Δημοκρατία ν. ACHRAF, Αρ. Υπόθεσης: 1957/20, 21/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2021:10 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1957/20 Δημοκρατία v.
- XXXXX ACHRAF
- XXXXXXXX ΙΩΣΗΦ
- XXXXXXXXX ΙΩΣΗΦ
- XXXXX ΚΑΥΕD Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 21.09.2021 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία : κ. Α. Χατζηκύρου με κα Μ. Γεωργίου (ασκούμενη δικηγόρος) Για Κατηγορούμενους 1 και 4 : κ. Η. Σατολιάς Κατηγορούμενοι 1 και 4 παρόντες ΠΟΙΝΗ Εναντίον των κατηγορούμενων 2 και 3 διακόπηκαν όλες οι κατηγορίες που αντιμετώπιζαν όπως και η τρίτη κατηγορία εναντίον των κατηγορούμενων 1 και
- Ταυτόχρονα οι κατηγορούμενοι 1 και 4 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κατηγορίες 1 και 2, ήτοι για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 και για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 228(α) του Κεφ.154, ήτοι για πράξεις που σκοπεύουν σε πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των δύο αδικημάτων, όπως αυτές παρατίθενται στην κατηγορία 1, οι κατηγορούμενοι 1 και 4 την 02.03.2020, στην Πάφο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή το αδίκημα που αναφέρεται στην κατηγορία 2, ήτοι το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 228(α) του Κεφ. 154, ενώ σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 2, την 02.03.2020, στην Πάφο, με σκοπό την παραμόρφωση και πρόκληση αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης στον Exxxxxx Axxxx Ixxxx Kxxxxx από την Αίγυπτο του προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη. Τα γεγονότα που συνθέτουν τις πιο πάνω κατηγορίες, εκτέθηκαν ενώπιον μας από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής τα οποία έχουν ως παρατίθενται, αυτούσια, στη συνέχεια: «
- Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων και επιπλέον τα ακόλουθα:
- Οι κατηγορούμενοι έχουν την εξής οικογενειακή σχέση: ο 1ος κατηγορούμενος είναι σύζυγος της πρώην κατηγορούμενης 2 και αδερφός του 4ου κατηγορούμενου. Η πρώην κατηγορούμενη 2 είναι αδελφή της πρώην κατηγορούμενης
- Ο παραπονούμενος είναι αιτητής πολιτικού ασύλου, ο οποίος εργαζόταν σε χωράφια, που ανήκουν σε ιδιοκτήτη φρουταρίας στην περιοχή Αχέλειας. Την 02/03/2020, ο παραπονούμενος οδηγώντας μονοκάμπινο όχημα, κατευθυνόταν από τα χωράφια του εργοδότη του, μαζί με δύο κοπέλες από τις Φιλιππίνες, προς την φρουταρία.
- Η πρώην κατηγορούμενη 2 οδηγούσε το όχημά της, με ίδια κατεύθυνση με το όχημα του παραπονούμενου και ευρισκόταν πίσω από αυτό, με συνοδηγό την πρώην κατηγορούμενη
- Η πρώην κατηγορούμενη 2 θεώρησε ότι ο παραπονούμενος της έκανε άσεμνη χειρονομία κατά τη στιγμή που αυτός έστριβε το όχημά του για να κατευθυνθεί από τον κύριο δρόμο προς την φρουταρία, η οποία έχει μέτωπο προς τον κύριο δρόμο (παλαιός δρόμος Πάφου- Λεμεσού). Ο παραπονούμενος αρνείται ότι έκανε τέτοια χειρονομία, από τη στιγμή που είχε και δύο κοπέλες μαζί του στο όχημα που οδηγούσε.
- Η πρώην κατηγορούμενη 2 σταμάτησε το όχημα, κατέβηκε κάτω και ζητούσε εξηγήσεις από τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος αρνιόταν τους ισχυρισμούς της πρώην κατηγορούμενης
- Η πρώην κατηγορούμενη 2 τηλεφώνησε του κατηγορούμενου 1 και του ανέφερε ότι ο παραπονούμενος της έκανε διάφορες χειρονομίες, σεξουαλικού περιεχομένου (έβγαλε τη γλώσσα του έξω με σεξουαλικό υπονοούμενο).
- Ο κατηγορούμενος 1 κατέφθασε στο μέρος με τον κατηγορούμενο 4 και κατευθείαν επιτέθηκαν στον παραπονούμενο, κτυπώντας τον σε διάφορα μέρη του σώματός του. Ο παραπονούμενος προς στιγμήν ξέφυγε και κατευθύνθηκε προς το μονοκάμπινο που οδηγούσε και πήρε στο κάθε χέρι από ένα πριόνι για σκοπούς άμυνας. Οι κατηγορούμενοι 1 και 4 παίρνοντας, μία αλουμινένια σκάλα και ένα σκουπόξυλο αντίστοιχα, κτύπησαν τον παραπονούμενο στο κεφάλι. Ακολούθως, οι κατηγορούμενοι και οι πρώην κατηγορούμενες εγκατέλειψαν τον χώρο της φρουταρίας (αυτά φαίνονται σε DVD του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης της φρουταρίας).
- Ο παραπονούμενος από τα κτυπήματα υπέστη συμπιεστικό κάταγμα κρανίου και υποσκληρίδιο αιμάτωμα. Επίσης, η κατάστασή του κρίθηκε σοβαρή και κρατήθηκε για νοσηλεία στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Μετά την πάροδο κάποιων ημερών νοσηλείας, η υγεία του παραπονούμενου αποκαταστάθηκε.
- Οι κατηγορούμενοι 1 και 4 δεν έχουν προηγούμενες καταδίκες.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, παρέθεσε και ανέπτυξε ενώπιον μας τους μετριαστικούς παράγοντες, που περιβάλλουν την υπόθεση, προερχόμενοι κυρίως από τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων και την μετέπειτα συμπεριφορά τους. Προωθήθηκαν συγκεκριμένα, κατά την αγόρευση, ως μετριαστικοί παράγοντες, η παραδοχή και μεταμέλεια των κατηγορούμενων, το λευκό τους ποινικό μητρώο, oi απολογίες τους καθώς και η συνεργασία τους με την αστυνομία αλλά και η συμφιλίωση που επήλθε μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενων. Τέλος τονίστηκαν οι προσωπικές τους συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν την εξατομίκευση της ποινής, ως ήταν η εισήγηση. Αναμφίβολα τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι είναι πολύ σοβαρά, συνιστούν κακουργήματα και είναι από τα σοβαρότερα που κωδικοποιεί το Κεφ. 154, τούτο άλλωστε εξάγεται από τις προβλεπόμενες ποινές στο νόμο, ήτοι ποινή φυλάκισης επτά ετών για το αδίκημα της συνωμοσίας (κατηγορία 1) και ποινής φυλάκισης διά βίου για το αδίκημα των πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 2). Το νομοθετικά ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής αποτελεί τη βάση την οποία το Δικαστήριο οφείλει να έχει ως αφετηρία, για την έναρξη της διαδικασίας επιμέτρησης της ποινής (βλέπε ενδεικτικά ως σχετικές τις υποθέσεις Ghafari ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166). Τα γεγονότα κάθε υπόθεσης, ως είναι εύλογο, επίσης καθορίζουν τη σοβαρότητα της. Έχουμε συνεπώς κατά νου, ως γενική αρχή, πως τα γεγονότα κάθε υπόθεσης είναι δυνατό να επηρεάσουν τη σοβαρότητα ενός αδικήματος, είτε προς το σοβαρότερο είτε και προς το ελαφρύτερο. Το απαύγασμα και το νόημα των ανωτέρω διατυπώνεται πολύ εύστοχα στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε ότι: «Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξη του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» Οι επιπτώσεις στην υγεία του θύματος προφανώς επίσης αποτελούν παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας ενός αδικήματος. Σχετικό απόσπασμα παρατίθεται στη συνέχεια από την υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 το οποίο έχει ως ακολούθως: «Τα αποτελέσματα της βίας και της εγκληματικής δράσης, γενικά, σχετίζονται άμεσα με τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου εγκλήματος. Οι συνέπειες εγκλήματος βίας στο θύμα άπτονται άμεσα αυτού τούτου του εγκλήματος και συνιστούν μια από τις παραμέτρους, που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του. Μόνο όπου οι συνέπειες, που επιφέρει το έγκλημα στον παραπονούμενο, δεν είναι προβλεπτές, μειώνεται η σημασία τους στον προσδιορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, οι συνέπειες της βίας ήταν και προβλεπτές και το άμεσο αποτέλεσμα της βίας που ασκήθηκε.» Ερχόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως αυτά προσδίδουν μεγάλη σοβαρότητα στα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, αφ΄ ενός λόγω του τρόπου που έδρασαν από την αρχή αφ΄ ετέρου λόγω της χρήσης αλουμινένιας σκάλας και σκουπόξυλου κτυπώντας τον παραπονούμενο στο κεφάλι, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του (συμπιεστικό κάταγμα κρανίου) και κατ΄ επέκταση να κρατηθεί στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, για κάποιες μέρες. Το γεγονός ότι η υγεία του παραπονούμενου αποκαταστάθηκε είναι ευτύχημα γι΄ αυτόν αλλά και για τους κατηγορούμενους αφού δεν έχει παραμείνει κάποια βλάβη στον παραπονούμενο, ως κατάλοιπο του τραυματισμού του, γεγονός που θα προσέδιδε ακόμη μεγαλύτερη σοβαρότητα, από την ήδη υφιστάμενη, στο αδίκημα της κατηγορίας 2. Οφείλουμε να εκφράσουμε την απαρέσκεια μας για τη συμπεριφορά των δύο κατηγορούμενων η οποία δεν αρμόζει στις συνθήκες διαβίωσης αυτού του τόπου που τους φιλοξένησε ερχόμενοι ως πολιτικοί πρόσφυγες. Οι όποιες παρεξηγήσεις δεν επιλύονται με βία, υπάρχουν αρμόδια όργανα για υποβολή παραπόνων και σχετικών καταγγελιών. Μας προκαλεί επίσης εντύπωση ο τρόπος που οι δύο κατηγορούμενοι χειρίστηκαν τον παραπονούμενο από την αρχή, αφού μετέβηκαν στο χώρο όπου υπήρξε κάποια παρεξήγηση μεταξύ παραπονούμενου και της συζύγου του κατηγορούμενου 1, και του επιτέθηκαν χωρίς πρόκληση έναντι τους. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που ζούνε σ΄ αυτή τη χώρα απορρίπτει τέτοιες πολύ παλαιές νοοτροπίες και επιλογές επίλυσης διαφορών. Η αναζήτηση προγενέστερων αποφάσεων οι οποίες ασχολήθηκαν με την επιβολή ποινής, σε ίδια ή παρόμοια αδικήματα με αυτά που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, κρίνεται χρήσιμη και καθοδηγητική, ωστόσο, επισημαίνεται πως οι ποινές από προηγούμενες υποθέσεις δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, δεδομένων των ξεχωριστών περιστάσεων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση αλλά και τον κάθε παραβάτη. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά κρίνουμε πως η παραπομπή στις πιο κάτω υποθέσεις συνιστά επαρκές υπόβαθρο για κατανόηση των όσων έχουμε προαναφέρει, αλλά και του μέτρου που έχουμε συνυπολογίσει, μαζί με τους υπόλοιπους παράγοντες καθορισμού ποινής, για τον προσδιορισμό της αρμόζουσας ποινής στους δύο κατηγορούμενους. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 414, όπου ο εφεσείοντας κτύπησε άλλο πρόσωπο, παραπονούμενο, με κόπτη, το δε τραύμα δεν ήταν πολύ σοβαρό, το Εφετείο δεν επενέβη στην ποινή φυλάκισης 2 ετών, παρ΄ ότι την έκρινε αυστηρή. Στην υπόθεση Χ"Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 468 όπου ο εφεσείοντας τραυμάτισε με μαχαίρι άλλο πρόσωπο, παραπονούμενο, ο οποίος τον είχε αποβάλει από κέντρο αναψυχής κατόπιν οδηγιών του εργοδότη, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών, η οποία επιβεβαιώθηκε κατ΄ έφεση. Τονίστηκε το γεγονός ότι δεν είχε προηγηθεί οποιαδήποτε πρόκληση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Evans,
(2005)2 A.A.Δ. 639 το Εφετείο αντικατέστησε ποινή φυλάκισης 14 μηνών με ποινή φυλάκισης 2 ετών για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης του άρθρου 231 του Κεφ. 154, (προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης τα 7 έτη), με στοιχεία απάνθρωπης αντίδρασης παρά την πρόκληση που είχε προηγηθεί. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 800 επιβλήθηκε άμεση ποινή φυλάκισης 18 μηνών για απρόκλητη επίθεση σε οδηγό ταξί, παρ΄ ότι ο δράσης ήταν πολύ νεαρής ηλικίας, 17 ετών, με ψυχολογικά προβλήματα, είχε όμως προηγούμενη καταδίκη. Στην υπόθεση Ioja ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 624 στον εφεσείοντα, που έπληξε με μαχαίρι της κουζίνας τον παραπονούμενο, ο οποίος είχε εισέλθει παράνομα, μαζί με δύο άλλα πρόσωπα, στο διαμέρισμα του εφεσείοντα, απαιτώντας χρηματικό ποσό, επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών, ωστόσο, κατ΄ έφεση, μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην υπόθεση Urgur ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189 επιβεβαιώθηκε κατ΄ έφεση ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών, για το αδίκημα του άρθρου 228(α) του Κεφ. 154 και ποινή φυλάκισης 2 ετών για αδίκημα του άρθρου 231 του Κεφ. 154, με στοιχεία έντονης βίας που απρόκλητα χρησιμοποίησε ο εφεσείοντας εναντίον του παραπονούμενου κατά τη διάρκεια δύο διαδοχικών επεισοδίων. Σημειώνεται πως το Εφετείο παρατήρησε πως οι ποινές που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υπό τις περιστάσεις επιεικείς και οπωσδήποτε θα μπορούσαν να ήταν αυστηρότερες. Παραπέμπουμε επίσης στην υπόθεση Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397 με τα ιδιάζοντα αυτής πραγματικά γεγονότα, στην οποία επιβλήθηκαν ποινές, μειωμένες κατ΄ έφεση, 2 ½, 3 και 3 ½ ετών φυλάκισης για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Με γνώμονα τα προλεχθέντα, έχουμε διεξέλθει με κάθε δυνατή προσοχή όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας, από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, αναφορικά με τα γεγονότα αλλά και το συνήγορο των κατηγορούμενων αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες. Τα έχουμε αξιολογήσει και συνεκτιμήσει για τον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής. Φρονούμε ότι, καθηκόντως, οφείλουμε να υποδείξουμε πως, η αντίδραση των κατηγορούμενων να κτυπήσουν το θύμα - παραπονούμενο - με τη χρήση αλουμινένιας σκάλας και σκουπόξυλου στο κεφάλι, αφού προηγουμένως του είχαν επιτεθεί σε διάφορα άλλα μέρη του σώματος του, παρ΄ ότι αυτός κρατούσε ένα πριόνι στο κάθε χέρι του πλην όμως αμυνόμενος χωρίς να τους έχει επιτεθεί, και άρα δεν κινδύνευαν, προφανώς ήταν πλήρως αδικαιολόγητη και επικίνδυνη. Επρόκειτο για αντίδραση, υπό το κράτος και διάθεση «υπερίσχυσης» και «τιμωρίας» για ό,τι απέδωσε στον παραπονούμενο η πρώην κατηγορούμενη 2, σημειώνοντας πως δεν έχουμε στοιχεία ότι οι κατηγορούμενοι κινδύνευαν σε οποιοδήποτε στάδιο από τον παραπονούμενο. Αισθανόμαστε την ανάγκη να τονίσουμε πως η πολύ κακή συνήθεια μετά από λεκτική διαφωνία να γίνεται καταφυγή σε ωμή βία περικλείει απρόβλεπτους και τεράστιους κινδύνους. Παρά τα πιο πάνω η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής παραμένει επιβαλλόμενο καθήκον του Δικαστηρίου. Λαμβάνουμε κατ΄ αρχήν υπόψη, προς όφελος των κατηγορούμενων, την παραδοχή τους και τη δηλωθείσα μεταμέλεια τους στο Δικαστήριο. Η σχετική νομολογία (βλέπε υπόθεση Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) επί του ζητήματος της παραδοχής είναι σαφής και στοχευμένη, ως προς τη σημασία που έχει ο εν λόγω ελαφρυντικός παράγοντας, αφού λειτουργεί ως απόδειξη εκτίμησης της ορθής συμπεριφοράς και μεταμέλειας ενός κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη αδικήματος, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη διάσωση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και δημόσιου χρήματος. Η μεταμέλεια των κατηγορούμενων θεωρούμε πως είναι ειλικρινής αφού υπήρξε συνεργασία με την αστυνομία αλλά και στήριξη στο θύμα - βλέπε Τεκμήριο Δ το οποίο αφορά πληρωμή ποσού €25,00 για κάποια επίσκεψη του παραπονούμενου σε ιατρό για πρόβλημα υγείας άσχετο με τον τραυματισμό του - αλλά και συμφιλίωση μεταξύ τους, με τον παραπονούμενο να έχει προβεί σε σχετική δήλωση ενώπιον μας. Όσον αφορά στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 1, προκύπτει από το Τεκμήριο Β ότι πρόκειται για άτομο ηλικίας 37 ετών, έγγαμος ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο xxxxx και έχει καταγωγή από την xxxxxx. Το 2004 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο ως αιτητής ασύλου. Είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας, σήμερα, 12 και 10 ετών αντίστοιχα, τα οποία απέκτησε από το γάμο του με κύπρια (πρώην κατηγορούμενη 2). Η σύζυγος του είναι μητέρα ενός ακόμη παιδιού από τον α' γάμο της, ηλικίας σήμερα 15 ετών. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, παρουσιάζει αγχώδη κατάθλιψη και δεν μπορεί να εργασθεί με πλήρη απασχόληση και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Όπως αναφέρθηκε, η σύζυγος του από το 2015 πάσχει από κατάθλιψη με κρίσεις πανικού και λαμβάνει και αυτή φαρμακευτική αγωγή. Η οικογένεια λαμβάνει Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα για κάλυψη των βασικών αναγκών των μελών της, λόγω των προαναφερόμενων προβλημάτων ψυχικής υγείας τόσο του κατηγορούμενου 1 όσο και της συζύγου του. Η οικογένεια φιλοξενεί τον μικρότερο αδελφό του κατηγορούμενου 1, τον κατηγορούμενο 4, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Κύπρο τον 09/2019 ως αιτητής ασύλου. Οι διαπροσωπικές σχέσεις του κατηγορούμενου 1 με την οικογένεια του περιγράφονται από τον ίδιο ως αρμονικές. Όσον αφορά στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 4, προκύπτει από το Τεκμήριο Γ ότι πρόκειται για άτομο ηλικίας 24 ετών, άγαμο. Κατάγεται από την xxxxxxx, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο xxxxxx. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου. Ενόσω βρισκόταν στο xxxxx εργάσθηκε περιστασιακά σε οικοδομές. Σύμφωνα με τον ίδιο, από τον 09/2019 που βρίσκεται στην Κύπρο δεν εργαζόταν. Τους τελευταίους έξι μήνες εργάζεται με μερική απασχόληση σε διάφορες εργασίες (οικοδομές, συλλογή και πώληση σιδήρου). Φιλοξενείται από την οικογένεια του μεγαλύτερου αδελφού του, τον κατηγορούμενο 1. Συνυπολογίσαμε προς όφελος των κατηγορούμενων τις προαναφερόμενες προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, όπως αυτές περιγράφονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας - Τεκμήρια Β και Γ - και ως τις έχει αναπτύξει περαιτέρω, ενώπιον μας, ο ευπαίδευτος συνήγορος τους, και οι οποίες δεν μας αφήνουν αδιάφορους. Λαμβάνουμε ακόμη προς όφελος των κατηγορούμενων, ως σοβαρούς ελαφρυντικούς παράγοντες, έχοντας υπόψη μας σχετική νομολογία, (βλέπε Χατζηϊωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453), το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι ήταν νομοταγείς πολίτες στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, και ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου, αλλά και ότι ο κατηγορούμενος 4 είναι άτομο νεαρής ηλικίας, 25 ετών, (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2010)2 Α.Α.Δ. 678). Η νεαρή ηλικία παρέχει δυνατότητες και ελπίδες για αναμόρφωση. Η νεότητα αποτελεί καθοριστικό μετριαστικό παράγοντα, αφού η αναμόρφωση ενός νεαρού παραβάτη αποτελεί σημαντικό κριτήριο για την επιλογή της ποινής. Η επιλογή ποινής φυλάκισης αποτελεί ύστατο μέτρο, και όπου επιλέγεται χρειάζεται στάθμιση πολλών παραγόντων ως προς την επιλογή του εύρους αυτής. Η ελπίδα για αναμόρφωση νεαρών παραβατών είναι μεγάλη, ιδιαίτερα όταν δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Ως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Azzeh v. Republic
(1989)2 C.L.R. 14 είναι κοινωνικά επιζήμια η διαγραφή ή υποτίμηση της προσδοκίας για την αναμόρφωση. Διασαφηνίζουμε ωστόσο πως εν πάση περιπτώσει τα προλεγόμενα είναι συνυφασμένα με τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων και την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχεία που στην παρούσα υπόθεση είναι δεδομένα. Κύριο μέλημα του Δικαστηρίου, σε κάθε υπόθεση που τίθεται ενώπιον του για επιβολή ποινής, είναι η εξεύρεση υπό τις περιστάσεις που κάθε φορά αναδύονται, της αρμόζουσας ποινής προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός του νόμου, διά της εξυπηρέτησης της γενικής αλλά και της ειδικής πρόληψης. Προσδοκούμε πως η ποινή που θα επιβάλουμε θα έχει ιδιαίτερη σημασία στην αποτροπή εφόσον αυτό απαιτεί συμπεριφορά των κατηγορούμενων και τα αδικήματα που αυτοί διέπραξαν, σταθμίζοντας βέβαια και τους μετριαστικούς παράγοντες αλλά και τις συνέπειες που θα επιφέρει η τιμωρία τους. Έχοντας αναλύσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, υπενθυμίζοντας εαυτούς ότι η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κατηγορίας 2 είναι η ποινή φυλάκισης διά βίου, με τη συνύπαρξη βέβαια όλων των μετριαστικών παραγόντων που έχουμε λάβει υπόψη μας προς όφελος τους, ως τους προσδιορίσαμε πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι εν λόγω μετριαστικοί παράγοντες διαδραματίζουν σοβαρό ρόλο στο βαθμό όμως που αφορά το εύρος και την έκταση της ποινής και όχι το είδος της. Κρίνουμε, συνακόλουθα, πως η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, όπως την έχουμε αποτιμήσει πιο πάνω, δεν επιτρέπει την επιβολή ποινής άλλης εκτός από την ποινή φυλάκισης, μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας των αδικημάτων, των αποτροπιαστικών γεγονότων της υπόθεσης, τα οποία διαδραματίστηκαν, αλλά και των συνθηκών των συγκεκριμένων παραβατών. Η ανάγκη, μέσω της τιμωρίας, για αποτροπή της αλόγιστης επιθετικότητας μέσω της χρήσης αντικειμένων, είναι επιβεβλημένη, προφανώς λόγω της αυτόδηλης επικινδυνότητας τους. Παρά τους σοβαρούς ελαφρυντικούς παράγοντες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, οφείλουμε να επισημάνουμε πως η εξατομίκευση της ποινής δεν αποσκοπεί ούτε συνεπάγεται την εξουδετέρωση, είτε της σοβαρότητας του εγκλήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής. Ταυτόχρονα έχουμε κατά νου ότι η επιλεχθείσα ποινή δεν στοχεύει στην εξουθένωση του παραβάτη αλλά στην αναμόρφωση του, ανάλογα βέβαια με την προσωπικότητα του, και τις πιθανότητες αναμόρφωσης μέσα στο χρονικό διάστημα της τιμωρίας. Παρατηρούμε ακόμη πως διαχρονικά διαφαίνεται ότι ο αναγκαίος χρόνος αναμόρφωσης ποικίλλει ανάλογα με τον κάθε παραβάτη. Πρόκειται βέβαια για εκτίμηση του Δικαστηρίου, κάθε φορά, αφού ενδέχεται ένα άτομο να πεισθεί πριν τη λήξη της τιμωρίας του για την αλλαγή στον τρόπο ζωής του, αλλά συμβαίνει και να παρέλθει ο χρόνος πλην όμως να μην γίνει αντιληπτό το όφελος ή ο σκοπός της αναμόρφωσης, εξού και κάποια άτομα, μετά την αποφυλάκιση τους, επανέρχονται με νέα αδικήματα, είτε παρόμοιας φύσης είτε διαφορετικά, οπότε απαιτείται νέος περιορισμός της ελευθερίας τους με την ελπίδα πάντοτε ότι θα αναμορφωθούν με τη νέα τιμωρία. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, έχοντας ήδη κρίνει ότι η αρμόζουσα ποινή για τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν είναι η ποινή φυλάκισης, επιβάλλουμε στους κατηγορούμενους, στη 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Δεν επιβάλλεται ποινή φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία καθ΄ ότι η εκδήλωση της πρόθεσης τους επήλθε με τη δεύτερη κατηγορία. Στο παρόν στάδιο εξετάζουμε, ως οφείλουμε, το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορούμενων για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Στην υπόθεση Μιλτιάδους (ανωτέρω) ειπώθηκαν τα ακόλουθα για το θέμα της αναστολής: «Αναφορικά όμως με την αναστολή της ποινής, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Προς τούτο δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στις εκατέρωθεν θέσεις εφόσον το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής (ανωτέρω) αποκαλύπτει λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Όπως συναφώς τονίζεται από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/2016 ημερ. 29.3.2016, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016, Χαλκιά ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2017:B90, Ποιν. Εφ. 240/2016 ημερ. 13.3.2017, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Εφ. 137/2015 ημερ. 23.6.2018 και άλλες), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω καθοδηγητικές γραμμές της νομολογίας και λαμβάνοντας υπόψη ότι το σύνολο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για μετριασμό της ποινής, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ανασταλεί επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, κρίνουμε πως το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, αλλά και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορούμενων, έχουν πλήρως ληφθεί υπόψη με γενναιόδωρη επιείκεια, αποτιμούμενη στο εύρος της ποινής φυλάκισης, σε βαθμό που αν αναστέλλαμε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι και δεν θα εξυπηρετούνταν οι πολλαπλοί σκοποί της ποινής και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με κάθε σεβασμό στην αντίθετη θέση του συνηγόρου των κατηγορούμενων, κρίνουμε πως θα στέλλαμε λανθασμένα μηνύματα και στους κατηγορούμενους αλλά και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων πολύ σοβαρών αδικημάτων. Συνακόλουθα των προλεχθέντων η εισήγηση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης απορρίπτεται. (Υπ)................. Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. (Υπ).................. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. (Υπ).................. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο