← Κύπρος

Δημοκρατία ν. SPERAC κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6597/2020, 15/10/2021

Δημοκρατία ν. SPERAC κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6597/2020, 15/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2021:13 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Π.Ε.Δ. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6597/2020 Δημοκρατία V

  1. ΧΧΧΧΧ SPERAC
  2. ΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ WANDJA
  3. ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ SOPZUKO Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 15.10.2021 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χατζηκύρου Για Κατηγορούμενο 1 : κ. Λ. Νεοφύτου Για Κατηγορούμενο 2: κα Ελ. Πατσαλίδη Για Κατηγορούμενο 3: κ. Θ. Καραμανής Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες Χρέη μεταφραστή από τα Ελληνικά στα Γαλλικά και αντίστροφα εκτελεί η κα Ερμιόνη Αθηνάκη ΠΟΙΝΗ Όλοι οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις κατηγορίες 2, 3, 4, 5, 8 και 9, ήτοι κατηγορία για ληστεία, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 282 και 283 του Κεφ. 154 (κατηγορία 2), κατηγορία για εκβίαση, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 290Α

(1)του Κεφ. 154 (κατηγορία 3), κατηγορία για απαγωγή προσώπου με σκοπό κρυφό και άδικο περιορισμό, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 247 και 250 του Κεφ. 154 (κατηγορία 4), κατηγορία για απαίτηση περιουσίας με απειλές ή βία, με σκοπό την κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 290 του Κεφ. 154, (κατηγορία 5) και δύο κατηγορίες για απειλή, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 91Α του Κεφ. 154, (κατηγορίες 8 και 9). Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι στην κατηγορία εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 280 του Κεφ. 154 (κατηγορία 10) ενώ ο Κατηγορούμενος 3 κρίθηκε ένοχος και σε κατηγορία κλοπής, (κατηγορία 6) κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και
  1. Τα πραγματικά γεγονότα, που διέπουν την παρούσα υπόθεση, τα έχουμε διατυπώσει στην απόφαση μας ημερομηνίας 14.09.
  2. Τα παραθέτουμε εκ νέου στη συνέχεια για σκοπούς συνοχής με το κείμενο της παρούσας ποινής. Ο Μ.Κ.2, ο παραπονούμενος, Mχχχχχ χχχχχχ Cassel, από την Αγγλία, είναι διευθυντής της εταιρείας Balance Consultants Ou, εγγεγραμμένης στην Εσθονία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της πληροφορικής και των επενδύσεων. Βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 2 χρόνια και ασκεί τις εργασίες του από το σπίτι. Περί τον Ιούνιο του 2020, διέμενε στη Λάρνακα και εκεί γνώρισε τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος κατάγεται από το Καμερούν και μιλά γαλλικά. Επειδή ο Μ.Κ.2 εκείνη την περίοδο συνεργαζόταν με κάποιον πελάτη από την Ελβετία, κάποιον Aχχχχχχ, ο οποίος μιλούσε τη γαλλική γλώσσα, ζήτησε από τον κατηγορούμενο 3 να τον βοηθήσει στις εργασίες του και σε αντάλλαγμα να του παραχωρήσει στέγη και τροφή, αφού ο τελευταίος ως πολιτικός πρόσφυγας έμενε σε προσφυγικό καταυλισμό, ενώ παράλληλα να τον εκπαιδεύσει στον κόσμο των συναλλαγών. Ο κατηγορούμενος 3 αποδέχθηκε την πρόταση του και από τότε διέμενε μαζί του, σε διαμέρισμα που ο Μ.Κ.2 ενοικίαζε, στη Λάρνακα. Στις 02.08.2020 ο Μ.Κ.2 μετακόμισε σε σπίτι στη Γεροσκήπου, το οποίο ενοικίασε μαζί με τη σύντροφο του Cχχχχχχχ, Μ.Κ.3, η οποία εν τω μεταξύ ήλθε στην Κύπρο από την Αγγλία. Στη συνέχεια στις 08.09.2020 ο Μ.Κ.2 επέτρεψε στον κατηγορούμενο 3 να διαμένει μαζί τους στη Γεροσκήπου, αφού δεν είχε κάπου αλλού να διαμένει, και ο τελευταίος να τον βοηθά στη δουλειά του. Στις 12.09.2020 ο Μ.Κ.2, μαζί με τη σύντροφο του, Cχχχχχ, Μ.Κ.3, και τον κατηγορούμενο 3 μετέβηκαν στη Λάρνακα για να παραδώσουν στην ιδιοκτήτρια την κατοχή του διαμερίσματος, όπου διέμενε προηγουμένως ο Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος 3, οπότε διαπίστωσαν ότι το διαμέρισμα ήταν σε άθλια κατάσταση, με πολλές ζημιές οι οποίες έχρηζαν αποκατάστασης και για τις οποίες η ιδιοκτήτρια ζήτησε να της καταβάλουν ποσό €2.000,
  3. Προφανώς για τις εν λόγω ζημιές οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 θεώρησαν υπεύθυνο τον κατηγορούμενο 3 και για το λόγο αυτό ζήτησαν από τον τελευταίο όπως την επόμενη μέρα να εγκαταλείψει το σπίτι τους στη Γεροσκήπου, αλλά και επειδή ο τελευταίος κάπνιζε μέσα στο σπίτι και το γεγονός αυτό ενοχλούσε τη Μ.Κ.
  4. Του πρότειναν δε να διαμένει σε εξωτερικό δωμάτιο εντός του χώρου που βρίσκεται η οικία. Ο κατηγορούμενος 3 δεν αποδέχθηκε την πρόταση και έφυγε από το σπίτι λέγοντας ότι θα πήγαινε βόλτα. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, επέστρεψε με τους κατηγορούμενους 1 και 2 ενώ το τέταρτο πρόσωπο που καταζητείται έφτασε εκεί ξεχωριστά. Στάθμευσαν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής χχχχχ3 το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1, με τρόπο που παρεμπόδιζαν τη μετακίνηση του αυτοκινήτου του Μ.Κ.2 και ήθελαν να μπουν μέσα στο σπίτι. Όταν ο Μ.Κ.2 ρώτησε τον κατηγορούμενο 3 γιατί έφερε μαζί του και τα άλλα πρόσωπα, ο τελευταίος του απάντησε ότι τα άλλα πρόσωπα ήλθαν για να τον βοηθήσουν στη μετακόμιση. Ο κατηγορούμενος 3 ανέβηκε πάνω στο δωμάτιο που έμενε μέχρι τότε, μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και την Μ.Κ.3, ενώ οι άλλοι δύο έμειναν κάτω μαζί με τον Μ.Κ.2 και του έλεγαν ότι θα έπρεπε να δώσει χρήματα στον κατηγορούμενο 3, που ήταν θυμωμένος, και ότι οι ίδιοι δεν θα έφεραν καμία ευθύνη για το τι θα ακολουθούσε. Εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος 3 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 κατέβηκαν από το δωμάτιο και αφού τοποθέτησαν τα πράγματα του πρώτου στο αυτοκίνητο με το οποίο είχαν μεταβεί στο χώρο, μπήκαν και οι τέσσερεις στην κουζίνα του σπιτιού. Ο κατηγορούμενος 3 ήταν νευριασμένος, ζητούσε χρήματα από τον Μ.Κ.2, απειλούσε ότι θα σκοτώσει τον Μ.Κ.2 και την Μ.Κ.3, ότι θα κάψει το σπίτι, αποκάλεσε δε την Μ.Κ.3 σκύλα. Ο Μ.Κ.2 προσπαθώντας να διαχειριστεί την κατάσταση που εξελισσόταν πρότεινε να δώσει στους κατηγορούμενους €500,
  5. Οι τέσσερις άνδρες ωστόσο με τον τρόπο τους ζήτησαν επίμονα το ποσό των €5.000,00 και τον εξανάγκασαν να μεταβεί στην τράπεζα για να δώσει όλα τα χρήματα, διαφορετικά, όπως του είπαν, δεν θα έφεραν καμία ευθύνη για το τι θα ακολουθούσε. Αυτός τους πρότεινε να πάει με την Μ.Κ.3 στην τράπεζα για να αποσύρει χρήματα και να επιστρέψει πίσω στο σπίτι και να τους τα δώσει ή ακόμα και να τον ακολουθήσουν. Και οι τέσσερεις άνδρες όμως επέμεναν να πάνε όλοι μαζί και ο ίδιος να οδηγήσει το αυτοκίνητο του. Έτσι τον έσπρωξαν και εισήλθαν όλοι στο αυτοκίνητο του, με την Μ.Κ.3 να παραμένει στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος 3 κάθισε πίσω από τον Μ.Κ.2 απειλώντας τον ότι αν έκανε οτιδήποτε ύποπτο θα τον μαχαίρωνε στο λαιμό, ενώ στη συνέχεια θα επέστρεφε στο σπίτι και θα σκότωνε και την Μ.Κ.
  6. Υπό την πίεση των απειλών αυτών, μετέβηκαν σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στη Γεροσκήπου, όπου υπήρχε ταμειακή μηχανή, ΑΤΜ. Όλοι οι κατηγορούμενοι, και το τέταρτο πρόσωπο που ήταν μαζί τους, απαιτούσαν όπως ελέγξει ο Μ.Κ.2 το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Αυτός το εκτύπωσε και μόλις το είδαν του ζήτησαν να προχωρήσει σε ανάληψη ολόκληρου του ποσού και να τους το δώσει. Επειδή ο Μ.Κ.2 πίστευε ότι εν τω μεταξύ η Μ.Κ.3 θα ειδοποιούσε την Αστυνομία προσπαθούσε να τους καθυστερήσει και για το λόγο αυτό έκανε μικρές αναλήψεις, ύψους €110,00, την κάθε φορά και τα έδινε στον κατηγορούμενο 2 και τα μετρούσε. Προχώρησε ο Μ.Κ.2 σε ανάληψη του συνολικού ποσού των €1.260,00, όμως ο κατηγορούμενος 3, ζητούσε και άλλα χρήματα μέχρι να συμπληρωθεί ποσό €5.000,
  7. Αφού ο Μ.Κ.2 του εξήγησε ότι δεν μπορούσε να αποσύρει άλλα χρήματα εκείνη τη μέρα, επέστρεψαν όλοι στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος 3 ωστόσο συνέχισε να απαιτεί περισσότερα χρήματα μέχρι να συμπληρωθεί το ποσό των €5.000,00, εκφράζοντας και πάλι απειλές λέγοντας ότι σε περίπτωση που δεν του έδιδε και τα υπόλοιπα θα σκότωνε τον ίδιο και την Μ.Κ.3, θα έκαιγε το σπίτι και θα μιλούσε με τον πελάτη του παραπονούμενου, τον Aχχχχχχ από την Ελβετία για να λάβει χρήματα. Ο Μ.Κ.2 προσπαθούσε να τον ηρεμήσει και τελικά ο κατηγορούμενος 3 έφυγε μαζί με τους κατηγορούμενους 1 και 2 και το τέταρτο πρόσωπο που καταζητείται, λέγοντας του ότι θα επέστρεφε την Τρίτη για να εισπράξει και τα υπόλοιπα χρήματα, απειλώντας και πάλι ότι σε περίπτωση που δεν θα του τα έδινε τα χρήματα θα τον σκότωνε, όπως και την Μ.Κ.
  8. Σύμφωνα δε με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.3, επειδή ο κατηγορούμενος 3 φώναζε από την αρχή, η Μ.Κ.3 βγήκε έξω από το σπίτι, και μίλησε με τα άλλα άτομα τα οποία της είπαν να μην ανησυχεί και ότι θα κρατούσαν τον κατηγορούμενο 3 ήσυχο. Ο κατηγορούμενος 3 μαζί με τον κατηγορούμενο 1, ανέβηκαν πάνω στο δωμάτιο του πρώτου, έπιασαν τα πράγματα του και τα τοποθέτησαν έξω. Μετά μπήκαν όλοι μέσα στο σπίτι και πήραν ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή και μια οθόνη που ανήκαν στο σύντροφο της. Τότε η ίδια άρχισε να φωνάζει λέγοντας τους ότι ήταν δικά τους και τους ζητούσε να εγκαταλείψουν το σπίτι. Μετά από προτροπή του συντρόφου της ανέβηκε πάνω και τηλεφώνησε στην Αστυνομία ζητώντας βοήθεια. Όταν στη συνέχεια κατέβηκε, ο κατηγορούμενος 3 την αποκάλεσε σκύλα και της είπε ότι, αν δεν του έδινε όλα αυτά που θεωρούσε δικά του, θα την σκότωνε, ταυτόχρονα, φώναζε και ζητούσε χρήματα απειλώντας ότι θα τους σκοτώσει και θα κάψει το σπίτι. Οι υπόλοιποι που τον συνόδευαν έλεγαν σ΄ αυτήν και το σύντροφο της να κάνουν ότι ζητούσε ο κατηγορούμενος 3, και να του δώσουν τα χρήματα, διαφορετικά οι ίδιοι δεν θα ευθύνονταν για τις πράξεις του. Ο σύντροφος της τους είπε να επιστρέψουν την Τρίτη το πρωί για να του δώσει και τα υπόλοιπα χρήματα. Παρόλο που ο κατηγορούμενος 3 συνέχισε να φωνάζει και να απειλεί, τελικά δέχτηκε και έφυγαν από το σπίτι τους. Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι μαζί με το τέταρτο πρόσωπο, δεν απείλησαν ευθέως την Μ.Κ.3, η παρουσία τους όμως στο χώρο ήταν απειλητική παρόλο που σε κάποιες περιπτώσεις έλεγαν στην Μ.Κ.3 να ηρεμήσει. Ο δε κατηγορούμενος 2 της έλεγε ότι στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος 3 δεν πάρει άλλα χρήματα, τότε αυτός δεν θα μπορεί να ελέγξει τις πράξεις του τελευταίου έναντι της. Ο κατηγορούμενος 1, δεν ήταν σε τόσο βαθμό απειλητικός έναντι της. Ως αποτέλεσμα των όσων τρομακτικών η Μ.Κ.3 βίωσε, για μήνες έβλεπε εφιάλτες, φοβόταν να μείνει στο σπίτι χωρίς να είναι κλειδωμένες όλες οι πόρτες και χωρίς να υπάρχουν κάμερες ασφαλείας. Όταν οι κατηγορούμενοι αποχώρησαν από το σπίτι των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 πήραν μαζί τους, μεταξύ άλλων αντικειμένων, μια οθόνη υπολογιστή μάρκας Samsung αξίας €250,00, τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή που ο παραπονούμενος είχε παραχωρήσει στον κατηγορούμενο 3 για να χρησιμοποιεί, μάρκας Lenovo αξίας περίπου €500,00, ένα ζευγάρι ακουστικά μάρκας Corsair αξίας €250,00, ένα ηλεκτρικό σκούτερ αξίας €600,00, και έναν εκτυπωτή μάρκας ΗΡ μοντέλο 135 W αξίας €400,00 περίπου. Τα προαναφερόμενα περιγραφόμενα αντικείμενα ανήκαν στον Μ.Κ.2 τα οποία αυτός είχε αγοράσει και πληρώσει για την αξία τους, ως επιβεβαιώνεται από τις σχετικές αποδείξεις που παρουσίασε - Τεκμήριο
  9. Το όλο επεισόδιο διήρκησε περί τις δύο ώρες, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου που ο Μ.Κ.2 μαζί με τους κατηγορούμενους και το τέταρτο πρόσωπο μετέβηκαν στην τράπεζα όταν έγινε ανάληψη χρημάτων μέσω ταμειακής μηχανής, ΑΤΜ. Ακολούθως του προαναφερόμενου περιστατικού, το οποίο έλαβε χώρα στις 12.09.2020, ο Μ.Κ.2, παραπονούμενος, προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. Μετά από καθοδήγηση της και όταν οι τρεις κατηγορούμενοι και το πρόσωπο που καταζητείται, μετέβηκαν την Τρίτη, 15.09.2020, στο σπίτι του για να εισπράξουν το υπόλοιπο ποσό των χρημάτων που ο κατηγορούμενος 3 απαιτούσε, ο Μ.Κ.2 τους είπε ότι η Μ.Κ.3 δεν ήταν στο σπίτι γιατί είχε μεταβεί στην τράπεζα για να φέρει τα χρήματα. Τηλεφώνησε στην Μ.Κ.3 προφασιζόμενος ότι θα μάθαινε που βρισκόταν οπότε αυτή με τη σειρά της ειδοποίησε την Αστυνομία για την άφιξη των κατηγορούμενων στο σπίτι τους. Αποτέλεσμα ήταν η έλευση της Αστυνομίας στο σπίτι που ενοικίαζαν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, ιδιοκτησίας της Μ.Κ.4, και τη σύλληψη των κατηγορούμενων 1 και 2, με τη διαφυγή όμως του τέταρτου προσώπου το οποίο δεν εντοπίστηκε. Ο κατηγορούμενος 3 συνελήφθηκε μεταγενέστερα στις 23.09.
  10. Οι κινήσεις και ενέργειες του Μ.Κ.2 και των τριών κατηγορούμενων, αλλά και του προσώπου που καταζητείται, κατά το χρόνο που μετέβηκαν για ανάληψη χρημάτων από ταμειακή μηχανή, ΑΤΜ, καταγράφηκαν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Τράπεζας Κύπρου σε κατάστημα της στη Γεροσκήπου, όπου μετέβηκαν, και από το οποίο η Αστυνομία εξασφάλισε και μετέφερε από δίσκο - Τεκμήριο 7 - σε USB - Τεκμήριο 6Α - το οποίο προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι όλων των κατηγορούμενων αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής παρέθεσαν και ανέπτυξαν, ενώπιον μας, τα στοιχεία τα οποία θεωρούν ως μετριαστικούς παράγοντες που περιβάλλουν την υπόθεση. Ειδικότερα, αναφέρθηκαν στο λευκό ποινικό μητρώο των τριών κατηγορούμενων, τη συνεργασία τους με την αστυνομία υπό την έννοια ότι έδωσαν καταθέσεις, το καθεστώς διαμονής τους στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτητές πολιτικού ασύλου και πως δεν πρόκειται για εγκληματικές μορφές, τη μεμονωμένη δράση τους από την οποία απουσίαζε ο προσχεδιασμός καθώς και στις προσωπικές, οικογενειακές τους περιστάσεις, όπως αυτές αναδύονται μέσα από τις εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Έρευνας - Τεκμήρια Α, Β και Γ αντίστοιχα για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 - οι οποίες έχουν ετοιμασθεί. Τονίστηκαν δε περαιτέρω οι περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2 ότι είναι πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 4 ετών το οποίο ζει στη χώρα του στην οποία επιθυμεί να επιστρέψει καθ΄ ότι η μητέρα του παιδιού του το παράτησε. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 αναφέρθηκε σε περαιτέρω προσωπικές περιστάσεις αυτού, κυρίως στο ότι ο πελάτης του έχει δύο παιδιά, το ένα έχει πρόβλημα υγείας και ζει σε δάσος στη χώρα του με τη μητέρα του προκειμένου να προφυλαχθούν από το καθεστώς που τους καταδιώκει. Επιπρόσθετα ζήτησε από το Δικαστήριο, και τούτο λίγο πριν την ανακοίνωση της ποινής, να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας το γεγονός ότι κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα μετά την επιφύλαξη της ποινής, ο κατηγορούμενος 3 επέστρεψε τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 6, πλην του ηλεκτρονικού υπολογιστή μάρκας Lenovo και ενός ζευγαριού ακουστικών μάρκας corsair. Τέλος όλοι οι συνήγοροι των τριών κατηγορούμενων στηριζόμενοι στους μετριαστικούς παράγοντες που προώθησαν, εισηγήθηκαν πως, μετά από δώδεκα μήνες όπου οι Κατηγορούμενοι βρίσκονται υπό κράτηση, δεν απαιτείται περαιτέρω χρόνος στέρησης της ελευθερίας τους για συμμόρφωση, ωστόσο, αν το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε ποινή φυλάκισης πέραν των 12 μηνών τότε ήταν η εισήγηση τους πως δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Αναμφίβολα οι κατηγορίες για τις οποίες οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι είναι πολύ σοβαρές. Η σοβαρότητα τους προκύπτει κατ' αρχήν από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές, στοιχείο ενδεικτικό της απαξίας που προσδίδει ο νομοθέτης σε τέτοιου είδους παράνομες συμπεριφορές. Συγκεκριμένα για το αδίκημα της ληστείας (κατηγορία 2) προβλέπεται ποινή φυλάκισης διά βίου λόγω του ότι διαπράχθηκε από περισσότερα του ενός ατόμου, για το αδίκημα της εκβίασης (κατηγορία 3) προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 ετών, για το αδίκημα της απαγωγής προσώπου (κατηγορία 4) 7 έτη, για το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλή (κατηγορία 5) 5 έτη, για το αδίκημα της κλοπής (κατηγορία 6) 3 έτη, για το αδίκημα της απειλής (κατηγορίες 8 και 9) 3 έτη και για το αδίκημα εισόδου σε ξένη περιουσία (κατηγορία 10) 2 έτη. Το νομοθετικά ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής αποτελεί τη βάση την οποία το Δικαστήριο οφείλει να έχει ως αφετηρία, για την έναρξη της διαδικασίας επιμέτρησης της ποινής (βλέπε ενδεικτικά ως σχετικές τις υποθέσεις Ghafari ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166). Τα γεγονότα κάθε υπόθεσης, ως είναι εύλογο, επίσης καθορίζουν τη σοβαρότητα της. Έχουμε συνεπώς κατά νου, ως γενική αρχή, πως τα γεγονότα κάθε υπόθεσης είναι δυνατό να επηρεάσουν τη σοβαρότητα ενός αδικήματος, είτε προς το σοβαρότερο είτε και προς το ελαφρύτερο. Ερχόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως αυτά προσδίδουν μεγάλη σοβαρότητα στα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, αφ΄ ενός λόγω του τρόπου που έδρασαν, ως ομάδα, από την αρχή με κοινό παρονομαστή τον εκβιασμό και την απαίτηση χρημάτων, ενώ απήγαγαν τον παραπονούμενο και τον μετέφεραν σε ταμειακή μηχανή όπου, κατά τον τρόπο που προαναφέραμε στην παράθεση των γεγονότων, λήστεψαν από αυτόν το ποσό των €1.260,00 ενώ επέμεναν στην ολοκλήρωση των στόχων τους, παρ΄ ότι μεσολάβησαν κάποιες μέρες χωρίς να κάνουν δεύτερες ή σοφότερες σκέψεις, και μετέβηκαν εκ νέου στο σπίτι του παραπονούμενου, και παρά το φόβο και τον τρόμο που προκάλεσαν την πρώτη φορά στη συμβία του, προκειμένου να πάρουν και άλλα χρήματα. Οφείλουμε να εκφράσουμε την απαρέσκεια μας για τη συμπεριφορά των τριών κατηγορούμενων η οποία δεν αρμόζει στις συνθήκες διαβίωσης που επικρατούν σε αυτόν τον τόπο, ο οποίος τους φιλοξένησε ερχόμενοι ως αιτητές πολιτικού ασύλου. Σε πολιτισμένες και δημοκρατικές κοινωνίες οι όποιες οικονομικές διαφορές δεν επιλύονται με βία ή απειλές, υπάρχουν αρμόδια όργανα για υποβολή παραπόνων και σχετικών καταγγελιών. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που ζούνε σ΄ αυτή τη χώρα απορρίπτει τέτοιες πολύ παλαιές νοοτροπίες και επιλογές επίλυσης διαφορών, που ευτυχώς σήμερα δεν αποτελούν συχνό φαινόμενο. Όσο και αν ο κατηγορούμενος 3 πίστευε ότι ο παραπονούμενος του όφειλε χρήματα, με τους κατηγορούμενους 1 και 2 να ταυτίζονται μαζί του, η όλη συμπεριφορά τους δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Ταυτόχρονα όμως θεωρούμε πως δεν υπήρξε ιδιαίτερος προσχεδιασμός εκ μέρους των κατηγορούμενων και σημειώνουμε πως προκλήθηκε μόνο φόβος και ταλαιπωρία στους παραπονούμενους και όχι οποιαδήποτε σωματική βλάβη σ΄ αυτούς. Οφείλουμε ταυτόχρονα να επισημάνουμε πως δεν αγνοούμε ότι βασική αρχή του δικαίου μας επιβάλλει όπως κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά. Στον όρο περιστατικά, ως έχει ερμηνευθεί, περιλαμβάνονται και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις ενός εκάστου παραβάτη. Διερχόμενοι τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου 1, μέσα από την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας - Τεκμήριο Α -προκύπτει, ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι 31 ετών από τοχχχχχχχ. Είναι ο μεγαλύτερος από 3 αδελφούς και 3 αδελφές. Οι γονείς του απασχολούνταν στη γεωργία αλλά λόγω του εμφύλιου πολέμου στη χώρα του οι καλλιέργειες έχουν καταστραφεί και, όπως ο κατηγορούμενος 1 ισχυρίζεται, ο πατέρας του κατέληξε στο νοσοκομείο με προβλήματα υγείας. Φοίτησε για 2 χρόνια σε πανεπιστήμιο στη χώρα του, στον κλάδο Ηλεκτρολόγου Μηχανικού. Παράλληλα εργαζόταν σε κινέζικη εταιρεία. Ήρθε στην Κύπρο τον 10/2018 για να ζητήσει πολιτικό άσυλο. Αρχικά βοηθείτο με κρατικό επίδομα αλλά στη συνέχεια εργάστηκε, για κάποιο διάστημα, ως καθαριστής στους δρόμους. Τον τελευταίο ένα χρόνο εργοδοτείτο από Δήμο στο Τμήμα Ανακύκλωσης. Δεν αναφέρονται προβλήματα υγείας, χρήση ουσιών ή αλκοόλ. Διερχόμενοι τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, μέσα από την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας - Τεκμήριο Β - προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι 30 ετών από το χχχχχχχχ. Είναι ο μικρότερος από 4 αδελφούς και 3 αδελφές. Ο πατέρας του ήταν υπάλληλος αεροδρομίου, απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν μικρός, ενώ η μητέρα του ήταν λέκτορας σε πανεπιστήμιο, απεβίωσε και αυτή τον 02/
  1. Μετά την αποφοίτηση του από το πανεπιστήμιο στον κλάδο Οικονομικών, ο κατηγορούμενος 2, εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω της άσχημης οικονομικής και πολιτικής κατάστασης. Ερχόμενος στην Κύπρο το 2019 αιτήθηκε πολιτικό άσυλο ενώ εργάστηκε αρχικά ως καθαριστής. Τον τελευταίο χρόνο εργάστηκε ως υπάλληλος σε ανακύκλωση. Απέκτησε ένα γιο ηλικίας 4 ετών μέσα από σύντομη σχέση που διατηρούσε. Το ανήλικο παιδί του, στην παρούσα φάση, βρίσκεται με την αδελφή του λόγω του ότι η μητέρα δεν ενδιαφέρθηκε για τη φροντίδα του, σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο
  2. Δεν αναφέρονται προβλήματα υγείας, χρήση ουσιών ή αλκοόλ. Διερχόμενοι τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 3, ως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας - Τεκμήριο Γ - προκύπτει, ότι ο Κατηγορούμενος 3 είναι 36 ετών από το χχχχχχχχχ. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν μικρός. Ο πατέρας του τέλεσε δεύτερο γάμο και απέκτησε άλλα δύο παιδιά τα οποία ο ίδιος δεν γνωρίζει. Η μητέρα του μετακόμισε στο χχχχχχ και ασχολείται με γεωργικές εργασίες. Φοίτησε στο λύκειο μέχρι την ηλικία των 17 ετών και στη συνέχεια μετέβηκε στο χχχχχ όπου εργάστηκε για 6 χρόνια ως φρουρός ασφαλείας. Λόγω της πολιτικής αστάθειας και των αντιπαραθέσεων με το κυβερνών κόμμα ο ίδιος, οι συνάδελφοι του και ο ιδιοκτήτης της εταιρείας όπου εργαζόταν, φυλακίστηκαν για περίπου ένα χρόνο. Μετά την αποφυλάκιση του μετέβηκε στο χχχχχχχχχ να συναντήσει τον πατέρα του, αλλά λόγω του ότι οι προσπάθειες του απέτυχαν, μετέβηκε στη χχχχχχ και από εκεί μέσω της ερήμου στο χχχχχχχ. Εκεί αιτήθηκε πολιτικό άσυλο και παρέμεινε για 6 μήνες. Ακολούθως μετέβηκε στην χχχχχχ αλλά τον απέλασαν στο χχχχχχχ και επειδή δεν μπορούσε να επιστρέφει στο χχχχχχ επέστρεψε στο χχχχχχχ. Από εκεί βοηθήθηκε να έρθει στην Κύπρο όπου αιτήθηκε πολιτικό άσυλο. Σε ηλικία 18 ετών σύναψε δεσμό με κοπέλα από το χχχχχχχ την οποία εγκατέλειψε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Η κόρη του σήμερα είναι 17 ετών και όπως αναφέρει την είχε γνωρίσει όταν ήταν πιο μικρή ενώ της μιλά μέσω κοινωνικών δικτύων. Αργότερα γνώρισε τη 27χρονη Eχχχχχ Ιχχχχχ με την οποία απέκτησε το γιο του που είναι 6 ετών και ο οποίος, ως αναφέρεται, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με το μάτι του και κινδυνεύει να τυφλωθεί αν δεν υποβληθεί, πριν τα 7 του χρόνια, σε εγχείρηση. Στην παρούσα φάση ο ανήλικος βρίσκεται με τη μητέρα του σε δάσος λόγω της προσπάθειας τους να προστατευτούν. Δεν αναφέρονται προβλήματα υγείας, χρήση ουσιών ή αλκοόλ. Το Ανώτατο Δικαστήριο επανειλημμένα έχει τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι εγκλήματα του είδους αυτού, τόσο της ληστείας όσο και γενικότερα αδικήματα που στρέφονται εναντίον της περιουσίας, άσχετα με τη μορφή που σε κάθε περίπτωση λαμβάνει η βία, βρίσκονται δυστυχώς σε αυξητική τάση. Προέχει, ως γίνεται αντιληπτό, η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης και καταστολής της έξαρσης που παρατηρείται. Ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται κάθε φορά και η συνακόλουθη έκθεση της ανθρώπινης ζωής και της υγείας σε κίνδυνο, αποτελούν παράγοντες που επιτάσσουν την επιβολή αποτρεπτικών ποινών στα εγκλήματα του είδους. (βλ. Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 546, Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 83, Abunazha ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 551). Στοιχεία τα οποία καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρό το αδίκημα, αποτελούν επίσης ο προσχεδιασμός και η οργάνωση τα οποία προηγούνται της εκτέλεσης της παράνομης συμπεριφοράς. Ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Thomas Principles of Sentencing, σελ. 128 κ. επ., κύριος επιβαρυντικός παράγοντας είναι η έκταση της επιχείρησης που διενεργείται για επίτευξη του παράνομου σκοπού. Η έκταση αυτή καθορίζεται και από τον αριθμό των προσώπων που αναμιγνύονται. Άλλα στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψη στη διαβάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος, είναι τα μέσα τα οποία χρησιμοποιούνται για την άσκηση βίας, ο βαθμός της βίας που χρησιμοποιείται και το κατά πόσο προκλήθηκαν οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες. Το χρηματικό ποσό το οποίο σκοπείται να αποσπαστεί, ενώ λαμβάνεται υπόψη, δεν είναι από τους καθοριστικούς παράγοντες. Το γεγονός δε ότι η όλη επιχείρηση τελικά ήταν ή δεν ήταν επιτυχής δεν αποτελεί παράγοντα ο οποίος μπορεί να προσμετρήσει προς όφελος ενός κατηγορούμενου. Σε προσχεδιασμένα εγκλήματα, όπου σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Abed ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128, μόνο η παραδοχή και η απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Άλλοι παράγοντες, όπως οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, απολήγουν να είναι περιθωριακοί. Η αναζήτηση προγενέστερων αποφάσεων οι οποίες ασχολήθηκαν με την επιβολή ποινής, σε ίδια ή παρόμοια αδικήματα με αυτά που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, κρίνεται χρήσιμη και καθοδηγητική, ωστόσο, επισημαίνεται πως οι ποινές από προηγούμενες υποθέσεις δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, δεδομένων των ξεχωριστών περιστάσεων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση αλλά και τον κάθε παραβάτη. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά κρίνουμε πως η παραπομπή στις πιο κάτω υποθέσεις συνιστά επαρκές υπόβαθρο για κατανόηση των όσων έχουμε προαναφέρει, αλλά και του μέτρου που έχουμε συνυπολογίσει, μαζί με τους υπόλοιπους παράγοντες καθορισμού ποινής, για τον προσδιορισμό της αρμόζουσας ποινής στους κατηγορούμενους. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 411, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 10 ετών. Ήταν ένας από τους δύο δράστες που με την απειλή όπλου απέσπασαν το ποσό ΛΚ4.582,00 από κατάστημα τράπεζας. Ο εφεσείοντας, ο οποίος είχε ψυχολογικά προβλήματα, βαρυνόταν με μια προηγούμενη καταδίκη επίσης για ένοπλη ληστεία. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 571, ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος για ένοπλη ληστεία μετά από ακροαματική διαδικασία. Φορώντας κουκούλα, είχε εισέλθει σε υποκατάστημα τράπεζας, όπου με την απειλή πιστολιού απέσπασε το ποσό των ΛΚ11.300,00 περίπου, το οποίο δεν ανακτήθηκε. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου με ψυχολογικά προβλήματα. Ποινή φυλάκισης 10 ετών επικυρώθηκε κατ' έφεση. Τονίστηκε πως «Δεν μπορεί να γίνει ανεκτή αυτή η εγκληματική συμπεριφορά, πρέπει να παταχθεί, και ως προς τα Δικαστήρια το μέσο είναι η επιβολή αποτρεπτικής ποινής». Στην υπόθεση Samarawickrama ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 162, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών για ληστεία. Ο εφεσείοντας ήταν λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής για ληστεία Συνεργατικού Ιδρύματος, η οποία έγινε κατόπιν σχεδίου μαζί με τρεις ομοεθνείς του, ενώ λήφθηκε υπόψη η συνεργασία του με την αστυνομία στην εξιχνίαση των αδικημάτων. Η ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η ποινή ήταν καθ' όλα εξισορροπημένη κλίνουσα μάλιστα προς το μέρος της επιείκειας. Στην υπόθεση Abed ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128, ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορία ένοπλης ληστείας και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών. Μαζί με συνεργό έστησε καρτέρι στον παραπονούμενο, ο οποίος μετέβαινε με φίλη του σε διαμέρισμα και αφού τον κτύπησαν με ρόπαλο, προκαλώντας του σοβαρά τραύματα, απέσπασαν χαρτοφύλακα με σεβαστό χρηματικό ποσό. Το Εφετείο, επικρότησε την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε πρωτόδικα η περίπτωση, υποδεικνύοντας πως σε καμία περίπτωση αυτή δεν αποτελούσε έκδηλα υπερβολική ποινή, ενόψει του προσχεδιασμού που υπήρξε και του σκοπού για παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και στη σωματική ακεραιότητα του θύματος. Στην υπόθεση Giannakov v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014: B133, Ποινική Έφεση 220/2012, ημερομηνίας 24.02.2014, ο εφεσείοντας παραδέχθηκε ενοχή σε αδικήματα μεταξύ άλλων και της ληστείας και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Λήφθηκαν υπόψη, προς όφελος του εφεσείοντα, η ψυχολογική του κατάσταση, ο εθισμός του σε ναρκωτικές ουσίες, το σχετικά νεαρό της ηλικίας του (33 ετών) καθώς και η παραδοχή του ως έμπρακτη μεταμέλεια. Συνυπήρχε δε και το στοιχείο της προχειρότητας. Στην υπόθεση Faraq v Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B464, Ποινική Έφεση 20/2014, ημερομηνίας 26.06.2015, το Εφετείο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 10 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε κατηγορία ληστείας. Στην εν λόγω περίπτωση οι δράστες ήταν τρεις, συνελήφθηκε μόνο ο εφεσείοντας ενώ ασκήθηκε σοβαρής μορφής βία εναντίον των παραπονούμενων προσώπων, με επακόλουθο τον τραυματισμό τους. Λήφθηκε παράλληλα υπόψη ότι υπήρχε προσχεδιασμός και ότι οι δράστες είχαν εισέλθει εντός της οικίας των παραπονούμενων για να διαπράξουν τα αδικήματα. Στην υπόθεση Yusuf ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:Β100, Ποινική έφεση 46/2014, ημερομηνίας 18.02.2016, ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε τρεις κατηγορίες, μία εκ των οποίων αφορούσε ληστεία για την οποία του επιβλήθηκε, πρωτόδικα, ποινή φυλάκισης 8 ετών. Το Εφετείο, παρότι θεώρησε πως η ποινή ήταν κάπως αυστηρή, δεν την έκρινε υπερβολική και την επικύρωσε λόγω των περιστάσεων και των γεγονότων που την περιέβαλλαν. Με γνώμονα τα προλεχθέντα, έχουμε διεξέλθει με κάθε δυνατή προσοχή όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας, από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, αναφορικά με τα γεγονότα αλλά και τους συνηγόρους των κατηγορούμενων αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες. Τα έχουμε αξιολογήσει και συνεκτιμήσει για τον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής στην προσπάθεια μας για εξατομίκευση της. Η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής παραμένει επιβαλλόμενο καθήκον του Δικαστηρίου. Λαμβάνουμε κατ΄ αρχήν προς όφελος των κατηγορούμενων, ως σοβαρούς ελαφρυντικούς παράγοντες, έχοντας υπόψη μας σχετική νομολογία, (βλέπε Χατζηϊωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453), το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι ήταν νομοταγείς πολίτες στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, και ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου αλλά και καλού χαρακτήρα. Συνυπολογίσαμε επίσης προς όφελος των κατηγορούμενων τις προαναφερόμενες προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, όπως αυτές περιγράφονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας - Τεκμήρια Α, Β και Γ - και ως τις έχουν αναπτύξει περαιτέρω, ενώπιον μας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους. Διατυπώνουμε ευθέως τη συμπάθεια μας για τις δύσκολες προσωπικές περιστάσεις που περιβάλλουν όλους τους κατηγορούμενους, οι οποίες δεν μας αφήνουν αδιάφορους. Έχουμε ταυτόχρονα όμως κατά νου πως οι περιστάσεις αυτές, ως υποδεικνύεται από τη νομολογία, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν, χωρίς την απολογία και μεταμέλεια απολήγουν να είναι περιθωριακές, βεβαίως σε καμία περίπτωση δεν είναι χωρίς σημασία, ειδικότερα τα προβλήματα υγείας του πατέρα του κατηγορούμενου 1, ότι ο κατηγορούμενος 2, το Δεκέμβριο του 2020 έχασε τον αδελφό του και το Φεβρουάριο του 2021 έχασε τη μητέρα του, όπως και το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει το παιδί του κατηγορούμενου 3. Εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των κατηγορούμενων, ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι έδωσαν κατάθεση στην αστυνομία και ως εκ τούτου ήταν συνεργάσιμοι. Με το δέοντα σεβασμό απορρίπτουμε την εισήγηση, δεν πρόκειται για μετριαστικό παράγοντα, καθ΄ ότι με την κατάθεση που οι κατηγορούμενοι έδωσαν δεν βοήθησαν το έργο της αστυνομίας ή στην εξιχνίαση κάποιου από τα αδικήματα που αντιμετώπισαν. Ωστόσο λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου 3 το γεγονός ότι έστω την ιστάτη, ως πληροφορηθήκαμε προ ολίγων λεπτών, παρέδωσε στον παραπονούμενο τα αντικείμενα της κλοπής που σχετίζονται με την κατηγορία 6 εκτός του ηλεκτρονικού υπολογιστή Lenovo και ενός ζευγαριού ακουστικών μάρκας corsair. Επιπρόσθετα δεν αγνοήσαμε βέβαια και έχουμε σημειώσει πως ο κατηγορούμενος 3 έδωσε στοιχεία ως προς το μέρος που βρίσκονταν τα αντικείμενα που πήρε από το σπίτι των παραπονούμενων πλην όμως η αστυνομία δεν τα αναζήτησε. Λαμβάνουμε ακόμη προς όφελος των κατηγορούμενων 1, 2 και 3, ως ελαφρυντικούς παράγοντες, έχοντας υπόψη μας σχετική νομολογία, την ηλικία τους, 30, 31 και 36 ετών αντίστοιχα, (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2010)2 Α.Α.Δ. 678). Η νεαρή ηλικία παρέχει δυνατότητες και ελπίδες για αναμόρφωση. Η νεότητα αποτελεί καθοριστικό μετριαστικό παράγοντα, αφού η αναμόρφωση ενός νεαρού παραβάτη αποτελεί σημαντικό κριτήριο για την επιλογή της ποινής. Η επιλογή ποινής φυλάκισης αποτελεί ύστατο μέτρο, και όπου επιλέγεται χρειάζεται στάθμιση πολλών παραγόντων ως προς την επιλογή του εύρους αυτής. Η ελπίδα για αναμόρφωση νεαρών παραβατών είναι μεγάλη, ιδιαίτερα όταν δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Ως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Azzeh v. Republic
(1989)2 C.L.R. 14 είναι κοινωνικά επιζήμια η διαγραφή ή υποτίμηση της προσδοκίας για την αναμόρφωση. Διασαφηνίζουμε ωστόσο πως οι κατηγορούμενοι δεν είναι ιδιαίτερα νεαρής ηλικίας και εν πάση περιπτώσει τα προλεγόμενα είναι συνυφασμένα με τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων και την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχεία που στην παρούσα υπόθεση είναι δεδομένα. Κύριο μέλημα του Δικαστηρίου, σε κάθε υπόθεση που τίθεται ενώπιον του για επιβολή ποινής, είναι η εξεύρεση, υπό τις περιστάσεις που κάθε φορά αναδύονται, της αρμόζουσας ποινής προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός του νόμου, διά της εξυπηρέτησης της γενικής αλλά και της ειδικής πρόληψης. Προσδοκούμε πως η ποινή που θα επιβάλουμε θα έχει ιδιαίτερη σημασία στην αποτροπή, εφόσον αυτό απαιτεί η συμπεριφορά των κατηγορούμενων αλλά και η φύση των αδικημάτων που αυτοί διέπραξαν, σταθμίζοντας βέβαια και τους μετριαστικούς παράγοντες αλλά και τις συνέπειες που θα επιφέρει η τιμωρία τους. Κατανοούμε πως οι τρεις κατηγορούμενοι βρέθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία για ένα καλύτερο μέλλον, ωστόσο, αν τα σχέδια τους αλλάζουν αυτό οφείλεται αποκλειστικά στη δική τους επιλογή με την επίδειξη σοβαρής παράνομης συμπεριφοράς και βεβαίως δεν σχετίζονται με οποιαδήποτε εξευτελιστική μεταχείριση τους από τις αρχές του κράτους, όπως άφησε να νοηθεί μέσα από κάποιες γενικόλογες αναφορές του ο συνήγορος του κατηγορούμενου
  1. Έχοντας αναλύσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, υπενθυμίζοντας δε εαυτούς τις προβλεπόμενες ποινές στο νόμο, ως τις έχουμε νωρίτερα παραθέσει, με τη συνύπαρξη βέβαια των μετριαστικών παραγόντων που έχουμε λάβει υπόψη μας προς όφελος τους, ως τους προσδιορίσαμε πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι εν λόγω μετριαστικοί παράγοντες διαδραματίζουν αισθητό ρόλο στον καθορισμό της ποινής, στο βαθμό όμως που αφορά το εύρος και την έκταση της ποινής και όχι το είδος της. Κρίνουμε, συνακόλουθα, πως η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, όπως την έχουμε αποτιμήσει πιο πάνω, δεν επιτρέπει την επιβολή ποινής άλλης εκτός από την ποινή φυλάκισης, μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας των αδικημάτων, των αποτροπιαστικών γεγονότων της υπόθεσης, αλλά και των συνθηκών των συγκεκριμένων παραβατών. Η ανάγκη, μέσω της τιμωρίας, για αποτροπή των αλόγιστων ενεργειών συνυφασμένων με την απειλή και τον εξαναγκασμό, είναι επιβεβλημένη, προφανώς λόγω της αυτόδηλης αποδοκιμασίας τους από την πολιτεία. Παρά τους ελαφρυντικούς παράγοντες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, οφείλουμε να επισημάνουμε πως η εξατομίκευση της ποινής δεν αποσκοπεί ούτε συνεπάγεται την εξουδετέρωση, είτε της σοβαρότητας του εγκλήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής. Ταυτόχρονα έχουμε κατά νου ότι η επιλεχθείσα ποινή δεν στοχεύει στην εξουθένωση του παραβάτη αλλά στην αναμόρφωση του, ανάλογα βέβαια με τη σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος, όπως και με την προσωπικότητα του, και τις πιθανότητες αναμόρφωσης μέσα στο χρονικό διάστημα της τιμωρίας. Εκ μέρους των συνηγόρων των κατηγορούμενων 1 και 2 προωθήθηκε η θέση περί μειωμένης συμμετοχής των πελατών τους στο όλο περιστατικό και προφανώς το θέμα άπτεται και έμμεσης πλην όμως σαφούς εισήγησης για διαφοροποίηση στην ποινή τους από την ποινή του κατηγορούμενου
  2. Παρόμοιο θέμα απασχόλησε τη νομολογία (βλέπε υπόθεση Ζαχαρίου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 595) η οποία το αντιμετωπίζει υποδεικνύοντας πως «Η ίση μεταχείριση των παραβατών αποτελεί θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, συνταγματικά κατοχυρωμένο από τις διατάξεις του Άρθρου 28 του Συντάγματος. Η εφαρμογή της στην τιμωρία των παραβατών επιβάλλει την απόδοση των ίσων στα ίσα. Κατά συνέπεια, δε χωρεί διάκριση στην τιμωρία παραβατών, η συνδρομή των οποίων στη διάπραξη του εγκλήματος έχει τον ίδιο βαθμό εγκληματικότητας. Χωρεί, όμως, διαχωρισμός όπου διακρίνεται ο ρόλος των παραβατών στη διάπραξη του εγκλήματος και, γενικά, όπου διαφέρει το στοιχείο εγκληματικότητας, που συνοδεύει τις πράξεις τους». Έχουμε αξιολογήσει τις εισηγήσεις των συνηγόρων των κατηγορούμενων 1 και 2 και έχουμε καταλήξει πως, για τους λόγους που εξηγούμε πιο κάτω, δεν είναι δίκαιο να υπάρξει διαφοροποίηση στην ποινή των κατηγορούμενων 1 και 2 από την ποινή του κατηγορούμενου
  1. Παρ΄ ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που σκόρπισε με τις φωνές και απειλές του τον φόβο και τον τρόμο όταν εισήλθε στο σπίτι των παραπονούμενων, έστω και αν είχε δικαίωμα εισόδου, ζητώντας το ποσό των €5.000,00, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 τον συνόδευαν, έστω και αν δεν ήταν, καθ΄ ομολογία των παραπονούμενων τόσο επιθετικοί, όμως, με τις τοποθετήσεις και τη στάση τους, εισερχόμενοι εντός της οικίας των παραπονούμενων χωρίς τέτοιο δικαίωμα, συνέτειναν με τη στάση και τα λεγόμενα τους, ως τα έχουμε διαπιστώσει στην καταδικαστική απόφαση, στον εξαναγκασμό και στην παράδοση του ποσού των €1.260,00 εκ μέρους του παραπονούμενου, Mχχχχχχ Aχχχχχχ, το οποίο λήφθηκε προηγουμένως από ταμειακή μηχανή, με τον κατηγορούμενο 1 να απευθύνεται σε κάποια στιγμή προς τον παραπονούμενο, Mχχχχχχ, με επιθετικό ύφος αλλά και τον κατηγορούμενο 2 να παίρνει πρώτος τα χρήματα από τον Mχχχχχ και να τα μετρά, ως διαφαίνεται μέσα από το σχετικό βίντεο, Τεκμήριο
  2. Επίσης υπενθυμίζεται πως η μετάβαση των τριών κατηγορούμενων στο σπίτι του παραπονούμενου Mχχχχχχ έγινε μέσω του οχήματος του κατηγορούμενου
  3. Είναι δε στο ίδιο αυτοκίνητο που τοποθετήθηκαν τα κλοπιμαία.
  4. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 πήγαν τη δεύτερη φορά στο σπίτι των παραπονούμενων και χωρίς τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος ήταν τραυματισμένος στο πόδι, ταυτιζόμενοι πλήρως με αυτόν, για να εισπράξουν το υπόλοιπο ποσό μέχρι τη συμπλήρωση του ποσού των €5.000,
  5. Θεωρούμε πως οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενήργησαν όλοι οι κατηγορούμενοι συνθέτουν την εικόνα πως έδρασαν ως ομάδα, έστω και αν η συμμετοχή τους συνίστατο και σε κάποιες ξεχωριστές ενέργειες, με κύριο σκοπό την απόσπαση χρημάτων από τον παραπονούμενο, Mχχχχχ. Παρ΄ ότι δεν έχουμε μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα είχαν οικονομικό όφελος από τα χρήματα της ληστείας, το στοιχείο δεν μας φαίνεται πως είναι ικανό για διαφοροποίηση της ποινής. Εν πάση περιπτώσει θεωρούμε πως μέσα από τη συνολική εικόνα αυτό που εξάγεται είναι πως η συνδρομή όλων ήταν στον ίδιο βαθμό με την ίδια εγκληματικότητα. Σ΄ ότι αφορά δε στις προσωπικές συνθήκες των κατηγορούμενων 1 και 2 επίσης δεν θεωρούμε ότι είναι ικανές για διαφοροποίηση της ποινής αφού είναι παρόμοιες με αυτές του κατηγορούμενου
  6. Κατ΄ επέκταση απορρίπτουμε τη σχετική εισήγηση των συνηγόρων των κατηγορούμενων 1 και
  7. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, έχοντας ήδη κρίνει ότι η αρμόζουσα ποινή για τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν είναι η ποινή φυλάκισης, επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Σε όλους τους κατηγορούμενους: Στην Κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 5 ετών Στην Κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 3 ετών Στην Κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην Κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην Κατηγορία 8 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην Κατηγορία 9 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Επιπρόσθετα: Στους κατηγορούμενους 1 και 2, στην Κατηγορία 10, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 4 μηνών, και Στον κατηγορούμενο 3, στην κατηγορία 6, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν για όλους τους κατηγορούμενους και για όλες τις κατηγορίες. Η περίοδος να αρχίζει από την 24.09.2020, ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκαν για δίκη στο Κακουργιοδικείο και έκτοτε τελούν υπό κράτηση. Ενόψει του ύψους της συνολικής ποινής καθίσταται αντιληπτό πως δεν δικαιολογείται η εξέταση του αιτήματος για αναστολή των ποινών φυλάκισης αφού αυτή υπερβαίνει τα 3 έτη. Τέλος όσον αφορά στο αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για έκδοσης διατάγματος επιστροφής των κλοπιμαίων αντικειμένων, για τα οποία κρίθηκε υπεύθυνος ο κατηγορούμενος 3, σημειώνουμε πως αυτό αποσύρθηκε, ενόψει της επιστροφής τους εκ μέρους του κατηγορούμενου 3 πλην δύο αντικειμένων ως έχουμε ήδη προαναφέρει, συνεπώς αυτό απορρίπτεται. (Υπ)................. Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. (Υπ)................. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. (Υπ)................. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.