Δημοκρατία ν. MOUSTAFA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8041/20, 24/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2021:6 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Π. Ε. Δ. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8041/20 Δημοκρατία v.
- XXXX XXX MOUSTAFA
- XXXX XXXX HALAF Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 24.06.2021 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι 1-2 παρόντες Χρέη μεταφραστή από τα Ελληνικά στα Αραβικά και αντίστροφα εκτελεί ο κ. Γ. Λεϊλή ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορία (τέταρτη κατηγορία) ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του άρθρου 205 του Κεφ.
- Συγκεκριμένα παραδέχθηκε ότι στις 10.04.2020, στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου, με παράνομη πράξη επέφερε τον θάνατο του xxxxxx xxx Haji, τέως από τη xxxxx. Ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορία απαγωγής με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε βαριά σωματική βλάβη (δεύτερη κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 251 και 20 του Κεφ.
- Συγκεκριμένα, παραδέχθηκε ότι στις 10.04.2020, στην Πάφο, απήγαγε τον xxxxx xx Haji τέως από τη xxxx, με σκοπό αυτός να τύχει τέτοιας μεταχείρισης ώστε να τεθεί σε κίνδυνο και να υποβληθεί σε βαριά σωματική βλάβη. Το σύνολο των αδιαμφισβήτητων γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση εκτέθηκαν ενώπιον μας τόσο από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής αλλά και από τον ευπαίδευτο συνήγορο υεπράσπισης. Τα παρατεθέντα, από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, γεγονότα, έχουν, αυτούσια, ως ακολούθως:
- Το θύμα xxxxx xxx Haji 19 ετών καταγόταν από τη xxxx και βρισκόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία από το Μάιο 2017 ως αιτητής πολιτικού ασύλου. Από την μετάβαση του στην Κύπρο μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020, το θύμα διέμενε στην οικία του θείου του στην Έμπα, ενώ τον Μάρτιο του 2020 συγκατοίκησε σε άλλη οικία με φιλικό του πρόσωπο.
- Ένα περίπου χρόνο πριν την θανάτωσή του από τον 1ο κατηγορούμενο, το θύμα σύναψε ερωτικό δεσμό με την σύζυγο του προαναφερθέντος κατηγορουμένου, τον οποίο διατηρούσε μέχρι την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων. Ο 1ος κατηγορούμενος έλαβε γνώση του ως άνω εξωσυζυγικού δεσμού της συζύγου του περί την 5η Απριλίου
- Το απόγευμα της 10ης Απριλίου 2020 ομάδα τρίτων φιλικών προσώπων τόσο του 1ου κατηγορούμενου όσο και του θύματος αποφάσισαν να εντοπίσουν το θύμα και να το μεταφέρουν σε συγκεκριμένη οικία, ώστε να του θυμώσουν και να το δείρουν, εξαιτίας του ερωτικού δεσμού που είχε συνάψει, ως αναφέρεται πιο πάνω. Παραπλανώντας το θύμα, διευθέτησαν συνάντηση μαζί του σε σημείο στη περιοχή της Μεσόγης. Στο θύμα δόθηκε η εντύπωση ότι θα συναντούσε μόνο τον συγκάτοικό του για να μιλήσουν. Κατά τη συνάντηση και όταν αντιλήφθηκε την παρουσία των προαναφερθέντων προσώπων, το θύμα, που βρισκόταν στο όχημα του, οδήγησε απότομα «προς τα μπροστά» και το όχημα κατέλειξε σε χαντάκι.
- Στη συνέχεια το θύμα, αφού εξήλθε από το όχημα του, εισήλθε και κάθισε στο μέσο της πίσω θέσης του οχήματος που οδηγούσε ένα εκ των προσώπων της ρηθείσας «ομάδας». Αριστερά και δεξιά του θύματος εισήλθαν και κάθισαν δύο άλλα πρόσωπα από την ομάδα.
- Ακολούθως το θύμα οδηγήθηκε από τους προαναφερθέντες σε οικία ενός εξ αυτών, στην οποία είχαν επίσης μεταβεί οι κατηγορούμενοι και άλλα πρόσωπα. Καθ' ον χρόνο όλα τα πρόσωπα βρίσκονταν στην εν λόγω οικία, συμφωνήθηκε μεταξύ τους όπως εν τέλει το θύμα μεταφερθεί σε παραλία με σκοπό να το δείρουν.
- Ο 2ος κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο οδήγησαν το θύμα εκτός της οικίας και το ανάγκασαν να εισέλθει και να καθίσει χωρίς τη θέλησή του στη πίσω θέση ενός οχήματος. Στο ίδιο όχημα επιβιβάστηκαν οι δύο κατηγορούμενοι μαζί με ακόμη ένα πρόσωπο και στη συνέχεια, οδηγώντας, μετέβηκαν σε παραλία στη Χλώρακα της Πάφου.
- Φτάνοντας στην παραλία και εντός του οχήματος, o 1ος κατηγορούμενος είχε συζήτηση με το θύμα αναφορικά με το δεσμό που ο τελευταίος διατηρούσε με τη σύζυγο του πρώτου. Εν τω μεταξύ στην παραλία είχαν φτάσει με άλλα οχήματα και τα υπόλοιπα πρόσωπα, που προηγουμένως βρίσκονταν στην οικία. Σε κάποιο χρόνο ο 1ος κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος και ζήτησε από το θύμα να πράξει το ίδιο. Λόγω της άρνησης του θύματος, ο 1ος κατηγορούμενος άνοιξε τη πίσω πόρτα του οχήματος και τράβηξε το θύμα έξω από αυτό. Στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος κτύπησε το θύμα με γροθιά στο πρόσωπο και αυτό κατέληξε στο έδαφος. Ακολούθως ο 1ος κατηγορούμενος σήκωσε το θύμα και το γρονθοκόπησε ξανά στο πρόσωπο. Παράλληλα στο σημείο μετέβηκαν και άλλα πρόσωπα, τα οποία, βρίζοντας, ξεκίνησαν μαζί με τον 2ο κατηγορούμενο να κτυπούν και να κλωτσούν το θύμα αδιάκριτα και επανειλημμένα σε διάφορα μέρη του σώματός του, ενώ βρισκόταν στο έδαφος.
- Καθ' ον χρόνο το θύμα βρισκόταν στο έδαφος και δεχόταν επίθεση από άλλα πρόσωπα και το 2ο κατηγορούμενο, ο 1ος κατηγορούμενος με τη χρήση μαχαιριού έπληξε το θύμα σε σημείο του σώματός του. Το θύμα κατάφερε να σηκωθεί από το έδαφος και τρέχοντας εισήλθε στη θέση του οδηγού του αναφερόμενου στην παράγραφο 7 οχήματος. Ελάχιστο χρόνο μετά, το θύμα, που ήταν τραυματισμένο, εξήλθε του οχήματος και ξεκίνησε να τρέχει για να διαφύγει. Τρίτο πρόσωπο καταδίωξε το θύμα και αφού το έφτασε, το έριξε στο έδαφος και ξεκίνησε να το κτυπά με τα χέρια. Ο 1ος κατηγορούμενος πλησίασε στο σημείο και ενώ το τρίτο πρόσωπο κρατούσε το θύμα στο έδαφος, αυτός γονάτισε και άρχισε να το μαχαιρώνει σε διάφορα σημεία του σώματος. Ο 1ος κατηγορούμενος κατάφερε 17 μαχαιριές στο σώμα του θύματος και τα αντίστοιχα τραύματα που προκλήθηκαν καταγράφονται στην Ιατροδικαστική Έκθεση της Δρ. Παπέττα, που διενήργησε νεκροψία επί της σωρού του θύματος.
- Ενόψει των πολλαπλών τραυμάτων που ο 1ος κατηγορούμενος προκάλεσε στο θύμα με τη χρήση μαχαιριού, επήλθε ο θάνατός του συνέπεια αιμορραγικού σοκ οφειλόμενου σε εσωτερική αιμορραγία.
- Στη συνέχεια οι δύο κατηγορούμενοι απομακρύνθηκαν μαζί από το μέρος με όχημα και αργότερα διέφυγαν στις κατεχόμενες περιοχές. Τρίτα πρόσωπα μετακίνησαν την σορό του θύματος και την έκρυψαν σε κοντινό καλαμιώνα. Οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου και αμφότεροι τελούν υπό κράτηση από τη σύλληψή τους που έλαβε χώρα στις 05.12.2020.» Τα παρατεθέντα από τον συνήγορο υπεράσπισης γεγονότα, τα οποία προφανώς αποσκοπούν στη συμπλήρωση της εικόνας που οδηγήθηκαν οι κατηγορούμενοι στη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν, έχουν ως εξής: Περίπου 5 με 6 ημέρες, πριν από τις 10 του Απρίλη του 2020, ο πρώτος κατηγορούμενος, γύρω στα μεσάνυχτα, είχε εισέλθει στο δωμάτιο που ήταν η σύζυγός του μαζί με τα δύο ανήλικα παιδιά του, 3.5 και 2 ετών, και είχε αντιληφθεί, ότι, διά μέσου του κινητού, αυτή συνομιλούσε προφανώς με κάποιο άντρα. Ζήτησε εξηγήσεις, υπήρξε άρνηση από τη σύζυγό του και ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε να ελέγξει το κινητό, υπήρχε όμως αντίδραση από τη σύζυγό του. Στο τέλος, ο κατηγορούμενος εξανάγκασε τη σύζυγο να βάλει τον κωδικό και ανοίξει το κινητό, οπότε διαπίστωσε ότι αυτή διατηρούσε δεσμό με κάποιο φίλο του, που είναι το θύμα. Η αντίδρασή του πρώτου κατηγορούμενου, μετά από αυτή την ανακάλυψη, δεν ήταν να κτυπήσει τη γυναίκα του, ούτε να της επιτεθεί και απλώς της είπε ότι «το καλύτερο που έχουμε είναι να μην πούμε σε κανένα τίποτα και να χωρίσουμε». Αυτή ήταν και η απόφαση του πρώτου κατηγορούμενου, μετά που αντιλήφθηκε ότι η σύζυγός του τον απατούσε με έναν από τους φίλους του. Την επόμενη ημέρα το πρωί, ο κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο τους γονείς της συζύγου του και τους ενημέρωσε ότι αποφάσισαν να χωρίσουν, χωρίς όμως να τους δώσει λεπτομέρειες για το λόγο του χωρισμού. Ταυτόχρονα έδωσε το κινητό του τηλέφωνο στη σύζυγό του, για να ενημερώσει και αυτή τους γονείς της. Το βράδυ που ο πρώτος κατηγορούμενος είχε εντοπίσει μέσα στο κινητό της τις συνομιλίες και τα μηνύματα, αφαίρεσε τα δύο κινητά που είχε η σύζυγός του και τα είχε στην κατοχή του. Το ένα κινητό, ήταν κινητό που αγόρασε ο κατηγορούμενος και το άλλο κινητό που κρατούσε η σύζυγος του της το είχε αγοράσει το θύμα. Όταν σε κάποια στιγμή ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε το τηλέφωνο στη σύζυγο του, αυτή εκμεταλλευόμενη που κρατούσε το τηλέφωνο του πρώτου κατηγορούμενου, έστειλε μήνυμα στο θύμα και το ενημέρωσε σχετικά. Ακολούθως το θύμα, μέσα στην ίδια ημέρα μετέβη στο σπίτι του πρώτου κατηγορούμενου, όπου έδωσε στη σύζυγο του άλλο κινητό για να συνεχίσουν τις συνομιλίες τους. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος δεχόταν συνεχώς τηλεφωνήματα και επισκέψεις από τους γνωστούς και συγγενείς του, που του έλεγαν «μα ξέρεις ακούγεται στον αραβικό κόσμο ότι η σύζυγός σου διατηρεί σχέση με τον φίλο σου το xxxxx». Ο πρώτος κατηγορούμενος προσπάθησε να πείσει για το αντίθετο, και δη ότι δεν συμβαίνει τίποτα, παρότι ότι είχε γνώση. Υπήρξε ένας καταιγισμός, από γνωστά πρόσωπα του πρώτου κατηγορούμενου που του έλεγαν ότι «πρόσεξε τη γυναίκα σου και έχει φίλο τον xxxxxx». Στις 10 του Απρίλη, γύρω στις 8:30 το βράδυ, ο πρώτος κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι του και πήγε στο σπίτι του δεύτερου κατηγορούμενου, με τον οποίο είναι πρώτα εξάδελφα, με σκοπό να περάσει λίγο χρόνο, γιατί βρισκόταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, με αυτά που αντιλήφθηκε σε σχέση με τη σύζυγό του, και σε σχέση με όλα όσα διαδίδονταν στον αραβικό κόσμο. Ένιωσε ντροπή και εξευτελισμό. Οι κατηγορούμενοι πήραν το αυτοκίνητο, για να πάνε σε supermarket να ψωνίσουν. Καθοδόν προς το supermarket, ο πρώτος κατηγορούμενος, δέχθηκε τηλεφώνημα όπου τρίτο πρόσωπο του ανέφερε να πάει επειγόντως στο σπίτι κάποιου άλλου προσώπου (το οποίο δεν κατονομάστηκε καθ΄ ότι εκκρεμεί άλλη σχετιζόμενη υπόθεση με την παρούσα). Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος λέει στον δεύτερο κατηγορούμενο για το τηλεφώνημα και συμφώνησαν να πάνε στο σπίτι του τρίτου προσώπου. Πηγαίνοντας στο σπίτι τρίτου προσώπου συνάντησαν το θύμα και μια ομάδα άλλων προσώπων. Εκεί γίνεται συζήτηση και η ομάδα των προσώπων απευθυνόμενοι στο θύμα του έλεγαν ότι δεν ήταν σωστό από αυτό που έκανε, ότι δεν έπρεπε να το κάνει, είναι ντροπή για τον κόσμο τον δικό τους, να έχει σχέση με τη γυναίκα του φίλου του, και διάφορες άλλες συζητήσεις. Παρά το ότι γίνεται μία έντονη συζήτηση και φραστικές επιθέσεις κατά του θύματος, το θύμα δεν εκφράζει οποιαδήποτε απολογία, για τον παράνομο δεσμό που διατηρούσε με τη σύζυγο του πρώτου κατηγορούμενου. Ο πρώτος κατηγορούμενος θεωρεί ντροπή να συζητείται αυτό το θέμα στην παρουσία ομάδας, και παρακάλεσε να σταματήσει η συζήτηση λέγοντας πως θα ήταν καλύτερα να πάνε αυτός, το θύμα και ο δεύτερος κατηγορούμενος στην παραλία για να συζητήσουν χωρίς την παρουσία κόσμου. Σκοπός της εν λόγω απόφασης ήταν να μεταφερθεί το θύμα εντέλει στην παραλία, για να του θυμώσουν και να τον δείρουν για να σταματήσει να έχει την παράνομη σχέση με τη σύζυγο του πρώτου κατηγορούμενου. Όταν έφτασαν στην παραλία, ζητήθηκε από το θύμα να βάλει τον κωδικό, να ανοίξει το κινητό του, ενώ εγνώριζε, ότι είχε ήδη αποκαλυφθεί η σχέση του από μέρες προηγουμένως από την ίδια τη σύζυγο του πρώτου κατηγορούμενου. Το θύμα άνοιξε το κινητό του και εκεί εντοπίζονται φωτογραφίες και ερωτικές συνομιλίες. Ο πρώτος κατηγορούμενος, απευθυνόμενος στο θύμα, του είπε «Πώς μπόρεσες, να μου κάμεις αυτό το πράμα από τη στιγμή που είμαστε φίλοι;». και του ζήτησε εξηγήσεις. Η απάντηση που έδωσε το θύμα ήταν ότι «θέλω τη γυναίκα σου και την αγαπώ.» Ο πρώτος κατηγορούμενος ρώτησε «Δηλαδή θα την παντρευτείς, εάν χωρίσουμε;», και το θύμα απάντησε «Ναι». Εκεί είναι που ο πρώτος κατηγορούμενος θόλωσε, και άνοιξε το αυτοκίνητο, στο πίσω κάθισμα και ξεκινά να χτυπά το θύμα. Σύμφωνα με την υπεράσπιση υπήρξε πρόκληση, με τα λόγια που λέχθηκαν, και κάτω από μια κατάσταση ψυχολογικής φόρτισης, σύγχυσης, πανικού, ο πρώτος κατηγορούμενος κτυπά το θύμα. Στο αυτοκίνητο του τρίτου προσώπου με το οποίο μετέβηκαν στην παραλία υπήρχε μαχαίρι το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος πήρε και έκανε χρήση, μέχρι που επήλθε το τραγικό γεγονός του θανάτου του θύματος. Πέραν των προαναφερόμενων συνθηκών υπό τις οποίες ενήργησαν οι δύο κατηγορούμενοι, προς μετριασμό της επιβληθεισόμενης ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων προώθησε σειρά ελαφρυντικών παραγόντων, οι οποίοι, συνοπτικά, συνίστανται στο ότι, και οι δύο κατηγορούμενοι είναι νεαρής ηλικίας, ο πρώτος 23 ετών και ο δεύτερος 26 ετών και οι δύο λευκού ποινικού μητρώου. Ειδικότερα σ΄ ότι αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο τόνισε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενήργησε επιλέγοντας από την αρχή να μην γίνει γνωστό το γεγονός της παράνομης σχέσης της συζύγου του στον υπόλοιπο κόσμο, οπότε θα χώριζαν, ωστόσο οι ψίθυροι του περίγυρου και των γνωστών τους φόρτισαν περαιτέρω τη ψυχολογική του κατάσταση, όπως επίσης και η όλη στάση του θύματος το οποίο εξέφρασε την επιθυμία να παντρευτεί τη σύζυγο του, μετά τον χωρισμό, οπότε υπό το βάρος όλων όσων βγήκαν στην επιφάνεια, θόλωσε το μυαλό του και οδηγήθηκε στη διάπραξη του αδικήματος. Επισημάνθηκε πως, ο πρώτος κατηγορούμενος, εκ του αποτελέσματος, έχασε την οικογένεια του, τα δύο ανήλικα παιδιά του, και γκρεμίστηκαν τα όνειρα του, ενώ συνειδητοποίησε ότι προκάλεσε την απώλεια της ζωής ενός φίλου του και ζει τώρα και αυτός το δικό του γολγοθά. Σημείωσε ακόμη ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν γεννήθηκε εγκληματίας αλλά είναι οι περιστάσεις όπως εξελίχθηκαν που τον οδήγησαν στο διαπραχθέν από αυτόν αδίκημα. Εξέφρασε ο συνήγορος υπεράσπισης την ειλικρινή απολογία του πρώτου κατηγορούμενου προς το Δικαστήριο, η οποία συνιστά και τη μεταμέλεια του. Όσον αφορά στον δεύτερο κατηγορούμενο τονίστηκε ότι αυτός βρέθηκε τυχαία αρχικά στο σπίτι όπου έγινε συζήτηση για να θυμώσουν στο θύμα και να το δείρουν, ώστε αυτό να σταματήσει την παράνομη σχέση που είχε με τη σύζυγο του πρώτου κατηγορούμενου. Είναι και αυτός μεταμελημένος, λυπάται που μπλέχθηκε στην υπόθεση, δεν ήταν όμως πρόθεση του να εξελιχθεί το συμβάν στην παραλία ως έχει εξελιχθεί. Επιπλέον ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων αναφέρθηκε και στις προσωπικές οικογενειακές συνθήκες των δύο κατηγορούμενων διορθώνοντας λανθασμένες αναφορές που γίνονται στις σχετικές εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, Τεκμήρια Α και Β. Προκύπτουν από τις εν λόγω εκθέσεις, ειδικότερα από το Τεκμήριο Α, ότι: O πρώτος κατηγορούμενος βρίσκεται κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές ως εκ τούτου δεν έχει εισόδημα. Εργάστηκε για κάποιο διάστημα ως οικοδόμος όπου λάμβανε €1,100 μηνιαίως. Πριν τη σύλληψη του διέμενε σε χώρο φιλοξενίας. Δεν αναφέρθηκαν ακίνητη και κινητή περιουσία ή αποταμιεύσεις αλλά ούτε και χρέη. Είναι 32 ετών, κατάγεται από τη xxxxx και έχει 3 αδελφές και 4 αδελφούς. Δύο από τα αδέλφια του διαμένουν στη xxxxx και ένα στην xxxxx. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας περιγράφονται πολύ καλές. Φοίτησε μέχρι τη Α' Γυμνασίου αλλά αναγκάστηκε να διακόψει για να εργαστεί. Δεν υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά της χώρας του. Μετακόμισε με τους γονείς του για 2 χρόνια στην χχxxxxx όπου εργαζόταν στις οικοδομές και στη συνέχεια ήρθε στην Κύπρο το 2017 για να εργαστεί. Το 2017 παντρεύτηκε τη σύζυγο του με την οποία απέκτησε δύο παιδιά ηλικίας 3,5 και 2,5 ετών. Δεν αναφέρθηκαν προβλήματα υγείας, εθισμός σε ουσίες ή αλκοόλ. Ο πατέρας του σκοτώθηκε το 2016 και η μητέρα του διαμένει στη xxxxxx. Από το Τεκμήριο Β προκύπτει ότι: Ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι 26 ετών, άγαμος, άτεκνος, από τη xxxxx. Είναι το μικρότερο παιδί εξαμελούς οικογένειας. Ο πατέρας του εργαζόταν στο γεωργικό τομέα και σκοτώθηκε το 2016 στον πόλεμο στη xxxxx. Η μητέρα του δεν εργάζεται και συντηρείται