ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. ERMES DEPARTMENT STORES PLC κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10296/14, 14/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10296/14 Μεταξύ: ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον
- ERMES DEPARTMENT STORES PLC
- WOOLWORTH (CYPRUS) PROPERTIES PLC
- xxx ΛΕΥΚΑΡΙΤΗΣ
- xxx ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
- xxx xxx ΣΙΑΚΟΛΑ
- xxx xxx ΣΙΑΚΟΛΑΣ
- xxx ΣΙΑΚΟΛΑΣ
- xxx ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
- xxx xxx ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ
- xxx ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
- xxx xxx ΣΙΑΚΟΛΑ
- xxx ΣΙΑΚΟΛΑΣ
- xxx ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- xxx xxx MCAULEY
- ΓΙΩΡΓΟΣ Α.
- xxx ΜΟΥΣΙΟΥΤΤΑΣ
- xxx ΣΕΒΕΡΗΣ
- xxx ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟΥ --------------------------------- Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Χ¨Νεοφύτου Για τους Κατηγορούμενους 1, 2, 9, 15: κος Α. Δημητριάδης & Χρ. Φρακάλας Κατηγορούμενοι 9 & 15 παρόντες ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα Ιδιωτική Ποινική υπόθεση κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας κρίθηκαν ένοχοι από το Δικαστήριο στις πιο κάτω κατηγορίες: η 1η κατηγορούμενη στην 1η και στην 3η κατηγορία, η 2η κατηγορούμενη στην 2η και στην 3η, ο 9ος κατηγορούμενος στην 4η, στην 5η και στην 6η κατηγορία και ο 15ος στην 4η και στην 5η κατηγορία. Στην πρώτη κατηγορία η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2013 και/ή πρότερον και/ή μέχρι σήμερα στην ενορία Αγίου Θεοδώρου εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Πάφου (ΔΠ εφεξής), ενώ ήταν και είναι κάτοχος και/ή διαχειρίστρια και/ή ενοικιάστρια των τεμαχίων με αριθμό 1xx7 και 1xx8, παράνομα κατέχει και/ή χρησιμοποιεί και/ή λειτουργεί οικοδομές που ανεγέρθηκαν εντός αυτών χωρίς να εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από τον Δήμο Πάφου, κατά παράβαση των άρθρων 2 - 5, 10
(1), 19 και 20 του πιο πάνω Κεφαλαίου και του Ν.166/
- Στην δεύτερη κατηγορία, η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2013 και/ή πρότερον και/ή μέχρι σήμερα στην ενορία Αγίου Θεοδώρου εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Πάφου, ενώ ήταν και είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των τεμαχίων με αριθμό 1xx7 και 1xx8, παράνομα επέτρεψε στην κατηγορούμενη 1 να κατέχει και/ή χρησιμοποιεί και/ή λειτουργεί οικοδομές που ανεγέρθηκαν εντός των πιο πάνω τεμαχίων χωρίς να εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από τον Δήμο Πάφου, κατά παράβαση των άρθρων 2 - 5, 10, 19 και 20 του πιο πάνω Κεφαλαίου, του Ν.166/87 και του άρθρου 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Στην τρίτη κατηγορία, οι κατηγορούμενες 1 και 2 κατηγορούνται ότι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2013 και/ή πρότερον και/ή μέχρι σήμερα στην ενορία Αγίου Θεοδώρου εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Πάφου, ενώ ήταν και είναι κάτοχοι και/ή διαχειρίστριες και/ή ενοικιάστριες και/ή εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες των τεμαχίων με αριθμό 1xx7 και 1xx8, παράνομα μετέτρεψαν και/ή ανέχθηκαν την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μέρους της οικοδομής, δηλαδή της χρήσης του υπογείου χώρου στάθμευσης σε αποθήκες χωρίς να εξασφαλίσουν άδεια από τον Δήμο Πάφου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(ε) (στ),
(2)(β) και 20 του πιο πάνω Κεφαλαίου. Στην τέταρτη κατηγορία, οι κατηγορούμενοι 9 και 15 κατηγορούνται ότι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2013 και/ή πρότερον και/ή μέχρι σήμερα στην ενορία Αγίου Θεοδώρου εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Πάφου, υπό την ιδιότητά τους ως αξιωματούχοι και/ή διευθυντές των κατηγορουμένων 1 και 2 παρείχαν συνδρομή και/ή παρακίνησαν και/ή βοήθησαν και/ή ανέχθηκαν τις κατηγορούμενες 1 και 2 να μετατρέψουν την εγκεκριμένη χρήση μέρους της οικοδομής που βρίσκεται στα τεμάχια με αριθμό 1xx7 και 1xx8, δηλαδή, τη χρήση του υπογείου χώρου στάθμευσης σε αποθήκες χωρίς να εξασφαλίσουν την άδεια από τον Δήμο Πάφου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(ε) (στ),
(2)(β) και 20 του πιο πάνω Κεφαλαίου, του Ν.166/87 και του άρθρου 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Στην πέμπτη κατηγορία, οι κατηγορούμενοι 9 και 15 κατηγορούνται ότι, μαζί και/ή ξεχωριστά κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2013 και/ή πρότερον και/ή μέχρι σήμερα στην ενορία Αγίου Θεοδώρου εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Πάφου, υπό την ιδιότητά τους ως αξιωματούχοι και/ή διευθυντές της κατηγορούμενης 1 παρείχαν συνδρομή και/ή παρακίνησαν και/ή βοήθησαν την κατηγορούμενη 1 στην κατοχή και/ή χρήση και/ή λειτουργία οικοδομών που ανεγέρθηκαν εντός των τεμαχίων με αριθμό 1xx7 και 1xx8 χωρίς να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από τον Δήμο Πάφου, κατά παράβαση των άρθρων 2 - 5, 10, 19 και 20 του πιο πάνω Κεφαλαίου, του Ν.166/87 και του άρθρου 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Στην έκτη κατηγορία, ο κατηγορούμενος 9 κατηγορείται ότι, κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2013 και/ή πρότερον και/ή μέχρι σήμερα στην ενορία Αγίου Θεοδώρου εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Πάφου, υπό την ιδιότητά του ως αξιωματούχος και/ή διευθυντής της κατηγορούμενης 2 παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε και/ή βοήθησε την κατηγορούμενη 2 να επιτρέψει και/ή να ανεχθεί την κατοχή και/ή τη χρήση και/ή τη λειτουργία οικοδομών από την κατηγορούμενη 1 που ανεγέρθηκαν εντός των τεμαχίων με αριθμό 1xx7 και 1xx8 χωρίς να εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από τον Δήμο Πάφου, κατά παράβαση των άρθρων 2 - 5, 10, 19 και 20 του πιο πάνω Κεφαλαίου, του Ν.166/87 και του άρθρου 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Τα γεγονότα που αποκρυσταλλώθηκαν μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία και οδήγησαν στην πιο πάνω καταδίκη των κατηγορουμένων 1, 2, 9 και 15 καταγράφονται στην καταδικαστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω στην ολότητα τους. Συνοψίζοντας τα όμως για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης της παρούσας σημειώνω ότι η κατηγορούμενη 1 είναι δημόσια εταιρεία. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αυτή ως ενοικιάστρια από το 2001 μέχρι και σήμερα κατέχει, χρησιμοποιεί και λειτουργεί το κτίριο Κ. που ανεγέρθηκε εντός των επίδικων τεμαχίων 1xx7 και 1xx8, τα οποία ευρίσκονται στα Δημοτικά όρια του Δήμου Πάφου και για το οποίο ουδέποτε κατατέθηκε αίτηση στον ΔΠ για απόκτηση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Η κατηγορούμενη 2 από το 1989 και μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2019 ήταν ιδιοκτήτρια των δύο επίδικων τεμαχίων 1xx7 και 1xx8 παλαιότερα με αρ. 1x7 και 1x8, στον Αγ. Θεόδωρο στην Πάφο, στα οποία ανεγέρθηκε και λειτούργησε το πιο πάνω αναφερόμενο κτίριο. Από τις 21.8.19 και τις 23.8.19 αυτά μεταβιβάστηκαν στην NIVAMO PROPERTIES LIMITED. Η κατηγορούμενη 2 προέβαινε στην υποβολή διαφόρων αιτήσεων (άδειας οικοδομής ή πολεοδομικής) προς τον ΔΠ αναφορικά με το εν λόγω κτίριο. Αυτή η προσπάθεια της για αδειοδότηση από την μια και η ανοχή της στην κατοχή και την χρήση της οικοδομής από την κατηγορούμενη 1 τα έτη 2001 μέχρι και το 2014 που το παρόν κατηγορητήριο καταχωρήθηκε χωρίς αυτή να κατέχει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή τον ΔΠ αποδεικνύει ως αποφασίστηκε από το Δικαστήριο την διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας. Επίσης η κατηγορούμενη 2 δεν προέβηκε σε καμία ενέργεια ούτως ώστε να αποτρέψει την κατοχή και την χρήση της οικοδομής από την κατηγορούμενη 1 χωρίς την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από την οποία βεβαίως και επωφελείται οικονομικά. Ασφαλώς η κατηγορούμενη 2 τέτοια αίτηση για απόκτηση του πιστοποιητικού δεν υπέβαλε ποτέ στην αρμόδια αρχή. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι μέρος του χώρου στάθμευσης το οποίο είναι αδειοδοτημένο ως χώρος στάθμευσης χρησιμοποιείτο ως αποθήκη και υπήρχαν προϊόντα προς πώληση. Η μεν κατηγορούμενη 1 κατηγορείται υπό την ιδιότητα της ως κάτοχος και/ή διαχειρίστρια και/ή ενοικιάστρια, η δε κατηγορούμενη 2 ως η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των 2 τεμαχίων και δη ότι μετέτρεψαν και/ή ανέχθηκαν την εν λόγω μετατροπή. Η αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία κατέδειξε την μετατροπή του χώρου στάθμευσης σε αποθηκευτικό, με κατασκευές οι οποίες στις 2/9/20 κατόπιν ελέγχου δεν υφίσταντο πλέον. Ο Κατηγορούμενος 9 ήταν ο διευθυντής και σύμβουλος της 1ης κατηγορούμενης και διευθυντής και διευθύνων σύμβουλος της 2ης κατηγορούμενης από τις 10/6/2005 - 29/11/
- Αυτός υπέγραφε τις πλείστες εκ των αιτήσεων που υποβλήθηκαν για εξασφάλιση αδειών εκ μέρους της κατηγορούμενης 2, είχε ενεργό ρόλο αλλά και η αναφορά του ονόματος του σε αριθμό επιστολών είναι στοιχεία που καταδεικνύουν την συνδρομή, βοήθεια και ανοχή του στην κατοχή και χρήση της οικοδομής από την κατηγορούμενη 1, χωρίς να εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης αλλά και την γνώση του περί των ουσιαστικών παρανομιών που λάμβαναν χώρα στην οικοδομή, ασφαλώς χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής ήτοι του ΔΠ. Επιπλέον αυτός με τις πράξεις του ανεχόταν την χρήση από την κατηγορούμενη 1 του υπογείου χώρου στάθμευσης στο κτίριο Κ. ως αποθηκευτικός, ενόψει της ιδιότητας του ως αξιωματούχος αυτής. Δηλαδή ο κατηγορούμενος 9 όλο αυτό το χρονικό διάστημα ως αξιωματούχος και των 2 εταιρειών συνέδραμε και/ή βοήθησε ως συνεργός ούτως ώστε η κατηγορούμενη 2 εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των 2 τεμαχίων να ανεχθεί την κατοχή και την λειτουργία της οικοδομής ήτοι του κτιρίου Κ. από την κατηγορούμενη 1 ενοικιάστρια και/ή κατόχου αυτού, χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης του ΔΠ. Ο κατηγορούμενος 15 ήταν ο διευθυντής και πρόεδρος της κατηγορούμενης 1 και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να κατέχει θέση συμβούλου στην 1η κατηγορούμενη. Τόσο ο 9ος όσο και ο 15ος κατηγορούμενος ως αξιωματούχοι των 2 εταιρειών πολύ καλά εγνώριζαν όπως κρίθηκε από το Δικαστήριο, το τί ακριβώς συνέβαινε σε σχέση με το εν λόγω κτίριο το οποίο λειτουργούσε για σειρά ετών προσκομίζοντας κέρδη στην 1η κατηγορούμενη εταιρεία αλλά και στην 2η η οποία το ενοικίαζε στην 1η. Σαφώς υπό την πιο πάνω ιδιότητα τους ως συνεργοί ανέκτηκαν τόσο την συνέχιση της κατοχής και της χρησιμοποίησης του κτιρίου χωρίς να κατέχεται πιστοποιητικό τελικής έγκρισης γι΄αυτό από τον ΔΠ την αρμόδια αρχή αλλά και για την μετατροπή της χρήσης του χώρου στάθμευσης ως αποθηκευτικού. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής (ΚΑ εφεξής) ζήτησε την έκδοση σχετικού διατάγματος τερματισμού χρήσης της εν λόγω οικοδομής εναντίον της κατηγορούμενης 1 και του κατηγορούμενου 15, βάση του άρθρου 20
(3)(β) του Κεφ. 96 ως επίσης και τα έξοδα της διαδικασίας. Για τους κατηγορούμενους 2 και 9 δεν ζητήθηκε το εν λόγω διάταγμα γιατί η μεν κατηγορούμενη 2 δεν είναι πλέον η ιδιοκτήτρια των 2 τεμαχίων στα οποία ανεγέρθηκε το κτίριο Κ. ο δε κατηγορούμενος 9 δεν είναι πλέον αξιωματούχος των κατηγορουμένων 1 και
- Δεν προσφέρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή προηγούμενες ποινικές καταδίκες των κατηγορουμένων. Ο κος Δημητριάδης εκ μέρους των κατηγορουμένων ανέφερε μεταξύ άλλων για σκοπούς μετριασμού της ποινής τα πιο κάτω: ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έτυχαν ενθάρρυνσης από τον Κατήγορο στην ανέγερση του κτιρίου ο οποίος αρνείτο να εκδώσει τις άδειες και να αναγνωρίσει τα δικαιώματα τους, αυτοί προέβαιναν σε διαβήματα για εξασφάλιση των αδειών τους, είναι λευκού ποινικού μητρώου, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την λειτουργία του κτιρίου μέχρι και σήμερα, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων 9 και 15, τις ζημιές που προκλήθηκαν στις κατηγορούμενες 1 και 2 από την πανδημία covid -
- Αναφορικά με την αιτούμενη εκ μέρους της ΚΑ έκδοση του διατάγματος τερματισμού χρήσης της οικοδομής είχε ένσταση επικαλούμενος ότι το κτίριο έχει οικοδομική και πολεοδομική άδεια και ότι εντός αυτού ασκούν δραστηριότητα και άλλα νομικά και φυσικά πρόσωπα τα οποία δεν ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης ότι θα απωλέσουν την εργασία τους περίπου 200 υπάλληλοι οι οποίοι εργοδοτούνται εκεί. Αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι το άρθρο 20 του Κεφ.96 προνοεί ότι: 20.-
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3· (β) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 10∙ (γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10∙ .......... διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρχή αυτή δύναται, κατά τη χορήγηση τέτοιας άδειας, να επιβάλει τέτοιους όρους ως ήθελε αυτή θεωρήσει σκόπιμο και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται σε κάθε τέτοια άδεια. (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρμόδια αρχή, κατά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης άδειας, δύναται να επιβάλλει τους όρους που θεωρεί σκόπιμους και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται για κάθε τέτοια άδεια ή πιστοποιητικό. (γ) το πρόσωπο που καταδικάστηκε να καταβάλει τα έξοδα της διαδικασίας και οποιαδήποτε δικαιώματα που σχετίζονται με την κατηγορία, τα οποία το πρόσωπο αυτό όφειλε να είχε καταβάλει και τα οποία παρέλειψε ή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Δέον να αναφερθεί ότι το μέγιστο ύψος ποινής που προβλέπει ο Νόμος είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (ίδε Λεβέντης v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Παρατηρώ ότι οι ποινές που σήμερα προβλέπει το άρθρο 20 διαφέρουν από τις ποινές που ίσχυαν κατά την διάπραξη του αδικήματος ήτοι της φυλάκισης μέχρι ένα έτος και χρηματικής ποινής μέχρι €1708 (Ν. 81(I)1999). Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει ποινή στους κατηγορούμενους με βάση την ποινή του Νόμου (Ν. 81(I) 1999) η οποία είναι ευνοϊκότερη για αυτούς ως επιτάσσει και το άρθρο 12.1 του Συντάγματος (βλ.Χριστοδούλου κ.α v Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 1 και Έπαρχος Πάφου v TREMETOUSHIOTIS DEVELOPERS LTD κ.α. πιο κάτω. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τόσο της ΚΑ όσο και της υπεράσπισης. Προχωρώ πρωτίστως να εξετάσω το ύψος της ποινής που θα επιβάλω στις κατηγορούμενες 1 και 2 αλλά και το είδος και το ύψος της ποινής στους κατηγορούμενους 9 και 15. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος από πλευράς της ΚΑ. Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ.135, Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για σκοπούς προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου για τους κατηγορούμενους τα πιο κάτω: την σοβαρότητα των αδικημάτων ως εμφαίνεται από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου. τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και ιδιαίτερα το γεγονός ότι το κτίριο Κ. στα επίδικα τεμάχια κατέχεται και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα από την κατηγορούμενη 1 χωρίς να υποβληθεί οποιαδήποτε αίτηση για χορήγηση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης μέχρι και σήμερα. Ταυτόχρονα ότι η μεν κατηγορούμενη 1 είναι η ενοικιάστρια του επίδικου κτιρίου Κ. το οποίο λειτουργεί από το 2001 και η 2η κατηγορούμενη ήταν η ιδιοκτήτρια των επίδικων τεμαχίων μέχρι και το
- Μέχρι τότε επωφελείτο οικονομικά από την ενοικίαση του χώρου από την κατηγορούμενη
- τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των κατηγορουμένων 9 και
- Ειδικότερα ότι ο 9ος είναι 50 ετών, οικογενειάρχης και πατέρας 3 ανήλικων παιδιών. Σήμερα είναι πρόεδρος του ΟΚΥΠΥ του Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας. Ο 15ος κατηγορούμενος είναι ηλικίας 66 ετών και πατέρας ενός ενήλικου φοιτητή. ότι δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες των κατηγορούμενων. (Γενικός Εισαγγελέας v Πέτρου Λουκά, 1992, 2, ΑΑΔ, 241) στοιχείο που αποκαλύπτει ότι η παραβατική τους συμπεριφορά ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Στην Νίκος Χατζηϊωάννου v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ, 453 αναφέρθηκε ότι: «ο Εφεσείων στα 50 χρόνια του, δεν έχει άλλως πως απασχολήσει τα Δικαστήρια και παρουσιάζει την εικόνα ενός καθ' όλα νομοταγούς και κοινωνικώς σωστού πολίτη. Ο παράγων αυτός λαμβάνεται υπ' όψη (ίδε Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241) στην οποία λέχθηκε ότι : «Η νομοταγής ζωή ενός ανθρώπου έχει παρομοιασθεί με τη ζωή του νοικοκυρεμένου ανθρώπου ο οποίος μια ολόκληρη ζωή εξοικονομεί για να βρει τις οικονομίες του στις δύσκολες μέρες. Και η νομοταγής ζωή του εφεσίβλητου αποτέλεσε είναι φανερό από την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή, τις αποταμιεύσεις του στη ζωή από τις οποίες επήρε για να αντιμετωπίσει μια τραγική και θλιβερή κατάσταση που αντιμετώπισε στο τέλος σχεδόν της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας». το χρονικό διάστημα που παρήλθε τόσο από την λειτουργία του κτιρίου Κ. το 2001 μέχρι και το 2014 χρόνος που ασκήθηκε η ποινική δίωξη αλλά και το γεγονός ότι ο Κατήγορος δεν άσκησε αυτήν σε προγενέστερο στάδιο εφόσον ήταν γνωστό ότι αυτό λειτουργούσε λαμβάνοντας υπόψη ταυτόχρονα και την υποβολή στον ΔΠ των διαφόρων αιτήσεων από την κατηγορούμενη 2. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 20 χρόνια μετά την λειτουργία αυτού και 7 χρόνια μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης εναντίον τους. (ίδε Γενικός Εισαγγελέας v Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας v Πεγειώτης
(2001)2 ΑΑΔ 617) όπου επαναλήφθηκε η πάγια θέση της νομολογίας ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ότι σε όλη αυτή την μακρά χρονική περίοδο η κατηγορούμενη 2 δεν υπέβαλε ποτέ αίτηση για απόκτηση του πιστοποιητικού τελικής έγκρισης ενώ η κατηγορούμενη 1 κατείχε και λειτουργούσε το κτίριο ως επίσης ότι το αδίκημα της κατοχής και της χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης είναι συνεχές. Επιπλέον ως εμφαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης οι κατηγορούμενοι συνέβαλαν στην καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της παρούσας υπόθεσης εφόσον αυτή οδηγήθηκε σε ακρόαση αλλά και λόγω διαφόρων αναβολών τις οποίες αιτήθηκαν. η μετατροπή στο χώρο στάθμευσης του κτιρίου δεν υφίσταται πλέον. Δεν θα συμφωνήσω με τις θέσεις της υπεράσπισης περί ενθάρρυνσης των κατηγορουμένων από τον Κατήγορο στη διάπραξη των αδικημάτων και της άρνησης του ΔΠ να εκδώσει τις άδειες και να αναγνωρίσει δικαιώματα των κατηγορουμένων 1 και 2 θέματα για τα οποία το Δικαστήριο εξέδωσε ήδη την ετυμηγορία του. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας κατά νου ότι η ποινή φυλάκισης είναι το έσχατο μέτρο τιμωρίας το οποίο επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Αντωνίου v Αστυνομίας ποινική έφεση 74/20, ημερομηνίας 31.7.20 με αναφορά στις Προδρόμου v Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98, 100 και Chikli v Αστυνομίας
(1984)2 CLR 311) αλλά και αντλώντας καθοδήγηση από τις ποινές που επιβάλλει το Ανώτατο Δικαστήριο σε αδικήματα τέτοιας φύσεως, και την αρχή της συνολικότητας της ποινής επιβάλλω στους κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενη 1: Κατηγορία 1 : €550 Κατηγορία 3 : €400 Κατηγορούμενη 2 : Κατηγορία 2 : €650 Κατηγορία 3 : €400 Κατηγορούμενος 9 : Κατηγορία 4 : €400 Κατηγορία 5 : €500 Κατηγορία 6 :ουδεμία ποινή καθ΄ ότι τα γεγονότα της είναι αλληλένδετα με της 5ης κατηγορίας). Κατηγορούμενος 15 : Κατηγορία 4 : €400 Κατηγορία 5: €500 Σχετικά με το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για την έκδοση διατάγματος τερματισμού χρήσης του κτιρίου Κ. κρίνω πρωτίστως σκόπιμο να παραθέσω αποσπάσματα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το θέμα αυτό. Στην υπόθεση Elfi Entertainment Ltd κ.ά. ν. Δήμου Αγίας Νάπας
(2006)2 Α.Α.Δ. 361 η οποία αφορούσε διάταγμα κατεδάφισης οικοδομών εναντίον ενοικιαστών, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν οικοδομές χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης λέχθηκε ότι : «Αυστηρή επομένως η εφαρμογή του Νόμου, πόσο μάλλον για τους εδώ εφεσίβλητους που όφειλαν ως ιδιοκτήτες να λάβουν πιστοποιητικό έγκρισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια και διέταξε τους εφεσείοντες να κατεδαφίσουν τις παράνομες οικοδομές με σκοπό τον τερματισμό της συνέχισης της παρανομίας. Το γεγονός ότι μόνον οι ιδιοκτήτες των παράνομων οικοδομών θα μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση για έκδοση του αναγκαίου πιστοποιητικού εγκρίσεως και το ότι οι σχέσεις των εφεσειόντων-ενοικιαστών με τους ιδιοκτήτες ήταν τεταμένες δεν απάλλασσε τους εφεσείοντες από την ποινική τους ευθύνη αλλά ούτε και ήταν λόγος για μη έκδοση του διατάγματος κατεδάφισης εναντίον των εφεσειόντων. Αλλιώτικα αν τα δικαστήρια δεν εξέδιδαν διατάγματα κατεδάφισης οικοδομών, που κατέχονται και χρησιμοποιούνται από ενοικιαστές χωρίς πιστοποιητικό εγκρίσεως, εναντίον των ενοικιαστών, αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα από τους ιδιοκτήτες για να μην κατεδαφίζουν παράνομες οικοδομές τους που κατέχονται και χρησιμοποιούνται από ενοικιαστές. Η άρνηση του ιδιοκτήτη της οικοδομής να αποταθεί στην αρμόδια αρχή για έκδοση πιστοποιητικού εγκρίσεως δεν αίρει την ποινική ευθύνη των εφεσειόντων. Διαφορετική κατάληξη θα καταστρατηγούσε τις πρόνοιες του Άρθρου 10 του Κεφ. 96. Οποιοσδήποτε επιθυμεί την κατοχή και χρήση οικοδομών θα πρέπει πρώτα να βεβαιώνεται ότι αυτές είναι νόμιμες και ότι έχουν και άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία πως δυνάμει του άρθρου 20 του ιδίου Νόμου το δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα κατεδάφισης εναντίον προσώπων που χρησιμοποιούν και κατέχουν οικοδομές άνευ πιστοποιητικού εγκρίσεως, παρά το ότι αυτοί δεν είναι και ιδιοκτήτες. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι δεόντως αιτιολογημένη. Συνεπώς απορρίπτεται η έφεση των εφεσειόντων». Στην υπόθεση Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, τονίστηκε η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης εναντίον οποιουδήποτε προσώπου παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 3, όπως ρητά προνοείται στο άρθρο 20, εν πάση περιπτώσει όταν συνεχίζει να έχει κατοχή της οικοδομής. Στην υπόθεση Αναφορικά με Τρύφωνος
(1991)1 Α.Α.Δ. 1124 το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε την έκδοση ενταλμάτων Certiorari και Prohibition που να ακυρώνουν διάταγμα κατεδάφισης υποστατικού του οποίου ο αιτητής ήταν θέσμιος ενοικιαστής (και όχι ιδιοκτήτης) και τη μετέπειτα καταδίκη του αιτητή για παρακοή του διατάγματος κατεδάφισης. Στην Τρεμετουσιώτης (ποινική έφεση 153/18) ημερομηνίας 31/5/19 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η ουσία του άρθρου 10
(1), είναι η απαγόρευση κατοχής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης, ανεξάρτητα από το αν χορηγήθηκε άδεια για την οικοδομή ή τμήμα αυτής. Το γεγονός ότι η οικοδομή στο βαθμό που είχε συμπληρωθεί είχε ενοίκους, δεν σημαίνει ότι η λήψη του πιστοποιητικού έγκρισης δεν βάρυνε τους εφεσίβλητους ως ιδιοκτήτες των τεμαχίων γης και ως εκείνους που είχαν ανεγείρει την οικοδομή. Η έννοια της κατοχής («possession»), σύμφωνα με τα νομικά ερμηνευτικά λεξικά, μπορεί να υποδηλώνει την πραγματική κατοχή ή μπορεί να υποδηλώνει τη νομική κατοχή, δηλαδή, τον πραγματικό έλεγχο με πρόθεση χρήσης και το δικαίωμα εισόδου, (δέστε Oxford Dictionary of Law, 5η έκδ., σελ.371 και Osborn: A Concise Law Dictionary, 5η έκδ., σελ. 245). Δεν εναπόκειτο, ούτε ο Νόμος θέτει τέτοιο βάρος στους ενοίκους, να λάβουν οι ίδιοι πιστοποιητικό έγκρισης. Αυτό ήταν η υποχρέωση των εφεσιβλήτων πράγμα το οποίο δεν έπραξαν και δεν έχει σχέση ότι το διάταγμα απαγόρευσης της χρήσης των οικοδομών στάληκε στη διεύθυνση των ενοίκων. Λανθασμένα το Δικαστήριο θεώρησε ότι η ίδια επιστολή, η οποία απεστάλη και στην ιδιοκτήτρια εταιρεία, δηλαδή, την εφεσίβλητη εταιρεία, δεν ήταν επαρκής για να δείξει τουλάχιστο νομική κατοχή επειδή είχε αποσταλεί σε άλλη διεύθυνση από αυτή των επιδίκων οικοδομών. Η νομοθεσία του Κεφ. 96 είναι αυστηρή διότι σχετίζεται με την ασφάλεια των οικοδομών και κατ΄ επέκταση των χρηστών και με αυτό τον τρόπο και υπό αυτή τη φιλοσοφία πρέπει να ερμηνεύεται ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εκδίδει και τα ανάλογα διατάγματα απαγόρευσης, κατεδάφισης, κλπ». Στην υπόθεση Μάριος Ανδρέα Σωφρονίου Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου
(1991)2 Α.Α.Δ. 369 λέχθηκε ότι το γεγονός που οι εφεσίβλητοι προχώρησαν σε ενοικίαση των υποστατικών χωρίς το πιστοποιητικό έγκρισης σήμαινε ότι ήθελαν να έχουν το όφελος της ενοικίασης χωρίς ταυτόχρονα να εκπληρώνουν τις δικές τους αυστηρές υποχρεώσεις προερχόμενες εκ του Νόμου, όπως υπέδειξε η όλη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Στην Ανδρέου v Δήμου Κάτω Πολεμιδιών, ποινική έφεση 35/19, 20.12.19 αναφέρθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση ότι, παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ο εφεσείων δεν θα έπρεπε να καταδικαστεί καθ΄ ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να υποβάλει αίτηση για εξασφάλιση πιστοποιητικού έγκρισης, αλλά ούτε και να κατεδαφίσει την οικοδομή. Υπέδειξε ότι η απαγόρευση που επιβάλλει ο νόμος είναι, εν πάση περιπτώσει, δεδομένη και έγκειται στον αποκλεισμό κατοχής ή χρήσης μιας οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Στην υπόθεση Αδελφοί Λαμπριανίδη κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 394-395: «....... ότι το κεντρικό σημείο το οποίο ανέπτυξε ο δικηγόρος των εφεσειόντων περιστρέφεται γύρω από την ενθάρρυνση που, όπως ισχυρίστηκαν οι εφεσείοντες, έτυχαν από κρατικούς λειτουργούς, να παραβούν τους όρους της άδειας οικοδομής με την προσδοκία ότι αυτή θα νομιμοποιείτο εκ των υστέρων. Κατά το χρόνο της οικοδομής η προσοχή των εφεσειόντων ήταν στραμμένη στην επαναδραστηριοποίηση.......Δεν τήρησαν τους όρους της άδειας με την προσδοκία ότι η ανοικοδόμηση μεγαλύτερης μονάδας απ' ότι τα εγκριθέντα σχέδια πρόβλεπαν, δε θα προκαλούσε αντιδράσεις από τις αρμόδιες Αρχές. Και αν ακόμα γινόταν δεκτό ότι οι εφεσείοντες είχαν ενθαρρυνθεί από κρατικά όργανα να παρανομήσουν, η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης και πάλι θα ήταν επιβεβλημένο μέτρο. Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του κράτους δικαίου ότι κανένας, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, δε μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκτροπή από τη νομιμότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεων του ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο υποστηρίζει ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Στην Κρινούλλα Ξενίδη v Δήμου Λατσιών
(2013)2 ΑΑΔ, 164 αναφέρθηκε ότι : « Η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης ή ακόμα και διατάγματος τερματισμού της χρήσης της οικοδομής μπορεί να αποφευχθεί μόνον στις περιπτώσεις εκείνες που υπάρχουν ασήμαντες μικροπαραβάσεις ή η παρέκκλιση από τους όρους της σχετικής άδειας είναι ασήμαντη, ανέφερε το πρωτόδικο δικαστήριο. Αφού αναφέρθηκε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και στο ότι η οικοδομή της εφεσείουσας, αναφορικά με την οποίαν αυτή καταδικάστηκε, είναι οικία για την οποία δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, θεώρησε ότι, υπό τις περιστάσεις, ήταν επιτακτικό να εκδώσει διάταγμα κατεδάφισης ώστε να αρθεί η παρανομία. Όπως παρατήρησε, κανένας δεν μπορεί αυθαίρετα να ανεγείρει μια οικοδομή, να τη χρησιμοποιεί και να την κατέχει χωρίς να λαμβάνει τα δέοντα μέτρα για την έκδοση του πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, πιστοποιητικού ύψιστης σημασίας για την ασφάλεια της οικοδομής. Ως προς το δυσανάλογο της ποινής αυτής, το πρωτόδικο δικαστήριο ανέφερε ότι δεν θεωρούσε την έκδοση του διατάγματος κατεδάφισης ως δυσανάλογη ποινή σε σχέση με το πταίσμα της εφεσείουσας, εφόσον η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας αποτελεί προϋπόθεση για τη μετέπειτα κατοχή και χρήση της οικοδομής. Αναφέρθηκε σχετικά στην υπόθεση Σεργίου ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Αμαθούντας
(1998)2 Α.Α.Δ. 22. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει κατεδάφιση οικοδομής η οποία χρησιμοποιείται ή κατέχεται χωρίς πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως είναι αδιαμφισβήτητη από το λεκτικό του Άρθρου 20
(1)(α) και 20
(3)(α) αλλά και από τη νομολογία μας. Στη Σεργίου (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκε η αρχή αυτή. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται δικαστικά και με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Επίσης είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης με λόγο ότι υπάρχει άδεια οικοδομής, εφόσον τόσο στο λεκτικό του άρθρου 10
(1)όσο και στου άρθρου 20
(3)δεν τίθεται τέτοιος περιορισμός. Αντίθετα το λεκτικό τους όχι μόνο δεν συνδέει την δυνατότητα έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης με την μη ύπαρξη άδειας οικοδομής αλλά αντίθετα καθιστά άσχετο παράγοντα την ύπαρξη τέτοιας άδειας (Δήμος Λεμεσού v Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ κ.α., ποινική έφεση 282/05 ημερ.11.1.07 και Milan Garaca κ.α v Τάκκα, ποινικές εφέσεις 261/06 και 262/06 ημερ. 22.3.07). Έχει προβληματίσει το Δικαστήριο η θέση της υπεράσπισης ότι εντός του κτιρίου ασκούν δραστηριότητα και άλλα νομικά πρόσωπα και εργοδοτείται αρκετός αριθμός ατόμων σε αυτά. Έχοντας κατά νου τα γεγονότα, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων τα οποία καταγράφηκαν αναλυτικά πιο πάνω ειδικότερα ότι το κτίριο Κ. κατέχεται και χρησιμοποιείται για σειρά ετών από την κατηγορούμενη 1, στο οποίο προσέρχεται καθημερινά μεγάλος αριθμός ατόμων, στα επίδικα τεμάχια που ανήκαν στην κατηγορούμενη 2 ιδιοκτήτρια μέχρι και το 2019 χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της παρούσας και στα πλαίσια της πιο πάνω αναφερθείσας νομολογίας κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προνοεί το άρθρο 20
(3)(β) του Κεφ. 96 για την έκδοση διατάγματος τερματισμού της χρήσης αυτού. Λαμβάνοντας υπόψη μου την αρχή της αναλογικότητας και ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας η οποία για σειρά ετών στην παρούσα έχει αρθεί αλλά και ότι ως αναφέρθηκε επανειλημμένως η νομοθεσία του Κεφ. 96 είναι αυστηρή διότι σχετίζεται με την ασφάλεια των οικοδομών και κατ΄ επέκταση των χρηστών και με αυτό τον τρόπο και υπό αυτή τη φιλοσοφία πρέπει να ερμηνεύεται ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εκδίδει και τα ανάλογα διατάγματα τερματισμού, απαγόρευσης, κατεδάφισης κ.α. εξασκώ την διακριτική μου ευχέρεια και για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης εκδίδω εναντίον της κατηγορούμενης 1 και του κατηγορούμενου 15 στις κατηγορίες 1 και 5 διάταγμα τερματισμού της χρήσης της οικοδομής ήτοι του κτιρίου Κ. του ευρισκομένου στα τεμάχια 1xx7 και 1xx8 εντός του Δήμου Πάφου τα οποία ζητεί η Κατηγορούσα Αρχή, εντός δύο μηνών από σήμερα εκτός εάν στο μεταξύ εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή ήτοι τον Δήμο Πάφου. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής και εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2, 9 και 15 διά 4, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ................ [Υπ.] Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο