ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3809/17, 29/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3809/17 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον xxx ΝΕΟΦΥΤΟΥ ----------------------------------- Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο: κος Κ. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της Επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στις 5 Ιουλίου του 2017 (1η κατηγορία), της Εσκεμμένης παρεμπόδισης αστυνομικού οργάνου κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του ( 2η κατηγορία) και της Αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης του (3η κατηγορία) εναντίον του Λοχ. 3xx9 xxx Αντωνίου του Αστυνομικού Σταθμού Κουκλιών κατά παράβαση των άρθρων 243, 244(β) και (α) αντίστοιχα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής (ΚΑ εφεξής) κατέθεσαν 3 μάρτυρες, ήτοι ο Λοχ. 3xx9 xxx Αντωνίου (ΜΚ1), Αστ. 3xx1 xxx Μιχαήλ (ΜΚ2), και ο xxx Απόστρατος (ΜΚ3). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Μάρτυρας Κατηγορίας 1 (ΜΚ1 στη συνέχεια) κατέθεσε ο Λοχ. 3xx9 xxx Αντωνίου ο οποίος υϊοθέτησε την γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο Α΄) στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι την 05/07/17 και ώρα 09.00 μετέβηκε μαζί με άλλους συναδέλφους του σε υποστατικό στην παραλία των Μανδριών για εκτέλεση εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε κατόπιν πληροφορίας ότι το συγκεκριμένο υποστατικό λειτουργεί παράνομα χωρίς άδειες από την αρμόδια αρχή. Δηλαδή επρόκειτο για ένα ξύλινο υποστατικό μπαρ το οποίο είχε πόρτα χαμηλή κάτω από τον πάγκο και εξωτερικά είχε υπαίθρια καρέκλες και τραπέζια και τεχνητό γρασίδι. Στις 09:10 έφτασε στο μέρος ο xxx Νεοφύτου ο οποίος διαχειρίζεται το πιο πάνω μπαρ στον οποίο και υπέδειξε το ένταλμα έρευνας και τον πληροφόρησε τον σκοπό της παρουσίας του στο μέρος. Του ανέφερε ότι υπέβαλε σχετική αίτηση και εκκρεμεί υπόθεση σε σχέση με τις άδειες του υποστατικού. Ο ΜΚ1 του ζήτησε να ανοίξει το υποστατικό πράγμα το οποίο και έπραξε, για σκοπούς έρευνας. Αυτός όμως κλείδωσε ξανά την πόρτα και παρόλο που του ζήτησε τα κλειδιά αυτός αρνήθηκε να του τα παραδώσει. Του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και τον πληροφόρησε ότι η πράξη του αυτή συνιστά παρεμπόδιση και αν συνεχίσει θα τον συλλάβει για το εν λόγω αδίκημα. Του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στον Νόμο και απάντησε: «Αν ημπόρεις τζίσμου» Στην συνέχεια και ώρα 09:20 τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παρεμπόδισης πιάνοντας τον από τον ώμο αλλά αυτός αντέδρασε σπρώχνοντας τον και λέγοντας του: «΄Αησμε». Του επέστησε την προσοχή του ότι διαπράττει το αδίκημα της επίθεσης και δεν απάντησε. Στην προσπάθεια του να τον ακινητοποιήσει κατέληξαν και οι δύο στο έδαφος και ο κατηγορούμενος τον έπιασε από τον λαιμό. Στην συνέχεια με την βοήθεια των συναδέλφων του Αστ. 2xx5 xxx Δανιήλ και 2xx7 xxx Ηλία κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν αφού δεν συνεργαζόταν για να του τοποθετηθούν χειροπέδες. Με την ακινητοποίηση του, του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στον Νόμο και τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε δηλαδή της παρεμπόδισης οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος, της επίθεσης και της αντίστασης κατά την νόμιμη σύλληψη. Του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και δεν απάντησε οτιδήποτε. Του εξήγησε τα δικαιώματα επικοινωνίας του προφορικά και επέλεξε να συνομιλήσει με τον δικηγόρο του. Στην συνέχεια ο ΜΚ1 επισκέφθηκε τις Α' βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου η επί καθήκοντι Ιατρός Β. Πέτρου διαπίστωσε ότι έφερε διάφορα τραύματα. Κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Όταν επισκέφτηκε το υποστατικό του κατηγορουμένου παρόντες ήταν και άλλοι 15 περίπου συνάδελφοί του και η υπάλληλος του κατηγορούμενου. Επανέλαβε τις θέσεις του ως αναφέρονται στο τεκμήριο Α΄. Επίσης ανέφερε ότι μετά το επεισόδιο επισκέφτηκε το Νοσοκομείο όπου εξετάστηκε και διαπιστώθηκε ότι έφερεν εκδορές στον αριστερό αγκώνα και ερυθρότητα στην πλάγια τραχηλική χώρα. Κατά την αντεξέταση του εμφαίνεται ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ούτε τον λόγο που η αστυνομία πήγε εκεί αλλά ούτε και ότι είχαν ενημερώσει τον κατηγορούμενο τηλεφωνικά για να έρθει στο μέρος, πράγμα που έπραξε. Επιπλέον είναι κοινά αποδεκτό ότι ο κατηγορούμενος την ίδια ημέρα μετά το συμβάν και αφού κατηγορήθηκε γραπτώς επισκέφθηκε τον ΜΚ1 στο γραφείο του και συνομίλησαν. Η θέση της υπεράσπισης στον ΜΚ1 ήταν ότι αυτός επιτέθηκε πρώτος στον κατηγορούμενο όταν αρνήθηκε να τους δώσει τα κλειδιά. Ο μάρτυρας αποδέχτηκε ότι από τον κατηγορούμενο δεν λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και επανέλαβε ότι δεν άσκησε οποιαδήποτε βία εναντίον του κατηγορουμένου εκτός από την ανάλογη βία ώστε να καταστεί δυνατό να του τοποθετηθούν χειροπέδες. Να αναφερθεί ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το ιατρικό έντυπο της Ιατρού xxx Πέτρου (τεκμήριο 2) η οποία εξέτασε τον ΜΚ1 την επίδικη ημέρα και διαπίστωσε ότι φέρει εκδορές στον αριστερό αγκώνα, ερυθρότητα στην δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, εκδορές και αιμάτωμα στην δεξιά κνήμη. Μάρτυρας κατηγορίας 2 (ΜΚ2) ήταν ο αστυφύλακας 3xx1 xxx Μιχαήλ ο οποίος υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο Β΄). Σε αυτή ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα ο ΜΚ1 στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών, του ανέφερε ότι δέχτηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας υποστατικού του κατηγορουμένου και αυτός του εξέδωσε ιατρικό έντυπο για να εξεταστεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ο ΜΚ2 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα (τεκμήριο 1). Κατά την κυρίως εξέταση του ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος προσερχόμενος στο σταθμό παραπονέθηκε ότι τραυματίστηκε για να πάει στο νοσοκομείο και απάντησε ότι αυτός του είπε «δεν χρειάζεται». Άντεξεταζόμενος του υποβλήθηκε η θέση ότι διερεύνησε πλημμελώς την υπόθεση καθ΄ότι δεν λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο και κατά συνέπεια επηρεάστηκαν δυσμενώς τα συνταγματικά του δικαιώματα και μετέπειτα η υπεράσπιση του, θέση την οποία αρνήθηκε. Μάρτυρας κατηγορίας 3 (ΜΚ3) ήταν ο xxx Απόστρατος ο οποίος υϊοθέτησε στο δικαστήριο την γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο Γ΄). Αυτός εργάζεται στην Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία. Την επίδικη ημέρα επισκέφθηκε κατόπιν οδηγιών το υποστατικό του κατηγορούμενου και ήταν παρών στο επεισόδιο. Στο Δικαστήριο αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και ερωτώμενος είπε ότι δεν τον είδε εάν ήταν τραυματισμένος. Αντεξεταζόμενος του ετέθηκε ότι αυτά που ανέφερε την κατάθεση του, του τα υπέβαλε η αστυνομία για να τα πει, θέση την οποία δεν δέκτηκε. Περαιτέρω του τέθηκε κατά πόσο επιδείχθηκε από τον ΜΚ1 το ένταλμα στον κατηγορούμενο και αυτός απάντησε ότι τον είδε να κρατά ένα χαρτί και ο ΜΚ1 είπε στον κατηγορούμενο ότι έχει ένταλμα χωρίς ο ΜΚ3 να δει το περιεχόμενο του. Σε ερώτηση του κου Δημητρίου σε σχέση με τα τραύματα του ΜΚ1 αυτός είπε ότι είδε αίμα πάνω στο χέρι του Λοχία και επίσης ανέφερε ότι ο ΜΚ1 δεν επιτέθηκε του κατηγορούμενου. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτoς συνήγορος του Κατηγορούμενου δεν εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στη συνέχεια κρίθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και κλήθηκε σε απολογία και στις 3 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και παρουσίασε δύο μάρτυρες υπερασπίσεως ενώπιον του Δικαστηρίου. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος ως αναφέρθηκε, κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο. Αυτού δεν του λήφθηκε γραπτή ανακριτική κατάθεση από την αστυνομία παρά μόνο κατηγορήθηκε γραπτώς (τεκμήριο 1). Κατά την κυρίως εξέταση του είπε ότι είχε δεχτεί τηλεφώνημα ότι έπρεπε να γίνει έλεγχος στο υποστατικό του. Πήγε εκεί με την υπάλληλο του και παρόντες ήταν 15 με 17 αστυνομικοί. Αυτοί του είπαν ότι έχουν ένταλμα για να ανοίξουν το μαγαζί και αυτός άνοιξε την πόρτα του μπαρ. Στη συνέχεια ζήτησε να δει το ένταλμα το οποίο κρατούσε ο αστυνομικός διπλωμένο στο χέρι του και όταν αυτός πλησίασε για να το δει και να το διαβάσει πήγαινε πίσω πίσω και δεν του το έδινε, ήρθαν σε αντιπαράθεση και ο ΜΚ1 του επιτέθηκε. Βρέθηκαν στο έδαφος και ο κατηγορούμενος τον ακινητοποίησε. Στα επόμενα λεπτά βρέθηκαν και άλλοι από πάνω, κάποιοι τον έπιασαν από το λαιμό, κάποιοι τον είχαν κλωτσήσει πάνω στο πόδι στο οποίο είχε κάταγμα και τις επόμενες ώρες στο νοσοκομείο του έβαλαν το αριστερό πόδι στο γύψο. Επίσης είχε εκδορές, έτρεχαν αίματα και τον τύλιξαν με γάζες. Στην συνέχεια πρόσθεσε ότι είναι ο ίδιος που πήγαινε πίσω πίσω γιατί ο ΜΚ1 ερχόταν προς το μέρος του και έχασε την ισορροπία του ο κατηγορούμενος και ο ΜΚ1 τον εμούνταρε με τα χέρια. Μάρτυρας Υπερασπίσεως 1 (ΜΥ1) ήταν η xxx Κίροβα η οποία ήταν υπάλληλος του κατηγορούμενου και την επίδικη ημέρα ήταν παρούσα σε κάποια απόσταση και είδε το επεισόδιο μεταξύ του κατηγορούμενου και του ΜΚ
- Αυτή δεν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία για το συμβάν. Η θέση της ήταν η εξής: « ότι η ώρα 9.00 το πρωί πήγε δουλειά αφού κάποιος είχε τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο για να γίνει έλεγχος στο μπαρ. Αφού πήγαν εκεί ο αστυνομικός κρατούσε το χαρτί - ένταλμα το οποίο δεν ήθελε να το δείξει στον κατηγορούμενο. Τότε ο αστυνομικός προσπάθησε να μουντάρει τον κατηγορούμενο, ο οποίος τραβήκτηκε πίσω έπεσε χαμέ, ήταν και οι άλλοι πάνω τους και ο κατηγορούμενος σήκωσε τα χέρια του και είπε κάνετε ότι θέλετε». Αυτή σε ερώτηση κατά πόσο υπήρχαν άλλα άτομα εκεί, απάντησε ότι δεν είδε, δεν ξέρει. Επικαλέστηκε ότι υπήρχαν 50 αστυνομικοί και 20 αυτοκίνητα. Μάρτυρας Υπερασπίσεως 2 (ΜΥ2) ήταν ο Γενικός Ιατρός xxx Σαββίδης των Α΄ Βοηθειών στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο το ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 3) στο όνομα xxx Νεοφύτου με δελτίο ταυτότητας XXXXX
- Σε αυτό αναφέρονται προκληθείσες εκδορές άκρου ποδός αριστερά, ήπιο οίδημα ποδοκνημικής αριστερά, εκδορές στην κνήμη δεξιά, δεξιά κλείδα και δεξιού αντιβραχίου και διάστρεμμα τρίτου βαθμού ποδοκνημικής αριστερά. Ο κατηγορούμενος δεν είχε υποστεί κάταγμα ούτε και αναφέρεται στο ιστορικό του ότι είχε προηγούμενο κάταγμα. Από το τεκμήριο 3 εμφαίνεται ότι η επίσκεψη του κατηγορούμενου πραγματοποιήθηκε στο τμήμα ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών περί ώρα 14:
- Όταν ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης ανέφεραν στο Δικαστήριο τις τελικές τους εισηγήσεις και θέσεις. Αυτές έχουν δεόντως μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν θεωρείται απαραίτητο να παρατεθούν εδώ αυτούσιες, μόνο εκεί όπου είναι αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους ΜΚ1 - 3, τον κατηγορούμενο και τους μάρτυρες του (MY1, 2) που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992), 1 Α.Α.Δ. 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165. Επίσης, η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εμφάνιση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στην βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της. (βλ. Γεώργιος και Σπύρος Τσιαππής v. Πολυβίου
(2009), 1 Α.Α.Δ. 339. Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008), 2 Α.Α.Δ. 256: «Όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με την βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στην βάση τη μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (Hasan v Ανδρέου, πολιτική έφεση 2/11, ημερ.2.12.15). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, (Βασιλειάδης v Σπύρου Λτδ, πολιτική έφεση 123/09, ημερ.14.10.15). Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά αλλά σε συσχετισμό με την υπόλοιπη δοθείσα μαρτυρία. Δεν διέκρινα ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να μην πει την αλήθεια ή ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να το πράξει αυτό. Ήταν σαφής και ξεκάθαρος για τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του αφού επισκέφθηκε για συγκεκριμένο λόγο μαζί με άλλους συναδέλφους του, το υποστατικό το οποίο διαχειριζόταν ο κατηγορούμενος. Αποδέχομαι την θέση του η οποία είναι αποδεκτή και από τον κατηγορούμενο ότι μίλησε τηλεφωνικώς μαζί του πριν μεταβούν εκεί. Κατέθεσε με επάρκεια και σαφήνεια πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα και ειδικότερα ότι αυτός κρατούσε ένταλμα έρευνας και ο κατηγορούμενος αρχικά του άνοιξε την πόρτα την οποία στη συνέχεια έκλεισε και δεν του έδινε τα κλειδιά παρεμποδίζοντας τον στην άσκηση των καθηκόντων του. Αφού τον συνέλαβε για το αδίκημα της Παρεμπόδισης αστυνομικού οργάνου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στην προσπάθεια του να τον ακινητοποιήσει αφού δεν ήταν συνεργάσιμος έπεσαν στο έδαφος και ο κατηγορούμενος τον έπιασε από τον λαιμό. Αυτός κατέθεσε με επάρκεια περιγράφοντας πώς ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε αρχικά σπρώχνοντας τον και στη συνέχεια αφού έπεσαν κάτω, τον τραυμάτισε με αποτέλεσμα να μεταβεί στο Νοσοκομείο για να του παρασχεθεί ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Τα τραύματα που του προκλήθηκαν επιβεβαιώνονται από το ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 2). Δεν διέκρινα κατά την μαρτυρία του να έχει υποπέσει σε αντιφάσεις ούτως ώστε να πλήττεται η αξιοπιστία του. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ο ΜΚ2 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι ενέργειες του ήταν περιορισμένες στην λήψη παραπόνου από τον ΜΚ1 και την γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου. Δεν αποδέχομαι τη θέση η οποία του υποβλήθηκε αντεξεταζόμενος ότι υπήρξε πλημμελής διερεύνηση επειδή δεν έλαβαν ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου. Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από την μη λήψη οποιονδήποτε διαβημάτων από τον κατηγορούμενο εναντίον του ΜΚ1 είτε οποιουδήποτε αστυνομικού, είτε πριν είτε μετά την καταχώρηση της παρούσας προς τις αρμόδιες αρχές για την κατ΄ισχυρισμό παράλειψη τους. Συνεπώς αποδέχομαι αυτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη και αληθή και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. Ο ΜΚ3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, ως ένας ανεξάρτητος μάρτυρας. Βασικά επιβεβαίωσε και ενίσχυσε τον ΜΚ1 σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα τα οποία διαδραματίστηκαν την επίδικη ημερομηνία και ειδικότερα την άρνηση του κατηγορούμενου να ανοίξει το υποστατικό του, την επίθεση που δέχθηκε ο ΜΚ1 από τον κατηγορούμενο αλλά και ότι ο πρώτος κρατούσε στα χέρια του ένα χαρτί για το οποίο είχε πει ότι είναι ένταλμα έρευνας. Κρίνω την μαρτυρία του ως αληθή και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του διακατεχόταν από αντιφάσεις, ανακρίβειες και ασάφειες, τις οποίες θα παραθέσω στη συνέχεια. Ενώ είχε αναφέρει ενόρκως ότι ο ΜΚ1 του επιτέθηκε, κατά την αντεξέταση του όταν του τέθηκε η ερώτηση εάν εξακολουθεί να έχει παράπονο εναντίον του η απάντηση του ήταν: « εγώ δεν είπα ότι έχω παράπονο, ούτε ενόχλησα τον λοχία Αντωνίου όταν το πόδι μου μπήκε στο γύψο». Αυτή η αναφορά του κατηγορούμενου δεν μπορεί να στηρίξει την γενικότερη θέση του ότι ο ΜΚ1 είναι το πρόσωπο που του επιτέθηκε την επίδικη ημέρα. Ένα πρόσωπο το οποίο είναι παραπονούμενο λαμβάνοντας ως δεδομένη την θέση του κατηγορουμένου ότι του επιτέθηκαν είναι λογικό και αναμενόμενο ότι θα προβεί στην σχετικές καταγγελίες και όχι απλά να δηλώνει ότι δεν έχει παράπονο. Περαιτέρω όταν κατά την αντεξέταση του πιέστηκε σε σχέση με την επίθεση που δέχτηκε από τον παραπονούμενο ΜΚ1 η απάντηση του ήταν: « ούτε του ανέφερα το θέμα, γιατί όταν έγινε το συμβάν δεν χτύπησα από τον κύριο Αντωνίου, κάποιος άλλος μου χτύπησε, που δεν είδα, γιατί ήταν από πάνω μου. Τί παράπονο να έχω από τον κύριο Αντωνίου εγώ; » Δηλαδή ενώ αρχικά η θέση του ήταν ότι δέκτηκε την επίθεση από τον ΜΚ1 αντέξεταζόμενος τα αναίρεσε και είπεν ότι είναι άλλα πρόσωπα που του επιτέθηκαν αλλά και ότι ήταν από πάνω του και όχι ότι βρισκόταν αυτός από πάνω από τον ΜΚ1 ως υποστήριξε αρχικά. Στην συνέχεια επέμεινε ότι ο ΜΚ1 του επιτέθηκε αυτός, πήγαινε πίσω πίσω έχασε τα πόδια του, γλίστρησε πήγε να γονατίσει και ο ΜΚ1 του επιτέθηκε. Περαιτέρω ενώ η θέση του κατηγορουμένου είναι ότι είχε πάθει κάταγμα από την επίθεση που δέκτηκε, αυτή δεν υποστηρίζεται από την ιατρική μαρτυρία την οποία ο ίδιος παρουσίασε. Ακόμη σε συνέχεια των πιο πάνω ανακριβειών στην ένορκη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος δεν ήταν σαφής γιατί ενώ αρχικά είπε ότι ο ΜΚ1 πήγαινε πίσω πίσω για να μην του δείξει το ένταλμα και μετά το δίπλωσε, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του είπε ότι το ένταλμα ήταν διπλωμένο καλά και ότι ο ίδιος πήγαινε πίσω πίσω γιατί ερχόταν προς το μέρος του ο ΜΚ
- Είναι αποδεκτό ότι ο ΜΚ1 κρατούσε ένα χαρτί. Ο ίδιος αποδέχτηκε ότι μόλις έφτασε εκεί η πρώτη κίνηση του ΜΚ1 ήταν να του υποδείξει το ένταλμα. Περαιτέρω αποδέχεται ότι άνοιξε την πόρτα του μπαρ και ο ΜΚ1 του είπε: « έχω ένταλμα», ο κατηγορούμενος ήθελε να το διαβάσει αλλά ο ΜΚ1 δεν τον άφησε να το διαβάσει, αυτός στη συνέχεια έκλεισε την πόρτα του μπαρ και τον παρεμπόδισε από το να κάνει τον έλεγχο στο μπαρ. Σύμφωνα με υποβολή της υπεράσπισης στον ΜΚ1 είναι ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να τους δώσει τα κλειδιά γι΄ αυτό ο ΜΚ1 του επιτέθηκε. Απορίας άξιον είναι πώς ο κατηγορούμενος άνοιξε την πρώτη φορά την πόρτα του μπαρ χωρίς ο ίδιος να ζητήσει από το ΜΚ1 να δει το ένταλμα έρευνας. Το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι ο ΜΚ1 ούτε του απέκρυψε το ένταλμα έρευνας το οποίο είναι αποδεκτό από τον κατηγορούμενο και την ΜΥ1 ότι το κρατούσε, αλλά του το υπέδειξε κιόλας και όλα αυτά που ανέφερε ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Περαιτέρω έχω πειστεί ότι το πρόσωπο που δημιούργησε το επεισόδιο ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος παρεμπόδισε τον ΜΚ1 να εκτελέσει τα καθήκοντά του δηλαδή ενώ κατείχε ένταλμα έρευνας για να ερευνήσει το υποστατικό του αναφορικά με την λειτουργία του χωρίς άδειες. Κατά συνέπεια δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του περί αυτοάμυνας του, τον οποίο απορρίπτω. Η υπεράσπιση επικαλέστηκε την παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το εν λόγω ένταλμα έρευνας. Θεωρώ ότι δεν ήταν ούτε παράλειψη αλλά ούτε και δημιουργήθηκε οποιοδήποτε κενό στην μαρτυρία της και εν πάσει περιπτώσει δεν αφορούσε την ουσία της παρούσας υπόθεσης. Κατά την μαρτυρία του ήταν αντιφατικός γιατί ενώ επικαλείται ότι ο ΜΚ1 πήγαινε πίσω πίσω και του επιτέθηκε στη συνέχεια κατέθεσε ότι ο ίδιος ήταν από πάνω του και κάποιοι τον πήραν από το λαιμό, κάποιοι τον χτύπησαν πάνω στο πόδι χωρίς να δει ποιοί ήταν. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω μελετώντας ενδελεχώς την μαρτυρία του ΜΚ1 διαπιστώνω ότι η υπεράσπιση ουδέποτε έθεσε συγκεκριμένα στον ΜΚ1 την θέση ότι ο κατηγορούμενος από την επίθεση που εδέχθηκε έσπασε το πόδι του και του τοποθετήθηκε γύψος. Ενόψει αυτών δεν μπορώ να αποδώσω ιδιαίτερη βαρύτητα στις θέσεις του οι οποίες δεν με έπεισαν ειδικότερα στα επίδικα θέματα, ότι δηλαδή είναι ο ΜΚ1 που προκάλεσε το επεισόδειο και όχι αυτός. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του απορρίπτεται ως παντελώς αναξιόπιστη. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ 1 (ΜΥ1) Η ΜΥ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μνήμη της ήταν επιλεκτική και ήταν εμφανές ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει μία και μοναδική θέση υπέρ του κατηγορουμένου - εργοδότη της ότι πρωτίστως ένας αστυνομικός τον οποίον δεν κατονόμασε δεν υπεδείκνυε στον κατηγορούμενο το ένταλμα και ότι προσπάθησε να τον μουντάρει. Καθώς επίσης και ότι κι άλλα άτομα ήρθαν από πάνω του. Οι θέσεις της ήταν διαφορετικές από τις θέσεις του κατηγορούμενου δηλαδή ενώ αυτός ισχυρίζεται ότι δέχτηκε επίθεση από το ΜΚ1 αυτή είπε ότι ο αστυνομικός προσπάθησε να τον μουντάρει και όχι ότι τον εμούνταρε. Αλλά πρόσθεσε ότι και άλλοι επιτέθηκαν πάνω του. Χωρίς βέβαια να αναφέρει ποιό ήταν το αποτέλεσμα αυτής της άνανδρης επίθεσης από 50 αστυνομικούς εναντίον του. Επιπλέον επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος ήταν από κάτω ενώ ο κατηγορούμενος είχε πει ότι ήταν από πάνω από τον ΜΚ
- Όλα αυτά βεβαίως η ίδια τα διαπίστωσε από απόσταση 50 μέτρων . Στο Δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ακριβώς σε πόση απόσταση ευρισκόταν η ίδια δίνοντας ασαφείς απαντήσεις. Οι απαντήσεις της ήταν επιλεκτικές, αντιφατικές και ασαφείς. Αυτή καθόλου δεν με έπεισε, συνεπώς δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της την οποία και απορρίπτω ως αναξιόπιστη. ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ 2 (ΜΥ2) Ο ΜΥ2 Γενικός Ιατρός, κατέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 3) στο όνομα XXXXX Νεοφύτου με δελτίο ταυτότητας XXXXX35 και τις σωματικές βλάβες που είχε αυτό το πρόσωπο. Από την μαρτυρία του δεν αποδέχομαι την θέση ότι ο κατηγορούμενος είχε διάστρεμμα τρίτου βαθμού στην ποδοκνημική αριστερά γιατί καμία μαρτυρία δεν δόθηκε ότι αυτός ως Γενικός Ιατρός έχει και εξιδίκευση Ορθοπεδικού. Αντίθετα ανέφερε ότι ο Δρ. Ντονάδο Ορθοπεδικός εξέτασε τον κατηγορούμενο αλλά δεν έχει καταγράψει οτιδήποτε και δη ότι αυτός είχε υποστεί κάταγμα. Η υπεράσπιση δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη ιατρική μαρτυρία η οποία να επιβεβαιώνει την θέση του κατηγορούμενου ότι αυτός είχε υποστεί κάταγμα και ότι του τοποθετήθηκε γύψος. Ούτε βεβαίως και τον Ιατρό Ντονάδο στον οποίο αναφέρθηκε ο ΜΥ
- Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω παρατηρώ ότι στο τεκμήριο 3 αλλά και από τη μαρτυρία του ΜΥ2 εμφαίνεται ότι η εγγραφή του κατηγορούμενου στο Τμήμα Ατυχημάτων έγινε η ώρα 14.40 ενώ το επεισόδειο έγινε η ώρα 9.00π.μ. Εάν ο κατηγορούμενος είχε υποστεί κάταγμα είναι βέβαιο ότι αυτός θα μεταφερόταν επειγόντως και άμεσα στο Νοσοκομείο και όχι μετά από 6 ώρες. Ακόμη όταν ερωτήθηκε από τον ΜΚ2 στον Σταθμό εάν επιθυμεί να επισκεφθεί το Νοσοκομείο του απάντησε ότι δεν χρειάζεται. Ως εκ των άνω, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε υποστεί κάταγμα στο πόδι, συνεπεία του επεισοδείου με τον ΜΚ1 την επίδικη ημέρα, ως η θέση του και αυτή παρέμεινε μετέωρη. Αποδέχομαι όμως από την μαρτυρία του ΜΥ2 ότι το πρόσωπο το οποίο εξέτασε είναι ο κατηγορούμενος και ότι είχε τα τραύματα ήτοι εκδορές άκρου ποδός αριστερά, εκδορές κνήμης δεξιά, δεξιάς κλείδας και δεξιού αντιβραχίου. Περαιτέρω αποδέχομαι την θέση του ότι δεν γνώριζε την τελική διάγνωση που έγινε στο πρόσωπο που αναγράφεται στο τεκμήριο
- Διαπιστώνω ότι σε αυτόν προκλήθηκαν οι πιο πάνω αναφερθείσες ελαφριές σωματικές βλάβες λόγω της πτώσης του στο έδαφος ως επικαλείται ο ΜΚ1 αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος και όχι λόγω της κατ΄ισχυρισμό επίθεσης είτε του ΜΚ1 είτε άλλων αστυνομικών εναντίον του αλλά και εξαιτίας της αντίστασης την οποία προέβαλε για να μην του τοποθετηθούν χειροπέδες. Λαμβανομένης υπόψη μου της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας προβαίνω στα πιο κάτω ευρήματα: ΕΥΡΗΜΑΤA Την 05/07/17 και ώρα 09.00 ο Λοχ.3xx9 xxx Αντωνίου (ΜΚ1) μετέβηκε μαζί με άλλους συναδέλφους του σε υποστατικό στην παραλία των Μανδριών για εκτέλεση εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε κατόπιν πληροφορίας ότι το συγκεκριμένο υποστατικό λειτουργεί παράνομα χωρίς άδειες από την αρμόδια αρχή. Στις 09:10 ο κατηγορούμενος, ως ο διαχειριστής του πιο πάνω υποστατικού έφτασε στο μέρος μαζί με την υπάλληλο του (ΜΥ1), αφού προηγουμένως είχε συνομιλήσει τηλεφωνικώς με τον ΜΚ
- Ο ΜΚ1 του υπέδειξε το ένταλμα έρευνας και τον πληροφόρησε τον σκοπό της παρουσίας του στο μέρος. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι διαχειρίζεται το εν λόγω μπαρ, υπέβαλε σχετική αίτηση και εκκρεμεί υπόθεση σε σχέση με τις άδειες του υποστατικού. Στη συνέχεια ο ΜΚ1 του ζήτησε να ανοίξει το υποστατικό, πράγμα το οποίο και έπραξε. Αυτός όμως κλείδωσε ξανά την πόρτα και παρόλο που του ζήτησε τα κλειδιά αυτός αρνήθηκε να του τα παραδώσει. Του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και τον πληροφόρησε ότι η πράξη του αυτή συνιστά παρεμπόδιση και αν συνεχίσει θα τον συλλάβει για το εν λόγω αδίκημα. Του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στον Νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε: «Αν ημπόρεις τζίσμου». Στην συνέχεια και ώρα 09:20 τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παρεμπόδισης πιάνοντας τον από τον ώμο αλλά αυτός αντέδρασε σπρώχνοντας τον και λέγοντας του: «΄Αησμε». Του επέστησε την προσοχή του ότι δηλαδή διαπράττει το αδίκημα της επίθεσης και αυτός δεν απάντησε. Στην προσπάθεια του να τον ακινητοποιήσει κατέληξαν και οι δύο στο έδαφος και ο κατηγορούμενος τον έπιασε από τον λαιμό. Στην συνέχεια με την βοήθεια των συναδέλφων του Αστ. 2xx5 xxx Δανιήλ και 2xx7 xxx Ηλία κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν αφού δεν συνεργαζόταν για να του τοποθετηθούν χειροπέδες. Με την ακινητοποίηση του, του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στον Νόμο και τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε δηλαδή της παρεμπόδισης οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος, της επίθεσης και της αντίστασης κατά την νόμιμη σύλληψη. Του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και δεν απάντησε οτιδήποτε. Του εξήγησε τα δικαιώματα επικοινωνίας του προφορικά και επέλεξε να συνομιλήσει με τον δικηγόρο του. Στο επεισόδειο ήταν παρών ο xxx Απόστρατος (ΜΚ3) της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας γιατί επισκέφθηκε το υποστατικό του κατηγορούμενου κατόπιν οδηγιών των προϊσταμένων του. Όταν ήρθε εκεί ο κατηγορούμενος είδε τον ΜΚ1 να κρατεί ένα χαρτί και είπε στον κατηγορούμενο ότι είχε ένταλμα χωρίς αυτός να δει το περιεχόμενο του. Ο ΜΚ3 δεν είδε εάν ο κατηγορούμενος ήταν τραυματισμένος αλλά είδε αίμα πάνω στο χέρι του Λοχία. Εκεί στο υποστατικό του κατηγορούμενου παρούσα επίσης ήταν και η υπάλληλος του η οποία ευρισκόταν σε κάποια απόσταση από τον ΜΚ 1 και τον κατηγορούμενο. Στην συνέχεια ο ΜΚ1 αφού μετέβηκε στον Σταθμό ανέφερε στον Αστ. 3xx1 xxx Μιχαήλ (ΜΚ2) ότι δέχτηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας υποστατικού του και αυτός του εξέδωσε ιατρικό έντυπο για να επισκεφθεί το Νοσοκομείο, ως και έπραξε. Στις Α' βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου η επί καθήκοντι Ιατρός xxx Πέτρου τον εξέτασε και διαπίστωσε ότι έφερε εκδορές στον αριστερό αγκώνα, ερυθρότητα στην δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, εκδορές δεξιά και αιμάτωμα στην δεξιά κνήμη. Ο κατηγορούμενος προσερχόμενος στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών κατηγορήθηκε γραπτώς από τον ΜΚ2 και ο τελευταίος τον ρώτησε εάν τραυματίστηκε για να πάει στο Νοσοκομείο και αυτός του απάντησε «δεν χρειάζεται». Αυτός είχε εξεταστεί την ίδια ημέρα μετά τις 14:40, από τον Δρ. xxx Σαββίδη (ΜΥ2) ο οποίος διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος έφερε εκδορές άκρου ποδός αριστερά, εκδορές κνήμης δεξιά, δεξιάς κλείδας και δεξιού αντιβραχίου οι οποίες προκλήθηκαν από την πτώση του στο έδαφος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 1η κατηγορία το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 1), το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα:
- Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και
- Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση, παρ. 20-116 αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε είναι αναγκαίο να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 εδράζονται στο άρθρο 244(α)(β) του Ποινικού Κώδικα. Από δε το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες του αδικήματος συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(β) (κατηγορία 2) είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε ή να παρεμπόδισε / παρακώλυσε
- όργανο τήρησης της τάξης,
- Η επίθεση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του οργάνου τήρησης της τάξης,
- Αυτό να έγινε εσκεμμένα, Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 3, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(α) είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον άλλου,
- Η επίθεση να έγινε με σκοπό αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης του κατηγορούμενου για κάποιο ποινικό αδίκημα. Το δε αδίκημα του άρθρου 244(α) είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 38 του αγγλικού Offences Against the Person Act
- Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού του αδικήματος γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ.
- Το δε αδίκημα του άρθρου 244(β) όσον αφορά την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act
- Ανάλυση αυτού γίνεται επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ.
- Από την Φωτίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2014, ημερ. 16.9.15, προκύπτουν επίσης τα ακόλουθα: Παράνομη σύλληψη (και κατ' επέκταση παράνομη κράτηση και περιορισμός) οποιουδήποτε πολίτη από αστυνομικούς, αποτελεί παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας, η οποία δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψη του. Γίνεται δε παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την Christie v. Leachinsky [1947] AC 373, 591: «I would say that it is the right of every citizen to be free from arrest unless there is in some other citizen, whether a constable or not, the right to arrest him. And I would say next that it is the corollary of that right of every citizen to be thus free from arrest that he should be entitled to resist arrest unless that arrest is lawful». Ως αναφέρεται περαιτέρω στην Φωτίου, με παραπομπή σε αγγλικό σύγγραμμα και νομολογία, ένα πρόσωπο έχει ανεπιφύλακτο δικαίωμα στο Κοινοδίκαιο να αντισταθεί σε παράνομη σύλληψη (Christie v. Leashinsky
(1947)A.C. 573), ωστόσο δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει υπερβολική δύναμη για να το πράξει (βλ. Wilson
(1955)1 W.L.R. 493 και Long
(1836)7 C & P p.314). Ενώ υπερβολική βία στο να αντισταθείς στη σύλληψη δύναται να στοιχειοθετήσει αδίκημα, το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τέτοια υπερβολική βία δεν θα είναι ένοχος για αδίκημα επίθεσης εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του (Kenlin v. Gardiner
(1967)2 Q.B. 510). Για τα πιο πάνω βλέπε και σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2009, στη σελ.1187 D1.11. Το δικαίωμα για αντίσταση λοιπόν δεν είναι απόλυτο. Τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία, τότε ο δράστης μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης παρά το παράνομο της σύλληψης (Wilson ανωτέρω). Δεν μπορεί όμως να κριθεί ένοχος για επίθεση κατά οργάνου της τάξης εν τη δεούση εκτελέσει του καθήκοντός του, εφόσον ελλείπει το συστατικό στοιχείο της δέουσας εκτέλεσης καθήκοντος (Kenlin ανωτέρω). Το κατά πόσο έγινε χρήση υπερβολικής βίας είναι δε θέμα των ειδικών περιστάσεων και εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ των πράξεων των αστυνομικών και της αντίδρασης του αντισταμένου. Το Δικαστήριο έχει στα πλαίσια αυτά καθήκον να εξισορροπήσει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ενέργειες των αστυνομικών αφενός και τις ενέργειες του αντισταμένου, ως αντίδραση, αφετέρου με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση η βία που άσκησε ο τελευταίος ήταν υπερβολική. Η συμπεριφορά λοιπόν του αντισταμένου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σωρευτικά αλλά ανάλογα των περιστάσεων. Το κάθε στάδιο ενός επεισοδίου θα πρέπει να προσεγγίζεται με την αναγκαία διάκριση ώστε να επιτευχθεί η ορθή εξισορρόπηση με βάση τις συγκεκριμένες κάθε φορά ενέργειες ενός εκάστου των εμπλεκομένων. Από την άλλη, το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη κατά το Άρθρο 243, αναφέρεται και πάλι στον Archbold, σελ. 1855, παρ. 19-197, όπου αναγράφεται ότι δεν είναι ανάγκη ο τραυματισμός να έχει μόνιμο χαρακτήρα ή να είναι τέτοιος που να τον κατατάσσει στη βαριά σωματική βλάβη. Χρειάζεται όμως να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός η επίθεση, η απουσία της οποίας θα κατέτασσε την περίπτωση στο αδίκημα του Άρθρου 242, για απλή επίθεση. (The Police v. Andreas Ioannou
(1989)2 C.L.R. 61 Έχει επίσης αποφασιστεί ότι πραγματική σωματική βλάβη θεωρείται και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση (R. v. Miller [1954] 2 Q.B. 282), ενώ στην υπόθεση Ανδρέας Πολυδώρου Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56, ακόμη και επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα, θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του Άρθρου 243. Όσον αφορά το αδίκημα της παρακώλυσης κάτω από το Άρθρο 244(β), αυτό αποτελεί ξέχωρο και διαζευκτικό αδίκημα από την επίθεση εναντίον αστυνομικού οργάνου που επίσης αποτελεί αξιόποινη πράξη κάτω από το ίδιο άρθρο. Ενώ το αδίκημα της επίθεσης εμπεριέχει περισσότερα συστατικά στοιχεία (Police v. Sundelin [1973] 6 J.S.C. 722 και Police v. Stephanou [1973] 10 J.S.C. 1400), το αδίκημα του Άρθρου 244(β), θεμελιώνεται με τη διαπίστωση τεσσάρων στοιχείων δηλαδή (
- i)της παρακώλυσης που πρέπει να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός, (
- ii)η παρακώλυση να είναι εσκεμμένη, (iii) να κατευθύνεται εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης που (
- iv)εκείνη τη στιγμή εκτελεί δεόντως το καθήκον του. Το τι αποτελεί παρακώλυση («obstruction»), μπορεί να ανευρεθεί από τα αντίστοιχα νομοθετήματα της Ινδίας και Αγγλίας. Κατά το Penal Law of India του Sir Hari Singh Gour, 9η έκδ., Τόμος 2, σελ. 1484-1497, σε άρθρο του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, ανάλογο αλλά όχι πανομοιότυπο με το Άρθρο 244(β), αναφέρεται ότι απλές απειλές ή προσβλητικές λέξεις ή φράσεις, δεν είναι επαρκείς για να θεμελιώσουν παρακώλυση (Ανδρέας Αχτάρ v Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ,397). Αναφορικά με την υπεράσπιση της αυτοάμυνας που τέθηκε από τον κατηγορούμενο η υπεράσπιση αυτή, όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του Andrew Ashworth: Principles of Criminal Law, 3η έκδ., σελ. 137-138, εμπίπτει στο ευρύτερο «doctrine of justification» και στην ουσία εξουδετερώνει τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας με την έννοια ότι η επιτυχής προβολή της, σημαίνει ταυτόχρονα και την αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η εγκληματική συμπεριφορά δεν ήταν είτε δικαιολογημένη, είτε νόμιμη. Όπως λέχθηκε από τον Lord Griffiths στην Beckford v. R [1988] AC 130 στη σελ. 144: «If the prosecution fail to do so, the accused is entitled to be acquitted because the prosecution will have failed to prove an essential element of the crime, namely that the violence used by the accused was unlawful.» Σε μετάφραση: «Εάν η κατηγορούσα αρχή αποτύχει σ' αυτό, ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί διότι η κατηγορούσα αρχή θα έχει αποτύχει να αποδείξει ένα ουσιαστικό στοιχείο του εγκλήματος, δηλαδή, ότι η χρήση βίας από τον κατηγορούμενο ήταν παράνομη.» Στο σύγγραμμα του Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, έκδ. 2007, σελ. 1812-1814, παρ. 19-41 έως 19-45, εξηγείται επίσης με αναφορά στην κλασσική υπόθεση επί του θέματος της αυτοάμυνας, Palmer v. R. [1971] AC 814, απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου, ότι είναι ζήτημα δικαίου και ταυτόχρονα κοινής λογικής, ότι άτομο το οποίο υφίσταται επίθεση δύναται να υπερασπιστεί τον εαυτό του, πράττοντας οτιδήποτε είναι λογικώς αναγκαίο. Γνώμονας για το τι είναι λογικό και τι αναγκαίο, είναι τα περιστατικά και οι ιδιάζουσες συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης. Όπως λέχθηκε: «If there has been an attack so that defence is reasonably necessary, it will be recognised that a person defending himself cannot weigh to a nicety the exact measure of his defensive action. If the jury thought that in a moment of unexpected anguish a person attacked had only done what he honestly and instinctively thought necessary, that would be the most potent evidence that only reasonable defensive action had been taken .... The defence of self-defence either succeeds so as to result in an acquittal or it is disproved, in which case as a defence it is rejected.» Σε μετάφραση: «Εάν διενεργήθηκε επίθεση ώστε η αναχαίτιση της να είναι λογικώς αναγκαία, τότε πρέπει να αναγνωριστεί ότι ένα πρόσωπο που υπερασπίζεται εαυτόν, δεν θα μετρήσει με ακρίβεια τις πράξεις υπεράσπισης του. Εάν οι ένορκοι θεωρήσουν ότι σε μια στιγμή απρόσμενους άγχους, το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίθεση, είχε ενεργήσει μόνο όπως θεωρούσε έντιμα και ενστικτωδώς πρέπον, αυτή θα ήταν η πιο δυνατή απόδειξη ότι μόνο εύλογη άμυνα προβλήθηκε ...... Η υπεράσπιση της άμυνας είτε επιτυγχάνει ώστε να επέρχεται αθώωση είτε δεν αποδεικνύεται, οπότε η υπεράσπιση αποτυγχάνει.» Παραπέμπω επίσης στο Άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα και τις υποθέσεις Maifoshis v. Police
(1978)2 C.L.R. 2 και Lekishvill άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 351, όπου λέχθηκε ότι η άμυνα και η χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης είναι υπό ορισμένες προϋποθέσεις νόμιμη, θα πρέπει όμως να έχει ως αντικειμενικό στόχο την απόκρουση μιας επιθετικής ενέργειας. Επίσης ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η ψυχολογική κατάσταση του ατόμου που προβάλλει την υπεράσπιση αυτή, από την άποψη ότι οι πράξεις αυτοάμυνας ήταν αναγκαίες, αν στις συνθήκες που επικρατούσαν το άτομο πίστευε ότι χρειαζόταν να προστατεύσει τον εαυτό του ή την περιουσία του. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υϊοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας εναντίον Σπύρος Σπύρου
(2002)2, Α.Α.Δ. 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοίζου εναντίον Αστυνομίας 1989
(2)Α.Α.ΑΔ 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης εναντίον Αστυνομίας 1991
(2)Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής. (Φλουρής εναντίον Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας λοιπόν κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Από την μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ήτοι ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα, παράνομα επιτέθηκε εναντίον του ΜΚ1 σπρώχνοντας τον και αφού κατέληξε μαζί του στο έδαφος, τον έπιασε από τον λαιμό, προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη δηλαδή ερυθρότητα στην δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, εκδορές στον αριστερό αγκώνα, εκδορές και αιμάτωμα στην δεξιά κνήμη. Αναφορικά με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας κρίνω ότι η ΚΑ παρουσίασε επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία ότι ενώ ο ΜΚ1 επισκέφθηκε με άλλους αστυνομικούς το υποστατικό του κατηγορούμενου για έλεγχο και κατά την δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων του και ενώ είχε στην κατοχή του ένταλμα έρευνας το οποίο υπέδειξε στον κατηγορούμενο για να επιτευχθεί η έρευνα, αυτός τον παρεμπόδισε κλείνοντας την πόρτα του υποστατικού του και μη δίνοντας του τα κλειδιά. Σε συνέχεια των πιο πάνω ο ΜΚ1 του επέστησε τον προσοχή του στον Νόμο για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας και αφού του είπε ότι είναι υπό σύλληψη αυτός του επιτέθηκε, ως πιο πάνω, με αποτέλεσμα να καταλήξουν στο έδαφος. Η συμπεριφορά, οι πράξεις και οι ενέργειες του κατηγορούμενου που ακολούθησαν εναντίον του ΜΚ1, του Αστ. 2xx5 xxx Δανιήλ και Αστ. 2xx7 Ηλία συνιστούν το αδίκημα της αντίστασης κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ.155 αφού κρίθηκε απαραίτητη η συμβολή τους για να τον ακινητοποιήσουν και να του τοποθετήσουν χειροπέδες. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 - 3 εναντίον του κατηγορούμενου, ως έχει υποχρέωση να πράξει και κρίνεται ένοχος σε αυτές. [Υπ.] ........................................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο