιρεία C & S BETON LTD τελικά δεν έχει εξοφληθεί. Σε κατάθεση που λήφθηκε από την μέτοχο και διευθύντρια της εταιρείας C & S BETON LTD Άxxxx Αxxxxx ανάφερε ότι όσο αφορά την επιταγή με αριθμό 73640xxx ημερομηνίας 23/9/2008, για το ποσό των 4000 ευρώ επιταγή του Κοινοτικού Συμβουλίου από τον Λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου , η πιο πάνω ανάφερε ότι εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο και η ίδια της έκδωσε την απόδειξη είσπραξης με αρ. 5147 έναντι του λογαριασμού του Κοινοτικού Συμβουλίου. Μετά από λίγες ημέρες επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο ζητώντας του να πληρώσει για λογαριασμό της εταιρείας του με την ονομασία ΄΄V.C.C HOMES΄΄. Ο κατηγορούμενος της είπε ότι η επιταγή των 4, 000 ευρώ που της έκδωσε ήταν έναντι του λογαριασμού της εταιρείας του και όχι έναντι του λογαριασμού του Κοινοτικού Συμβουλίου και να διορθώσει την απόδειξη είσπραξης της. Η πιο πάνω έσβησε στο αντίγραφο της απόδειξης πληρωμής που έκδωσε το όνομα του Κοινοτικού συμβουλίου xxxxx και έγγραψε πάνω από αυτό το όνομα της εταιρείας του κατηγορούμενου και ζήτησε από τον ίδιο να κάνει και αυτός την διόρθωση πράγμα που δεν έκανε. Επίσης από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν διαπιστώθηκε ότι η επιταγή του Κοινοτικού Συμβουλίου xxxxxx με αρ. 73640xxx ημερομηνίας 02/06/2009 για το ποσό των 12,370 ευρώ εκδόθηκε στο Χxxxxx Χxxxxxxx, η οποία εξαργυρώθηκε από τον ίδιο την ίδια ημέρα στο κατάστημα της τράπεζας Κύπρου στο xxxxxx και το ποσό το έδωσε στον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα. Για την συγκεκριμένη επιταγή εκδόθηκε από το Κοινοτικό συμβούλιο το ένταλμα πληρωμής με αρ. 64/09 στο οποίο αναγράφεται ότι πληρώθηκε ο Χxxxxxx Χxxxxxxxxx με τη πιο πάνω επιταγή για το ποσό των 12,370 ευρώ έναντι προσφοράς για τοίχο αντιστήριξης. Το εν λόγο έργο ουδέποτε εκτελέστηκε και ο Χxxxxxxx ουδέποτε εισέπραξε αυτό το ποσό. Επιπρόσθετα από τις εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι στο ένταλμα πληρωμής με αριθμό xxx/2007 , πληρωτέο προς τον Χxxxxxxx Χxxxxxxxxxx το ποσό των 6,870 ευρώ για προσφορά για τοίχους με πέτρα για την κοινότητα, αναγράφεται σε αυτό ότι πληρώθηκε με 9 επιταγές από τον Λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου με διάφορα ποσά. Σύμφωνα με τον Χρxxxxxxxxx ουδέποτε εκτέλεσε τέτοια εργασία και ουδέποτε εισέπραξε τα ποσά αυτά που αναγράφονται στις εν λόγω επιταγές. Συγκεκριμένα εκδόθηκαν οι ακόλουθες επιταγές την 27/7/2007 αρ επιταγής 52288xxx για το ποσό των 340 ΛΚ, την 31/8/07 η επιταγή με αριθμό 69926xxx για το ποσό των 970 ΛΚ, την 2/11/207 η επιταγή με αριθμό 69926xxx για το ποσό των 450 Λ.Κ, την 27/11/2007 η επιταγή με αριθμό 69926xxx για το ποσό των 880ΛΚ, την 27/11/2007 η επιταγή με αριθμό 69926xxx για το ποσό των 950 ΛΚ , την 18/12/2007 την επιταγή με αριθμό 69926xxx για το ποσό των 990 ΛΚ , την 28/12/2007 την επιταγή με αριθμό 69926xxx, την 30/11/2007 την επιταγή με αριθμό 69926xxx για το ποσό των 400 ΛΚ, και την επιταγή με αριθμό 52288xxx για το ποσό των 970 ΛΚ. Δικαιούχος των πιο πάνω επιταγών ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος τις οποίες εξαργύρωσε και εισέπραξε τα ποσά. Την 19/04/2013 σε γραπτή κατάθεση του ο Πxxxxxxxxx Αxxxxxxxxx ανάφερε ότι εργαζόταν κατά τα έτη 2009-2011 στο κατάστημα της τράπεζας Κύπρου στο xxxxxxx και ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο εν λόγω κατάστημα και εξαργύρωσε σε μετρητά αριθμό επιταγών του Κ.Σ. xxxxx, μεταξύ αυτών και την επιταγή με αριθμό, 88524xxx, του Κοινοτικού Συμβουλίου ημερ. 6/7/2010 για το ποσό 2500 ευρώ . Από περαιτέρω εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι στο ένταλμα πληρωμή του Κ.Σ. με αρ. 95/10 αναγράφεται ότι με την πιο πάνω επιταγή με αριθμό, 88524xxx πληρώθηκαν τα Δημόσια έργα για εξωραϊσμό πάρκου για το ποσό των 2500 ευρώ. Σύμφωνα με την υπεύθυνη του Λογιστηρίου των Δημοσίων Έργων στην xxxx, Exxxxx Νxxxxxxx, από έλεγχο που διενήργησε στο μητρώο του τμήματος δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε πληρωμή του Κοινοτικού Συμβουλίου xxxxxx προς τα Δημόσια Έργα . Την 15/04/2013 εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου δικαστικό ένταλμα σύλληψης του. Την ίδια ημέρα 15/04/13 και ώρα 10:55 συνελήφθηκε ο κατ/νος στο χωριό xxxxx του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης του και του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε << Δεν παραδέχομαι >>. Την ίδια ημέρα 15/04/13 ανακρίθηκε γραπτώς ο κατηγορούμενος , ο οποίος αρχικά ανάφερε ότι ως κοινοτάρχης δεν διενεργούσε τις νενομισμένες διαδικασίες ανάθεσης των έργων που γίνονταν στην κοινότητα xxxx. Ανάφερε ότι έπαιρνε αποφάσεις μόνος του χωρίς την συγκατάθεση των υπολοίπων μελών του κοινοτικού συμβουλίου και ανάθετε διάφορα έργα χωρίς προσφορές σε διάφορα πρόσωπα. Επίσης παραδέχτηκε ότι τις επιταγές που εκδίδονταν από τον λογαριασμό του κοινοτικού συμβουλίου τις υπόγραφε μόνο αυτός. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, αρνήθηκε να απαντήσει σε περαιτέρω ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αναφέροντας ΄΄ ότι έχει να πει θα το αναφέρει στο Δικαστήριο΄΄. Την 16/04/2013 ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο έξι ημερών το όποιο έληξε στις 22/04/
  3. Την 22/04/2013 ο κατ/νος κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο γραπτώς αυτός απάντησε << Ότι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο>>. Στην συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος . Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος διετέλεσε Κοινοτάρχης στο Χωρίο xxxxx μεταξύ των ετών 2007 μέχρι Οκτώβριο
  4. Δεν βαρύνετε με προηγούμενες καταδίκες.» Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι τα έξοδα της δικαστικής διαδικασίας ανέρχονται σε €950,00, αναφορά με την οποία συμφώνησε η υπεράσπιση. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω ότι αμφότερες πλευρές συμφώνησαν πως το συνολικό ποσό που ο κατηγορούμενος παράνομα οικειοποιήθηκε και αναλύεται στα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα ανέρχεται στα €47.193,
  5. Οι προσωπικές-οικογενειακές-οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία υιοθετήθηκε από την υπεράσπιση, με αναφορά παράλληλα από τη συνήγορο του κατηγορουμένου μέσα από την αγόρευση της σε επιπρόσθετα στοιχεία. Παραθέτω συνοπτικά το συνολικό πλαίσιο τους, όπως αυτό τέθηκε ενώπιον μου. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 80 ετών, έγγαμος και πατέρας τεσσάρων ενηλίκων παιδιών. Τρία από τα τέκνα του είναι έγγαμα και διαμένουν με τις οικογένειες τους ενώ το δεύτερο στη σειρά που είναι θυγατέρα με το όνομα xxxxx και ηλικίας 59 ετών πάσχει εκ γενετής από νοητική στέρηση και διαμένει με τους γονείς της στην ίδια οικία. Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους το ζεύγος αντιμετώπισε δυσκολίες λόγω της ασθένειας της θυγατέρας τους. Ο κατηγορούμενος διατηρεί πολύ καλή σχέση με όλα τα μέλη της οικογένειας του και συνδέεται μαζί τους στενά. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από φτωχή πολυμελή οικογένεια, η οποία αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες. Η σύζυγος του που και αυτή προέρχεται από φτωχή οικογένεια, είναι απόφοιτη δημοτικού σχολείου. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος γυμνασίου. Φοίτησε για ένα χρόνο σε σχολή στη Μεγάλη Βρετανία παρακολουθώντας μαθήματα ελέγχου αεροπορικών πτήσεων. Αρχικά διορίστηκε στον Πύργο Ελέγχου του αεροδρομίου Λευκωσίας και στη συνέχεια εργάστηκε ως πιλότος. Το 1978 πήρε σύνταξη ανικανότητας λόγω εργατικού ατυχήματος (τραυματίστηκε στο δεξί μάτι). Αργότερα απασχολήθηκε ως διευθυντής πωλήσεων σε ιδιωτικό οργανισμό στην Πάφο και έπειτα από 13 χρόνια στη θέση αυτή δημιούργησε δική του εταιρεία ανάπτυξης γης. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Στην πορεία δημιούργησε πολλά χρέη, χωρίς να είναι σε θέση να καταβάλλει τις δόσεις των δανείων του. Συγκεκριμένα το χρέος του ανέρχεται σε €3.500.000,00 για το οποίο δεν πληρώνεται οποιαδήποτε δόση, πλέον €140.000 οφειλόμενα εντάλματα που αφορούν αστικές οφειλές για τις οποίες καταβάλλεται μηνιαίως δόση ύψους €
