ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΚΑΝΑΡΗ, Αρ. Υπόθεσης: 2797/18, 14/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2797/18 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον xxx ΚΑΝΑΡΗ ----------------------------------- Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν.Νεοκλέους Για τον Κατηγορούσα Αρχή: κα Παπαδημήτρη Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της Οδήγησης απερίσκεπτα και αμελώς (Κατηγορία 1), της Απειλής (Κατηγορία 2), και της Δημόσιας Εξύβρισης (Κατηγορία 3), κατά παράβαση του άρθρου 236(α), 91Α και 99 αντίστοιχα, του Ποινικού Κώδικα (Κεφάλαιο 154). Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής (ΚΑ εφεξής) κατέθεσαν στο Δικαστήριο 2 μάρτυρες, ήτοι ο Αστ. 3xx5 xxx Παναγιώτου και ο xxx Γεωργίου (ΜΚ2). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Μάρτυρας κατηγορίας 1 (ΜΚ1 εφεξής) ήταν ο Αστυφύλακας 3xx5 xxx Παναγιώτου του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Πάφου, εξεταστής της υπόθεσης, ο οποίος υιοθέτησε στο Δικαστήριο την κατάθεση του (τεκμήριο Α) στην οποία αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήρια 1, 2 αντίστοιχα). Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι εναντίον του παραπονούμενου της παρούσας υπόθεσης εκκρεμεί άλλη ποινική υπόθεση για κατηγορία πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης εναντίον του κατηγορούμενου αλλά και εναντίον άλλου προσώπου που επέβαινε του οχήματος του παραπονούμενου για κατηγορία κοινής επίθεσης. Ανέφερε ότι ο ίδιος έλαβε κατάθεση της xxx Νεοφύτου, τεκμήριο 4 η οποία ήταν συνοδηγός στο όχημα του κατηγορούμενου. Υποστήριξε ότι η συνοδηγός του παραπονούμενου ως και άλλο συγγενικό του πρόσωπο αρνήθηκε να δώσει κατάθεση και να υποστηρίξει τις θέσεις του. Επίσης είπε ότι ο παραπονούμενος δεν παρουσίασε ιατρικά πιστοποιητικά για την παρούσα υπόθεση σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο. Ακόμη ανάφερε ότι ο παραπονούμενος υπέβαλε παράπονο μετά που κλήθηκε να ανακριθεί για το παράπονο του Κατηγορούμενου εναντίον του και όχι προηγουμένως και είχε παραδεχτεί επίθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι δύο κοπέλες που επέβαιναν του οχήματος του κατηγορούμενου δεν επιθυμούσαν να δώσουν κατάθεση και δεν του ανέφεραν συγκεκριμένο λόγο περί τούτου. Μάρτυρας κατηγορίας 2 (ΜΚ2) ήταν ο xxx Γεωργίου ο οποίος υιοθέτησε στο Δικαστήριο την κατάθεση του ημερομηνίας 28 Δεκεμβρίου 2017, τεκμήριο Β. Σε αυτήν αναφέρεται για το επεισόδιο που συνέβηκε στις 24 Δεκεμβρίου 2017 γύρω στις 19:15 όπου αυτός ευρισκόταν συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε η γυναίκα του, μαζί με τον γαμπρό του Τ., την αδερφή του Α., και την κόρη του 3 ½ ετών και κατευθύνονταν προς την Γεροσκήπου. Σε κάποια στιγμή ένα αυτοκίνητο το οποίο τους ακολουθούσε από το κύρτωμα της Αχέλειας οδηγείτο πολύ κοντά τους, ανάβοντας τα φώτα του για να τους προσπεράσει. Αυτό πήγαινε είτε πολύ σιγά, είτε ανέπτυσσε ταχύτητα, είτε πήγαινε ζιγκ ζαγκ. Σε κάποια στιγμή αυτό σταμάτησε απότομα με αποτέλεσμα να σταματήσουν και χτύπησε η μικρή του κόρη το κεφάλι της στο κάθισμα του οδηγού. Συνέχισαν την πορεία τους ευρισκόμενοι πίσω του και αυτό στάθμευσε στα αριστερά του δρόμου χωρίς να δείξει την πρόθεση του, με τον δείκτη του οχήματος του. Αυτοί συνέχισαν την πορεία τους και ο οδηγός του άλλου οχήματος μπήκε με πολύ μεγάλη ταχύτητα ξανά από πίσω τους σε πολύ κοντινή απόσταση. Είπε στην γυναίκα του να σταματήσει, αυτός κατέβηκε κάτω, έγινε συνομιλία μεταξύ των δύο και ο ίδιος επιτέθηκε στον οδηγό του άλλου οχήματος με δυο - τρεις γροθιές στο πρόσωπο. Επίσης ανέφερε ότι επιτέθηκε του εν λόγω οδηγού επειδή σκέφτηκε ότι αυτός είχε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος της γυναίκας του. Ακόμη αναφέρει στην κατάθεση του ότι ο οδηγός τον εξύβρισε λέγοντάς του «γαμώ την ράτσα σου», όπου και να πας θα σε βρω. Ο ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος του είπε έχω τα νούμερα του αυτοκινήτου σου το εξέλαβε σαν απειλή και ότι ο κατηγορούμενος με τον τρόπο που οδηγούσε τον προκαλούσε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η απόσταση από την Αχέλεια μέχρι και το πρατήριο της Πετρολίνα είναι 7 χιλιόμετρα και από εκεί ο κατηγορούμενος μπήκε με το όχημα του από πίσω τους. Η γυναίκα του οδηγούσε το αυτοκίνητό και δεν του κόρναρε. Ανέφερε ότι δεν κατήγγειλε τον κατηγορούμενο γιατί ήθελε να κλείσει η κουβέντα. Επίσης ότι του τηλεφώνησε ο πατέρας του κατηγορουμένου, τον απειλούσε και του είπε να βρεθούν στην Πέτρα του Ρωμιού και ότι θα τον παίξει. Αυτό δεν το ανέφερε στην κατάθεση του. Αρχικά υποστήριξε ότι δεν πήγε στην Πέτρα του Ρωμιού. Σε ερώτηση της υπεράσπισης εάν φοβήθηκε όταν ο πατέρας του κατηγορουμένου τον απείλησε, η απάντηση του ήταν ότι το μόνο που φοβάται είναι τον Θεό που τον έπλασε. Στη συνέχεια είπε ότι πήγε στην Πέτρα του Ρωμιού και αυτοί δεν πήγαν. Ο ίδιος αποδέκτηκε ότι έκανε καταγγελία μετά που τον κατάγγειλε ο κατηγορούμενος. Ο μάρτυρας είπε ότι δεν έδωσε κανένας κατάθεση από τους επιβαίνοντες στο όχημα της γυναίκας του, δεν τους άφησε να μπερτέψουν για να το τραβήξει ο ίδιος. Επίσης είπε ότι η γυναίκα του δεν ήταν στη φάση του καφκά αλλά ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και δεν κατέβηκε από αυτό. Η υπεράσπιση αποδέχεται ότι ο κατηγορούμενος προσπέρασε τον ΜΚ2 και ότι ο τελευταίος του κόρναρε. Τη θέση αυτή δεν την αποδέχτηκε ο ΜΚ2, ούτε και ότι είναι αυτός που οδηγούσε και όχι η γυναίκα του. Επιπλέον στη θέση της υπεράσπισης ότι αυτός σταμάτησε απότομα φρενάροντας αναγκάζοντας τον κατηγορούμενο να σταματήσει γιατί ήταν πίσω του και πάλι αρνήθηκε λέγοντας «κύριε ελέησον». Ακόμη η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ο ΜΚ 2 οδηγούσε φρενάροντας επικίνδυνα, προσπέρασε αλόγιστα, κόρναρε προκλητικά και ενόχλησε τον κατηγορούμενο με την κοπέλα του και προκάλεσε αυτό το επεισόδιο αναγκάζοντάς τους να σταματήσουν. Αυτός δεν αποδέχτηκε την πιο πάνω θέση. Αποδέκτηκε όμως ότι επιτέθηκε στον κατηγορούμενο δίνοντάς του « δύο πουνιές», ως είπε. Σε ερώτηση της υπεράσπισης για τις σχέσεις που έχει με τον Τ. τον γαμπρό του ο οποίος επέβαινε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η γυναίκα του (σύμφωνα με τον ΜΚ2) η απάντηση του ήταν «δεν σε αφορά εσένα, εννά σου πω νάμπού κάμνω εγώ με την Α.»; Περαιτέρω του τέθηκε η θέση ότι η πρώην γυναίκα του και ο Τ. δεν έδωσαν κατάθεση στην αστυνομία γιατί δεν δέχτηκαν να καταθέσουν και να ψευδομαρτυρήσουν, γιατί απλούστατα το επεισόδιο το προκάλεσε αυτός, θέση την οποία δεν αποδέκτηκε. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η συνήγορος του κατηγορούμενου δεν εισηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Στη συνέχεια κρίθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αυτός αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Αυτός δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε μάρτυρα υπερασπίσεως. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, τεκμήριο Γ, στην οποία δηλώνει ότι είναι αθώος, δεν διέπραξε τα αδικήματα, αντίθετα ο ΜΚ2 τον ξυλοφόρτωσε χωρίς κανένα λόγο και τον τραυμάτισε με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο. Στο τεκμήριο Γ' υιοθέτησε την κατάθεση του (τεκμήριο 3). Στις 24.12.17 λήφθηκε από τον κατηγορούμενο ανοικτή κατάθεση, τεκμήριο 3, στην οποία ανέφερε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητό του στις 24 Δεκεμβρίου 2017 και σε κάποια στιγμή προσπέρασε το όχημα του ΜΚ2 ο οποίος το οδηγούσε και του κόρναρε. Ο ΜΚ2 οδηγούσε επικίνδυνα ευρισκόμενος από πίσω του. Στη συνέχεια στο πρατήριο βενζίνης Πέτρολίνα στάθμευσε στην άκρη του δρόμου και του έκανε τόπο να περάσει. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ενώ ήταν πίσω του ο ΜΚ2 σταμάτησε απότομα το αυτοκίνητο του στη μέση του δρόμου και αναγκαστικά σταμάτησε κι αυτός, ο ΜΚ2 κατέβηκε κάτω και όπως ήταν ανοιχτό το παράθυρο του οχήματος του κατηγορουμένου άρχισε να τον χτυπάει με γροθιές στο πρόσωπο. Από το όχημα του κατηγορούμενου κατέβηκε και κάποιο άλλο πρόσωπο ο οποίος ήρθε τον έπιασε και τον έριξε κάτω. Επίσης μέσα στο αυτοκίνητο του άλλου οδηγού υπήρχαν και δύο γυναίκες. Όταν έφυγαν, αυτός πήγε στην αστυνομία και κατήγγειλε την υπόθεση. Την επίδικη ημέρα μέσα στο αυτοκίνητο ήταν με τη φίλη του xxx Νεοφύτου. Όταν ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία τόσο ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και η συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφεραν στο Δικαστήριο τις τελικές τους εισηγήσεις και θέσεις. Αυτές έχουν δεόντως μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν θεωρείται απαραίτητο να παρατεθούν εδώ αυτούσιες, μόνο εκεί όπου είναι αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους ΜΚ 1 και 2 που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992), 1 Α.Α.Δ. 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165. Επίσης, η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εμφάνιση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στην βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της. (βλ. Γεώργιος και Σπύρος Τσιαππής v. Πολυβίου
(2009), 1 Α.Α.Δ. 339. Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008), 2 Α.Α.Δ. 256: «Όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με την βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στην βάση τη μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (Hasan v Ανδρέου, πολιτική έφεση 2/11, ημερ.2.12.15). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, (Βασιλειάδης v Σπύρου Λτδ, πολιτική έφεση 123/09, ημερ.14.10.15). Ο ΜΚ1 ήταν ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης και η μαρτυρία του ήταν τυπική αναφορικά με την λήψη του παραπόνου και την πρόοδο των ανακρίσεων. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Η δε συνήγορος του κατηγορούμενου στην τελική της αγόρευση δεν εισηγήθηκε αναξιοπιστία του, αντίθετα είπε ότι αυτός έδωσε χρήσιμες πληροφορίες αναφορικά με την ύπαρξη υπόθεσης εναντίον του ΜΚ2 για αδίκημα επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης εναντίον του κατηγορούμενου και την ύπαρξη ιατρικού πιστοποιητικού για τα τραύματα του κατηγορούμενου στην άλλη υπόθεση. Να υπομνήσω ότι ο ΜΚ1 είπε στο Δικαστήριο ότι η συνοδηγός του ΜΚ2 και το συγγενικό του πρόσωπο αρνήθηκαν να δώσουν κατάθεση για να υποστηρίξουν την θέση του και ότι το άλλο πρόσωπο που ήταν μαζί τους κατηγορήθηκε για κοινή επίθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Επίσης ο ΜΚ2 δεν παρουσίασε ιατρικά πιστοποιητικά και υπέβαλε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου μετά που κλήθηκε να ανακριθεί για το παράπονο του κατηγορούμενου εναντίον του. Ο ΜΚ1 ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του στα πλαίσια διερεύνησης τόσο της παρούσας υπόθεσης όσο και της άλλης εναντίον του ΜΚ2, ως εκ τούτου η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη και αληθής στο σύνολο της. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον ΜΚ2 ο οποίος μου έκανε πολύ αρνητική εντύπωση και η παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν αξιοθρήνητη καθ΄ότι αυτός ήταν ερειστικός, επιθετικός και είρωνας σε αρκετές περιπτώσεις. Είμαι πεπεισμένη ότι απέκρυψε και παραποίησε την αλήθεια καταθέτοντας σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα τα οποία συνέβηκαν στις 24.12.
- Το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί από τις απαντήσεις και τις θέσεις του ΜΚ2 και δη ότι αυτός κατέθεσε την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα και θα επεξηγήσω πιο κάτω. Το σημαντικότερο θέμα στην παρούσα ήταν η μη παρουσίαση του ΜΚ2 άμεσα στην αστυνομία για να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για όσα του καταλόγισε σε μεταγενέστερο στάδιο, ως ήταν και η θέση του ΜΚ1 εξεταστή της υπόθεσης και αφού ήδη ο κατηγορούμενος από την ίδια ημέρα προσήλθε στην αστυνομία και τον κατάγγειλε. Σε ερώτηση της υπεράσπισης γιατί δεν πήγε να καταγγείλει στην αστυνομία το επεισόδιο η απάντηση του ήταν ότι δεν το κατήγγειλε γιατί δεν ήθελε να προχωρήσει το θέμα παραπάνω. Σε ερώτηση ότι έπρεπε να καταγγείλει τον κατηγορούμενο γιατί τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει η απάντηση του ήταν όποιος απειλά σκοτώνει; Επίσης ο ίδιος είπε ότι η κόρη του χτύπησε στο κάθισμα του αυτοκινήτου από την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου αλλά δεν την πήρε στο γιατρό και ο λόγος είναι ότι δεν ήθελε η γυναίκα του. Οι θέσεις και οι δικαιολογίες του ΜΚ2 καθόλου δεν με έπεισαν αναφορικά με την μη καταγγελία του επεισοδείου στην αστυνομία αφ΄ης στιγμής ο ίδιος επικαλείται δε ότι η μικρή του κόρη κτύπησε από την κατ΄ισχυρισμό επικίνδυνη οδήγηση του κατηγορούμενου. Ούτε βεβαίως ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου, του τηλεφώνησε και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει και αυτός και πάλιν δεν προσέτρεξε στην Αστυνομία αλλά αυτό που έκανε σύμφωνα με τον ίδιο ήταν να περάσει από την Πέτρα του Ρωμιού. Αυτή η συμπεριφορά μόνο ερωτήματα δημιουργεί ως προς τους ισχυρισμούς του περί πρόκλησης του εν λόγω επεισοδείου από τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ2 δεν ανέφερε το κατ΄ισχυρισμό πιο πάνω τηλεφώνημα στην κατάθεση του στην αστυνομία. Παρ' όλα αυτά και ενώ ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι του προκλήθηκε φόβος από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου και ότι ο τελευταίος είχε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος της γυναίκας του στη συνέχεια μεταβαίνει μόνος του στην Πέτρα του Ρωμιού για να τους συναντήσει. Εάν συνέβαιναν όλα αυτά ο ΜΚ2 θα μετέβαινε απ΄ευθείας στην αστυνομία και να προβεί άμεσα σε καταγγελία εναντίον του και όχι να μην επιτρέψει στην γυναίκα του, την αδελφή του και τον γαμπρό του τον Τ. να πράξουν έτσι. Απλούστατα ο λόγος ήταν γιατί ο ίδιος έχει προκαλέσει το εν λόγω συμβάν και αυτός είναι που επιτέθηκε του κατηγορούμενου. Το ίδιο βεβαίως θα έκαναν και οι άλλοι επιβαίνοντες και δεν ευσταθεί στην λογική η δικαιολογία ότι ο ΜΚ2 είτε θα το έπαιρνε πάνω του, είτε γιατί δεν ήθελε την γυναίκα του να έρχεται στα Δικαστήρια, αλλά απλούστατα τόσο ο παραπονούμενος είχε ιδιαίτερη εμπλοκή και σχέση με τα διαδραματισθέντα αλλά και ο Τ. ο οποίος κατηγορήθηκε από την αστυνομία για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, ως και ο ΜΚ1 κατέθεσε ειλικρινώς στο Δικαστήριο. Στην θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος τους προσπέρασε στον κυκλικό κόμβο της Κολώνης, αυτός είπε ότι δεν τους προσπέρασε αλλά ότι αυτός ήταν μπροστά εννοώντας τον εαυτό του. Αυτό που ανέφερε είναι σε αντίθεση με την κατάθεση του (τεκμήριο Β) στην οποία λέει στην σελίδα 2 « ακολούθως δηλαδή εκεί στην Κολώνη αφού πιάσαμε πάντα, μας προσπέρασε και στη συνέχεια συνεχίσαμε και εμείς την πορεία μας δηλαδή βρισκόμασταν πίσω από το όχημα αυτό. Ο ΜΚ2 σε αρκετές περιπτώσεις δεν απαντούσε στις ερωτήσεις της υπεράσπισης. Για παράδειγμα σε ερώτηση της κας Παπαδημήτρη «τί σε πείραζε, να δώσει κατάθεση η γυναίκα σου και να πει ότι ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και δεν είδε αν τζείνο ήταν αλήθεια» αυτός απάντησε : « η κοπέλα του, γιατί δεν έδωσε κατάθεση και να πει ήμασταν τόσοι. Περαιτέρω ενώ ο ίδιος επανειλημμένα υποστήριζε ότι δεν ήταν αυτός ο οδηγός αλλά η γυναίκα του, στην ερώτηση της κας Παπαδημήτρη «τζαι ο Χ. προσπαθούσε να σας αποφύγει, εν είσιε κάτι μαζί σας, ούτε ήθελε καβγάδες, προσπαθούσε να σας αποφύγει τζαι σταμάτησες εσύ απότομα το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου», αυτός απάντησε λέγοντας « στην μέση του δρόμου σταμάτησα το αυτοκίνητο όταν εγίνηκε η κουβέντα η δική μας, με την προϋπόθεση πριν την μαρτυρία μου, οϊ τούτο που ανέφερε». Αυτές είναι ενδεικτικές και όχι εξαντλητικές οι αντιφατικές και οι ψευδείς θέσεις του ΜΚ2 τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν αποδέχομαι. Περαιτέρω δεν αποδέχομαι την θέση της ΚΑ ότι στο όχημα του κατηγορούμενου ευρίσκονταν δύο οικογενειάρχες, με τις γυναίκες τους και ένα ανήλικο παιδί και συνεπώς δεν θα δημιουργούσαν αυτοί το επεισόδειο αυτό δεν εμπόδισε τον κατηγορούμενο από του να κατέβει από το όχημα του και να επιτεθεί στον κατηγορούμενο ως και ο ίδιος παραδέκτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης ότι αυτός ήταν μαζί με άλλο άνδρα ήταν ένας λόγος παραπάνω αυτοί να προκάλεσαν το επεισόδειο παρά ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν μόνος του και συνοδευόταν από μία φίλη του. Συνεπώς δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ2 την οποία απορρίπτω ως παντελώς αναξιόπιστη, ελλιπή, και δεν της αποδίδω καμία βαρύτητα πέραν του γεγονότος ότι αυτός οδηγούσε όχημα και συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στον δρόμο από Αχέλεια προς Γεροσκήπου ο οποίος τον προσπέρασε. Όταν και τα δύο οχήματα σταμάτησαν, αυτός κατέβηκε κάτω και επιτέθηκε του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει και να καταχωρηθεί υπόθεση εναντίον του. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Η επιλογή του αυτή ήταν απόλυτο νομικό του δικαίωμα. Η φυσική αποδεικτική αξία δηλώσεων αυτής της μορφής έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ότι προκύπτει από το σύνολο της νομολογίας είναι ότι η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν αλλά μπορεί να βοηθήσει στην θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση του τεκμήριο Γ' δηλώνει ότι είναι αθώος, δεν διέπραξε τα αδικήματα, αντίθετα ο ΜΚ2 τον ξυλοφόρτωσε χωρίς κανένα λόγο και τον τραυμάτισε με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο. Στο τεκμήριο Γ' υιοθέτησε την κατάθεση του. Συνεπώς αναφορικά με την ανώμοτη του δήλωση δεν παραμερίζω την αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον πάρα αποδεικτική και την αντικρύζω σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. (Σχετική η Ιωάννου και άλλοι εναντίον Δημοκρατίας, 2001, 2 ΑΑΔ 195, Γ. Γεωργίου εναντίον Αστυνομίας Ποινική έφεση 7655 ημερομηνίας 28 Σεπτεμβρίου 2005). Στο Δικαστήριο κατατέθηκε η κατάθεση της xxx Νεοφύτου (τεκμήριο Β΄) συνοδηγού στο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα. Το πρόσωπο αυτό δεν κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο ούτε από την Κατηγορούσα Αρχή ούτε και από την Υπεράσπιση συνεπώς δεν είμαι διατεθειμένη να στηρικτώ στη κατάθεση της και μόνο, χωρίς αυτή να παρουσιαστεί και να καταθέσει ενόρκως για τα πραγματικά γεγονότα και να υποβληθεί σε αντεξέταση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 1η κατηγορία το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων κατά παράβαση των άρθρων 236(α) του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 236(α) του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο- α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση ή....................................... είναι ένοχος πληµµελήµατος. Στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 98, το Ανώτατο Δικαστήριο αντλώντας καθοδήγηση από αποφάσεις σε άλλες σχετικές ποινικές υποθέσεις (άρθρα 205 και 210 του Ποινικού Κώδικα), κατέληξε ότι οι αρχές, οι οποίες είχαν διατυπωθεί στις εν λόγω υποθέσεις πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις ποινικές υποθέσεις στις οποίες η αμέλεια αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Οι αρχές δε αυτές ως συνάγονται από την πιο πάνω απόφαση συνοψίζονται στα εξής: · Για να θεμελιωθεί ποινική ευθύνη τα γεγονότα πρέπει να είναι τέτοια που να καταδεικνύουν ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου προχώρησε πέρα από το απλό θέμα αποζημίωσης και αποτελούσε τέτοια περιφρόνηση για τη ζωή και ασφάλεια των άλλων έτσι που να ισοδυναμεί με έγκλημα κατά της Πολιτείας και συμπεριφορά που αξίζει να τιμωρηθεί (γίνεται παραπομπή στις Andrews v. Director of Public Prosecutions [1937] A.C. 576 και R. v. Bateman [1925] L.J. K.B. 791). Με άλλα λόγια πέραν από τα στοιχεία εκείνα που είναι απαραίτητα για να αποδειχθεί αστική αμέλεια πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η αμέλεια ισοδυναμούσε με έγκλημα. · Στην ποινική δίκη, σε αντίθεση με την αστική, η έκταση και ο βαθμός της αμέλειας είναι οι καθοριστικοί παράγοντες εφόσον πρέπει να υπάρχει mens rea. Δηλ. απλή έλλειψη επιμέλειας, η οποία ισοδυναμεί με αστική ευθύνη δεν είναι αρκετή. Για τους σκοπούς του ποινικού δικαίου υπάρχουν βαθμοί αμέλειας και είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται ψηλός βαθμός αμέλειας προτού αποδειχθεί το έγκλημα. · Η μαρτυρία που δίνεται πάνω στο θέμα της αμέλειας είναι σχεδόν αποκλειστικά μαρτυρία για το τί έκαμε ή παρέλειψε να κάνει ο κατηγορούμενος. Μετά από αυτό εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο η συμπεριφορά του αποκάλυπτε έλλειψη της δέουσας προσοχής. · Η εκπλήρωση του καθήκοντος για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων. (Για τα πιο πάνω βλ. Mcleod v. Police
(1973)2 C.L.R. 63, Andrews v. Director of Public Prosecutions [1937] A.C. 576, R. v. Bateman [1925] L.J. K.B. 791, Glanville Williams, Textbook of Criminal Law, σελ. 44, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 30 και Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160) Ειδικότερα σε σχέση με το άρθρο 236 καθοδηγητική είναι η υπόθεση Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69, στην οποία γίνεται αναφορά και ταξινόμηση των αδικημάτων που έχουν ως συστατικό στοιχείο την αμέλεια, αρχίζοντας από το αδίκημα της ανθρωποκτονίας του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο απαιτεί τον μεγαλύτερο βαθμό αμέλειας ήτοι υπαίτια αμέλεια (culpable negligence) και καταλήγει στην αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72 και στην αστική αμέλεια που είναι ο χαμηλότερος βαθμός αμέλειας. Σε σχέση λοιπόν με το άρθρο 236, στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι παρά το ότι αυτό ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" και τον πλαγιότιτλο "Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις", εν τούτοις από το περιεχόμενό του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οποιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο (βλ. και Gavalas v. The Police
(1985)2 C.L.R. 114). Συνεπώς εκ της διατυπώσεως του αποκλείει την υπαίτιο αμέλεια. Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του Νόμου 86/72. Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas ανωτέρω). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Ενόψει του ότι ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας του άρθρου 236 ήταν ο ίδιος με αυτόν του 210, πριν την τροποποίηση του, καθοδηγητική είναι η νομολογία που ερμηνεύει το άρθρο 210 (πάντα πριν την τροποποίηση). Στην υπόθεση Gavalas αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να παραμείνουμε στην αναζήτηση ψηλού βαθμού αμέλειας ως αναγκαίου συστατικού στοιχείου του αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση το θέμα κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, (βλ. Kannas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29 και Mylordis v. The Police
(1981)2 C.L.R. 219) αλλά ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι πάντα ψηλός (βλ. Stylianou v. The Police
(1981)2 C.L.R. 245. Έχει νομολογηθεί ότι είναι αρκετό να αποδειχθεί συμπεριφορά που έθεσε σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη. Στην 2η κατηγορία το αδίκημα της Απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα.......». Δηλαδή απαιτείται η απόδειξη: Απειλής από τον κατηγορούμενο, με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη. Η οποία να προκάλεσε τρόμο ή ανησυχία σε άλλο πρόσωπο. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Πιο κάτω παραθέτω νομολογία που παρόλο ότι αναφέρεται στο αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας εντούτοις οι νομικές αρχές είναι κοινές με το αδίκημα της απειλής και ως εκ τούτου εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16, η οποία αφορούσε επαναλαμβάνω συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε σχετικά ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Ως φαίνεται δε από την πιο πάνω υπόθεση το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, λέχθηκε ότι πέραν από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούντο αδίκηματης απειλής βιαιοπραγίας (βλ. Kallenos v. The Police 1969) 2 C.L.R 210 και Ποιν. Έφ. 41/2014, Καράπασιη v Αστυνομίας, ημερ.24/01/
- Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 3η κατηγορία το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση......». Τα συστατικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον,
- Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση,
- Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός δίδεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154 και ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 και Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάση του άρθρου 4 του Public Order Act 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού μας Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης «insulting» (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. Αναφέρθηκε δε σχετικά ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει. Το κριτήριο για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 κρίθηκε ως ορθή η πρωτόδικη απόφαση ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε είναι υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Στην ίδια απόφαση έγινε αναφορά στην Brutus ανωτέρω και επισημάνθηκε ότι από το λεκτικό του Lord Reid ήτοι "... an ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears one" και πιο συγκεκριμένα από την φράση "sees one" εισάγεται παράλληλα με την εξύβριση δια λόγων και η εξύβριση με χειρονομίες. Επιπρόσθετα στην Αχιλλέως κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Ως προς το σημείο δε αυτό στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι από το σύνολο των περιστάσεων ήταν βέβαιο ότι ο παραπονούμενος δε θεώρησε αθώα την επίμαχη έκφραση ούτε ασφαλώς την εξέλαβε ως εκδήλωση ευγένειας, διότι, αν μη τι άλλο, υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υϊοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας εναντίον Σπύρος Σπύρου
(2002)2, Α.Α.Δ. 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοίζου εναντίον Αστυνομίας 1989
(2)Α.Α.ΑΔ 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης εναντίον Αστυνομίας 1991
(2)Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής. (Φλουρής εναντίον Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στην Δημητρίου εναντίον Δημοκρατίας 2001, 2ΑΑΔ, σελ.8 αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξάγει συμπεράσματα μόνο στηριζόμενο σε αξιόπιστη μαρτυρία. Από τη στιγμή που η μαρτυρία του ΜΚ2 κρίθηκε ότι δεν είχε την απαιτούμενη πειστικότητα, αλλά αυτή κρίθηκε αναξιόπιστη και αναληθής, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, κλονίστηκε το βάθρο επί του οποίου εδράζεται ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα τα οποία του καταλογίζονται. Το βάρος ενοχής του κατηγορουμένου δεν βρίσκεται στους ώμους της Υπεράσπισης αλλά της Κατηγορούσας Αρχής και στην παρούσα αυτή δεν μπόρεσε να το αποσείσει. (Βλ.Κορέλλη εναντίον Δημοκρατίας, 2000, 2 ΑΑΔ, 12). Λαμβάνοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι βέβαιο ότι στις 24 Δεκεμβρίου 2017 και περί ώρα 19:15 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής Mxxx58 με την φίλη του xxx Νεοφύτου και κατευθύνονταν προς την Γεροσκήπου. Κατά τον ίδιο χρόνο ο ΜΚ2 οδηγούσε το όχημα Kxxx
- Ο κατηγορούμενος τον προσπέρασε και ο ΜΚ2 του κόρναρε. Σε κάποια στιγμή αφού διένυσαν κάποια απόσταση ο κατηγορούμενος σταμάτησε και ο ΜΚ2 κατέβηκε από το όχημα του στο οποίο επέβαιναν ακόμα τρία άτομα δηλαδή η σύζυγός του, η αδερφή του και ο Τ. ο γαμπρός του. Αυτός πλησίασε το όχημα του κατηγορούμενου και του επιτέθηκε με γροθιές. Ο κατηγορούμενος μετά από αυτό το συμβάν, το ίδιο βράδυ μετέβηκε στην Αστυνομία για καταγγελία και εκεί ο Αστ. 3xx6 του έλαβε ανοικτή κατάθεση, τεκμήριο 3 ως επίσης ο ΜΚ1 έλαβε κατάθεση της φίλης του xxx Νεοφύτου, τεκμήριο
- Ακόμη ο ίδιος τραυματίστηκε από το επεισόδειο με τον ΜΚ2 και ετοιμάστηκε γι' αυτόν ιατρικό πιστοποιητικό. Στις 28 Δεκεμβρίου 2017 ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση του ΜΚ2 ο οποίος δεν επισκέφτηκε την αστυνομία την ημέρα του επεισοδείου ήτοι στις 24.12.2017 για να καταγγείλει οτιδήποτε ως παραπονούμενος. Στις 19 Ιουνίου 2018 ο Αστυφύλακας 3xx5 ΜΚ1 του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Πάφου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, τεκμήριο 1 και τον κατηγόρησε γραπτώς, τεκμήριο
- Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται σε καμία περίπτωση την αναληθή και ψευδή μαρτυρία του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με τον τρόπο που ανέφερε, ή ότι τον απείλησε ή ότι τον εξύβρισε, ούτως ώστε να μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα της απόδειξης των πιο πάνω αναφερθέντων συστατικών στοιχείων των 3 αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει. Ως εκ των άνω θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε τις 3 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στις οποίες αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. [Υπ.] ........................................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο