← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. DIMITROV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3224/21, 16/12/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. DIMITROV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3224/21, 16/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3224/21 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον 1.xxx DIMITROV 2.xxx ABDIEV ----------------------------------- Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν.Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο 1: κος Κ. Σιαηλής Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Μ. Σαββίδου Κατηγορούμενοι παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος δηλαδή της διάρρηξης κατοικίας (1η κατηγορία), της διάρρηξης κατοικίας ( 2η κατηγορία), της κλοπής από κατοικία ( 3η κατηγορία) και της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος για την κλοπή από κατοικία (6η κατηγορία). Επιπλέον ο μεν πρώτος αντιμετωπίζει το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας (4η κατηγορία) ο δε δεύτερος της κλεπταποδοχής (5η κατηγορία). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1 ζήτησε άδεια όπως αυτός παραδεκτεί την 4η κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας και δεν εισηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 74,

(1), β του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί ότι δεν αποδείκτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2, η οποία εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη της καθ' ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία αυτός αντιμετωπίζει, δηλαδή της 1ης - 3ης, 5ης κ 6ης κατηγορίας. Καταλήγοντας η κα Σαββίδου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί από αυτές τις κατηγορίες. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής (ΚΑ) είχε αντίθετη άποψη και ανέφερε ότι υπάρχει μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων κι αυτοί θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν 7 μάρτυρες, ήτοι ο Αστυφύλακας 2xx3 xxx Τρύφωνας ΜΚ1, ο Λοχίας 3xx4 xxx Σιμιλλίδης ΜΚ2, ο Αστυφύλακας 7x9 xxx Κωνσταντινίδης ΜΚ3, ο Αστυφύλακας 4xx5 xxx Πενταράς ΜΚ4, ο xxx Αραμπίδης ΜΚ5, ο Αστυφύλακας 3xx4 xxx Γερμανός ΜΚ6 και η xxx Ξενοφώντος ΜΚ7. Δεν θεωρώ αναγκαίο ή σκόπιμο να καταγράψω αυτολεξεί την μαρτυρία που δόθηκε ή/και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Όσα λέχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πλήρως καταγεγραμμένα στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου και έχουν μελετηθεί από το παρόν Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Οι αρχές του εκ πρώτης όψεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Νίκου Κλεάνθους κ.α. ( 1999, 2, ΑΑΔ, 320), αφού έγινε αναφορά στην σχετική αγγλική και κυπριακή νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε όσα τονίστηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου εναντίον Αστυνομίας (πιο κάτω). Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1962 1 All E.R. 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή Κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α. Δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β. Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτή. Η κλήση Κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΕΚΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Οι κατηγορούμενοι με βάση την έκθεση αδικήματος της 1ης κατηγορίας κατηγορούνται για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος δηλαδή του αδικήματος της διάρρηξης κατοικίας, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα μεταξύ των ημερομηνίων 19 μέχρι 28 Ιουνίου 2021. Οι κατηγορούμενοι με βάση την έκθεση αδικήματος της 6ης κατηγορίας κατηγορούνται για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος δηλαδή του αδικήματος της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα μεταξύ των ημερομηνίων 19 μέχρι 28 Ιουνίου 2021. Παρά την μη ύπαρξη εισήγησης εκ μέρους του κατηγορούμενου 1 για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 6 εντούτοις το Δικαστήριο θα εξετάσει το θέμα απόδειξης των συστατικών στοιχείων τους και για τους 2 κατηγορούμενους. Το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος βασίζεται στο άρθρο 371. Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold (ανωτέρω) σελ. 2035, παράγρ. 28-4.)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν συναντηθεί ποτέ, φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Ως αναφέρθηκε, στην παρούσα, η συνωμοσία αφορά τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας και της κλοπής από αυτήν. Από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την ΚΑ ειδικότερα από τους ΜΚ5 xxx Αραμπίδη παραπονούμενο και την xxx Ξενοφώντος ΜΚ7 καμία μαρτυρία δεν δόθηκε στο Δικαστήριο η οποία να αναφέρεται σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2 να διαπράξουν είτε το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας είτε της κλοπής από αυτήν. Ούτε και δόθηκε καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι αυτοί συμμετείχαν σε κάποιο κοινό σχεδιασμό γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim.L.R.495). Eπιπλέον δεν έχει επ΄ουδενί αποδειχθεί οποιαδήποτε συμφωνία των 2 κατηγορουμένων με την προσκόμιση μαρτυρίας η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της, είτε ότι αυτή τίθεται σε εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση των κατηγορουμένων 1 και 2 ή προώθηση υλοποίησης της παράνομης πράξης (η οποία πρόθεση αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος (Yip Chieu - Chung v The Queen
(1995)1 AC 111). Συνεπώς, θεωρώ ότι τόσο η 1η όσο και η 6η κατηγορία είναι έκθετες σε απόρριψη, καθ' ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία αυτών και αυτές απορρίπτονται και για τους 2 κατηγορούμενους. ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα. Κάποιος θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 291 του ίδιου Νόμου, ότι προβαίνει σε διάρρηξη κτιρίου όταν «διαρρήχνει οποιοδήποτε µέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει µε ξεκλείδωµα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή µε οποιοδήποτε άλλο µέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγµα προορισµένο για το κλείσιµο ή για την κάλυψη ανοίγµατος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγµα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα µέρος του κτιρίου σε άλλο». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 292(α) που πρέπει να αποδειχθούν στην παρούσα, ως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου και τις λεπτομέρειες της επίδικης κατηγορίας, είναι λοιπόν τα ακόλουθα: 1. Η διάρρηξη κτιρίου το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων. 2. Η είσοδος σε αυτό. 3. Τα πιο πάνω να γίνουν με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος στην κατοικία. Ο σκοπός διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος δεν είναι πάντοτε δεκτικός θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενος αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. και Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Εξετάζονται λοιπόν όλες οι περιστάσεις ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στο κατά πόσο στοιχειοθετείται ή όχι στον δέοντα βαθμό τέτοιος σκοπός. Η ΜΚ7 ενέπλεξε τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος εξερχόταν από την οικία του ΜΚ5 σε καμία περίπτωση όμως δεν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 διέρρηξε την οικία του ΜΚ5, την ευρισκομένη στην οδό Γ. Ρ. αρ.xx στην Έμπα, στην Πάφο. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κατατέθηκε καμία μαρτυρία η οποία να εμπλέκει τον κατηγορούμενο 2 στην διάπραξη του εν λόγω αδικήματος ήτοι ότι αυτός διέρρηξε, είτε ότι αυτός εισήλθε στην κατοικία του παραπονούμενου τον επίδικο χρόνο με σκοπό διάπραξης κλοπής. Η ΚΑ έχει παρουσιάσει μαρτυρία, ως ανέφερα πιο πάνω η οποία εμπλέκει τον κατηγορούμενο 1 για την διάρρηξη της οικίας του ΜΚ5, η οποία δόθηκε από τους ΜΚ4, 5 και
  1. Επίσης ενώπιον μου κατατέθηκε το τεκμήριο 15 ημερολόγιο ενεργείας το οποίο συμπλήρωσε ο ΜΚ4 κατά τις υποδείξεις σκηνών από αυτόν παραδεχόμενος την διάρρηξη από το σπίτι το οποίο έκλεψε, ως είπε. Μελετώντας το πιο πάνω τεκμήριο ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει τα εξής: «εδώ σε αυτό το κατάστημα ήρθαμε μαζί με τον xxx Abdiev να πουλήσει του A., την οθόνη του computer που είχε μαζί του, εμπλέκοντας τον κατηγορούμενο
  2. Δέον να αναφερθεί ότι το πρόσωπο αυτό ονόματι A. δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Επιπλέον αναφορικά με τις θέσεις του κατηγορούμενου 1 οι οποίες εμπλέκουν τον κατηγορούμενο 2 αυτές δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία για να αποδείξουν την ενοχή του. (σχετ. η Γεώργιος Νεάρχου εναντίον Αστυνομίας, 1996, 2, ΑΑΔ 38, Αντρέας Αριστοφάνους εναντίον Αστυνομίας, 2011, 2 ΑΑΔ, 450, Nasir Malik v Δημοκρατίας, 2006, 2 ΑΑΔ, 36). Συνεπώς κρίνω ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας η οποία απορρίπτεται αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, όχι όμως για τον 1ον. ΤΡΙΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλοπής από την κατοικία του ΜΚ5, ήτοι της περιουσίας η οποία αναφέρεται αναλυτικά στις λεπτομέρειες αυτής, συνολικής αξίας 29,841 ευρώ. Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα και αποτελεί κακούργημα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  2. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  3. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  4. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  5. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Περαιτέρω στην Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14 λέχθηκε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Το άρθρο 266 του Κεφ. 154 προνοεί τα εξής : « Αν διαπραχτεί κλοπή με οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιστάσεις δηλαδή: (α) ................................................................................... (β) αν το πράγμα κλαπεί σε κατοικία και η αξία του υπερβαίνει τις πέντε λίρες ή ο υπαίτιος κατά ή αμέσως πριν ή μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιεί βία ή απειλεί να χρησιμοποιήσει βία σε οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται στην κατοικία (γ).....(ζ)..... ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κατατέθηκε καμία μαρτυρία η οποία να εμπλέκει τον κατηγορούμενο 2 στην διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, ήτοι ότι τον επίδικο χρόνο ο ίδιος έκλεψε από την κατοικία του παραπονούμενου ΜΚ5, την περιουσία του ως αναφέρεται στην κατηγορία
  1. Θα συμφωνήσω με την υπεράσπιση στη θέση ότι και εάν ακόμα ευρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου 2 τα 6 αντικείμενα του ΜΚ5 αυτό δεν εξυπακούει ότι είναι ο κατηγορούμενος 2 που τα έκλεψε και δη από την κατοικία του ΜΚ
  2. Η μαρτυρία της ΜΚ5 ότι ένα βράδυ άκουσε θορύβους από την απέναντι οικία του ΜΚ5 ήταν αντιφατική σε σχέση με την γραπτή κατάθεση της, τεκμήριο Ζ΄ και στο τί κατέθεσε ενόρκως. Αυτή από μόνη της δεν οδηγεί σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ότι είναι ο κατηγορούμενος 2 που την διέρρηξε ή έκλεψε από αυτήν την περιουσία του ΜΚ5, τον οποίο βεβαίως δεν κατονόμασε. Καταλήγω λοιπόν ότι η κατηγορία 3 δεν έχει αποδειχτεί εναντίον του κατηγορούμενου 2 για τους πιο πάνω λόγους και απορρίπτεται, όχι όμως για τον 1ον. ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Το αδίκημα της κλεπταποδοχής εδράζεται στο άρθρο 306 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
  3. Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή κλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων. (β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων. Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
  4. Ο κατηγορούμενος να αποδέχεται ή να κατακρατεί περιουσία.
  5. Η περιουσία αυτή να κλάπηκε ή να αποκτήθηκε κάτω από περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα.
  6. Η γνώση του κατηγορουμένου ότι η περιουσία αυτή κλάπηκε ή ότι αποκτήθηκε υπό περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Η αποτυχία απόδειξης κλοπής της περιουσίας ή ότι αυτή αποκτήθηκε υπό περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα συνεπάγεται μοιραία αποτυχία απόδειξης κατηγορίας για κλεπταποδοχή. Η μαρτυρία για τα πιο πάνω δεν είναι απαραίτητο να είναι άμεση π.χ. από τον αυτουργό της κλοπής αλλά μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Οι περιστάσεις λοιπόν υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος πήρε την περιουσία μπορεί να είναι αρκετές να αποδείξουν ότι αυτή ήταν κλοπιμαία ή λήφθηκε υπό περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα αλλά και ότι κατά τον ίδιο χρόνο αυτός γνώριζε τα πιο πάνω (βλ. Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75 και Archbold 35th ed. par. 2089). Θα πρέπει δε να αποδειχθεί περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία ή λήφθηκε υπό περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Είναι αρκετό για τον σκοπό αυτό να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η περιουσία ενέπιπτε στην γενική κατηγορία περιουσίας που λήφθηκε υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι γνώριζε ότι λήφθηκε υπό περιστάσεις που νομικά συνιστούν το συγκεκριμένο κακούργημα ή πλημμέλημα με το οποίο λήφθηκε (βλ. Archbold 36th ed. par. 2089). Όσον αφορά το συστατικό στοιχείο της γνώσης αυτό μπορεί να αποδειχθεί άμεσα με την μαρτυρία του αυτουργού του αδικήματος με το οποίο λήφθηκε η περιουσία (π.χ. του κλέφτη), η οποία όμως μαρτυρία χρήζει ενίσχυσης. Εάν όμως δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία μπορεί, ως αναγόμενη αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου, να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν τη γνώση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Archbold 36th ed. par. 2097 και Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 258 τονίστηκε ότι ως θέμα αρχής η αγορά κλαπέντων εμπορευμάτων σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αξία τους μπορεί να ενισχύσει μαρτυρία για την ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους και παράλληλα να αποτελέσει αυτοτελή μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Η αποδεικτική της αξία συναρτάται άμεσα με το βαθμό και την έκταση που προδίδει γνώση για την προέλευση των αντικειμένων. Σε τέτοια περίπτωση η τεκμηρίωση της αξίας των κλαπέντων κατά τον κρίσιμο χρόνο είναι απαραίτητη ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να συναγάγει οποιαδήποτε συμπεράσματα συσχετίζοντας την αξία στην οποία αποκτήθηκαν με την αξία τους στην ελεύθερη αγορά. Στην ίδια υπόθεση αναφέρθηκε επίσης ότι η ηθελημένη απόκρυψη της φύλαξης της κλοπιμαίας περιουσίας τείνει να ενισχύσει την ύπαρξη γνώσης για την προέλευσης της. Επίσης η άρνηση του κατηγορούμενου ότι κατείχε τη συγκεκριμένη περιουσία μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι γνώριζε ότι αυτή είναι κλοπιμαία (βλ. Archbold 35th ed. par. 2097). Περαιτέρω και ψέμα του κατηγορούμενου αναφορικά με την κλοπιμαία περιουσία μπορεί επίσης να οδηγήσει στο ίδιο συμπέρασμα (βλ. Kyprianou ανωτέρω). Όπου η μόνη μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου είναι ότι κατείχε πρόσφατα κλαπείσα περιουσία, η γνώση του ότι αυτή ήταν κλοπιμαία μπορεί να συναχθεί εάν αυτός δεν προσφέρει καμία εξήγηση αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες την έχει αποκτήσει ή αν η εξήγηση που δίδει κριθεί ότι δεν είναι αληθινή (βλ. Archbold 35th ed. par. 2103, Ττοουλιάς και Kyprianou ανωτέρω). Αυτό όμως δεν καταδεικνύεται ως νομικό δόγμα αλλά ως ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία για να καταδειχθεί κατά πόσον στοιχειοθετείται το αδίκημα. Εάν η εξήγηση που δίδει ο κατηγορούμενος αφήνει αμφιβολίες ως προς τη γνώση του ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία τότε το αδίκημα δεν αποδεικνύεται (βλ. R. v. Garth
(1949)33 Cr. App. R. 100). Το τι συνιστά πρόσφατα κλαπείσα περιουσία εξαρτάται από τη φύση της περιουσίας και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Archbold 35th ed. par. 2103 και Kyprianou ανωτέρω). Η προαναφερόμενη γνώση του κατηγορούμενου θα πρέπει δε να υπάρχει κατά το χρόνο αποδοχής της περιουσίας (βλ. R. v. Johnson
(1911)6 Cr. App. R. 128). Έτσι στην Johnson κρίθηκε ότι η αθώα αποδοχή περιουσίας και η μεταγενέστερη δόλια ιδιοποίηση της, μετά από γνώση που απέκτησε ο κατηγορούμενος αργότερα ότι είναι κλοπιμαία, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της κλεπταποδοχής εκτός εάν κάτι λαμβάνει χώραν μετά την γνώση, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί είτε σαν μια νέα πράξη κλεπταποδοχής είτε ότι ολοκληρώνει την αρχική κλεπταποδοχή, η οποία ήταν στην πραγματικότητα μη ολοκληρωμένη προηγουμένως. Από την άλλη εάν παρά το ότι κατά τον χρόνο της αποδοχής της περιουσίας ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτή ήταν κλοπιμαία και η αποδοχή αυτή έγινε εντελώς αθώα όπως για παράδειγμα για να την παραδώσει αμέσως στην Αστυνομία, το γεγονός ότι αργότερα αυτός άλλαξε γνώμη και την ιδιοποιήθηκε δεν μετατρέπει την αποδοχή σε κλεπταποδοχή (βλ. R. v. Matthews
(1950)34 Cr. App. R. 55). Πρέπει λοιπόν να αποδειχθεί ότι η αποδοχή έγινε με εγκληματική πρόθεση. Το στοιχείο της γνώσης έχει απασχολήσει επί μακρόν την αγγλική νομολογία. Η αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις και συγγράμματα γίνεται γιατί το άρθρο 306 του Ποινικού μας Κώδικα, είναι παρόμοιο με το καταργηθέν άρθρο 33
(1)του αγγλικού Larceny Act 1916 με τη διαφορά ότι στο δικό μας άρθρο περιλαμβάνεται και η κατακράτηση της περιουσίας. Ως προς την απαιτούμενη ένοχη διάνοια η υπό αναφορά αγγλική διάταξη ταυτιζόταν με την δική μας αφού και εκεί χρησιμοποιείται η λέξη "knowing". Τέλος η λέξη «αποδέχεται» στην επίδικη διάταξη αποτελεί την μετάφραση στα ελληνικά της αγγλικής λέξης «receives» που συναντάται στο πρωτότυπο - αυθεντικό κείμενο του Ποινικού μας Κώδικα και υπήρχε και στην προαναφερόμενη αντίστοιχη αγγλική διάταξη. Η έννοια δε της αποδοχής περιλαμβάνει κάθε πράξη με την οποία η περιουσία έρχεται στην κατοχή του κατηγορούμενου, περιλαμβανομένης ασφαλώς και της αγοράς αυτής. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται και από την σχετική νομολογία (βλ. Ττοουλιάς ανωτέρω). Αναφορικά με την κατηγορία της κλεπταποδοχής δεν έχει παρουσιαστεί καμία μαρτυρία που να καταδεικνύει πότε και από ποιόν ο κατηγορούμενος 2 αποδέχθηκε την αναφερόμενη περιουσία στην 5η κατηγορία, με ποιό τρόπο και κάτω από ποιές συνθήκες. Ούτε και εάν γνώριζε ότι αυτή κλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από τις περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα. Αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτά τα απέκτησε σε πολύ χαμηλότερη τιμή από την πραγματική τους αξία, ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξάξει οποιαδήποτε συμπεράσματα συσχετίζοντας την αξία στην οποία αποκτήθηκαν με την αξία τους στην ελεύθερη αγορά. Το μόνο που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η μαρτυρία του ΜΚ5 παραπονούμενου όταν επισκέφθηκε την κατοικία του κατηγορούμενου 2 με την ΜΚ7 και στην παρουσία του κατηγορούμενου 2 ανευρέθηκαν 6 αντικείμενα δικά του, τα αναφερόμενα στο τεκμήριο Ε΄. Αλλά και πάλιν καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον μου πώς αυτή και κάτω από ποιές συνθήκες ευρέθηκε στην οικία του κατηγορούμενου 2. Δέον να αναφέρω ότι αναφορικά με την ανεύρεση αυτών των αντικειμένων δόθηκε αντιφατική μαρτυρία από τον ΜΚ5 καθ' ότι στην κατάθεση του τεκμήριο Ε' στην σελ.2 (18.11.21) ανέφερε ότι «τα βρήκε σε δύο διαφορετικά υπνοδωμάτια μέσα σε ερμάρια» ενώ όταν κατέθετε αντεξεταζόμενος από την κα Σαββίδου είπε « βρήκα τα πράγματα μου, πάνω στο κομοδίνο του το άρωμα, την ξυριστική μηχανή πάνω στο κομοδίνο και εκείνα τα πράγματα και το παπούτσι ήταν κάτω, έβγαινε από κάτω από το κρεβάτι και το μισό ήταν έξω..». Επίσης στην ερώτηση « ανοίγετε τζαι ερμάρια δηλαδή» απάντησε « όχι, ήταν όλα στην επιφάνεια τζιαμέ». Επίσης ο ΜΚ5 είπε ότι ο κατηγορούμενος 2 όταν αυτοί πήγαν εκεί και του είπαν τον λόγο της επίσκεψης τους αυτός τους άφησε να εισέλθουν και να ελέγξουν τους χώρους του. Συνεπώς θα συμφωνήσω με την κα Σαββίδου ότι αυτά δεν ήταν κρυμμένα από τον κατηγορούμενο 2 ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορούσε έστω και από αυτό να εξάξει οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με την γνώση του κατηγορούμενου 2 περί της προέλευσης αυτών των αντικειμένων. Για τα υπόλοιπα αντικείμενα τα αναφερόμενα στην κατηγορία 5 ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ενώπιον μου εναντίον του κατηγορούμενου 2 που να τον εμπλέκει με το αδίκημα της κλεπταποδοχής. Ως εκ των άνω θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλεπταποδοχής εναντίον του κατηγορούμενου 2 η οποία και απορρίπτεται. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του Κατηγορούμενου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Στο ποινικό μας σύστημα η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε, εκτός κι αν ο νόμος εναποθέτει σε αυτήν τέτοιο βάρος, πράγμα που εν προκειμένω δεν συμβαίνει. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου τον κατήγορο, κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοϊζου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Περαιτέρω, στην υπόθεση Munteanu v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 219/2011 ημερ. 1.7.13 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Στο σύστημα δικαίου που ακολουθείται στην Κύπρο, συχνά λησμονείται άμεσα ή έμμεσα, ότι η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε. Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να υπερπηδήσει πρώτιστα το μέτρο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και στη συνέχεια να αποκόψει και το νήμα της απόδειξης ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά την προσπάθεια της αυτή, η κατηγορούσα αρχή έχει να αντιμετωπίσει τη νόμιμη προσπάθεια της υπεράσπισης να δημιουργήσει εύλογες ρωγμές στο όλο οικοδόμημα της, ούτως ώστε το Δικαστήριο να παραμείνει στο τέλος της ημέρας με εκείνη την αμφιβολία που θα ήταν νομολογιακά λανθασμένο να καταδικάσει. Είναι απόλυτα θεμιτό για την υπεράσπιση να αφήνει τη δίκη να εξελίσσεται και να οικοδομεί επί των λαθών, ανακριβειών και κενών της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν οφείλει να ερωτήσει οτιδήποτε, ούτε να εξηγήσει οτιδήποτε.» Σε αντίθετη περίπτωση ουσιαστικά θα δινόταν η ευχέρεια στην ΚΑ να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της, κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας σύστημα. Με βάση την μαρτυρία ως έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου κρίνω ότι στοιχειοθετούνται οι κατηγορίες 2, 3 και 4 εναντίον του κατηγορούμενου 1 και καλείται σε απολογία σε αυτές ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η και στην 6η.. Ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες ήτοι στην 1η, 2η, 3η, 5η και 6η. ................. [Υπ.] Γ.Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.