  6. Από το έτος 2014 ο κατηγορούμενος τελεί υπό το καθεστώς πτώχευσης. Η σύζυγος του σήμερα είναι συνταξιούχα. Όλη η ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη τόσο στο όνομα του ιδίου (80 δεκάρια γης) όσο και στη σύζυγο του (6 χωράφια συνολικής έκτασης 30 δεκάρια) είναι υποθηκευμένη. Μοναδική κινητή περιουσία του κατηγορουμένου είναι ένα όχημα αξίας €
  7. Μηνιαία εισοδήματα της οικογένειας του αποτελούν η σύνταξη του ιδίου ύψους €1,360 μηνιαίως, η σύνταξη της συζύγου του ύψους €510 μηνιαίως και αναπηρικό επίδομα ύψους €848 μηνιαίως που λαμβάνει η θυγατέρα του, η οποία διαμένει μαζί τους. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα όρασης στο ένα του μάτι ενώ πριν από ένα χρόνο η θυγατέρα του που αντιμετωπίζει εκ γενετής πρόβλημα υγείας και διαμένει μαζί του υποβλήθηκε σε εγχείρηση ισχίου. Σχετική ιατρική βεβαίωση ημερ. 08.03.21 του Δρ. xxxxxxxxx κατατέθηκε ως Τεκμήριο 'Β'. Με βάση το εν λόγω ιατρικό έγγραφο η αναφερόμενη θυγατέρα του κατηγορουμένου, εκτός από το εκ γενετής πρόβλημα υγείας της, πάσχει από ρευματοϊδή αρθρίτιδα η οποία της δημιουργεί σοβαρά κινητικά προβλήματα. Πρόσφατα υποβλήθηκε σε σειρά ενδοαρθρικών ενέσεων στο δεξί ώμο και δεξιό ισχύο με πενιχρό αποτέλεσμα. Τα δε δύο χέρια της έχουν επηρεαστεί, ιδιαίτερα το δεξί. Στις 14.02.20 υπεβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο δεξιό ισχύο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Η συνήγορος υπεράσπισης συμπλήρωσε ότι η εν λόγω εγχείρηση δεν έφερε βελτίωση στην κατάσταση της υγείας της. Περαιτέρω ανάφερε πως η σύζυγος του κατηγορουμένου ηλικίας 79 ετών αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με τον σπόνδυλο της και όπως και η θυγατέρα της xxxxxx, χρειάζεται συνεχώς φροντίδα. Όπως ακόμη είπε η κυρία Παπαδημήτρη, παρά το πιο πάνω θέμα υγείας του ο κατηγορούμενος είναι αυτός που φροντίζει καθημερινά τη σύζυγο και τη θυγατέρα του. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου προέβηκε σε εμπεριστατωμένη αγόρευση με παραπομπή σε νομολογία, το περιεχόμενο της οποίας έχω μελετήσει με προσοχή στα πλαίσια διεκπεραίωσης του έργου μου για επιβολή στον κατηγορούμενο των κατάλληλων ποινών σε ότι αφορά το είδος αλλά και το ύψος τους. Εκτός από τις προσωπικές συνθήκες του πελάτη της, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει ως μετριαστικούς παράγοντες τα εξής: 1) την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο ακόμη και στο στάδιο που το έπραξε, 2) την ηλικία του κατηγορουμένου, 3) το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου που σύμφωνα με την συνήγορο υπεράσπισης αποκτά μεγαλύτερη σημασία για ένα άτομο της ηλικίας 80 ετών όπως είναι ο πελάτης της, 4) την απολογία του κατηγορουμένου που διαβιβάζεται στο Δικαστήριο μέσω της ιδίας (δηλαδή της συνηγόρου του), 5) τον πρότερο έντιμο βίο του κατηγορουμένου, ο κύκλος του οποίου, όπως η συνήγορος υπεράσπισης ανέλυσε, περιλαμβάνει τη θέση που αυτός κατείχε ως Πρόεδρος του αθλητικού συλλόγου 'Άρης χχχχχχ' από την οποίαν δημιούργησε αθλητικά έργα, Προέδρου της Σ.Π.Ε. χχχχχχ, τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες υπό την επαγγελματική του ιδιότητα με τις οποίες ανέπτυξε οικιστικά την κοινότητα χχχχχχχ αλλά και τα γειτονικά χωριά δίδοντας αξία στα τεμάχια γης τους και παράλληλα κίνητρα σε άτομα να έλθουν να εγκατασταθούν στις κοινότητες αυτές και στους κατοίκους να μην μετακομίσουν στην πόλη καθώς επίσης στήριξη συγχωριανών του με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένου οικονομικής ενίσχυσης τους. Σχετικό έγγραφο ημερ. 18.03.21 από τον σημερινό κοινοτάρχη χχχχχχ Μχχχχχ Κχχχχχχ στο οποίο σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος χαίρει εκτίμησης από τους συγχωριανούς του αλλά και από άτομα γειτονικών κοινοτήτων και ότι αναγνωρίζεται το έργο του στην κοινότητα χχχχχχ, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 'Α', 6) το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή υπό το φως των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου που σύμφωνα με τη συνήγορο υπεράσπισης έχουν διαφοροποιηθεί. Ακολούθως η εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να αντικρύσει τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής ως μεμονωμένα λάθη του κατηγορουμένου αποδίδοντας τη διάπραξης τους σε οικονομικές δυσκολίες που ο πελάτης της αντιμετώπιζε. Επιπλέον η κυρία Παπαδημήτρη εξέφρασε την πρόθεση του πελάτη της να δεχτεί την έκδοση απόφασης εις βάρος του σε εκκρεμούσα αγωγή που καταχωρήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία και αφορά ποσά που παράνομα οικειοποιήθηκε ο κατηγορούμενος. Ολοκληρώνοντας η συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας στον πελάτη της να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και την αναστείλει καθότι, όπως η ίδια είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Ως τέτοιους παράγοντες η εν λόγω συνήγορος επικαλέστηκε το χρόνο που έχει διαρρεύσει υπό το φως των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου που θεωρεί ότι στο μεσοδιάστημα έχουν διαφοροποιηθεί, την ηλικία του πελάτη της, τις δυσμενείς επιπτώσεις που σύμφωνα με την ίδια θα έχει η σύζυγος και η θυγατέρα του κατηγορουμένου λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την παραδοχή του και την έμπρακτη μεταμέλεια που σύμφωνα με την ίδια επέδειξε σε συνδυασμό με τη θέση που διατύπωσε ότι τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης δεν μπορεί να επιφέρει την αναμόρφωση στον πελάτη της και ούτε να εξυπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον. Τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι χωρίς αμφιβολία πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα που τα χαρακτηρίζει αντανακλάται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ανώτατες ποινές. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (Souilmi v. Αστυνομίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ειδικότερα το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στη μορφή που εδώ ισχύει, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι €500,000.00 ή και µε τις δύο αυτές ποινές. Το δε αδίκημα της κλοπής από δημόσιο λειτουργό τιμωρείται, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 267 του Κεφ.154 ως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης του, με ποινή φυλάκισης δέκα ετών. Σε ότι αφορά την κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο λειτουργό που αποβλέπει με τέτοια πράξη σε κέρδος, ως είναι η προκειμένη περίπτωση, επισύρει, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα που ίσχυαν κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών, καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει. Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της εγκληματικής πράξης (Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930). Όσον αφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, θεωρούμε σκόπιμο να παραπέμψουμε και στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, όπου στις σελίδες 402 - 403 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Το αδίκημα της κλοπής από δημόσιο λειτουργό εντάσσεται στην μεγάλη κατηγορία της κλοπής και είναι από τις σοβαρότερες μορφές της. Το εν λόγω αδίκημα θεωρείται σοβαρό ακριβώς επειδή ενέχει το στοιχείο της παραβίασης εμπιστοσύνης που ο πολίτης επιδεικνύει στους κυβερνητικούς οργανισμούς, δημόσιους θεσμούς, δημοτικές και κοινοτικές αρχές. Η διάπραξη ενός τέτοιου αδικήματος περιλαμβάνει κατάχρηση δημόσιας θέσης. Δεν χωρεί αμφιβολία πως το αξίωμα του δημόσιου λειτουργού εκ φύσεως απαιτεί αρχές ακεραιότητας, ήθους και εντιμότητας που πρέπει να χαρακτηρίζουν και να καθοδηγούν το λειτουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Κάθε πολίτης που η πολιτεία του εμπιστεύεται να κατέχει ένα δημόσιο αξίωμα ή μία δημόσια θέση, όπως για παράδειγμα εδώ του προέδρου της κοινότητας Ψαθιού στον κατηγορούμενο, οφείλει να σέβεται και να εκτιμά την τιμή αυτή που του γίνεται από την κυπριακή κοινωνία. Έμπρακτα αυτό σημαίνει ακούραστα και αδιάλειπτα να διεκπεραιώνει ανεπηρέαστα, αμερόληπτα, με ευσυνειδησία, τιμιότητα, επιμέλεια, αξιοκρατικά και δίκαια όλα τα καθήκοντα και υποχρεώσεις που η θέση ή το αξίωμα του απαιτεί στα πλαίσια των νόμων, θεσμών και κανονισμών, δίχως όφελος ή εύνοια και χωρίς να επηρεάζεται ή να επιτρέπει παρέμβαση στο έργο του από οποιοδήποτε άτομο, οργανισμό ή φορέα. Ένα άτομο που εκλέγεται κοινοτάρχης εργάζεται για το συμφέρον της κοινότητας στην οποίαν ανήκει και ενεργεί ως θεματοφύλακας της περιουσίας του κοινοτικού συμβουλίου που προεδρεύει, την οποίαν χρησιμοποιεί πάντοτε και μόνο προς όφελος της κοινότητας που υπηρετεί. Οτιδήποτε περί του αντιθέτου δείχνει αγνωμοσύνη στην κοινωνία που τον επέλεξε καθώς και άτομο ανίκανο να ανταποκριθεί μπροστά στις απαιτήσεις της θέσης ή του αξιώματος που αυτός κατέχει. Παράλληλα στρέφεται κατά του δημοσίου συμφέροντος και πλήττει τις αξίες του κράτους δικαίου που υπάρχει σε κάθε δημοκρατική κοινωνία. Η όποια μορφή κατάχρησης εξουσίας, κλοπής και απόκτησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες υποσκάπτει την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών ενός κράτους ενώ την ίδια στιγμή προωθεί τη διαφθορά που θα οδηγήσει στην κατάρρευση ηθών και αρχών της κοινωνίας δημιουργώντας ανασφάλεια και απογοήτευση των πολιτών έναντι της δημόσιας υπηρεσίας. Στην περίπτωση κοινοτάρχη, εκτός από τα πιο πάνω, υπονομεύεται το έργο και η αποστολή του κοινοτικού συμβουλίου απέναντι στην κοινωνία. Παράλληλα η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στο θεσμό της κοινοτικής αρχής που αποτελεί βασικό πυλώνα ενός υγιούς δημοκρατικού κράτους. Κρούσματα τέτοιων περιστατικών πρέπει να εντοπίζονται, να απομονώνονται και να πατάσσονται. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 που αφορούσε τη διάπραξη αδικήματος κλοπής από δημόσιο λειτουργό, η αντιμετώπιση τέτοιων κρουσμάτων πρέπει να είναι αποτελεσματική και αποτρεπτική. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού καθώς και η ανάγκη για αποτελεσματική αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων έτσι ώστε να αποτρέπει την συνέχιση διάπραξης τους από άλλους επίδοξους παραβάτες τονίστηκε ακόμη στην προγενέστερη υπόθεση Polydorou v. The Police
(1984)2 C.L.R. 48, μέσα από την οποία το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα ομιλεί από μόνο του: "Persons in the public service should always, but especially during the present difficult times exhibit the fidelity and honesty which underlies such employment. Persons who prove themselves unworthy of the trust placed in them by their country should be punished in a way which will deter others to follow their example." Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εμπίπτει στην κατηγορία του οικονομικού εγκλήματος. Η φύση και ο χαρακτήρας του αδικήματος αυτού εξηγούνται στην υπόθεση Λεμονάρη v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 212/2017 ημερ. 17.04.2019. Συγκεκριμένα λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Όπως επισημάνθηκε στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B534, Ποιν. Εφ. 40/2015 ημερ. 25.11.2016 με αναφορά στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικώς από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Τούτο γιατί ο σκοπός του Νόμου είναι η πάταξη της κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των εσόδων της παρανομίας αφού η κατοχή και διαχείριση των εσόδων επεκτείνεται σε εύρος χρόνου πέραν του χρόνου διάπραξης του γενεσιουργού αδικήματος. Πρόκειται επομένως για αυτοτελές αδίκημα, το οποίο στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται μια από τις πέντε ενέργειες του άρθρου 4 του Νόμου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο δράστης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι «οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν.» Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι οι κλοπές, η κατάχρηση εξουσίας από δημοσίους λειτουργούς που στοχεύουν στην απόκτηση κέρδους και γενικά τα οικονομικά εγκλήματα βρίσκονται διαχρονικά σε έξαρση. Στην υπόθεση Gregory David Sydenham v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 210, το Εφετείο επισήμανε, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: «Το οικονομικό έγκλημα βρίσκεται τον τελευταίο καιρό σε έξαρση και δραττόμαστε της ευκαιρίας να δηλώσουμε την αποφασιστικότητα των δικαστηρίων να συμβάλλουν με αυστηρές ποινές στην πάταξη του.» Η αυξητική συχνότητα διάπραξης αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Στη Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών (βλέπε επίσης Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Η νομολογία τονίζει ότι η διάπραξη αδικημάτων, όπως αυτά που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, πλήττει καίρια την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς με αποτέλεσμα να προβάλλει κυρίαρχα η ανάγκη αποτροπής για προστασία του κοινωνικού συνόλου. Η δε έξαρση που διαπιστώνεται στη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων απαιτεί την επιβολή αυστηρών ποινών (Μιχαηλίδης κ.α. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 125/2017, 127/2017, 129/2017, 130/2017 και 131/2017 ημερ. 26.04.18 και Αστυνομία v. Βρυώνης Ποινικές Εφέσεις Αρ. 92/2017 & 93/2017 ημερ. 19.07.19). Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μαληκκίδη v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 40/2015 ημερ. 25.11.16 που αφορά την ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής όταν διαπιστώνονται οικονομικές ατασθαλίες από δημόσιους λειτουργούς, οι οποίοι καταχρώμενοι τη θέση και τις εξουσίες που αυτή τους παρέχει αποκτούν παράνομα όφελος μέσα από εγκληματική δραστηριότητα. Θεωρώ χρήσιμο να το καταγράψω αυτούσιο: «Η Πολιτεία εμπιστεύτηκε στον εφεσείοντα μια υψηλή θέση με τα ανάλογα ωφελήματα που τη συνοδεύει. Με την ανάληψη όμως των καθηκόντων του από υπηρέτης και φύλακας των συμφερόντων του Δημοσίου ενεπλάκη στον φαύλο κύκλο της διαφθοράς και αξιώνοντας και λαμβάνοντας μεγάλα ποσά καταχράστηκε κατά το χείριστο τρόπο τη θέση του. Με όλες τις αυτονόητες επιπτώσεις όχι μόνο στα οικονομικά του Δήμου Πάφου, που από τη φύση της θέσης του όφειλε να προστατεύει, αλλά και στην εν γένει εμπιστοσύνη του πολίτη έναντι των δημοσίων προσώπων την οποίαν καίρια έπληξε. Με τις επιγραμματικές αυτές επισημάνσεις είναι νομίζουμε πρόδηλο ότι σε αδικήματα τέτοιας φύσεως, με εμπλεκόμενα δημόσια πρόσωπα, η ποινή που πρέπει να επιβάλλεται θα πρέπει να είναι αυστηρή και να ενέχει το στοιχείο της αποτροπής. Όπου δε εντοπίζεται τέτοια ανάγκη ναι μεν οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής καθότι προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.» Δυστυχώς η οικονομική κρίση που έπληξε την Κύπρο σε συνδυασμό με την απουσία συστηματικού ελέγχου του πεδίου καθηκόντων και συναλλαγών των δημοσίων λειτουργών από αρμόδιους φορείς οδήγησε στην κατακόρυφη αύξηση κρουσμάτων οικονομικών ατασθαλιών από δημόσιους λειτουργούς. Το γεγονός αυτό μαζί με την πολυπλοκότητα των συναλλαγών, απόρροια των συνθηκών της σύγχρονης κοινωνίας, δημιούργησαν την ανάγκη καθορισμού αυστηρότερης ποινής για το αδίκημα της κλοπής από δημόσιους λειτουργούς καθώς επίσης τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας για την εισαγωγή νέων μεθόδων ανίχνευσης των διαφόρων μεθόδων συγκάλυψης - απόκτησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες και/ή από παράνομες δραστηριότητες (Παναγιώτης Κώστα Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 19). Είναι γι' αυτό που ο νομοθέτης προέβηκε στη θέσπιση του Ν.188(Ι)/2007 που αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που προνοεί, όπως ήδη λέχθηκε, ποινή φυλάκισης 14 ετών, ο οποίος νόμος τέθηκε σε ισχύ από την 01.01.08 καθώς επίσης μερίμνησε για την ανύψωση του ανώτατου ορίου ποινής στο αδίκημα της κλοπής υπό δημοσίου λειτουργού από δέκα σε δεκατέσσερα χρόνια, τροποποιώντας τον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα με τον τροποποιητικό νόμο 84(Ι)/2012 που τέθηκε σε ισχύ στις 29.06.
  1. Ομοίως για τον ίδιο λόγο αυξήθηκε η ποινή διάπραξης του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό που αποβλέπει με τέτοια πράξη σε κέρδος από τρία σε επτά χρόνια με τον τροποποιητικό νόμο 27(Ι)/2021, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από τις 19.03.
  2. Παρά τα πιο πάνω όμως, διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο κατά την κρίση του για επιβολή ποινής στα αδικήματα της κλοπής και κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό θα έχει υπόψη του ως ανώτατες ποινές αυτές των δέκα ετών και τριών ετών αντίστοιχα που ίσχυαν κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων από τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος επέδειξε αγνωμοσύνη στους συγχωριανούς του που τον επέλεξαν στη θέση του κοινοτάρχη χχχχχ αλλά γενικότερα και σε ολόκληρη την κοινότητα που τον αναγνώρισε ως τον επικεφαλή της. Καταχράστηκε την εμπιστοσύνη των συμπολιτών του πλήττοντας το θεσμό του κοινοτάρχη, υπονομεύοντας το έργο του κοινοτικού συμβουλίου και σπαταλώντας, χωρίς ίχνος επιφύλαξης ή αναστολής, την περιουσία του σώματος που προέδρευε όχι προς όφελος της κοινότητας του. Ο κατηγορούμενος με απύθμενο θράσος ενεργούσε αυθαίρετα, πονηρά, καταχρηστικά και κατά παράβαση προνοιών της νομοθεσίας που διέπουν τα καθήκοντα και τις εξουσίες του ως κοινοτάρχης που ήταν. Χωρίς να δίδει λογαριασμό σε κανένα δρούσε αυτόβουλα και συμφεροντολογικά αποφεύγοντας να ενημερώνει τα υπόλοιπα μέλη του κοινοτικού συμβουλίου. Άτομα καλούνταν για να εκτελέσουν εργασίες και για να παρέχουν υπηρεσίες στην κοινότητα χχχχχ. Ο ίδιος μεριμνούσε για την έκδοση ενταλμάτων πληρωμής που είναι έγγραφα του Κοινοτικού Συμβουλίου χχχχχχ και σημείωναν ότι τα άτομα αυτά είχαν εξοφληθεί με επιταγές από το λογαριασμό του κοινοτικού συμβουλίου, οι αριθμοί των οποίων καταγράφονται στα εν λόγω έντυπα. Η κατάσταση αυτή δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και αφορούσε έργα που έγιναν καθώς και έργα που δηλώθηκαν εικονικά ότι είχαν γίνει αλλά ποτέ δεν έγιναν. Αυτό όμως που συνέβαινε ήταν ο κατηγορούμενος να εκμεταλλεύεται τη θέση του και τις εξουσίες που αυτή του παρείχε για να χειρίζεται το λογαριασμό και τα οικονομικά δεδομένα του κοινοτικού συμβουλίου εις βάρος του σώματος αυτού. Συγκεκριμένα δαπανούσε χρήματα της κοινότητας εκδίδοντας εις το όνομα του τις επιταγές που σημειώνονται στα προαναφερόμενα εντάλματα πληρωμής και αφού παρουσίαζε τον εαυτό του ως δικαιούχο τις εξαργύρωσε εισπράττοντας τα προς πληρωμή ποσά, τα οποία και οικειοποιήθηκε. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δρούσε προσεκτικά, μεθοδικά και στοχευμένα με απώτερο στόχο το οικονομικό όφελος. Ο καταρτισμός εγγράφων που βεβαιώνουν εξόφληση εργασιών που όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, έντυπα που δηλώνουν εικονική παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής, επιταγές που σημειώνονται στα εν λόγω έγγραφα ως εικονικές πληρωμές τέτοιων εργασιών ή υπηρεσιών να είναι εκδομένες εις το όνομα του κατηγορουμένου, η εμφάνιση του κατηγορουμένου σε υποκαταστήματα τράπεζας παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως δικαιούχο αυτών των επιταγών με στόχο την εξαργύρωση τους και η οικειοποίηση των χρημάτων μετά την εξαργύρωση των εν λόγω επιταγών εις το όνομα του, χωρίς δεύτερη σκέψη καταδεικνύουν την ύπαρξη σχεδίου. Συστηματικά χρησιμοποιούσε τη θέση που κατείχε για να ικανοποιήσει προσωπικά του συμφέροντα στη βάση ενός καλά οργανωμένου σχεδίου που ο ίδιος εκπόνησε και κατ' εξακολούθηση έθεσε σε εφαρμογή. Ο προσχεδιασμός και ο καλά σχεδιασμένος τρόπος διάπραξης εγκλημάτων, συνιστά πάντα σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι υπήρχαν, κάτι που λαμβάνεται υπόψη εις βάρος του κατηγορουμένου (Χριστοφής ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Επιπλέον δεν παραγνωρίζω ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου επεκτείνεται πέραν της μιας φοράς. Η εγκληματική του δράση εκδηλώθηκε για πρώτη φορά το έτος 2007 και έπειτα συνεχίστηκε για περίοδο τεσσάρων ετών. Η κατ' επανάληψη παράνομη συμπεριφορά του περιλαμβάνει 21 ξεχωριστές περιπτώσεις. Ειδικότερα το έτος 2007 η παράνομη δραστηριότητα του επαναλήφθηκε 17 φορές, το έτος 2008 μία φορά, το έτος 2009 μία φορά και το έτος 2010 δύο φορές. Αν η Ελεγκτική Υπηρεσία δεν προέβαινε σε έλεγχο της οικονομικής κατάστασης του Κοινοτικού Συμβουλίου χχχχχ, ο κατηγορούμενος θα συνέχιζε την εγκληματική δραστηριότητα του εις βάρος της κοινότητας του. Η παράνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τερματίστηκε μόνο μετά την παρέμβαση της αστυνομίας στην οποίαν κατέφυγε η Ελεγκτική Υπηρεσία με σχετική έκθεσης της που είχε ετοιμάσει. Ο κατηγορούμενος αποτελεί ένα κλασσικό παράδειγμα κοινοτάρχη, δυστυχώς, προς αποφυγή. Καταστρατήγησε νόμους, αγνόησε τα υπόλοιπα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου χχχχχχ, δεν σεβάστηκε τους συγχωριανούς του που τον εμπιστεύθηκαν κοινοτάρχη τους, εκμεταλλεύτηκε τη θέση του ως πρόεδρος κοινοτικού συμβουλίου και καταχράστηκε την εξουσία του, προέβηκε σε οικονομικές ατασθαλίες από τις οποίες απέκτησε προσωπικό όφελος προκαλώντας παράλληλα αντιστοίχου ύψους μεγάλη ζημιά στην περιουσία της κοινότητας χχχχχ. Η επίκληση οικονομικών δυσκολιών του κατηγορουμένου από την ευπαίδευτη συνήγορο του σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί την εγκληματική δράση του η οποία είναι καταδικαστέα, έχοντας υπόψη μου την θέση του δημόσιου λειτουργού που κατείχε συνεπεία της εμπιστοσύνης που του επέδειξαν οι συγχωριανοί του και την υποχρέωση του να ενεργεί εκ του αξιώματος του ως θεματοφύλακας της περιουσίας του κοινοτικού συμβουλίου. Είναι γεγονός ότι η ζημιά που δημιουργήθηκε από την συστηματική εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου δεν έχει μέχρι σήμερα αποκατασταθεί. Ούτε καν μέρος της. Βέβαια οφείλω να διευκρινίσω ότι αυτό δεν λαμβάνεται εις βάρος του κατηγορουμένου. Με βάση όμως τη νομολογία η επανόρθωση της ζημιάς είναι ελαφρυντικός παράγοντας (Κολοκασσίδης v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252). Συνεπώς αν ο κατηγορούμενος μεριμνούσε εμπράκτως για την αποκατάσταση της ζημιάς ή έστω μέρος αυτής με την καταβολή σχετικής αποζημίωσης, αυτό θα αποτελούσε ένα επιπλέον ελαφρυντικό παράγοντα για τον ίδιο. Η πρόθεση του κατηγορουμένου να αποδεχτεί την έκδοση απόφασης εναντίον του στην αγωγή που έχει πρόσφατα καταχωρηθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία σχετικά με την αποζημίωση που διεκδικεί για την οικονομική βλάβη που αυτός της προκάλεσε με την αξιόποινη συμπεριφορά του δεν ισοδυναμεί με έμπρακτη αποζημίωση. Αυτό ασφαλώς που έχει σημασία και λαμβάνω υπόψη μου είναι η οικονομική ζημιά που ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην κοινότητα χχχχχχ ένεκα της αξιόποινης συμπεριφοράς του, το ύψος της οποίας ανέρχεται συνολικά στα €47,193.92 και η οποία παραμένει μέχρι σήμερα (Αδάμου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 494). Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για μεγάλη ζημιά εις βάρος της εν λόγω κοινότητας που επήλθε με την ταυτόχρονη κατά διαστήματα οικειοποίηση από τον κατηγορούμενο αντίστοιχου ποσού που αποτελεί μέρος της περιουσίας του Κοινοτικού Συμβουλίου χχχχχχ, το οποίο ο ίδιος επωφελήθηκε με τη χρησιμοποίηση του προς εξυπηρέτηση προσωπικών του συμφερόντων. Από την άλλη, δίδω ιδιαίτερη βαρύτητα στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. Είναι νομολογημένο ότι ένας αδικοπραγούντας με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου και στην προκειμένη περίπτωση που ισχύει ο κατηγορούμενος απολαμβάνει το ευεργέτημα αυτό (Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 525, Αριστοδήμου v. Δημοκρατία Ποινική Έφεση 121/2017 ημερ. 21.09.17). Ο κατηγορούμενος προέβηκε τελικά σε παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και συγκεκριμένα κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του Μ.Κ.33 (ανακριτή της υπόθεσης). Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014, απόφαση ημερ. 15.06.15). Στην υπόθεση Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015 ημερ. 11.07.16 τονίστηκε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να «μεταφερθεί» στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Το ίδιο σκεπτικό διατυπώθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Τράντα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 8/2016 ημερ. 14.11.16. Εδώ μπορεί η παραδοχή του κατηγορουμένου να έγινε σε προχωρημένο στάδιο της εκδίκασης, ωστόσο ήταν προτού η κατηγορούσα αρχή ολοκληρώσει την υπόθεση της με τη συμπλήρωση της κατάθεσης μαρτυρίας του εξεταστή της υπόθεσης και άλλους τρεις σημαντικούς μάρτυρες κατηγορίας που είχε υπόψη της να καλέσει και ακολούθως κληθεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία σε οποιαδήποτε από τις πολλές κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει και τυχόν προσκόμιση μαρτυρίας από τον ίδιο ή/και από μάρτυρες υπεράσπισης. Η ποινική δίωξη της συντριπτικής πλειονότητας των κατηγοριών αναστάληκε με την παραδοχή του κατηγορουμένου σε ορισμένες από αυτές. Βέβαια αν η παραδοχή του κατηγορουμένου γινόταν από την αρχή τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν ευρύτερα. Ακόμη λαμβάνω υπόψη μου την απολογία του κατηγορουμένου, όπως αυτή εκφράστηκε ενώπιον μου από τη συνήγορο του. Εκλαμβάνω την παραδοχή του κατηγορουμένου καθώς και την απολογία του αλλά και την πρόσφατη πρόθεση του να αποδεχτεί απόφαση εναντίον του στην αγωγή που καταχώρησε η Κυπριακή Δημοκρατία ως έκφραση έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους του που έγινε έστω και την υστάτη στιγμή, η οποία μέσω της αγόρευσης της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288). Καθίσταται από τώρα σαφές, πως χωρίς την παραδοχή του κατηγορουμένου και την έμπρακτη μεταμέλεια που αυτός επέδειξε, έστω και την υστάτη στιγμή, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν ακόμη πιο στενά. Επιπλέον λαμβάνω υπόψη μου τον πρότερο έντιμο βίο του κατηγορουμένου και την εν γένει προσφορά του στην επαρχία Πάφου, στην κοινότητα χχχχχ και γενικότερα στην κοινωνία στην έκταση που έχει αναλυθεί από τη συνήγορο υπεράσπισης. Ωστόσο θεωρώ χρήσιμο να παραπέμψω στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Σουτζιής v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424, το οποίο καταγράφω αυτούσιο και ομιλεί από μόνο του: «Η προσφορά προς το κράτος και την πολιτεία εν γένει, είναι πράγματι σοβαρός ελαφρυντικός παράγοντας, αλλά τονίζουμε πως η μεγαλύτερη προσφορά προς την πατρίδα είναι η υπακοή στους νόμους της.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Μάλιστα στην παλαιά υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 65 τονίστηκαν τα εξής ενδιαφέροντα που επίσης καταγράφονται αυτούσια: «It has been said time and again and, now we repeat, that the higher one stands, the higher becomes his duty to observe the law; in fact, give by his conduct an example of obedience to the law.» Περαιτέρω δέχομαι όλες τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου που καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και συμπληρωματικά έχουν αναφερθεί από την συνήγορο υπεράσπισης στην αγόρευση της, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Είναι βεβαίως καλά γνωστό πως όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας. Εκεί δηλαδή που έχουν διαπραχτεί σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και χρήζουν αυστηρής αντιμετώπισης, όπως στην παρούσα περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες των παραβατών διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής έτσι ώστε να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της που σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι δεδομένος (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (πιο πάνω), Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Ωστόσο το καθήκον του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί στις περιπτώσεις όπου έχουν διαπραχτεί σοβαρά αδικήματα (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575) και οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές (Χρυσοστόμου "Κανάρη" ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ.18). Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος και το στοιχείο της αποτροπής (Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ.132). Είναι με αυτό το σκεπτικό που προσεγγίζω τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω (Μ.Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174). Θα ασχοληθώ τώρα με τη θέση της υπεράσπισης ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης του ζητήματος θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω συνοπτικά το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης. Τα αδικήματα, όπως αυτά τελικά διαμορφώθηκαν μέσα από την παραδοχή του κατηγορουμένου, διαπράχτηκαν την περίοδο 2007 - 06.07.
  1. Ο κατηγορούμενος κατείχε τη θέση του κοινοτάρχη μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου
  2. Το έτος 2012 η Ελεγκτική Υπηρεσία συγκέντρωσε στοιχεία και ετοίμασε έκθεση την οποίαν διαβίβασε στην Νομική Υπηρεσία. Στις 17.12.12 διαβιβάστηκαν πληροφορίες στην αστυνομία από την Νομική Υπηρεσία προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων από τον κατηγορούμενο και από άλλα άτομα. Η αστυνομία διερευνούσε την πιθανότητα διάπραξης αδικημάτων την περίοδο 2007 - Αύγουστο 2011 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων. Εξ' ου και το κατηγορητήριο περιείχε κατηγορίες που αναφέρονταν σ' αυτήν την περίοδο. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 15.04.13 και κατηγορήθηκε γραπτώς στις 22.04.
  3. Η υπόθεση αρχικά καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου περί τον Αύγουστο 2013 με τον αριθμό χχχχχ/
  4. Ωστόσο περί τα μέσα Ιανουαρίου 2014 η ποινική δίωξη αναστάληκε επειδή η γραπτή συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα δεν κάλυπτε ολόκληρη τη χρονική περίοδο του κατηγορητηρίου. Λίγες ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 20.01.14 η υπόθεση επανακαταχωρήθηκε με τον αριθμό που φέρει μέχρι σήμερα. Πρόκειται για κατηγορητήριο που αρχικά περιείχε 405 κατηγορίες και 42 μάρτυρες κατηγορίας. Στην πορεία οι κατηγορίες αυξήθηκαν σε
  5. Η φύση και η έκταση της υπό διερεύνηση υπόθεσης ήταν τέτοια που κατέστησαν τον όγκο του ανακριτικού έργου μεγάλο. Η παρούσα υπόθεση αφορά οικονομικά εγκλήματα περιόδου πέντε ετών, των οποίων η διερεύνηση ήταν, εκτός από μεγάλου βαθμού, σοβαρή, δύσκολη και πολύπλοκη, απαιτώντας εξειδικευμένες γνώσεις. Αναπόφευκτα ο χρόνος που αναλώθηκε τόσο για την διενέργεια προπαρασκευαστικών πράξεων όπως είναι η ετοιμασία έκθεσης από την Ελεγκτική Υπηρεσία όσο και για τη διερεύνηση καθ' εαυτή ήταν μεγάλος. Όπως λέχθηκε από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης ετοιμάστηκαν 102 αστυνομικοί φάκελοι. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αντιληφθεί το εύρος του μαρτυρικού υλικού που ετοιμάστηκε στο στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης κατά την εκδίκαση της, όταν σωρεία εγγράφων που αποτελούσαν μέρος του συνολικού ανακριτικού έργου τέθηκαν ενώπιον του. Με γνώμονα αυτά τα δεδομένα δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ολιγωρία από τις ανακριτικές αρχές στην προσαγωγή του κατηγορουμένου ενώπιον της δικαιοσύνης. Η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο στις 28.04.14 και παρέμεινε για απάντηση στις 29.05.14 μετά από αίτημα του κατηγορουμένου. Την ίδια ημέρα εγκρίθηκε αίτηση του κατηγορουμένου για νομική αρωγή, ως ήταν δικαίωμα του. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 09.12.14 μετά που ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες, ως επίσης ήταν δικαίωμα του. Έκτοτε και μέχρι σήμερα που καλούμαι να επιβάλω ποινή η υπόθεση αναβλήθηκε άλλες 35 φορές. Πριν δε από την έναρξη της ακρόασης εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση στην οποίαν εξετάστηκαν θέσεις του κατηγορουμένου για ελαττωματικότητα και πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου, αίτημα το οποίο είχε υποβληθεί από τη συνήγορο του στις 12.12.18 και συγκεκριμένα 4 χρόνια και 7,5 μήνες περίπου μετά που η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου για να απαντήσει ο κατηγορούμενος. Σε ότι αφορά τις αναβολές, η υπεράσπιση ζήτησε και πέτυχε αναβολή 11 φορές (09.12.14, 11.05.16, 13.03.18, 03.07.18, 12.11.18, 21.06.19, 07.10.19, 20.12.19, 03.12.20, 29.01.21 και 12.02.21), η κατηγορούσα αρχή 7 φορές (16.07.19, 31.01.20, 26.06.20, 10.07.20, 24.07.20, 16.10.20 και 19.03.21), σε 5 περιπτώσεις ζητήθηκε και υπήρξε αναβολή από την κατηγορούσα αρχή και την υπεράσπιση είτε για κοινούς λόγους είτε για διαφορετικούς λόγους (12.10.17, 12.06.18, 20.02.19, 26.02.21 και 11.03.21), σε 5 περιπτώσεις υπήρξε αναβολή από το Δικαστήριο (04.05.15, 20.12.16, 01.06.17, 29.01.19 και 18.01.19), σε μία περίπτωση υπήρξε αναβολή από την κατηγορούσα αρχή και το Δικαστήριο για διαφορετικούς λόγους (02.11.15) και 6 φορές η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω των περιοριστικών μέτρων που είχαν ληφθεί εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού (13.03.20, 31.03.20, 06.04.20, 15.05.20, 20.11.20 και 11.01.21). Η νομολογία υποδεικνύει ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του προσμετρά υπέρ του κατηγορουμένου στην επιβολή της ποινής. Αν μάλιστα στο διαρρεύσαντα χρόνο επέλθει μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, αυτό λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης. Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Στην υπόθεση Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365 λέχθηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: «Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων.» Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση φαίνεται από τα πιο πάνω δεδομένα που έχουν εκτεθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι συνυπεύθυνος στη διαρροή του χρόνου. Ειδικότερα, όπως διαπιστώνεται από τα προαναφερόμενα, σε σύνολο 36 αναβολών που υπήρξαν, 12 φορές αναλογούν αποκλειστικά στον κατηγορούμενο ενώ άλλες 5 περιπτώσεις του χρεώνονται από κοινού με την κατηγορούσα αρχή. Παράλληλα δεν μπορεί να αγνοηθεί η μεγάλη ολιγωρία που αυτός επέδειξε να υποβάλει προδικαστικό αίτημα που αφορούσε το κατηγορητήριο (πέραν των 4,5 ετών από την ημερομηνία που κλήθηκε να απαντήσει). Παρόλα αυτά όμως ο συνολικός χρόνος των 8 ετών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία σύλληψης του κατηγορουμένου (15.04.13) μέχρι σήμερα που καλούμαι να επιβάλω ποινή αποτελεί ένα αντικειμενικό γεγονός, το οποίο σε συνδυασμό με την επιδείνωση της κατάσταση της υγείας της συζύγου και της θυγατέρας του στο μεσοδιάστημα (Τεκμήριο 'Β') λαμβάνονται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου. Αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για τα αδικήματα της φύσεως που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθώ σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ... 217). Στην Σάμπη ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), το Εφετείο επανέλαβε ότι: «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν.» Ενδεικτικά παραθέτω ορισμένες αποφάσεις στις οποίες το σκεπτικό βρίσκει έρεισμα στην παρούσα περίπτωση. Στην υπόθεση Polydorou (πιο πάνω) δημόσιος λειτουργός που έκλεψε ποσό Λ.Κ.£424 και στην πορεία αποζημίωσε πλήρως τιμωρήθηκε με ποινή φυλάκισης 12 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στη Χαραλάμπους (πιο πάνω) δικαστικός λειτουργός ηλικίας 47 ετών έκλεψε ποσό Λ.Κ.£15.000, το οποίο επέστρεψε ολόκληρο πριν την πρόσαψη κατηγορίας. Έχοντας λευκό ποινικό μητρώο, με την εργοδότηση του να έχει τερματιστεί, να έχει απωλέσει σύνταξη και συναφή ωφελήματα, την υγεία του να έχει επηρεαστεί, με δείγματα εντιμότητας σε δύο περιπτώσεις στο παρελθόν, με άσπιλο παρελθόν, να χαίρει εκτίμησης, του επιβλήθηκε, μετά από ακρόαση, ποινή φυλάκισης 18 μηνών, η οποία μειώθηκε σε 12 μήνες από το Εφετείο. Στην Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219 ο εφεσείοντας ηλικίας 31 ετών, πατέρας τριών μικρών παιδιών έκλεψε ποσό Λ.Κ.£36.000 ενώ ήταν υπάλληλος Σ.Π.Ε. Ένεκα του αδικήματος που διέπραξε απολύθηκε και η σταδιοδρομία του τερματίστηκε. Κατόπιν παραδοχής του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών, η οποία μειώθηκε σε 18 μήνες από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 519 ο εφεσείοντας ήταν γραμματέας της Σ.Π.Ε. Πολεμίου, ηλικίας 50 ετών. Διέπραξε διάφορα αδικήματα, ανάμεσα στα οποία κλοπή ποσού Λ.Κ.£82.000 καταχρώμενος τη θέση που κατείχε και παράλληλα την εμπιστοσύνη που του επιδείχτηκε μέσα από σχεδιασμένη εγκληματική δραστηριότητα που ξεκίνησε το 2001 και διήρκεσε μέχρι το 2003 που αποκαλύφθηκε. Μετά από παραδοχή, συνεργασία με την αστυνομία στο τέλος, λευκό ποινικό μητρώο, επιστροφή ποσού Λ.Κ.£25.000, με σακχαρώδη διαβήτη και υπέρταση, αφού λήφθηκαν υπόψη άλλες 15 υποθέσεις και χρόνος τριών ετών που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στη Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 κοινοτάρχης χωριού στην επαρχία Πάφου ηλικίας 60 ετών διέπραξε διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων κατάχρηση εξουσίας και συγκάλυψη παράνομων εσόδων. Καταχρώμενος τη θέση του επωφελήθηκε ποσό Λ.Κ.£130.000. Έχοντας λευκό ποινικό μητρώο και αφού δημεύτηκε ποσό Λ.Κ.£179.498 και παρήλθαν σχεδόν 4 χρόνια μέχρι την επιβολή ποινής, μετά από ακρόαση, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης κυμαινόμενες από 15 μήνες μέχρι 3 χρόνια, οι οποίες όχι μόνο επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο αλλά χαρακτηρίστηκαν πολύ επιεικείς. Στην Στυλιανού v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646 ο γραμματέας της Σ.Π.Ε. Πάνω Πλατρών, ηλικίας 25 ετών, έκλεψε χρηματικό ποσό Λ.Κ.£56,993 το χρονικό διάστημα 01.01.03 - 03.05.04. Μετά από ακρόαση και αφού λήφθηκαν υπόψη ψυχολογικά προβλήματα που ο εφεσείοντας αντιμετώπιζε καθώς επίσης ο χρόνος των 3 ετών που παρήλθε από την εγκληματική του δραστηριότητα μέχρι την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Ευθυμίου v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 113 ο εφεσείοντας μαζί με τη γραμματέα Σ.Π.Ε. Καπέδων έκλεψαν ποσό Λ.Κ.£453.
  1. Ο εφεσείοντας που είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάπραξη του αδικήματος καρπώθηκε ποσό Λ.Κ.£402.150 ενώ η γραμματέας Λ.Κ.£51.
  2. Μετά από ακρόαση επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 2 ετών, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Παναγιώτης Κώστα Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο εφεσείοντας, ηλικίας 36 ετών, ενώ ήταν λογιστής σε εταιρεία καταχράστηκε τη θέση του αποσπώντας κατά διαστήματα το συνολικό ποσό των €604.572.
  3. Η εγκληματική του δραστηριότητα διήρκεσε 3 χρόνια. Ο εφεσείοντας δεν επέστρεψε τα χρήματα που παράνομα καρπώθηκε. Ήταν νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 8,5 ετών που είχε εκ γενετής προβλήματα υγείας και παρακολουθούσε μαθήματα κινησιοθεραπείας. Προέβηκε σε άμεση παραδοχή σε 90 κατηγορίες. Η δεινή οικονομική κατάσταση του τον ενέπλεξε στα γρανάζια της τοκογλυφίας. Έχοντας λευκό ποινικό μητρώο και πρότερο έντιμο βίο, του επιβλήθηκε στο αδίκημα της κλοπής ποινή φυλάκισης 4 χρόνια, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Αδάμου v. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο εφεσείοντας ήταν υπάλληλος της Α.Τ.Η.Κ. και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπεύθυνος αποθήκης. Διενεργούσε εικονικές πράξεις για την εκμετάλλευση καλωδίων ενώ στην ουσία μετέφερε τα καλώδια που έκλεβε σε κάποιο χωριό, τα έκαιγε και πωλούσε το χαλκό. Τα σχετικά έντυπα συμπληρώνονταν με λανθασμένα στοιχεία και ο εφεσείοντας χρέωνε τα κλαπέντα καλώδια σε εργολάβους που εκτελούσαν έργα για την Α.Τ.Η.Κ. Ο εφεσείοντας έκλεψε συνολικά €973.983,40 την περίοδο 15.01.10 - 30.11.10, ζημιά την οποίαν ουδέποτε αποκατάστησε. Παράλληλα επωφελήθηκε ποσό €60.000 που αποτελούσε έσοδο, το οποίο αποκτήθηκε από παράνομες δραστηριότητες. Ο εφεσείοντας παραδέχτηκε αμέσως στην αστυνομία και ακολούθως στο δικαστήριο. Κατόπιν εκτίμησης των πιο πάνω και αφού λήφθηκε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 χρόνια, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Καλλής v. Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ. 633 ο εφεσείοντας ήταν γραμματέας της Σ.Π.Ε. Αγίου Αμβροσίου. Επιδεικνύοντας δόλια, επαναλαμβανόμενη και σχεδιασμένη συμπεριφορά με σοβαρές συνέπειες για τα θύματα των πράξεων του, ο εφεσείοντας έκλεψε σε δύο περιπτώσεις συνολικό ποσό €34.038.28 (€24.000 και €10.038,28 αντίστοιχα). Ουσιαστική αποκατάσταση της ζημιάς δεν επήλθε. Είχαν ασκηθεί πιέσεις στον εφεσείοντα για να διαπράξει τα αδικήματα. Σε αρχικό στάδιο της ακρόασης ο εφεσείοντας προέβηκε σε παραδοχή. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω καθώς επίσης το λευκό ποινικό μητρώο του, την καλή συμπεριφορά του από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, το γεγονός ότι ήταν άνεργος και συντηρείτο από δημόσιο βοήθημα, οι επιπτώσεις που έπληξαν την οικογένεια του συνεπεία των πράξεων του, το ότι πρόσωπα που συμμετείχαν στην κλοπή δεν διώχτηκαν και την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης συνοδευόμενη με μεταβολή των προσωπικών του συνθηκών, στον εφεσείοντα επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 16 μηνών, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στην Μαληκκίδη v. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο εφεσείοντας, ηλικίας 58 ετών και τότε Γενικός Διευθυντής του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Πάφου, παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων δεκασμού δημοσίου λειτουργού και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο εφεσείοντας αποκόμισε παράνομα όφελος €498.000 σε οκτώ διαφορετικές περιπτώσεις καλύπτοντας περίοδο δέκα περίπου ετών. Πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών για τα οποία έχει όλη την ευθύνη σε ότι αφορά τη σχολική φοίτηση, φροντίδα και καθοδήγηση με προβλήματα υγείας και με γνώμονα ότι τυχόν εγκλεισμός του στη φυλακή θα είχε σοβαρή αρνητική επίδραση στον ψυχικό κόσμο των παιδιών του και στην εν γένει προσωπική τους κατάσταση, του επιβλήθηκε για το αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ποινή φυλάκισης 6 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Βασιλείου κ.α. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12-15/2015 ημερ. 04.07.17 που αφορούσε καταγγελία καταδολίευσης του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων της Α.Τ.Η.Κ., επιβλήθηκαν για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατόπιν ακρόασης, στον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου Α.Τ.Η.Κ. που παράνομα έλαβε ποσό €300.000 ποινή φυλάκισης 8 ετών η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση, στον τότε Γενικό Γραμματέα μίας εκ των συντεχνιών υπαλλήλων της Α.Τ.Η.Κ. που παράνομα έλαβε ποσό €450.000 ποινή φυλάκισης 9 ετών η οποία κατ' έφεση μειώθηκε σε 7 χρόνια και σε τότε υψηλόβαθμο στέλεχος της Α.Τ.Η.Κ. που παράνομα έλαβε ποσό €250.000 ποινή φυλάκισης 6,5 ετών η οποία μειώθηκε σε 4,5 έτη κατ' έφεση ώστε να αντανακλά το δικό του ρόλο συμμετοχής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιβολή ποινής είναι λεπτό και συνάμα δύσκολο και πολυδιάστατο δικαστικό έργο, το οποίο, όπως ήδη λέχθηκε, απαιτεί βαθύ προβληματισμό για εξατομίκευση της μέσα από εκτίμηση δεδομένων, των γεγονότων που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, επιβαρυντικών και ελαφρυντικών παραγόντων της υπόθεσης, χωρίς να παραγνωρίζεται ο σκοπός του νομοθέτη στη θέσπιση των υπό κρίση αδικημάτων και η Νομολογία επί του θέματος (Αντωνίου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 74/2020 ημερ. 31.07.2020). Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη, κατέληξα ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Σαφώς προκύπτει ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από εγκληματικές συμπεριφορές, όπως αυτή του κατηγορουμένου. Οι προσωπικές - οικογενειακές - οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, το λευκό ποινικό μητρώο του, η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η μεταμέλεια του όπως αυτή εκφράστηκε με την παραδοχή του, με την απολογία του στο Δικαστήριο και με την πρόθεση του να αποδεχτεί την έκδοση εναντίον του δικαστικής απόφασης σε υπόθεση πολιτικής φύσεως, ο χρόνος που παρήλθε καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν αναφερθεί από την ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και τα οποία έχω θέσει ενώπιον μου, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης. Κρίνω ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλω στον κατηγορούμενο: - σε κάθε μία από τις κατηγορίες 30, 34, 107 και 374 (νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) ποινή φυλάκισης 2 ετών, - σε κάθε μία από τις κατηγορίες 1, 5, 9, 14, 18, 22, 25, 29, 33, 37, 41, 45, 49, 53, 67, 71, 106, 373, 406, 408 και 410 (κλοπή από δημόσιο λειτουργό) ποινή φυλάκισης 18 μηνών, - σε κάθε μία από τις κατηγορίες 3, 7, 11, 16, 20, 27, 31, 35, 39, 43, 47, 51, 55, 69, 108, 375, 407, 409 και 411 (κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο λειτουργό) ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Θα θεωρήσω ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε αφορούν σε μία ενιαία συμπεριφορά αυτού και ως εκ τούτου οι ποινές φυλάκισης που έχω επιβάλει σε όλες τις κατηγορίες θα συντρέχουν μεταξύ τους. Θα εξετάσω τώρα την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινής φυλάκισης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πηγάζει από τις διατάξεις του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν.95/72), όπως αυτός τροποποιήθηκε από το νόμο 186(Ι)/2003 (Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339). Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου τέθηκαν σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της σύγχρονης προσέγγισης που το δικαστήριο ακολουθεί όταν εξετάζει ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: «... τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449).» Περαιτέρω παραπέμπω στις προγενέστερες υποθέσεις Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 και Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, οι οποίες κατ' ανάλογο τρόπο πραγματεύονται το θέμα αυτό. Στην παρούσα υπόθεση δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος από τη θέση του κοινοτάρχη διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα με την σχεδιασμένη εγκληματική του δραστηριότητα να διαρκεί τέσσερα χρόνια, συνεπεία της οποίας η κοινότητα του έχει υποστεί ζημιά και με τον ίδιο να έχει ωφεληθεί οικονομικά. Ωστόσο την ίδια στιγμή δεν αγνοώ ότι καλούμαι να επιβάλω ποινή οκτώ περίπου χρόνια μετά που αυτός συνελήφθηκε για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης. Στο διάστημα που μεσολάβησε η κατάσταση της υγείας τόσο της συζύγου του ηλικίας 79 ετών όσο και της θυγατέρας του ηλικίας 59 ετών που πάσχει εκ γενετής από νοητική στέρηση και διαμένουν μαζί του, έχει επιδεινωθεί. Αμφότερες πλέον δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως και εξαρτώνται αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι αυτός που καθημερινά τις φροντίζει και τις περιποιείται, παρόλο ότι είναι ηλικίας 80 ετών με προβλήματα στην όραση του. Την ίδια στιγμή είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο έκτοτε της υπόθεσης αυτής και συγκεκριμένα πριν από 14 χρόνια περίπου από τη διάπραξη του πρώτου αδικήματος και 11 χρόνια περίπου από τη διάπραξη του τελευταίου αδικήματος δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη. Τα στοιχεία αυτά αποκτούν μεγαλύτερη σημασία αν κάποιος αναλογιστεί την ηλικία του κατηγορουμένου και ότι πρόκειται για πρόσωπο με έντιμο και άσπιλο παρελθόν. Έστω και την υστάτη ο κατηγορούμενος έχει αναγνωρίσει το σφάλμα του επιδεικνύοντας έμπρακτη μεταμέλεια γι' αυτό. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης περιλαμβανομένου των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων, των δεδομένων που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση, των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου και γενικά όλους του επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες που έχουν αναφερθεί κρίνω ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης) Έξοδα €950,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα Τεκμήρια της υπόθεσης, εκτός από τις καταθέσεις και τις φωτογραφίες, να επιστραφούν στο Κοινοτικό Συμβούλιο χχχχχ. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.