← Κύπρος

Έφορος Φορολογίας ν. Y.H.D. YOUR HOME DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 262/17, 13/9/2021

Έφορος Φορολογίας ν. Y.H.D. YOUR HOME DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 262/17, 13/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 262/17 Έφορος Φορολογίας εναντίον

  1. Y.H.D. YOUR HOME DEVELOPERS LTD
  2. xxx SARBASH
  3. xxx KHL'CHENKO --------------------------------- Ημερομηνία: 13.9.2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χ¨Γιάννη Για την Κατηγορούμενη 1: Kαμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Α. Ανδρέου Κατηγορούμενος 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν 9 κατηγορίες στο παρών κατηγορητήριο. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στην πρώτη (1η) κατηγορία αντιμετωπίζουν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής στον Έφορο Φορολογίας ποσού Φ.Π.Α. από βεβαίωση φόρου κατά παράβαση των άρθρων 46

(11)και 48 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (στο εξής καλείται ο «Νόμος») και των Κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρων Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικών) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/02). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του εν λόγω αδικήματος, οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν στον Έφορο εντός 30 ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 11/04/2016 ποσό Φ.Π.Α. ύψους €83.967,
  1. Στην 2η κατηγορία κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να καταβάλουν πρόσθετο φόρο, τόκο και χρηματική επιβάρυνση κατά παράβαση των άρθρων 46(10Α) και 48 του Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας πρόσθετο φόρo, χρηματική επιβάρυνση και τόκο συνολικού ύψους €19.725,35 που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής ΦΠΑ ύψους €83.967,66 που βεβαιώθηκε με αντίστοιχη ειδοποίηση ημερομηνίας 11/04/
  2. Ο κατηγορούμενος 2 έχει παραδεχθεί τις κατηγορίες 3 - 9 ενώ διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για τις κατηγορίες 1 και 2 του παρόντος κατηγορητηρίου ως επίσης και για τις κατηγορίες 3 - 9 εναντίον της 1ης κατηγορούμενης οι οποίες αφορούν παράλειψη καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης λόγω μη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης σε διάφορες περιόδους μεταξύ των ετών 2012 - 2015 κατά παράβαση των άρθρων 46(10, 10Α) του ιδίου Νόμου. Δέον να αναφερθεί ότι η κατηγορούμενη 1 εκπροσωπείτο από τον κον Ανδρέου μέχρι τις 12.11.18 και αργότερα δεν εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από οποιοδήποτε πρόσωπο και η διαδικασία προχώρησε σε ακρόαση για όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Επιπλέον ο Διαχειριστής της xxx Κίμωνος είχε ενημερωθεί από τον κον Ανδρέου για την πορεία της υπόθεσης ως εμφαίνεται από τον φάκελλο του Δικαστηρίου. Μετά που οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία η μεν 1η κατηγορούμενη σε όλες τις κατηγορίες ο δε 2ος κατηγορούμενος στην 1η και στην 2η κατηγορία αυτός άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν παρουσίασε κανένα μάρτυρα υπερασπίσεως. Όταν ολοκληρώθηκε η υπόθεση ο ευπαίδευτoς συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 ανέφερε ότι στις 16.3.20 το Διοικητικό Δικαστήριο στην υπόθεση Ποταμίτου και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενη υπόθεση Αρ.541/2016 έκρινε ότι ο διορισμός του Εφόρου Φορολογίας Κου xxx Τσαγκάρη, από το Υπουργικό Συμβούλιο, αντί από την Ε.Δ.Υ. ήταν παράνομος ως αντισυνταγματικός και ακυρώθηκε, ως επίσης στις 7/6/2021 στην έφεση με αριθμό 59/2020 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πιο πάνω απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου αφού έκρινε ότι η εφεσιβαλλόμενη απόφαση με αρ.541/16 (συνεκδικαζόμενη με τις υποθέσεις 573/2016, 636/2016 και 677/2016) είναι καθόλα ορθή. Υποστήριξε ότι η πιο πάνω ειδοποίηση επιβολής φορολογίας στην παρούσα ημερ. 11/04/2016 βάση της οποίας κατηγορείται ο κατηγορούμενος 2 λήφθηκε από όργανο που διορίστηκε από αντισυνταγματική νομοθετική πρόβλεψη, εφόσον, οι διατάξεις του άρθρου 4 του περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου (Ν.70(Ι)/2014), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), το οποίο προβλέπει ότι ο Έφορος διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, παραβιάζουν το Σύνταγμα: και τούτο καθότι, αποκλειστική αρμοδιότητα για διορισμό σε δημόσιες θέσεις έχει, βάσει του Συντάγματος, μόνον η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (Ε.Δ.Υ.). Ο δε αντισυνταγματικός διορισμός του Εφόρου, οδηγεί άνευ ετέρου στην ακύρωση της επίδικης απόφασης του ημερ. 11/04/2016, σύμφωνα και με τα κριθέντα στην Exxon Mobil Cyprus Ltd v. Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού
(2011)3 Α.Α.Δ. 449 και στην πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, στην OCEAN AQUARIUM LTD ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 334/2017, ημερ.21.9.20 όπου το Δικαστήριο ακύρωσε την εκεί προσβαλλόμενη απόφαση επιβολής φορολογίας εφόσον ο διορισμός του Εφόρου κου Τσαγγάρη έγινε δυνάμει αντισυνταγματικού νόμου. Ακόμη ότι δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής τα περί de facto διοικητικού οργάνου προκειμένου να διασωθεί η από τον Έφορο εκδοθείσα επίδικη απόφαση αλλά αυτή είναι αναδρομικά άκυρη από την έκδοση της αλλά και ταυτόχρονα από την ακύρωση του διορισμού του στις 16.3.20 από το Διοικητικό Δικαστήριο στην 541/
  1. Ήταν η θέσης του κου Ανδρέου ότι θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον ο διορισμός του Εφόρου υπήρξε ή όχι συνταγματικός, καταλήγοντας στην εισήγηση για απόρριψη των κατηγοριών 1 και 2 και την αθώωση του κατηγορούμενου
  2. Αντίθετη υπήρξε η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής η οποία υποστήριξε πρωτίστως ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου η οποία κοινοποιήθηκε στην κατηγορούμενη 1 στις 11.4.16 αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία χαρακτηρίζεται από το τεκμήριο της νομιμότητας κατέστη ανέκκλητη και παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της μέχρι την ανάκληση της από την διοίκηση ή την ακύρωση της από το Ανώτατο Δικαστήριο κάτι το οποίο δεν συνέβη στην παρούσα. Αναφορικά με τον επιπλέον ισχυρισμό της υπεράσπισης του 2ου κατηγορούμενου περί του ελέγχου της συνταγματικότητας του διορισμού του Εφόρου Φορολογίας από το παρών Δικαστήριο διαφώνησε και παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Συνεπώς ανέφερε ότι έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες 1 και 2 εναντίον των κατηγορουμένων και αυτοί θα πρέπει να καταδικαστούν σε αυτές. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι ο xxx Αναστασίου (ΜΚ1) και ο xxx Χαραλάμπους (ΜΚ2). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το τελικό στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Μάρτυρας Κατηγορίας 1 (ΜΚ1) κατέθεσε ο xxx Αναστασίου ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Εφόρου Φορολογίας και Υπηρεσίας ΦΠΑ. Αυτός ανέφερε ότι η εταιρεία Y.H.D. YOUR HOME DEVELOPERS LTD είναι εγγεγραμμένη ως νομικό πρόσωπο στο Μητρώο του ΦΠΑ από τις 2.9.05 μέχρι σήμερα (σχετικό το τεκμήριο 1). Η διεύθυνση της 1ης κατηγορούμενης είναι η Λεωφόρος Αθηνών 7, στην Πάφο. Ο ΜΚ 1 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Μάρτυρας Κατηγορίας 2 (ΜΚ2) κατέθεσε ο xxx Χαραλάμπους ο οποίος εργάζεται ως Λειτουργός ελέγχου στο Τμήμα Φορολογίας και Υπηρεσίας ΦΠΑ. Στα πλαίσια των καθηκόντων του εξέδωσε για την παρούσα υπόθεση την βεβαίωση φόρου (τεκμήριο 2) η οποία επιδόθηκε με το χέρι στις 28.2.
  3. Σε αυτήν αναφέρεται ότι το πρωτότυπο αυτής της επιστολής το παρέλαβε ο 2ος κατηγορούμενος εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης στην οποία απευθύνεται. Ο 2ος κατηγορούμενος υπέβαλε ένσταση (τεκμήριο 3) η οποία απαντήθηκε και αποστάληκε στην 1η κατηγορούμενη με συστημένη επιστολή (τεκμήριο 4). Επίσης ερωτώμενος αν έγινε προσφυγή εναντίον της απόφασης ημερ. 11.4.16 είπε ότι δεν εμφαίνεται από τον φάκελλο επιπρόσθετη ενέργεια. Ο ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του κατηγορούμενου
  4. Να αναφερθεί ότι κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα με βάση τον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ.9 (άρθρο 19), (τεκμήριο 5). Όταν ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης ανέφεραν στο Δικαστήριο τις τελικές τους εισηγήσεις και θέσεις. Αυτές έχουν δεόντως μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν θεωρείται απαραίτητο να παρατεθούν εδώ αυτούσιες, μόνο εκεί όπου είναι αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, τους ΜΚ1 και ΜΚ2 που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τους με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν αυτοί να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α, Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας τους αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α, Α.Α.Δ 165, Σάββα κ. α. v Γεωργίου 2006,1,658). Ο ΜΚ1 ήταν τυπικός μάρτυρας του οποίου η μαρτυρία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε (Ηλία v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 454). Κατέθεσε το τεκμήριο 1 αναφορικά με την εγγραφή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στο μητρώο του ΦΠΑ. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη. Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση. Αυτός εξέδωσε την αρχική βεβαίωση φόρου (τεκμήριο 2) η οποία επιδόθηκε με το χέρι στις 28.2.
  1. Σε αυτήν αναφέρεται ότι το πρωτότυπο αυτής της επιστολής το παρέλαβε ο 2ος κατηγορούμενος εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης στην οποία απευθύνεται. Ο 2ος κατηγορούμενος υπέβαλε ένσταση (τεκμήριο 3) η οποία απαντήθηκε από το Τμήμα Φορολογίας και αποστάληκε στην 1η κατηγορούμενη με συστημένη επιστολή (τεκμήριο 4). Ο ΜΚ2 ερωτώμενος αν έγινε προσφυγή εναντίον της απόφασης ημερ. 11.4.16 είπε ότι δεν εμφαίνεται από τον φάκελλο επιπρόσθετη ενέργεια. Αυτός δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή, αξιόπιστη και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία προβαίνω στα πιο κάτω ευρήματα:
  2. H κατηγορούμενη 1 εταρεία από την Πάφο, με αρ. Εγγραφής στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη Η.Ε. 152069 είναι εγγεγραμμένη στο εν λόγω μητρώο από τις 13.9.2004 μέχρι και σήμερα.
  3. Αυτή εγγράφηκε στο Μητρώο του ΦΠΑ στις 2.9.05 και παραμένει εγγεγραμμένη μέχρι και σήμερα. Αυτή τέθηκε υπό διαχείριση στις 15.2.18 και διαχειριστής της είναι ο xxx Κίμωνος.
  4. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης από τις 13.9.2004 μέχρι και σήμερα.
  5. Η βεβαίωση φόρου η οποία εκδόθηκε από το Τμήμα Φορολογίας στις 11.4.16 παραλήφθηκε από την κατηγορούμενη 1 την ίδια ημέρα (τεκμήριο 4). Αυτή δεν προσβλήθηκε με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
  6. Το ποσό της βεβαίωσης δηλαδή €83.967.66 (τεκμήριο 4) δεν καταβλήθηκε από την κατηγορούμενη 1 μέσα στην τασσόμενη από τον Νόμο προθεσμία ούτε και ο πρόσθετος φόρος, τόκος και χρηματική επιβάρυνση συνολικού ύψους €19.725,
  7. H κατηγορούμενη 1 τέθηκε υπό διαχείρηση στις 15.2.18 μέχρι σήμερα.
  8. Τα οφειλόμενα ποσά από την κατηγορούμενη 1 που αναφέρονται στο Πιστοποιητικό που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95
(1)/2000 (τεκμήριο 6) του Τμήματος Φορολογίας υπογραμμένο από την xxx Παντελή για Έφορο Φορολογίας καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου όσο αφορά τις κατηγορίες 1 και 2. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Πριν προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα αναφερθώ στην νομική επιχειρηματολογία του συνήγορου υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 η οποία δεν αφορούσε την ουσία της οφειλής και των φορολογικών υποχρεώσεων της κατηγορούμενης 1 προς την υπηρεσία ΦΠΑ. Ο συνήγορος υπεράσπισης του 2ου κατηγορούμενου επικαλούμενος την απόφαση Ποταμίτου και Κυπριακής Δημοκρατίας (υπόθεση 541/16 και συνεκδικαζόμενες 573/16, 636 και 677/16 ημερομηνίας 16.3.20) του Διοικητικού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου 59/20 (ημερομηνίας 7.6.21) η οποία την επικύρωσε ως ορθή σε σχέση με την ακύρωση του διορισμού του Εφόρου Φορολογίας υποστήριξε ότι η εκδοθείσα από αυτόν βεβαίωση φόρου (τεκμήριο 4) στην παρούσα υπόθεση συμπαρασύρεται και είναι αναδρομικά άκυρη. Συνεπώς ουσιαστικά ήταν η θέση του κου Ανδρέου ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της έκδοσης βεβαίωσης του φόρου από τον Έφορο Φορολογίας εφόσον ο διορισμός του στην θέση του Εφόρου ήταν παράνομος, ακυρώθηκε ως αντισυνταγματικός και ο κατηγορούμενος 2 πρέπει να αθωωθεί στην 1η και στην 2η κατηγορία. Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τις λεπτομέρειες του υπό κρίση κατηγορητηρίου, αποδεχόμενη την οφειλή των ποσών προς την υπηρεσία του ΦΠΑ από τον κατηγορούμενο 2. Κατ΄αρχάς υπενθυμίζεται ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και αφορά την δίωξη προσώπων (των κατηγορουμένων 1 και 2) για αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Νόμου και των σχετικών κανονισμών και αυτή εκδικάζεται από Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία. Παρατηρώ ότι Κατήγορος στην παρούσα υπόθεση είναι ο Έφορος Φορολογίας, ο οποίος συνιστά μια οργανωτική μονάδα που αποτελεί αυτοτελές υποκείμενο αρμοδιοτήτων, έννοια που σαφώς διακρίνεται από την έννοια του «φορέα του οργάνου» στην οποία εμπίπτει ο κ. Τσαγγάρης. Στην υπόθεση Χατζηγεωργίου ν. Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 37/14, ημ. 6/10/2020 αναφέρθηκε ότι: «Το πρώτο που πρέπει να διαχωριστεί είναι ότι διαφορετική είναι η έννοια του «οργάνου» απ΄αυτή του «φορέα του οργάνου». Ο φορέας του οργάνου αφορά το πρόσωπο και δεν μπορεί να ταυτιστεί εννοιολογικά με το όργανο. Αναφέρονται τα εξής στο Σύγγραμμα Γενικό Διοικητικό Δίκαιο Α΄, Δαγτόγλου 1977, σελ.211 και 212: «΄Οργανο, υπό νομική έννοια είναι η οργανωτική μονάδα που αποτελεί αυτοτελές υποκείμενο αρμοδιοτήτων. Από το όργανο πρέπει να διακρίνουμε σαφώς τον φορέα του οργάνου. Ενώ το όργανο είναι μια οργανωτική μονάδα, ο φορεύς του οργάνου είναι πάντοτε φυσικό πρόσωπο». Και παρακάτω: «το πρώτο είναι απρόσωπο και συνεχές, ενώ ο δεύτερος είναι προσωπικός, συγκεκριμένος και κατ΄ ανάγκην, χρονικώς περιορισμένος». Είναι δεδομένης αυτής της διάκρισης μεταξύ «οργάνου» και «φορέα του οργάνου» που στο άρθρο 4
(6)του περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου του 2014 (Ν.70(Ι)/2014)προνοείται ότι: «Ελάττωμα αναφορικά με το διορισμό του Εφόρου Φορολογίας δεν επηρεάζει την εκπλήρωση είτε των δικών του αρμοδιοτήτων, εξουσιών και καθηκόντων είτε αυτών του Τμήματος Φορολογίας γενικά». Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, όπως προκύπτει από το «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», του Ε.Π. Σπηλιωτόπουλου, Τόμος 1, 15η έκδοση
(2017), σελ. 114 και επ. : « η νόμιμη υπόσταση ενός μονομελούς διοικητικού οργάνου, όπως εν προκειμένω είναι ο Έφορος Φορολογίας, και οι συνέπειες που επιφέρει η ακύρωση διορισμού του προσώπου που διορίστηκε στη θέση αυτή (δηλαδή του «φορέα του οργάνου») αποτελούν ζητήματα που απασχολούν στο πλαίσιο εξέτασης του κύρους των διοικητικών πράξεων που εξέδωσε το εν λόγω πρόσωπο πριν την ακύρωση του διορισμού του.» Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που το άρθρο 15 του Ν.158(Ι)/1999 προβλέπει, ειδικά με αναφορά σε διοικητική πράξη, ότι: «Βασική προϋπόθεση για να είναι μία διοικητική πράξη έγκυρη είναι η νόμιμη υπόσταση του οργάνου που την εκδίδει» και είναι υπό το πρίσμα αυτό που, όπως υποδεικνύεται, στο πιο πάνω σύγγραμμα: «Το μονομελές διοικητικό όργανο, για να είναι ικανό να εκδώσει τη διοικητική πράξη, πρέπει να έχει νόμιμη υπόσταση. Οι πράξεις του προσώπου που εμφανίσθηκε ως διοικητικό όργανο χωρίς να λάβει νόμιμη υπόσταση δεν έχουν χαρακτήρα διοικητικής πράξης, είναι ανύπαρκτες ή ανυπόστατες από την άποψη του διοικητικού δικαίου (ΣΕ 531/1971). Εάν η πράξη του διορισμού ή της εκλογής του προσώπου που αποτελεί το μονομελές διοικητικό όργανο δεν είναι, κατά τα προαναφερόμενα, ανυπόστατη, αλλά απλώς παράνομη, και συνεπώς πάσχει από ακυρότητα, αυτό δεν επιδρά στο κύρος των διοικητικών πράξεων που έχει εκδώσει. Το όργανο αυτό ονομάζεται συνήθως de facto διοικητικό όργανο. Αναγκαίος όρος, για να θεωρηθεί ένα όργανο ως de facto, είναι να υπάρχει πράξη διορισμού ή εκλογής του προσώπου που το αποτελεί, η οποία είναι μεν παράνομη, αλλά δημιουργεί αντικειμενική επίφαση νομιμότητας. Δεν υπάρχει επίφαση νομιμότητας, εάν η πράξη διορισμού ή εκλογής είναι ανυπόστατη και όχι απλώς παράνομη. Η στοιχειοθέτηση των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες 1 και 2 που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους δεν προϋποθέτει την ύπαρξη νόμιμα διορισμένου προσώπου στη θέση του Εφόρου Φορολογίας. Αντίθετα, τα αδικήματα για τα οποία διώκονται οι Κατηγορούμενοι προκύπτουν απευθείας από συγκεκριμένες πρόνοιες του Νόμου, οι οποίες κατά το χρόνο διάπραξής τους ήταν (και συνεχίζουν να είναι) σε ισχύ και οι οποίες αδιαμφισβήτητα αποκαλύπτουν τα ποινικά αδικήματα τα οποία αφορούν παραλείψεις συμμόρφωσης με φορολογικές υποχρεώσεις που ουδέποτε αμφισβητήθηκαν ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου έχουν οριστικοποιηθεί κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου (βλ. Κυριακίδης πιο κάτω). Η βεβαίωση του Εφόρου τεκμήριο 4 αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και καθοριστική για τις υποχρεώσεις της φορολογούμενης κατηγορούμενης 1 η οποία δεν αμφισβήτησε τις υποχρεώσεις της βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος στο αρμόδιο Δικαστήριο ώστε αυτή η πράξη να ακυρωθεί. Επίσης κρίνω ότι το τεκμήριο 4 εκδόθηκε από τον Έφορο Φορολογίας ως de facto διοικητικό όργανο του οποίου ο διορισμός ναι μεν ακυρώθηκε μεταγενέστερα ως παράνομος και αντισυνταγματικός όμως αυτή η ακύρωση του διορισμού του δεν επέδρασε στο κύρος της διοικητικής πράξης που εξέδωσε δηλαδή του τεκμηρίου 4. Εκτελεστή διοικητική πράξη αποτελεί την πράξη η οποία παράγει αφ΄εαυτής έννομα αποτελέσματα για τον διοικούμενο, πράξη καθοριστική για τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του. (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα v Κοινωνικών Ασφαλίσεων ποινική έφεση 282/88, ημερομηνίας 22.3.90). Όπως έχει διαφανεί από την μαρτυρία δεν έχει καταχωρηθεί καμία προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο εναντίον της βεβαίωσης τεκμήριο 4 ούτε και υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο από την υπεράσπιση, συνεπώς αυτή έχει περιβληθεί το τεκμήριο της νομιμότητας. Να σημειώσω εδώ ότι σύμφωνα με την νομολογία, η απόφαση του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας να βεβαιώσει κατά την κρίση του ποσό Φ.Π.Α. ως οφειλόμενο, συνιστά απόφαση διοικητικής φύσεως της οποίας η εγκυρότητα δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από Ποινικό Δικαστήριο αλλά από Δικαστήριο που λαμβάνει δικαιοδοσία στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος (βλ. Μάριος Κυριακίδης κ.α ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας 1999
(2)Α.Α.Δ. 75). Στην Ηλία v Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου, 1994, 2 ΑΑΔ σελ.75 αναφέρθηκε ότι : « Αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί στην αναθεώρηση πράξεων της Διοίκησης και να τις ακυρώσει για τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθρο 146.1. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146.1, όπως και πρόσφατα επαναλάβαμε, διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου (Βλ. Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου και Άλλων
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Μόνο στην περίπτωση νόσφησης εξουσίας μπορεί πράξη να αγνοηθεί διότι στην περίπτωση εκείνη το προϊόν της νόσφησης δεν περιέρχεται στη σφαίρα του δικαίου. To Ποινικό Δικαστήριο δεν μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για την αμφισβήτηση της εγκυρότητας διοικητικής πράξης από την οποία απορρέει η υποχρέωση, η μη εκπλήρωση της οποίας στοιχειοθετεί το αδίκημα». Ως εκ των άνω κρίνω ότι η εν λόγω βεβαίωση τεκμήριο 4 είναι έγκυρη, νόμιμη και εκτελεστή και αυτή δεν έχει ακυρωθεί ούτε από το Διοικητικό Δικαστήριο ούτε και από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο κος Ανδρέου επίσης υποστήριξε ότι θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη του διορισμού του Εφόρου, θέση την οποία δεν αποδέχομαι και την απορρίπτω καθ΄ότι σύμφωνα με την νομολογία στο πλαίσιο της ποινικής δίκης ο έλεγχος της συνταγματικότητας διενεργείται μόνο όπου παρίσταται απόλυτη ανάγκη για την διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου προσώπου. Στην παρούσα αντικείμενο της διαφοράς είναι η παράλειψη καταβολής των εκ του Νόμου απορρεόντων φορολογικών υποχρεώσεων των κατηγορουμένων προσώπων δυνάμει της βεβαίωσης φόρου και όχι η επίλυση της συνταγματικότητας της απόφασης διορισμού του Εφόρου Φορολογίας κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η βεβαίωση φόρου. Επίσης διαφάνηκε ότι ουδέποτε η υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο 2 αμφισβήτησε στο παρελθόν την νομιμότητα του διορισμού του κ. Τσαγγάρη. Κρίνω ότι στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης δεν παρίσταται απόλυτη ανάγκη επίλυσης αυτού του θέματος. Στην Μηλιώτης κ.α v Αστυνομίας, 115, 2 ΑΑΔ, 12 λέχθηκε ότι: « Η διαπίστωση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το θέμα της συνταγματικότητας δεν άπτεται της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου στην προκείμενη περίπτωση είναι ορθή. Και αν κρινόταν ότι η παράγραφος (στ) του άρθρου 6 του νόμου ήταν αντισυνταγματική δε θα αλλοιωνόταν η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων η οποία συναρτάται με την άσκηση του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη στην απουσία της άδειας που προβλέπει ο νόμος. Η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων για την απόκτηση δικαιώματος που απορρέει από διοικητική αρχή μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αναθεώρησης μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας που παρέχεται από το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η άσκηση του επαγγέλματος κτηματομεσίτη χωρίς προγενέστερη εγγραφή και χωρίς την κατοχή άδειας θεμελίωσε τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι εφεσείοντες. Η έφεση απορρίπτεται». Στην Μάριος Κυριακίδης και Αβρααμίδης v Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας, 1995, 2 ΑΑΔ, 75 γίνεται αναφορά στη Μηλιώτης και στην Ηλία με την παρατήρηση: « ότι μόνο θέματα που άπτονται της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εξετάζονται στα πλαίσια της συνταγματικότητας ή όχι αυτών". Αυτό δεν είναι το αντικείμενο της απόφασης που μνημονεύεται. Η αρχή, η οποία επαναβεβαιώθηκε στη Μηλιώτης, είναι ότι, στην ποινική δίκη, δεν αποτελεί επίδικο θέμα η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης που επιβάλλεται από διοικητική απόφαση, για την παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας διώκεται ο κατηγορούμενος. Η οριστικοποίηση της υποχρέωσης, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης. Η ύπαρξή της αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της κατηγορίας. Το άλλο είναι η παράλειψη εκπλήρωσής της. Η εγκυρότητα της υποχρέωσης δεν ελέγχεται από το ποινικό δικαστήριο. Το μόνο πλαίσιο, στο οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι εκείνο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος». Επίσης στην Γιαννάκης Ιωάννου και άλλοι v της Κυπριακής Δημοκρατίας, 1991, 2 ΑΑΔ, 493 αναφέρθηκε ότι : « Βάσει του Κυπριακού Συντάγματος η αρμοδιότητα για αναθεώρηση εκτελεστής πράξης, απόφασης ή παράλειψης, ανήκει αποκλειστικά στο Ανώτατο Δικαστήριο, όπως ορίζει το άρθρο 146.1. Δεν παρέχεται παράλληλη αρμοδιότητα για την αναθεώρηση της σε οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο, περιλαμβανομένου και του Ποινικού Δικαστηρίου. Η επενέργεια του άρθρου 146.1 στην απονομή της αστικής δικαιοσύνης, και κατ' αναλογία και της ποινικής δικαιοσύνης, και ο διαχωρισμός των αντίστοιχων τομέων δικαιοδοσιών, εξηγούνται σε έκταση στην Αγρόκτημα Λανίτη και 4 άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα και Άλλων (Πολιτική Έφεση Αρ. 7474 ημερ. 28.2.91) ότι η επίλυση οποιουδήποτε θέματος που αφορά τον προσδιορισμό υποχρέωσης για την καταβολή εισφορών ανήκει αποκλειστικά στην αρμόδια διοικητική Αρχή (το Διευθυντή, και σε περίπτωση ιεραρχικής προσφυγής στον Υπουργό), αποκλειομένου του Ποινικού Δικαστηρίου το οποίο δεσμεύεται από την απόφαση του Διευθυντή. Η διάκριση στην οποία προέβη ο νομοθέτης συνάδει με το διαχωρισμό τον οποίο θεμελιώνει το Σύνταγμα μεταξύ της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας και των άλλων δικαστικών δικαιοδοσιών». Ακόμη στην Άριστος Χριστοδούλου v Επάρχου Λεμεσού,
(2000)2 ΑΑΔ,128 αναφέρθηκε ότι:» στην απόφασή του, το πρωτόδικο Δικαστήριο πραγματεύεται το διαχωρισμό της Αναθεωρητικής και της Ποινικής Δικαιοδοσίας, σε σχέση με την επιβολή και την είσπραξη φόρων, παραπέμποντας σε δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου την Ιωάννου και άλλοι ν. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 493 και Ηλία ν. Συμβ. Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137. Οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο. Η δικαιοδοσία του ποινικού δικαστηρίου για αξιόποινες πραλείψεις καταβολής φορολογίας προϋποθέτει το ανέκκλητο της φορολογίας, με μόνο παρεπόμενο την είσπραξή της. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα η επιβληθείσα φορολογία, εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προϋπόθεση για το ανέκκλητο της υποχρέωσης καταβολής της φορολογίας αποτελεί η γνωστοποίησή της στο διοικούμενο ή, έστω, η λήψη γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του και η πάροδος, από την ημέρα εκείνη, του χρονικού διαστήματος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής (Άρθρο 146.3 του Συντάγματος). ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής οφειλόμενου φόρου που βεβαιώθηκε από τον Έφορο Φορολογίας. Σύμφωνα με το άρθρο 46
(11)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 ως αυτός έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι: «κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές». Συνάγεται από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αυτό δημιουργεί συνίστανται : (α) στην ύπαρξη υποκείμενου στο φόρο προσώπου, δηλαδή πρoσώπου το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο Φ.Π.Α. ή το οποίο απαιτείται να ήταν εγγεγραμμένο (βλ. άρθρο 6 του Νόμου) (β) στην έκδοση βεβαίωσης φόρου από τον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (γ) στη λήψη της ειδοποίησης για το ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε ως οφειλόμενο. (δ) στη μη πληρωμή του ποσού Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της ειδοποίησης. Με βάση την αποδεχθείσα από το Δικαστήριο μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη 1 είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του ΦΠΑ (τεκμήριο 1). Η βεβαίωση φόρου (τεκμήριο 4) εκδόθηκε από τον Έφορο Φορολογίας στις 11.4.16 και παραλήφθηκε από την κατηγορούμενη 1. Το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού (τεκμήριο 6) το οποίο εκδόθηκε από το Τμήμα Φορολογίας και δεν αμφισβητήθηκε αντίθετα έγινε παραδεκτό γεγονός έχει αποδειχθεί δηλαδή η ύπαρξη της οφειλής από την κατηγορούμενη 1 αλλά και η παράλειψη καταβολής των οφειλομένων ποσών εντός της τασσόμενης από τον Νόμο προθεσμίας (βλ. Λίνος Μελάς v Γενικού Εισαγγελέα πιο κάτω). Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 έγινε παραδεκτό γεγονός ότι αυτός είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 από τις 13/09/2004 μέχρι και σήμερα. Την ποινική ευθύνη του συμβούλου και διευθύνοντα αξιωματούχου ενός νομικού προσώπου διέπουν οι διατάξεις του άρθρου 48 του Ν. 95(Ι)/2000. Συγκεκριμένα το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου 'διευθύνων αξιωματούχος', σε σχέση με το νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Γενικός Εισαγγελέας v Σολομωνίδη, ποινική έφεση 323/15 ημερομηνίας 18.12.18 και στη βάση των αποφάσεων Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, Μελάς Λίνος κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, αλλά και από το λεκτικό του άρθρου 48
(1)ανέφερε ότι ο νομοθέτης ήθελε να αποδώσει κατ΄ αυστηρό τρόπο ευθύνη στους συμβούλους ή διευθύνοντες αξιωματούχους του νομικού προσώπου. Η απόλυτη ή η αυστηρή ευθύνη σύμφωνα και με τη Δημοκρατία ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298, αποτιμάται και από τη φύση της προς ερμηνεία νομοθεσίας, αλλά και το λεκτικό της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας. Επίσης ότι γι' αυτού του είδους τα αδικήματα δεν απαιτείται η απόδειξη ένοχης διάνοιας αναφορικά με τους αξιωματούχους της εταιρείας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου, Ποινική Έφεση αρ. 276/2015, ημερ. 12.4.2017, το Εφετείο επιβεβαίωσε, καθοδηγούμενο και από προηγούμενη νομολογία, ότι το λεκτικό του άρθρου 48 του Νόμου δημιουργεί αδίκημα αυστηρής ευθύνης στους διοικητικούς συμβούλους. Δεν υπάρχουν τυπικοί διοικητικοί σύμβουλοι ενός νομικού προσώπου. Από τη στιγμή που ένα άτομο διορίζεται διοικητικός σύμβουλος εταιρείας έχει όλες τις ευθύνες και υποχρεώσεις ενός διοικητικού συμβούλου όπως αυτές καθορίζονται από τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, τα τυχόν σχετικά και κατά περίπτωση υπό κρίση νομοθετήματα και τη νομολογία επί του θέματος. Οποτεδήποτε ένα νομικό πρόσωπο διαπράττει αδίκημα προνοούμενο από τον Νόμο, ποινικώς υπεύθυνοι είναι και οι διευθυντές του. Πρόκειται δηλαδή για απόλυτο αδίκημα και αποτελεί καταστρατήγηση του Νόμου η εξέταση από το Δικαστήριο ύπαρξης ή ανυπαρξίας ένοχης διάνοιας. Στην παρούσα ο 2ος κατηγορούμενος είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυτός ήταν και είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1, είχε ενεργό ανάμειξη και γνώση των δεδομένων της εταιρείας την οποία αντιπροσώπευε. Αυτός είναι προσωπικά ποινικά υπεύθυνος ως διευθυντής της για τις παραλείψεις πληρωμής των οφειλομένων ποσών απ΄αυτήν προς το Κράτος. Αυτό προκύπτει και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια 2 και
  1. Συνακόλουθα κρίνω ότι όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας έχουν αποδειχθεί εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
  2. ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Σύμφωνα με το άρθρο 46 (10 Α) του Νόμου , το οποίο εντοπίζεται στην νομική βάση της κατηγορίας 2, κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. Συνάγεται από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αυτό δημιουργεί συνίστανται : (α) στην ύπαρξη υποκείμενου στο φόρο προσώπου , δηλαδή πρόσωπο το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο του ΦΠΑ το οποίο απαιτείται να ήταν εγγεγραμμένο (βλ. άρθρο 6 του Νόμου) (β) στην παράλειψη ή άρνηση του πιο πάνω προσώπου να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου των οποίων την επιβολή ο ίδιος ο Νόμος ή οι Κανονισμοί που δυνάμει αυτού εκδίδονται, προβλέπουν. Να σημειώσω εδώ ότι οι πιο πάνω επιβαρύνσεις της 2ης κατηγορίας σε αντίθεση με την βεβαίωση του Εφόρου για ποσό Φ.Π.Α. €83.967,66 δεν αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη και αυτό γιατί οι εν λόγω επιβαρύνσεις προβλέπονται από τον Νόμο και τους Κανονισμούς και δεν συνιστούν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Εφόρου (βλ. Κληρίδης και Κυπριακή Δημοκρατία Αναθεωρητική έφεση 176/11 ημερομ. 6.12.17 με παραπομπή στις Χριστοφίδης Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 Α.Α.Δ. 772 και Καλαπαλίκκης κ.α. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 818). Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι ο πρόσθετος φόρος, τόκος και χρηματική επιβάρυνση συνολικού ύψους €19.725,35 δεν καταβλήθηκαν μέχρι σήμερα από την κατηγορούμενη 1 ως εμφαίνεται και στο Πιστοποιητικό τεκμήριο
  1. Αναφορικά με την ανάμειξη και τον ρόλο του κατηγορούμενου 2 ισχύουν όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω στην 1η κατηγορία. Ως ακολούθως κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τα συστατικά στοιχεία της 2ης κατηγορίας εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
  2. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 3 - 9 Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει και τις κατηγορίες 3 - 9 τις οποίες ως αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος 1 τις έχει παραδεχθεί. Αυτή δεν εκπροσωπήθηκε από κανένα πρόσωπο στην ακροαματική διαδικασία. Αυτές οι κατηγορίες αφορούν παραλείψεις καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης λόγω μη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης για καθορισμένη φορολογική περίοδο ήτοι από το 2012 - 2015 κατά παράβαση των άρθρων 46 (10 και 10Α) του Νόμου. Συνάγεται από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 10 που αυτό δημιουργεί συνίστανται : (α) στην ύπαρξη υποκείμενου στο φόρο προσώπου, δηλαδή πρόσωπο το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο του ΦΠΑ το οποίο απαιτείται να ήταν εγγεγραμμένο (βλ. άρθρο 6 του Νόμου) (β) στην παράλειψη του πιο πάνω προσώπου να υποβάλει φορολογική δήλωση (γ) για καθορισμένη χρονική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν οι Κανονισμοί (δ) παράλειψη πληρωμής των οφειλομένων ποσών από το πιο πάνω πρόσωπο λόγω της μη εμπρόθεσμης υποβολής της φορολογικής του δήλωσης. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ως πιο πάνω αναφέρθηκε αναφορικά με την εγγραφή της κατηγορούμενης 1 στο Μητρώο του ΦΠΑ. Όμως καμία άλλη μαρτυρία δεν παρουσίασε σε σχέση με την παράλειψη της να υποβάλει φορολογική δήλωση συγκεκριμένα για τις περιόδους μεταξύ των ετών 2012 -
  3. Ούτε και υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον μου που να αποδεικνύει ότι οφείλονται από την κατηγορούμενη 1 συγκεκριμένα τα ποσά των χρηματικών επιβαρύνσεων ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών 3 - 9 λόγω της μη εμπρόθεσμης υποβολής της φορολογικής της δήλωσης. Συνεπώς δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 3 - 9 εναντίον της κατηγορούμενης 1 και αυτές απορρίπτονται. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 και 2 εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και βρίσκονται ένοχοι σε αυτές. Η κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 3 - 9 οι οποίες απορρίπτονται. ............... [Υπ.] Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.