← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7004/17, 25/10/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7004/17, 25/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7004/17 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον xxx ΝΙΚΟΛΑΟΥ ----------------------------------- Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο: κος Χ. Ζόππος Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της Κοινής επίθεσης στις 16 Απριλίου του 2017 (1η και 5η κατηγορία) δηλαδή σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις και της Απειλής την ίδια ημερομηνία ( 2η κατηγορία), εναντίον του xxx xxx Donnel, από την Ουαλία κατά παράβαση των άρθρων 242 και 91 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αντίστοιχα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν 4 μάρτυρες, ήτοι ο Αστ.1xx3 xxx Καγκαλλής (ΜΚ1), ο xxx xxx Donnell (ΜΚ2), xxx xxx Jones (ΜΚ3) και ο Αστ 3xx5 xxx Σάββα (ΜΚ4). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Μάρτυρας Κατηγορίας 1 (ΜΚ1 στη συνέχεια) κατέθεσε ο Αστ.1xx3 xxx Καγκαλλής o οποίος υπηρετούσε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Πάφου. Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε την κατάθεση του (τεκμήριο Α') την οποία υιοθέτησε και στην οποία αναφέρει ότι αφού ενημερώθηκε για πρόκληση φασαρίας στην οδό Θάσου στα Κονιά επικοινώνησε με τον Νικολάου δηλαδή τον κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε για την εναντίον του καταγγελία. Στη συνέχεια επικοινώνησε με τον Aστυφύλακα 3xx5 και του ζήτησε να μεταβεί εκεί. Ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 1) και κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 2). Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι πρώτος έκανε καταγγελία στην αστυνομία ο παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος δεν είχε υποβάλει παράπονο εναντίον του παραπονούμενου αλλά ούτε στον αστυφύλακα 3xx5 ο οποίος μετέβηκε στην σκηνή αλλά έκανε παράπονο κατά τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 2). Κατά την αντεξέταση του ρωτήθηκε κατά πόσον ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος είχαν διαφορές μεταξύ τους και ο ΜΚ1 είπε ότι υπήρχαν. Ο ίδιος δεν είχε μεταβεί στη σκηνή του επεισοδίου. Ο Μάρτυρας Κατηγορίας 2 (ΜΚ2) ήταν ο xxx xxx Donnel παραπονούμενος ο οποίος υιοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση του (τεκμήριο Β') στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι 16 Απριλίου 2017 και περί ώρα 6:50 ενώ κοιμόταν άκουσε θόρυβο και ξύπνησε. Σηκώθηκε και πήγε έξω από το σπίτι του όπου είδε τον κατηγορούμενο τον οποίο παρακάλεσε να σταματήσει, γιατί έκανε φασαρία και ο κατηγορούμενος πήδηξε πάνω από τον τοίχο τον πλησίασε και σε τρεις περιπτώσεις του επιτέθηκε σπρώχνοντας τον από πίσω. Επίσης τον απείλησε λέγοντας του ότι θα του σπάσει τα πόδια. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είναι γείτονας με τον κατηγορούμενο και είχαν διαφορές μεταξύ τους. Η Υπεράσπιση του υπέδειξε φωτογραφίες (τεκμήρια 3, 3.1, 3.2) υποστηρίζοντας ότι αυτός δεν θα μπορούσε να μεταβεί στον κοινόχρηστο χώρο θέση την οποία αρνήθηκε. Επίσης του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος έσκαβε αυλάκι στην αυλή του και ο ΜΚ2 απάντησε ότι το συμβάν έγινε ημέρα Κυριακή η ώρα 6:50 και ο κατηγορούμενος προκαλούσε θόρυβο. Ο Μάρτυρας Κατηγορίας 3 (ΜΚ3) ήταν ο xxx xxx Jones ο οποίος υιοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση του (τεκμήριο 4) στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα είδε τον xxx ΜΚ2, δηλαδή τον παραπονούμενο ο οποίος είναι ο σύντροφος της μητέρας του, να περπατά προς το μέρος της κοινόχρηστης πισίνας και να ζητά από τον κατηγορούμενο να σταματήσει να κάνει φασαρία γιατί προσπαθούσαν να κοιμηθούν. Τότε είδε τον κατηγορούμενο να πετάει στο έδαφος μία γλάστρα και να πηδάει πάνω από τον τοίχο και μετά να επιτίθεται εναντίον του παραπονούμενου ΜΚ2, σε δύο περιπτώσεις σπρώχνοντας τον από πίσω. Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε τις ίδιες θέσεις. Ο Μάρτυρας Κατηγορίας 4 (ΜΚ4) ήταν ο αστυφύλακας 3xx5 xxx Σάββα o οποίος υπηρετούσε στο τμήμα Μικροπαραβάσεων στην Πάφο. Στις 16 Απριλίου 2017 ανέφερε ότι επισκέφθηκε το σπίτι του κατηγορουμένου διότι υπήρχε ένα παράπονο μεταξύ αυτού και του γείτονα του. Αυτός δεν είχε ετοιμάσει κατάθεση. Στο δικαστήριο ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο τον οποίο αναγνώρισε. Κατά την επίσκεψή του εκεί έκανε συστάσεις στον κατηγορούμενο σε σχέση με το παράπονο που έλαβε. Ο κατηγορούμενος δεν του υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν έκανε οποιαδήποτε επιτόπια έρευνα στην αυλή του κατηγορουμένου ή στην κοινόχρηστη περιοχή που βρίσκεται η πισίνα. Αυτός δεν θυμόταν να πει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτoς συνήγορος του Κατηγορούμενου δεν εισηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Στη συνέχεια κρίθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες 1, 2 και 5 που αντιμετώπιζε. Αυτός αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση (τεκμήριο 5) με την οποία επεσύναψε το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αρ. 3/17 με παραπονούμενη την σύντροφο του ΜΚ1 και με μάρτυρα τον ΜΚ3 της παρούσας, την ανακριτική κατάθεση που του ελήφθηκε στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης και την τελική αθωωτική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Αυτός παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ένα μάρτυρα υπερασπίσεως. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος ως αναφέρθηκε, κατέθεσε στο Δικαστήριο την ανώμοτη δήλωση του (τεκμήριο 5) στην οποία αναφέρει ότι 6.00 - 6.30 το πρωί της επίδικης ημέρας Κυριακής επειδή τοποθέτησε πασσάλους για φωτιστικά στην αυλή και σε μέρος της κοινόχρηστης πισίνας και ήθελε να τους συνδέσει με ηλεκτρικό καλώδιο το οποίο θα τοποθετούσε υπόγεια, πήρε το ξινάρι (κούσπο) και άρχισε να σκάβει το χώμα ανοίγοντας αυλάκι για να περάσει το καλώδιο. Τότε ο ΜΚ2 άνοιξε το παράθυρο του μπαλκονιού και άρχισε να του λέει διάφορα στην αγγλική γλώσσα την οποία δεν καταλαβαίνει, να τον βρίζει και αυτός αντελήφθηκε ότι ενοχλήθηκε από τον θόρυβο που έκανε. Στην συνέχεια ο ΜΚ2 μπήκε παράνομα στην αυλή του και στην περιοχή της κοινόχρηστης πισίνας και του έκανε νόημα να σταματήσει. Ο ΜΚ2 τον έσπρωξε και ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα τον καταγγείλει στην αστυνομία για να φύγει, πράγμα που ο ΜΚ2 έκανε. Ο κατηγορούμενος (στο τεκμήριο 5) δεν αποδέχεται ότι έσπρωξε ή απείλησε τον ΜΚ2. Επεσύναψε τεκμήρια μαζί με το τεκμήριο 5 από τα οποία αποδέχεται ότι με τον παραπονούμενο είχαν και παλαιότερα διαφορές. Επικαλείται ότι η καταγγελία εναντίον του έγινε για εκδικητικούς λόγους που σχετίζονται και με την ποινική υπόθεση με αρ. 3/17 στην οποία αθωώθηκε. Μάρτυρας Υπερασπίσεως 1 (ΜΥ1) ήταν ο xxx Όθωνος ο οποίος είναι οικοδόμος και εργολάβος οικοδομών και σχετίζεται με το συγκρότημα το οποίο ανήγειρε και πώλησε, με την ονομασία xxx Hills, το οποίο αποτελείται από επαύλεις και μεζονέτες. Στον κατηγορούμενο πώλησε την μεζονέτα με αριθμό x (Μx) και στον παραπονούμενο ΜΚ2 την έπαυλη x. (Vx). Εξεταζόμενος ανέφερε ότι οι επαύλεις έχουν δική τους πισίνα στο εν λόγω συγκρότημα και οι Ιδιοκτήτες τους δεν δικαιούνται να πηγαίνουν στην κοινόχρηστη πισίνα των μεζονετών. Αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο σχέδιο του συγκροτήματος (τεκμήριο 6). Αντεξεταζόμενος επέμεινε στη θέση ότι οι επαύλεις δεν χρησιμοποιούν την κοινόχρηστη πισίνα. Αυτός δεν είχε καμία σχέση με το κατ΄ ισχυρισμό επεισόδιο μεταξύ του ΜΚ2 και του κατηγορούμενου. Όταν ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης ανέφεραν στο Δικαστήριο τις τελικές τους εισηγήσεις και θέσεις. Αυτές έχουν δεόντως μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν θεωρείται απαραίτητο να παρατεθούν εδώ αυτούσιες, μόνο εκεί όπου είναι αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους ΜΚ1 - 4 και τον μάρτυρα του κατηγορούμενου (MY1) που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992), 1 Α.Α.Δ. 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165. Επίσης, η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εμφάνιση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στην βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της. (βλ. Γεώργιος και Σπύρος Τσιαππής v. Πολυβίου
(2009), 1 Α.Α.Δ. 339. Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008), 2 Α.Α.Δ. 256: «Όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με την βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στην βάση τη μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (Hasan v Ανδρέου, πολιτική έφεση 2/11, ημερ.2.12.15). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, (Βασιλειάδης v Σπύρου Λτδ, πολιτική έφεση 123/09, ημερ.14.10.15). Η μαρτυρία του ΜΚ1 ήταν αυτή ενός ανεξάρτητου μάρτυρα. Δεν διέκρινα ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να μην πει την αλήθεια ή ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να το πράξει αυτό. Ήταν σαφής και ξεκάθαρος για τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε οι οποίες ήταν περιορισμένες, ειδοποιώντας τον ΜΚ4 να μεταβεί στην οικία του κατηγορούμενου. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ο ΜΚ2 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά αλλά σε συσχετισμό με την υπόλοιπη δοθείσα μαρτυρία. Αυτός θεωρώ ότι περιέγραψε τα γεγονότα ως επεσυνέβηκαν στις 16 Απριλίου 2017 και ανέφερε τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις σπρώχνοντας τον από πίσω. Διαφάνηκε ότι με τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν γείτονας του είχαν διαφορές. Επίσης ο ΜΚ2 υποστήριξε ότι είχε αναφέρει και στην κατάθεσή του (τεκμήριο Β') ότι ο κατηγορούμενος τον απείλησε με τη φράση : « I will kill you and break your legs». Σε αυτόν υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση οι φωτογραφίες (τεκμήρια 3, 3.1, 3.2) όμως διαφάνηκε ότι αυτές λήφθηκαν το 2020 και δεν αντικατοπτρίζουν τον χώρο ως ήταν το 2017. Το γεγονός ότι ο ΜΚ2 στην αντεξέταση του, όταν του τέθηκε από την υπεράσπιση η ημερομηνία του επεισοδίου αυτός παρέπεμψε στην κατάθεση του, που του έλαβε η αστυνομία δεν βρίσκω κάτι μεμπτό καθ' ότι δικαιολογημένα αυτός δεν θυμόταν λόγω της παρέλευσης πέραν των 4 χρόνων από το συμβάν αλλά και λόγω της ηλικίας του. Εν πάση περιπτώσει ουδέποτε η υπεράσπιση του υπέβαλε ότι δεν συνέβηκαν αυτά που ο ΜΚ2 επικαλείται «την επίδικη ημερομηνία». Επίσης αναφορικά με το συμβάν αυτός ανέφερε τόσο στη κατάθεση του όσο και ενόρκως ότι με τον θόρυβο που προκαλούσε ο κατηγορούμενος ενοχλήθηκε και αυτός και η οικογένεια του. Ερωτήθηκε και απάντησε ότι στο συγκρότημα διέμεναν και άλλα παιδιά. Τέθηκε στον ΜΚ2 από την υπεράσπιση το θέμα ποιος ειδοποίησε την αστυνομία. Κρίνω ότι σημαντικό ήταν το γεγονός ότι ειδοποιήθηκε η αστυνομία και σχετική είναι η δοθείσα μαρτυρία από τους ΜΚ1 και ΜΚ4 και όχι ποιος τους ειδοποίησε. Αναφορικά με την μη παρουσίαση από την Κατηγορούσα Αρχή, της συντρόφου του ΜΚ2 στο Δικαστήριο για να καταθέσει ως μάρτυρας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν δημιουργείται οποιοδήποτε κενό καθ' ότι η διαδικασία που διεξάγεται είναι συνοπτική και εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να επιλέξει του μάρτυρες τους οποίους θα παρουσιάσει. (Πέγκερος v Δημοκρατίας
(1995), 2 ΑΑΔ, 143, Κλ. Κλεοβούλου v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ,17). Ο ΜΚ2 δεν διέκρινα κατά την μαρτυρία του να έχει υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις ούτως ώστε να πλήττεται η αξιοπιστία του. Συνεπώς αποδέχομαι αυτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη και αληθή και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. Ο ΜΚ3 μου έκανε καλή εντύπωση βασικά επιβεβαίωσε και ενίσχυσε τον ΜΚ2 σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα τα οποία διαδραματίστηκαν την επίδικη ημερομηνία. Αυτός αντελήφθηκε το τι γινόταν στην αυλή μεταξύ του ΜΚ2 και του κατηγορουμένου με τον οποίον αποδέχτηκε ότι είχαν διαφορές. Αυτός επιβεβαίωσε τον ΜΚ2 στα ουσιώδη γεγονότα ότι του επιτέθηκε και τον απείλησε. Ο ΜΚ3 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση όταν είπε: «έχουμε πρόσβαση στην ακριανή πλευρά του κήπου προς την κοινόχρηστη πισίνα». Επιπλέον το ίδιο ανέφερε και ο ΜΚ2 ο οποίος είχε πει ότι ο κατηγορούμενος μετά το συμβάν τοποθέτησε πύλη. Κρίνω την μαρτυρία του ως αληθή και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. Ο ΜΚ4 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Αυτός ως αναφέρθηκε επισκέφτηκε την οικία του κατηγορούμενου και συνομίλησε μαζί του. Ο ρόλος του ήταν περιορισμένος την ημέρα του συμβάντος. Δεν μου έδωσε την εντύπωση ενός μάρτυρα που ήρθε στο δικαστήριο για να καταθέσει γεγονότα τα οποία δεν έγιναν. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται βασικά στην Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Θα πρέπει να δοθεί κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που το Δικαστήριο προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή αδιαμφισβήτητα (βλ. επίσης Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κόλιας ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 106, 126, 127/15, ημερ. 17.5.18 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 191/16, ημερ. 6.11.18). Εξετάζοντας την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου υπό το φως των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος σε αυτήν αποδέχεται ότι έκανε διάφορες εργασίες την 16.4.17 ημέρα Κυριακή και περί ώρα 6:00 - 6:30 το πρωί, στον χώρο της κοινόχρηστης πισίνας. Ενώ ο ίδιος αντελήφθηκε τον ΜΚ2 αρχικά να είναι στο παράθυρο του σπιτιού του και να φαίνεται ενοχλημένος από τον θόρυβο που έκανε με το ξινάρι αυτός συνέχισε ανενόχλητος την εργασία του χωρίς να σταματήσει. Αυτός συνέχισε και όταν ο ΜΚ2 κατέβηκε στον χώρο της κοινόχρηστης πισίνας. Επίσης είναι κοινά αποδεκτό ότι συναντήθηκαν στον κοινόχρηστο χώρο. Δεν αποδέχομαι την θέση του ότι αυτός είχε πρόθεση να τον καταγγείλει στην αστυνομία κάτι βέβαια που δεν έπραξε έγκαιρα και από μόνος του ούτε όταν συνομίλησε με τον ΜΚ1 τηλεφωνικώς αλλά ούτε και όταν ο ΜΚ4 τον επισκέφτηκε στην οικία του. Αυτός ανέφερε ότι έχει παράπονο εναντίον του ΜΚ2 την επόμενη ημέρα και περί ώρα 19:58 κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης τεκμήριο
  1. Ήταν λογικό και αναμενόμενο ότι εάν συνέβαιναν εναντίον του αυτά που ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται αυτός θα ειδοποιούσε άμεσα την αστυνομία και να προβεί σε σχετική καταγγελία. Επιπλέον δεν διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε οποιοδήποτε παράπονο μετά την καταχώρηση της υπόθεσης εναντίον του και όχι και εναντίον του ΜΚ2 για οποιοδήποτε αδίκημα κάτι το οποίο ήταν λογικό και αναμενόμενο να γίνει αν ευσταθούσε η θέση του. Ενόψει αυτών δεν μπορώ να αποδώσω ιδιαίτερη βαρύτητα στις θέσεις του ως εμφαίνονται στην ανώμοτη δήλωση του και στην ανακριτική του κατάθεση οι οποίες δεν με έπεισαν, ότι δηλαδή είναι ο ΜΚ2 που προκάλεσε το επεισόδιο την επίδικη ημερομηνία και μάλιστα εκδικητικά ως του υπέβαλε η υπεράσπιση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ 1 (ΜΥ1) Η μαρτυρία του ήταν επικεντρωμένη στο γεγονός της πώλησης στον ΜΚ1 της έπαυλης με αρ.x Vx και στον κατηγορούμενο της Μεζονέτας Μx. Ο ίδιος δεν είχε γνώση των γεγονότων που επεσυνέβηκαν την επίδικη ημερομηνία απλά κατέθεσε ότι ως ο εργολάβος του εν λόγω συγκροτήματος τόσο ο ΜΚ2 όσο και ο κατηγορούμενος ήταν αγοραστές της έπαυλης και της μεζονέτας αντίστοιχα. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αληθή. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό του ότι οι επαύλεις έχουν δική τους πισίνα αυτή ήταν και η θέση του ΜΚ
  2. Σε σχέση δε με την θέση του ότι οι ιδιοκτήτες των επαύλεων δεν έχουν δικαίωμα να μεταβαίνουν στην κοινόχρηστη πισίνα πρωτίστως δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε επαρκής μαρτυρία περί αυτής της απαγόρευσης αλλά βεβαίως δεν μεταβάλει τα γεγονότα ότι ο κατηγορούμενος εκτελώντας τις εργασίες του στον κοινόχρηστο χώρο προκαλούσε θόρυβο τις πρωινές ώρες ημέρα Κυριακή και δικαιολογημένα ο γείτονας του και ΜΚ2 αρχικά βγήκε στο μπαλκόνι για να του το αναφέρει πράγμα για το οποίο ο κατηγορούμενος αδιαφόρησε, με αποτέλεσμα να τον αναγκάσει να κατέβει στον κοινόχρηστο χώρο. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω ενώ ο ΜΥ1 κατέθεσε το σχέδιο του συγκροτήματος αυτό δεν ετέθηκε σε καμία περίπτωση στους ΜΚ1 και ΜΚ2 για να θέσουν την θέση τους. Έχει νομολογηθεί ότι οι παραλείψεις ουσιαστικών υποβολών μπορεί να επενεργήσουν δυσμενώς σε βάρος της αξιοπιστίας της πλευράς που το πράττει. (Υπόθεση Βραχίμη εναντίον Κουλουμπρή, 1992, 1 Α.Α.Δ. 136). Λαμβανομένης υπόψη μου της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας προβαίνω στα πιο κάτω ευρήματα: ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στις 16.4.17 ημέρα Κυριακή, και περί ώρα 6:00 ο κατηγορούμενος ευρισκόταν στην οικία του και στoν κοινόχρηστο χώρο του συγκροτήματος xxx HILLS, στα Κονιά της Επαρχίας Πάφου και προέβαινε σε εργασίες με τις οποίες προκαλείτο θόρυβος με αποτέλεσμα να ενοχληθεί τόσο ο ΜΚ1 όσο και η οικογένεια του. Όταν ο ΜΚ2 μετέβηκε στο σημείο που ευρισκόταν ο κατηγορούμενος για να του πει να σταματήσει την οχληρία που προκαλούσε και ενώ αποχωρούσε, ο κατηγορούμενος σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις τον έσπρωξε από πίσω και τον απείλησε λέγοντας του: « I will kill you and I break your legs». Το επεισόδιο είδαν από την οικία τους ο ΜΚ3 και η μητέρα του - σύντροφος του ΜΚ
  3. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία και μετέβηκε εκεί ο ΜΚ
  4. Ο ΜΚ4 συνομίλησε προηγουμένως τηλεφωνικά με τον ΜΚ1 ο οποίος του είπε να μεταβεί εκεί λόγω του παραπόνου που υπήρχε εναντίον του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ4 όταν μετέβηκε στην οικία του κατηγορούμενου του έκανε συστάσεις για το επεισόδιο. Ο κατηγορούμενος δεν κατήγγειλε οτιδήποτε στον ΜΚ1 ούτε και στον ΜΚ4 ο οποίος τον επισκέφθηκε στην οικία του αλλά αργότερα ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 1) ότι έχει παράπονο εναντίον του ΜΚ2 και της συντρόφου του. Επιπλέον ο κατηγορούμενος με την σύντροφο του ΜΚ2 και τον γιο της ΜΚ3 με τον οποίο είναι γείτονες, είχαν διαφορές από προηγουμένως και εναντίον του εκκρεμούσε και η ποινική υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποία αθωώθηκε. Ο ΜΥ1 είναι το πρόσωπο το οποίο ανήγειρε το εν λόγω συγκρότημα στο οποίο ευρίσκονται τόσο η μεζονέτα του κατηγορούμενου όσο και η έπαυλη του ΜΚ
  5. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 1η και στην 5η κατηγορία το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Τα συστατικά του στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  6. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον άλλου,
  7. Αυτό να έγινε παράνομα. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίζει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση όπως μια απειλή ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R 442 και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, παρ. Β2.5, σελ. 162). Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει την χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974). Επίσης ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την 2η κατηγορία της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα.......». Δηλαδή απαιτείται η απόδειξη: Απειλής από τον κατηγορούμενο, με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη. Η οποία να προκάλεσε τρόμο ή ανησυχία σε άλλο πρόσωπο. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Πιο κάτω παραθέτω νομολογία που παρόλο ότι αναφέρεται στο αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας εντούτοις οι νομικές αρχές είναι κοινές με το αδίκημα της απειλής και ως εκ τούτου εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16, η οποία αφορούσε επαναλαμβάνω συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε σχετικά ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Ως φαίνεται δε από την πιο πάνω υπόθεση το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, λέχθηκε ότι πέραν από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούντο αδικήματος απειλής βιαιοπραγίας (βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Βλ. και την Ποιν. Έφ. 41/2014, Καράπασιη v Αστυνομίας, ημερ.24/01/2017. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας εναντίον Σπύρος Σπύρου
(2002)2, Α.Α.Δ. 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοίζου εναντίον Αστυνομίας 1989
(2)Α.Α.ΑΔ 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης εναντίον Αστυνομίας 1991
(2)Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής. (Φλουρής εναντίον Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας λοιπόν κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Από την μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης και της 5ης κατηγορίας δηλαδή ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα, παράνομα επιτέθηκε εναντίον του ΜΚ2 ενώ ο δεύτερος άρχισε να απομακρύνεται από κοντά του τον έσπρωξε από πίσω σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Αναφορικά με την θέση της Υπεράσπισης ότι ο ΜΚ2 εισήλθε παράνομα στον κοινόχρηστο χώρο της πισίνας κρίνω ότι και εάν ακόμη ο ΜΚ2 διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα για το οποίο βεβαίως δεν κατηγορείται στην παρούσα, δεν αίρει την ποινική ευθύνη και το αξιόποινο των πράξεων του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο εξετάζοντας ενδελεχώς την μαρτυρία του ΜΚ2 διαπιστώνει ότι ενώ αυτός κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος τον απείλησε με την φράση : « Ι will kill you and break your legs» δεν ανέφερε σε καμία περίπτωση ότι με αυτή την φράση η οποία εκστομίστηκε εναντίον του, του προκλήθηκε φόβος ή τρόμος από τον κατηγορούμενο. Η απειλή δεν δημιούργησε εξ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του από τον κατηγορούμενο. Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 και 5 εναντίον του κατηγορούμενου, ως έχει υποχρέωση να πράξει και κρίνεται ένοχος σε αυτές. Στην κατηγορία 2 ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. [Υπ.] ........................................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.