← Κύπρος

Βασιλειάδης ν. Λαμπή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7368/17, 29/9/2021

Βασιλειάδης ν. Λαμπή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7368/17, 29/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7368/17 xxx Βασιλειάδης εναντίον

  1. xxx Λαμπή
  2. xxx Λαμπή --------------------------------- Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κα Β. Ιωάννου Για τον Κατηγορούμενο 1: Παρουσιάζεται αυτοπροσώπως Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Χ. Λαζάρου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν την κατηγορία της κυκλοφορίας ακυρωμένου ή στερημένου ισχύος εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 340, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, ενώ γνώριζαν ότι θέτουν σε κυκλοφορία την Επιταγή με αρ.51xxxx18 της Τράπεζας Κύπρου, η ισχύς της οποίας έπαυσε, έθεσαν σε κυκλοφορία την Επιταγή αυτή αντί Επιταγή που υφίσταται και ισχύει. Συγκεκριμένα, η Επιταγή με αρ.51xxxx18, αναφερόταν σε Κυπριακές Λίρες, γεγονός που την καθιστούσε άκυρη, αντί να θέσουν σε κυκλοφορία επιταγή σε Ευρώ (5η κατηγορία). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους στην 5η κατηγορία και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο μεν 1ος κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ο δε 2ος κατέθεσε ενόρκως. Οι κατηγορούμενοι δεν παρουσίασαν κανένα μάρτυρα υπερασπίσεως. Να αναφερθεί ότι αυτοί αντιμετώπιζαν και άλλες κατηγορίες 1η - 4η, 6η και 7η και αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής (ΚΑ εφεξής) κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι ο κος xxx Βασιλειάδης (ΜΚ1) και η xxx Παναγιώτου (ΜΚ2). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας των ΜΚ 1 και ΜΚ2 και των δύο κατηγορουμένων, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το τελικό στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Μάρτυρας Κατηγορίας 1 (ΜΚ1) κατέθεσε ο xxx Βασιλειάδης, δικηγόρος, παραπονούμενος ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο Α΄ ως μέρος της κυρίως εξέτασης του αλλά και την επιταγή με αρ. 51xxxx18 (τεκμήριο 1), αντίγραφο απόφασης (τεκμήριο 2) και διάταγμα ημερ.30.5.18 (τεκμήριο 3). Στο τεκμήριο Α΄ αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε καταχωρήσει στο Δικαστήριο την εκλογική αίτηση xx/17 η οποία απορρίφθηκε και αυτός καταδικάστηκε στα έξοδα. Στις 2.6.17 καταχωρήθηκε από το δικηγορικό γραφείο του ΜΚ1 ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον του κατηγορούμενου
  1. Στη συνέχεια η xxx Παναγιώτου η αρμόδια υπάλληλος των ενταλμάτων στο Δικαστήριο της Πάφου του τηλεφώνησε ότι κατείχε την επίδικη επιταγή (τεκμήριο 1) την οποία της παρέδωσε ο κατηγορούμενος 1 εναντίον του οποίου εκκρεμούσε το πιο πάνω ένταλμα. Αυτή του παρέδωσε το τεκμήριο 1 ημερομηνίας 28.11.17 και τότε ο ΜΚ1 απέσυρε το ένταλμα εναντίον του κατηγορούμενου
  2. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου στις 12.12.17 δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε πίσω στον ΜΚ