οικονομικά από τα παιδιά της. Έχει 3 μεγαλύτερα αδέρφια, εκ των οποίων το ένα ζει και εργάζεται στην Πάφο. Στην παρούσα φάση διατηρεί επικοινωνία μόνο με τον αδερφό του που ζει στην Πάφο, ο οποίος τον στηρίζει οικονομικά στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. Δε διατηρεί επαφή με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, καθότι είναι δύσκολη η επικοινωνία μαζί τους, αφού διαμένουν στο εξωτερικό. Δεν αναφέρθηκαν οποιαδήποτε θέματα υγείας, ούτε προβλήματα κατάχρησης αλκοόλ ή άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών. Ο δεύτερος κατηγορούμενος διέκοψε τη φοίτησή του από το σχολείο όταν ήταν σε ηλικία 14 ετών για να εργαστεί. Εργάστηκε ως εργάτης στο γεωργικό τομέα στη xxxxx και για μικρά διαστήματα στο xxxxx. Το 2017, εγκαταστάθηκε στην Κύπρο. Μέχρι το καλοκαίρι του 2020 εργαζόταν περιστασιακά ως εργάτης σε οικοδομές στην Πάφο. Σήμερα βρίσκεται κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές. Πριν τη σύλληψή του, διέμενε σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην Πάφο μαζί με ομοεθνείς του. Μετά την αποφυλάκισή του, επιθυμία του είναι όπως επιστρέψει στην Πάφο, όμως δεν έχει εξασφαλισμένη διαμονή. Τους 2 μήνες πριν τη σύλληψή του ήταν άνεργος, και τον στήριξε οικονομικά ο αδελφός του, ενώ προηγουμένως λάμβανε €700-€800 μέσο μηνιαίο εισόδημα από έκτακτη εργασία. Δεν έχει ακίνητη ή κινητή περιουσία ή αποταμιεύσεις. Υπάρχουν χρέη ύψους €6,000,00 λόγω δανείου από φιλικό του πρόσωπο, το οποίο τον στήριζε οικονομικά σε περιόδους που δεν εργαζόταν. Διορθώνοντας κάποια από τα πιο πάνω στοιχεία ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος γεννήθηκε την 08.01.1998, και ήταν 22 ετών κατά τη διάπραξη του αδικήματος και όχι 32 ως αναγράφεται στο Τεκμήριο Α. Επίσης ότι ήρθε στην Κύπρο το 2017 και νοικίαζε διαμέρισμα μαζί με τη σύζυγο του, και δεν διέμενε σε χώρο φιλοξενίας ως γράφτηκε στο Τεκμήριο Α, έχει τέσσερις αδελφές και όχι τρεις που γράφει το Τεκμήριο Α. Ο λόγος δε που δεν εργάζονται οι γονείς του είναι επειδή πάσχουν από πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Δεν φοίτησε μέχρι την Α΄ Γυμνασίου ως γράφτηκε στο Τεκμήριο Α, αλλά μέχρι την Γ΄ Δημοτικού αφού από την ηλικία των 8-9 ετών ξεκίνησε να βοηθά τον παρέα του ο οποίος διατηρούσε μάντρα ζώων. Αναφορικά με το δεύτερο κατηγορούμενο αναφέρθηκε πως υπάρχουν ακόμη δύο αδελφές πέραν των δύο αδελφών που αναφέρονται στο Τεκμήριο Β, η μία αδελφή ζει στο xxxxx και η άλλη στη xxxxxx σε καταυλισμό μαζί με την μητέρα του κατηγορούμενου υπό πολύ δύσκολες συνθήκες. Ο δεύτερος κατηγορούμενος πριν τη σύλληψη στήριζε και τη μητέρα του και την αδελφή του που μένουν σε καταυλισμό. Ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν είναι το μικρότερο παιδί τη οικογένειας ως αναφέρεται στο Τεκμήριο Β αλλά το προτελευταίο. Σταμάτησε δε τη φοίτηση του στο σχολείο στην έκτη δημοτικού. Επίσης δεν δούλεψε μέχρι το καλοκαίρι του 2020, ως γράφτηκε στο Τεκμήριο Β, αλλά μέχρι τα μέσα Μαρτίου 2020 οπότε άρχισε η πανδημία του κορονοϊού. Τέλος όταν επιστρέψει στην Πάφο θα έχει διαμονή, σε αντίθεση με ότι γράφτηκε στην έκθεση, Τεκμήριο Β, αφού στην Πάφο ζουν ο αδελφός του και ο θείος του. Διαμένει δε υπό το καθεστώς προσωρινής προστασίας και δεν είναι αδιευκρίνιστο το καθεστώς παραμονής του. Πρόσθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης πως οι προαναφερόμενες διορθώσεις προέκυψαν επειδή, ως αναγράφεται και στο Τεκμήριο Β, η συνέντευξη από το λειτουργό του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών για την ετοιμασία των δύο εκθέσεων έγινε χωρίς τη βοήθεια διερμηνέα αλλά με τη βοήθεια συγκρατούμενου των δύο κατηγορούμενων. Φρονούμε πως τέτοια διαδικασία είναι ορθό να αποφεύγεται. Δεν γνωρίζουμε τους λόγους, θα μεριμνήσουμε ωστόσο να διορθωθεί το θέμα αρμοδίως για αποφυγή επανάληψης του φαινομένου αυτού. Ως περαιτέρω ελαφρυντικούς παράγοντες ο συνήγορος υπεράσπισης προώθησε το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι παρέμειναν στις φυλακές των κατεχομένων υπό συνθήκες άθλιες μέχρι τις 05.12.2020 οπότε παραδόθηκαν στις αρχές της Δημοκρατίας. Λόγω δε των μετριαστικών παραγόντων και του δευτερεύοντα ρόλου του δεύτερου κατηγορούμενου αλλά και του χρόνου που παρήλθε από το αδίκημα που αυτός διέπραξε τελώντας υπό κράτηση, εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης την αναστολή της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί στον δεύτερο κατηγορούμενο. Αναμφίβολα τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι είναι πολύ σοβαρά, συνιστούν κακουργήματα, πιο συγκεκριμένα, το αδίκημα της ανθρωποκτονίας που διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος είναι από τα σοβαρότερα που κωδικοποιεί το Κεφ. 154, ως εξάγεται από την προβλεπόμενη ποινή στο νόμο, ήτοι ποινή φυλάκισης διά βίου. Το αδίκημα που ο δεύτερος κατηγορούμενος διέπραξε τιμωρείται επίσης αυστηρά, ήτοι με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη. Ως έχει νομολογιακά διατυπωθεί το νομοθετικά ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής αποτελεί τη βάση την οποία το Δικαστήριο οφείλει να έχει ως αφετηρία, για την έναρξη της διαδικασίας επιμέτρησης της ποινής (βλέπε ενδεικτικά ως σχετικές τις υποθέσεις Ghafari ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166). Τα γεγονότα βέβαια κάθε υπόθεσης, ως είναι εύλογο, επίσης καθορίζουν τη σοβαρότητα της. Έχουμε συνεπώς κατά νου, ως γενική αρχή, πως τα γεγονότα κάθε υπόθεσης είναι δυνατό να επηρεάσουν τη σοβαρότητα ενός αδικήματος, είτε προς το σοβαρότερο είτε και προς το ελαφρύτερο. Το απαύγασμα και το νόημα των ανωτέρω διατυπώνεται στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε ότι: «Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξη του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» Οι επιπτώσεις στην υγεία του θύματος επίσης αποτελούν παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας ενός αδικήματος. Στην παρούσα περίπτωση, για το αδίκημα που διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος οι επιπτώσεις προσέλαβαν την χειρότερη μορφή, αφού έχουν προσβάλει το υπέρτατο αγαθό της ζωής. Σχετικό απόσπασμα παρατίθεται στη συνέχεια από την υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 το οποίο έχει ως ακολούθως: «Τα αποτελέσματα της βίας και της εγκληματικής δράσης, γενικά, σχετίζονται άμεσα με τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου εγκλήματος. Οι συνέπειες εγκλήματος βίας στο θύμα άπτονται άμεσα αυτού τούτου του εγκλήματος και συνιστούν μια από τις παραμέτρους, που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του. Μόνο όπου οι συνέπειες, που επιφέρει το έγκλημα στον παραπονούμενο, δεν είναι προβλεπτές, μειώνεται η σημασία τους στον προσδιορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, οι συνέπειες της βίας ήταν και προβλεπτές και το άμεσο αποτέλεσμα της βίας που ασκήθηκε.» Ερχόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως, αφ΄ ενός αυτά προσδίδουν ιδιαίτερα μεγάλη σοβαρότητα στο αδίκημα που διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος, λόγω της χρήσης του μαχαιριού και του αποτελέσματος που αυτή είχε, δηλαδή τον θάνατο ενός ανθρώπου μόλις 19 ετών, επισημαίνοντας δε και τα σημεία που ο κατηγορούμενος μαχαίρωσε το θύμα, και τον αριθμό των μαχαιρωμάτων, με προβλεπτό και αποδεκτό το αποτέλεσμα εκ μέρους του πρώτου κατηγορούμενου. Όπως προκύπτει από την ιατροδικαστική έκθεση - Τεκμήριο Δ - διαπιστώθηκαν πολλαπλές ουλές στην αριστερή μαστική χώρα και στην αριστερή ωμιαία χώρα, εκδορές εκ τριβής στην αριστερή πλάγια λεκάνη, εκχύμωση στο πτερύγιο του αριστερού αυτιού και πολλαπλές εκδορές στο κάτω τριτημόριο της ραχιαίας χώρας. Επίσης υπήρχαν 17 θλαστικά τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματος του θύματος που προφανώς αντανακλούν στις 17 μαχαιριές. Κατά τη νεκροτομή διαπιστώθηκαν εγκεφαλικό οίδημα και συμφόρηση των αγγείων του εγκεφάλου, αιμοθώρακας αριστερά, δύο ρήξεις στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού πνεύμονα και μία ρήξη στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού πνεύμονα. Κατανοούμε συνεπώς από τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις ότι επρόκειτο για πολύ σοβαρούς τραυματισμούς εξού και το θύμα κατέληξε, δυστυχώς με το θύμα να μην έχει τη δυνατότητα να μεταβεί άμεσα σε κάποιο νοσοκομείο για να αναζητήσει θεραπεία και περίθαλψη πολύ δε περισσότερο, βοήθεια αφού ήταν περιτριγυρισμένος ουσιαστικά, έστω σε κάποια μακρινή απόσταση από άλλα άτομα που μετέβηκαν εκεί στην παραλία, φίλους και γνωστούς του πρώτου κατηγορούμενου. Με τον τρόπο που ενήργησε ο πρώτος κατηγορούμενος, τον αποτρόπαιο τρόπο και άκρως βίαιο, ούτως ή άλλως μας φαίνεται πως δεν υπήρχε δυνατότητα διάσωσης του. Το άκουσμα του θανάτου του θύματος αν και θλιβερό για τον ίδιο και την οικογένεια του συνιστά εξωγενές στοιχείο σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος που διέπραξε ο δεύτερος κατηγορούμενος, αφού δεν είχε συμμετοχή στη διάπραξη του αδικήματος που διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος, συνεπώς διακρίνουμε την περίπτωση του από αυτήν του πρώτου κατηγορούμενου. Κατ΄ επέκταση ο καθορισμός της ποινής, για τον δεύτερο κατηγορούμενο, οφείλει να είναι απαλλαγμένος από οποιαδήποτε επίδραση του γεγονότος του θανάτου, σε αντίθετη περίπτωση θα πρόκειται για σφάλμα αρχής. Παραπέμπουμε, προς περαιτέρω διαφώτιση περί του θέματος, στην πρόσφατη υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2021:B88, Ποινικές Εφέσεις 127/2019 και 130/2019, ημερομηνίας 10.03.2021, όπου σημειώθηκαν τα εξής: «Η αναφορά του Δικαστηρίου σε γεγονότα επιβαρυντικά, παρά την αναστολή των ανάλογων κατηγοριών, αποτελεί σφάλμα αρχής που επιτρέπει την επέμβαση του Εφετείου (δέστε Γιαννακάκη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. αρ. 177/2015, ημερ. 21/4/2016). Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Sofrone κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 102, 109: «Η επιβολή ποινών στους εφεσείοντες σε κατηγορίες στις οποίες είχαν προηγουμένως απαλλαγεί συνιστά σοβαρό σφάλμα. Σφάλμα επίσης αποτελεί και το γεγονός ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη κατά τρόπο επιβαρυντικό γεγονότα άσχετα προς τις κατηγορίες στις οποίες οι εφεσείοντες δήλωσαν παραδοχή (χρήση βίας και πρόκληση σωματικής βλάβης). Αισθανόμαστε την ανάγκη να υπενθυμίσουμε το καθήκον που σε κάθε περίπτωση βαρύνει τους δικαστές να παρακολουθούν και ελέγχουν σχολαστικά και με κάθε δυνατή προσοχή τη διαδικασία. Σοβαρά λάθη όπως αυτά που έχουν γίνει στην υπό κρίση υπόθεση δεν επιτρέπονται. Περιοριζόμαστε εδώ χωρίς να χρειάζεται να πούμε ο,τιδήποτε άλλο για πράγματα ευχερώς αυτονόητα. Αναμφίβολα οι ποινές που έχουν επιβληθεί στους εφεσείοντες είναι μολυσμένες με τα σφάλματα που έχουν ήδη επισημανθεί και που είναι κυρίως σφάλματα αρχής.» Όπως αναφέρεται και στο Σύγγραμμα Blackstone, Criminal Practice, 2020, στη σελ. 2019: «It is a basic principle of sentencing that the offender should be sentenced only for those crimes of which he has been convicted and not for anything else which the court may consider him to have done.» Στην υπόθεση R. ν. Kevin John Stubbs
(1989)88 Cr. App. R. 53 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: "This court (and so should the court below) always loyally abides by the plea which has been tendered. Time and again where a sentence has been passed on the wrong basis this court interferes". Στην υπόθεση R. v. Gary Andrew Booker
(1982)4 Cr. App. R. (S.) 53 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: "But it is a basic principle of sentencing that a man is entitled to be dealt with upon the basis of the plea that he has tendered and which has been accepted".» Σχετικά με την προστασία και το σεβασμό του ύψιστου αγαθού της ζωής παραπέμπουμε στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 231. Ειδικότερα ό,τι: "Η ιερότητα της ζωής και η προστασία της αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα της κάθε πολιτισμένης κοινωνίας. Η αφαίρεση της με εγκληματική πρόθεση αποτελεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα. Στον καθορισμό της εγκληματικότητας του δράστη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη". Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση (Σάββα ν. Δημοκρατίας) αναφέρθηκε πως η αδιαφορία για τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου, είναι καθοριστικής σημασίας για τον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής. Η επιβολή πολύχρονης φυλάκισης δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ανθρωποκτονία είναι αποτέλεσμα ηθελημένης παράνομης πράξης. Η αναζήτηση προγενέστερων αποφάσεων οι οποίες ασχολήθηκαν με την επιβολή ποινής, σε ίδια ή παρόμοια αδικήματα με αυτά που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, κρίνεται χρήσιμη και καθοδηγητική, ωστόσο, επισημαίνεται πως οι ποινές από προηγούμενες υποθέσεις δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, (βλέπε Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100 και Ιορδάνους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:Β175, Ποινική Έφεση 152/2014, ημερομηνίας 19.04.2018) δεδομένων των ξεχωριστών περιστάσεων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση αλλά και τον κάθε παραβάτη. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά κρίνουμε πως η παραπομπή στις πιο κάτω υποθέσεις συνιστά επαρκές υπόβαθρο για κατανόηση των όσων έχουμε προαναφέρει αλλά και του μέτρου που έχουμε συνυπολογίσει, μαζί με τους υπόλοιπους παράγοντες καθορισμού ποινής, για τον προσδιορισμό της αρμόζουσας ποινής στους δύο κατηγορούμενους. Στην υπόθεση Nasir Mahmoud Malik και άλλος ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36 επικυρώθηκε κατ΄ έφεση ποινή φυλάκισης 20 ετών που επέβαλε πρωτόδικο δικαστήριο για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Λήφθηκε υπόψη ο βάρβαρος τρόπος που ενήργησαν οι Εφεσείοντες ενώ κρίθηκε ότι η ενέργεια του θύματος που ανέμισε μαχαίρι σε προηγούμενο στάδιο δεν δικαιολογούσε όσα ακολούθησαν. Στην υπόθεση Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης και άλλος ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 298 στην οποία οι Εφεσείοντες στην προσπάθεια τους να ληστέψουν το διαμέρισμα δυο κοπέλων έκλεισαν με κολλητική ταινία τις αναπνευστικές οδούς τους, με αποτέλεσμα η μια εξ αυτών να αποβιώσει, το Εφετείο αύξησε την 8ετή και 10ετή ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους Εφεσείοντες, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, σε 15 χρόνια φυλάκισης για έκαστο από αυτούς. Στην υπόθεση Μωυσίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 34 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 14 ετών που επιβλήθηκε, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Δεν υπήρχε πρόκληση από το θύμα, λήφθηκε όμως υπόψη ότι ο Εφεσείοντας ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Με γνώμονα τα προλεχθέντα, έχουμε διεξέλθει με κάθε δυνατή προσοχή όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας, από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, αναφορικά με τα γεγονότα αλλά και το συνήγορο των δύο κατηγορούμενων αναφορικά με τα περαιτέρω γεγονότα που παρέθεσε ενώπιον μας όσο και όλα όσα σχετίζονται με τους μετριαστικούς παράγοντες. Έχουμε αξιολογήσει και συνεκτιμήσει καθετί που προωθήθηκε για τον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής. Φρονούμε ότι, καθηκόντως, οφείλουμε να τονίσουμε πως, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, συνοπτικά ειδωμένα, αποκαλύπτουν, εκ μέρους του πρώτου κατηγορούμενου, τη διάπραξη ενός στυγερού εγκλήματος με προβλεπτή και αποδεκτή τη συνέπεια των ενεργειών του. Παρ΄ ότι αποδεχόμαστε πως ήταν μια αντίδραση υπό το κράτος φόρτισης, σημειώνουμε πως η αντίδραση του δεν ήταν για προστασία ή διαφυγή του ίδιου από κάποιον κίνδυνο ως προς τη σωματική του ακεραιότητα. Οι πράξεις του, είχαν προβλεπτές κατ΄ εκείνη τη στιγμή συνέπειες λόγω της χρήσης μαχαιριού με πολυάριθμες μαχαιριές. Αισθανόμαστε την ανάγκη να τονίσουμε πως η πολύ κακή συνήθεια ορισμένων ατόμων, είτε κύπριων πολιτών είτε αλλοδαπών, να κάνουν χρήση μαχαιριών, παραπέμπει σε άλλες εποχές και η κυπριακή έννομη τάξη έχει ξεκάθαρα και ποικιλόμορφα εκφράσει τη διαφωνία της. Δεν επιθυμεί την επίδειξη ανοχής σε αυτό το φαινόμενο, προφανώς λόγω των απρόβλεπτων διαστάσεων, από τη χρήση τους, αφού κάποιες φορές προκαλούνται σοβαρότατοι τραυματισμοί αλλά και θάνατοι, ως είναι η παρούσα ενώπιον μας περίπτωση. Επιπλέον, η απαγωγή προσώπου, με σκοπό να του θυμώσουν και να το δείρουν, ως παραδέχθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος, επειδή είχε ερωτική σχέση με τη σύζυγο του πρώτου εξαδέλφου του, αποτελεί πολύ σοβαρή αντινομική συμπεριφορά η οποία παραπέμπει σε βάθος χρόνου και που η κυπριακή κοινωνία ουδέποτε κατανόησε. Παρά τις πράξεις των δύο κατηγορούμενων καθηκόντως λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος τους, την παραδοχή τους και τη δηλωθείσα μεταμέλεια τους στο Δικαστήριο. Η σχετική νομολογία (βλέπε υπόθεση Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) επί του ζητήματος της παραδοχής είναι σαφής και στοχευμένη, ως προς τη σημασία που έχει ο εν λόγω ελαφρυντικός παράγοντας, αφού λειτουργεί ως απόδειξη εκτίμησης της ορθής συμπεριφοράς και μεταμέλειας ενός κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη αδικήματος, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη διάσωση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και δημόσιου χρήματος. Η ηλικία των δύο κατηγορουμένων, 23 ετών ο πρώτος και 26 ο δεύτερος, σαφώς υποδηλώνει ότι οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας και προς όφελος τους το νεαρό της ηλικίας τους. Θεωρούμε πως η ηλικία τους είναι τέτοια που τους παρέχει δυνατότητες και ελπίδες αναμόρφωσης. Η νεότητα αποτελεί καθοριστικό μετριαστικό παράγοντα και η ελπίδα για αναμόρφωση παραβατών είναι μεγάλη όσο πιο νεαροί είναι, (βλέπε Azzeh v. Republic
(1989)2 A.Α.Δ. 14) άρρηκτα όμως συνυφασμένη και με τη δεδομένη και αναμφίβολη σοβαρότητα των αδικημάτων που οι δύο κατηγορούμενοι διέπραξαν. Τέλος λαμβάνουμε υπόψη μας ότι ενώπιον μας έχουμε δύο παραβάτες με λευκό ποινικό μητρώο. Ταυτόχρονα ωστόσο οφείλουμε να διατυπώσουμε τη θέση μας πως από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν προκύπτει πρόκληση, υπό τη νομική της έννοια, εκ μέρους του θύματος. Απορρίπτουμε συνεπώς αντίθετη σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης. Συνακόλουθα δεν νομιμοποιούμαστε να λάβουμε υπόψη μας προς όφελος, είτε του πρώτου κατηγορούμενου είτε του δεύτερου κατηγορούμενου, ελαφρυντικό πρόκλησης. Η έννοια της πρόκλησης εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση R. v. Doffy
(1949)1 All E.R. 932 όπου αναφέρθηκε πως η πρόκληση είναι κάποια πράξη ή σειρές πράξεων από το θύμα προς τον κατηγορούμενο, που μπορεί ή μπορούν να προκαλέσουν σε ένα λογικό άνθρωπο και στην πραγματικότητα προκαλούν μια ξαφνική προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου στον κατηγορούμενο ώστε ο τελευταίος να γίνεται έρμαιο πάθους, έτσι που να τον καθιστά στιγμιαία όχι αφέντη του μυαλού του (master of his mind). Το θέμα της πρόκλησης αποτελεί κατά τη νομολογία σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα (βλέπε Kyrmizis v. Republic
(1965)C.L.R. 55 και Pantazis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 277). Στην υπόθεση Πισκόπου (ανωτέρω) κρίθηκε ότι ο ερωτικός δεσμός μεταξύ ενήλικων νέων δεν συνιστούσε πρόκληση, με την έννοια πράξης ικανής να διεγείρει αντιδράσεις βίας σε βάρος του παραπονούμενου νέου, ο οποίος σύναψε ερωτικό δεσμό με τη θυγατέρα του Εφεσείοντα. Προκύπτει επίσης από τα νομολογηθέντα, πως όσο περισσότερο ένα γεγονός απομακρύνεται χρονικά από τη διάπραξη του αδικήματος, τόσο λιγότερο προσμετρά για σκοπούς πρόκλησης. Ό,τι επισημαίνουμε για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι πως ο πρώτος κατηγορούμενος έλαβε γνώση για την ερωτική σχέση της συζύγου του με το θύμα, πέντε μέρες προηγουμένως από τη διάπραξη του αδικήματος. Ταυτόχρονα η λεκτική συζήτηση όπου το θύμα του απάντησε πως αγαπούσε τη σύζυγο του και θα την παντρευόταν αν την χώριζε, δεν είναι δυνατό, υπό τις περιστάσεις αυτές να θεωρηθεί ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προκλήθηκε από το θύμα. Προφανώς ο πρώτος κατηγορούμενος δεν άκουσε αυτά που ήθελε ή ανέμενε, σύμφωνα με τη δική του λογική, η οποία είναι σεβαστή, όμως τα κριτήρια ώστε να θεωρηθεί ότι μία πράξη ή ακόμη και κάποια λόγια συνιστούν πρόκληση είναι άλλα, ως έχουμε ήδη αναφέρει. Υπό τη γενικότερη βέβαια έννοια της πρόκλησης, όχι όμως υπό τη νομική της έννοια, κατανοούμε ότι το γεγονός της παράνομης σχέσης του θύματος με τη σύζυγο του πρώτου κατηγορούμενου αποτέλεσε την αιτία φόρτισης, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην θανάτωση του θύματος, ωστόσο οφείλουμε να καταστήσουμε σαφές πως τέτοια αιτία δεν συνιστά ελαφρυντικό παράγοντα, η ζωή είναι διάσπαρτη από τέτοιου είδους «προκλήσεις» ήτοι ανεπιθύμητων εξελίξεων ή αποτελεσμάτων που σχετίζονται, είτε με την προσωπική ή οικογενειακή ζωή ή ακόμη με οικονομικά συμφέροντα ή διαφορές, όμως η επίλυση τους δεν είναι επιτρεπτό να επέρχεται με τη χρήση μαχαιριών ή άλλου είδους χρήσης βίας, αλλά εντός των κανόνων δικαίου που η κυπριακή πολιτεία έχει θεσπίσει, οι οποίοι ισχύουν και για τους κύπριους πολίτες αλλά και για όσους ζουν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Συνυπολογίσαμε επίσης καθηκόντως προς όφελος των δύο κατηγορούμενων τις προσωπικές, οικογενειακές τους περιστάσεις, όπως αυτές περιγράφονται στις εκθέσεις του Γραφείου Κοινωνικής Ευημερίας - Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα, με τις διορθώσεις που ο ευπαίδευτος συνήγορος τους έκανε και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι πατέρας δύο μικρών ανήλικων παιδιών. Αποκομίσαμε την εικόνα ότι πρόκειται για άτομα που είχαν δύσκολα παιδικά χρόνια, ταλαιπωρημένοι στη χώρα τους και ότι στην Κύπρο αναζήτησαν εργασία για ένα καλύτερο μέλλον, στοιχεία που δεν μας αφήνουν αδιάφορους. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων όπως λάβουμε υπόψη μας και το γεγονός ότι αυτοί πριν τη σύλληψη τους παρέμειναν στις φυλακές των κατεχόμενων εδαφών της Δημοκρατίας. Θεωρούμε πως το γεγονός δεν αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα, καθ΄ ότι οι δύο κατηγορούμενοι επέλεξαν να μεταβούν στα κατεχόμενα προφανώς για να διαφύγουν της σύλληψης και να θέσουν εαυτόν εκτός του ελέγχου των αρμόδιων αρχών της Δημοκρατίας. Κύριο μέλημα του Δικαστηρίου, σε κάθε υπόθεση που τίθεται ενώπιον του για επιβολή ποινής, είναι η εξεύρεση υπό τις περιστάσεις που κάθε φορά προωθούνται, της αρμόζουσας ποινής προκειμένου να καλυφθεί ο σκοπός του νόμου, διά της επίτευξης του στόχου της εξυπηρέτησης της γενικής αλλά και της ειδικής πρόληψης. Προσδοκούμε πως η ποινή που θα επιβάλουμε θα έχει ιδιαίτερη σημασία στην αποτροπή εφόσον αυτό απαιτούν η προσωπικότητα των κατηγορούμενων αλλά κυρίως οι πράξεις που αυτοί διέπραξαν, σταθμίζοντας βέβαια και τους μετριαστικούς παράγοντες και τις συνέπειες που θα επιφέρει η τιμωρία τους. Έχοντας αναλύσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, υπενθυμίζοντας εαυτούς ότι η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα που ο πρώτος κατηγορούμενος διέπραξε είναι η ποινή φυλάκισης διά βίου, και η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα που διέπραξε ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι ποινή φυλάκισης 10 ετών, με τη συνύπαρξη βέβαια όλων των μετριαστικών παραγόντων που έχουμε λάβει υπόψη μας προς όφελος τους, ως τους προσδιορίσαμε πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι εν λόγω μετριαστικοί παράγοντες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο βαθμό όμως που αφορά το εύρος και την έκταση της ποινής και όχι το είδος της. Κρίνουμε, συνακόλουθα, πως η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, όπως την έχουμε αποτιμήσει πιο πάνω, δεν επιτρέπει την επιβολή άλλης ποινής εκτός από την ποινή φυλάκισης. Η ανάγκη, διά της τιμωρίας, για αποτροπή της επιθετικότητας μέσω της χρήσης μαχαιριών, είναι επιβεβλημένη, προφανώς λόγω της αυτόδηλης επικινδυνότητας τους και των τραγικών συνεπειών τους. Παρά τους σοβαρούς ελαφρυντικούς παράγοντες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, επισημαίνουμε πως η εξατομίκευση της ποινής δεν αποσκοπεί ούτε συνεπάγεται την εξουδετέρωση, είτε της σοβαρότητας του εγκλήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής. Ταυτόχρονα έχουμε κατά νου ότι η επιλεχθείσα ποινή δεν στοχεύει στην εξουθένωση του παραβάτη αλλά στην αναμόρφωση του, ανάλογα βέβαια με την προσωπικότητα του, και τη σοβαρότητα της πράξης του. Διαφαίνεται διαχρονικά πως ο αναγκαίος χρόνος αναμόρφωσης ποικίλλει είτε ανάλογα με τον κάθε παραβάτη είτε ανάλογα με τη σοβαρότητα του αδικήματος. Πρόκειται βέβαια για εκτίμηση του Δικαστηρίου, κάθε φορά. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω επιβάλλουμε στον πρώτο κατηγορούμενο, στην τέταρτη κατηγορία, ποινή φυλάκισης 17 ετών και στον δεύτερο κατηγορούμενο, στην δεύτερη κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 ετών. Η περίοδος φυλάκισης να αρχίζει να μετρά και για τους δύο κατηγορούμενους, από τις 05.12.2020 όταν αυτοί συνελήφθηκαν για τα αδικήματα που διέπραξαν και έκτοτε τελούν υπό κράτηση. Ενόψει της εισήγησης εκ μέρους του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής στον δεύτερο κατηγορούμενο, στο παρόν στάδιο, εξετάζουμε το σχετικό αίτημα. Στην υπόθεση Αστυνομίας ν. Μιλτιάδους ECLI:CY:AD:2019:B179, Ποινική Έφεση 277/2018, ημερομηνίας 10.05.2019 ειπώθηκαν τα ακόλουθα για το θέμα της αναστολής: «Αναφορικά όμως με την αναστολή της ποινής, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Προς τούτο δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στις εκατέρωθεν θέσεις εφόσον το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής (ανωτέρω) αποκαλύπτει λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Όπως συναφώς τονίζεται από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/2016 ημερ. 29.3.2016, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016, Χαλκιά ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2017:B90, Ποιν. Εφ. 240/2016 ημερ. 13.3.2017, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Εφ. 137/2015 ημερ. 23.6.2018 και άλλες), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω καθοδηγητικές γραμμές της νομολογίας και λαμβάνοντας υπόψη ότι το σύνολο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για μετριασμό της ποινής, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση του ζητήματος, κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ανασταλεί ποινή φυλάκισης, κρίνουμε πως το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, αλλά και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του δεύτερου κατηγορούμενου, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του δεύτερου κατηγορούμενου, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε βαθμό που αν αναστέλλαμε την επιβληθείσα σ΄ αυτόν ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που αυτός διέπραξε, και δεν θα εξυπηρετούνταν οι πολλαπλοί σκοποί της ποινής αλλά και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με κάθε σεβασμό στην αντίθετη εισήγηση του συνηγόρου του δεύτερου κατηγορούμενου, κρίνουμε πως θα στέλλαμε λανθασμένα μηνύματα και στον δεύτερο κατηγορούμενο αλλά και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων σοβαρών αδικημάτων. Συνακόλουθα των προλεχθέντων η εισήγηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης στον δεύτερο κατηγορούμενο απορρίπτεται. (Υπ).............. Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. (Υπ).............. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. (Υπ).................. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο