← Κύπρος

Δημοκρατία ν. SPERAC κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6597/2020, 14/9/2021

Δημοκρατία ν. SPERAC κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6597/2020, 14/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2021:9 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6597/2020 Δημοκρατία V

  1. XXXXXX SPERAC
  2. XXX XXXXX XXXXXXXX WANDJA
  3. XXXXXX XXXXX XXXXXXXXXXX SOPZUKO Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 14.09.2021 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χατζηκύρου Για Κατηγορούμενο 1 : κ. Λ. Νεοφύτου Για Κατηγορούμενο 2: κα Ελ. Πατσαλίδη Για Κατηγορούμενο 3: κ. Θ. Καραμανής Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες Χρέη μεταφραστή από τα Ελληνικά στα Γαλλικά και αντίστροφα εκτελεί η κα Ερμιόνη Αθηνάκη ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού δέκα κατηγορίες, ήτοι κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 (κατηγορία 1), κατηγορία για ληστεία, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 282 και 283 του Κεφ. 154 (κατηγορία 2), κατηγορία για εκβίαση, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 290Α

(1)του Κεφ. 154 (κατηγορία 3), κατηγορία για απαγωγή προσώπου με σκοπό κρυφό και άδικο περιορισμό, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 247 και 250 του Κεφ. 154 (κατηγορία 4), κατηγορία για απαίτηση περιουσίας με απειλές ή βία, με σκοπό την κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 290 του Κεφ. 154, (κατηγορία 5), κατηγορία κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 262 (κατηγορία 6), κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση του άρθρου 372 του Κεφ. 154, (κατηγορία 7), δύο κατηγορίες για απειλή, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 91Α του Κεφ. 154, (κατηγορίες 8 και 9) και κατηγορία εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 280 του Κεφ. 154 (κατηγορία 10). Σημειώνεται πως η κατηγορία 10 εναντίον του κατηγορούμενου 3 διακόπηκε κατά την εξέλιξη της δίκης. Αποτελεί εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι οι πιο πάνω κατηγορίες προκύπτουν από παράνομη είσοδο των κατηγορούμενων, έχοντας μαζί τους ακόμη ένα πρόσωπο, το οποίο δεν εντοπίστηκε για να συλληφθεί, στην οικία που διέμεναν οι δύο παραπονούμενοι, Mxxxxx xxxxxx Cassel και η σύντροφος του Cxxxx xxxxxx Glibbery, στην Πάφο, την 12.09.2020, στη βάση του ότι ο τρίτος κατηγορούμενος πίστευε πως ο Mxxxxxx xxxxxx Cassel του όφειλε χρήματα από επαγγελματική συνεργασία που είχαν και γι΄ αυτό μετέβηκαν στο σπίτι του όπου εκεί χρησιμοποιήθηκαν απειλές, ενώ ο παραπονούμενος οδηγήθηκε διά της βίας, από όλους τους κατηγορούμενους, σε μηχάνημα ΑΤΜ όπου εξαναγκάστηκε να κάνει ανάληψη χρημάτων από λογαριασμό του και να το δώσει στον τρίτο κατηγορούμενο, συμμετεχόντων στην εν λόγω πράξη και των άλλων κατηγορούμενων, καθώς επίσης ότι οι κατηγορούμενοι έκλεψαν διάφορα αντικείμενα από το σπίτι του παραπονούμενου. Για την απόδειξη των προαναφερόμενων κατηγοριών κατέθεσαν εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας - στο εξής Μ.Κ.. Οι κατηγορούμενοι, όλοι, κατέθεσαν ενόρκως, καθώς επίσης κατέθεσαν, κληθέντες από τον κατηγορούμενο 1, δύο μάρτυρες υπεράσπισης - στο εξής Μ.Υ.. Μ.Κ.1 κατέθεσε ο αστυφύλακας xxx1 Hxxx Μxxxx, εξεταστής της υπόθεσης (Τεκμήρια 1 και 17 οι γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία), τη διερεύνηση της οποίας ανέλαβε στις 12.09.
  1. Στις 13.09.2020 παρέλαβε ως τεκμήρια, από τον αστυφύλακα 2411, εννέα αποδείξεις από μηχάνημα ATM της Τράπεζας Κύπρου - Τεκμήριο 2Β - και στις 16.09.2020 ένα usb - Τεκμήριο 6Α - από τον αναπληρωτή λοχία xxx
  2. Στις 15.09.2020, δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης, είχε συλλάβει τους κατηγορούμενους 1 και
  3. Όταν στις 16.09.2020 ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατάγεται από το Καμερούν, αυτός ισχυρίσθηκε ότι δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο 3, αλλά ούτε και το τέταρτο πρόσωπο, επίσης από το Καμερούν, το οποίο αναζητείτο για την υπόθεση. Αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων που διερευνούνταν, λέγοντας ότι απλώς είχαν βοηθήσει τον κατηγορούμενο 3 να παραλάβει από το σπίτι των παραπονούμενων προσωπικά του αντικείμενα και χρήματα. Ισχυρίσθηκε ακόμα ότι δε γνώριζε τα στοιχεία των άλλων δύο προσώπων, επίσης από το Καμερούν, τα οποία εμπλέκονταν στην υπόθεση. Στις 16.09.2020 ο Μ.Κ.1, επιθεώρησε και έλεγξε το usb - Τεκμήριο 6Α - στο οποίο καταγράφονται εικόνες και κινήσεις, ημερομηνίας 12.09.2020, από τις κάμερες ασφαλείας της ΑΤΜ της Τράπεζας Κύπρου στη Γεροσκήπου. Κατά την εξέταση του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι σε κάποια στιγμή προσέρχεται ο παραπονούμενος, Mxxxx xxxxx Cassel, μαζί με τέσσερα αλλοδαπά πρόσωπα και προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων, τα οποία παραδίδει στο τέταρτο πρόσωπο που αναζητείται. Καθόλη τη διάρκεια των αναλήψεων και τα τέσσερα αλλοδαπά πρόσωπα βρίσκονταν σε πολύ κοντινή απόσταση με τον παραπονούμενο. Στις 21.09.2020, ο μάρτυρας παρέδωσε στον αστυφύλακα xxx5 το Τεκμήριο 6Α για μεταφορά του στο Αρχηγείο Αστυνομίας με σκοπό να τύχει περαιτέρω εξετάσεων. Μ.Κ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος, Mxxxxx xxxxxx Cassel, από την Αγγλία (Τεκμήρια 19, 20 και 23 οι γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία στη μητρική του γλώσσα και Τεκμήρια 21 και 24 οι μεταφράσεις των Τεκμηρίων 20 και 23 στην ελληνική γλώσσα). Προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι είναι διευθυντής της εταιρείας Balance Consultants Ou, εγγεγραμμένης στην Εσθονία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της πληροφορικής και των επενδύσεων. Βρίσκεται ως ανέφερε στην Κύπρο εδώ και 18 μήνες και ασκεί τις εργασίες του από το σπίτι. Περί τον Ιούνιο του 2020, γνώρισε τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος κατάγεται από το Καμερούν και μιλά γαλλικά. Τον λυπήθηκε επειδή ήταν πρόσφυγας και επειδή εκείνη την περίοδο συνεργαζόταν με κάποιον πελάτη από την Ελβετία, τον Axxxxx, ο οποίος μιλούσε τη γαλλική γλώσσα, ζήτησε από τον κατηγορούμενο 3 να τον βοηθήσει στις εργασίες του και σε αντάλλαγμα να του παραχωρήσει στέγη και τροφή, ενώ παράλληλα να τον εκπαιδεύσει στον κόσμο των συναλλαγών. Ο κατηγορούμενος 3 αποδέχθηκε την πρόταση του και από τότε του επέτρεψε να διαμένει μαζί του, στο διαμέρισμα του, στη Λάρνακα. Στις 02.08.2020 όμως ο Μ.Κ.2 μετακόμισε σε σπίτι στη Γεροσκήπου, για να διαμένει μαζί με τη σύντροφο του Cxxxxx, η οποία εν τω μεταξύ ήλθε στην Κύπρο από την Αγγλία. Στη συνέχεια, στις 08.09.2020 ο Μ.Κ.2 επέτρεψε στον κατηγορούμενο 3 να μένει μαζί τους στη Γεροσκήπου, αφού δεν είχε κάπου αλλού να διαμένει, και ο τελευταίος να τον βοηθά στη δουλειά του. Όταν στις 12.09.2020 ο Μ.Κ.2, μαζί με τη σύντροφο του, Cxxxxx, μετέβηκαν στη Λάρνακα για να παραδώσουν στην ιδιοκτήτρια την κατοχή του διαμερίσματος, όπου διέμενε προηγουμένως, διαπίστωσαν ότι το διαμέρισμα ήταν σε άθλια κατάσταση, με πολλές ζημιές οι οποίες έχρηζαν αποκατάστασης και για τις οποίες η ιδιοκτήτρια ζήτησε να της καταβάλουν ποσό €2.000,
  4. Για το λόγο αυτό ζήτησαν από τον κατηγορούμενο 3 μέχρι την επόμενη μέρα να εγκαταλείψει το σπίτι τους στη Γεροσκήπου. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 3 έφυγε από το σπίτι λέγοντας ότι θα πήγαινε βόλτα. Στη συνέχεια επέστρεψε με άλλους τρεις φίλους του, τους κατηγορούμενους 1 και 2 και ένα τέταρτο πρόσωπο που αναζητείται. Στάθμευσαν το αυτοκίνητο τους με τρόπο που παρεμπόδιζαν τη μετακίνηση του δικού του αυτοκινήτου και ήθελαν να μπουν μέσα στο σπίτι. Όταν ο Μ.Κ.2 ρώτησε τον κατηγορούμενο 3 γιατί έφερε μαζί του και τα άλλα πρόσωπα, ο τελευταίος του απάντησε ότι τα άλλα πρόσωπα ήλθαν για να τον βοηθήσουν στη μετακόμιση. Ο κατηγορούμενος 3 ανέβηκε πάνω στο δωμάτιο του μαζί με ένα από τα πρόσωπα που τον συνόδευαν και την Cxxxx, ενώ οι άλλοι δύο έμειναν κάτω μαζί με τον Μ.Κ.2 και του έλεγαν ότι θα έπρεπε να δώσει χρήματα στον κατηγορούμενο 3, που ήταν θυμωμένος, και ότι οι ίδιοι δεν θα έφεραν καμία ευθύνη για το τι θα ακολουθούσε. Εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος 3 μαζί με τον φίλο του κατέβηκαν από το δωμάτιο και αφού τοποθέτησαν τα πράγματα του πρώτου στο αυτοκίνητο με το οποίο είχαν έλθει, μπήκαν και οι τέσσερεις στην κουζίνα του σπιτιού. Ο κατηγορούμενος 3 ήταν νευριασμένος, απειλούσε ότι θα σκοτώσει τον ίδιο και την Cxxxx, ότι θα κάψει το σπίτι και αποκάλεσε την Cxxxx σκύλα. Οι κατηγορούμενοι πήραν από το σπίτι του μια οθόνη υπολογιστή μάρκας Samsung αξίας €250,00, τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή που ο παραπονούμενος είχε παραχωρήσει στον κατηγορούμενο 3 για να χρησιμοποιεί, μάρκας Lenovo αξίας περίπου €500,00, ένα ζευγάρι ακουστικά μάρκας Corsair αξίας €250,00, ένα ηλεκτρικό σκούτερ αξίας €600,00, και έναν εκτυπωτή μάρκας ΗΡ μοντέλο 135 W αξίας €400,00 περίπου. Ο Μ.Κ.2 μαρτύρησε πως προσπαθώντας να διαχειριστεί την κατάσταση που εξελισσόταν πρότεινε να δώσει στους τέσσερις άνδρες το ποσό των €500,00, αυτοί ωστόσο προσπάθησαν με τον τρόπο τους να τον εξαναγκάσουν να μεταβεί στην τράπεζα και να δώσει όλα τα χρήματα, διαφορετικά, όπως του είπαν, δεν θα έφεραν καμία ευθύνη για το τι θα ακολουθούσε. Αυτός τους πρότεινε να πάει με την Cxxxx στην τράπεζα για να αποσύρει χρήματα και να επιστρέψει πίσω στο σπίτι και να τους τα δώσει ή ακόμα και να τον ακολουθήσουν. Και οι τέσσερεις όμως επέμεναν να πάνε όλοι μαζί και ο ίδιος να οδηγήσει το αυτοκίνητο του. Έτσι τον έσπρωξαν και εισήλθαν στο αυτοκίνητο του, με την Claire να παραμένει στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος 3 κάθισε πίσω του απειλώντας τον πως αν έκανε οτιδήποτε ύποπτο θα τον μαχαίρωνε στο λαιμό και στη συνέχεια θα επέστρεφε στο σπίτι και θα σκότωνε και την Cxxxx. Υπό την πίεση των απειλών αυτών, μετέβηκαν σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στη Γεροσκήπου, όπου υπήρχε μηχάνημα ΑΤΜ. Όλοι οι κατηγορούμενοι, και το τέταρτο πρόσωπο που ήταν μαζί τους, απαιτούσαν όπως ελέγξει το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Το εκτύπωσε και μόλις το είδαν του ζήτησαν να προχωρήσει σε ανάληψη ολόκληρου του ποσού και να τους το δώσει. Επειδή ο Μ.Κ.2 πίστευε ότι εν τω μεταξύ η σύντροφος του, Cxxxx, θα ειδοποιούσε την Αστυνομία προσπαθούσε να τους καθυστερήσει και για το λόγο αυτό έκανε μικρές αναλήψεις, ύψους €110,00 την κάθε φορά, και έδινε το ποσό σε έναν από τους φίλους του κατηγορούμενου 3 και τα μετρούσαν. Προχώρησε σε ανάληψη συνολικού ποσού €1.260,00, όμως ο κατηγορούμενος 3 ζητούσε και άλλα χρήματα μέχρι να συμπληρωθεί το ποσό των €5.000,
  5. Αφού ο Μ.Κ.2 του εξήγησε ότι δεν μπορούσε να αποσύρει άλλα χρήματα εκείνη τη μέρα, επέστρεψαν στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος 3 ωστόσο συνέχισε να απαιτεί περισσότερα χρήματα μέχρι να συμπληρωθεί το ποσό των €5.000,00 εκφράζοντας και πάλι απειλές, λέγοντας ότι σε περίπτωση που δεν θα του έδιδε τα υπόλοιπα χρήματα θα σκότωνε τον ίδιο και την Cxxxxx, θα έκαιγε το σπίτι και θα μιλούσε με τον πελάτη του Μ.Κ.2 στην Ελβετία για να λάβει χρήματα. Ο Μ.Κ.2 προσπαθούσε να τον ηρεμήσει και τελικά ο κατηγορούμενος 3 έφυγε μαζί με τα άλλα πρόσωπα λέγοντας του ότι θα επέστρεφε την Τρίτη να εισπράξει και τα υπόλοιπα χρήματα. Ακολούθως του προαναφερόμενου περιστατικού ο Μ.Κ.2, παραπονούμενος, προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. Μετά από καθοδήγηση της και όταν στις 15.09.2020, οι κατηγορούμενοι μετέβηκαν στο σπίτι του για να εισπράξουν το υπόλοιπο των χρημάτων, τους είπε ότι η Cxxxxx δεν ήταν στο σπίτι, γιατί είχε μεταβεί στην τράπεζα για να φέρει χρήματα. Τηλεφώνησε στην Cxxxx προφασιζόμενος να μάθει που βρίσκεται και αυτή με τη σειρά της ειδοποίησε την Αστυνομία για την άφιξη των κατηγορούμενων στο σπίτι τους, με αποτέλεσμα την έλευση της Αστυνομίας στο σπίτι και τη σύλληψη των κατηγορούμενων 1 και 2, με τη διαφυγή όμως του τέταρτου προσώπου το οποίο δεν εντοπίστηκε. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του παραπονούμενου προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το βίντεο που είναι καταγραμμένο στο usb - Τεκμήριο 6Α - μέσα από το οποίο απεικονίζονται σκηνές που καταγράφηκαν από τις κάμερες ασφαλείας της Τράπεζας Κύπρου στη Γεροσκήπου, και το οποίο περιέχει αποσπάσματα του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης ημερομηνίας 12.09.
  6. Παρακολουθώντας το, ο παραπονούμενος αναγνώρισε και υπέδειξε τους τρεις κατηγορούμενους καθώς και το πρόσωπο που αναζητείται, περιέγραψε δε λεπτομερώς τις κινήσεις τους, όπως και του ίδιου. Ακούσθηκε επίσης κατά τη μαρτυρία του το περιεχόμενο ηχητικού μηνύματος (Τεκμήριο 22), το οποίο στάλθηκε, μέσω κινητού τηλεφώνου, προς τον παραπονούμενο. M.K.3 κατέθεσε η Cxxxxx xxxxxx Glibbery, σύντροφος του Μ.Κ.
  7. Ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο 3, στις 03.09.02020, ήτοι λίγες μόνο μέρες πριν την ημερομηνία που διαπράχθηκαν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα. Αναφέρθηκε στα όσα ο σύντροφος της την πληροφόρησε αναφορικά με τη γνωριμία του με τον κατηγορούμενο 3, και δη ότι τον είχε συναντήσει κάποιους μήνες προηγουμένως και επειδή ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, θέλοντας να τον βοηθήσει, γιατί τον λυπήθηκε, του παρείχε στέγη, στο διαμέρισμα που ενοικίαζε τότε στη Λάρνακα, τροφή και εκπαίδευση σε σχέση με τη λειτουργία των εταιρειών γνωστών ως forex. Ως αντάλλαγμα, ο κατηγορούμενος 3 θα βοηθούσε το σύντροφο της με ένα γαλλόφωνο πελάτη του. Όταν η ίδια έφθασε στην Κύπρο, ενοικίασαν μαζί με το σύντροφο της σπίτι τριών υπνοδωματίων, στη Γεροσκήπου, και παραχώρησαν ένα δωμάτιο στον κατηγορούμενο 3, προσωρινά, μέχρι να μπορέσει να εξασφαλίσει στέγη κάπου αλλού. Όταν στις 12.09.2020 η Μ.Κ.3 μετέβη μαζί με το σύντροφο της και τον κατηγορούμενο 3 στη Λάρνακα, για να παραδώσουν τα κλειδιά του διαμερίσματος που έμεναν προηγουμένως ο σύντροφος της και ο κατηγορούμενος 3, στον ιδιοκτήτη του, διαπίστωσαν ότι το διαμέρισμα βρισκόταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Ήταν βρώμικο και παρουσίαζε πολλές ζημιές, για την αποκατάσταση των οποίων ο ιδιοκτήτης ζήτησε €2.000,00, ποσό το οποίο συμφώνησαν να του καταβάλουν. Όταν ήλθαν αντιμέτωποι με αυτή την κατάσταση, ζήτησαν από τον κατηγορούμενο 3 να φύγει από το σπίτι τους στη Γεροσκήπου. Επιστρέφοντας όλοι μαζί πίσω στο σπίτι στη Γεροσκήπου, ο σύντροφος της ανέφερε στον κατηγορούμενο 3 να μεταφέρει τα πράγματα από το δωμάτιο του που βρισκόταν μέσα στο σπίτι και να τα βγάλει έξω. Αντί αυτού ο κατηγορούμενος 3 έπιασε το σκούτερ του συντρόφου της και έφυγε από το σπίτι. Στη συνέχεια επέστρεψε, έφυγε ξανά και ξαναεπέστρεψε με άλλους τρεις άντρες, με ένα μπλε αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής xxxxx
  8. Στάθμευσαν με τρόπο που εμπόδιζαν την έξοδο του αυτοκινήτου του συντρόφου της και μπήκαν όλοι μέσα στο σπίτι από την κουζίνα. Ο σύντροφος της τους έσπρωξε και τους ζήτησε να περιμένουν έξω, κάτι το οποίο έκαναν. Η μάρτυρας ρώτησε τον κατηγορούμενο 3 ποιοι ήταν αυτοί οι άντρες, και ο κατηγορούμενος 3 άρχισε να φωνάζει, λέγοντας ότι ήρθαν για να μεταφέρουν τα πράγματα του. Επειδή ο κατηγορούμενος 3 φώναζε, η ίδια βγήκε έξω, και μίλησε με τα άλλα άτομα τα οποία της είπαν να μην ανησυχεί και ότι θα κρατούσαν τον κατηγορούμενο 3 ήσυχο. Ο κατηγορούμενος 3 μαζί με τον κατηγορούμενο 1, ανέβηκαν πάνω στο δωμάτιο του πρώτου, έπιασαν τα πράγματα του και τα τοποθέτησαν έξω. Μετά μπήκαν όλοι μέσα στο σπίτι και πήραν ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή και μια οθόνη που ανήκαν στο σύντροφο της. Τότε η ίδια άρχισε να φωνάζει λέγοντας τους ότι ήταν δικά τους και τους ζητούσε να εγκαταλείψουν το σπίτι. Μετά από προτροπή του συντρόφου της ανέβηκε πάνω και τηλεφώνησε στην Αστυνομία ζητώντας βοήθεια. Όταν στη συνέχεια κατέβηκε, ο κατηγορούμενος 3 την αποκάλεσε σκύλα και της είπε ότι, αν δεν του έδινε όλα αυτά που θεωρούσε δικά του, θα την σκότωνε, ταυτόχρονα, φώναζε και ζητούσε χρήματα απειλώντας ότι θα τους σκοτώσει και θα κάψει το σπίτι. Οι υπόλοιποι που τον συνόδευαν έλεγαν σ΄ αυτήν και το σύντροφο της να κάνουν ότι ζητούσε ο κατηγορούμενος 3, και να του δώσουν τα χρήματα, διαφορετικά οι ίδιοι δεν θα ευθύνονταν για τις πράξεις του. Στο σημείο αυτό ο σύντροφος της τους πρότεινε να τους δώσει €500,00 αφού τον αφήσουν να πάει στην τράπεζα μαζί με αυτήν και αν ήθελαν να τους ακολουθήσουν. Όλοι όμως αρνήθηκαν, ο δε κατηγορούμενος 3 έσπρωξε το σύντροφο της στο αυτοκίνητο του και στη συνέχεια μπήκαν σ΄ αυτό και οι υπόλοιποι, που ήταν μαζί του. Όταν επέστρεψαν πίσω, μετά από μισή ώρα περίπου, ο κατηγορούμενος 3 ρωτούσε πότε μπορούσε ο σύντροφος της να του δώσει τα υπόλοιπα λεφτά, περίπου €3.800,
  9. Ο σύντροφος της τους είπε να επιστρέψουν την Τρίτη το πρωί για να του δώσει και τα υπόλοιπα χρήματα. Παρόλο που ο κατηγορούμενος 3 συνέχισε να φωνάζει και να απειλεί, τελικά δέχτηκε και έφυγαν όλοι από το σπίτι τους. Αναφέρθηκε περαιτέρω η μάρτυρας και στα όσα ακολούθησαν, κατόπιν συνεννόησης με την Αστυνομία, όταν στις 15.09.2020 οι κατηγορούμενοι επέστρεψαν στο σπίτι τους, μαζί με το τέταρτο πρόσωπο που καταζητείται, για να παραλάβουν τα υπόλοιπα χρήματα. Εξήγησε πως η ίδια δεν βρισκόταν στο σπίτι και όταν της τηλεφώνησε ο σύντροφος της, ρωτώντας την πότε θα φέρει τα χρήματα, αυτή ειδοποίησε την Αστυνομία η οποία μετέβη στο μέρος και ακολούθησαν συλλήψεις. Η Μ.Κ.3 χαρακτήρισε τρομακτικά τα όσα βίωσε την επίδικη ημερομηνία. Επανέλαβε ότι οι τρεις κατηγορούμενοι και το τέταρτο πρόσωπο, που καταζητείται, εισήλθαν, όλοι, μέσα στο σπίτι και ενώ η ίδια ούρλιαζε φοβισμένη και τους ζητούσε να φύγουν, αυτοί εκφοβίζοντας τους, ζητούσαν από το σύντροφο της να τους δώσει χρήματα. Ο κατηγορούμενος 3, έκλεψε δικά τους αντικείμενα, την ύβρισε αποκαλώντας την σκύλα, και απειλούσε ότι θα την σκοτώσει και θα κάψει το σπίτι. Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι μαζί με το τέταρτο πρόσωπο, δεν την απείλησαν ευθέως, η παρουσία τους όμως στο χώρο ήταν απειλητική παρόλο που σε κάποιες περιπτώσεις της έλεγαν να ηρεμήσει. Ο δε κατηγορούμενος 2 της έλεγε ότι στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος 3 δεν πάρει άλλα χρήματα, τότε αυτός δεν θα μπορεί να ελέγξει τις πράξεις του τελευταίου έναντι της. Ο κατηγορούμενος 1, δεν ήταν σε τόσο βαθμό απειλητικός. Ως αποτέλεσμα των όσων τρομακτικών βίωσε, για μήνες έβλεπε εφιάλτες, φοβόταν να μείνει στο σπίτι χωρίς να είναι κλειδωμένες όλες οι πόρτες και χωρίς να υπάρχουν κάμερες ασφαλείας. Τέλος ανέφερε πως το όλο επεισόδιο διήρκεσε περί τις δύο ώρες, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου που ο σύντροφος της μαζί με τους κατηγορούμενους και το τέταρτο πρόσωπο μετέβηκαν στην τράπεζα όπου έγινε ανάληψη χρημάτων μέσω ΑΤΜ. Ως Μ.Κ.4 κατάθεσε η Δxxxx Ιxxxxx, ιδιοκτήτρια του σπιτιού που οι Μ.Κ.2 και 3 ενοικιάζουν στη Γεροσκήπου από την 01.08.2020 (Τεκμήριο 32 η γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία). Το εν λόγω σπίτι της βρίσκεται ως εξήγησε σε κοντινή απόσταση από την Τράπεζα Κύπρου που διαθέτει ΑΤΜ στη Γεροσκήπου, 3 με 5 λεπτά περίπου με το αυτοκίνητο. Δήλωσε πολύ ευχαριστημένη με τους ενοικιαστές της, οι οποίοι είναι φιλήσυχοι, συνεπέστατοι με τις υποχρεώσεις τους, πληρώνουν το ενοίκιο κανονικά, και γενικότερα δεν της έχουν δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα. Η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν στις επίδικες κατηγορίες, ανέφερε όμως στο Δικαστήριο τα όσα της μεταφέρθηκαν από τους Μ.Κ.2 και 3, όταν στις 13.09.2020 της τηλεφώνησε ο Μ.Κ.2 και της είπε ότι κάποιος που δούλευε μαζί του, μαζί με άλλα τρία πρόσωπα, απειλώντας τον, τον πήραν σε μια ATM και αφού απέσυρε λεφτά, αυτός τους τα έδωσε. Η μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί το ακριβές ποσό που της είπε ο Μ.Κ.2 ότι τους είχε δώσει, όμως από ό,τι μπορούσε να θυμηθεί ήταν γύρω στα €1.200,
  10. Της ανάφερε ακόμα ο Μ.Κ.2, ότι πήραν από το σπίτι του δικές του ηλεκτρονικές συσκευές. Λόγω των απειλών που είχαν δεχθεί ο Μ.Κ.2 αλλά περισσότερο η Μ.Κ.3 φοβήθηκαν πολύ, τόσο για τους ίδιους, όσο και για το σπίτι. Γι΄ αυτό θεώρησαν ορθό να την ενημερώσουν ότι θα έφευγαν από το σπίτι και θα διέμεναν σε ξενοδοχείο για περίοδο 15 έως 30 ημερών. Μετά την κλήση και των τριών κατηγορούμενων σε απολογία, το Δικαστήριο τους εξήγησε τα δικαιώματα τους όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155, και αυτοί επέλεξαν την ένορκη κατάθεση. Ο κατηγορούμενος 1 αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία - Τεκμήριο 9 - και συμφώνησε με το περιεχόμενο της, λέγοντας όμως ότι λόγω παρανόησης υπάρχουν σε αυτήν κάποια μικρά λάθη. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει σε αυτήν, συνάντησε τον κατηγορούμενο 3 για πρώτη φορά το Σάββατο πριν την ημέρα που έδωσε την κατάθεση του, ημερομηνίας 15.09.2020, στην πλατεία της Γεροσκήπου. Κατά τη συνομιλία τους ο τελευταίος του είπε ότι εργαζόταν για κάποιο άτομο από τη Βρετανία, τον Mxxxxx xxxxx Cassel, ο οποίος δεν του κατέβαλλε τα χρήματα που του χρωστούσε. Γι΄ αυτό και θα πήγαινε στο σπίτι όπου διέμεναν μαζί και θα του ζητούσε να του τα δώσει και να πάρει τα πράγματα του. Έτσι μαζί με τους κατηγορούμενους 2 και 3, μετέβηκαν περπατητοί στο σπίτι του Mxxxxx. Εκεί ο Mxxxxx και η σύντροφος του, Cxxxxx, τους είπαν ότι επιθυμούσαν όπως ο κατηγορούμενος 3 εγκαταλείψει το δωμάτιο στο οποίο διέμενε μέσα στο σπίτι μαζί τους και να μετακομίσει σε ένα άλλο δωμάτιο που βρισκόταν έξω από το σπίτι. Το δωμάτιο ήταν μικρό όπως ένα κουτί, για αυτό και τους είπε ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν μπορούσε να διαμένει εκεί. Ρώτησε επίσης τον Mxxxxx αν όφειλε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων στον κατηγορούμενο 3 και ο Mxxxxx του είπε ότι πράγματι του χρωστούσε, €5.000,00 και ότι τα χρήματα αυτά θα μπορούσε να του τα δώσει τη Δευτέρα που η τράπεζα θα ήταν ανοιχτή. Επειδή ο κατηγορούμενος 3 επέμενε όπως ο Mxxxxx του δώσει όλο το ποσό εκείνη τη μέρα, ο τελευταίος είπε πως θα πήγαινε στην ΑΤΜ και θα έκανε ανάληψη όσα χρήματα του επέτρεπε το μηχάνημα και θα έδιδε στον κατηγορούμενο 3 τα υπόλοιπα χρήματα τη Δευτέρα ή την Τρίτη. Ζήτησε επίσης ο Mxxxxx όπως ο κατηγορούμενος 3 συνεχίσει να εργάζεται για αυτόν. Ακολούθως ο Mxxxxx οδηγώντας το αυτοκίνητο του, έχοντας και τα τέσσερα πρόσωπα μέσα σε αυτό μετέβηκαν στην τράπεζα και μέσω ΑΤΜ έκανε ανάληψη €1.200,00 τα οποία έδωσε στον κατηγορούμενο
  1. Όλοι μαζί επέστρεψαν στο σπίτι του Mxxxxx όπου ο κατηγορούμενος 3 πήρε όλα τα πράγματα του με σκοπό να μεταβεί στη Λάρνακα, λέγοντας στο μάρτυρα ότι θα τον καλούσε όταν ο Mxxxxx θα του έδινε και τα υπόλοιπα χρήματα ώστε να μεταβούν όλοι μαζί για να τα παραλάβει. Κατά την ένορκη του κατάθεση κατηγορούμενος 1 είπε ότι ήλθε στην Κύπρο από τη χώρα του, το Καμερούν, τον Οκτώβριο του
  2. Εκεί διετέλεσε πάστορας για περίοδο 15-20 χρόνων και σήμερα διαμένει στην Κύπρο υπό το καθεστώς πολιτικού πρόσφυγα. Υποστήριξε ότι ο μοναδικός λόγος που μαζί με τον κατηγορούμενο 2 μετέβηκαν στο σπίτι του Mxxxxxx ήταν για να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο 3, που μόλις είχαν γνωρίσει, για να μεταφέρει από εκεί κάποια πράγματα. Ήταν η θέση του ακόμη ότι, προηγουμένως δεν γνώριζε κανένα από τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους και σε κανένα στάδιο δεν άκουσε τον κατηγορούμενο 3 να απειλεί τους δύο παραπονούμενους, παρά το ότι δέχθηκε πως μεταξύ τους και ειδικότερα μεταξύ του Mxxxxx και του κατηγορούμενου 3, υπήρξε σε διάφορα στάδια έντονη συζήτηση. Περιέγραψε τα όσα έλαβαν χώρα λέγοντας ότι στις 12.09.2020, μαζί με τον κατηγορούμενο 2, με τον οποίο εργάζονταν στην εταιρεία Αθηνοδώρου Brothers, κατευθύνονταν με το αυτοκίνητο του προς κάποια υπεραγορά. Φθάνοντας στην πλατεία της Γεροσκήπου συνάντησαν τον κατηγορούμενο
  3. Αυτός τους έκανε σήμα να σταματήσουν, κάτι που έπραξαν παρόλο που δεν τον γνώριζαν. Φαινόταν αναστατωμένος και ζήτησε τη βοήθεια τους για να μεταφέρει κάποια πράγματα από κάπου, που όπως τους είπε δεν ήταν μακριά, και στη συνέχεια να τον πάρουν στο σταθμό των λεωφορείων. Συμφώνησαν και όλοι μαζί μετέβηκαν με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 στο σπίτι των δύο παραπονούμενων, του Mxxxxx και της Cxxxx (Μ.Κ.2 και 3). Αφού στάθμευσαν το αυτοκίνητο απέναντι από την κατοικία τους, ο κατηγορούμενος 3 εισήλθε μέσα στο σπίτι και τότε ένας άλλος άνδρας (ο οποίος καταζητείται) τον οποίο αυτός έβλεπε πρώτη φορά, τους πλησίασε και τους είπε ότι και αυτός είχε μεταβεί εκεί για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο
  4. Μαζί με τον κατηγορούμενο 2 περίμεναν έξω από το σπίτι, οπότε βγήκε η Cxxxx και τους ρώτησε για ποιο λόγο βρίσκονταν εκεί. Στη συνομιλία που είχαν μαζί της, τους είπε ότι είχαν ζητήσει από τον κατηγορούμενο 3 να σταματήσει να διαμένει μέσα στο σπίτι, για το λόγο ότι ενοχλούνταν από τον καπνό των τσιγάρων που κάπνιζε, και να διαμένει σε δωμάτιο έξω από το κυρίως σπίτι. Το δωμάτιο αυτό, που ο κατηγορούμενος 1 είδε μόνο εξωτερικά, το χαρακτήρισε ως ένα μικρό κουτί, για αυτό και προσπάθησε να εξηγήσει στην Cxxxx ότι δεν ήταν ασφαλές για τον κατηγορούμενο 3 να διαμένει εκεί. Κατά το χρόνο αυτό, ο κατηγορούμενος 3 άρχισε να μεταφέρει τα πράγματα του έξω από το σπίτι, στο στάδιο όμως που μετέφερε κάποιους υπολογιστές η Cxxxx άρχισε να τρέμει και να φωνάζει ότι ο κατηγορούμενος 3 παίρνει δικά της πράγματα. Ο Mxxxxx προσπάθησε να την καθησυχάσει παρακαλώντας την να μην φωνάζει, λέγοντας της ότι τα πράγματα αυτά ανήκουν στον κατηγορούμενο
  5. Ο κατηγορούμενος 1 εξήγησε στην Cxxx ότι ο λόγος που βρισκόταν εκεί ήταν για να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο 3 να μεταφέρει τα πράγματα του και όχι για να δημιουργήσουν προβλήματα. Εκείνη συνέχιζε να τρέμει και να φωνάζει κρατώντας το τηλέφωνο της απειλώντας ότι θα τηλεφωνήσει στην Αστυνομία. Τότε ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από τον Mxxxxx να του πει αν πράγματι τα συγκεκριμένα αντικείμενα ανήκαν στον κατηγορούμενο 3, και ο Mxxxxx το επιβεβαίωσε, λέγοντας του ότι μπορούσαν να τα τοποθετήσουν μέσα στο αυτοκίνητο, κάτι που έπραξαν μαζί με τον κατηγορούμενο
  6. Μπήκαν και οι ίδιοι μέσα στο αυτοκίνητο αναμένοντας τον κατηγορούμενο 3 για να φύγουν. Στο στάδιο αυτό ο κατηγορούμενος 3 τους είπε να περιμένουν λίγο γιατί ήθελε να πάρει τα χρήματα του από τον Mxxxxx. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγαν για χρήματα. Βγήκε αμέσως έξω από το αυτοκίνητο και ρώτησε τον Mxxxx αν οφείλει χρήματα στον κατηγορούμενο
  7. Αυτός απάντησε καταφατικά λέγοντας του ότι οφείλει στον κατηγορούμενο 3, ποσό €5.000,
  8. Κατέθεσε ακόμη ο κατηγορούμενος 1 πως είναι ο Mxxxx που πρότεινε να μεταβούν σε ΑΤΜ τράπεζας για να πάρει όσα χρήματα ήταν δυνατό και τα υπόλοιπα να τα δώσει στον κατηγορούμενο 3 τη Δευτέρα ή την Τρίτη. Ο κατηγορούμενος 1 αποδέχθηκε λέγοντας του ότι μπορούσαν να πάνε οι δύο τους και οι υπόλοιποι να αναμένουν στο σπίτι. Όμως ο Mxxxxx επέμενε να πάνε όλοι για να είναι μάρτυρες της παράδοσης των χρημάτων. Έτσι όλοι μαζί μετέβηκαν με το αυτοκίνητο του Mxxxxxx στην τράπεζα. Πριν ξεκινήσουν ο Mxxxxx και ο κατηγορούμενος 3 είχαν μεταξύ τους έντονη συζήτηση και φώναζαν, με τον Mxxxxx να λέει στον κατηγορούμενο 3 ότι δεν μπορούσε να εγκαταλείψει την εργασία του για το λόγο ότι αναμενόταν να γίνει μια μεγάλη επένδυση χρημάτων. Μέσα στο αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος 3 και ο Mxxxxx συζητούσαν για θέματα της δουλειάς τους. Όταν έφθασαν στην τράπεζα ο Mxxxxx έκανε ανάληψη χρημάτων, μέσω ΑΤΜ, τα έδωσε στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος τα μετρούσε. Κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής τους, ο Mxxxxx και ο κατηγορούμενος 3 ήταν αναστατωμένοι και συζητούσαν μεταξύ τους, με τον τελευταίο να ρωτά τον πρώτο γιατί του συμπεριφέρθηκε έτσι. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο 3 και όλοι μαζί επέστρεψαν στο σπίτι. Στο στάδιο αυτό, στην παρουσία όλων και της Cxxxx, ο Mxxxxx ζητούσε από τον κατηγορούμενο 3 να συνεχίσει να εργάζεται κοντά του υποσχόμενος ότι τη Δευτέρα ή την Τρίτη θα του δώσει και τα υπόλοιπα χρήματα και θα του ενοικιάσει άλλο διαμέρισμα, με τον τελευταίο να αρνείται την πρόταση. Ακολούθως αναχώρησαν από το σπίτι για να μεταφέρουν τον κατηγορούμενο 3 στον σταθμό των λεωφορείων για να μεταβεί στη Λάρνακα. Τέλος ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε πως με τον κατηγορούμενο 3 ξανασυναντήθηκαν την Τρίτη όταν ο τελευταίος μετέβη στο σπίτι του για να πάνε μαζί στην εργασία τους. Όπως του εξηγήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 την προηγούμενη είχε δεχθεί τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο 3 ότι είχε εμπλακεί σε κάποιο ατύχημα και βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Έτσι τον μετέφερε στο σπίτι του. Τη μέρα εκείνη πήγε μόνος του στην εργασία του και το βράδυ της ίδιας μέρας δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος πληροφορήθηκε τον αριθμό του τηλεφώνου του από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος του ζήτησε να τον μεταφέρει στο σπίτι του Mxxxxx, ο οποίος τον είχε ειδοποιήσει να πάει για να του δώσει και το υπόλοιπο ποσό των χρημάτων. Πράγματι έτσι έγινε. Όταν έφθασαν εκεί ο Mxxxxx τους ζήτησε να περιμένουν μέχρι να έλθει η Cxxxxx η οποία θα έφερνε τα χρήματα. Επειδή η τελευταία καθυστερούσε να έλθει και ο κατηγορούμενος 3 δεν αισθανόταν πολύ καλά, λόγω του τραυματισμού του στο πόδι, ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να τον μεταφέρει πίσω στο σπίτι του κατηγορούμενου 2 και είπε στον Mxxxxx να δώσει σ΄ αυτούς τα χρήματα. Πράγματι ο κατηγορούμενος 1 μετέφερε τον κατηγορούμενο 3 στο σπίτι του και στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι του Mxxxxx όπου εκεί είχε παραμείνει ο κατηγορούμενος
  9. Ενώ ανέμεναν την Claire κατέφθασε η Αστυνομία οπότε ακολούθησε η σύλληψη τους. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του, ο κατηγορούμενος 1 κάλεσε προς υπεράσπιση του τους Μ.Υ.1 και
  10. Ο Μ.Υ.1, κατέθεσε ο Txxxx Nxxxxx, πάστορας της Προτεσταντικής Ευαγγελικής Εκκλησίας στην Κύπρο. Γνώρισε τον κατηγορούμενο 1 μέσω της εν λόγω Εκκλησίας πριν 1 με 1 ½ χρόνο περίπου. Κατά το χρόνο της γνωριμίας τους ο κατηγορούμενος 1 διέμενε σε εμπορευματοκιβώτιο (container) μαζί με άλλους ομοεθνείς του και βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Για αυτό και τους πρόσφερε πνευματική αλλά και πρακτική βοήθεια, διαβάζοντας τους την Βίβλο και παρέχοντας τους τροφή. Από ότι ο κατηγορούμενος 1 τον είχε πληροφορήσει ήταν και αυτός πάστορας στη χώρα του. Παρά το ότι δεν τον γνωρίζει πολύ καλά και δεν έχει πλήρη εικόνα για αυτόν, τον χαρακτήρισε ως άτομο ευγενικό που εργαζόταν σκληρά στην προσπάθεια του να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής του, κάτι που είχε πετύχει αφού κατάφερε να εγκαταλείψει το εμπορευματοκιβώτιο που διέμενε και να αγοράσει και αυτοκίνητο. Όταν πληροφορήθηκε για τη σύλληψη του και τους λόγους αυτής, εξεπλάγη και απογοητεύτηκε, γιατί ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε δείξει κανένα σημάδι παραβατικής συμπεριφοράς. Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Βxxxxxxx Βxxxxx. Γνώριζε τους κατηγορούμενους 1 και 2, πριν τη σύλληψη τους αφού εργάζονταν όλοι στην εταιρεία Αθηνοδώρου και αυτός ήταν επιστάτης τους. Χαρακτήρισε και τους δύο εξαιρετικούς, και στο χαρακτήρα και στην εργασία τους. Ήταν και οι δύο πολύ τυπικοί και εργατικοί, ως εξήγησε, προσέρχονταν πάντα στη δουλειά τους νωρίτερα από το χρόνο έναρξης της εργασίας τους, χωρίς ποτέ να αρνηθούν την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος τους ανατεθόταν. Ο δε κατηγορούμενος 1 πάντοτε έλεγε και μια προσευχή για όλους. Σοκαρίστηκε όταν πληροφορήθηκε για τη σύλληψη τους, γιατί, σύμφωνα με την άποψη του, αυτό δεν συμβάδιζε με το χαρακτήρα τους. Μέχρι την ημέρα που και ο ίδιος αποχώρησε από την προαναφερόμενη εταιρεία, 3 μήνες περίπου προηγουμένως από τη μαρτυρία του, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν είχαν αντικατασταθεί γιατί η εταιρεία ήλπιζε στην επιστροφή τους. Στην ένορκη του μαρτυρία ο κατηγορούμενος 2, (Τεκμήριο 11 η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στη μητρική του γλώσσα και Τεκμήριο 12 η μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα) έδωσε τη δική του εκδοχή υποστηρίζοντας και αυτός ότι μαζί με τον κατηγορούμενο 1 συνάντησαν, τυχαία, τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος τους ζήτησε να τον βοηθήσουν να μεταφέρει κάποια πράγματα από το σπίτι στο οποίο διέμενε. Ως εξήγησε στις 12.09.2020 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 ξεκίνησαν να πάνε για ψώνια και φεύγοντας από τη Γεροσκήπου είδαν τον κατηγορούμενο
  11. Όταν τον είδαν, και όπως συνηθίζουν να πράττουν όταν δουν κάποιον από τη χώρα τους, σταμάτησαν για να τον χαιρετίσουν Έκαναν ένα νεύμα για να τον χαιρετίσουν και αυτός τους σταμάτησε. Ήλθε προς το μέρος τους και τους είπε ότι ήθελε να φύγει από την Πάφο για να πάει στη Λάρνακα και χρειαζόταν βοήθεια για να μεταφέρει τα πράγματα του μέχρι τη στάση των λεωφορείων. Τότε τον ρώτησαν που βρίσκονταν τα πράγματα για να δουν αν μπορούν να τον βοηθήσουν. Όταν αντιλήφθηκαν ότι το σπίτι στο οποίο βρίσκονταν τα πράγματα δεν ήταν μακριά, μετέβηκαν όλοι, μαζί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1, στο σπίτι του Mxxxxx. Αφού στάθμευσαν το αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος 3 εισήλθε μέσα στο σπίτι και ο ίδιος μαζί με τον κατηγορούμενο 1 έμειναν έξω στη βεράντα. Καθ' ον χρόνο βρίσκονταν στη βεράντα, βγήκε έξω η Cxxxxx και τους ρώτησε γιατί βρίσκονταν εκεί. Αφού της εξήγησαν ότι σκοπός τους ήταν να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο 3 να μεταφέρει τα πράγματα του μέχρι τη στάση του λεωφορείου, εκείνη τους έδειξε ένα μικρό δωμάτιο όπου θα έμενε ο κατηγορούμενος
  12. Η συζήτηση μεταξύ τους διεξάχθηκε με ηρεμία. Ο κατηγορούμενος 3 μαζί με το τέταρτο πρόσωπο, που αναζητείται, και ήλθε στο μέρος λίγα λεπτά αργότερα, εισήλθαν μέσα στο σπίτι, μπήκαν στο δωμάτιο του πρώτου, και άρχισαν να βγάζουν τα πράγματα έξω από το σπίτι. Ο ίδιος μαζί με τον κατηγορούμενο 1 τον βοηθούσαν να τα μεταφέρει στο αυτοκίνητο. Όταν αυτός ξεκίνησε να μεταφέρει και ηλεκτρονικές συσκευές, μεταξύ αυτών και ένα iPad, η Cxxxx άρχισε να εκνευρίζεται και να φωνάζει ότι τα αντικείμενα αυτά ήταν δικά της. Ο Mxxxxx που μέχρι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν μέσα στο σπίτι και συζητούσε με τον κατηγορούμενο 3, βγήκε έξω στη βεράντα και της είπε ότι ανήκουν στον κατηγορούμενο 3, απευθύνθηκε δε και σε αυτούς και τους εξήγησε τη σχέση του με τον κατηγορούμενο 3, ότι δηλαδή εργαζόταν για τον ίδιο και ότι δεν ήθελε να τον αφήσει να εγκαταλείψει την εργασία του. Όταν ετοιμάστηκαν να αναχωρήσουν και αφού είχαν ήδη εισέλθει στο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος 3 τους είπε να περιμένουν λίγο γιατί ο Mxxxxx του χρωστούσε κάποια χρήματα. Εξήλθαν του αυτοκινήτου και ρώτησαν τον Mxxxx αν πράγματι έτσι είναι. Αυτός τους το επιβεβαίωσε παραδεχόμενος ότι όντως χρωστούσε €5.000,00 περίπου στον κατηγορούμενο 3 και ότι μπορούσε την ίδια μέρα να του δώσει μέρος του ποσού και τα υπόλοιπα την ερχόμενη Δευτέρα ή Τρίτη. Δημιουργήθηκε ένταση και στη συνέχεια μετέβηκαν όλοι μαζί στην τράπεζα με το αυτοκίνητο του Mxxxx, κατόπιν δικής του εισήγησης. Εκεί ο Mxxxx προχώρησε σε αναλήψεις μετρητών τα οποία αυτός (ο κατηγορούμενος 2) κατόπιν επιθυμίας του Mxxxxx, μετρούσε για να επιβεβαιώνει το ύψος του ποσού. Έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο 3 και όλοι μαζί επέστρεψαν στο σπίτι, όπου συζητούσαν δυνατά. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην ΑΤΜ ο Mxxxx και ο κατηγορούμενος 3 είχαν μεταξύ τους έντονη συζήτηση. Όπως την περιέγραψε ο κατηγορούμενος 2, η συζήτηση ήταν αγενής και όχι ευγενική, φαινόταν δε ότι υπήρχε θυμός. Η συζήτηση σχετιζόταν με διαφωνία που αφορούσε στην εργασία τους, αφού ο Mxxxxx ήθελε τον κατηγορούμενο 3 να συνεχίσει να εργάζεται μαζί του, ενώ ο τελευταίος ήταν αποφασισμένος να την εγκαταλείψει. Οι υπόλοιποι δεν είχαν καμία εμπλοκή και ο ίδιος προσπαθούσε να τους ηρεμήσει. Κατά τη διάρκεια που ο Mxxxxx συζητούσε με τον κατηγορούμενο 3, ζητώντας του να συνεχίσει να εργάζεται κοντά του και προσπαθούσε να εξηγήσει και σε αυτούς το λόγο που το ήθελε, το κλίμα δεν ήταν ήρεμο. Ισχυρίσθηκε ακόμα ο κατηγορούμενος 2 ότι ο Mxxxxx του ζήτησε να πείσει τον κατηγορούμενο 3 να συνεχίσει την εργασία του και του εμπιστεύθηκε πως τα όσα προβλήματα είχαν προκύψει, οφείλονταν στην Cxxxx. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε εισήλθαν στο σπίτι των παραπονούμενων και ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της εκεί παραμονής τους παρέμειναν έξω στη βεράντα, λέγοντας μάλιστα ότι ο Mxxxxx αρκετές φορές τους είχε ζητήσει, επιμένοντας μάλιστα, να μπουν μέσα στο σπίτι για να μιλήσουν. Ισχυρίσθηκε ακόμα ότι ο Mxxxx τους ζήτησε να πάνε μαζί του στην τράπεζα. Πριν φύγουν ο Mxxxx τους είπε ότι δεν έδωσε στον κατηγορούμενο 3 όλα όσα του χρωστούσε και τους ζήτησε να είναι παρόντες όταν ο κατηγορούμενος 3 θα πήγαινε για να εισπράξει και τα υπόλοιπα χρήματα. Του ζήτησε δε και τον αριθμό του τηλεφώνου του. Στη συνέχεια έφυγαν από το σπίτι των παραπονούμενων και άφησαν τον κατηγορούμενο 3 στη στάση των λεωφορείων. Τη Δευτέρα που ακολούθησε ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε και του είπε ότι είχε κάποιο ατύχημα και βρισκόταν στο νοσοκομείο της Πάφου, του ζήτησε δε να πάει για να τον πάρει από εκεί. Πήγε με ταξί και τον παρέλαβε οπότε μετέβηκαν στο σπίτι του. Την επόμενη μέρα μαζί με τον κατηγορούμενο 1 μετέφεραν τον κατηγορούμενο 3 ξανά στο νοσοκομείο γιατί είχε πόνους. Όταν βρίσκονταν εκεί ο Mxxxxx τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 3 λέγοντας του ότι μπορούσε να πάει στο σπίτι του για να του δώσει και τα υπόλοιπα χρήματα, κάτι που έκαναν. Ισχυρίσθηκε επίσης ο κατηγορούμενος 2 ότι ουδέποτε άκουσε τον κατηγορούμενο 3 να φωνάζει αναστατωμένος και να ζητά λεφτά ή να αποκαλεί την Cxxxx σκύλα, αλλά ούτε και να απειλεί ότι θα σκοτώσει αυτήν και τον Mxxxxx ή ότι θα κάψει το σπίτι τους. Ο κατηγορούμενος 3 έδωσε επίσης ένορκη μαρτυρία και υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 13 η κατάθεση του στη γαλλική γλώσσα και Τεκμήριο 14 η μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα). Στο σημείο αυτό κρίνεται χρήσιμο να λεχθεί ότι ενώ είχε δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός, και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι το Τεκμήριο 14 αποτελεί πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 13, κατά το στάδιο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 3 ζητήθηκε, και έγινε, ανάκληση μέρους του πιο πάνω παραδεκτού γεγονότος και ειδικότερα του μέρους που αφορά την απάντηση που ο κατηγορούμενος 3 έδωσε στην ερώτηση 9 της κατάθεσης του. Επισημαίνεται πως δεν πρόκειται για στοιχείο το οποίο επηρεάζει, ως θα διαφανεί σε οτιδήποτε την κρίση του Δικαστηρίου. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 3 γνωρίστηκε στη Λάρνακα με τον Mxxxxx, ανέφερε, ότι ενώ περπατούσε στο δρόμο μαζί με κάποιο ομοεθνή του, τον Bxxxx, ο Mxxxxx τους φώναξε κάνοντας τους νεύμα να σταματήσουν. Αφού τους ρώτησε από που είναι και με τι ασχολούνται, ο Mxxxx είπε στον κατηγορούμενο 3 ότι παρατήρησε σε αυτόν «κάτι ιδιαίτερο». Τους πήρε στο σπίτι του όπου ήταν και ο χώρος εργασίας της εταιρείας που διατηρεί και δραστηριοποιείται με επενδύσεις. Τους πρότεινε να τους παραχωρήσει στέγη και αυτοί να του προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Ζήτησαν κάποιο χρόνο να το σκεφθούν και την επόμενη μέρα του απάντησαν θετικά. Ο Mxxxxx τους βοήθησε να μεταφέρουν τα πράγματα τους στο σπίτι του και αφού τους έδειξε τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης του, έκρινε ότι ο Bxxxx θα έπρεπε να εκπαιδευθεί ενώ τον ίδιο, που είχε κάποιες γνώσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών, αποφάσισε να τον εργοδοτήσει με μισθό €1.200,00 και 10% ως προμήθεια για τους πελάτες που θα έφερνε στην εταιρεία. Ο κατηγορούμενος 3, επειδή το παιδί του, που βρίσκεται στο Καμερούν, έχει πρόβλημα στο μάτι και χρειάζεται εγχείρηση, του αντιπρότεινε να του δουλέψει πέντε-έξη μήνες χωρίς μισθό και ο Mxxxxxx να τον βοηθήσει να φέρει το παιδί του στην Ευρώπη για να υποβληθεί σε εγχείρηση. Έτσι ο κατηγορούμενος 3 ξεκίνησε να εργάζεται και να διαμένει μαζί με τον Mxxxxx, εκπαιδεύοντας παράλληλα τον Bxxxx. Τα βράδια έβγαιναν έξω και διασκέδαζαν. Μετά την πάροδο τριών εβδομάδων ο Mxxxx έδιωξε τον Bxxx λέγοντας ότι δεν του ήταν χρήσιμος. Κάποιο βράδυ όταν επέστρεψαν μεθυσμένοι, μετά από έξοδο, ο Mxxxxx επέδειξε προς αυτόν σεξουαλικό ενδιαφέρον και ο ίδιος αποδέχθηκε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του, μετά από πίεση που του άσκησε, αλλά και γιατί ήθελε μια καλύτερη ζωή. Εκείνο το βράδυ, ο Mxxxxxx του πρόσφερε ως δώρο ένα τηλέφωνο Samsung. Στη συνέχεια της σχέσης τους άφησε όπως είπε τον εαυτό του να «ελευθερωθεί». Όταν ο κατηγορούμενος 3 είπε στον Mxxxx ότι του ήταν πολύ δύσκολο να εργάζεται μαζί του και παράλληλα να διατηρούν σεξουαλική σχέση, αυτός τον καθησύχασε και του υποσχέθηκε ότι θα του προσέφερε μια καλύτερη ζωή. Λόγω της επαγγελματικής και ερωτικής τους σχέσης, ο Mxxxxx του έκανε διάφορα δώρα, κυρίως όταν προσπαθούσε να τον πείσει να έχουν σεξουαλική επαφή. Συνέχισαν να εργάζονται μαζί από το σπίτι και μαζί τους άλλοι 20 περίπου αφρικανοί μετανάστες στους οποίους ανατέθηκε να βρίσκουν πελάτες. Κάποιους από αυτούς, ο Mxxxxx τους πλήρωνε €50,00 και στους περισσότερους €100,
  13. Αναφέρθηκε επίσης ο κατηγορούμενος 3 σε κάποιο πελάτη, τον Axxxxx Axxxxxxx, τον οποίον έφερε στην εταιρία του Mxxxxx. Αυτός ο πελάτης επένδυσε στην εταιρεία του Mxxxxx €15.000,
  14. Συνέχισαν ως κατέθεσε ο κατηγορούμενος 3 να εργάζονται μαζί με τον Mxxxxx και παράλληλα να διατηρούν ερωτική σχέση μέχρι που ο κατηγορούμενος 3 σύναψε δεσμό με μια κοπέλα, την Χxxxxx Σxxxx Dxxxx και ετοιμάζονταν να παντρευτούν. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον Mxxxxx, που προσπαθούσε να αποτρέψει τον γάμο, λέγοντας του ότι ο ίδιος του πρόσφερε μια πολύ καλή ζωή και ότι η κοπέλα είναι μεγαλύτερη του σε ηλικία. Στη συνέχεια ο Mxxxx μετακόμισε στην Πάφο γιατί θα ερχόταν η Cxxxxx από την Αγγλία η οποία όπως είπε ήταν, εκτός από σύντροφος του, και το «αφεντικό» του, με την έννοια ότι ήταν αυτή που είχε τα χρήματα. Ο Mxxxxxx φεύγοντας από τη Λάρνακα τοποθέτησε παντού μέσα στο διαμέρισμα κάμερες για να έχει τον έλεγχο. Έτσι όταν η κοπέλα του τον επισκεπτόταν στο διαμέρισμα αναγκαζόταν να καλύψει τις κάμερες, κάτι που όταν αντιλήφθηκε ο Mxxxxx έγινε έξαλλος. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 3 περιέγραψε τα γεγονότα που εξελίχθηκαν την επίδικη ημερομηνία λέγοντας ότι ο Mxxxxx του ζήτησε να φύγει από το σπίτι κατόπιν απαίτησης της Cxxxxx και για αυτό θα έπρεπε να φέρει άτομα να τον βοηθήσουν στη μετακόμιση. Είναι γι΄ αυτό που πήρε το σκούτερ του και έφυγε από το σπίτι, αναζητώντας άτομα να τον βοηθήσουν. Στη Γεροσκήπου, συνάντησε τους άλλους δύο κατηγορούμενους, ζήτησε τη βοήθεια τους και αυτοί αποδέχθηκαν να τον βοηθήσουν. Προηγουμένως και πριν φτάσει στη Γεροσκήπου, είχε συναντήσει κάποιον άλλο αφρικανό από τον οποίο επίσης ζήτησε βοήθεια. Αυτός του είχε ζητήσει να του δείξει το σπίτι όπου βρίσκονταν τα πράγματα, επειδή όμως δεν διέθετε αυτοκίνητο, του είπε ότι θα προσπαθούσε να βρει κάποιον που έχει αυτοκίνητο για να τον βοηθήσει. Με αυτοκίνητο και τους κατηγορούμενους 1 και 2 μετέβησαν στο σπίτι του Mxxxxx. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 καθώς και το τέταρτο άτομο, που τελικά ήταν αυτός που είχε συναντήσει προηγουμένως, μπήκαν όλοι μέσα στο σπίτι και τον βοήθησαν να μεταφέρει τα πράγματα του. Τέλος ο κατηγορούμενος 3 αρνήθηκε ότι απείλησε οποτεδήποτε τον Mxxxxx και την Cxxxxx ή ότι εξύβρισε την τελευταία. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι νομικοί εκπρόσωποι όλων των μερών, εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής και συνήγοροι υπεράσπισης, παρέδωσαν γραπτά κείμενα των αγορεύσεων τους. Προώθησαν τις θέσεις τους αναφορικά με τα επιμέρους ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο, περιλαμβανομένης και της αξιοπιστίας των μαρτύρων, εκθέτοντας τα δικά τους επιχειρήματα προς υποστήριξη των εισηγήσεων τους. Καταληκτική εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων υπεράσπισης ήταν πως η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή, κυρίως από τον παραπονούμενο Mxxxxx xxxxx Cassel, είναι προϊόν μυθοπλασίας, για δε τους υπόλοιπους λόγους που προτάθηκαν, δεν είναι αξιόπιστη και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση με εξάξει ασφαλή συμπεράσματα. Εν πάση περιπτώσει, καταλήγουν οι εισηγήσεις των συνηγόρων υπεράσπισης, η ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν αγγίζει το επίπεδο απόδειξης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Από την άλλη πλευρά η καταληκτική εισήγηση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ήταν πως όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν την αλήθεια, όπως την βίωσαν, οι δε κατηγορούμενοι δεν ήταν ειλικρινείς. Όσον αφορά στους μάρτυρες υπεράσπισης η μαρτυρία τους δεν αφορούσε στα επίδικα γεγονότα, ως εκ τούτου δεν βοήθησαν το Δικαστήριο. Αντίθετα η μαρτυρία των παραπονούμενων ήταν βοηθητική και τέτοιας ποιότητας η οποία είναι ικανή να στηρίξει την καταδίκη των κατηγορούμενων σε όλες τις κατηγορίες. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ακούσαμε, με κάθε δυνατή προσοχή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας, αλλά και όλους τους κατηγορούμενους οι οποίοι επέλεξαν την ένορκη κατάθεση, ως εκ τούτου είχαμε την ευχέρεια να παρακολουθήσουμε τον τρόπο κατάθεσης και συμπεριφοράς τους (βλέπε ως σχετική την υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας όλων διενεργήθηκε έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων τους, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται τα όσα κατέθεσαν. Ακόμη, τη σαφήνεια ή μη των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή μη, είτε αντιφάσεων, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον μας. Έχουμε επίσης κατά νου τα λεχθέντα στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates ν. Α. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε πως «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας. Δεν είναι νοητός ο διαχωρισμός των κριτηρίων αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα από τα πρακτικά της υπόθεσης που περιέχουν τη μαρτυρία του.» Ταυτόχρονα έχουμε επίγνωση πως, η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα που προφανώς ενέχει κινδύνους παραπλάνησης, συνεπεία προσποίησης ή υπόκρισης, συνεπώς θα πρέπει να αποφεύγεται. Στην υπόθεση Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, κατά την αξιολόγηση μαρτύρων, σε άμεσο και σταθερό λόγο αλλά και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο έψεξε την αναφορά αυτή και επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.» Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε είναι ενδεχόμενο το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, όταν βρίσκεται στο εδώλιο, να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελούν μάρτυρες οι οποίοι διέπονται, λόγω του χαρακτήρα τους, από επιπολαιότητα η οποία δεν τους επιτρέπει να εντείνουν τη μνήμη τους και δεν καταβάλλουν προσπάθεια για ορθή αντίληψη των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων προβάλλει επισφαλής. Πέραν όμως των προαναφερόμενων διατηρούμε επίσης στο μυαλό μας ότι διαχρονικά έχει καταδειχθεί πως μια μαρτυρία ενδέχεται να είναι ψευδής ή να εμπεριέχει κινδύνους, αν γίνει αποδεκτή, όταν συνυπάρχουν σχέσεις φιλίας, επιθυμίας για εύνοια, οργής και μίσους, φιλοχρηματία, ιδιοτέλεια, φόβος αντεκδικήσεων ή και άσκηση ψυχολογικής βίας, οπότε απαιτείται ιδιάζουσα προσοχή κατά τη διεργασία της αξιολόγησης ώστε, κατά το ανθρωπίνως δυνατό, να διαπιστώνονται τα πραγματικά περιστατικά, κατά τη μέγιστη εγγύηση. Επιπρόσθετα σημειώνουμε πως ασκήσαμε το έργο της αξιολόγησης έχοντας λάβει υπόψη μας και σχετικές νουθεσίες οι οποίες διατυπώθηκαν στην υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 όπου, μεταξύ άλλων, επισημάνθηκε πως «Αναμφίβολα, πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατόν να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από την δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Με γνώμονα τις προαναφερόμενες νουθεσίες και κριτήρια αξιολόγησης προβαίνουμε στα πιο κάτω συμπεράσματα αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων και των κατηγορούμενων οι οποίοι, όλοι τους, κατέθεσαν ενώπιον μας ενόρκως. Μ.Κ.1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης αστυφύλακας xxx1, Xx Μιχαήλ, ο οποίος διαφάνηκε πως καθηκόντως και στο πλαίσιο των ενεργειών του μετέφερε στο Δικαστήριο κάθετι που περιήλθε στην αντίληψη του, κατά τη διενέργεια των ερευνών σχετικών με την παρούσα υπόθεση, κατά τρόπο που δεν παρέμειναν οποιεσδήποτε αμφιβολίες ως προς την ειλικρίνεια του και την πρόθεση του να βοηθήσει το Δικαστήριο. Δεν εντοπίζουμε κλονιστικά της αξιοπιστίας του στοιχεία, αφού κατά την αντεξέταση του υπήρξε σταθερός και συνεπής με ό,τι παρουσίασε κατά τη κύρια εξέταση του. Ο λόγος του ήταν κατηγορηματικός και χωρίς περιστροφές, πρόθυμος με αυθορμητισμό να διαφωτίσει το Δικαστήριο για ό,τι του ζητήθηκε. Σημειώνουμε πως και από πλευράς υπεράσπισης δεν εγείρεται θέση ή ισχυρισμός ο οποίος να αφορά στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, είναι άλλωστε πρόσωπο που δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης και δεν φαίνεται να υπήρχε κενό στη διερεύνηση το οποίο αυτός να είχε λόγο να καλύψει προσθέτοντας ψευδή μαρτυρία ή να αποκρύψει οτιδήποτε. Κρίνουμε πως πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία του πλην της αναφοράς ότι μέσα από το βίντεο που περιέχεται στο Τεκμήριο 6Α τα χρήματα μετρούσε το τέταρτο πρόσωπο που καταζητείται. Είναι κοινός τόπος ωστόσο ότι τα χρήματα τα μετρούσε ο κατηγορούμενος
  1. Αποδίδουμε αυτή του τη μαρτυρία είτε σε παραδρομή είτε στο γεγονός ότι όλα τα πρόσωπα, κατηγορούμενοι και το πρόσωπο που καταζητείται, παρουσιάζουν ομοιότητες στη φυσιογνωμία τους. Δεν πρόκειται δε για στοιχείο ικανό για να κλονίσει την αξιοπιστία του Μ.Κ.
  2. Η Μ.Κ.4 ήταν η ιδιοκτήτρια της κατοικίας όπου εκτυλίχθηκαν τα επίδικα γεγονότα στις 12.09.
  3. Δεν βρισκόταν βέβαια στο χώρο για να διαφωτίσει άμεσα το Δικαστήριο, αλλά μόνο ότι της αναφέρθηκε τηλεφωνικώς από τον παραπονούμενο, Μ.Κ.2, στις 13.09.2020, και δη ότι κάποιο πρόσωπο που δούλευε μαζί του, μαζί με άλλα τρία πρόσωπα, απειλώντας τον του πήραν χρήματα από τράπεζα, μέσω ΑΤΜ, καθώς και ότι πήραν από το σπίτι, το οποίο αυτός ενοικιάζει και ανήκει ιδιοκτησιακά στη μάρτυρα, ηλεκτρονικές συσκευές που του ανήκουν. Δεν εντοπίσαμε στοιχεία επηρεασμού της εξ΄ αιτίας του γεγονότος ότι οι παραπονούμενοι ήταν οι ενοικιαστές της. Πρόκειται, ως κρίνουμε, για αξιόπιστο πρόσωπο το οποίο μετέφερε στο Δικαστήριο ό,τι γνώριζε χωρίς προσπάθεια υποστήριξης των ενοικιαστών της, σημειώνοντας τα γεγονότα που προέρχονταν από προσωπική της γνώση, διαχωρίζοντας τη μαρτυρία της όπου αυτή προερχόταν από άλλη πηγή γνώσης. Κρίνουμε κατ΄ επέκταση την Μ.Κ.4, χωρίς αμφιβολία, αξιόπιστη και αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία της. Ομοίως αξιόπιστους κρίνουμε και τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
  4. Ο πρώτος ήταν γνωστός του κατηγορούμενου 1 λόγω της ιδιότητας του μάρτυρα ως πάστορα της Προτεσταντικής Ευαγγελικής Εκκλησίας στην Κύπρο και ο δεύτερος ως επιστάτης στο χώρο εργασίας όπου εργάζονταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 πριν τη σύλληψη τους. Ως διαφάνηκε η μαρτυρία και των δύο αυτών μαρτύρων επικεντρώθηκε σε θέματα του χαρακτήρα των κατηγορούμενων 1 και 2, αφού δεν γνώριζαν οτιδήποτε σχετικό με τα γεγονότα των επίδικων κατηγοριών. Μας άφησαν και οι δύο μάρτυρες θετική εντύπωση αφού με απλό, φυσικό και σταθερό λόγο μας παρουσίασαν τα στοιχεία του χαρακτήρα των κατηγορούμενων 1 και 2, όπως αυτοί τα άντλησαν μέσα από τη γνωριμία τους και τις συνθήκες που αυτά ανέκυψαν. Σημειώνουμε την απουσία οποιασδήποτε υποβολής ότι τα εν λόγω πρόσωπα μαρτύρησαν έχοντας πρόθεση να παρουσιάσουν ψευδή στοιχεία ή στη βάση εξυπηρέτησης αλλότριου σκοπού, και κυρίως να παρουσιάσουν ψευδή εικόνα προς το Δικαστήριο σ΄ ότι αφορά τον χαρακτήρα των κατηγορούμενων 1 και
  5. Παρατηρούμε επίσης πως οι εν λόγω μάρτυρες περιορίστηκαν κατά τη μαρτυρία τους στην προσωπική γνώση που είχαν, τοποθετούμενοι συγκεκριμένα και χωρίς πλατειασμούς ή δημιουργία εντυπώσεων. Δεν διαπιστώνουμε να προκύπτουν κλονιστικά της αξιοπιστίας τους στοιχεία και ως εκ τούτου τους κρίνουμε αξιόπιστους και κατ΄ επέκταση αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους. Σ΄ ότι αφορά στη μαρτυρία των παραπονούμενων, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, έχουμε κατά νου πως η μαρτυρία τους αμφισβητήθηκε μέσα από τη μαρτυρία των τριών κατηγορούμενων, οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως, και έδωσαν τη δική τους εκδοχή, συγκρουόμενη με την εκδοχή των παραπονούμενων. Διατηρούμε κατ΄ αρχήν κατά νου πως όλοι τους, παραπονούμενοι και κατηγορούμενοι, είναι άμεσα εμπλεκόμενοι στην παρούσα υπόθεση, το αποτέλεσμα της οποίας θα επηρεάσει και θα επιφέρει άμεσο αντίκτυπο σε αυτούς. Απαιτείται ως εκ τούτου ιδιαίτερη προσοχή και διύλιση της παρατεθείσας μαρτυρίας. Με δεδομένο επίσης το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των επίδικων γεγονότων εκτυλίχθηκαν στην παρουσία των δύο παραπονούμενων και των τριών κατηγορούμενων, έχουμε επικεντρωθεί στα ουσιώδη γεγονότα που αυτοί πρόβαλαν, υποστηρίζοντας την εκδοχή τους, αφού παραλληλίσαμε τις επιμέρους λεπτομέρειες που αυτοί προώθησαν, έχοντας πλήρη επίγνωση της σημασίας που ενέχει η αποδοχή ή απόρριψη της μαρτυρίας αυτών. Σημειώνουμε ταυτόχρονα πως η Μ.Κ.3 ενώ δεν ήταν παρούσα στην τράπεζα όπου μέσω της ταμειακής μηχανής ΑΤΜ λήφθηκαν, κατά κοινή ομολογία, χρήματα από τον Μ.Κ.2 και δόθηκαν στον κατηγορούμενο 3, κατά τον τρόπο που προκύπτει ευθέως από το σχετικό βίντεο - Τεκμήριο 6Α - ήταν παρούσα όμως στο σπίτι όπου αρχικά μετέβηκαν οι τρεις κατηγορούμενοι, με ακόμη ένα πρόσωπο το οποίο καταζητείται, αλλά και όταν επέστρεφαν από την τράπεζα, και εκεί είχε κάθε ευχέρεια να αντιληφθεί τα διαδραματισθέντα. Επίσης σημειώνουμε πως η Μ.Κ.3 δεν φαίνεται να είχε, και δεν της αποδόθηκε άλλωστε από την υπεράσπιση των τριών κατηγορούμενων, εμπλοκή στη διαφορά που υπήρχε από τη συνεργασία του κατηγορούμενου 3 με το σύντροφο της, Μ.Κ.
  6. Το καίριο ερώτημα που μας απασχόλησε είναι κατά πόσο τα όσα η Μ.Κ.3 μαρτύρησε αντανακλούν την αλήθεια των γεγονότων ή λόγω της σχέσης που αυτή είχε με τον Μ.Κ.2 παρέθεσε στη μαρτυρία της αναληθή γεγονότα προκειμένου να τον βοηθήσει και να στηρίξει την εκδοχή του. Λαμβάνουμε υπόψη μας πρώτιστα πως κατά τη δίκη διαφάνηκε ότι η Μ.Κ.3 έγινε μάρτυρας απροσδόκητα των επίδικων γεγονότων, όπως και κάποιων προγενέστερων αυτών, ήτοι των γεγονότων που αφορούν στη μετάβαση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 με τον κατηγορούμενο 3 στο διαμέρισμα στη Λάρνακα, στο οποίο διέμεναν οι Μ.Κ.2 και κατηγορούμενος 3, πριν ο πρώτος ενοικιάσει την κατοικία στη Γεροσκήπου με τη σύντροφο του, Μ.Κ.3, όταν η τελευταία ήρθε στην Κύπρο από την Αγγλία αρχές Αυγούστου του
  7. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι δεν τέθηκαν ενώπιον μας στοιχεία με μαρτυρία ή σχετικές υποβολές ότι η Μ.Κ.3, με οποιοδήποτε τρόπο, γνώριζε λεπτομέρειες των χρηματικών διεκδικήσεων του κατηγορούμενου 3 από το σύντροφο της, ως αποτέλεσμα της όποιας συνεργασίας τους. Επιπρόσθετα, μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας της Μ.Κ.3, αλλά και τον τρόπο που αυτή κατέθεσε δεν διαπιστώσαμε προσπάθεια της να υποστηρίξει την εκδοχή του συντρόφου της σ΄ ότι αυτή σχετίζεται με τις διεκδικήσεις του κατηγορούμενου 3, γεγονός που ενισχύει τη θέση ότι αυτή τελούσε υπό άγνοια περί του εν λόγω θέματος, εξού και οι σχετικές επί του θέματος αυτού απαντήσεις της δεν συνοδεύονταν από προσπάθεια αποφυγής ή απόκρυψης οποιωνδήποτε στοιχείων. Έχοντας συνυπολογίσει τις πιο πάνω παραμέτρους και προβληματισμούς, διεξερχόμενοι τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 θεωρούμε πως αυτή παρουσιάζει στοιχεία αυθορμητισμού, συνέπειας και συνέχειας χωρίς αντιφάσεις ή αναιρέσεις. Με πλήρη σαφήνεια, φρονούμε, εξιστόρησε στο Δικαστήριο κάθετι που αφορά στη σχέση που αυτή είχε με το σύντροφο της, Μ.Κ.2, αλλά και οτιδήποτε αντιλήφθηκε να εξελίσσεται στην παρουσία της κατά τις 12.09.2020 στην οικία που οι δύο τους ενοικίαζαν. Διαπιστώσαμε επίσης κατηγορηματικότητα στο λόγο της Μ.Κ.3, αφού χωρίς περιστροφές ή τάσεις υπεκφυγής στα ερωτήματα που της τέθηκαν έδωσε απαντήσεις ικανοποιητικές για τα επίδικα γεγονότα κατά τρόπο που μας έπεισε ότι η μαρτυρία της ήταν βιωματική. Έχει δε σημασία να σημειώσουμε πως παρ΄ ότι άγνωστη με τους κατηγορούμενους απέδωσε στον καθένα από αυτούς ξεχωριστό ρόλο, που αυτοί είχαν κατά την εξέλιξη των επίδικων γεγονότων, έχοντας την ικανότητα να διαχωρίσει τη συμπεριφορά τους εξειδικεύοντας τι ο καθένας έπραξε. Θεωρούμε πως δεν θα υπήρχε άλλος λόγος, άλλωστε δεν υποβλήθηκε ανάλογη θέση από την υπεράσπιση, να γίνει τέτοιος διαχωρισμός αν αυτή δεν ήταν η πραγματικότητα. Προσθέτουμε επίσης πως η μαρτυρία της, ότι όλα τα πρόσωπα που μετέβησαν στο σπίτι τους, στις 12.09.2020, ήτοι οι τρεις κατηγορούμενοι και ακόμη ένα πρόσωπο το οποίο καταζητείται, εισήλθαν εντός της οικίας, καίτοι οι τρεις κατηγορούμενοι το αρνούνται, υποστηρίζεται από πραγματική μαρτυρία, ήτοι τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 15, γεγονός που, ως η νομολογία υπαγορεύει (βλέπε υπόθεση Conway v. Ηλία
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 540) αποτελεί ασφαλή οδηγό για την αξιοπιστία της. Την κρίνουμε αξιόπιστη και ως εκ τούτου αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία της. Στο στάδιο αυτό αφού υιοθετήσουμε και επαναλάβουμε τα όσα διατυπώσαμε στην ενδιάμεση απόφαση μας, ημερομηνίας 16.03.2021, αναφορικά με τη χρήση μάσκας από τονΜ.Κ.2, στο πλαίσιο των μέτρων προστασίας από την Covid-19, όταν αυτός κατέθεσε, αποτελεί κατάληξη μας ότι το γεγονός της απόκρυψης μερικών εκατοστών από το πρόσωπο του Μ.Κ.2 ουδόλως μας έχει αποστερήσει την πλήρη ικανότητα να τον αξιολογήσουμε καθ΄ όλη τη μακρά διάρκεια της μαρτυρίας του. Ταυτόχρονα φρονούμε πως το εν λόγω γεγονός δεν αποστέρησε ούτε τους υπόλοιπους παράγοντες της δίκης, εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και συνήγορους υπεράσπισης να αντλήσουν στοιχεία και να προωθήσουν οποιαδήποτε επιχειρήματα σχετικά με την αξιοπιστία του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ομοίως αποδεχόμαστε ότι ήταν ειλικρινής, σ΄ ότι αφορά στα γεγονότα των επίδικων κατηγοριών, παρ΄ ότι διατηρούμε επιφυλάξεις, χωρίς βέβαια να είμαστε βέβαιοι ότι δεν είπε την αλήθεια σ΄ ότι αφορά στα γεγονότα που σχετίζονται με την ύπαρξη ή μη της απαίτησης χρηματικού ποσού εναντίον του εκ μέρους του κατηγορούμενου
  1. Σημειώνουμε ωστόσο ότι έχουμε καθήκον να επικεντρωθούμε στα γεγονότα που συνθέτουν τις επίδικες κατηγορίες και δεν προτιθέμεθα να ενδιατρίψουμε σε βάθος στο ερώτημα αν και κατά πόσο ευσταθεί ή στοιχειοθετείται η απαίτηση πληρωμής των €5.000,00 που ο κατηγορούμενος 3 «διεκδίκησε» και με τον τρόπο που άσκησε το «δικαίωμα» του αυτό. Ως θα εξηγήσουμε δε, σε μεταγενέστερο στάδιο, ακόμη και να επρόκειτο για πλήρη και ξεκάθαρα θεμελιωμένη οφειλή του Μ.Κ.2 προς τον κατηγορούμενο 3, ο ενδεδειγμένος τρόπος είσπραξης της δεν ήταν άλλος παρά μόνο η χρήση νόμιμων διαδικασιών, μεταξύ άλλων, η δικαστική οδός. Ό,τι επιθυμούμε να σημειώσουμε, με τα προαναφερόμενα, είναι πως κάποιες απαντήσεις του Μ.Κ.2 ενδεχομένως να προκαλούν ερωτηματικά, σ΄ ότι αφορά τη θέση του ότι δεν όφειλε στις 12.09.2020 το ποσό των €5.000,00 ή γενικότερα χρήματα στον κατηγορούμενο 3, στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, και θα έχρηζαν περαιτέρω ανάλυσης και αξιολόγησης, αν η υπόθεση ήταν πολιτικής φύσεως - αγωγή - με αξίωση εναντίον του Μ.Κ.2, του ποσού των €5.000,00 από τον κατηγορούμενο
  2. Ταυτόχρονα ερωτηματικά προκαλούνται και μέσα από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 3 ο οποίος, μεταξύ άλλων παρά το ότι μαρτύρησε πως πρότεινε στον Μ.Κ.2 να εργαστεί 5-6 μήνες χωρίς μισθό και ο τελευταίος να μεριμνήσει ώστε να έρθει το παιδί του, από το Καμερούν, στην Ευρώπη για να εγχειριστεί λόγω προβλήματος στο μάτι, φαίνεται στους 3 μήνες να αξίωσε λεφτά, προφανώς για μισθούς εκτός αν αφορούσε η απαίτηση του κάτι άλλο που δεν εξειδίκευσε. Τα επίδικα θέματα ωστόσο ενώπιον μας είναι άλλα, ως εκ τούτου δεν κρίνουμε ότι οι εν λόγω απαντήσεις του Μ.Κ.2 είναι τέτοιας σημασίας ή βαρύτητας, για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ώστε να επηρεάσουν ή να κλονίσουν την αξιοπιστία του για τα γεγονότα των επίδικων κατηγοριών, τα οποία ο Μ.Κ.2 παρέθεσε από το αρχικό στάδιο στην Αστυνομία, όταν του λήφθηκε κατάθεση και κατά τον ίδιο συνεπή τρόπο τα υποστήριξε ενώπιον μας, με σαφή λόγο, χωρίς αντιφάσεις ή ανατροπές, παρά τη μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από τους συνηγόρους και των τριών κατηγορούμενων. Είναι επίσης πολύ σημαντικό να σημειωθεί πως στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 αυτή υποστηρίζεται από πραγματική μαρτυρία (για τη σημασία της οποίας έχουμε αναφερθεί προηγουμένως) και δη από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6Α, όπου μέσα από αυτό αποδεικνύεται η καταγραφή των γεγονότων κατά το χρόνο που αυτά εξελίσσονταν αμέσως μετά που όλοι οι εμπλεκόμενοι, πλην της Μ.Κ.3, έφυγαν από το σπίτι του Μ.Κ.2 και μετέβηκαν στην ταμειακή μηχανή ΑΤΜ, της Τράπεζας Κύπρου, στη Γεροσκήπου, με τον Μ.Κ.2 να δίδει ενώπιον μας πλήρεις εξηγήσεις και λεπτομέρειες των κινήσεων όλων των εμπλεκόμενων χωρίς να κλονίζονται τα λεγόμενα του, αντίθετα αυτά επιβεβαιώνονται, ως προς το ρόλο και τη συμπεριφορά του καθενός από τους κατηγορούμενους, κυρίως δε του κατηγορούμενου 3 ο οποίος εκνευριζόταν που δεν προχωρούσε η ανάληψη των χρημάτων με γοργούς ρυθμούς. Συνολικά ιδωμένη η εκδοχή γεγονότων που παρέθεσε ενώπιον μας ο Μ.Κ.2 χαρακτηρίζεται, ως κρίνουμε, από συνοχή και λογική, οι δε υποβολές που του υποβλήθηκαν και τις οποίες ευθαρσώς απέρριψε, δεν κρίνονται ικανές να κλονίσουν την εκδοχή του. Ειδικότερα δεν γίνεται αποδεκτή η υποβληθείσα θέση της υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.2 εισηγήθηκε από μόνος του στους τρεις κατηγορούμενους να μεταβούν με το αυτοκίνητο του στην τράπεζα, όπου έγινε η ανάληψη των χρημάτων από μηχάνημα ΑΤΜ. Η θέση του Μ.Κ.2 ήταν από την αρχή ότι δεν όφειλε χρήματα προς τον κατηγορούμενο 3, ανεξάρτητα αν αυτή είναι ορθή ή λανθασμένη, επομένως δεν είχε λόγο από μόνος του να εισηγηθεί κάτι τέτοιο μόνο και μόνο για να έχει μάρτυρες όλους τους παρευρισκόμενους, και δη τους κατηγορούμενους 1 και 2 και το τέταρτο πρόσωπο, ως ήταν η θέση της υπεράσπισης, αφού επαρκής μαρτυρία για τέτοια πληρωμή μπορούσε πολύ εύκολα να εξασφαλιστεί με πολλούς άλλους τρόπους, υπογράφοντας κάποιο έγγραφο στο χώρο που βρίσκονταν, αν του επέτρεπαν να μεταβεί μόνος του στην τράπεζα και να επανέλθει. Εξάλλου ως μάρτυρα είχε τη σύντροφο του και δεν χρειαζόταν να επικαλεστεί ως μάρτυρες εντελώς άγνωστα προς αυτόν πρόσωπα, όπως ήταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και το τέταρτο πρόσωπο το οποίο καταζητείται. Οι εικόνες δε και η συμπεριφορά όλων των κατηγορούμενων, ως αυτή αναδύεται μέσα από το σχετικό βίντεο, απάδει προς τη θέση των κατηγορούμενων, ήτοι ότι αυτοί μαζί και το τέταρτο πρόσωπο, βρίσκονταν απλά εκεί ως μάρτυρες της πληρωμής οφειλόμενων χρημάτων από τον Μ.Κ.2 προς τον κατηγορούμενο 3, αντίθετα, γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Κ.2 ότι αυτός προκειμένου να δώσει χρόνο ώστε να ειδοποιηθεί η Αστυνομία από τη σύντροφο του, Μ.Κ.3, έκανε αναλήψεις μικρών ποσών, ως επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 2Α, και προφανώς είναι λόγω αυτής της καθυστέρησης που εκπέμπεται, μέσα από τα καταγραφόμενα στο βίντεο, ο εκνευρισμός του κατηγορούμενου
  3. Κρίνουμε δε πως αν ευσταθούσε η θέση που προώθησαν οι τρεις κατηγορούμενοι θα γίνονταν αναλήψεις μεγαλύτερων χρηματικών ποσών από τον Μ.Κ.2 και αυτός θα έδινε τα χρήματα απευθείας στον κατηγορούμενο 3, εν πάση περιπτώσει, η διαδικασία αυτή θα εξελισσόταν ομαλά χωρίς εκνευρισμούς και κυρίως χωρίς τη συγκεκριμένη στάση των κατηγορούμενων και του τέταρτου προσώπου οι οποίοι «επαγρυπνούσαν», διακριτικά βέβαια, μήπως και ο Μ.Κ.2 «δραπετεύσει» από τον έλεγχο στον οποίο εμφανώς προκύπτει ότι τον είχαν. Το γεγονός ότι μέσα από το σχετικό βίντεο δεν προκύπτουν στοιχεία σωματικής βίας ή πιο στενής επαφής αφ΄ ενός συνάδει με τα όσα ο Μ.Κ.2 κατέθεσε, και δη ότι δεν χρησιμοποιήθηκε βία εναντίον του, αφετέρου δεν ήταν αναμενόμενο να συμβεί κάτι τέτοιο αφού οι κατηγορούμενοι προφανώς είχαν επίγνωση ότι βρίσκονταν σε δημόσιο χώρο και ήταν πολύ εύκολο να γίνουν αντιληπτοί ή να προσελκύσουν τα μάτια περαστικών ή σε οτιδήποτε άλλο το οποίο θα κινητοποιούσε την Αστυνομία. Δεν αποδεχόμαστε επίσης ότι ο τρόπος που στάθμευσαν αρχικά οι κατηγορούμενοι το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 με το οποίο μετέβηκαν στο σπίτι των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, δεν ήταν τέτοιος που δεν εμπόδιζε τη διαφυγή του Μ.Κ.2 με το δικό του όχημα. Πρόκειται ως κρίνουμε για θέση των κατηγορούμενων η οποία αποσκοπούσε στην ανατροπή των στοιχείων τα οποία πρόδιδαν τις προθέσεις τους και κυρίως την αποφασιστική και απειλητική τους διάθεση ώστε να ξεκαθάριζε οπωσδήποτε η εκκρεμότητα της «απαίτησης» του κατηγορούμενου 3 και της «οφειλής» του Μ.Κ.2 προς αυτόν, παίρνοντας χρήματα από τον τελευταίο. Παρ΄ ότι δεν ηγέρθηκε ερώτημα, εκ μέρους της υπεράσπισης, πώς μπόρεσε ο Μ.Κ.2 και οδήγησε το όχημα του για να μεταβεί, με τους κατηγορούμενους και το τέταρτο πρόσωπο, στην τράπεζα, αφού αυτό παρεμποδιζόταν από τον τρόπο που στάθμευσε το όχημα του ο κατηγορούμενος 1, νωρίτερα, απασχόλησε το Δικαστήριο με την απάντηση στο ερώτημα να δίδεται, σε ανύποπτο χρόνο, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 από το συνήγορο του κατηγορούμενου 1, όταν μαρτύρησε πως ο κατηγορούμενος 1 μετακίνησε πιο κοντά στην κατοικία το αυτοκίνητο του, όταν επρόκειτο να τοποθετηθούν οι βαλίτσες του κατηγορούμενου 3 μέσα στο αυτοκίνητο. Προφανώς η εν λόγω μετακίνηση απάλλαξε το όχημα του Μ.Κ.2 από την προαναφερόμενη παρεμπόδιση. Ό,τι άλλο επίσης παρατηρείται και το οποίο κρίνουμε χρήσιμο να επισημάνουμε, σ΄ αυτό το στάδιο, είναι πως μεταξύ της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 και της Μ.Κ.3 δεν εντοπίζονται αντιφάσεις άξιες λόγου, αντίθετα, μικροδιαφορές που σχετίζονται με την εξέλιξη του περιστατικού της 12.09.2020 οφείλονται στο κλίμα ταραχής που διαμορφώθηκε υπό την παρουσία των τεσσάρων προσώπων και της συμπεριφοράς τους αλλά και στο βαθμό παρατηρητικότητας που κάθε πρόσωπο διαθέτει. Άλλωστε, ως η νομολογία υποδεικνύει, (βλέπε υπόθεση Πέτρου κ.α. ν. Αστυνομίας,
(1994)2 Α.Α.Δ. 76) επουσιώδεις αντιφάσεις επιβεβαιώνουν την απουσία προσυνεννόησης ή κατασκευής μαρτυρίας. Πριν ολοκληρώσουμε το θέμα της αξιοπιστίας του Μ.Κ.2 επιθυμούμε να σημειώσουμε πως δεν έχει διαλάθει της προσοχής μας, και δεν αγνοήσαμε τη θέση της υπεράσπισης, πως ο Μ.Κ.2 προκειμένου να γίνει πειστικός προσέφυγε σε ψεύδος όταν κατέθεσε ότι, κατά το χρόνο που βρισκόταν στο μηχάνημα της ΑΤΜ και έκανε αναλήψεις χρημάτων, ο κατηγορούμενος 3 ήταν απειλητικός και μεταξύ άλλων έσκυψε και πήρε ένα εργαλείο ή κάποιο αντικείμενο για να τον εκφοβίσει, κάτι τέτοιο όμως δεν προκύπτει από την καταγραφή του βίντεο, επί του Τεκμηρίου 6Α, καθώς επίσης κάτι τέτοιο ο Μ.Κ.2 δεν το ανέφερε κατά την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, παρά μόνο το πρόβαλε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Αξιολογήσαμε την εν λόγω θέση διαπιστώνοντας ότι όντως δεν προκύπτει μέσα από το σχετικό βίντεο πως ο κατηγορούμενος 3 πήρε στα χέρια του κάποιο εργαλείο ή αντικείμενο, ωστόσο διαβλέπουμε διάφορες κινήσεις του κατηγορούμενου 3 όπου αυτός εκφεύγει της εμβέλειας της κάμερας με το γεγονός να μην αποκλείει να πήρε κάτι στα χέρια του και να μην φαίνεται στην κάμερα, η οποία να μην είχε εύρος καταγραφής στο συγκεκριμένο σημείο που βρισκόταν ο κατηγορούμενος 3 τη δεδομένη εκείνη στιγμή. Όσον αφορά στο γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 δεν ανέφερε κάτι τέτοιο όταν έδιδε κατάθεση δεν θεωρούμε πως αποτελεί ικανό στοιχείο για κλονισμό της αξιοπιστίας του. Ο Μ.Κ.2 έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία λίγες ώρες μετά το όλο συμβάν και κρίνουμε πως μια τέτοια παράλειψη του είναι κατανοητή και δεν σχετίζεται με προσπάθεια παρουσίασης ψευδούς μαρτυρίας. Συνακόλουθα των προλεγόμενων, σε ό,τι ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε στις επίδικες κατηγορίες, κρίνουμε την εκδοχή γεγονότων που προώθησε αξιόπιστη και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Προχωρώντας στο ζήτημα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας των τριών κατηγορούμενων, αφού έχουμε διεξέλθει την εκδοχή γεγονότων που αυτοί παρέθεσαν, καταλήξαμε, για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια, ότι θα ήταν ακροσφαλές να δεχθούμε την εκδοχή τους. Διαπιστώνουμε πως αρχικά ο κατηγορούμενος 1 όταν ανακρίθηκε γραπτώς - Τεκμήριο 9 η κατάθεση του και Τεκμήριο 10 η μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα - ανέφερε πως μετέβη στο σπίτι του κατηγορούμενου 2 περπατητός μαζί με τους κατηγορούμενους 2 και 3, ωστόσο στη συνέχεια αποδέχεται πως ήταν το πρόσωπο που οδήγησε το αυτοκίνητο του με το οποίο μαζί με τον κατηγορούμενο 2 μετέβηκαν στο σπίτι του Μ.Κ.2, έχοντας μαζί τους και τον κατηγορούμενο 3 τον οποίο τυχαία, ως ισχυρίστηκαν και οι δύο τους, γνώρισαν στην πλατεία της Γεροσκήπου λίγο πριν μεταβούν στο σπίτι του Μ.Κ.
  1. Διαπιστώνουμε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 1 στην κύρια εξέταση του κατέθεσε πως όταν μαζί με τον κατηγορούμενο 2 συνάντησαν αρχικά τον κατηγορούμενο 3, στην πλατεία της Γεροσκήπου, ο τελευταίος δεν τους είχε αναφέρει οτιδήποτε για λεφτά που του όφειλε ο Μ.Κ.2, αφήνοντας να νοηθεί ότι τους ανέφερε μόνο για μετακόμιση των προσωπικών αντικειμένων του, ωστόσο εντοπίζουμε πως ο κατηγορούμενος 1 στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία έκανε ρητή αναφορά περί του θέματος, και δη ότι ο κατηγορούμενος 3 τους είπε ότι θα πήγαινε σπίτι του Μ.Κ.2 και θα έπαιρνε τα πράγματα του, αλλά και ότι θα ζητούσε να του δώσει τα χρήματα που του χρωστούσε και θα έφευγε. Πρόκειται για αντίφαση την οποία οφείλουμε να χρεώσουμε στο ζήτημα της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου
  2. Κρίνουμε δε ως κατασκεύασμα αυτό που ανάφερε ενώπιον μας ενόρκως ο κατηγορούμενος 1, ειδικότερα ότι πρώτη φορά άκουσε για χρήματα όταν βρισκόταν στο αυτοκίνητο του και αφού είχαν πάρει τα πράγματα του κατηγορούμενου 3 και ήταν έτοιμοι να φύγουν, οπότε ο κατηγορούμενος 3 τους ζήτησε να περιμένουν για λίγο, διότι ήθελε να πάρει τα χρήματα που του όφειλε ο Μ.Κ.2, και ότι είναι τότε που ο κατηγορούμενος 1 βγήκε από το αυτοκίνητο του και ρώτησε τον Μ.Κ.2 αν όφειλε χρήματα στον κατηγορούμενο 3, οπότε αυτός του απάντησε θετικά, ότι χρωστούσε €5.000,
  3. Πρόκειται δε για εκ των υστέρων σκέψεις προκειμένου να αποδειχθεί ότι υπήρχε οφειλή και πως την αποδέχθηκε ο Μ.Κ.2, ώστε να αποδεικνύεται η θέση της υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ. 2 δεν εξαναγκάστηκε από τους κατηγορούμενους για να μεταβούν όλοι μαζί στην ταμειακή μηχανή, ΑΤΜ, αλλά πήγε με τη θέληση του. Προκύπτει, άλλωστε, και το ερώτημα γιατί να εμπλακεί ο κατηγορούμενος 1 και να ρωτήσει τον Μ.Κ.2 αν όφειλε χρήματα προς τον κατηγορούμενο 3 όταν ο τελευταίος του ζήτησε απλά να περιμένει μέσα στο αυτοκίνητο που υποτίθεται ότι βρισκόταν μαζί με τον κατηγορούμενο
  4. Δεν μας έπεισε ο κατηγορούμενος 1 ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν κατά τον τρόπο που αυτός μαρτύρησε, αφού δεν υπήρχε λόγος, αυτός, ως πρόσωπο που «τυχαία» συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 3 πριν πάνε στο σπίτι του Μ.Κ.2 να ερωτά ειδικά τον Μ.Κ.2 αν όφειλε το ποσό των €5.000,00 στον κατηγορούμενο 3 και να του δίδεται καταφατική απάντηση. Σημειωτέον δε πως την ίδια εκδοχή έδωσε και ο κατηγορούμενος 2, ήτοι πως υπέβαλε και αυτός ακριβώς το ίδιο ερώτημα στον Μ.Κ.2 και ο τελευταίος του έδωσε την ίδια θετική απάντηση, ως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι 1 και
  5. Αδυνατούμε να δεχθούμε ότι ήταν λογικό να ερωτηθεί και από τους δύο, κατηγορούμενο 1 και κατηγορούμενο 2, την ίδια ουσιαστικά στιγμή για το ίδιο θέμα. Οφείλουμε να επισημάνουμε το γεγονός ότι όλοι οι κατηγορούμενοι προώθησαν τη θέση ότι βρέθηκαν τυχαία συγχρονισμένοι στο σπίτι του Μ.Κ.2 και της Μ.Κ.3 και με το τέταρτο πρόσωπο το οποίο καταζητείται. Η εν λόγω θέση προκαλεί εύλογα ερωτηματικά και έλλειψη πειστικότητας, δεδομένων των δικών τους θέσεων ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 τυχαία συνάντησαν τον κατηγορούμενο 3 αλλά και πως δεν γνωρίζονταν με το τέταρτο πρόσωπο, το οποίο δεν εντοπίστηκε εν τέλει από την Αστυνομία, και για το οποίο με πολύ προσεγμένο τρόπο όλοι οι κατηγορούμενοι τήρησαν τέτοια στάση από την αρχή που συνελήφθηκαν ώστε να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητα του. Με βεβαιότητα σχηματίσαμε την εντύπωση ότι στα επίδικα γεγονότα οι κατηγορούμενοι δεν είπαν την αλήθεια αλλά επιχείρησαν να προστατεύσουν εαυτούς αλλά και να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητα του τέταρτου προσώπου, πιθανότατα συμπατριώτη τους, που ήταν παρών κατά τα επίδικα γεγονότα και όμως διέφυγε της σύλληψης. Επιπρόσθετα προβάλλει εύλογα το ερώτημα αν όντως είναι όλως «τυχαίως» που ξανασυναντούνται όλοι τους στο σπίτι του Μ.Κ.2 και της Μ.Κ.3 και κατά τη δεύτερη φορά, στις 15.09.2020, για να παραλάβουν απλά τα χρήματα που υποσχέθηκε ο Μ.Κ.2 να δώσει στον κατηγορούμενο
  6. Διερωτώμαστε προς τι η παρουσία - συνάντηση - όλων αυτών των «αγνώστων» μεταξύ τους, χωρίς να δοθεί συγκεκριμένη ώρα από τον Μ.Κ.2, ενώ ο κατηγορούμενος 3 θα πήγαινε απλά για να παραλάβει τα χρήματα, ο δε ρόλος των κατηγορούμενων 1 και 2 αλλά και του τέταρτου προσώπου δεν ήταν πλέον αναγκαίος, μιας και η «μετακόμιση» είχε διενεργηθεί στις 12.09.
  7. Η θέση που προώθησε ο κατηγορούμενος 1, ως απάντηση στο προαναφερόμενο ερώτημα, και δη ότι το ζήτησε ο Μ.Κ.2 ώστε να υπάρχουν μάρτυρες για το υπόλοιπο της πληρωμής δεν γίνεται αποδεκτή, αφού ένα τέτοιο πολύ σημαντικό ισχυρισμό, για το λόγο της εκεί παρουσίας του, τη δεύτερη φορά, δεν πρόβαλε στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Ως κρίνουμε πρόκειται για κατασκεύασμα προκειμένου να δικαιολογηθεί η παρουσία του αλλά και των υπόλοιπων προσώπων, κατηγορούμενου 2 και τέταρτου προσώπου, στο σπίτι του Μ.Κ.
  8. Επιπρόσθετα, επαναλαμβάνουμε πως δεν θεωρούμε λογικό ο Μ.Κ.2 να ζητούσε να βρίσκονται μάρτυρες για ένα τέτοιο ζήτημα άγνωστα προς αυτόν πρόσωπα. Σε ότι έχει σχέση με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου 1 το οποίο αποτέλεσε βάση για σύγκριση με ό,τι αυτός κατέθεσε ενόρκως ενώπιον μας, σημειώνουμε πως δεν έχει διαλάθει της προσοχής μας ότι κατά την έναρξη της κυρίως εξέτασης του, ο κατηγορούμενος 1, ανέφερε πως υπήρχαν σ΄ αυτήν μικρά λάθη από τον αστυνομικό και ότι υπήρξε κάποια παραποίηση, ωστόσο αναμέναμε πως θα έδιδε κάποιες εξηγήσεις και συγκεκριμένες αναφορές, σ΄ ότι αφορά τα «λάθη» και την «παραποίηση», πλην όμως η εν λόγω αναφορά του κατηγορούμενου 1 παρέμεινε αδιευκρίνιστη, γενική και αόριστη, με αποτέλεσμα να μην είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε αλλά και να δεχθούμε πώς το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του δεν αποδόθηκε ορθά. Κατ΄ επέκταση κρίνεται πως η εν λόγω αναφορά του κατηγορούμενου 1 παρέμεινε ως μία ανεπιτυχής προσπάθεια δημιουργίας εποικοδομητικής ασάφειας, ώστε να μην δεσμεύεται από το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης το οποίο αποδείχθηκε αντιφατικό με ό,τι κατέθεσε ενόρκως. Επιπρόσθετα διαπιστώσαμε πως ο κατηγορούμενος 1 σε κρίσιμες ερωτήσεις, όπως επί παραδείγματι, γιατί βρίσκονταν όλοι τριγύρω από τον Μ.Κ.2, εντός της οικίας του τελευταίου, ως ξεκάθαρα απεικονίζονται σε φωτογραφία του Τεκμηρίου 15, δεν έδωσε σαφή απάντηση. Ομοίως και ο κατηγορούμενος 2 παρουσίασε όλως τυχαία τη συνάντηση στην πλατεία Γεροσκήπου μεταξύ αυτού και του κατηγορούμενου 1 με τον κατηγορούμενο 3, και πως σταμάτησαν για να τον χαιρετήσουν, επειδή αντιλήφθηκαν ότι ήταν συμπατριώτης τους. Ατυχής κρίνεται η προσπάθεια για απόδειξη τυχαίας συνάντησης στην πλατεία Γεροσκήπου, αφού προσπάθησε και αυτός να αποδείξει ότι εντελώς τυχαία βρέθηκαν την τελευταία στιγμή και χωρίς προσυνεννόηση, τέσσερα πρόσωπα από το Καμερούν στο σπίτι του Μ.Κ.2 και της Μ.Κ.3 απλά για να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο 3 για να μετακομίσει από εκεί, παίρνοντας τα πράγματα του. Δεν αποδεχόμαστε την εκδοχή γεγονότων που έδωσε ο κατηγορούμενος 2 και τη θέση ότι τη δεύτερη φορά μετέβηκε στο σπίτι του Μ.Κ.2 και της Μ.Κ.3 επειδή το ζήτησε ο Μ.Κ.2 ώστε να υπάρχουν μάρτυρες όταν θα έδινε τα χρήματα που ο τελευταίος όφειλε στον κατηγορούμενο
  9. Ως έχουμε ήδη προαναφέρει δεν ήταν αναμενόμενο ο Μ.Κ.2 να ζητήσει από εντελώς άγνωστα του πρόσωπα να μαρτυρήσουν για τέτοιο γεγονός, είτε για την πρώτη φορά είτε και τη δεύτερη, όταν μαζί του ήταν η σύντροφος του αλλά και όταν πολύ εύκολα μπορούσε να ετοιμάσει κάτι γραπτό για να υπογράψει ο κατηγορούμενος
  10. Προώθησε επίσης ο κατηγορούμενος 2 τη θέση πως καθ΄ όλη τη διάρκεια της παρουσίας του, στις 12.09.2020 στο σπίτι των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, δεν υπήρξε ένταση παρά μόνο καλή συζήτηση, ωστόσο σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του, κατ΄ αντίφαση, κατέθεσε ότι υπήρχε θυμός και η κατάσταση δεν ήταν ήρεμη, όπως και ο κατηγορούμενος 1 άλλωστε αποδέχθηκε, και ότι μεταξύ του κατηγορούμενου 3 και του Μ.Κ.2 υπήρχε αναστάτωση ο δε πρώτος ήταν θυμωμένος. Φανερή ήταν η προσπάθεια του κατηγορούμενου 2 επίσης να πείσει, ανεπιτυχώς βέβαια, ότι επρόκειτο για ένα καθόλα ειρηνικό και φιλήσυχο πνεύμα μέσα στο οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα της 12.09.
  11. Ανεπιτυχώς ακόμη προσπάθησε ο κατηγορούμενος 2 να δικαιολογήσει την παρουσία των τεσσάρων προσώπων γύρω από τον Μ.Κ.2, όπως απεικονίζονται σε φωτογραφία του Τεκμηρίου 15, λέγοντας ότι δεν υπήρχε ένταση παραγνωρίζοντας ότι αυτό έγινε μέσα στο σπίτι χωρίς να τους προσκαλέσει κάποιος, ενώ ταυτόχρονα, ακατανόητα, ο κατηγορούμενος 2 επέμενε πως αυτός δεν εισήλθε ποτέ στην οικία που έμεναν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
  12. Ταυτόχρονα επισημαίνουμε πως και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 πρόβαλαν τη θέση ότι ουδείς μπήκε μέσα στο σπίτι του Μ.Κ.2 παρά μόνο το τέταρτο πρόσωπο το οποίο καταζητείται, μαζί με τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος προφανώς είχε τέτοιο δικαίωμα, σε μία προσπάθεια, ως κρίνουμε, να αποποιηθούν των πράξεων τους και να τις αποδώσουν σε άλλο πρόσωπο που δεν ήταν κατηγορούμενο στη δίκη, και έτσι να μην υπάρχουν συνέπειες γι΄ αυτούς, ωστόσο οι φωτογραφίες, μέρος του Τεκμηρίου 15, τους διαψεύδουν. Δεν αποδεχόμαστε επίσης τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 ότι ο Μ.Κ.2 ανέφερε σ΄ αυτόν, ότι τα αντικείμενα, που ο κατηγορούμενος 3 μετέφερε από το δωμάτιο που έμενε, έξω στη βεράντα, ανήκαν στον κατηγορούμενο
  13. Δεν θεωρούμε λογικό να ξαναρωτά για την ιδιοκτησία των αντικειμένων όταν, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, αμέσως προηγουμένως του είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος 3 ότι του ανήκαν. Προς τι η «επιβεβαίωση»; Προφανώς ο σκοπός ήταν να αποδείξει, διά της αποδοχής του Μ.Κ.2, ότι τα αντικείμενα που πήρε από το σπίτι του ο κατηγορούμενος 3 ανήκαν στον τελευταίο. Θεωρούμε πως πρόκειται για κατασκευασμένη μαρτυρία την οποία απορρίπτουμε. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3 επίσης διαπιστώνουμε ότι η μαρτυρία του ήταν τέτοιας ποιότητας η οποία αποδυναμώνει την εκδοχή του. Ειδικότερα μας προκάλεσε αρνητική εντύπωση όταν κατέθεσε πως όταν έφτασε στο σπίτι των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 εκεί βρέθηκε και κάποιος που δεν γνώριζε, εννοώντας το τέταρτο πρόσωπο που καταζητείται. Πρόκειται για εντελώς αναληθή μαρτυρία. Το εν λόγω πρόσωπο είχε συμμετοχή στο όλο περιστατικό, ως εξήγησαν οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, και ως επίσης επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 15 αλλά και τη καταγραφή του βίντεο, όπως μεταφέρθηκε σε USB - Τεκμήριο 6Α -, συνεπώς, υπό αυτές τις περιστάσεις είναι ηλίου φαϊνότερο πως ο κατηγορούμενος 3 δεν ήθελε να αποκαλύψει τα στοιχεία του προσώπου που καταζητείται, που προφανώς ήταν γνωστό του, ωστόσο προσέφυγε στο ψέμα λέγοντας ενόρκως ενώπιον μας ότι δεν γνώριζε ποιος ήταν. Δεν αποδεχόμαστε επίσης ότι υπήρχε λόγος, εφ΄ όσον ο Μ.Κ.2 αγόραζε και πλήρωνε την αξία κάποιων αντικειμένων, να έχει στην κατοχή του τις αποδείξεις αγοράς ο κατηγορούμενος 3, διότι εκδόθηκαν εις διπλούν, ως ισχυρίστηκε, κυρίως αν ληφθεί υπόψη η θέση του ότι ο Μ.Κ.2 του έκανε δώρα προκειμένου να τον πείσει να έχουν σεξουαλική επαφή. Διατηρούμε δε σοβαρές επιφυλάξεις για τα όσα ο κατηγορούμενος 3 για πρώτη φορά παρέθεσε στο Δικαστήριο, σχετικά με ερωτική σχέση που του ζήτησε ο Μ.Κ.2 να έχουν και αυτός αποδέχθηκε. Πρόκειται ως κρίνουμε, για εκ των υστέρων σκέψεις προκειμένου να σπιλωθεί η προσωπικότητα του Μ.Κ.2 και κατ΄ επέκταση η αξιοπιστία του, ενώ ταυτόχρονα να αντιταχθεί αντίλογος στον ισχυρισμό και τη θέση της κατηγορούσας αρχής, όπως και του Μ.Κ.2, ότι τα αντικείμενα κλάπηκαν ενώ ανήκουν στον τελευταίο. Ο συσχετισμός των δώρων με τη σεξουαλική σχέση κρίνουμε πως συνιστά πολύ σοβαρή μαρτυρία και ισχυρισμό τέτοιο που αφορά στη σχέση των δύο, Μ.Κ.2 και κατηγορούμενου 3, πλην όμως μας προξενεί αρνητική εντύπωση το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3, όταν ανακρίθηκε από την Αστυνομία, μεταξύ άλλων και για κλοπή αντικειμένων που ανήκαν στον Μ.Κ.2, δεν κάνει αναφορά σε τέτοιου είδους σεξουαλική σχέση και κυρίως δεν την συνέδεσε με την παροχή ως δώρων των εν λόγω αντικειμένων. Φρονούμε πως πρόκειται για προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η κυριότητα των αντικειμένων, για τα οποία ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται, του ανήκαν, και γι΄ αυτό τα πήρε από το σπίτι του Μ.Κ.2, στις 12.09.
  14. Σημειώνουμε άλλωστε και την έλλειψη αντεξέτασης προς τον Μ.Κ.2 ή σχετική υποβολή θέσης ότι έκανε δώρο τα συγκεκριμένα αντικείμενα, στον κατηγορούμενο 3, προκειμένου ο τελευταίος να αποδέχεται σεξουαλική επαφή μαζί του. Δεν εξήγησε επίσης ο κατηγορούμενος 3 ποιος ήταν ο λόγος που ζητούσε κατά την αγορά των εν λόγω αντικειμένων απόδειξη εις διπλούν, αντίγραφα των οποίων έχει και αυτός στη φυλακή, ως ισχυρίστηκε, πλην όμως ουδέποτε παρουσίασε στο Δικαστήριο, είτε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 είτε κατά τη δική του ένορκη μαρτυρία. Δεν μας έχει πείσει τέλος ο κατηγορούμενος 3 πως ο Μ.Κ.2 ζήτησε από αυτόν αλλά και τα άλλα τρία πρόσωπα να παρευρίσκονται τη δεύτερη φορά στο σπίτι του για να είναι μάρτυρες για την πληρωμή. Προφανώς πήγαν όλοι με απλή ειδοποίηση του, αφού ήταν γνωστό πως ο Μ.Κ.2 υποσχέθηκε στην παρουσία όλων, στον κατηγορούμενο 3, ότι την Τρίτη θα του έδινε το υπόλοιπο ποσό χρημάτων, έστω και αν στο μυαλό του βέβαια ο Μ.Κ.2 είχε την καταγγελία τους στην Αστυνομία. Ως έχουμε ήδη επισημάνει οι ενέργειες όλων των κατηγορούμενων αλλά και του τέταρτου προσώπου, ως τις περιέγραψαν οι Μ.Κ.2 και 3 αλλά και ως αυτές αναδύονται μέσα από τα Τεκμήρια 6Α και 15, ως πραγματικής μαρτυρίας, απολήγουν να μην υποστηρίζουν την εκδοχή των κατηγορούμενων και τη μαρτυρία που αυτοί προώθησαν προς υποστήριξη της εκδοχής τους. Συνακόλουθα όλων των προαναφερόμενων απορρίπτουμε την εκδοχή γεγονότων που προώθησαν οι τρεις κατηγορούμενοι ως αναξιόπιστη και ως εκ τούτου δεν την αποδεχόμαστε. Ευρήματα Συνακόλουθα της πιο πάνω αξιολόγησης διαπιστώνουμε ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.2, ο παραπονούμενος, Mχχχχχ χχχχχχ Cassel, από την Αγγλία, είναι διευθυντής της εταιρείας Balance Consultants Ou, εγγεγραμμένης στην Εσθονία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της πληροφορικής και των επενδύσεων. Βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 2 χρόνια και ασκεί τις εργασίες του από το σπίτι. Περί τον Ιούνιο του 2020, διέμενε στη Λάρνακα και εκεί γνώρισε τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος κατάγεται από το Καμερούν και μιλά γαλλικά. Επειδή ο Μ.Κ.2 εκείνη την περίοδο συνεργαζόταν με κάποιον πελάτη από την Ελβετία, κάποιον Aχχχχχ, ο οποίος μιλούσε τη γαλλική γλώσσα, ζήτησε από τον κατηγορούμενο 3 να τον βοηθήσει στις εργασίες του και σε αντάλλαγμα να του παραχωρήσει στέγη και τροφή, αφού ο τελευταίος ως πολιτικός πρόσφυγας έμενε σε προσφυγικό καταυλισμό, ενώ παράλληλα να τον εκπαιδεύσει στον κόσμο των συναλλαγών. Ο κατηγορούμενος 3 αποδέχθηκε την πρόταση του και από τότε διέμενε μαζί του, σε διαμέρισμα που ο Μ.Κ.2 ενοικίαζε, στη Λάρνακα. Στις 02.08.2020 ο Μ.Κ.2 μετακόμισε σε σπίτι στη Γεροσκήπου, το οποίο ενοικίασε μαζί με τη σύντροφο του Cχχχχ, Μ.Κ.3, η οποία εν τω μεταξύ ήλθε στην Κύπρο από την Αγγλία. Στη συνέχεια στις 08.09.2020 ο Μ.Κ.2 επέτρεψε στον κατηγορούμενο 3 να διαμένει μαζί τους στη Γεροσκήπου, αφού δεν είχε κάπου αλλού να διαμένει, και ο τελευταίος να τον βοηθά στη δουλειά του. Στις 12.09.2020 ο Μ.Κ.2, μαζί με τη σύντροφο του, Cχχχχ, Μ.Κ.3, και τον κατηγορούμενο 3 μετέβηκαν στη Λάρνακα για να παραδώσουν στην ιδιοκτήτρια την κατοχή του διαμερίσματος, όπου διέμενε προηγουμένως ο Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος 3, οπότε διαπίστωσαν ότι το διαμέρισμα ήταν σε άθλια κατάσταση, με πολλές ζημιές οι οποίες έχρηζαν αποκατάστασης και για τις οποίες η ιδιοκτήτρια ζήτησε να της καταβάλουν ποσό €2.000,
  15. Προφανώς για τις εν λόγω ζημιές οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 θεώρησαν υπεύθυνο τον κατηγορούμενο 3 και για το λόγο αυτό ζήτησαν από τον τελευταίο όπως την επόμενη μέρα να εγκαταλείψει το σπίτι τους στη Γεροσκήπου, αλλά και επειδή ο τελευταίος κάπνιζε μέσα στο σπίτι και το γεγονός αυτό ενοχλούσε τη Μ.Κ.
  16. Του πρότειναν δε να διαμένει σε εξωτερικό δωμάτιο εντός του χώρου που βρίσκεται η οικία. Ο κατηγορούμενος 3 δεν αποδέχθηκε την πρόταση και έφυγε από το σπίτι λέγοντας ότι θα πήγαινε βόλτα. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, επέστρεψε με τους κατηγορούμενους 1 και 2 ενώ το τέταρτο πρόσωπο που καταζητείται έφτασε εκεί ξεχωριστά. Στάθμευσαν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής χχχχ3 το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1, με τρόπο που παρεμπόδιζαν τη μετακίνηση του αυτοκινήτου του Μ.Κ.2 και ήθελαν να μπουν μέσα στο σπίτι. Όταν ο Μ.Κ.2 ρώτησε τον κατηγορούμενο 3 γιατί έφερε μαζί του και τα άλλα πρόσωπα, ο τελευταίος του απάντησε ότι τα άλλα πρόσωπα ήλθαν για να τον βοηθήσουν στη μετακόμιση. Ο κατηγορούμενος 3 ανέβηκε πάνω στο δωμάτιο που έμενε μέχρι τότε, μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και την Μ.Κ.3, ενώ οι άλλοι δύο έμειναν κάτω μαζί με τον Μ.Κ.2 και του έλεγαν ότι θα έπρεπε να δώσει χρήματα στον κατηγορούμενο 3, που ήταν θυμωμένος, και ότι οι ίδιοι δεν θα έφεραν καμία ευθύνη για το τι θα ακολουθούσε. Εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος 3 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 κατέβηκαν από το δωμάτιο και αφού τοποθέτησαν τα πράγματα του πρώτου στο αυτοκίνητο με το οποίο είχαν μεταβεί στο χώρο, μπήκαν και οι τέσσερεις στην κουζίνα του σπιτιού. Ο κατηγορούμενος 3 ήταν νευριασμένος, ζητούσε χρήματα από τον Μ.Κ.2, απειλούσε ότι θα σκοτώσει τον Μ.Κ.2 και την Μ.Κ.3, ότι θα κάψει το σπίτι, αποκάλεσε δε την Μ.Κ.3 σκύλα. Ο Μ.Κ.2 προσπαθώντας να διαχειριστεί την κατάσταση που εξελισσόταν πρότεινε να δώσει στους κατηγορούμενους €500,
  17. Οι τέσσερις άνδρες ωστόσο με τον τρόπο τους ζήτησαν επίμονα το ποσό των €5.000,00 και τον εξανάγκασαν να μεταβεί στην τράπεζα για να δώσει όλα τα χρήματα, διαφορετικά, όπως του είπαν, δεν θα έφεραν καμία ευθύνη για το τι θα ακολουθούσε. Αυτός τους πρότεινε να πάει με την Μ.Κ.3 στην τράπεζα για να αποσύρει χρήματα και να επιστρέψει πίσω στο σπίτι και να τους τα δώσει ή ακόμα και να τον ακολουθήσουν. Και οι τέσσερεις άνδρες όμως επέμεναν να πάνε όλοι μαζί και ο ίδιος να οδηγήσει το αυτοκίνητο του. Έτσι τον έσπρωξαν και εισήλθαν όλοι στο αυτοκίνητο του, με την Μ.Κ.3 να παραμένει στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος 3 κάθισε πίσω από τον Μ.Κ.2 απειλώντας τον ότι αν έκανε οτιδήποτε ύποπτο θα τον μαχαίρωνε στο λαιμό, ενώ στη συνέχεια θα επέστρεφε στο σπίτι και θα σκότωνε και την Μ.Κ.
  18. Υπό την πίεση των απειλών αυτών, μετέβηκαν σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στη Γεροσκήπου, όπου υπήρχε ταμειακή μηχανή, ΑΤΜ. Όλοι οι κατηγορούμενοι, και το τέταρτο πρόσωπο που ήταν μαζί τους, απαιτούσαν όπως ελέγξει ο Μ.Κ.2 το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Αυτός το εκτύπωσε και μόλις το είδαν του ζήτησαν να προχωρήσει σε ανάληψη ολόκληρου του ποσού και να τους το δώσει. Επειδή ο Μ.Κ.2 πίστευε ότι εν τω μεταξύ η Μ.Κ.3 θα ειδοποιούσε την Αστυνομία προσπαθούσε να τους καθυστερήσει και για το λόγο αυτό έκανε μικρές αναλήψεις, ύψους €110,00, την κάθε φορά και τα έδινε στον κατηγορούμενο 2 και τα μετρούσε. Προχώρησε ο Μ.Κ.2 σε ανάληψη του συνολικού ποσού των €1.260,00, όμως ο κατηγορούμενος 3, ζητούσε και άλλα χρήματα μέχρι να συμπληρωθεί ποσό €5.000,
  19. Αφού ο Μ.Κ.2 του εξήγησε ότι δεν μπορούσε να αποσύρει άλλα χρήματα εκείνη τη μέρα, επέστρεψαν όλοι στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος 3 ωστόσο συνέχισε να απαιτεί περισσότερα χρήματα μέχρι να συμπληρωθεί το ποσό των €5.000,00, εκφράζοντας και πάλι απειλές λέγοντας ότι σε περίπτωση που δεν του έδιδε και τα υπόλοιπα θα σκότωνε τον ίδιο και την Μ.Κ.3, θα έκαιγε το σπίτι και θα μιλούσε με τον πελάτη του παραπονούμενου, τον Aχχχχχχ από την Ελβετία για να λάβει χρήματα. Ο Μ.Κ.2 προσπαθούσε να τον ηρεμήσει και τελικά ο κατηγορούμενος 3 έφυγε μαζί με τους κατηγορούμενους 1 και 2 και το τέταρτο πρόσωπο που καταζητείται, λέγοντας του ότι θα επέστρεφε την Τρίτη για να εισπράξει και τα υπόλοιπα χρήματα, απειλώντας και πάλι ότι σε περίπτωση που δεν θα του τα έδινε τα χρήματα θα τον σκότωνε, όπως και την Μ.Κ.
  20. Σύμφωνα δε με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.3, επειδή ο κατηγορούμενος 3 φώναζε από την αρχή, η Μ.Κ.3 βγήκε έξω από το σπίτι, και μίλησε με τα άλλα άτομα τα οποία της είπαν να μην ανησυχεί και ότι θα κρατούσαν τον κατηγορούμενο 3 ήσυχο. Ο κατηγορούμενος 3 μαζί με τον κατηγορούμενο 1, ανέβηκαν πάνω στο δωμάτιο του πρώτου, έπιασαν τα πράγματα του και τα τοποθέτησαν έξω. Μετά μπήκαν όλοι μέσα στο σπίτι και πήραν ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή και μια οθόνη που ανήκαν στο σύντροφο της. Τότε η ίδια άρχισε να φωνάζει λέγοντας τους ότι ήταν δικά τους και τους ζητούσε να εγκαταλείψουν το σπίτι. Μετά από προτροπή του συντρόφου της ανέβηκε πάνω και τηλεφώνησε στην Αστυνομία ζητώντας βοήθεια. Όταν στη συνέχεια κατέβηκε, ο κατηγορούμενος 3 την αποκάλεσε σκύλα και της είπε ότι, αν δεν του έδινε όλα αυτά που θεωρούσε δικά του, θα την σκότωνε, ταυτόχρονα, φώναζε και ζητούσε χρήματα απειλώντας ότι θα τους σκοτώσει και θα κάψει το σπίτι. Οι υπόλοιποι που τον συνόδευαν έλεγαν σ΄ αυτήν και το σύντροφο της να κάνουν ότι ζητούσε ο κατηγορούμενος 3, και να του δώσουν τα χρήματα, διαφορετικά οι ίδιοι δεν θα ευθύνονταν για τις πράξεις του. Ο σύντροφος της τους είπε να επιστρέψουν την Τρίτη το πρωί για να του δώσει και τα υπόλοιπα χρήματα. Παρόλο που ο κατηγορούμενος 3 συνέχισε να φωνάζει και να απειλεί, τελικά δέχτηκε και έφυγαν από το σπίτι τους. Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι μαζί με το τέταρτο πρόσωπο, δεν απείλησαν ευθέως την Μ.Κ.3, η παρουσία τους όμως στο χώρο ήταν απειλητική παρόλο που σε κάποιες περιπτώσεις έλεγαν στην Μ.Κ.3 να ηρεμήσει. Ο δε κατηγορούμενος 2 της έλεγε ότι στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος 3 δεν πάρει άλλα χρήματα, τότε αυτός δεν θα μπορεί να ελέγξει τις πράξεις του τελευταίου έναντι της. Ο κατηγορούμενος 1, δεν ήταν σε τόσο βαθμό απειλητικός έναντι της. Ως αποτέλεσμα των όσων τρομακτικών η Μ.Κ.3 βίωσε, για μήνες έβλεπε εφιάλτες, φοβόταν να μείνει στο σπίτι χωρίς να είναι κλειδωμένες όλες οι πόρτες και χωρίς να υπάρχουν κάμερες ασφαλείας. Όταν οι κατηγορούμενοι αποχώρησαν από το σπίτι των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 πήραν μαζί τους, μεταξύ άλλων αντικειμένων, μια οθόνη υπολογιστή μάρκας Samsung αξίας €250,00, τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή που ο παραπονούμενος είχε παραχωρήσει στον κατηγορούμενο 3 για να χρησιμοποιεί, μάρκας Lenovo αξίας περίπου €500,00, ένα ζευγάρι ακουστικά μάρκας Corsair αξίας €250,00, ένα ηλεκτρικό σκούτερ αξίας €600,00, και έναν εκτυπωτή μάρκας ΗΡ μοντέλο 135 W αξίας €400,00 περίπου. Τα προαναφερόμενα περιγραφόμενα αντικείμενα ανήκαν στον Μ.Κ.2 τα οποία αυτός είχε αγοράσει και πληρώσει για την αξία τους, ως επιβεβαιώνεται από τις σχετικές αποδείξεις που παρουσίασε - Τεκμήριο
  21. Το όλο επεισόδιο διήρκησε περί τις δύο ώρες, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου που ο Μ.Κ.2 μαζί με τους κατηγορούμενους και το τέταρτο πρόσωπο μετέβηκαν στην τράπεζα όταν έγινε ανάληψη χρημάτων μέσω ταμειακής μηχανής, ΑΤΜ. Ακολούθως του προαναφερόμενου περιστατικού, το οποίο έλαβε χώρα στις 12.09.2020, ο Μ.Κ.2, παραπονούμενος, προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. Μετά από καθοδήγηση της και όταν οι τρεις κατηγορούμενοι και το πρόσωπο που καταζητείται, μετέβηκαν την Τρίτη, 15.09.2020, στο σπίτι του για να εισπράξουν το υπόλοιπο ποσό των χρημάτων που ο κατηγορούμενος 3 απαιτούσε, ο Μ.Κ.2 τους είπε ότι η Μ.Κ.3 δεν ήταν στο σπίτι γιατί είχε μεταβεί στην τράπεζα για να φέρει τα χρήματα. Τηλεφώνησε στην Μ.Κ.3 προφασιζόμενος ότι θα μάθαινε που βρισκόταν οπότε αυτή με τη σειρά της ειδοποίησε την Αστυνομία για την άφιξη των κατηγορούμενων στο σπίτι τους. Αποτέλεσμα ήταν η έλευση της Αστυνομίας στο σπίτι που ενοικίαζαν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, ιδιοκτησίας της Μ.Κ.4, και τη σύλληψη των κατηγορούμενων 1 και 2, με τη διαφυγή όμως του τέταρτου προσώπου το οποίο δεν εντοπίστηκε. Ο κατηγορούμενος 3 συνελήφθηκε μεταγενέστερα στις 23.09.
  22. Οι κινήσεις και ενέργειες του Μ.Κ.2 και των τριών κατηγορούμενων, αλλά και του προσώπου που καταζητείται, κατά το χρόνο που μετέβηκαν για ανάληψη χρημάτων από ταμειακή μηχανή, ΑΤΜ, καταγράφηκαν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Τράπεζας Κύπρου σε κατάστημα της στη Γεροσκήπου, όπου μετέβηκαν, και από το οποίο η Αστυνομία εξασφάλισε και μετέφερε από δίσκο - Τεκμήριο 7 - σε USB - Τεκμήριο 6Α - το οποίο προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Η παρούσα υπόθεση, ούσα ποινικής φύσεως, μας επιβάλλει την υπενθύμιση πως το βάρος απόδειξης κάθε συστατικού στοιχείου των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποχρεούται να αποδείξει την ενοχή των κατηγορούμενων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Έχοντας υπόψη τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι κρίνουμε ορθό όπως στη συνέχεια προβούμε σε παραπομπή επί των σχετικών νομικών διατάξεων, που προνοούν περί των εν λόγω αδικημάτων, καθώς και επί σχετικής νομολογίας η οποία τις έχει ερμηνεύσει, όπως επίσης επί των άρθρων 20 και 21 του Κεφ. 154 στα οποία στηρίζεται η κατηγορούσα αρχή. Αναφορικά με το αδίκημα της συνομωσίας το άρθρο 371 του Κεφ. 154 προβλέπει τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633 το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Είναι δε χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτό που έχει συμφωνηθεί. Επισημάνθηκε, στην πιο πάνω υπόθεση, ότι η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea). Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια, είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα οφείλει να αποδεικνύει την πρόθεση - ένοχη διάνοια - καθενός των συνωμοτών να εκτελέσουν τον παράνομο σκοπό. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι η πρόθεση συνήθως δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα αποδειχθέντα γεγονότα. H συμφωνία συνεπώς σπανίως αποδεικνύεται μέσω άμεσης μαρτυρίας (direct evidence) αλλά, συνήθως, με την εξαγωγή ευλόγων συμπερασμάτων από τη συντονισμένη δράση (concerted action)- είτε αυτή συνίσταται σε πράξεις (acts), είτε σε δηλώσεις (declarations) - των κατηγορουμένων. Επισημαίνεται ότι το αδίκημα συνίσταται στην εξυπακουόμενη προηγούμενη συμφωνία (inferred anterior agreement) η δε συντονισμένη δράση (concerted action) συνιστά μαρτυρία για την απόδειξη του αδικήματος της συνωμοσίας. Σε αρμονία με τα προλεχθέντα κρίνουμε ότι βρίσκονται και τα όσα σχετικά αναφέρονται στο σύγγραμμα Prosecution and Defence of Criminal Conspiracy Cases του Paul Marcus, και δη ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι υπήρξε συνάντηση και ρητή συμφωνία αφού αρκεί το συμπέρασμα περί συναντίληψης των συνωμοτών. Παραπέμπουμε στο πιο κάτω σχετικό απόσπασμα, από την υποσημείωση 5 στην παράγραφο 2.051, σελ. 2-23 του πιο πάνω συγγράμματος όπου αναφέρεται πως: "In proving the agreement it is not necessary to show that the parties met and actually agreed to undertake an unlawful act or that they previously arranged a detailed plan. Generally a conspiracy can only be established by circumstantial evidence because the essence of a conspiracy - the unlawful design - can usually be proved only by the establishment of independent facts, bearing more or less closely upon the common design. Thus, a conspiracy may be proved by indirect evidence and inferences justified by the circumstances". Σχετικά με όλα τα πιο πάνω είναι και το πάρα κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice
(2016)παράγραφοι 33-14, όπου διαβάζουμε: Proving the agreement 33-14 The agreement may be proved in the usual way or by proving circumstances from which the jury may presume it: . . . .. Proof of the existence of a conspiracy is generally a "matter of inference, deduced from certain criminal acts of the parties accused, done in pursuance of an apparent criminal purpose in common between them» Τέλος, επί του ζητήματος της συνωμοσίας, παραπέμπουμε στην υπόθεση Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ, 221, όπου αναφέρθηκε πως η ουσία της συνομωσίας έγκειται στη συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, και ταξινομείται δε ως ένα από τα θεωρούμενα ανεκδήλωτα αδικήματα στο Κοινοδίκαιο (inchoate offences) εφ' όσον οι συνωμότες τιμωρούνται για ενέργειες χωρίς να διαπράξουν το καθ' αυτό ουσιαστικό αδίκημα. Το άρθρο 91A του Κεφ. 154 προβλέπει το αδίκημα της πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας και προνοεί ότι: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Το άρθρο 247 του Κεφ. 154 προβλέπει το αδίκημα της απαγωγής και προνοεί ότι: «
  1. Όποιος µε βία εξαναγκάζει ή µε οποιαδήποτε απατηλά µέσα παρακινεί άλλο να φύγει από κάποιο τόπο, θεωρείται ότι απαγάγει το εν λόγω πρόσωπο.» Το άρθρο 250 του Κεφ. 154 προβλέπει το αδίκημα της απαγωγής με σκοπό την πρόκληση κρυφού και άδικου περιορισμού και προνοεί ότι: «
  2. Όποιος αρπάζει ή απαγάγει άλλο, µε σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισµό αυτού, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.» Αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής το άρθρο 255 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «255.—
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται µε δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόµιµα, αν είναι θεµατοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, µε δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαµβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
  1. i)µε τέχνασµα· (
  2. ii)µε εκφοβισµό· (iii) µε συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώµενου αποκτήθηκε µε τέτοιο τρόπο· (
  3. iv)µε ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης µπορεί να ανακαλυφθεί µε εύλογα διαβήµατα· (β) ο όρος "αποκοµίζει" περιλαµβάνει κάθε µετακίνηση οποιουδήποτε πράγµατος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειµένου όµως για πράγµα προσαρτηµένο, µόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαµβάνει και τον ιδιοκτήτη µέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγµατος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείµενο κλοπής.
(3)∆ύναται να είναι αντικείµενο κλοπής κάθε πράγµα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειµένου όµως για πράγµα προσκολληµένο σε ακίνητο µετά το διαχωρισµό του από τέτοιο ακίνητο.» Το άρθρο 280 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «
  1. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, µε σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήµατος που τιµωρείται σύµφωνα µε τον Κώδικα αυτό ή µε οποιοδήποτε άλλο νόµο που ισχύει στη ∆ηµοκρατία ή µε σκοπό εκφοβισµού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας· ή όποιος, αφού εισέρθει νόµιµα σε τέτοια περιουσία, παραµένει σε αυτή παράνοµα, µε σκοπό εκφοβισµού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή µε σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήµατος που τιµωρείται σύµφωνα µε τον Κώδικα αυτό ή µε οποιοδήποτε άλλο νόµο που ισχύει στη ∆ηµοκρατία, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Αναφορικά με το αδίκημα της ληστείας το άρθρο 282 του Κεφ. 154 προνοεί πως: «
  2. Όποιος κλέβει κάτι και κατά ή αµέσως πριν ή αµέσως µετά το χρόνο της κλοπής, χρησιµοποιεί ή απειλεί να χρησιµοποιήσει πραγµατική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας, µε σκοπό απόκτησης ή κατακράτησης εκείνου που εκλάπηκε ή µε σκοπό αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού, είναι ένοχος του κακουργήµατος της ληστείας.» Αναφορικά με το αδίκημα της απειλής το άρθρο 290 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «
  3. Όποιος µε σκοπό κλοπής πολύτιµου πράγµατος απαιτεί αυτό από άλλο, µε απειλές ή βία, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Αναφορικά με το αδίκημα της αποκόμισης παράνομα περιουσιακού οφέλους το άρθρο 290Α του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «290Α.—
(1)Πρόσωπο το οποίο µε σκοπό να αποκοµίσει ο ίδιος ή άλλος παράνοµο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον, µε βία ή µε απειλή, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζηµιά στην περιουσία του εξαναγκαζοµένου ή άλλου προσώπου, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δεκατέσσερα
(14)έτη.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκηµα κατά παράβαση του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη.» Το άρθρο 20 του Κεφ. 154, προνοεί ότι:
  1. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκηµα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συµµετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύµφωνα µε τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγµατι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκηµα· (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι µε σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήµατος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος· (δ) εκείνος που συµβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήµατος Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήµατος είτε σε ποινικό αδίκηµα της παροχής συµβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήµατος. Καταδίκη για το αδίκηµα της παροχής συµβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήµατος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήµατος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκηµα, είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. ∆ύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. Το άρθρο 21 του Κεφ. 154, προνοεί ότι:
  2. Αν δύο ή περισσότεροι διαµορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνοµου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτεί ποινικό αδίκηµα τέτοιας φύσης, ώστε η διάπραξη του να ήταν πιθανή συνεπεία της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκηµα. Συμπεράσματα Με υπόβαθρο τα ευρήματα επί των πραγματικών γεγονότων και την προαναφερθείσα νομική πτυχή έχουμε καταλήξει στα πιο κάτω συμπεράσματα: Κρίνεται κατ΄ αρχήν πως το κλίμα που διαμορφώθηκε στις 12.09.2020 στο σπίτι του Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, ήταν τέτοιο που με τον πλέον αποφασιστικό και επιτακτικό τρόπο ήταν προαποφασισμένο από τον κατηγορούμενο 3, με τους κατηγορούμενους 1 και 2 να ταυτίζονται στην πορεία μαζί του, να αντιμετωπισθεί ο Μ.Κ.2 με τέτοιο τρόπο ώστε να εισπραχθούν τα χρήματα που ο κατηγορούμενος 3 πίστευε ότι του όφειλε και ο τελευταίος να φύγει πλήρως ικανοποιημένος, ως αντιλαμβανόμαστε ως προς το θέμα της απαίτησης του από την όποια συνεργασία που είχε με τον Μ.Κ.2, μιας και πλέον είχε αποφασίσει να διακόψει κάθε επαφή μαζί του, μετά που του ζητήθηκε από τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 να εγκαταλείψει το δωμάτιο εντός του σπιτιού όπου διέμενε μαζί τους, γεγονός που δεν αποδέχθηκε αλλά ούτε και να διαμένει σε άλλο δωμάτιο, εξωτερικά του σπιτιού, που προφανώς ήταν κατώτερης ποιότητας. Ως αποτέλεσμα υπήρξε κλίμα εκφοβισμού μέσω απειλών, εκνευρισμού και θυμού εκ μέρους του κατηγορούμενου
  3. Φεύγοντας ο κατηγορούμενος 3 προέβη σε απειλές προς την Μ.Κ.3 όταν αυτή εναντιώθηκε στην μετακόμιση και των αντικειμένων που δεν του ανήκαν. Εισερχόμενοι πλέον στη διαδικασία εξέτασης κατά πόσο αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλες ή κάποιες από τις επίδικες κατηγορίες, καταλήγουμε στα ακόλουθα συμπεράσματα: Σ΄ ότι αφορά τις κατηγορίες 1 και 7, οι οποίες αφορούν στα αδικήματα των συνωμοσιών, κρίνουμε πως δεν αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δεδομένων και των ευρημάτων μας, αφού δεν προκύπτει, και δεν τεκμηριώνεται μέσα από τη μαρτυρία, ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν να διαπράξουν τα αδικήματα των κατηγοριών 2-6 και 8-
  4. Επιπλέον στη βάση των ευρημάτων ότι οι τρεις κατηγορούμενοι απειλώντας τον Μ.Κ.2 για χρήση πραγματικής βίας, πριν την ανάληψη χρημάτων από την τράπεζα μέσω της ταμειακής μηχανής, ΑΤΜ, παίρνοντας το ποσό των €1.260,00 χωρίς τη θέληση του, κάτω από τις συνθήκες που αυτός παρέδωσε τα χρήματα, κρίνουμε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι, έχοντας υπόψη, για τους κατηγορούμενους 1 και 2, τις πρόνοιες του άρθρου 20 του Κεφ. 154, διέπραξαν το αδίκημα της ληστείας, ήτοι την κατηγορία 2, σε σχέση όμως μόνο για το χρηματικό ποσό για το οποίο έγινε χρήση απειλών εκ μέρους όλων και όχι για τα υπόλοιπα αντικείμενα των λεπτομερειών της εν λόγω κατηγορίας, ως προς τους κατηγορούμενους 1 και 2, αφού για την αφαίρεση τους δεν προέκυψαν στοιχεία μαρτυρίας εναντίον τους ότι χρησιμοποίησαν αυτοί απειλές. Αντίθετα έχουμε απειλή εκ μέρους του κατηγορούμενου 3 προς την Μ.Κ.3 όταν αυτή εναντιώθηκε στην αφαίρεση των αντικειμένων. Επιθυμούμε δε να επισημάνουμε ότι, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, σε ό,τι σχετίζεται με το ποσό των €1.260,00, ακόμη και αν υπήρχε γνήσια, ξεκαθαρισμένη, απαίτηση του κατηγορούμενου 3 εναντίον του Μ.Κ.2, το γεγονός αυτό δεν δικαιολογούσε ή καθιστούσε νόμιμη τη συμπεριφορά των κατηγορούμενων, αφού χρησιμοποιήθηκαν παράνομα μέσα. Στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 A.Α.Δ. 400, δόθηκε, per Curiam, το πνεύμα της διεκδίκησης και άσκησης δικαιωμάτων, υποδεικνύοντας ότι επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας και πως δεν είναι επιτρεπτή η χρήση παράνομων μέσων. Επιπλέον στη βάση των ευρημάτων μας και των αμέσως προλεχθέντων κρίνουμε ότι στοιχειοθετήθηκε και η κατηγορία 3, της εκβίασης, αφού με απειλές και συνεπώς παράνομο τρόπο οι κατηγορούμενοι εκβίασαν τον Μ.Κ.2 να τους δώσει το ποσό των €1.260,00 όχι όμως για τα υπόλοιπα αντικείμενα εκ μέρους των κατηγορούμενων 1 και
  1. Περαιτέρω έχοντας κατά νου τα ευρήματα και ειδικότερα ότι οι τρεις κατηγορούμενοι εξανάγκασαν, με τη χρήση βίας, σπρώχνοντας τον Μ.Κ.2 να εισέλθει στο αυτοκίνητο του και με τη συνοδεία τους, τον απομάκρυναν από την οικία του, υπό το κράτος απειλών να μην κάνει κάτι το ύποπτο αλλιώς θα τον μαχαίρωνε ο κατηγορούμενος 3, κρίνουμε ότι διέπραξαν όλοι τους το αδίκημα της κατηγορίας 4, ήτοι την απαγωγή με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του, αφού τον περιόρισαν χωρίς νόμιμο έρεισμα και ως εκ τούτου, ο εν λόγω περιορισμός ήταν άδικος. Ομοίως με βάση τα ευρήματα μας, μέσα από τα οποία προκύπτει ότι, απαιτήθηκαν χρήματα με την απειλή, ότι αν ο Μ.Κ.2 έκανε οτιδήποτε το ύποπτο, κατά την πορεία προς την Τράπεζα, στη Γεροσκήπου, οδηγώντας το αυτοκίνητο του, θα τον μαχαίρωνε ο κατηγορούμενος 3 στο λαιμό, κρίνουμε ότι στοιχειοθετήθηκε το αδίκημα της κατηγορίας 5, ήτοι της απαίτησης περιουσίας με απειλή με σκοπό την κλοπή των χρημάτων. Σημειώνουμε ωστόσο εκ νέου πως δεν προκύπτει ότι χρησιμοποιήθηκαν απειλές για την κλοπή των υπόλοιπων αντικειμένων που περιγράφονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 5 εκ μέρους των κατηγορούμενων 1 και
  2. Επομένως η στοιχειοθέτηση της εν λόγω κατηγορίας για όλους τους κατηγορούμενους αφορά μόνο στα χρήματα, ήτοι το ποσό των €1.260,00, και δεν περιλαμβάνει τα υπόλοιπα αντικείιμενα ως προς τους κατηγορούμενους 1 και
  3. Περιπλέον έχοντας υπόψη μας τα ευρήματα ότι οι τρεις κατηγορούμενοι μετέφεραν, εντός του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου 1, ο καθένας με τη συνδρομή του, τα αντικείμενα που ανήκαν στον Μ.Κ.2, χωρίς όμως ο κατηγορούμενος 3 να τελεί υπό καλή πίστη αφού γνώριζε πως δεν του ανήκαν, διότι δεν είχαν αγοραστεί από αυτόν, καθώς και ότι δεν του είχαν δωρηθεί, ως ισχυρίστηκε πλην όμως η εκδοχή του απορρίφθηκε, ως εκ τούτου στοιχειοθετήθηκε η κατηγορία 6 που αφορά στο αδίκημα της κλοπής εναντίον του κατηγορούμενου
  4. Κρίνουμε ταυτόχρονα πως η εν λόγω κατηγορία δεν στοιχειοθετείται εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2 αφού δεν τεκμηριώθηκε ενώπιον μας, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι αυτοί γνώριζαν ότι όντως τα εν λόγω αντικείμενα δεν του ανήκαν, παρ΄ ότι υπάκουσαν στις οδηγίες του να τα μεταφέρουν εντός του οχήματος που θα γινόταν η μετακόμιση. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία
  5. Με βάση δε τα ευρήματα μας ότι ο κατηγορούμενος 3 απείλησε τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ότι θα τους σκότωνε, και ότι θα κάψουν το σπίτι στο οποίο διέμενε, και τούτο στην παρουσία των κατηγορούμενων 1 και 2, οι οποίοι συνέδραμαν δηλώνοντας στους παραπονούμενους να κάνουν ότι ζητήσει ο κατηγορούμενος 3 αλλιώς δεν θα ευθύνονται για τις πράξεις του, αλλά και γενικότερα με την είσοδο τους εντός του σπιτιού χωρίς να είχαν τέτοιο δικαίωμα, προκαλώντας τρόπο και ανησυχία, κρίνουμε ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα αδικήματα των κατηγοριών 8 και 9, ήτοι της απειλής. Τέλος με βάση τα ευρήματα μας ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 εισήλθαν εντός της οικίας που οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ενοικίαζαν χωρίς να είχαν τέτοιο δικαίωμα, και υπό τη συμπεριφορά τους ως την έχουμε διατυπώσει στα ευρήματα μας, κρίνουμε ότι διέπραξαν το αδίκημα της κατηγορίας
  6. Ίσως εκ του περισσού, διατυπώνουμε το αυτονόητο συμπέρασμα μας πως η αποδεκτή μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 περί του καλού χαρακτήρα των κατηγορούμενων 1 και 2 ουδόλως ήταν ικανή να επηρεάσει τα ευρήματα και προαναφερόμενα συμπεράσματα μας. Συνακόλουθα όλων των προλεγόμενων, όλοι οι κατηγορούμενοι, υπό το διαχωρισμό που έχουμε προβεί, κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 2, 3, 4, 5, 8 και 9 καθώς επίσης ο κατηγορούμενος 3 κρίνεται ένοχος και στην κατηγορία
  7. Επιπρόσθετα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι και στην κατηγορία
  8. Όλοι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες 1 και
  9. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία
  10. (Υπ)................. Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. (Υπ)................. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. (Υπ)................. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.