  3. Ενόρκως και αντεξεταζόμενος ανέφερε για το οφειλόμενο σε αυτόν ποσό των €1000 από τον 1ο κατηγορούμενο και για την επιταγή την οποία κατείχε και ως άκυρη του επιστράφηκε πίσω από την Τράπεζα. Η συνήγορος υπεράσπισης του 2ου του υπέβαλε ότι εκδικητικά τον έφερε στο Δικαστήριο και επίσης ότι αφού οι δυό τους δεν γνωρίζονταν δεν είχε λόγο για να του την εκδώσει. Μάρτυρας Κατηγορίας 2 (ΜΚ2) κατέθεσε η xxx Παναγιώτου η οποία είναι δικαστικός επιδότης στο Δικαστήριο της Πάφου και εκτελεί εντάλματα κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Κατά την μαρτυρία της είπε ότι την επισκέφθηκε στο γραφείο της ο 1ος κατηγορούμενος και της παρέδωσε δύο επιταγές μεταξύ αυτών και το τεκμήριο 1 οι οποίες της είπε ότι εκδόθηκαν από τον αδελφό του τον κατηγορούμενο
  4. Στη συνέχεια την παρέδωσε στον ΜΚ1 και αποσύρθηκε το ένταλμα. Δεν πρόσεξε ότι αυτή έφερε το σήμα της λίρας και όχι του ευρώ. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ 1 Ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Σε αυτήν ανέφερε ότι όφειλε €1700, τα ζήτησε από τον αδελφό του τον 2ο κατηγορούμενο και αυτός του έδωσε 2 επιταγές τις οποίες παρέδωσε στην ΜΚ
  5. Αυτός δεν πρόσεξε ότι στην επιταγή τεκμήριο 1 το νόμισμα ήταν σε λίρες αντί σε ευρώ. Αργότερα έλαβε την ποινική κλήση και συνομίλησε με την ΜΚ2 γι΄αυτό που έγινε. Τελικά κατέβαλε τα οφειλόμενα ποσά αλλά δεν έλαβε ούτε απόδειξη ούτε και του επιστράφηκαν πίσω οι επιταγές από τον ΜΚ
  6. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ 2 Ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο και είπε ότι γνωρίζει τυπικά τον ΜΚ1 για 25 χρόνια. Ενώ αυτός βρισκόταν στο κουρείο που διατηρεί, ήρθε ο αδελφός του ο 1ος κατηγορούμενος βιαστικός και του ζήτησε 2 επιταγές « να πληρώσει το χρέος γιατί έχασε την δίκη». Εκείνη την στιγμή είχε πελάτη, άνοιξε το συρτάρι πήρε το βιβλιάριο επιταγών υπέγραψε 2 επιταγές και του τις έδωσε. Πρόσθεσε ότι: « κατάλαβα τώρα, ότι την τελευταία φορά που έκοψα επιταγή ήταν το 2005». Αντελήφθηκε αυτό που έγινε όταν πήραν την κλήση. Ο αδελφός του πλήρωσε τα ποσά την επόμενη ημέρα. Ανέφερε ότι από το 2005 μέχρι σήμερα τις πληρωμές του τις κάνει διαδικτυακά και δεν χρησιμοποιεί βιβλιάρια επιταγών. Η θέση του αναφορικά με την έκδοση της επιταγής αρχικά ήταν ότι αυτός την υπέγραψε και την έδωσε στον αδελφό του αλλά αργότερα αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι αυτός την υπέγραψε και ο αδελφός του συμπλήρωσε όλα τα υπόλοιπα στοιχεία. ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ Ο 1ος κατηγορούμενος διά των υποβολών του προς τους μάρτυρες κατηγορίας εμφαίνεται ότι αποδέχεται την ύπαρξη του χρέους προς τον ΜΚ1, την κυκλοφορία του τεκμηρίου 1 προς την ΜΚ2 και ότι πήρε τα χρήματα μεταγενέστερα σε αυτήν για να εξοφληθεί το οφειλόμενο ποσό προς τον ΜΚ
  7. Θέση της υπεράσπισης του 2ου κατηγορούμενου είναι ότι εκδόθηκε η επιταγή σε λίρες από αυτόν και τέθηκε σε κυκλοφορία δηλαδή προς την ΜΚ2 και στη συνέχεια στον ΜΚ
  8. Δεν αμφισβητήθηκε ότι αυτή αποτελεί έγγραφο ή επιταγή ή ότι η ισχύς της έπαυσε λόγω του ότι έφερε το σήμα των λιρών και όχι του ευρώ. Αυτό που αμφισβητείται από την υπεράσπιση του είναι ότι η έκδοση της επίδικης επιταγής δεν ήταν εσκεμμένη γιατί ο 2ος είχε 2 βιβλιάρια επιταγών στο συρτάρι του και εκ παραδρομής δεν το πρόσεξε και την εξέδωσε αυτή σε άλλο νόμισμα δηλαδή σε λίρες και όχι σε Ευρώ. Ο 1ος κατηγορούμενος αποδέχεται δε ότι έδωσε στον αδελφό του €700 για να τα καταθέσει ενόψει της μη τίμησης της επιταγής προς όφελος του ΜΚ
  9. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, τους μάρτυρες κατηγορίας (ΜΚ1,2) που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τους με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α, Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας της αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α, Α.Α.Δ 165, Σάββα κ. α. v Γεωργίου 2006,1,658). Αποτελεί σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι το Δικαστήριο αφ' ης στιγμής κρίνει ως αξιόπιστο ένα μάρτυρα μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο. (Kades v Nicolaou and another, 1986, 1 CLR, 212, Σάββα v Αστυνομίας, ποιν.έφεση 6407, 13.11.98, Ευθυμίου v Aστυνομίας, ποιν. έφεση 6836, 10.1.2001, Ιωσηφίδης v Αστυνομίας, ποιν. έφ. 243/12, 2.5.14). Ο ΜΚ1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με ειλικρίνεια τα πραγματικά γεγονότα αναφορικά με την διαδικασία η οποία εκκρεμούσε στην αίτηση xx/17, τα οποία επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια 2 και
  1. Αυτός αντεξετάστηκε σε σχέση με την παραλαβή της επιταγής από την ΜΚ2 και δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από τους κατηγορούμενους. Δεν έχω καμία αμφιβολία για την αλήθεια των ισχυρισμών του και αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Η ΜΚ2 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με ειλικρίνεια και πειστικότητα για όσα επεσυνέβηκαν στο γραφείο της κατά την επίσκεψη του κατηγορούμενου 1 ο οποίος της παρέδωσε το τεκμήριο 1 το οποίο συμπλήρωσε και εξέδωσε ο αδελφός του κατηγορούμενος
  2. Δεν έχει υποπέσει σε αντιφάσεις και κρίνω την μαρτυρία της αξιόπιστη στο σύνολο της. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την επιταγή με αρ. 51xxxx18 (τεκμήριο 1) διαπιστώνει ότι αυτή φέρει ημερομηνία 28.11.17 με εκδότη τον 2ο κατηγορούμενο και το σήμα της κυπριακής λίρας ενώ ολογράφως αναγράφεται «one thousand euro». Επίσης έχουν τεθεί σε αυτήν οι σφραγίδες της Τράπεζας ημερομηνίας 12 και 13.12.17 με αναφορά σε invalid/ άκυρο έγγραφο. Αποδέχομαι ότι οι εν λόγω σφραγίδες και οι σημειώσεις του Τραπεζικού Πιστωτικού Ιδρύματος, επί του τεκμηρίου 1 καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας παρουσίασης της σε αυτό είναι αληθείς. Βάση αυτών εμφαίνεται ξεκάθαρα ότι η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε σε άκυρο νόμισμα, κάτι το οποίο βεβαίως δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορούμενους 1 και 2 ούτε και ότι τέθηκαν αυτές από το Τραπεζικό Ίδρυμα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ Ο 1ος κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο Κατηγορούμενος 1 σύμφωνα με τη νομολογία, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. Ιωάννου v. Δημοκρατία
(2001)2 Α.Α.Δ 195). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: « Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση». Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και τους 2 κατηγορούμενους στο εδώλιο ο μεν 1ος προέβηκε ως αναφέρθηκε σε ανώμοτη δήλωση ο δε 2ος κατέθεσε ενόρκως. Αυτοί δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Απώτερος σκοπός τους ήταν να αποποιηθούν των ευθυνών τους λέγοντας απλά ότι η επιταγή δεν εκδόθηκε εσκεμμένα σε λάθος νόμισμα. Δεν ευσταθεί στην λογική ο ισχυρισμός του 2ου κατηγορούμενου ότι το 2005 έκοψε την τελευταία επιταγή και εξακολουθούσε να κατέχει το βιβλιάριο επιταγών μέχρι το 2017 που εξέδωσε την επίδικη επιταγή (τεκμήριο 1) στο συρτάρι του το οποίο περιλάμβανε επιταγές με το σήμα της λίρας και όχι σε ευρώ. Απορίας άξιον είναι γιατί αφού ο ίδιος επικαλέστηκε ότι τις πληρωμές του τις κάνει διαδικτυακά από το 2005 μέχρι σήμερα γιατί δεν παρουσίασε στοιχεία στο Δικαστήριο. Επιπλέον ποιός ήταν ο λόγος να κατακρατεί ένα βιβλιάριο επιταγών για 9 χρόνια (μέχρι την έκδοση της επιταγής), που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ενόψει της κατάργησης της λίρας ως εθνικής νομισματικής μονάδας της Δημοκρατίας από το 2008 και που για τον ίδιο ήταν άχρηστο όπως είπε αντεξεταζόμενος. Επίσης αυτός υποστήριξε ότι στο συρτάρι υπήρχαν δύο βιβλιάρια επιταγών. Θυμόταν ακόμη ότι το ένα ήταν πάνω στο άλλο, το ένα σε λίρες και το άλλο σε ευρώ και αυτός πήρε το βιβλιάριο με τις λίρες και έκοψε την επιταγή τεκμήριο 1 χωρίς να το προσέξει. Δεν αποδέχομαι αυτή την θέση ότι δηλαδή ενώ αυτά τα 2 βιβλιάρια ήταν μαζί δεν έλεγξε προσεκτικά ποιό ήταν το ορθό και πήρε μία επιταγή και την συμπλήρωσε για ένα τόσο μεγάλο ποσό σε λίρες αντί σε ευρώ. Ακόμη ανεξήγητο παραμένει γιατί ο αδελφός του, του ζήτησε 2 επιταγές αξίας €1700 για να πληρώσει για την δίκη που έχασε και δεν είναι λογικό αυτός να μην τον ρώτησε ποιά είναι αυτή η δίκη αφ΄ης στιγμής ο ίδιος γνωρίζει ότι ο αδελφός του είχε υποθέσεις με τον ΜΚ
  1. Στο Δικαστήριο δε προέβη σε αχρείαστη και φλύαρη περιγραφή. Ο ίδιος επίσης τόνισε ότι μπορεί να κάνει τα πάντα για τον αδελφό του. Η μαρτυρία του δεν ήταν θετική, ήταν χωρίς συνοχή, σε κάποιες περιπτώσεις αυτός είτε δεν θυμόταν, είτε απαντούσε επιλεκτικά είτε δεν απαντούσε στις ερωτήσεις της ΚΑ. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να πείσει για την εκδοχή του. Το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία για την αναλήθεια των ισχυρισμών του και είναι βέβαιο ότι αυτός εξέδωσε την επίδικη επιταγή τεκμήριο 1 γνωρίζοντας το χρέος του κατηγορούμενου 1 προς τον ΜΚ1 αλλά και τις διαφορές που είχαν με αυτόν. Επιπρόσθετα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του ό,τι εκ λάθους πήρε το εν λόγω βιβλιάριο και εξέδωσε από αυτό την επιταγή θέτοντας την υπογραφή του χωρίς να αντιληφθεί το σημείο της λίρας γραμμένο ακριβώς πιο πάνω. Ακόμη και εάν αποδεχόμουν την εκδοχή του ότι αυτός το μόνο που έκανε ήταν να την υπογράψει και ο αδελφός του να συμπληρώσει τα υπόλοιπα στοιχεία στην επιταγή δεν μπορώ να πιστέψω ότι ούτε και ο αδελφός του είδε ότι στην επιταγή καταγράφεται η λέξη λίρες και εκεί είναι που κατέγραψε το «one thousand euro». Στη θέση τους βεβαίως προς τους ΜΚ 1 και 2 ότι ούτε αυτοί πρόσεξαν ότι η επιταγή εκδόθηκε σε λίρες και όχι σε ευρώ και συνεπώς αυτή δεν εκδόθηκε εσκεμμένα, δεν μπορεί να ισχύει το ίδιο αφ΄ης στιγμής ο μεν 1ος όφειλε το χρέος προς τον ΜΚ1 ο δε 2ος ήταν ο εκδότης ο οποίος συμπλήρωσε αυτήν και όφειλαν και οι δύο να είναι προσεκτικοί εκδίδοντας και κυκλοφορώντας μία επιταγή τόσο μεγάλου ποσού. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα. Ως εκ των άνω απορρίπτω την μαρτυρία τους ως αναξιόπιστη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Το άρθρο 340 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει τα εξής: « Όποιος γνωρίζει ότι θέτει σε κυκλοφορία αντί του εγγράφου που υπάρχει και ισχύει, θέτει οποιοδήποτε έγγραφο του οποίου η ανάκληση, ακύρωση ή αναστολή διατάχθηκε δυνάμει νόμιμης εξουσίας ή του οποίου η ισχύς έπαψε λόγω παρέλευσης χρόνου, ή λόγω θανάτου ή κάποιου άλλου γεγονότος είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το έγγραφο». Με βάση την ποιο πάνω νομοθετική πρόνοια τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
  2. Να τίθεται σε κυκλοφορία,
  3. Οποιοδήποτε έγγραφο του οποίου η ισχύς έπαψε λόγω κάποιου γεγονότος,
  4. Αντί του εγγράφου που υπάρχει και ισχύει,
  5. Το πρόσωπο που το θέτει σε κυκλοφορία να γνωρίζει την παύση της ισχύος του. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 προνοεί ότι: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη». Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή και αξιόπιστη, την νομική πτυχή και το βάρος απόδειξης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η ΚΑ έχει ή όχι αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ο κατηγορούμενος 1 κατά το έτος 2017 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την εκλογική αίτηση xx/17 η οποία και απορρίφθηκε με έξοδα εναντίον του. Ο ΜΚ1 δικηγόρος στο επάγγελμα είχε εκπροσωπήσει τους καθ΄ ών η αίτηση (τεκμήριο 2). Ο κατηγορούμενος 1 επισκέφθηκε την ΜΚ2 δικαστικό επιδότη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και της παρέδωσε την επιταγή (τεκμήριο 1) γιατί στις 2.6.17 είχε καταχωρηθεί από τον ΜΚ1 ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον του αναφορικά με την πιο πάνω αίτηση. Η επιταγή είχε εκδοθεί και συμπληρωθεί από τον αδελφό του κατηγορούμενο 2 εν γνώσει και των δύο κατηγορουμένων ότι η επιταγή έφερε το σήμα των κυπριακών λιρών και όχι το ευρώ. Αυτό ήταν εμφανές στην επιταγή αλλά απώτερος σκοπός τους ήταν να δοθεί στον ΜΚ1 με τον οποίον είχαν διαφωνίες και να αποσύρει το εν λόγω ένταλμα εναντίον του 1ου κατηγορούμενου. Η ΜΚ 2 παρέδωσε το τεκμήριο 1 στον ΜΚ1 παραπονούμενο και απέσυρε το εν λόγω ένταλμα εναντίον του 1ου κατηγορούμενου. Η εν λόγω επιταγή σύμφωνα με το Τραπεζικό Πιστωτικό Ίδρυμα και τις σφραγίδες που τοποθέτησε σε αυτήν, δεν τιμήθηκε και ήταν άκυρη λόγω του ότι εκδόθηκε στο νόμισμα των κυπριακών λιρών και όχι σε ευρώ το οποίο χρησιμοποιείται στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 2008. Μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και πελατών του ΜΚ1 υπήρχαν διαφωνίες οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και ο 2, από κοινού με βάση το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο 20 του Κεφ.154, πολύ καλά εγνώριζαν για την μηδαμινή ισχύ της εν λόγω επιταγής την οποία εξέδωσε ο 2ος προς όφελος του αδελφού του, του 1ου κατηγορούμενου και που ο 1ος κυκλοφόρησε στην ΜΚ2. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι την επόμενη ημέρα της αποκάλυψης έσπευσαν και οι δύο όπως πληρωθεί το οφειλόμενο ποσό στον ΜΚ1 προφανώς φοβούμενοι τις συνέπειες από την έκδοση της. Αναφορικά με το στοιχείο της γνώσης τους σχετική η Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, σ. 295 στην οποία αναφέρθηκε ότι : "Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του." Στη βάση των πιο πάνω αναφερθέντων κρίνω ότι η ΚΑ έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 5ης κατηγορίας εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνεπώς αυτοί κρίνονται ένοχοι σε αυτήν. ................. [Υπ.] Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.