← Κύπρος

Δημοκρατία ν. IVANOV, Αρ. Υπόθεσης: 6346/20, 12/10/2021

Δημοκρατία ν. IVANOV, Αρ. Υπόθεσης: 6346/20, 12/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2021:12 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. I. Κίτσιου, Π.Ε.Δ. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6346/20 Δημοκρατία V XXXXXXX IVANOV Κατηγορουμένου -------------- Ημερομηνία: 12.10.2021 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ειρ. Σάββα Για Κατηγορούμενο: κα Ενρ. Γεωργιάδου Κατηγορούμενος παρών Χρέη μεταφραστή από τα ελληνικά στα ρωσικά και αντίστροφα ορκίζεται να εκτελέσει ο κ. XXXXX Νομβριάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, μία για το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και μία για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα (1η και 2η Κατηγορία αντίστοιχα). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 22.08.2020, στη Χxxxxx της επαρχίας Πάφου, ήλθε σε παράνομη συνουσία με την Kxxxx Pxxxxxxxx, από την Τσεχία, χωρίς τη συναίνεση της. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, την ίδια ημερομηνία και στην ίδια τοποθεσία επιτέθηκε εναντίον του Mxxxxx Mxxxx από την Τσεχία και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στη δίκη 20 μάρτυρες κατηγορίας - στο εξής Μ.Κ.. Ο κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 74

(1)(γ) του Κεφ. 155, κατέθεσε ενόρκως. Κατέθεσαν δε προς υπεράσπιση του δύο μάρτυρες - στο εξής Μ.Υ.. Μ.Κ.1 ήταν ο αστυφύλακας xxx8, Α. Πxxxxxxxx, ειδικός φωτογράφος (Τεκμήριο 1 η γραπτή του κατάθεση). Στις 22.08.2020 και ώρα 12.00, ως μαρτύρησε, μετέβηκε στην έπαυλη με την ονομασία xxxxxxx xxxxx 19, στην οδό xxxxxxxx xxxxxxxxx, στη xxxxxxx, για εξετάσεις σχετικά με υπόθεση βιασμού. Εκεί καθ' υπόδειξη του αστυφύλακα xxx3 και της αστυφύλακος xxx7 έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Αφού ακολούθησε συγκεκριμένη διαδικασία, επέλεξε δέκα από αυτές τις φωτογραφίες - Τεκμήριο 2 - οι οποίες εκτυπώθηκαν στο Εργαστήριο Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Μ.Κ.2 ήταν ο αρχιαστυφύλακας xxx0, Ν. Πxxxxxxxxxxxx, υπεύθυνος στην αποθήκη τεκμηρίων στο ΤΑΕ της ΑΔΕ Πάφου (Τεκμήριο 3 η γραπτή του κατάθεση). Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 κατάλογο με όλα τα αντικείμενα που παραλήφθηκαν από την αστυνομία ως τεκμήρια. Στον κατάλογο αυτό καταγράφεται ο αύξοντας αριθμός του κάθε αντικειμένου, η περιγραφή του, η τοποθεσία που βρέθηκε και από ποιο πρόσωπο, η ημερομηνία και ώρα ανεύρεσης του καθώς και το όνομα του αστυφύλακα που το έχει κατάσχει. Παρουσίασε δε όλα τα αντικείμενα που εκτίθενται στον προαναφερόμενο κατάλογο, τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 4
(1)-4
(11)και 4
(13)-4
(16)εκτός από το αντικείμενο που στον κατάλογο αριθμείται με τον αύξοντα αριθμό 12, και αυτό γιατί, όπως εξήγησε, το συγκεκριμένο αντικείμενο έχει καταστραφεί μετά την εξέταση που διενεργήθηκε επί αυτού, από το Κρατικό Χημείο, και η αστυνομία δεν το έχει παραλάβει. Διευκρίνισε ακόμη ότι τα αντικείμενα με τον αύξοντα αριθμό 15 - δύο παρειακά επιχρίσματα της Kxxxx Pxxxxxxx - κατασχέθηκαν από την αστυφύλακα xxx7 και όχι από τον ίδιο, όπως λανθασμένα καταγράφεται στο Τεκμήριο
  1. Κατά την αντεξέταση του υποδείχθηκε και αναγνώρισε ακόμη ένα κατάλογο τεκμηρίων - Τεκμήριο
  2. Κάποιες διαφορές που υποδείχθηκαν στο μάρτυρα σε σύγκριση με το Τεκμήριο 4, αυτός τις απέδωσε στην ημερομηνία και ώρα εκτύπωσης του κάθε καταλόγου, στο σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή και στον εκτυπωτή. Μ.Κ.3 ήταν ο αρχιαστυφύλακας xxx8, Ν. Σxxxxx, (Τεκμήριο 7 η γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία), ο οποίος στις 22.08.2020, μεταξύ των ωρών 17:05-17:20, μαζί με το λοχία xxx1 και δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας - Τεκμήριο 8 το αντίγραφο του εντάλματος με την οπισθογράφηση εκτέλεσης του και Τεκμήριο 9 το πρωτότυπο του εντάλματος έρευνας - ερεύνησε το δωμάτιο με αριθμό 602 του ξενοδοχείου «xxxxxxxxx» στην xxxx xxxx, στο οποίο διέμενε ο κατηγορούμενος. Κατά την έρευνα που διεξάχθηκε, στην παρουσία του διευθυντή του ξενοδοχείου, ο μάρτυρας εντόπισε και κατάσχεσε δύο σεντόνια κρεβατιού -τα οποία αναγνώρισε ως τα Τεκμήρια 4
(4)και 4
(5)- στα οποία υπήρχαν κηλίδες αίματος. Αφού σφράγισε κατάλληλα τα δύο σεντόνια, σε δύο ξεχωριστούς χάρτινους φακέλους και τα έθεσε υπό την φύλαξη του, στις 24.08.2020 τα παρέδωσε στον αρχιαστυφύλακα xxx
  1. Μ.Κ.4 ήταν ο αστυφύλακας xxx7, Δ. Τxχxxxx, ο οποίος υπηρετεί στην ΥΑΜ Αρχηγείου και είναι τοποθετημένος στο αεροδρόμιο Λάρνακας (Τεκμήριο 10 η γραπτή του κατάθεση). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, στις 22.08.2020, ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε για έλεγχο του διαβατηρίου του με σκοπό να αναχωρήσει για Πράγα. Κατά τον έλεγχο που ο μάρτυρας διεξήγαγε, διαπίστωσε ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούσε δικαστικό ένταλμα σύλληψης για τα αδικήματα του βιασμού και της πραγματικής σωματικής βλάβης. Όταν με τη βοήθεια του αρχιαστυφύλακα xx7, ο οποίος ομιλεί τη ρωσική γλώσσα, τον πληροφόρησε για την ύπαρξη εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν έκανα τέτοιο πράγμα, αυτοί με κτύπησαν.» Στη συνέχεια με τη βοήθεια του ίδιου αστυφύλακα συνέλαβε τον κατηγορούμενο - Τεκμήριο 11 το πρωτότυπο του εντάλματος σύλληψης και το φωτοαντίγραφο του με σχετική οπισθογράφηση. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο κατηγορούμενος επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι τον κτύπησαν. Ο μάρτυρας πληροφόρησε τον συλληφθέντα για τα δικαιώματα επικοινωνίας που είχε, ως κρατούμενος, και τον προμήθευσε με έντυπα των δικαιωμάτων του στη ρωσική γλώσσα, τα οποία ο κατηγορούμενος υπέγραψε, αφού προηγουμένως τα διάβασε, ενώ ζήτησε να επισκεφθεί γιατρό, λέγοντας ότι φέρει εκδορές και κτυπήματα τα οποία, όπως ισχυρίσθηκε, του είχαν προκαλέσει όταν τον κτύπησαν. Στη συνέχεια της ίδιας μέρας, ο Μ.Κ.5, παρέδωσε τον συλληφθέντα - νυν κατηγορούμενο - μαζί με το ταξιδιωτικό του έγγραφο, την άδεια παραμονής του στην Τσεχία, την κάρτα επιβίβασης του και την υπόλοιπη του περιουσία, στους Α. xxx7 και ΕΑxxx1 του ΟΠΕ Λάρνακας για να μεταφερθεί στην Πάφο για να συνεχισθούν οι εξετάσεις. Μ.Κ.5 ήταν η Α. Πxxxxxxxxxxx, η οποία για πολλά χρόνια εργάζεται στο ξενοδοχείο «xxxxxxxxxx» ως υπεύθυνη υποδοχής (Τεκμήριο 13 η γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία). Ως κατέθεσε, σύμφωνα με τα όσα είναι καταχωρημένα στο σύστημα του ξενοδοχείου, ο κατηγορούμενος στις 17.08.2020 έκανε κράτηση, μέσω του Booking, για ένα άτομο, για τις ημερομηνίες από 19.08.2020 έως τις 29.08.2020, έναντι του ποσού €826,70, ότι στις 19.08.2020 και ώρα 12.07 αφίχθηκε στο ξενοδοχείο και του παραχωρήθηκε το δωμάτιο 602, όπου και διέμενε μόνος του. Ακόμη μαρτύρησε πως στις 22.08.2020, ημέρα κατά την οποία η μάρτυρας εργαζόταν στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου, περί ώρα 2.00 μ.μ., συνάδελφος της (head waiter), της υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που διέμενε στο δωμάτιο 602 του ξενοδοχείου, να φεύγει από το ξενοδοχείο κρατώντας μια τσάντα (handbag), και αυτή έβλεπε μόνο την πλάτη του. Στη συνέχεια πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ενέχεται σε υπόθεση βιασμού. Μ.Κ.6 ήταν ο αρχιαστυφύλακας xxx4, Γ. Γxxxxxx, (Τεκμήριο 14 η γραπτή του κατάθεση). Στις 24.08.2020 στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων του παρέλαβε από τον αστυφύλακα xxx3 τα αντικείμενα με αύξοντες αριθμούς 1-3 και 6-15 όπως αυτά αναφέρονται στο Έντυπο Αστ. 161 - Τεκμήριο 15 - ενώ την ίδια ημέρα παρέλαβε από τον αστυφύλακα 3328, τα αντικείμενα με αύξοντες αριθμούς 4 και 5 όπως αυτά περιγράφονται στο προαναφερόμενο Έντυπο Αστ.
  2. Την ίδια ημέρα παρέδωσε κάποια εκ των πιο πάνω αντικειμένων στο Κρατικό Χημείο και στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου για να τύχουν εξετάσεων. Μ.Κ.7 ήταν ο αστυφύλακας xxx4 Π. Πxxxxxx (Τεκμήριο 16 η γραπτή του κατάθεση). Στις 10.11.2020 μετέβη στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, εκεί παρέλαβε, από τον Κ. Μxxxxx, συσκευασμένα και σφραγισμένα τα αντικείμενα με αύξοντες αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9,10,11,13,15 και 16 όπως αυτά αριθμούνται στο Τεκμήριο 16 και τα οποία, σύμφωνα με γεγονότα που δηλώθηκαν ως παραδεκτά και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, αντιστοιχούν στα Τεκμήρια Δικαστηρίου 4
(1)-4
(11), 4
(13), 4
(15)και 4
(16). Την ίδια μέρα παρέδωσε όλα τα προαναφερόμενα Τεκμήρια στον Αστυφύλακα xxx3. M.K.8 ήταν ο αστυφύλακας xxx3 Κ. Κxxxxxxx (Τεκμήριο 17 η γραπτή του κατάθεση), εξεταστής της υπόθεσης, ο οποίος παρέλαβε τα τεκμήρια που αναφέρει στην κατάθεση του, πλην αυτών που αριθμούνται με αριθμούς 4 και 5 και τα οποία, όπως διευκρίνισε, καταγράφηκαν στην κατάθεση του από παραδρομή. Συγκεκριμένα αναγνώρισε ως τα τεκμήρια που παρέλαβε από την αστυφύλακα xxx7 τα Τεκμήρια Δικαστηρίου με αριθμούς 4
(1), 4
(2), 4
(3), 4
(6), 4
(7), 4
(8), 4
(9), 4
(10), 4
(11)και 4
(15), από τον αστυφύλακα xxx2 το Τεκμήριο 4
(16)και από τον αστυφύλακα xxx5 τα Τεκμήρια 4
(13)και 4
(14). Όλα τα πιο πάνω Τεκμήρια, πλην του Τεκμηρίου 4
(14), τα παρέδωσε στις 24.08.2020 στον αρχιαστυφύλακα XXXXX για να τα μεταφέρει στη Λευκωσία ώστε να τύχουν σχετικών εξετάσεων, τα οποία του επιστράφηκαν από τον αστυφύλακα xxx4 στις 10.11.2020 και την ίδια μέρα τα παρέδωσε στον αστυφύλακα xxx
  1. Ως περαιτέρω μαρτύρησε, επειδή ο κατηγορούμενος εξέφρασε παράπονο εναντίον των δύο παραπονούμενων λέγοντας ότι του επιτέθηκαν, στις 24.08.2020 ο μάρτυρας τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου εξετάσθηκε από τον ιατροδικαστή Ν. Χxxxxxxxxx, ο οποίος διαπίστωσε ότι έφερε διάφορες εκδορές και εκχυμώσεις σε διάφορα μέρη του σώματος του. Κατά την εξέταση και καθ' υπόδειξη του προαναφερόμενου ιατροδικαστή ο μάρτυρας έλαβε αριθμό φωτογραφιών του κατηγορούμενου - Τεκμήριο
  2. Ως διευκρίνησε ο Μ.Κ.8, κατόπιν οδηγιών της Νομικής Υπηρεσίας οι παραπονούμενοι δεν διώχθηκαν ποινικά σε σχέση με την καταγγελία αυτή. Κατά τη διάρκεια της εμπλοκής του στην υπόθεση, ο Μ.Κ.8, είχε την ευκαιρία να συναντήσει στις 22.08.2020, μεταξύ των ωρών 3.30π.μ. και 4.30 π.μ., την παραπονούμενη, Kxxxx Pxxxxxxxxx. Αυτή ήταν, ταραγμένη και δεν διαπίστωσε να μύριζε αλκοόλ. Στις 24.08.2020 συνάντησε επίσης τον παραπονούμενο, Mxxxxx Mxxxx, και του έδωσε το ιατρικό έντυπο - Τεκμήριο 19 - για να συμπληρωθεί από το γιατρό που τον είχε εξετάσει στις 22.08.
  3. Κατά τη συνάντηση τους αυτή διαπίστωσε ότι ο Mxxxx είχε τραύμα στο δεξί του φρύδι, το οποίο ήταν ραμμένο. Βλέποντας τον παραπονούμενο αλλά και τον κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι ο τελευταίος είχε περισσότερα εμφανή τραύματα. Όπως πληροφορήθηκε από συναδέλφους του, μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης, ο Mxxxx επισκέφθηκε τα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου και κατήγγειλε ότι κάποιος επικοινώνησε είτε με τον ίδιο τον Mxxxx, είτε με γνωστούς του στην Τσεχία για να αποσύρουν την παρούσα υπόθεση από το Δικαστήριο. Μ.Κ.9 ήταν ο αστυφύλακας xxx5, Γ. Μxxxxxx (Τεκμήριο 22 η γραπτή του κατάθεση). Στις 22.08.2020, στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο Mxxxx Mxxx. Στο πλαίσιο λήψης της εν λόγω κατάθεσης, ο Mxxxx παρέδωσε στο μάρτυρα ένα σκουπόξυλο - Τεκμήριο 4
(14)- το οποίο ο τελευταίος συσκεύασε και σφράγισε. Έλαβε δε από τον Mxxxx δύο παρειακά επιχρίσματα τα οποία επίσης συσκεύασε και σφράγισε - Τεκμήριο 4
(13). Στις 23.08.2020 παρέδωσε τα πιο πάνω Τεκμήρια στον εξεταστή της υπόθεσης, Μ.Κ.8. Μ.Κ.10 κατέθεσε ο αρχιαστυφύλακας xxx2, Α. Νxxxxx (Τεκμήριο 25 η γραπτή του κατάθεση) ο οποίος στις 22.08.2020 και αφού πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για την υπόθεση, που διερευνούσε η αστυνομία εναντίον του και του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο Νόμο, έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση. Την ίδια ημέρα και κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου έλαβε από αυτόν δύο παρειακά επιχρίσματα - Τεκμήριο 4
(16)) - τα οποία στις 23.08.2020 παρέδωσε στον εξεταστή της υπόθεσης, Μ.Κ.8. Έλαβε επίσης από τον κατηγορούμενο γραπτή συγκατάθεση για ιατρική εξέταση από ιατροδικαστή - Τεκμήριο 28 στη ρωσική γλώσσα και Τεκμήριο 29 μετάφραση στην ελληνική. M.K.11 ήταν η αστυφύλακας xxx7, Μ. Εxxxxx (Τεκμήριο 33 η γραπτή της κατάθεση) η οποία στις 22.08.2020, με τη βοήθεια διερμηνέα, έλαβε από την παραπονούμενη, Kxxxx Pxxxxxxxxx, γραπτή κατάθεση. Ως εξήγησε η μάρτυρας κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της η παραπονούμενη ήταν αρκετά ταλαιπωρημένη και στρεσαρισμένη. Η μάρτυρας μαζί με τον αστυφύλακα xxx4 μετέβη στην οικία της παραπονούμενης, στη Χλώρακα, και δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, στην παρουσία αυτής και καθ' υπόδειξη της παρέλαβε τα Τεκμήρια Δικαστηρίου 4
(1), 4
(2), 4
(3). Η μάρτυρας ήταν παρούσα όταν την ίδια μέρα η παραπονούμενη υποβλήθηκε σε ιατροδικαστική εξέταση από τον ιατροδικαστή Ν. Χxxxxxxxxxxx, και σε γυναικολογική εξέταση από το γυναικολόγο Δ. Μxxxxxxxx. Καθ' υπόδειξη του ιατροδικαστή η μάρτυρας έλαβε αριθμό φωτογραφιών - Τεκμήριο 39. Κατά την εξέταση ο ιατροδικαστής έλαβε από την παραπονούμενη δύο κολπικά επιχρίσματα, δύο επιχρίσματα μηρού, δύο πρωκτικά επιχρίσματα και βιολογικά υγρά, τα οποία, μετά το τέλος της εξέτασης παρέδωσε σ΄ αυτήν οπότε η μάρτυρας τα συσκεύασε και τα σφράγισε. Αναγνώρισε η μάρτυρας τα προαναφερόμενα ως τα Τεκμήρια Δικαστηρίου 4
(6), 4
(7), 4
(8), 4
(9), 4
(10)και 4
(11)αντίστοιχα. Την ίδια μέρα και μετά από γραπτή συγκατάθεση της παραπονούμενης έλαβε από αυτήν δύο παρειακά επιχρίσματα - Τεκμήριο 4
(15). Όλα τα πιο πάνω τεκμήρια τα παρέδωσε την ίδια μέρα στον εξεταστή της υπόθεσης, Μ.Κ.
  1. Μ.Κ.12 ήταν ο Mxxxx Mxxxxx, σύντροφος της παραπονούμενης. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον μας δήλωσε από την αρχή ότι δεν υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην τσέχικη γλώσσα - Τεκμήριο 23 - διότι ο μεταφραστής που βοήθησε στη λήψη της, δεν γνώριζε καλά τη συγκεκριμένη γλώσσα και δεν απέδωσε με ακρίβεια τα όσα του είχε αναφέρει. Είναι όπως χαρακτηριστικά ανάφερε «λίγο αλλαγμένη» «... αυτό που έγραψε είυαι πολύ σύντομο, υπάρχουν λάθη και δεν διαβάζεται». Μαρτύρησε ακόμη πως όταν κατά τη λήψη της κατάθεσης ήγειρε το ζήτημα στον μεταφραστή, ο τελευταίος τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα είχε τη δυνατότητα να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα όπως ακριβώς είχαν εκτυλιχθεί. Εκθέτοντας λοιπόν τα όσα είχαν διαδραματισθεί εξιστόρησε πως μαζί με την Kxxxx Pxxxxxxxx, παραπονούμενη στην παρούσα περίπτωση, συζούν μαζί με τα τρία ανήλικα παιδιά τους, δύο της συμβίας του και ένα δικό του. Τον Αύγουστο του 2020 διέμεναν σε τριόροφο πολυτελές σπίτι, έξι υπνοδωματίων, στη Χxxxxxx, τους χώρους του οποίου είδε και αναγνώρισε μέσω των φωτογραφιών, Τεκμήρια 2 και
  2. Στο ίδιο σπίτι μαζί τους ζούσαν και ο Txxxxx Kxxxx με τη σύζυγο του Kxxxx Kxxxxxxx και το ανήλικο παιδί τους καθώς και ο Lxxxxxxx Gxxxx. Στις 21.08.2020, ο φίλος τους Mxxxxx Txxxxx μαζί με τη φίλη του Lxxx, οι οποίοι βρίσκονταν στην Αγία Νάπα για διακοπές, μετέβηκαν στην Πάφο για να φιλοξενηθούν στο σπίτι του. Μαζί τους ήταν και ο κατηγορούμενος και επειδή είχαν χώρο δέχθηκαν να φιλοξενήσουν και αυτόν. Όταν στις 7.00 η ώρα περίπου το βράδυ, ο Txxxx, η Lxxxx και ο κατηγορούμενος έφθασαν στο σπίτι τους, υπέδειξαν στον καθένα που θα κοιμόταν. Ο Txxxx και η Lxxxx θα κοιμόντουσαν στον πάνω όροφο του σπιτιού, όπου διέμενε και ο Lxxxxxx, και ο κατηγορούμενος στον καναπέ που βρισκόταν στο ισόγετο του σπιτιού, όπου διέμεναν και οι ίδιοι μαζί με τα παιδιά τους. Στη συνέχεια κάθισαν όλοι στη βεράντα του σπιτιού εκτός από τον ίδιο και τη σύντροφο του διότι ετοίμαζαν φαγητό αλλά και τα παιδιά τους για ύπνο. Στις 9.00 μ.μ. όλα τα παιδιά είχαν κοιμηθεί και έτσι κάθισαν και αυτοί με τους υπόλοιπους στη βεράντα που βρίσκεται στο χώρο της πισίνας. Έτρωγαν και έπιναν ποτό, άκουγαν μουσική και μπαινόβγαιναν στην πισίνα. Στο χώρο υπήρχαν πολλές πετσέτες πισίνας και μπαινοβγαίνοντας χρησιμοποιούσαν όποια ήταν στεγνή. Κατά τη διάρκεια της διασκέδασης τα οκτώ άτομα που συμμετείχαν στο πάρτι κατανάλωσαν τρεις μπουκάλες ουίσκι και δύο μπουκάλες σαμπάνια, την οποία πρόσφερε ο κατηγορούμενος ο οποίος είχε τα γενέθλια του. Κάποιοι ήπιαν περισσότερο και κάποιοι λιγότερο. Μετά που ήπιαν σαμπάνια μπήκαν πάλι μέσα στην πισίνα και ο ίδιος μαζί με τη σύντροφο του διασκέδαζαν χοροπηδώντας μέσα σε αυτήν. Κατά το χρόνο αυτό της έβγαλε το πάνω μέρος του μαγιό που φορούσε. Ακολούθως η σύντροφος του, και μετά την κατανάλωση της σαμπάνιας, όταν η ώρα ήταν περίπου 02:00, ένοιωσε πολύ άσχημα και πήγε στην τουαλέτα και στη συνέχεια για ύπνο. Προηγουμένως βγαίνοντας από την πισίνα και επειδή δεν φορούσε το πάνω μέρος του μαγιό, τυλίχθηκε με μπλε πετσέτα της πισίνας - Τεκμήριο 4
(1)- την οποία και αυτός είχε χρησιμοποιήσει καθώς μπαινόβγαιναν στην πισίνα. Ο μάρτυρας συνέχισε για κάποιο χρόνο τη διασκέδαση μαζί με τον Txxxxx, την Lxxx και τον κατηγορούμενο, αλλά επειδή και ο ίδιος δεν αισθανόταν πολύ καλά, γύρω στις 03:00 π.μ., πήγε για ύπνο, στο υπνοδωμάτιο του με τη βοήθεια του Txxxx και του κατηγορούμενου. Οι υπόλοιποι διαμένοντες στο σπίτι είχαν πάει για ύπνο νωρίτερα. Ακολούθως σε κάποια στιγμή, και λίγη ώρα μετά που ξάπλωσε για ύπνο, η σύντροφος του τον ξύπνησε κλαίγοντας, φωνάζοντας και ουρλιάζοντας, λέγοντας του «ξύπνα ο XXXXX με βίασε. Με βίασε την ώρα που κοιμόσουν δίπλα μου εδώ στο κρεββάτι μας». Η σύντροφος του βρισκόταν σε υστερική κατάσταση και είχε δάκρυα στα μάτια. Ο ίδιος, αντιδρώντας αμέσως, βγήκε έξω από το σπίτι και βρήκε τον κατηγορούμενο να στέκεται στην αυλή του σπιτιού δίπλα από τον φοίνικα. Ρώτησε τον κατηγορούμενο τι είχε κάνει και αυτός του απάντησε ότι δεν συνέβη οτιδήποτε. Η σύντροφος του, που ήταν εκεί, αντέδρασε και κτύπησε τον κατηγορούμενο λέγοντας του να σταματήσει να λέει ψέματα. Τότε ο μάρτυρας έσπρωξε ξανά τον κατηγορούμενο και τον ξαναρώτησε τι έχει κάνει. Τότε ο κατηγορούμενος του είπε «κάτι έγινε, τι να μου κάνεις;» Με την απάντηση αυτή του κατηγορούμενου, ο παραπονούμενος ένοιωσε, όπως είπε, όλα να σκοτεινιάζουν και άρχισε να τον κτυπά με ότι έβρισκε μπροστά του. Έσπασε πάνω του μια καρέκλα και τον χτυπούσε με την σφουγγαρίστρα ενώ ο κατηγορούμενος τον χτύπησε με τη λαβή της ίδιας σφουγγαρίστρας - Τεκμήριο 4
(14). Από το κτύπημα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, το δέρμα του, στην περιοχή του ματιού, σχίστηκε και αντιμετωπίστηκε με συρραφή που έγινε το πρωί που ακολούθησε μετά τα γεγονότα, στο νοσοκομείο xxxxxxx. Αναγνώρισε στη φωτογραφία - Τεκμήριο 41 - το τραύμα του καθώς και το σπασμένο νύχι της συντρόφου του το οποίο, όπως είπε, έσπασε πάνω στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, προφανώς κατά το χρόνο που αυτή τον κτύπησε. Εν τω μεταξύ κάποιος τηλεφώνησε στην αστυνομία, έδωσε στον κατηγορούμενο τα κλειδιά του αυτοκινήτου και ο τελευταίος έφυγε μεθυσμένος. Ο μάρτυρας τότε ειδοποίησε την αστυνομία ενημερώνοντας ότι ο κατηγορούμενος είχε διαφύγει χρησιμοποιώντας τον παρακαμπτήριο δρόμο. Στη συνέχεια έφθασε στο σπίτι τους η αστυνομία και η Kxxxxx αναχώρησε μαζί τους ενώ ο ίδιος μετέβη σε νοσοκομείο για συρραφή του τραύματος. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε εξ ακοής μαρτυρία εκθέτοντας τα όσα του περιέγραψε η σύντροφος του, σχετικά με το συμβάν. Όπως του είπε κατά τη διάρκεια του ύπνου της ένοιωσε ότι ξεκίναγε σεξ. Λόγω του ότι κοιμόταν στο υπνοδωμάτιο τους θεωρώντας ότι ήταν ο σύντροφος της, ανταποκρίθηκε αγκαλιάζοντας το πρόσωπο που ήταν από πάνω της, που όπως αντιλήφθηκε στη συνέχεια ήταν ο κατηγορούμενος, αφού κάτι τέτοιο το συνηθίζουν και το θεώρησε φυσιολογικό. Σημείωσε ο μάρτυρας ότι μαζί με τη σύντροφο του, το μεσημέρι της 21ης Αυγούστου του 2021 είχαν κολπική και πρωκτική σεξουαλική επαφή, χωρίς προφυλάξεις και χωρίς αυτός να εκσπερματώσει. Η σύντροφος του επίσης του ανέφερε πως ο κατηγορούμενος μπήκε μέσα της και θεωρώντας ότι της άρεσε, της είπε «ώστε είσαι έτσι πουτάνα». Αυτή αντιλαμβανόμενη ότι δε ήταν ο σύντροφος της τον έσπρωξε και ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το σαλόνι που βρίσκεται στο κεντρικό σημείο του σπιτιού. Η σύντροφος του στην προσπάθεια της να μην ξυπνήσουν τα παιδιά, τον τράβηξε σε μια τουαλέτα που είναι κοντά στην είσοδο. Τον ρωτούσε τι είχε κάνει και άρχισε να τον κτυπά. Αυτός της έλεγε ότι τίποτα δεν είχε γίνει και της ζητούσε να ηρεμήσει. Όμως η ίδια συνέχισε να τον κτυπά. Εκείνη τη στιγμή ο Txxxxx που βρέθηκε εκεί, γιατί είχε έλθει να δει τον κατηγορούμενο που δεν ήταν πολύ καλά και για να ελέγξει αν όλα ήταν κλειδωμένα, άκουσε τη φασαρία και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας να δει τι συμβαίνει. Αναφέρθηκε ακόμη ο μάρτυρας και στα όσα του περιέγραψε ο Txxxxx. Όπως του είπε αυτό που διαπίστωσε, όταν κατέβηκε κάτω, ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν στον καναπέ και άκουσε την Kxxxx να του φωνάζει. Τότε ο Txxxxx, στην προσπάθεια του να εξομαλύνει την κατάσταση, τους ζήτησε να μην φωνάζουν λόγω των παιδιών και να βγουν έξω στη βεράντα. Στη συνέχεια η Kxxxx μετέβη στο υπνοδωμάτιο τους και ξύπνησε το μάρτυρα. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε απειλές που δέχθηκαν από φίλους του κατηγορούμενου, οι οποίοι τους απείλησαν ότι αν δεν αποσύρουν την καταγγελία εναντίον του, τότε θα τους εντοπίσουν και η ζωή τους θα αλλάξει. Μετά από αυτό για λόγους ασφαλείας μετακόμισαν σε άλλο σπίτι, στο οποίο τοποθέτησαν κάμερες ασφαλείας και σύστημα συναγερμού, προέβηκαν δε τρεις φορές σε καταγγελίες στην αστυνομία η οποία για κάποιο διάστημα πρόσεχε το σπίτι τους. Περιέγραψε, τέλος, ο μάρτυρας και την κατάσταση την οποία βίωσαν τις μέρες που ακολούθησαν των όσων διαδραματίσθηκαν. Είπε ότι για τρεις μέρες δεν μπορούσαν να φάνε, η σύντροφος του δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά τα βράδια και κατά τη διάρκεια της νύχτας ξυπνούσε, ευρισκόμενη σε κατάσταση σοκ, κοιτάζοντας γύρω της μήπως βρισκόταν κάποιος στο χώρο. Δεν ήταν σε θέση να φροντίσουν τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα ο Txxxxx με τη γυναίκα του να το πράττουν αυτό για περίοδο μιας βδομάδας. Μέχρι σήμερα η σύντροφος του όταν ακούει κάποιον να μιλά τη ρωσική γλώσσα φοβάται και για αυτό αναζήτησαν τη βοήθεια ψυχολόγου. Σε μια περίπτωση μάλιστα που βρίσκονταν σε τράπεζα και άκουσε να μιλούν ρωσικά κατέρρευσε. Μ.Κ.13 ήταν η παραπονούμενη, Kxxxx Pxxxxxxxx, η οποία, για τους ίδιους λόγους που ανέφερε ο Μ.Κ.12, σύντροφος της, δεν υιοθέτησε την κατάθεση της, που έδωσε στην αστυνομία στη μητρική της γλώσσα - Τεκμήριο 34 και Τεκμήριο 35 η μετάφραση της στην ελληνική. Αναφέρθηκε δε και σε επιπρόσθετους λόγους και δη ότι βρισκόταν σε κατάσταση στρες, λόγω όσων είχαν προηγηθεί, της ελλειπούς γνώσης της γλώσσας από τον μεταφραστή ο οποίος μάλιστα ζητούσε τη βοήθεια της όσον αφορά τη σύνταξη και την ορθογραφία κάποιων λέξεων. Εξέθεσε, ενόψει των προαναφερόμενων, την εκδοχή της προφορικά ενώπιον μας. Ως κατέθεσε στις 09.06.2020 ήλθε στην Κύπρο μαζί με το σύντροφο της, Μ.Κ.12, και τα παιδιά τους. Διέμεναν στη Χxxxxxx, σε σπίτι έξι υπνοδωματίων. Μαζί τους στο ίδιο σπίτι διέμεναν ο Txxxx Kxxxxx και η Kxxxx Kxxxxxx μαζί με την ανήλικη κόρη τους, καθώς και ο Lxxxxxx Gxxxx, οι οποίοι εργάζονται στην εταιρεία του συντρόφου της. Στις 21.08.2020 ήλθαν στο σπίτι τους για να φιλοξενηθούν ο φίλος τους, ο Txxxx Mxxxxx μαζί με τη σύντροφο του Lxxx Dxxx. Μαζί τους και παρόλο που δεν τον γνώριζαν θα φιλοξενούσαν και τον κατηγορούμενο που ήταν φίλος του Txxxxx και της Lxxxx. Οι τελευταίοι θα κοιμόντουσαν σε υπνοδωμάτιο στον πρώτο όροφο του σπιτιού και ο κατηγορούμενος στον καναπέ του ισογείου. Η οικογένεια Krabec διέμενε στο χώρο που βρισκόταν κάτω από την κεντρική αίθουσα του σπιτιού. Με ευκαιρία την άφιξη των φίλων τους αποφάσισαν να διοργανώσουν πάρτι στο σπίτι τους, για αυτό και μαζί με το σύντροφο της ετοίμασαν φαγητό και παράλληλα τα παιδιά τους για ύπνο. Κατά το χρόνο αυτό οι υπόλοιποι κάθονταν στη βεράντα. Όταν αυτή και ο σύντροφος της ολοκλήρωσαν τις προετοιμασίες τους και έβαλαν τα παιδιά για ύπνο, κάθισαν με τους υπόλοιπους στη βεράντα, τρώγοντας, πίνοντας αλκοόλ και ακούγοντας μουσική. Παράλληλα και επειδή ήταν ζέστη μπαινόβγαιναν όλοι τους στην πισίνα. Για να σκουπιστούν χρησιμοποιούσαν μπλε πετσέτες που βρίσκονταν στο χώρο της πισίνας. Ο καθένας χρησιμοποιούσε τη δική του, δεν ήταν όμως σε θέση να αναφέρει αν κάποιος από τους παρευρισκόμενους πήρε άλλη πετσέτα εκτός από τη δική του. Ενόσω ήταν μέσα στην πισίνα ο σύντροφος της, αφαίρεσε το πάνω μέρος του μαγιό που αυτή φορούσε. Επειδή εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος γιόρταζε τα γενέθλια του, πρόσθετα με τα υπόλοιπα ποτά ήπιαν και σαμπάνια για να του ευχηθούν. Η ίδια, παρόλο που είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ, ήπιε, όπως είπε, τέσσερα ποτήρια ουίσκι και δύο σαμπάνια, είχε αντίληψη του χώρου και ήταν σε θέση να αναγνωρίζει τους ανθρώπους. Ο δε σύντροφος της ήταν χαρούμενος και διασκέδαζε. Σε ερώτηση αν ήταν μεθυσμένος η μάρτυρας απάντησε ότι φαινόταν μια χαρά. Σε κάποια στιγμή λόγω της σαμπάνιας και επειδή μέσα στην πισίνα χοροπηδούσαν, αισθάνθηκε αδιαθεσία στο στομάχι οπότε γύρω στις 2 τα ξημερώματα, της επόμενης μέρας, αφού τυλίχθηκε μια μπλε πετσέτα της πισίνας πήγε στο υπνοδωμάτιο της. Έκανε εμετό στην τουαλέτα του υπνοδωματίου, δύο με τρεις φορές, και ξάπλωσε στο κρεββάτι της φορώντας μόνο το κάτω μέρος του μαγιό της. Θυμόταν ότι έκανε ξανά εμετό στο κρεββάτι και μετά αποκοιμήθηκε. Ακολούθως ενώ η παραπονούμενη κοιμόταν, αισθάνθηκε κάποιον να της κάνει έρωτα και να έχει το πέος του μέσα στον κόλπο της. Επειδή με το σύντροφο της συνηθίζουν κάτι τέτοιο, νομιζόμενη ότι ήταν αυτός, ανταποκρίθηκε αγκαλιάζοντας τον. Σε κάποια στιγμή άκουσε το πρόσωπο, που νόμιζε ότι ήταν ο σύντροφος της, να της λέει, με ουκρανική προφορά, «σου αρέσει αυτό πουτάυα;» Με το άκουσμα της φωνής του και ενόσω το πέος του βρισκόταν μέσα στον κόλπο της, αντιλήφθηκε ότι δεν επρόκειτο για το σύντροφο της και αμέσως έσπρωξε το πρόσωπο αυτό μακριά της. Λόγω του ότι στο υπνοδωμάτιο τους υπήρχε μεγάλη παραθυρόπορτα από την οποία έμπαινε φως από την πισίνα μπόρεσε να δει ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Ως εξήγησε το πέος του κατηγορούμενου παρέμεινε μέσα στον κόλπο της για 30 δευτερόλεπτα περίπου, μπαίνοντας και βγαίνοντας μέσα της τρεις με τέσσερεις φορές περίπου. Ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε προφυλακτικό και δεν εκσπερμάρτωσε μέσα στον κόλπο της, αφού πρόλαβε και τον έσπρωξε από πάνω της. Στο στάδιο αυτό, ο κατηγορούμενος, που φορούσε κοντό παντελόνι, προσπάθησε να φύγει από το υπνοδωμάτιο τους και η ίδια εντελώς γυμνή, αναστατωμένη και σε κατάσταση σοκ, έτρεξε πίσω του για να τον ρωτήσει για ποιο λόγο το είχε κάνει. Επειδή δεν ήθελε να ξυπνήσει τα παιδιά, άρπαξε τον κατηγορούμενο και τον έσπρωξε σε μια τουαλέτα που ήταν το πρώτο δωμάτιο που συνάντησε και που ήταν κοντά στο υπνοδωμάτιο της. Άνοιξε το φως και τον ρώτησε γιατί το είχε κάνει, αλλά αυτός αρνήθηκε ότι έπραξε οτιδήποτε. Τον χαστούκισε και υψώνοντας τον τόνο της φωνής της τον ξαναρώτησε γιατί το έκανε. Ο κατηγορούμενος, προσπαθώντας να την καθησυχάσει, της είπε να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής της, αυτή όμως του απάντησε πως δεν την ενδιέφερε. Δύο λεπτά περίπου αργότερα, άνοιξε την πόρτα ο Txxxx ρωτώντας τι είχε συμβεί. Η παραπονούμενη βγήκε από την τουαλέτα, αγκάλιασε τον Txxxxx και του περιέγραψε τα όσα έγιναν. Κατόπιν προτροπής του Txxxxx οι τρεις τους βγήκαν έξω στη βεράντα με την παραπονούμενη να ζητά από τον κατηγορούμενο να πει στον Txxxx τι είχε γίνει. Αυτός προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε, ενώ η παραπονούμενη συνέχισε να ζητά από τον κατηγορούμενο να πει την αλήθεια, λέγοντας του ότι θα ξυπνήσει το σύντροφο της για να του πει τι είχε συμβεί και θα καλέσει και την αστυνομία. Πράγματι 10 λεπτά περίπου μετά το βιασμό της και ενώ βρισκόταν σε κατάσταση υστερίας ξύπνησε το σύντροφο της και τον ενημέρωσε για το τι είχε συμβεί. Και οι δύο μαζί μετέβηκαν στη βεράντα όπου εξακολουθούσε να βρίσκεται ο κατηγορούμενος. Σε ερώτηση του συντρόφου της προς τον κατηγορούμενο τι είχε κάνει, και όταν αυτός αρνήθηκε ότι διέπραξε οτιδήποτε, η ίδια τον γρονθοκόπησε λέγοντας του να πάψει να λέει ψέματα και να πει την αλήθεια. Τότε ο σύντροφος της τον ξαναρώτησε και όταν ο κατηγορούμενος του απάντησε «Ε, κάτι έχει γίνει», ξεκίνησε καυγάς μεταξύ τους. Κατά την εξέλιξη του καυγά, και λόγω της φασαρίας που δημιουργήθηκε, ξύπνησε ο γιος του συντρόφου της και αυτή μετέβη στο υπνοδωμάτιο για να τον καθησυχάσει. Όταν επέστρεψε, της είπε ο σύντροφος της ότι ο κατηγορούμενος είχε φύγει με το αυτοκίνητο του. Η αστυνομία η οποία εν τω μεταξύ είχε ειδοποιηθεί, κατέφθασε στο σπίτι και αφού εξήγησαν στους αστυνομικούς τι είχε συμβεί, αυτή μετέβη μαζί τους σε αστυνομικό σταθμό, όπου παρέμεινε τέσσερεις περίπου ώρες, αναμένοντας κάποιον μεταφραστή. Ακολούθως η αστυνομία την μετέφερε στη Λευκωσία για να εξετασθεί από γιατρό, κάτι που έγινε με τη συγκατάθεση της. Η παραπονούμενη, η οποία δεν έχει έμμηνο ρήση, εξήγησε ότι στις 21.08.2020 μαζί με το σύντροφο της, είχαν στοματική, κολπική και πρωκτική επαφή, χωρίς ο σύντροφος της να εκσπερματώσει μέσα της. Από τη στιγμή που βιάσθηκε μέχρι και το χρόνο που εξετάσθηκε από ιατρό είχε χρησιμοποιήσει την τουαλέτα (ούρησε), ενώ δεν έκανε μπάνιο. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της η παραπονούμενη και μετά την μετακίνηση του διαχωριστικού παραβάν, που είχε τοποθετηθεί μπροστά από τον κατηγορούμενο, αναγνώρισε τον τελευταίο ως το πρόσωπο που τη βίασε. Αναγνώρισε περαιτέρω από τις φωτογραφίες - Τεκμήριο 2 - το σπίτι στο οποίο διέμεναν, το υπνοδωμάτιο που είχε με το σύντροφο της, το κρεββάτι στο οποίο διαπράχθηκε, σύμφωνα με την εκδοχή της, ο βιασμός, το κάτω μέρος του μαγιό το οποίο φορούσε πριν κοιμηθεί αλλά, ως εξήγησε, δεν φορούσε όταν ξύπνησε, καθώς και την πετσέτα με την οποία τυλίχθηκε όταν βγήκε ημίγυμνη από την πισίνα και χρησιμοποίησε για να καλύψει το σώμα της. Υπέδειξε επίσης σε φωτογραφίες του Τεκμηρίου 41 το δάκτυλο της, το οποίο όπως είπε είχε φουσκώσει όταν χτύπησε τον κατηγορούμενο, αλλά και το χώρο της τουαλέτας εντός της οποίας είχε σπρώξει τον κατηγορούμενο αμέσως μετά το βιασμό της. Τέλος η παραπονούμενη μαρτύρησε πως την εβδομάδα που ακολούθησε μετά το βιασμό της βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Ένοιωθε μεγάλο στρες, δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά, δεν ήθελε να τρώει, να βγαίνει από το δωμάτιο της, ούτε και να μιλά με κανένα. Όταν αισθάνθηκε ότι μπορούσε να ασχοληθεί με το ζήτημα, αναζήτησε διαδικτυακά ψυχολογική βοήθεια από ψυχολόγο, από την Τσέχικη Δημοκρατία. Ο ψυχολόγος της έχει συστήσει κάποια φάρμακα τα οποία ο σύντροφος της της τα έχει αγοράσει. Μ.Κ.14 κατέθεσε ο Μ. Κxxxxx, διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής (Ε.Δ.Γ) στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (Τεκμήριο 42 το βιογραφικό του σημείωμα και Τεκμήριο 43 η έκθεση την οποία ετοίμασε). Ο μάρτυρας προέβη σε εξέταση τεκμηρίων τα οποία είχαν συλλεγεί από την αστυνομία, κατά τη διάρκεια των ερευνών που αυτή διεξήγαγε, για τη διερεύνηση των αδικημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Ειδικότερα έγινε εξέταση για τυχόν εντοπισμό γενετικού υλικού στα Τεκμήρια 4
(1)- 4
(11), 4
(13), 4
(15)και 4
(16)που είναι μια μπλε πετσέτα, τέσσερα σεντόνια, δυο από το δωμάτιο της παραπονούμενης και του συντρόφου της και δύο από το δωμάτιο του ξενοδοχείου στην Αγία Νάπα όπου διέμενε ο κατηγορούμενος, δύο κολπικά, δύο πρωκτικά και δύο παρειακά επιχρίσματα από την παραπονούμενη, επίχρισμα από το μηρό της παραπονούμενης, δύο παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου και δύο παρειακά επιχρίσματα του Mxxxx Mxxxx. Ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε ώστε να προβεί στις εξετάσεις του και να καταλήξει στα συμπεράσματα του, τα οποία καταγράφει στην έκθεση του - Τεκμήριο 43. Παραθέτουμε όσα ενδιαφέρουν για σκοπούς της παρούσας απόφασης και τα οποία έχουν ως ακολούθως: 1. (Από συμπέρασμα αρ. 3) Από την πετσέτα χρώματος μπλε - Τεκμήριο 4
(1)- απομονώθηκε πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού. Η παραπονούμενη είναι δότρια του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το πιο πάνω αντικείμενο. Ο Mxxxx Mxxxx, σύντροφος της παραπονούμενης, και ο Vxxx Ixxxxx, ο κατηγορούμενος, δεν μπορούν να αποκλεισθούν από δότες μέρους του μικρού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το πιο πάνω αντικείμενο. 2. (Από συμπέρασμα αρ. 8) Ότι στο σεντόνι από το υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης - Τεκμήριο 4
(2)- εντοπίστηκε μικτό γενετικό υλικό της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου. 3. (Από συμπέρασμα αρ. 16) Ότι στο Τεκμήριο 4
(8), που είναι επίχρισμα από το μηρό της παραπονούμενης, εντοπίστηκε αντρικό γενετικό υλικό με μερικό γενετικό προφίλ αντρικού χρωμοσώματος που ταυτίζεται με το αντρικό γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου. 4. (Από συμπέρασμα αρ. 17) Στο Τεκμήριο 4
(9)που είναι και πάλι επίχρισμα από το μηρό της παραπονούμενης, απομονώθηκε πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού. Ο κατηγορούμενος είναι δότης μέρους του μικρού αυτού γενετικού υλικού. Η παραπονούμενη δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότρια μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το πιο πάνω αντικείμενο. Περαιτέρω ο μάρτυρας προχώρησε και εξήγησε γιατί σε κάποιες περιπτώσεις είναι δυνατό, παρά τη σεξουαλική επαφή, να μην εντοπιστεί αντρικό γενετικό υλικό στο κόλπο κάποιας γυναίκας, λέγοντας ότι αυτό μπορεί να παρατηρηθεί υπό κάποιες προϋποθέσεις τις οποίες και παρέθεσε. Σημείωσε δε ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν εντοπίστηκε αντρικό γενετικό υλικό στον κόλπο της παραπονούμενης. Ούτε και στα πρωκτικά επιχρίσματα της παραπονούμενης (Τεκμήρια 4
(10)και 4
(11)) εντοπίσθηκε πυρηνικό γενετικό υλικό οποιουδήποτε προσώπου εκτός της ίδιας της παραπονούμενης. Από τη δική του εμπειρία, αλλά και σύμφωνα με βιβλιογραφία την οποία κατέθεσε - Τεκμήρια 44-47 - υποστήριξε ότι ο μη εντοπισμός αντρικού γενετικού υλικού σε κολπικά και πρωκτικά επιχρίσματα προσώπου, δεν μπορούν να στηρίξουν ούτε τη μη διάπραξη του αδικήματος του βιασμού ή τη διάπραξη του. Αντεξεταζόμενος είπε ότι γενετικό υλικό του κατηγορούμενου θα μπορούσε να μεταφερθεί στο κρεββάτι της παραπονούμενης στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος βοήθησε το σύντροφο της να ξαπλώσει. Έμμεση μεταφορά γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στο κρεββάτι, θα μπορούσε να συμβεί και στην περίπτωση που τέτοιο γενετικό υλικό θα είχε εναποτεθεί προηγουμένως στο σώμα της παραπονούμενης. M.K.15 ήταν ο ιατροδικαστής Ν. Χxxxxxxxx. Στις 22.08.2020 εξέτασε την παραπονούμενη στην παρουσία του γυναικολόγου, δρα Δ. Μxxxxxxxxxx, και ετοίμασε σχετική ιατροδικαστική έκθεση - Τεκμήριο 49 - της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο. Ως εξήγησε πριν τη διενέργεια της εξέτασης του έλαβε πληροφορίες για το συμβάν από την αστυφύλακα που συνόδευε την παραπονούμενη, καθότι με την τελευταία η επικοινωνία ήταν δύσκολη, αφού αυτή δεν είχε καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας. Όπως καταγράφεται στην ιατροδικαστική έκθεση εντοπίσθηκε εκχύμωση, προκληθείσα εντός 24ώρου, διαστάσεων 1.5X1 εκατοστών, στην πρόσθια έσω πλάγια χώρα του δεξιού μηρού της παραπονούμενης. Εντοπίσθηκαν επίσης και κόπρανα εντός του κόλπου της ενώ η πρωκτική και περιπρωκτική περιοχή, ο τόνος του σφικτήρα, τα αιδοίο και η περιαιδοιϊκή περιοχή ήταν φυσιολογικά. Σε σχέση με τα κόπρανα τα οποία εντόπισε εντός του κόλπου της παραπονούμενης είπε ότι αυτά ήταν μεγάλης ποσότητας και βρίσκονταν στο βάθος του κόλπου, στο ύψος του τραχήλου. Εξήγησε ότι μεταφορά κοπράνων εντός του κόλπου, είναι δυνατή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχει και πρωκτική και κολπική επαφή. Δεν ήταν σε θέση ωστόσο να προσδιορίσει πότε είχαν τοποθετηθεί εκεί, ήταν όμως η άποψη του ότι δεν θα είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, διαφορετικά θα παρουσιάζονταν μολύνσεις στον οργανισμό της παραπονούμενης. Τα κόπρανα αυτά έτυχαν καθαρισμού από τον γυναικολόγο, Δ. Μxxxxxxxxx. Εξήγησε επίσης ότι τα επιχρίσματα από τους μηρούς της παραπονούμενης τα έλαβε από την πρόσθια πλευρά του μηρού προς το εσωτερικό του μέρος. Μαρτύρησε ακόμη ότι πέραν της εκχύμωσης μήκους 1.5 επί 1 εκατοστό, που εντόπισε στο έσσω πλάγιο μέρος του δεξιού μηρού της παραπονούμενης, το οποίο υπέδειξε στο Τεκμήριο 4, κανένα άλλο σημάδι από άσκηση βίας δεν εντόπισε στο σώμα της. Διευκρίνισε δε πως η εκχύμωση μπορεί να προκλήθηκε από χτύπημα ή από πίεση με κάποιο όργανο, ή ακόμα και απλώς από δάκτυλο. Αναγνωρίζοντας την υπογραφή του στο Τεκμήριο 21 είπε ότι πρόκειται για το έγγραφο που υπέγραψε για διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων των ούρων και του αίματος τα οποία έλαβε από την παραπονούμενη. Διευκρίνισε κατά την προφορική του μαρτυρία ότι πέραν των ενεργειών που καταγράφει στην έκθεση του, είχε λάβει από την παραπονούμενη και δύο κολπικά επιχρίσματα, ενέργεια την οποία όμως από παραδρομή παρέλειψε να καταγράψει στην έκθεση του. Στις 24.08.2020, ο μάρτυρας εξέτασε και τον κατηγορούμενο ετοιμάζοντας και πάλι ιατροδικαστική έκθεση - Τεκμήριο 50 - της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Σε αυτήν καταγράφει με λεπτομέρεια τα ευρήματα του, τα οποία κυρίως αφορούν εκδορές και εκχυμώσεις σε διάφορα μέρη του σώματος του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.15 κατέθεσε ότι, σύμφωνα με την εμπειρία του, στις περισσότερες περιπτώσεις βιασμών δεν εντοπίζονται κακώσεις σώματος ή εντοπίζονται ελάχιστες κακώσεις, διευκρινίζοντας ότι ο λόγος που σημείωσε στο Τεκμήριο 21 τη συχνή χρήση οινοπνεύματος ήταν γιατί η αστυφύλακας που συνόδευε την παραπονούμενη, τον είχε πληροφορήσει ότι το συγκεκριμένο βράδυ η παραπονούμενη είχε καταναλώσει κάποια ποσότητα αλκοόλ και συγκεκριμένα ουίσκι. Μ.Κ.16 κατέθεσε ο Δ. Μxxxxxxxxx, μαιευτήρας γυναικολόγος στο Μακάρειο Νοσοκομείο (Τεκμήριο 51η γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία). Στις 22.08.2020 υπέβαλε, ως κατέθεσε, την παραπονούμενη σε γυναικολογική εξέταση. Δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της για το λόγο ότι δεν μιλούσε ούτε την ελληνική ούτε και την αγγλική γλώσσα. Από την εξέταση, κατά την οποία η παραπονούμενη ήταν συνεσταλμένη και εμφανώς προβληματισμένη, διαπίστωσε ότι ήταν όλα φυσιολογικά, εκτός από το ό,τι εντός του κόλπου της, εντόπισε μεγάλα κομμάτια κοπράνων τα οποία και απομάκρυνε για λόγους υγιεινής, χορηγώντας της παράλληλα συνταγή αντιβιοτικής αλοιφής ευρέου φάσματος. Μαρτύρησε επίσης ότι κατά την εξέταση δεν διαπιστώθηκε στον κόλπο της παραπονούμενης η ύπαρξη σπιράλ. Όπως εξήγησε τα σπιράλ, που έχουν την επιστημονική ονομασία ενδομήτρια σπειράματα, είναι συσκευές που τοποθετούνται στην ενδομητρική κοιλότητα και έχουν διάρκεια ζωής 3 με 5 χρόνια. Η τοποθέτηση τους γίνεται για σκοπούς αντισύλληψης, είτε για να παρέχουν παράλληλα με την αντισύλληψη και ορμονική αντιμετώπιση κάποιων γυναικολογικών προβλημάτων, όπως αιμορραγιών. Η δεύτερη κατηγορία, αυτά δηλαδή που παρέχουν ορμονική θεραπεία, και περιέχουν ορμονική ουσία, σταματούν την έμμηνο ρήση της γυναίκας. Η έμμηνος ρήση μπορεί να σταματήσει και με τη λήψη αντισυλληπτικών δισκίων καθώς και ενέσιμων. Μετά την πάροδο 3 έως 5 χρόνων το σπιράλ πρέπει να αφαιρεθεί. Η αφαίρεση γίνεται με δύο τρόπους, επειδή διαθέτει κάποια νήματα, τα οποία εξέχουν από τον τράχηλο, αν αυτά υπάρχουν χωρίς να έχουν υποστεί φθορά, το σπιράλ αφαιρείται με τη χρήση αυτών των νημάτων. Στην περίπτωση όμως που τα νήματα έχουν καταστραφεί και δεν φαίνονται, τότε αφαιρείται χειρουργικά. Κατά τη γυναικολογική εξέταση, στην οποία υπέβαλε την παραπονούμενη, δεν διέκρινε τέτοια νήματα, όμως αυτό είναι δυνατόν να παρατηρηθεί στις περιπτώσεις φθοράς των νημάτων. Μ.Κ.17 ήταν ο Α. Φxxxxxxx, (Τεκμήριο 52 η γραπτή του κατάθεση), ο οποίος εκτέλεσε χρέη διερμηνέα στην τσέχικη γλώσσα κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και τη λήψη της κατάθεσης της παραπονούμενης. Στις 22.08.2020 αφού κλήθηκε μετέβη στο ΤΑΕ Πάφου όπου συνάντησε την παραπονούμενη Kxxxx Pxxxxxxxxxx, η οποία φαινόταν κουρασμένη και ξενυχτισμένη. Περιέγραψε τη διαδικασία που ακολούθησε λέγοντας ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, που ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος για τον τρόπο γραφής κάποιων λέξεων στα τσέχικα, ζητούσε τη βοήθεια της παραπονούμενης ή χρησιμοποιούσε το google. Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης η παραπονούμενη διάβασε την κατάθεση της και την υπέγραψε. Μετά την κατάθεση της παραπονούμενης μετέβη μαζί της και με μέλη της αστυνομίας στο σπίτι της παραπονούμενης όπου και πάλι εκτέλεσε χρέη διερμηνέα. Δεν απέκλεισε το γεγονός να είπε στην παραπονούμενη ότι αν ήθελε να συμπληρώσει κάτι στην κατάθεση της, θα μπορούσε να το πράξει ενώπιον του Δικαστηρίου, και αυτό γιατί ο χρόνος που είχαν στη διάθεση τους ήταν περιορισμένος, καθότι θα έπρεπε να μεταβούν στην οικία της παραπονούμενης και μετά στη Λευκωσία ώστε αυτή για να εξετασθεί από ιατροδικαστή, με τον οποίο είχαν καθορισμένη συνάντηση. Δέχθηκε επίσης ότι στην κατάθεση της παραπονούμενης πιθανό να εντοπίζονται λάθη σε κάποιες λέξεις, αλλά όχι στο περιεχόμενο και στην ουσία της όλης κατάθεσης. Μ.Κ.18 ήταν ο Γ. Μxxxxx (Τεκμήριο 53 η γραπτή του κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία). Είναι συνιδιοκτήτης στην εταιρεία Rainbow Motorbikes Renting Ltd, στην Αγία Νάπα, η οποία ασχολείται με ενοικιάσεις αυτοκινήτων. Ο κατηγορούμενος ενοικίασε από την προαναφερόμενη εταιρεία κατόπιν συμφωνίας - Τεκμήριο 54 - το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής xxΤ xx0 για τρεις μέρες, από τις 20.08.2020 μέχρι τις 23.08.2020 έναντι καταβολής ποσού €400,00. Όπως του αναφέρθηκε από συναδέλφους του, αφού ο ίδιος δεν ήταν παρών, μια μέρα πριν τη λήξη της ενοικίασης και συγκεκριμένα στις 22.08.2020, περί η ώρα 3.30 μ.μ., ο κατηγορούμενος κάπως αναστατωμένος μετέβη στα γραφεία της εταιρείας και παρέδωσε το πιο πάνω αυτοκίνητο, λέγοντας ότι θα έπρεπε να αναχωρήσει για τη χώρα του, λόγω προβλήματος στη δουλειά του, ενώ παρέδωσε το αυτοκίνητο χωρίς να ζητήσει επιστροφή χρημάτων και αναχώρησε με ταξί. Μ.Κ.19 κατάθεσε η Μ. Κxxxxxxx (Τεκμήριο 55 η γραπτή της κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία), διερμηνέας η οποία στις 22.08.2020 βοήθησε στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Μετάφρασε επίσης και τη γραπτή του συγκατάθεση για ιατρική εξέταση. Αντεξεταζόμενη κατά πόσο το γεγονός ότι κάποιες λέξεις δεν μεταφέρθηκαν στον κατηγορούμενο με την ακριβή τους έννοια είχε ως αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην απαντά στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι αυτός ήταν ορθά ενημερωμένος για την κατάθεση που επρόκειτο να δώσει, όμως δεν ήθελε να απαντήσει. Μ.Κ.20 ήταν η Κ. Λxxxxx, (Τεκμήριο 57 έκθεση της) χημικός η οποία έχει υπό την επίβλεψη της το εργαστήριο Τοξικολογίας του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του κράτους. Η μαρτυρία της συνίστατο στο ότι παρέλαβε και εξέτασε δείγματα ούρων και αίματος της παραπονούμενης πλην όμως κατά τις εξετάσεις δεν εντοπίσθηκαν σ΄ αυτά οποιεσδήποτε ουσίες. Μετά την κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία και στις δύο κατηγορίες, αυτός επέλεξε την ένορκη κατάθεση, δίδοντας τη δική του εκδοχή η οποία συνοπτικά συνίσταται στο ότι, στις 19.08.2020 αφίχθηκε στην Κύπρο για ολιγοήμερες διακοπές μαζί με τον φίλο του τον Txxxx και την κοπέλα του τελευταίου, την Lxxx. Διέμεναν στην Αγία Νάπα και με αυτοκίνητο που ενοίκιασε ο ίδιος για τρεις μέρες, ήλθαν στην Πάφο όπου θα τους φιλοξενούσαν στο σπίτι τους οι δύο παραπονούμενοι, ο Mxxxx και η σύντροφος του Kxxxx. Αφού αγόρασαν τρεις μπουκάλες ουίσκι, πέντε μπουκάλες σαμπάνιας και αναψυκτικά μετέβησαν στο σπίτι των δύο παραπονούμενων, οι οποίοι τους υπέδειξαν που θα κοιμόντουσαν. Ο ίδιος θα κοιμόταν σε ένα καναπέ που βρισκόταν στο χώρο της κουζίνας. Τακτοποίησαν τα πράγματα τους και κάθισαν στη βεράντα όπου έτρωγαν και διασκέδαζαν καταναλώνοντας αλκοόλ και μπαινοβγαίνοντας στην πισίνα. Η Kxxxx που και αυτή είχε πιει ποτό και είχε μεθύσει, μπήκε στην πισίνα φορώντας τα εσώρουχα της κάτι που τον σόκαρε, αφού αυτό δεν το θεωρεί κοινωνικά αποδεκτό όταν υπάρχουν άγνωστα πρόσωπα στην παρέα. Το γεγονός αυτό, έκανε τον ίδιο και τον Txxxxx να κρατούν αποστάσεις για να μην υπάρξουν οποιεσδήποτε παρεξηγήσεις. Βγαίνοντας από την πισίνα χρησιμοποιούσαν πέντε με έξι πετσέτες που υπήρχαν στις ξαπλώστρες και τις οποίες, όπως οι παραπονούμενοι τους είχαν πει, μπορούσαν να χρησιμοποιούν. Έτσι όλοι σκουπίζονταν και τις άφηναν, ενώ η Kxxxx βγαίνοντας από την πισίνα τυλίχθηκε μια από τις πετσέτες αυτές και ξανακάθισε στο τραπέζι μαζί με τους υπόλοιπους. Ήταν φανερό ότι δεν ένοιωθε καλά και μιλούσε μόνο με τη Lxxx. Ο ίδιος δεν είχε ιδιαίτερη συζήτηση με την Kxxxx. Σε κάποια στιγμή και μετά που κολύμπησαν ξανά, επειδή η Kxxxx δεν αισθανόταν καλά, η Lxxx την συνοδέυσε μέσα στο σπίτι. Όταν η Lxxx επέστρεψε, μετά από δεκαπέντε περίπου λεπτά, είπε στον Mxxxx ότι η Kxxxx ζητούσε να πάει να την δει. Πράγματι ο Mxxxx αφού απολογήθηκε στους παρευρισκόμενους μπήκε μέσα στο σπίτι όπου παρέμεινε μισή ώρα περίπου και όταν επέστρεψε συνέχισαν τη διασκέδαση. Σε κάποια στιγμή και αφού ήπιαν και άλλο ποτό ο Mxxxx έβγαλε το παντελονάκι που φορούσε και εντελώς γυμνός βούτηξε μέσα στην πισίνα. Εκείνη τη στιγμή μέσα στην πισίνα κολυμπούσε ο ίδιος και ο Txxxxx, ενώ η Lxxx καθόταν στο τραπέζι. Ο Mxxxx που ήταν πολύ μεθυσμένος, παίνευε τον εαυτό του λέγοντας του, μεταξύ άλλων, ότι είχε επαφές με τον υπόκοσμο στη Ρωσία. Προθυμοποιήθηκε μάλιστα αν ποτέ ο ίδιος είχε οποιοδήποτε πρόβλημα και ασχέτως αν βρισκόταν στην Κύπρο ή στην Τσεχία, o Mxxxx με παράνομα μέσα, θα μπορούσε να τον βοηθήσει για επίλυση των προβλημάτων του. Σε κάποια στιγμή ο Txxxxx του ζήτησε να τον βοηθήσει για να βγάλουν τον Mxxxx από την πισίνα γιατί φοβόταν ότι θα πνιγεί. Πράγματι τον βοήθησαν και τον μετέφεραν στο υπνοδωμάτιο του και τον έβαλαν να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Ο ίδιος του σήκωσε τα πόδια και ο Txxxx το κεφάλι. Αυτός τοποθέτησε το κεφάλι του Mxxxx με τρόπο που να μην κινδυνεύει να πνιγεί, σε περίπτωση εμετού, και αμέσως εξήλθε από το υπνοδωμάτιο γιατί ένοιωθε άβολα, αφού ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ο Mxxxx, ήταν πολύ μεθυσμένος και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι συνέβαινε, αλλά και γιατί θεωρεί ότι το υπνοδωμάτιο ενός ζευγαριού είναι χώρος ιερός. Μαρτύρησε ακόμη πως δεν πρόσεξε αν στο κρεβάτι κοιμόταν η παραπονούμενη. Στη συνέχεια τόσο ο ίδιος ο κατηγορούμενος, όσο και ο Txxxx και η Lxxx πήγαν για ύπνο. Στη συνέχεια, λόγω της κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας αλκοόλης, ο κατηγορούμενος αισθάνθηκε αναγούλα, αλλά επειδή δεν μπορεί να κάνει εμετό, πήγε στην τουαλέτα, που βρισκόταν δυόμιση περίπου μέτρα από εκεί που ήταν το κρεβάτι του, για να αφοδεύσει. Βγαίνοντας από την τουαλέτα και ενώ πλενόταν στον νιπτήρα, τον πλησίασε η Kxxx τυλιγμένη με μια πετσέτα, τον έσπρωξε προς τα πίσω, πάνω σε ένα τοίχο της τουαλέτας, έβγαλε την πετσέτα και του ζήτησε να έχουν σεξουαλική επαφή. Ο ίδιος σοκαρίστηκε με αυτό που συνέβαινε και της είπε ότι αυτό δεν ήταν σωστό, εφόσον βρισκόταν σε ξένο σπίτι και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δημιουργήσει πολλά προβλήματα. Προσπάθησε να βγει έξω από την τουαλέτα ανοίγοντας την πόρτα, η Kxxxx όμως τον εμπόδιζε με το πόδι της, επιμένοντας να κάνουν σεξ, του κατέβασε δε το παντελονάκι (μαγιό) που φορούσε, του άρπαξε τα γεννητικά του όργανα και προσπάθησε να τον διεγείρει. Αυτός αρνούμενος να προχωρήσει, της είπε να σταματήσει και ότι δεν έχει στύση, αυτή όμως επιμένοντας και ενώ ήταν γυμνή, άρχισε να τρίβεται πάνω στα γεννητικά του όργανα με τα οπίσθια της, εμποδίζοντας τον να βγει από το δωμάτιο. Τον έπιασε δε από το λαιμό, έβαλε τα δάκτυλα της μέσα στο στόμα του και μετά χάϊδεψε τα γεννητικά της όργανα, ενώ όταν η Kxxxxx βεβαιώθηκε ότι πράγματι ο κατηγορούμενος δεν είχε στύση, θύμωσε, άρχισε να του φωνάζει και να τον ρωτά αν του αρέσει ως γυναίκα. Ο κατηγορούμενος φόρεσε το παντελονάκι του και σε κάποια στιγμή μπήκε μέσα στην τουαλέτα ο Txxxx. Τότε ο κατηγορούμενος χάρηκε θεωρώντας ότι το ζήτημα δεν θα είχε συνέχεια. Η Kxxxx προς στιγμή τα έχασε γιατί δεν ανέμενε την άφιξη του Txxxxx, όμως μετά έπεσε στην αγκαλιά του και άρχισε να κλαίει. Όταν ο Txxxxx ρώτησε τι είχε συμβεί ο ίδιος του είπε ότι τίποτε δεν είχε γίνει, όμως η Kxxxx, κλαίγοντας, του είπε ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να την βιάσει. Ο Txxxxx τους ζήτησε να ηρεμήσουν και κάλυψε την Kxxxx με την πετσέτα και τους οδήγησε στον εξωτερικό χώρο του σπιτιού για να επιλύσουν το ζήτημα. Εκεί η Kxxxx πίεζε τον κατηγορούμενο να παραδεχτεί ότι την είχε βιάσει, ενώ ο ίδιος αρνείτο, αφού τίποτα δεν είχε συμβεί. Η Kxxxx ωστόσο επέμενε λέγοντας του ότι θα καλέσει την αστυνομία, κάτι που και ο ίδιος δέχθηκε χωρίς να έχει πρόθεση να φύγει από το σπίτι. Αναμένοντας για να επιλυθεί το ζήτημα κάθισε και περίμενε αρνούμενος και πάλι στον Txxxx τη διάπραξη του αδικήματος. Στη συνέχεια η Kxxxx μπήκε στο σπίτι και ξύπνησε τον συμβίο της, ο οποίος τον ρώτησε με ήρεμο τρόπο τι είχε συμβεί. Όταν ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι έγινε οτιδήποτε, η Kxxxx άρχισε να φωνάζει στο συμβίο της και να του ζητά να κτυπήσει τον κατηγορούμενο, κάτι που ο Mxxxx έκανε ενώ ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να τον ηρεμήσει και να του εξηγήσει τι είχε συμβεί αλλά και να προστατευθεί. Ο Mxxxx όμως άρπαξε μια καρέκλα και τον κτυπούσε με αυτή μέχρι που την έσπασε πάνω του. Άρπαξε δε και δεύτερη καρέκλα με την οποία συνέχισε να τον κτυπά και να τον απειλεί ότι θα τον σκοτώσει, ενώ η Kxxxx συνέχισε να τον παροτρύνει. Επειδή ο κατηγορούμενος φοβήθηκε ότι θα τον σκότωναν, έτρεξε να διαφύγει και να γλυτώσει, δεν τα κατάφερε όμως και κατέληξε σε μια αποθήκη, με αποτέλεσμα ο Mxxxx να τον κτυπήσει εκεί με ένα σκουπόξυλο. Παρά το ότι ο κατηγορούμενος συνέχισε να προσπαθεί να ηρεμήσει τον Mxxxx αυτός συνέχισε να τον κτυπά, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να πάρει από τα χέρια του το σκουπόξυλο και πιθανό κατ΄ εκείνη τη στιγμή να κτύπησε το μάτι του Mxxxx με το σκουπόξυλο. Ο Txxxxx τον παρότρυνε να φύγει και σε κάποια στιγμή του έφερε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του, και το τηλέφωνο του, λέγοντας του «φύγε», κάτι που έπραξε ευρισκόμενος σε κατάσταση σοκ. Στην κατάσταση που ήταν δεν αντιλήφθηκε καν ότι φεύγοντας κρατούσε το σκουπόξυλο, ενώ το αντιλήφθηκε μόνο στα 300 μέτρα περίπου απόσταση από το σπίτι και το πέταξε, ενώ πονούσε πάρα πολύ και ανησυχούσε μήπως και τον κυνηγήσουν για να του κάνουν κακό. Οδηγώντας μετέβη στην Αγία Νάπα, στο ξενοδοχείο όπου διέμενε. Ακολούθως, σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Txxxxx, στέλλοντας του και μήνυμα, όμως αυτός δεν του απάντησε. Αισθανόμενος πλήρη ανασφάλεια για τη ζωή του, λόγω των απειλών που ο Mxxxx εκτόξευσε εναντίον του, και επειδή βρισκόταν σε ξένο τόπο, χωρίς να γνωρίζει κανένα, ή τη γλώσσα, αποφάσισε να εγκαταλείψει την Κύπρο. Αφού ζήτησε βοήθεια από το ξενοδοχείο για να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο του υπνοδωματίου του, για να πάρει το διαβατήριο του, μάζεψε τα πράγματα του και αναχώρησε. Μετέβη στο γραφείο ενοικιάσεων από όπου είχε ενοικιάσει το αυτοκίνητο και αφού το επέστρεψε, μετέβη στο αεροδρόμιο. Στον έλεγχο διαβατηρίων τον πλησίασε ένας αστυνομικός ο οποίος του ζήτησε να τον ακολουθήσει, κάτι που αντιλήφθηκε μόνο από τις κινήσεις των χεριών του, αφού δεν αντιλαμβανόταν τη γλώσσα. Τον μετέφεραν σε ένα δωματιάκι και εκεί υπέθεσε ότι τον κρατούσαν λόγω του καυγά που είχε προηγηθεί. Ζήτησε ιατρική βοήθεια, αλλά ποτέ δεν του παρασχέθηκε. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Πάφο όπου υπήρχε διερμηνέας και του ειπώθηκε ότι θα του ληφθεί ανακριτική κατάθεση. Η διαδικασία της ανάκρισης ήταν αρκετά επιθετική και ο ανακριτής του μιλούσε σε επιθετικό τόνο σε βαθμό που κλείστηκε στον εαυτό του και δεν ήξερε τι να πει. Η διερμηνέας του είπε ότι θα μπορούσε να του συστήσει κάποιο δικηγόρο και αυτό του δημιούργησε ανασφάλεια, σε βαθμό που πίστεψε ότι θα τον ξυλοκοπούσαν, κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Η διερμηνέας του είπε ακόμη ότι θα προσαχθεί ενώπιον Δικαστηρίου και αυτός, επειδή πιστεύει στη δικαιοσύνη, θεώρησε ότι την επόμενη μέρα θα μπορούσε να εκθέσει τα γεγονότα όπως είχαν συμβεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις 10.00 ή 11.00 μ.μ. ζήτησε και πάλι ιατρική βοήθεια, αλλά του απάντησαν με υπεκφυγές, λέγοντας του ότι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε διαθέσιμος γιατρός και ότι θα μπορούσε να εξετασθεί την επόμενη ή αργότερα. Ουσιαστικά του αρνήθηκαν ιατρική εξέταση και για το λόγο αυτό δεν απάντησε σε καμία ερώτηση. Τον μετέφεραν στο κελί και επειδή βρισκόταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση ούτε έτρωγε, ούτε έπινε. Σήμερα πάσχει από κατάθλιψη, αισθάνεται καταπιεσμένος, παρόλο που είναι αθώος, ενώ εδώ και δέκα μήνες στερείται την ελευθερία του με όλα τα επακόλουθα. Αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος στις φωτογραφίες των Τεκμηρίων 18 και 41 υποδεικνύοντας τα τραύματα που του προκάλεσε ο Mxxxxx και η Kxxxx καθώς και την τουαλέτα και τον νιπτήρα στα οποία εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, σύμφωνα με τη δική του εκδοχή. M.Y.1 ήταν o G. Bxxxx, συγκρατούμενος του κατηγορούμενου στις Κεντρικές Φυλακές. Γνώρισε, ως διευκρίνισε τον κατηγορούμενο κατά το χρόνο της κράτησης τους, στις 23.08.2020 και είδε ότι είχε μώλωπες στα χέρια του και παντού στο πρόσωπο. Μαρτύρησε επίσης για τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, τις πρώτες μέρες της γνωριμίας τους, λέγοντας ότι ήταν πολύ στενοχωρημένος, καθόταν μόνος του, ήσυχος και απομονωμένος από τους υπόλοιπους συγκρατούμενους του και χωρίς να τρέφεται κανονικά. Κατά την άποψη του βρισκόταν σε κατάθλιψη κάτι που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Εξακολουθεί να κάθεται πολύ ήσυχος και να είναι συνεργάσιμος χωρίς να δημιουργεί προβλήματα. Εντός των φυλακών παρακολουθείται από γιατρό, του οποίου όμως δεν γνωρίζει την ειδικότητα. Από άλλους ρωσόφωνους κρατούμενους, με τους οποίους ο κατηγορούμενος έχει μιλήσει, πληροφορήθηκε τους λόγους που ο τελευταίος είναι υπόδικος. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 δέχθηκε ότι και ο ίδιος είναι στενοχωρημένος που βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές γιατί δεν βλέπει την οικογένεια του και ότι 8 από τους 10 κρατούμενους τυγχάνουν φαρμακευτικής αγωγής. M.Y.2 ήταν ο ιατροδικαστής Π. Σxxxxxx, (Τεκμήριο 59 η έκθεση του). Με την έκθεση του την οποία υιοθέτησε αλλά και μέσω της προφορικής μαρτυρίας του, υπέδειξε αδυναμίες, ελλείψεις και παραλείψεις, που κατά την άποψη του, καταρρίπτουν την αξιοπιστία των θέσεων της κατηγορούσας αρχής. Ως πιο σημαντικές αδυναμίες, υπέδειξε τις ακόλουθες: • Δεν καταγράφεται στην ιατροδικαστική έκθεση - Τεκμήριο 49 -πλήρες ιστορικό των γεγονότων που έλαβαν χώρα κακώσεις από άσκηση βίας ενδεικτικές βιασμού, ούτε σημεία άμυνας στο σώμα της παραπονούμενης. • Δεν διερευνήθηκε ο λόγος και ο τρόπος που εντοπίσθηκαν κόπρανα στον κόλπο της παραπονούμενης, ούτε και η ποσότητα τους. • Μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου θα έπρεπε να γινόταν σε αυτόν άμεσα και χωρίς χρονοτριβή, ιατροδικαστική εξέταση και δειγματοληψία, κάτι που δεν έγινε. Θα έπρεπε ειδικότερα να ληφθούν από το σώμα του δείγματα συμπεριλαμβανομένων και επιχρισμάτων από τη βάλανο και από το δέρμα του ανδρικού του μορίου έτσι ώστε να διενεργηθούν εξετάσεις ταυτοποίησης DNA. • Η αστυνομία παρέλειψε να παραλάβει το μαγιό/παντελονάκι που φορούσε ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο. Από την παραπονούμενη θα έπρεπε να ληφθούν επιχρίσματα και από το υπόλοιπο σώμα της και ειδικότερα από την περι-αιδοιϊκή περιοχή, τη στοματική κοιλότητα, την περιοχή του στήθους, του θώρακα, από την περί-πρωκτική χώρα, από την περιοχή της κοιλιάς και του εφηβαίου, τα νύχια, τα χέρια, την κοιλιακή χώρα και το στήθος καθώς και περί αιδοιικά και περί-κολπικά επιχρίσματα. • Δεν λήφθηκαν φωτογραφίες των θέσεων του κόλπου και των μηρών από τα οποία λήφθηκαν τα επιχρίσματα ούτε και του σημείου του κόλπου στο οποίο ανευρέθηκαν τα κόπρανα. • Ο ιατροδικαστής της κατηγορούσας αρχής θα έπρεπε να διενεργήσει αυτοψία στη σκηνή. • Η φωτογράφηση της παραπονούμενης είναι ελλιπής και εκτός των συνήθων ιατροδικαστικών πρακτικών. Ελλιπής είναι επίσης η φωτογράφηση των σκηνών και της κατοικίας, των σεντονιών και της πετσέτας του δωματίου του ξενοδοχείου, στο οποίο διέμενε ο κατηγορούμενος. Δεν έγινε εξέταση του αίματος που εντοπίσθηκε στην πετσέτα και των τριχών που βρέθηκαν στο σεντόνι του κρεβατιού του υπνοδωματίου της παραπονούμενης. Αναφορικά με την παρουσία γενετικού υλικού στους μηρούς της παραπονούμενης υποστήριξε ότι από την ύπαρξη του δεν είναι δυνατό να εξαχθεί συμπέρασμα αν αυτό τοποθετήθηκε με άμεση επαφή ή έμμεσα από μεταφορά και ειδικότερα γιατί σύμφωνα με τη θέση του ο κατηγορούμενος είναι καλός δότης γενετικού υλικού. Επιπρόσθετα, ο Μ.Υ.2, διατύπωσε τη θέση πως θα έπρεπε να γίνουν περαιτέρω εξετάσεις για μολυσματικές και σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσους και σε άλλα άτομα αλλά και να διερευνηθεί το ζήτημα της διακοπής της έμμηνης ρήσης της παραπονούμενης. Προχώρησε ο μάρτυρας και σε σχολιασμό παραλείψεων και αδυναμιών, που σύμφωνα με τη θέση του, εντοπίζονται στη μαρτυρία της παραπονούμενης, αλλά και παραλείψεις της αστυνομίας, η οποία δεν διενήργησε έρευνα στους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού, στο οποίο διέμενε η παραπονούμενη, στους οποίους χώρους, όπως προαναφέρθηκε, ο ιατροδικαστής της κατηγορούσας αρχής, θα έπρεπε να προβεί σε αυτοψία. Ως πολύ σημαντικό στοιχείο που καταρρίπτει τον ισχυρισμό της παραπονούμενης για βιασμό της, αποτελεί κατά την άποψη του Μ.Υ.2, το γεγονός ότι ο ιατροδικαστής της κατηγορούσας αρχής δεν διαπίστωσε υπεραιμία των τοιχωμάτων του κόλπου και του τράχηλου της μήτρας της παραπονούμενης, στοιχεία που είναι ενδεικτικά διείσδυσης του αντρικού μορίου σε στύση εντός του κόλπου μιας γυναίκας. Την άποψη του αυτή, ότι δηλαδή θα έπρεπε να είχε παρατηρηθεί υπεραιμία, την σχημάτισε αφού είδε, σε κάποιες φωτογραφίες που του υποδείχθηκαν, το πέος του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το μέγεθος του πέους του, και όταν αυτό θα ήταν σε στύση, ήταν η θέση του ότι θα έπρεπε να είχε δημιουργηθεί υπεραιμία. Αντεξεταζόμενος ωστόσο αποδέχθηκε ότι δεν είχε δει τέτοιες φωτογραφίες. Τέλος, ως σημαντικό στοιχείο που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό της παραπονούμενης, πρόβαλε το γεγονός ότι δεν εντοπίσθηκε στα ενδοκολπικά επιχρίσματα αυτής γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι δύο νομικοί εκπρόσωποι, της κατηγορούσας αρχής και του κατηγορούμενου, παρέθεσαν ενώπιον μας γραπτώς τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους καθώς και τις τελικές εισηγήσεις τους αναφορικά με την έκβαση της υπόθεσης. Διατηρούμε κατά νου τα επιχειρήματα και τις θέσεις των δύο πλευρών. Δεν θεωρούμε ότι είναι απαραίτητο να παρατεθούν, θα αναφερθούμε σ΄ αυτές στο βαθμό και στην έκταση που είναι αναγκαίο για την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης μας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ακούσαμε, με κάθε δυνατή προσοχή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας, αλλά και τον κατηγορούμενο ο οποίος επέλεξε την ένορκη κατάθεση, ως εκ τούτου είχαμε την ευχέρεια να παρακολουθήσουμε τον τρόπο κατάθεσης και συμπεριφοράς τους (βλέπε ως σχετική την υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας όλων διενεργήθηκε έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων τους, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται τα όσα κατέθεσαν. Ακόμη, τη σαφήνεια ή μη των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή μη, είτε αντιφάσεων, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον μας. Έχουμε επίσης κατά νου τα λεχθέντα στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates ν. Α. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε πως «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας. Δεν είναι νοητός ο διαχωρισμός των κριτηρίων αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα από τα πρακτικά της υπόθεσης που περιέχουν τη μαρτυρία του.» Ταυτόχρονα έχουμε επίγνωση πως, η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα που προφανώς ενέχει κινδύνους παραπλάνησης, συνεπεία προσποίησης ή υπόκρισης, συνεπώς θα πρέπει να αποφεύγεται. Στην υπόθεση Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, κατά την αξιολόγηση μαρτύρων, σε άμεσο και σταθερό λόγο αλλά και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο έψεξε την αναφορά αυτή και επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.» Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε είναι ενδεχόμενο το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, όταν βρίσκεται στο εδώλιο, να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελούν μάρτυρες οι οποίοι διέπονται, λόγω του χαρακτήρα τους, από επιπολαιότητα η οποία δεν τους επιτρέπει να εντείνουν τη μνήμη τους και δεν καταβάλλουν προσπάθεια για ορθή αντίληψη των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων προβάλλει επισφαλής. Πέραν όμως των προαναφερόμενων διατηρούμε επίσης στο μυαλό μας ότι διαχρονικά έχει καταδειχθεί πως μια μαρτυρία ενδέχεται να είναι ψευδής ή να εμπεριέχει κινδύνους, αν γίνει αποδεκτή, όταν συνυπάρχουν σχέσεις φιλίας, επιθυμίας για εύνοια, οργής και μίσους, φιλοχρηματία, ιδιοτέλεια, φόβος αντεκδικήσεων ή και άσκηση ψυχολογικής βίας, οπότε απαιτείται ιδιάζουσα προσοχή κατά τη διεργασία της αξιολόγησης ώστε, κατά το ανθρωπίνως δυνατό, να διαπιστώνονται τα πραγματικά περιστατικά, κατά τη μέγιστη εγγύηση. Επιπρόσθετα σημειώνουμε πως ασκήσαμε το έργο της αξιολόγησης έχοντας λάβει υπόψη μας και σχετικές νουθεσίες οι οποίες διατυπώθηκαν στην υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 όπου, μεταξύ άλλων, επισημάνθηκε πως «Αναμφίβολα, πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατόν να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από την δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Με γνώμονα τις προαναφερόμενες νουθεσίες και κριτήρια αξιολόγησης προβαίνουμε στα πιο κάτω συμπεράσματα αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων και του κατηγορούμενου οι οποίοι, όλοι τους, κατέθεσαν ενώπιον μας ενόρκως. Κατευθύνοντας κατ΄ αρχήν την προσοχή μας στους αστυφύλακες - αστυνομικά όργανα - Μ.Κ.1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 επισημαίνουμε ότι προσεγγίσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας κατά νου και σχετικές νουθεσίες τις οποίες από νωρίς η νομολογία μας, (βλέπε υπόθεση Volettos v. The Republic
(1961)1 C.L.R. 169), έχει διατυπώσει για την αξιολόγηση αστυνομικών οργάνων. Μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους εξάγεται θετική εικόνα και στοιχεία που μας δημιούργησαν την πεποίθηση ότι οι προαναφερόμενοι μάρτυρες μετέφεραν στο Δικαστήριο, χωρίς οποιαδήποτε αλλοίωση, τα γεγονότα όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους, κατά τον τρόπο που εξήγησαν, ανάλογα με το βαθμό που συμμετείχαν στις ανακρίσεις που διεξάχθηκαν για τη διαλεύκανση της παρούσας υπόθεσης ή και στη μεταφορά τεκμηρίων τα οποία συλλέχθηκαν από την αστυνομία για σκοπούς εξετάσεων από κρατικά εργαστήρια ή τους εμπειρογνώμονες. Δεν εντοπίζουμε στοιχεία που να μας επιτρέπουν να αμφισβητήσουμε την αλήθεια των λεγομένων τους ή την αντικειμενικότητα τους ως προς τον τρόπο δράσης και εμπλοκής τους. Αποδεχόμαστε ότι οι προαναφερόμενοι μάρτυρες με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα έθεσαν ενώπιον μας κάθε ουσιώδες πραγματικό γεγονός, στην εξέλιξη του οποίου συμμετείχαν χωρίς υπερβολή ή αχρείαστο ζήλο, με μόνο σκοπό την αναζήτηση της αλήθειας, κατ΄ επέκταση την υποβοήθηση του Δικαστηρίου στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη. Σημειώνουμε άλλωστε πως εκ μέρους της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης δεν τέθηκε ζήτημα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας των προαναφερόμενων μαρτύρων. Δεν παραγνωρίσαμε τις θέσεις της υπεράσπισης ότι εκ μέρους των ανακριτικών αρχών υπήρξαν παραλείψεις, ωστόσο, έχουμε αντιληφθεί πως οι εν λόγω θέσεις δεν σχετίζονται με την αξιοπιστία κάποιου συγκεκριμένου μάρτυρα αστυφύλακα, αλλά με τη γενικότερη διερεύνηση και τη βλάβη στα δικαιώματα του κατηγορούμενου, και ως τέτοιο ζήτημα θα το εξετάσουμε σε κατοπινό στάδιο. Συνακόλουθα των προλεγόμενων οι Μ.Κ.1 έως 4 και 6 έως 11 κρίνονται αξιόπιστοι και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ως μάρτυρες εμπειρογνώμονες κατέθεσαν οι Μ.Κ.14, Μ.Κ.15, Μ.Κ.16, Μ.Κ.20 και Μ.Υ.2. Οι Μ.Κ.15 και Μ.Υ.2 κατέθεσαν ως ιατροδικαστές, ο Μ.Κ.14 ως γενετιστής, ο Μ.Κ.16 ως γυναικολόγος και η Μ.Κ.20 ως χημικός. Αναφορικά με τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, υπενθυμίζουμε πως το Δικαστήριο οφείλει κατ΄ αρχήν να ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας, που παρουσιάζεται ενώπιον του, ως εμπειρογνώμονας, είναι όντως τέτοιος στον τομέα που καταθέτει, και ακολούθως να τον αξιολογήσει στη βάση των κριτηρίων που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν διαφέρει από την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων, διέπεται όμως από πρόσθετους κανόνες. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746 αναφέρθηκε πως: «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες ως προς την απόδειξη. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης. Ο πραγματογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. (Βλ. Vassilico Cement Works ν. Stavrou
(1978)1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 CLR 663). Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. (Βλ. Davie ν. Edimborough Magistrates
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades ν. Republic
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1.) Στην ίδια απόφαση διευκρινίζεται πως: «Κατά τα άλλα, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων. Δεν είναι επιτρεπτή η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας με στόχο την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος στο οποίο αναφέρεται επειδή εκείνος που μεταφέρει την πληροφορία στο Δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας (Βλ. Republic ν. Chacholiades
(1980)1 CLR 481). Όσο και αν είναι δυνατό να αναφερθεί ο πραγματογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους συλλογισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους. Η διάκριση μεταξύ της πρωτογενούς μαρτυρίας που είναι επιτρεπτή και της εξ ακοής μαρτυρίας που είναι ανεπίτρεπτη, έχει να κάμει με την φύση της μαρτυρίας σε συνάρτηση, όμως, και προς το σκοπό για τον οποίο προσάγεται. Έτσι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Constantinides (Akinita) Ltd ν. Mavrogenis (ανωτέρω), η μαρτυρία του πραγματογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός. Ακολουθεί πως η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία, θα αφήσει τη γνώμη του πραγματογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία.» Επισημαίνεται βέβαια πως η εξ' ακοής μαρτυρία είναι πλέον αποδεκτή και εναπόκειται στο Δικαστήριο να την αξιολογήσει και να αποφανθεί αν θα την κρίνει αξιόπιστη, και κατ' επέκταση να της αποδώσει την πρέπουσα βαρύτητα. Σε πιο πρόσφατη νομολογία, στην υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B154, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 02.05.2017, επαναλήφθηκαν επί της ουσίας τους οι καθοδηγητικές γραμμές επί των οποίων εδράζεται η αξιολόγηση πραγματογνωμόνων και εμπειρογνωμόνων. Λέχθηκε ότι: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162).» Με γνώμονα τις προαναφερόμενες κατευθυντήριες γραμμές και κριτήρια προβαίνουμε στην αξιολόγηση των προειρημένων εμπειρογνωμόνων. Αρχίζοντας από τη Μ.Κ.20, χημικό στο Γενικό Χημείο του Κράτους σημειώνουμε πως τα προσόντα της δεν αμφισβητήθηκαν αλλά ούτε και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της. H ποιότητα της μαρτυρίας της ήταν τέτοια που έχουμε πεισθεί κατ΄ αρχήν ότι πρόκειται για εμπειρογνώμονα, στον τομέα που κατέθεσε. Υπενθυμίζεται ότι αυτή εξέτασε τα ούρα και το αίμα τα οποία λήφθηκαν από την παραπονούμενη, δίδοντας το αποτέλεσμα των εξετάσεων στις οποίες προέβη μέσω της έκθεσης που ετοίμασε - Τεκμήριο 57. Περαιτέρω θεωρούμε πως ενήργησε στο πλαίσιο των καθηκόντων της, στη βάση των γνώσεων και της εμπειρίας της, προκειμένου να επέλθει το αποτέλεσμα των ενεργειών της. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας της είναι τέτοιο που μας έχει πείσει ότι κατέθεσε την αλήθεια ως ένας ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας. Επισημαίνουμε άλλωστε πως η αντεξέταση της είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα, χωρίς να αμφισβητηθούν τα αποτελέσματα των εξετάσεων της. Ως εκ τούτου, χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της και τα αποτελέσματα των εξετάσεων της ως αληθινά και αξιόπιστα. Όσον αφορά στον Μ.Κ.14, Μ. Κxxxxx, σημειώνουμε εξ΄ αρχής την πολύ θετική εικόνα που έχουμε αποκομίσει από τη μαρτυρία του, προεχόμενη από τις πλήρως επεξηγηματικές αναφορές επί της έκθεσης του - Τεκμήριο 43 - ως προς τον τρόπο και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε προκειμένου να προβεί στις αναλύσεις των Τεκμηρίων τα οποία στάλθηκαν στο εργαστήριο του οποίου αυτός προΐσταται, από την αστυνομία. Τα ίδια χαρακτηριστικά στοιχεία διέπουν και τη διά ζώσης μαρτυρία του, όπου με σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις, παρουσίασε τα συμπεράσματα του ως προς τον εντοπισμό γενετικού υλικού διαφόρων προσώπων, περιλαμβανομένου του κατηγορούμενου επί των Τεκμηρίων 4
(1), 4
(2), 4
(8)και 4
(9), όπου πρόκειται για πετσέτα χρώματος μπλε, σεντόνι από το υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης, επίχρισμα από το μηρό της παραπονούμενης και επίσης επίχρισμα από το μηρό της παραπονούμενης, αντίστοιχα, παραμένοντας ακλόνητος και κατηγορηματικός στις τοποθετήσεις του, χωρίς υποβόσκοντα στοιχεία ταλάντευσης στην άποψη του ή στα συμπεράσματα του. Υπήρξε πλήρως κατατοπιστικός αναλύοντας τον τρόπο εξέτασης των δειγμάτων επί των οποίων προέβη σε αναλύσεις. Επισημαίνουμε δε πως δεν αμφισβητήθηκε ο τρόπος και οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε. Σημειώνουμε εξάλλου την απουσία, γενικότερα, οποιασδήποτε εισήγησης, εκ μέρους της υπεράσπισης, σχετιζόμενης με αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των συμπερασμάτων του. Αποδεχόμαστε ανεπιφύλακτα τη μαρτυρία του, κατ΄ επέκταση και τα συμπεράσματα του, ως το προϊόν των επιστημονικών κριτηρίων και των μεθόδων που εφάρμοσε αλλά και της εμπειρίας του. Ο Μ.Κ.16 ήταν ο γυναικολόγος που εξέτασε την παραπονούμενη 12 ώρες περίπου μετά την καταγγελία της τελευταίας για βιασμό της. Μας φάνηκε κατ΄ αρχήν πως γνώριζε πολύ καλά το αντικείμενο του. Eιδικεύεται δε για περίοδο 9 ετών. Ενήργησε στο πλαίσιο των καθηκόντων του επικεντρωμένος στην εξέταση που επέβαλλαν οι περιστάσεις υπό τις οποίες κλήθηκε να εξετάσει την παραπονούμενη, ως πιθανό θύμα βιασμού. Τα προσόντα και οι γνώσεις ή η εμπειρία του δεν αμφισβητήθηκαν. Έχουμε πεισθεί ότι πρόκειται για εμπειρογνώμονα στο θέμα για το οποίο κατέθεσε. Είναι γεγονός ότι εισπράξαμε ελαφριά νευρικότητα κατά τη μαρτυρία του έναντι των όσων σχετίζονται με το περιεχόμενο της έκθεσης του ιατροδικαστή Μ.Υ.2, την οποία εμείς δεν είχαμε βέβαια υπόψη μας κατά τη μαρτυρία του μάρτυρα, προφανώς αυτός είχε γνώση, λόγω του ότι αποδίδονται από τον Μ.Υ.2 ελλείψεις στον τρόπο εξέτασης της παραπονούμενης εκ μέρους του Μ.Κ.16, ωστόσο, δεν θεωρούμε πως αυτή η στάση του είναι ικανή να επηρεάσει επί της ουσίας τα αποτελέσματα της εξέτασης του και την αξιοπιστία του. Θα μπορούσε να ήταν πιο ήπιος, όμως ο κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά, ως είναι λογικό, όταν αμφισβητείται ή όταν του αποδίδονται πράξεις ή ελλείψεις στον τομέα του. Περαιτέρω το γεγονός ότι κατά την εξέταση της παραπονούμενης δεν υπήρχε διερμηνέας, παρ΄ ότι θα ήταν ορθό να υπήρχε, δεν θεωρούμε πως αυτό επέδρασε στην ποιότητα της εξέτασης στην οποία προέβη ο Μ.Κ.16, κατ΄ επέκταση ούτε στα ευρήματα ή αποτελέσματα αυτής, αφού ο εντοπισμός οποιουδήποτε ευρήματος δεν προϋποθέτει την ύπαρξη διερμηνέα. Σημειώνουμε δε πως παρά τη μακρά αντεξέταση του, δεδομένου του συγκεκριμένου αντικειμένου για το οποίο μαρτύρησε, τα ευρήματα και οι διαπιστώσεις του δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης ή αντίκρουσης, συνεπώς αυτά παρέμειναν ενώπιον μας στέρεα και ακλόνητα. Επιπλέον επισημαίνουμε πως ο Μ.Κ.16 είναι πρόσωπο εντελώς ασύνδετο με τα εμπλεκόμενα μέρη και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να μαρτυρήσει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να βοηθήσει τη μία ή την άλλη πλευρά. Είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας σε νοσοκομείο και είναι στο πλαίσιο του λειτουργήματος του που του ζητήθηκε η εξέταση της παραπονούμενης. Ενόψει των πιο πάνω δεν έχουμε λόγο να μην αποδεχθούμε τα αποτελέσματα της εξέτασης του, τα οποία προβάλλουν αξιόπιστα και ως εκ τούτου αποδεκτά. Όσον αφορά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.15 και Μ.Υ.2, αναπόφευκτα λόγω της ίδιας ειδικότητας που κατέχουν αλλά και του ιδίου αντικειμένου για το οποίο κλήθηκαν να καταθέσουν, έχουμε συγκρίνει και αντιπαραβάλει τη μαρτυρία τους. Αποδεχόμαστε κατ΄ αρχήν και τους δύο αυτούς μάρτυρες ως εμπειρογνώμονες, για τα θέματα που κλήθηκαν να καταθέσουν, σημειώνοντας το γεγονός πως ο Μ.Κ.15, κατόπιν αιτήματος της αστυνομίας, εξέτασε τόσο την παραπονούμενη όσο και τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του Μ.Κ.15 ήταν κατατοπιστική σ΄ ότι αφορά και στις δύο εξετάσεις. Κατά τη μαρτυρία του δεν του υποδείχθηκαν κάποιες λανθασμένες ενέργειες οι οποίες να στερούν από την υπεράσπιση ή το Δικαστήριο να διαφωτιστεί για τα αποτελέσματα των εξετάσεων του, τα οποία είναι καταγραμμένα σε σχετικές εκθέσεις - Τεκμήρια 49 και 50 αναφορικά με την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο αντίστοιχα. Δεν διέλαθε βέβαια της προσοχής μας η υποβολή της υπεράσπισης πως θα έπρεπε να ληφθούν επιπλέον επιχρίσματα από όλο το σώμα της παραπονούμενης, ωστόσο αυτή η «παράλειψη» δεν θεωρούμε πως αποτελεί στοιχείο που συνηγορεί πως ο Μ.Κ.15 δεν ενήργησε ορθά. Αποδέχθηκε βέβαια ότι θα ήταν ορθό να λαμβάνονταν επιχρίσματα από τα νύχια της παραπονούμενης αυτό όμως τον τιμά, δεν προσπάθησε να αποφύγει την παράλειψη του. Σε ό,τι αφορά όμως στην υποβολή θέσης ότι θα έπρεπε να ληφθούν επιχρίσματα από όλο το σώμα της παραπονούμενης, μας ικανοποιεί η εξήγηση του πως δεν είναι ουσιαστικά πρακτικό να γίνεται κάτι τέτοιο, αλλά οι λήψεις επιχρισμάτων επικεντρώνονται σε πιθανά ύποπτα σημεία. Ως προς το γεγονός ότι δεν λήφθηκαν επιχρίσματα από το πέος του κατηγορούμενου επίσης ο Μ.Κ.15 έδωσε πειστική εξήγηση, λέγοντας πως αυτό θα ήταν ορθό να γινόταν στο αρχικό στάδιο και όχι κατά το στάδιο που αυτός εξέτασε τον κατηγορούμενο, ήτοι δύο μέρες αργότερα, οπότε δεν αναμενόταν να εντοπισθεί κάτι που να βοηθήσει στην υπόθεση. Ούτε το γεγονός ότι αυτός δεν εντόπισε σπιράλ στον κόλπο της παραπονούμενης, όπως δεν εντόπισε και ο Μ.Κ.16 ο οποίος και αυτός ως γυναικολόγος προέβη σε εξέταση του κόλπου της, οδηγεί σε εύλογο συμπέρασμα πως ο Μ.Κ.15 δεν προέβη με την απαραίτητη επιμέλεια στην εξέταση της παραπονούμενης. Ως εξήγησε ο Μ.Κ.16, γυναικολόγος, και δεν αμφισβητήθηκε, το σπιράλ έχει νημάτια τα οποία με την πάροδο του χρόνου φθείρονται και δεν φαίνονται, γι΄ αυτό χρειάζεται χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση τους. Οφείλουμε να σημειώσουμε πως δεν αντιληφθήκαμε οποιαδήποτε προκατάληψη ή μεροληπτική τοποθέτηση του Μ.Κ.15, άλλωστε δεν αντεξετάστηκε σε τέτοιο επίπεδο. Επιπλέον κρίνουμε πλήρως ικανοποιητική την απάντηση του Μ.Κ.15 στην υποβολή ότι αυτός δεν νομιμοποιούνταν να εξετάσει τον κατηγορούμενο στη βάση του Τεκμηρίου 29, το οποίο όντως δεν αναφέρει ρητά το όνομα του ως ιατροδικαστή. Ως εξήγησε ο Μ.Κ.15 η εξέταση του είναι ιατρική πράξη - εξέταση, συνεπώς ήταν κατανοητό για τον κατηγορούμενο τι θα ακολουθούσε. Αποδεχόμαστε την εν λόγω εξήγηση του Μ.Κ.15, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος δεν έθεσε είτε στον Μ.Κ.15 κάποια ένσταση του πριν την εξέταση του αλλά ούτε και ενώπιον μας, κατά την ένορκη μαρτυρία του, έθεσε τέτοιο ζήτημα. Επαναλαμβάνουμε και υιοθετούμε τα όσα αναφέραμε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.16 σχετιζόμενα με την απουσία διερμηνέα κατά την εξέταση και από τον Μ.Κ.15, καταλήγοντας ότι η απουσία διερμηνέα, παρ΄ ότι θα ήταν ορθό να υπήρχε διερμηνέας, δεν επηρέασε την ορθότητα της εξέτασης της παραπονούμενης από τον Μ.Κ.15. Σ΄ ότι αφορά δε στα ευρήματα του από την εξέταση του κατηγορούμενου η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίκρουστη. Συνακόλουθα των προαναφερόμενων κρίνουμε πως νομιμοποιούμαστε να κρίνουμε αξιόπιστα τα ευρήματα του Μ.Κ.15 και ως τέτοια τα αποδεχόμαστε. Από την αντίπερα όχθη βρίσκεται η μαρτυρία του Μ.Υ.2, έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο της, φρονούμε πως μέσα από το σύνολο αυτής προκύπτουν στοιχεία τα οποία μας υπαγορεύουν ότι θα ήταν ακροσφαλές να δεχθούμε τις απόψεις και τις θέσεις του, τις οποίες προώθησε ενόρκως ενώπιον μας αλλά και μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης που αυτός ετοίμασε - Τεκμήριο 59. Εξηγούμαστε στη συνέχεια: 1. Κατ΄ αρχήν διαπιστώνουμε πως μέσα από την έκθεση του έχει προβεί σε μία θεώρηση για τη μαρτυρία που είχε ακουσθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, μέχρι το στάδιο όπου αυτός κατέθεσε, αφού μελέτησε και τα πρακτικά της υπόθεσης, προβαίνοντας στα συμπεράσματα του, σ΄ ότι αφορά στο παράπονο της παραπονούμενης, αγγίζοντας το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, εγχείρημα που δεν είναι επιτρεπτό για οποιοδήποτε εμπειρογνώμονα, αφού αυτό εμπίπτει στο έργο του Δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει αφού ακούσει όλη τη μαρτυρία και συνεκτιμήσει και άλλα στοιχεία πέραν του περιεχομένου των άψυχων πρακτικών. Το έργο όμως του ιατροδικαστή δεν είναι αυτό, ό,τι αναμένεται είναι η μετάδοση, στο Δικαστήριο, των εξειδικευμένων γνώσεων του και εμπειριών, διαφωτίζοντας για τα όσα ειδικά θέματα θα απασχολήσουν το Δικαστήριο. Παραπέμπουμε προς τούτο στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:Β214, Ποινική Έφεση 91/2017, ημερομηνίας 02.05.2018, όπου ξεκαθαρίζεται πως «..καθήκον κάθε εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). Δεν είναι ο ρόλος του πραγματογνώμονα να καταθέτει ή να σχολιάζει επί της αξιοπιστίας ενός συγκεκριμένου μάρτυρα. Το βαρύ και δύσκολο καθήκον της κρίσης της αξιοπιστίας και της τελικής ετυμηγορίας, περιλαμβανομένης της διατύπωσης ευρημάτων, βαραίνει τους δικαστές και όχι οποιοδήποτε άλλο.» Είμαστε βέβαιοι ότι ουδεμία πρόθεση υπήρξε εκ μέρους του Μ.Υ.2, ωστόσο διαφαίνεται πως αυτή του η επιλογή τον επηρέασε κατά τρόπο που δεν του επέτρεψε να περιοριστεί στο ρόλο του, ως τον έχουμε παραθέσει πιο πάνω. Προς ενίσχυση του εν λόγω συμπεράσματος μας, ενδεικτικά και μόνο, παραπέμπουμε σε αναφορές του για το περιεχόμενο της κατάθεσης της παραπονούμενης, δηλαδή αυτής που έδωσε στην αστυνομία, προκειμένου ο Μ.Υ.2 να υποδείξει αδυναμίες στην εκδοχή της, πλην όμως ενώπιον μας η παραπονούμενη δεν υιοθέτησε το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης ως μέρος της κύριας εξέτασης της. Υπεισήλθε θεωρούμε ο Μ.Υ.2, σε μία διαδικασία αντιστοίχισης των δύο εκδοχών και εν τέλει, κατά τρόπο που δεν είναι αποδεκτός στο δικαιϊκό μας σύστημα, προέβη σε αναφορές, υπό τύπο συμπεράσματος ότι «ο ισχυρισμός της παραπονούμενης σε σχέση με το παράπονο της που κατάγγειλε στην αστυνομία δεν βρίσκει επιστημονικό έρεισμα ούτε από την ιατροδικαστική εξέταση ούτε από τη γυναικολογική εξέταση αλλά ούτε από τα αποτελέσματα της επιστημονικής εξέτασης των αστυνομικών τεκμηρίων που έγιναν από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής».
  1. Ενώ κατανοούμε ότι ως ιατροδικαστής είναι λογικό και αναμενόμενο να έχει κάποιες γενικές γνώσεις που αφορούν στον εντοπισμό ή την ταυτοποίηση του γενετικού υλικού, ωστόσο γεγονός παραμένει πως δεν είναι ειδικός εμπειρογνώμονας επί του θέματος, συνεπώς δεν αποδεχόμαστε τις όποιες αναφορές-θέσεις του οι οποίες λαμβάνουν υπόψη ή βασίζονται στις θέσεις και τα ευρήματα του Μ.Κ.14, δρα Μ. Καριόλου. Καθίσταται αντιληπτό πως ο Μ.Υ.2 ενήργησε ως κριτής της υπόθεσης.
  2. Επιπρόσθετα επισημαίνουμε πως ο Μ.Υ.2 υποστήριξε την άποψη του, ότι ο ισχυρισμός της παραπονούμενης αποδυναμώνεται και επειδή, κατά την ιατροδικαστική εξέταση, δεν εντοπίστηκε υπεραιμία στα τοιχώματα του κόλπου της παραπονούμενης, αλλά ούτε και υπεραιμία του τραχήλου, η οποία ήταν αναμενόμενο να παρουσιαστεί, κατά τη γνώμη του, λόγω της τριβής με το πέος του κατηγορούμενου, βασιζόμενος και στο μέγεθος - στο μόριο του τελευταίου το οποίο είδε, ως μαρτύρησε στην κύρια εξέταση του, μέσω φωτογραφιών. Βέβαια κατά την αντεξέταση του προέκυψε πως ούτε υπήρχαν αλλά ούτε και είδε τέτοιες φωτογραφίες. Δεν αποδίδουμε το γεγονός σε πρόθεση του να παραπλανήσει το Δικαστήριο, εικάζουμε ότι πιθανόν να έχει μπερδέψει την παρούσα υπόθεση με κάποια άλλη. Ταυτόχρονα όμως θεωρούμε πως αυτή η εξέλιξη καθιστά τουλάχιστον διατρητή τη γνώμη του. Σημειώνουμε άλλωστε πως ούτως ή άλλως η βιβλιογραφία την οποία επικαλέστηκε - Τεκμήριο 60 - σχετικά με την υπεραιμία αναφέρεται σε εντοπισμό υπεραιμίας 3-4 ώρες μετά το βιασμό και όχι στις 12 ώρες περίπου, που είναι ο τριπλάσιος χρόνος, που μεσολάβησε μέχρι την εξέταση της παραπονούμενης από τον Μ.Κ.15 ο οποίος δεν εντόπισε υπεραιμία. Σημειώνουμε ταυτόχρονα πως δεν θεωρούμε ότι καθετί που εισηγείται ο Μ.Υ.2 στην έκθεση του ότι θα έπρεπε να ακολουθηθεί, είναι αχρείαστο, ωστόσο, ενόψει των προλεγόμενων, με δεδομένο τον σεβασμό μας στο πρόσωπο του Μ.Υ.2, και στην εργασία που έχει κάνει, κατόπιν μελέτης σωρείας εγγράφων, ως τα καταγράφει στην έκθεση του, δεν αποδεχόμαστε τη γνώμη και τις θέσεις που αυτός διατύπωσε, τόσο στην πολυσέλιδη έκθεση του αλλά και ενώπιον μας, αφού ως διαφάνηκε μέσα από τους λόγους που παραθέσαμε, η γνώμη και οι θέσεις του κλονίστηκαν, και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να γίνουν αποδεκτές. Μ.Κ.17 και Μ.Κ.19 ήταν οι δύο διερμηνείς οι οποίοι αντίστοιχα εκτέλεσαν καθήκοντα διερμηνέα κατά τη λήψη κατάθεσης από την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους παρέμεινε ακλόνητο ενώπιον μας. Επισημαίνουμε πως η αντεξέταση τους είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα και όχι αμφισβήτησης των λεγομένων τους. Δεν εντοπίζουμε κάποιο κλονιστικό στοιχείο και ως εκ τούτου αποδεχόμαστε, ανεπιφύλακτα, ως αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία τους. Ομοίως αξιόπιστους κρίνουμε την Μ.Κ.5, υπάλληλο στο ξενοδοχείο «xxxxxxxxxx» στο οποίο διέμενε ο κατηγορούμενος, στην Αγία Νάπα καθώς και τον Μ.Κ.18, συνιδιοκτήτη στην εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων, από την οποία ενοικίασε αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος. Πρόκειται για πρόσωπα εντελώς αμέτοχα στην εξέλιξη των γεγονότων του επίδικου συμβάντος. Προφανώς δεν είχαν κάποιο λόγο, ως ανεξάρτητοι μάρτυρες, να μην καταθέσουν την αλήθεια. Η αξιοπιστία τους δεν αμφισβητήθηκε είτε με υποβολές είτε κατά τις τελικές εισηγήσεις-αγορεύσεις. Αποδεχόμαστε ανεπιφύλακτα τη μαρτυρία τους. H μαρτυρία της παραπονούμενης, Μ.Κ.13, ως είναι προφανές, αποτελεί το βασικό ζητούμενο και το κύριο θεμέλιο για τη στοιχειοθέτηση της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής. Η αποδοχή ή μη των λεγομένων της, ως η αλήθεια ή όχι για την εξέλιξη των ουσιωδών γεγονότων, έχει καθοριστική σημασία στην έκβαση της υπόθεσης. Αξιολογήσαμε τη μαρτυρία της, έχοντας κατά νου όλες τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές αξιολόγησης και πέραν των αναφερόμενων στη σχετική ενότητα για την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχουμε επικεντρωθεί στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας της και όχι επί των λεπτομερειών (βλέπε Ανδρέου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B529) τις οποίες δεν παραγνωρίσαμε. Αρχίζοντας από το γεγονός ότι αυτή δεν υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία θεωρούμε ότι όντως δημιουργείται υποχρέωση παροχής πειστικών απαντήσεων. Αυτή της η επιλογή δημιούργησε την ανάγκη όπως η μαρτυρία της αντικρισθεί με ιδιαίτερη προσοχή, κατά το μέγιστο βαθμό. Παρεμβάλλει εδώ ως αναγκαία η παράθεση της θέσης της υπεράσπισης πως η επιλογή της παραπονούμενης έγινε προκειμένου αυτή να καλύψει τα ψεύδη και τις αντιφάσεις της. Έχουμε διεξέλθει και αξιολογήσει τις εξηγήσεις που η παραπονούμενη έχει δώσει για την επιλογή της να μην υιοθετήσει την κατάθεση της. Αποδεχόμαστε ως ικανοποιητικές εξηγήσεις τα όσα η παραπονούμενη πρόβαλε ενώπιον μας ενόρκως, για την επιλογή της να καταθέσει μόνο προφορικά, χωρίς να υιοθετήσει ως μέρος της κύριας εξέτασης της, το περιεχόμενο της κατάθεσης που λήφθηκε από αυτήν, από την αστυνομία. Πιο συγκεκριμένα η παραπονούμενη εξήγησε πως η κατάθεση της δόθηκε με τη χρήση διερμηνέα ο οποίος δεν ήταν πολύ καλός γνώστης της τσέχικης γλώσσας και πως όσον αφορά λεπτομέρειες που δεν γράφτηκαν αυτός της ανέφερε ότι μπορούσε να τις αναφέρει στο Δικαστήριο. Είναι δε σχετικό και σημαντικό να σημειωθεί πως ο Μ.Κ.17, ο διερμηνέας, που βοήθησε στη λήψη της κατάθεσης της, εμμέσως πλην σαφώς, επιβεβαίωσε τα όσα η παραπονούμενη προώθησε για το θέμα και τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης της, με αυτόν ως διερμηνέα, και ειδικότερα τις αδυναμίες που προέκυπταν. Κατ΄ επέκταση κρίνουμε καθ΄ όλα άμεμπτη την επιλογή της παραπονούμενης να μην υιοθετήσει την κατάθεση της, αλλά να καταθέσει μόνο προφορικά, και δεν αποδεχόμαστε πως επρόκειτο για προσπάθεια να αποφευχθεί η ανάδειξη αντιφάσεων και εν τέλει η αναλήθεια της εκδοχής της, θέση που υποστήριξε η υπεράσπιση πλην όμως απορρίπτουμε. Αναμενόμενο ήταν, αν υπήρχαν τέτοιες αντιφάσεις ή ακόμη και προσπάθεια δημιουργίας ευχέρειας στην παραπονούμενη για να ελίσσεται και να αποφύγει αναφορές τις οποίες έκανε στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, να της υποδεικνύονταν με συγκεκριμένες αναφορές επί της κατάθεσης της αλλά και να υποβάλλονταν σχετικές θέσεις, ωστόσο, δεν εντοπίζουμε προώθηση τέτοιων θέσεων ή ζητημάτων μέσα από την αντεξέταση της. Ό,τι αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης για το υπό συζήτηση θέμα ήταν γενική υποβολή προς την παραπονούμενη ότι ο σκοπός της ήταν να αποφύγει τις αναλήθειες και τα ψεύδη της. Συνεπώς οι θέσεις της υπεράσπισης παραμένουν έωλες και ως εκ τούτου τις απορρίπτουμε. Κατ΄ επέκταση των πιο πάνω προκύπτει πως μία μεγάλη ομάδα των επί μέρους ισχυρισμών και επιχειρημάτων της υπεράσπισης, ότι η παραπονούμενη υπέπεσε σε αντιφάσεις, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται, καθ΄ ότι ελλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο ότι όντως πρόκειται για αντιφάσεις, αφού δεν ρωτήθηκε η παραπονούμενη επί συγκεκριμένων αναφορών, επί της κατάθεσης της, και να τοποθετηθεί αν όντως έτσι έχει αναφέρει ή δεν γράφτηκε - μεταφράστηκε κάτι συγκεκριμένο σωστά. Η υπεράσπιση αρκέστηκε, σ΄ ότι αφορά αυτό το θέμα στη θέση ότι πρόθεση της παραπονούμενης ήταν να αποφύγει τις αντιφάσεις της. Εν πάση περιπτώσει σημειώνουμε πως ο πυρήνας της εκδοχής της παραπονούμενης, ότι ο κατηγορούμενος την βίασε ενώ αυτή κοιμόταν στο κρεβάτι της, προωθήθηκε από την αρχή όταν εμφανίστηκε ο Txxxxx, ο δε κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι η παραπονούμενη πρόβαλε τέτοια θέση. Όσον αφορά στο ουσιαστικό μέρος των γεγονότων που η παραπονούμενη παρουσίασε ενώπιον μας διακρίναμε σταθερότητα, και αμεσότητα στο λόγο της, αλλά και διάθεση αποκάλυψης κάθε σχετικού γεγονότος χωρίς δισταγμό ή δυσκολία. Διακρίναμε επίσης κατηγορηματικότητα στα λεγόμενα της διατυπωμένα χωρίς επιφυλάξεις ή ασάφειες. Επρόκειτο, ως κρίνουμε, για καθαρό λόγο με αυθόρμητες απαντήσεις. Δεν διατηρούμε αμφιβολία για την αλήθεια των λεγομένων της τα οποία έχουμε πεισθεί ότι ήταν η επανάληψη των βιωματικών στιγμών και της απρόσμενης κατάστασης στην οποία βρέθηκε, αντιδρώντας πάλι με τον ίδιο αυθορμητισμό, ως αναδύεται μέσα από την αφήγηση της για τα επίδικα γεγονότα. Η κατηγορηματική απόρριψη εκ μέρους της κάθε ουσιαστικής υποβολής, κατά την αντεξέταση της, συνοδευόμενη από πειστικές και εν τέλει βιωματικές απαντήσεις, ενδυνάμωσε τη θετική εικόνα και την αξιοπιστία της. Παρατηρούμε ακόμη πως κάποια σημεία της μαρτυρίας της, στα οποία η υπεράσπιση στηρίζεται προωθώντας τη θέση ότι η παραπονούμενη προσέφυγε σε ψεύδη και εντυπώσεις, δεν έχουν τη δυναμική που η υπεράσπιση τους αποδίδει. Αναφερόμαστε στο ότι δεν θυμόταν, η παραπονούμενη, το όνομα του ψυχολόγου από τον οποίο ζήτησε υποστήριξη μετά το συμβάν του βιασμού. Έχοντας λάβει υπόψη ότι η επικοινωνία ήταν μέσω διαδικτύου και ότι η θεραπεία που συστάθηκε ήταν η λήψη κάποιων χαπιών τα οποία της αγόρασε ο συμβίος της, δεν θεωρούμε πως ήταν παράλογο να μην θυμάται το όνομα του ιατρού και συνεπώς δεν αποδεχόμαστε τη θέση της υπεράσπισης πως επρόκειτο για αναφορά εντυπωσιασμού και προσπάθεια να γίνει πειστευτή. Επίσης σ΄ ότι αφορά το ενδεχόμενο η παραπονούμενη να ήταν ασφαλισμένη και προφανώς η καταγγελία της να σχετίζεται με αποζημιώσεις, με εξιλαστήριο θύμα τον κατηγορούμενο, φρονούμε, επίσης, πως η παραπονούμενη είπε την αλήθεια, ότι δεν είχε κάποια ασφάλεια, λέγοντας μόνο πως πριν το ταξίδι ο συμβίος της έκανε ταξιδιωτική ασφάλεια πλην όμως αυτή δεν ασχολήθηκε με το θέμα. Δεν εντοπίζουμε υποβολή ότι υπήρχε εν ισχύ ασφάλεια για αποζημίωση λόγω βιασμού ώστε να προβληματιστούμε προς την κατεύθυνση που ήθελε η υπεράσπιση να οδηγήσει τη σκέψη μας. Ο συμβίος της αντεξεταζόμενος ξεκαθάρισε πως επρόκειτο για ταξιδιωτική ασφάλεια και δεν ρωτήθηκε αυτός αν υπήρχαν όροι οι οποίοι να κάλυπταν αποζημίωση για βιασμό και μάλιστα τον Αύγουστο του 2020, ήτοι 2 μήνες μετά που τελείωσε το ταξίδι τους προς Κύπρο. Ούτε ρωτήθηκαν η παραπονούμενη και ο συμβίος της, Μ.Κ.12 και Μ.Κ.13, αν υποβλήθηκε απαίτηση σχετικά με το βιασμό της παραπονούμενης σε οποιαδήποτε ασφάλεια για διεκδίκηση αποζημίωσης. Συνακόλουθα θεωρούμε πως δεν παρέχεται πεδίο για υποψίες, εκ μέρους του Δικαστηρίου, συναφείς με τη γνησιότητα και ειλικρίνεια του παραπόνου της παραπονούμενης. Πέραν των προαναφερόμενων, εκτός από τον προφορικό λόγο της παραπονούμενης, τον οποίο αποδεχθήκαμε ως αξιόπιστο, διαπιστώνουμε την ύπαρξη υποστηρικτικής μαρτυρίας ως προς την εξέλιξη των γεγονότων που αυτή περιέγραψε. Πρόκειται για τον εντοπισμό γενετικού υλικού (DNA) το οποίο ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου, ως μαρτύρησε ο δρας Κxxxxxx, Μ.Κ.14, το οποίο εντοπίστηκε στο σεντόνι του κρεβατιού στην πλευρά που ήταν ξαπλωμένη η παραπονούμενη. Δεν έχει διαλάθει της προσοχής μας πως ο δρας Κxxxxxx μαρτύρησε πως ήταν δυνατό να εναποτεθεί το εν λόγω υλικό όταν ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης, όταν μαζί με τον Txxxxx είχαν βοηθήσει το συμβίο της να ξαπλώσει, ως έγινε και δεν αμφισβητείται, ωστόσο επισημαίνουμε πως το εν λόγω γεγονός έλαβε χώρα στην άλλη πλευρά του κρεβατιού και του σεντονιού, ως ο κατηγορούμενος κατέθεσε και όχι στην πλευρά που ξάπλωνε η παραπονούμενη. Επιπλέον επισημαίνουμε πως η παραπονούμενη μετά που σηκώθηκε από το κρεβάτι της, όταν έσπρωξε τον κατηγορούμενο από πάνω της, δεν επέστρεψε πίσω σ΄ αυτό, επομένως είναι αδύνατο αυτή να μετέφερε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου από το μηρό της ή από οπουδήποτε αλλού στο συγκεκριμένο σημείο όπου πάλι εντοπίστηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Εδώ παρεμβάλλει ακόμη μία παράμετρος, μέσα από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ο οποίος πρόβαλε τη θέση ότι όταν βοήθησε, μαζί με τον Txxxxx, το συμβίο της να ξαπλώσει δεν είδε αν κοιμόταν στο κρεβάτι η παραπονούμενη. Δεν έχουμε πεισθεί αφενός ότι ήταν δυνατό να αγγίξει σε εκείνο το στάδιο το σεντόνι, στο σημείο όπου εντοπίστηκε το γενετικό του υλικό και όμως να μην αντιληφθεί την παρουσία της παραπονούμενης. Προφανώς η θέση του συνιστά προσπάθεια, ανεπιτυχώς, να κλονίσει τη σημασία του εντοπισμού του γενετικού του υλικού επί του σεντονιού στην πλευρά που ξάπλωνε η παραπονούμενη. Η σημασία εντοπισμού γενετικού υλικού που συνδέει κάποιο πρόσωπο έχει διασαφηνιστεί στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 485, γι΄ αυτό κρίνουμε χρήσιμο να παραπέμψουμε σε αυτήν και να παραθέσουμε σχετικά αποσπάσματα τα οποία έχουν ως ακολούθως: «
  1. Το αναμφισβήτητο συμπέρασμα που οδήγησε στην καταδίκη του εφεσείοντος ότι το γενετικό υλικό εναποτέθηκε κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, δεν δικαιολογείται από τη μόνη μαρτυρία που υπήρχε ότι ο εφεσείων ακούμπησε, ίσως, το χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου. Ούτε όμως και η επιστημονική μαρτυρία σε σχέση με το μεικτό γενετικό υλικό που βρέθηκε στην εσωτερική πλευρά της πόρτας του αυτοκινήτου, δεν βοηθά καθόλου την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.
  2. Η κατηγορούσα αρχή, εάν στηρίζει την υπόθεσή της ουσιαστικά σε περιστατική μαρτυρία, θα πρέπει να αποδείξει ότι η εν λόγω μαρτυρία είναι ασυμβίβαστη με οτιδήποτε άλλο εκτός από την ενοχή του κατηγορουμένου. Το δε γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος επέλεξε να μην καταθέσει ενόρκως, δεν οδηγεί στην εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος ή οποιουδήποτε συσχετισμού εν όψει της άσκησης του δικαιώματος αυτού.
  3. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι.
  4. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση, αφ' ενός, και να μην μπορεί να συμβιβαστεί, αφ' ετέρου, με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη κατηγορουμένου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.
  5. Στην προκείμενη περίπτωση η ανεύρεση του γενετικού υλικού του εφεσείοντος στο χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου δεν έχει την αμεσότητα και τη σύνδεση με το αδίκημα που υπήρχε στις αποφάσεις Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.746 και Γρηγορίου v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 571, από τις οποίες και διαφοροποιείται. 6. Όσες έντονες ενδείξεις κι' αν δημιουργεί η απομόνωση γενετικού υλικού του εφεσείοντος στο χερούλι της πόρτας, δεν είναι αρκετή για να αποδειχτεί, ελλείψει, ιδίως, έστω και ίχνους άλλης μαρτυρίας εναντίον του, η ενοχή του.» Επισημαίνουμε έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα πως εν τέλει ενώπιον μας δεν προκύπτει οποιοδήποτε γεγονός το οποίο να παρέχει εύλογη εξήγηση ως προς την αιτία που εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου, στην πλευρά του σεντονιού όπου ξάπλωνε η παραπονούμενη, όταν αυτή ένοιωσε την παρουσία του κατηγορούμενου και τον έσπρωξε από πάνω της. Είναι επίσης χρήσιμο να υπενθυμίσουμε πως ο εντοπισμός γενετικού υλικού συνιστά πραγματική μαρτυρία (βλέπε σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, 2014, σελίδα 339). Με δεδομένο πλέον ότι ουδεμία πειστική εξήγηση παρέχεται για επαφή του κατηγορούμενου με την πλευρά του σεντονιού στην οποία εντοπίστηκε γενετικό του υλικό, κρίνουμε πως η εν λόγω μαρτυρία καταλήγει να ενδυναμώνει την εκδοχή της παραπονούμενης, υποστηρίζοντας και τεκμηριώνοντας τη μαρτυρία της ως προς τα επίδικα ζητήματα. Παραπέμπουμε, σχετικά με την υποστηρικτική μαρτυρία, στην άρτι εκδοθείσα απόφαση στην υπόθεση Δ.Α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B432, Ποινική Έφεση 57/2020, ημερομηνίας 06.10.2021, όπου περιγράφεται η διάκριση της ενισχυτικής μαρτυρίας από την υποστηρικτική μαρτυρία. Ταυτόχρονα με βάση τις ίδιες νομικές αρχές δεν θεωρούμε ότι αποτελούν υποστηρικτική μαρτυρία ο εντοπισμός γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στην πετσέτα - Τεκμήριο 4
(1)- την οποία χρησιμοποίησε η παραπονούμενη αφού, αφενός ως προέκυψε από τη μαρτυρία δεν είναι βέβαιο ότι ο καθένας από τους παρευρισκόμενους χρησιμοποίησε αποκλειστικά μία πετσέτα, αφ΄ ετέρου κατά το χρόνο της αντίδρασης της παραπονούμενης, και όταν είχε τυλιγμένη την πετσέτα επάνω της, έξω στη βεράντα, αυτή κτύπησε τον κατηγορούμενο και προφανώς ήταν ενδεχόμενο αυτός να έρθει σε επαφή με την πετσέτα. Ομοίως και σε ότι αφορά τον εντοπισμό του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου επί του μηρού της παραπονούμενης, έστω και αν ήταν προς την έσω πλευρά, αφού προηγήθηκε επαφή μεταξύ τους όταν τον χαστούκισε τόσο εντός της τουαλέτας αλλά και έξω στη βεράντα, οπότε αγγίζοντας πάνω στο μηρό της μετά να το μετέφερε ή ακόμη και αγγίζοντας τον κατηγορούμενο απ΄ ευθείας. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε πως η ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης είναι τέτοια που μας επιτρέπει με την επιβαλλόμενη ασφάλεια να την αποδεχθούμε ως αξιόπιστη. Μ.Κ.12 ήταν ο συμβίος της παραπονούμενης, Mxxxxx Mxxxx, του οποίου αναμφίβολα η μαρτυρία είναι προδήλως καθοριστικής σημασίας, έστω και αν δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας για την κατηγορία του βιασμού, λαμβανομένων υπόψη κάποιων γεγονότων τα οποία αποτελούν κοινό τόπο, και δη ότι ήταν ενεργός στο πάρτι, που ο ίδιος με την παραπονούμενη έκαναν στο σπίτι τους, ότι προ του κρίσιμου χρόνου αυτός οδηγήθηκε στο υπνοδωμάτιο του, περί τις 03:00 π.μ., από τον φίλο του Txxxxx και τον κατηγορούμενο, και βοηθήθηκε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του, αφού δεν ένοιωθε καλά λόγω κατανάλωσης ποτού, αλλά και επειδή λίγο μετά το επίμαχο περιστατικό, σχετικά με τον βιασμό ή μη της παραπονούμενης συμβίας του, στο κρεβάτι τους, η τελευταία τον ξύπνησε λέγοντας του ότι την είχε βιάσει ο κατηγορούμενος. Είναι κατανοητό πως το έργο μας καθίσταται εξαιρετικά λεπτό και ως εκ τούτου απαιτείται η μέγιστη δυνατή προσοχή και επιμέλεια. Προς το σκοπό της καλύτερης δυνατής διεργασίας έχουμε κατ΄ αρχήν προειδοποιήσει εαυτούς ότι πρόκειται για άτομο πολύ στενό και συνδεδεμένο με την παραπονούμενη, και ενδεχομένως, αφ΄ ενός να έχει το λόγο του να υποστηρίξει την εκδοχή της επειδή είναι η συμβία του και να ταυτίστηκε μαζί της, οπότε δεν θα αποδεχόταν ότι του έλεγε ψέματα, αφ΄ ετέρου αν άλλη είναι η αλήθεια και δη ως την πρόβαλε ο κατηγορούμενος, προφανώς η παραπονούμενη δεν θα την αποκάλυπτε σ΄ αυτόν προκειμένου να μην διαταραχθεί η σχέση τους, οπότε γι΄ αυτό του ανέφερε πως την βίασε ο κατηγορούμενος. Έχοντας διεξέλθει με την επιβαλλόμενη προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Κ.12, πρώτιστα θεωρούμε πως τα όσα έχουμε διατυπώσει ως προς την επιλογή της παραπονούμενης η οποία δεν υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ισχύουν και στην περίπτωση του Μ.Κ.
  1. Τα υιοθετούμε και τα επαναλαμβάνουμε. Σημειώνουμε δε πως οι εξηγήσεις που έδωσε ο Μ.Κ.12 ως προς το διερμηνέα δεν έχουν κλονισθεί, άλλωστε ο διερμηνέας ήταν ο ίδιος όπως και στην περίπτωση της Μ.Κ.13 Είχαμε τη δυνατότητα και παρακολουθήσαμε με την απαιτούμενη εγρήγορση και προσοχή τη μακρά ένορκη μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Δεν εντοπίζουμε ασυνέπεια ή ταλάντευση στο λόγο του. Παρέμεινε σταθερός και σαφής ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, είτε αυτά προέρχονται από προσωπική του αντίληψη είτε προέρχονται από την εξ ακοής μαρτυρία την οποία πληροφορήθηκε, ως ήταν φυσιολογικό, από τη συμβία του, όταν αργότερα τη ρώτησε για λεπτομέρειες του περιστατικού. Δεν διακρίναμε τάση υπεκφυγής στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, σημειώνοντας ότι κάποιες εξ αυτών ήταν για πολύ προσωπικά ζητήματα, στις οποίες έδωσε χωρίς περιστροφές τις απαντήσεις του. Σημειώνουμε επίσης και την χωρίς περιστροφές αποκάλυψη του για την επίθεση που έκανε προς τον κατηγορούμενο, όταν ο τελευταίος του απάντησε «κάτι έγινε, τι εν να μου κάνεις;». Έχουμε ικανοποιηθεί πως η μαρτυρία του ήταν το προϊόν των όσων βίωσε καθ΄ όλη τη διάρκεια της βραδιάς, στις 21.08.2020, αλλά και τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας, όταν τον ξύπνησε η συμβία του λέγοντας του ότι ο κατηγορούμενος την είχε βιάσει αμέσως προηγουμένως. Είναι γεγονός ότι ο Μ.Κ.12 δεν ήταν σε θέση να δώσει ακριβείς χρόνους σε κάποιες ερωτήσεις, που σχετίζονται με το συμβάν όπως αυτό εξελίχθηκε, μετά που τον ξύπνησε η συμβία του. Αποδεχόμαστε την εξήγηση του ότι δεν ήταν το πιο σημαντικό πράγμα για εκείνον να κοιτάζει το ρολόι ή να καταγράφει το χρόνο. Εν πάση περιπτώσει συνολικά ειδωμένη η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει κλονιστικά της αξιοπιστίας του στοιχεία, αν και αυτή αμφισβητήθηκε έντονα από πλευράς υπεράσπισης, ωστόσο δεν αποδεχόμαστε την εισήγηση της ότι η μαρτυρία του ήταν κατασκευασμένη προκειμένου να υποστηρίξει την εκδοχή της συμβίας του, Μ.Κ.
  3. Αντίθετα έχουμε πεισθεί πως ο συμβίος της παραπονούμενης, παρά τη σχέση που τους συνδέει, κατέθεσε ενώπιον μας κατά τρόπο που δεν επηρεάστηκε εξαιτίας της εν λόγω σχέσης, αλλά ως ένας ανεξάρτητος μάρτυρας που μετέφερε τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του είτε προσωπικά είτε εξ ακοής. Ενόψει των προαναφερόμενων κρίνουμε τον Μ.Κ.12 αξιόπιστο και αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία του, είτε αυτή προέρχεται από προσωπική γνώση είτε την εξ ακοής μαρτυρία του, προερχόμενη από τα λεγόμενα της συμβίας του, στην οποία αποδίδουμε βαρύτητα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η τελευταία, για τους λόγους που εξηγήσαμε, κρίθηκε αξιόπιστη και επί της ουσίας δεν διαπιστώνεται απόκλιση μεταξύ των δύο μαρτυριών. Επιθυμούμε να υπενθυμίσουμε πως τυχόν μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία προσώπων, που είναι παρόντα στον ίδιο χώρο όπου εκτυλίσσονται γεγονότα, όχι μόνο δεν αποτελεί αδυναμία αλλά ενισχύει την άποψη ότι δεν υπήρξε κατασκευή της μαρτυρίας ή προσυνεννόηση (βλέπε υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 76). Συνεπώς αν μέσα από όλη τη μαρτυρία του Μ.Κ.12 και της Μ.Κ.13 εντοπίζονται τυχόν μικροαντιφάσεις τις αποδίδουμε στη ξεχωριστή προσωπικότητα του καθενός και στον τρόπο που εκφράζεται αλλά και στην απουσία κατασκευής μαρτυρίας. Όσον αφορά στον Μ.Υ.1, συγκρατούμενο του κατηγορούμενου, κρίνουμε ότι μετέφερε τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στις κεντρικές φυλακές, όπου κρατούνται, με ειλικρίνεια, δεν αποδεχόμαστε ωστόσο την άποψη που επιχείρησε να διατυπώσει, ότι ο κατηγορούμενος δεν του φαινόταν ότι διέπραξε το αδίκημα που του αποδίδεται. Επιθυμούμε σ' αυτό το στάδιο να αποφανθούμε επί της εκδοχής του κατηγορούμενου, και δη πως η εξέλιξη των γεγονότων δεν ήταν όπως την παρουσίασε η παραπονούμενη αλλά ότι, αυτός βρέθηκε στην τουαλέτα για να αφοδεύσει και την ώρα που πλενόταν στον νιπτήρα, η παραπονούμενη του ζήτησε σεξ, με όλες τις υπόλοιπες συνοδευτικές της εκδοχής του πράξεις. Με βαθύ προβληματισμό αξιολογήσαμε τα αντικειμενικά δεδομένα που βρίσκονται ενώπιον μας. Φρονούμε πως η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας ποιότητας η οποία να μας παρέχει ασφαλή και στέρεο υπόβαθρο για να τη θεωρήσουμε αξιόπιστη και ως τέτοια να την αποδεχθούμε. Αντίθετα, για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια, το σύνολο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου μας δημιούργησε την εικόνα ότι αυτός δεν κατέθεσε την αλήθεια, αλλά κατασκεύασε την εκδοχή του, και ως εκ τούτου την απορρίπτουμε. Ασφαλώς δεν χρεώσαμε ως αποδυνάμωση στην εκδοχή του κατηγορούμενου καθετί που αυτός κατέθεσε έστω και αν δεν μας ακούστηκε λογικό και για το οποίο είναι δυνατό να υποστηριχθεί, στη βάση της κοινής λογικής, αντίλογος. Έχουμε επικεντρωθεί στον πυρήνα των περιστατικών μέσα από τα οποία αναδεικνύονται πολύ σημαντικές αδυναμίες, οι οποίες είναι τέτοιας σημασίας που δεν μας επιτρέπουν να τις αγνοήσουμε, πολύ δε περισσότερο δεν μας επιτρέπουν να καταλήξουμε με ασφάλεια πως τα αληθινά πραγματικά γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα παρουσίασε ο κατηγορούμενος. Επειδή η κατάληξη μας για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και εκδοχής του κατηγορούμενου προφανώς θα αποβεί να είναι καταλυτικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης, θεωρούμε ότι οφείλουμε να εξηγήσουμε επ΄ ακριβώς και με σαφήνεια την κρίση μας, και να παραθέσουμε όσο πιο λεπτομερώς γίνεται τους λόγους που μας προκάλεσαν βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια αλλά παρουσίασε ενώπιον μας μια κατασκευασμένη εκδοχή.
  1. Διακρίναμε κατ΄ αρχήν στο εδώλιο υποκριτικό ύφος και παραστατικές κινήσεις με αχρείαστους πλατειασμούς, προκειμένου αυτός να είναι όσο πιο δυνατό γίνεται πειστικός για την αλήθεια της εκδοχής του. Δεν συνοδευόταν όμως η εν λόγω συμπεριφορά του από πειστικότητα, με εμφανή την αγωνία του να γίνει πιστευτός.
  2. Μας προξένησε αρνητική εντύπωση όταν μέσα από τη μαρτυρία του άφησε να νοηθεί ότι είναι αυτός που δέχθηκε σεξουαλική παρενόχληση από την παραπονούμενη, θέση που υπέβαλε στην τελευταία η δικηγόρος του πλην όμως η παραπονούμενη απέρριψε, ωστόσο κάποια ανάλογη αναφορά δεν εντοπίζουμε να γίνεται προγενέστερα εκ μέρους του, και δεν εννοούμε ότι δεν αναφέρθηκε στην κατάθεση του, που έδωσε στην αστυνομία, απαντώντας «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο», αφού ήταν δικαίωμα του αυτό. Όμως ήταν αναμενόμενο να κάνει σχετική καταγγελία στην αστυνομία όταν του αποδιδόταν το αντίθετο. Πολύ δε περισσότερο αναμενόμενο ήταν να κάνει τέτοια αναφορά στον Txxxx, που ήταν κοινός φίλος, αμέσως μετά το συμβάν, και την ώρα που ο τελευταίος εμφανίστηκε εντοπίζοντας την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο μέσα στην τουαλέτα να συζητούν και την παραπονούμενη να φωνάζει, αλλά ακόμη και προς το σύντροφο της παραπονούμενης, ο οποίος τον ρώτησε ευθέως να του απαντήσει τι έγινε μεταξύ αυτού και της συμβίας του. Κατά τη μαρτυρία του δε, ενώπιον μας, δεν κατέθεσε πως πρόβαλε τέτοια θέση είτε προς τον Txxxx είτε προς το συμβίον της παραπονούμενης. Κρίνουμε πως η εν λόγω θέση του συνιστά εκ των υστέρων σκέψεις και την απορρίπτουμε.
  3. Μια άλλη επίσης σχετική παράμετρος, με την αρνητική εικόνα που άφησε ενώπιον μας ο κατηγορούμενος, είναι όταν μαρτύρησε πως όταν μαζί με τον Txxxxxx βοήθησαν τον συμβίο της παραπονούμενης να ξαπλώσει στο υπνοδωμάτιο, αυτός δεν είδε αν η παραπονούμενη βρισκόταν εκεί ξαπλωμένη στο ίδιο κρεβάτι, δίδοντας μη πειστικές εξηγήσεις, κυρίως, λέγοντας πως θεωρεί το χώρο του υπνοδωματίου ενός ζευγαριού ιερό, ωστόσο αυτό δεν αποδεχόμαστε πως τον εμπόδιζε να δει την παραπονούμενη αφού πρόκειται για δύο ξεχωριστά θέματα.
  4. Διαπιστώνουμε επίσης αντιφατικότητα στα λεγόμενα του σχετικά με τον τρόπο που του μίλησε αρχικά ο συμβίος της παραπονούμενης, μετά το επίδικο συμβάν, αλλά και ως προς το φωτισμό μέσα στην τουαλέτα που ισχυρίζεται ότι του ζήτησε η παραπονούμενη να έχει σεξ μαζί της. Όσον αφορά στο πρώτο θέμα σημειώνουμε πως έγινε υποβολή της συνηγόρου του προς την παραπονούμενη, ότι ενώ ο κατηγορούμενος καθόταν με την πλάτη προς την κατεύθυνση που ερχόταν ο συμβίος της ο τελευταίος τον κτύπησε απ΄ ευθείας, άρα χωρίς πρώτα κάποιο διάλογο. Όσον αφορά στο δεύτερο θέμα αυτό σχετίζεται με την εκδοχή της παραπονούμενης ότι αφού έσπρωξε τον κατηγορούμενο μέσα στην τουαλέτα, άναψε το φως για να έχει καλύτερη ορατότητα και να βεβαιωθεί ποιος ήταν. Ο κατηγορούμενος ωστόσο αρχικά είπε ότι ήταν σκοτεινά, ενώ αμέσως μετά έκανε λόγο για ενδεχόμενο τεχνητό φωτισμό αλλά και ότι άναψε αυτός το φως.
  5. Αρνητική εντύπωση μας δημιούργησε ο κατηγορούμενος και όταν προκειμένου να αφήσει εντυπώσεις ότι η παραπονούμενη του ζήτησε να κάνουν σεξ, υπονοώντας επειδή δεν είχε καλή σχέση με το συμβίο της, λέγοντας πως κατάλαβε ότι ήταν απομακρυσμένοι και τούτο επειδή η παραπονούμενη σε κάποια στιγμή ήταν χωρίς το πάνω μέρος του μαγιό της, θέση την οποία απορρίπτουμε. Εξήγησε η παραπονούμενη πως αυτό είχε γίνει όταν βρισκόταν μέσα στην πισίνα, σε μία άκρια με το συμβίο της, ο οποίος της αφαίρεσε το πάνω μέρος του μαγιό της και όταν βρήκε από την πισίνα τυλίχτηκε με μία πετσέτα. Επιπρόσθετα σημειώνουμε πως κατά τη μαρτυρία της παραπονούμενης δεν της υποβλήθηκε ότι αυτή ήταν χωρίς το πάνω μέρος του μαγιό της πριν εισέλθει στην πισίνα, ως κατέθεσε ο κατηγορούμενος, προκειμένου αυτή να τοποθετηθεί σε έναν τέτοιο ισχυρισμό του.
  6. Δεν αποδεχόμαστε επίσης ότι ο κατηγορούμενος ενώ επιθυμούσε, πριν εγκαταλείψει το σπίτι της παραπονούμενης και του συμβίου της, να φθάσει η αστυνομία και να λυθεί η «παρεξήγηση», ως ανέφερε, που προφανώς εμπιστευόταν την αστυνομία, στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε γιατί, μετά που έφυγε από το σπίτι των Μ.Κ.12 και Μ.Κ.13, δεν αποτάθηκε στην αστυνομία για να ζητήσει προστασία, αφού δεν είχε πράξει κάτι παράνομο, αλλά επέλεξε να φύγει το συντομότερο για τη χώρα του, ανέφερε πως δεν γνώριζε κανένα και ήταν ξένος και προφανώς δεν εμπιστευόταν την αστυνομία, χωρίς να έχει μεσολαβήσει οτιδήποτε σε σχέση με την αστυνομία ώστε να είχε λόγο να μην την εμπιστεύεται.
  7. Ως ισχυρίστηκε η παραπονούμενη μπήκε στην πισίνα με τα εσώρουχα της, κάτι που τον σόκαρε αφού κάτι τέτοιο δεν το θεωρεί κοινωνικά αποδεκτό όταν υπάρχουν άγνωστα πρόσωπα στην παρέα. Σε άλλο σημείο είπε για την παραπονούμενη ότι μπήκε μέσα στην πισίνα χωρίς να φοράει το πάνω μέρος του μαγιό της. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης είπε ότι την είδε χωρίς να φοράει το πάνω μέρος του μαγιό της, ενώ δεν πρόσεξε αν το είχε βγάλει από μόνη της ή αν της το είχε αφαιρέσει ο σύντροφος της. Για τον Mxxxx είπε ότι σε κάποια στιγμή προς το τέλος της διασκέδασης έβγαλε το παντελονάκι που φορούσε και βούτηξε στην πισίνα εντελώς γυμνός αλλά και ότι του είχε αναφέρει πως διατηρούσε σχέσεις με τον υπόκοσμο και ότι με παράνομα μέσα θα μπορούσε να τον βοηθήσει για επίλυση τυχόν προβλημάτων του. Μαρτύρησε ακόμη ότι οι δύο παραπονούμενοι ως ζεύγος ήταν μεταξύ τους απομακρυσμένοι. Σημειώνουμε ότι έχουμε εξηγήσει το λόγο που δεν αποδεχθήκαμε τη μαρτυρία του, κυρίως ότι κατά το χρόνο της μαρτυρίας των Μ.Κ.12 και Μ.Κ.13 δεν τους υποβλήθηκαν θέσεις που σχετίζονται με την ενδυμασία τους. Από τα πιο πάνω έχουμε αποκομίσει την εικόνα ότι προκειμένου ο κατηγορούμενος να πείσει για την ειλικρίνεια του και την αλήθεια της εκδοχής του, επιστράτευσε την εξύψωση του εαυτού του ως άμεμπτου και ηθικού ατόμου και τη μείωση των δύο παραπονούμενων. Στην προσπάθεια του δε αυτή ισχυρίσθηκε ακόμη ότι ο λόγος που δεν πρόσεξε αν η παραπονούμενη κοιμόταν στο κρεβάτι της, όταν μαζί με τον Txxxxx μετέφεραν εκεί τον συμβίο της, ήταν γιατί θεωρεί το υπνοδωμάτιο του ζεύγους μέρος ιερό. Έχουμε όμως ήδη διατυπώσει την κρίση μας γι΄ αυτή του τη μαρτυρία και ως εκ τούτου περισσεύει οποιοδήποτε περαιτέρω σχόλιο. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων, εντοπίζουμε και άλλα στοιχεία από την εκδοχή του κατηγορούμενου τα οποία δεν μας έχουν εμπνεύσει εμπιστοσύνη, ώστε να την αποδεχθούμε ως αξιόπιστη. Πρόκειται για στοιχεία που συμπληρωματικά δημιουργούν αρνητική εικόνα, κατά την κρίση μας, στην αξιοπιστία του όπως και στην εκδοχή των γεγονότων που αυτός παρέθεσε, αφού σχετίζονται με τα επίδικα περιστατικά των δύο κατηγοριών, ιδιαίτερα της κατηγορίας του βιασμού, και δεν πρόκειται για δευτερεύοντα στοιχεία ή ασήμαντες λεπτομέρειες. Κοντολογίς, συνηγορούν και αυτά στη βεβαιότητα ότι η εξέλιξη των γεγονότων δεν είναι όπως την παρουσίασε ο κατηγορούμενος. Πιο συγκεκριμένα μας φαίνεται εντελώς παράλογο και αφύσικο η παραπονούμενη να ενήργησε κατά τον τρόπον που προώθησε ο κατηγορούμενος, όταν (α) ως μαρτύρησε και αυτή και ο σύντροφος της, είχαν συχνή σεξουαλική ζωή, αλλά όταν δεν έχουμε μαρτυρία ότι υπήρχαν οποιαδήποτε προβλήματα στη σχέση τους, άλλωστε δεν τους υποβλήθηκε καν τέτοια θέση, (β) πρώτη φορά ο κατηγορούμενος είχε επισκεφθεί το σπίτι της παραπονούμενης, δεν γνωρίζονταν προηγουμένως καθόλου, κατά τη διάρκεια δε του πάρτι που προηγήθηκε, δεν είχαν οποιαδήποτε συνομιλία ή άλλου είδους επαφή, παρά μόνο απλή χαιρέτιση, και δεν δόθηκε οποιοδήποτε μήνυμα, είτε από αυτήν ή τον κατηγορούμενο για σεξουαλική επιθυμία, ώστε να είχε λόγο η παραπονούμενη να δώσει συνέχεια, (γ) ως είναι αποδεκτό, αφού δεν αμφισβητήθηκε, η παραπονούμενη είχε πάει για ύπνο επειδή δεν αισθανόταν καλά, περί τις 02:00 π.μ.. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία της, η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε, κάνοντας εμετό δύο φορές, την τελευταία μέσα στο κρεβάτι της, ως συνδέθηκε και η ύπαρξη γενετικού της υλικού από τις εξετάσεις του δρα Κxxxxxx, Μ.Κ.14, υποστηρίζοντας την εν λόγω μαρτυρία της, μετά αποκοιμήθηκε, ωστόσο ως προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, μία ώρα αργότερα, περί τις 03:00 π.μ. αυτή ξύπνησε και ήθελε σεξ με τον άγνωστο της ουσιαστικά κατηγορούμενο, και (δ) ήταν κοινός τόπος πως σε κάποια στιγμή ενώ ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη βρίσκονταν μέσα στην τουαλέτα παρουσιάστηκε ο Txxxx, αυτό έγινε επειδή η παραπονούμενη φώναζε ενώ ήταν και το φως της τουαλέτας ανοικτό. Φρονούμε πως αν η παραπονούμενη όντως ήθελε σεξ με τον κατηγορούμενο μέσα στην τουαλέτα, αφού πρώτα άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου της (ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι την έκλεισε ο Txxxx φεύγοντας μετά που οι δύο τους μετέφεραν τον Μ.Κ.12 για να ξαπλώσει) ούτε θα φώναζε ούτε θα είχε αναμμένο το φως, προκειμένου να μην γίνει αντιληπτή. Ενδεχομένως να διάλεγε και άλλο χώρο και όχι την τουαλέτα έξω από το υπνοδωμάτιο της, ήτοι τον πλησιέστερο χώρο που κοιμόταν ο σύντροφος της. Οι εξηγήσεις που έδωσε η παραπονούμενη για το λόγο που άναψε το φως της τουαλέτας, ήτοι για να επιβεβαιώσει την ταυτότητα του προσώπου που τη βίασε, αλλά και οι φωνές της αποτελούν ικανοποιητικό υπόβαθρο για ενδυνάμωση της αξιοπιστίας της και απόρριψη της εκδοχής του κατηγορούμενου. Σε αυτό το στάδιο επιθυμούμε να προσθέσουμε πως έχουμε κατευθύνει τη σκέψη μας, αφού μας απασχόλησε, στο ερώτημα κατά πόσο μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, που τέθηκε ενώπιον μας, προκύπτουν στοιχεία ενισχυτικής μαρτυρίας, τα οποία θα είχαν οποιαδήποτε σημασία στην έκβαση της υπόθεσης, κυρίως, οι αναφορές της παραπονούμενης προς το σύντροφο της, όταν τον ξύπνησε λέγοντας του ότι ο κατηγορούμενος τη βίασε. Το άρθρο 10 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ορίζει ότι το Δικαστήριο δύναται να δεχθεί ως απόδειξη, τις λεπτομέρειες οποιουδήποτε παραπόνου ή οποιασδήποτε δήλωσης που αφορά στο υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα, ως απόδειξη των γεγονότων που εξιστορούνται μέσα από τη δήλωση θύματος. Οι προϋποθέσεις για την αποδοχή, ως αυτές καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο, επιβάλλουν όπως το παράπονο γίνεται, λαμβανομένων πάντα υπόψη των συνθηκών της κάθε υπόθεσης, αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος και προς το πρώτο πρόσωπο που θα ήταν φυσικό το θύμα να προβεί σε παράπονο. Απαραίτητα στοιχεία είναι ο αυθορμητισμός και η χρονική αμεσότητα που αίρουν το ενδεχόμενο κατασκευής μαρτυρίας. (Βλ. Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 434, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Οι πρόνοιες του άρθρου 10 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, διατηρούν τη σημασία τους ακόμα και μετά τη θέσπιση του νέου άρθρου 24, του Κεφ. 9, όπου προνοείται πως το Δικαστήριο ούτως ή άλλως έχει την ευχέρεια να αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία και να αξιολογήσει τη βαρύτητα της, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που ορίζονται στο νόμο (βλ. άρθρο 27 του Κεφ. 9). Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το πρώτο παράπονο δεν αποτελεί απλώς αποδεκτή μαρτυρία αλλά και ενισχυτική μαρτυρία, εκεί που κρίνεται ορθό, έστω και αν προέρχεται από τον ίδιο τον παραπονούμενο και όχι από ανεξάρτητη πηγή, όπως είναι για άλλες περιπτώσεις η έννοια της ενισχυτικής μαρτυρίας (Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224). Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Trussler ν. Δημοκρατία,
(2013)2 Α.Α.Δ. 38, η οποία υιοθέτησε το λόγο της Abed v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279, το πρώτο παράπονο, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Περί Αποδείξεως Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί, θεωρείται κλασσική μορφή ενισχυτικής μαρτυρίας. Ταυτόχρονα, συνιστά εξαίρεση στον κανόνα που αποκλείει τις αυτοενισχυτικές δηλώσεις. Προς το σκοπό αποτροπής προσχεδιασμένων αυτοεξυπηρετικών δηλώσεων, το ζήτημα της αποδοχής πρώτου παραπόνου θα πρέπει να προσεγγίζεται πάντοτε με τη δέουσα προσοχή. Γίνεται αντιληπτό πως οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, σε συνδυασμό θεωρούμενες με τη σχετική νομολογία, δεν φαίνεται να καθορίζουν κατά τρόπο εξαντλητικό όλες τις περιστάσεις που δύνανται να οδηγήσουν στη στοιχειοθέτηση πρώτου παραπόνου (βλ. Λιασίδης (ανωτέρω)). Με ιδιαίτερη περίσκεψη, λόγω των ιδιάζοντων περιστατικών και της ταχείας εξέλιξης τους, έχουμε καταλήξει ότι νομιμοποιούμαστε να αποδεχθούμε τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε στο συμβίο της ότι αποτελούν ενισχυτική μαρτυρία, ως προϊόν άμεσου παραπόνου, όταν τον ξύπνησε λέγοντας του ότι ο κατηγορούμενος την είχε βιάσει. Ό,τι μας προβλημάτισε βέβαια, πλην όμως αποφασίσαμε πως δεν είναι ικανό στοιχείο υπό τις περιστάσεις να διαφοροποιήσει την κατάληξη μας, και το οποίο σχετίζεται με την αμεσότητα των λεγομένων της, είναι πως πριν το συμβίο της η παραπονούμενη πρόβαλε τον ισχυρισμό της για βιασμό από τον κατηγορούμενο προς τον Txxxx. Έχουμε λάβει ωστόσο υπόψη πως η παραπονούμενη το έπραξε αυτό όταν ο Txxxx ρώτησε τι συμβαίνει, εντοπίζοντας τον κατηγορούμενο και την παραπονούμενη μέσα στην τουαλέτα με αναμμένο το φως και την τελευταία να φωνάζει, ως και ο κατηγορούμενος αποδέχεται, για άλλο λόγο όμως (επειδή αυτός αρνείτο να κάνει σεξ μαζί της) και τους ζήτησε να μεταβούν σε άλλο χώρο για να συζητήσουν χωρίς φωνές. Κοντολογίς στην ουσία η παραπονούμενη δεν αποτάθηκε πρώτα στον Txxxx αλλά τοποθετήθηκε υπό τις δεδομένες συνθήκες, όταν αυτός τη ρώτησε τι συνέβαινε και αμέσως, αυτή πρόβαλε τον εν λόγω ισχυρισμό. Συνεπώς αφού μετά την τουαλέτα όταν βγήκαν στη βεράντα και επειδή ο κατηγορούμενος δεν ομολογούσε την πράξη του αποτάθηκε αμέσως στο συμβίο της ο οποίος κοιμόταν. Το ότι δεν ξύπνησε αμέσως το συμβίο της πριν ακολουθήσει τον κατηγορούμενο ή δεν τον ξύπνησε πριν φύγει από την τουαλέτα και να πάει σε άλλο χώρο μαζί με τον Txxxx και τον κατηγορούμενο, δεν αλλάζει, φρονούμε, την ουσία του ζητήματος και δεν θα ήταν ορθό άλλωστε να παραγνωριστεί πως ο κάθε άνθρωπος αντιδρά ξεχωριστά ανάλογα και με τις περιστάσεις. Η παραπονούμενη έκρινε ότι έπρεπε να βεβαιωθεί για το πρόσωπο του κατηγορούμενου αλλά και να ζητήσει εξηγήσεις γι΄ αυτό δεν ξύπνησε αμέσως τον συμβίο της. Εν πάση περιπτώσει και στον Txxxx την ίδια εκδοχή έδωσε, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Θεωρούμε δε χρήσιμο να επισημάνουμε πως η μη αποδοχή των λεγομένων της παραπονούμενης προς το συμβίο της, ως άμεσο και πρώτο παράπονο ενδεχομένως να άφηνε υπόνοιες ότι θα οφειλόταν στο ότι διατηρούμε αμφιβολίες για την αξιοπιστία της ή ότι ο λόγος που δε τον ξύπνησε είναι επειδή αληθεύουν τα όσα προώθησε ο κατηγορούμενος. Ωστόσο ως έχουμε ήδη διατυπώσει δεν διατηρούμε αμφιβολίες για την αξιοπιστία της παραπονούμενης, η οποία ενισχύεται από την υποστηρικτική μαρ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.