Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2054/17, 12/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ.Ιωαννίδου - Παπά, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2054/17 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και
- ΧΧΧ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
- ΧΧΧ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ημερομηνία: 12 Oκτωβρίου 2021 Για την κατηγορούσα αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κος Θ. Αθανασίου Κατηγορούμενοι παρόντες ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι έχουν κριθεί ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής ο μεν 1ος στις κατηγορίες της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία), της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) ( 2η κατηγορία) και της άρνησης να παράσχει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 (6η κατηγορία), ο δε 2ος στις κατηγορίες της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ( 7η κατηγορία), της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) (8η κατηγορία), της μέθης, κατά παράβαση του άρθρου 94 και της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91(Α) του ίδιου Νόμου (14η κατηγορία). Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής: Στις 4.2.17 και περί ώρα 02.40 ο μάρτυρας 1 ενώ οδηγούσε στην Πχχο, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ανέκοψε για έλεγχο το όχημα του κατηγορούμενου 1 καθ΄ ότι θεωρήθηκε ύποπτο γιατί την συγκεκριμένη ημέρα συνελήφθηκαν πολλοί λαθρομετανάστες. Σε αυτό επέβαινε και ο κατηγορούμενος
- Όταν ο ΜΚ 1 τους κάλεσε να κατεβούν από το όχημα διαπίστωσε την κατανάλωση αλκοόλ από τον κατηγορούμενο
- Ζητήθηκε από αυτόν να υποβληθεί σε τελικό έλεγχο αλκοόλης και αυτός αρνήθηκε. Όταν στη συνέχεια προσήλθαν μέλη του ΟΠΕ Πχχυ και οι κατηγορούμενοι πληροφορήθηκαν ότι θα συλληφθούν αντέδρασαν και επιτέθηκαν με γροθιά στο κεφάλι του ΜΚ2 με αποτέλεσμα να τραυματισθεί με εκδορές και μώλωπες. Επίσης ο κατηγορούμενος 2 απείλησε τον ΜΚ3 με την φράση: « εννά σε σάσω καλά ρε Κχχχο, εγώ σε μιάληνα». Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι ανακόπηκαν για έλεγχο διακρίβωσης διακίνησης λαθρομεταναστών. Όταν διαπιστώθηκε από τους αστυνομικούς ότι δεν υπήρχαν άλλα άτομα εντός του οχήματος τους, τους ζήτησαν όπως μεταφερθούν στον Αστυνομικό σταθμό για περαιτέρω έλεγχο και κάτω από συναισθηματική φόρτιση διέπραξαν τα αδικήματα. Ο κος Αθανασίου ανέφερε στο Δικαστήριο τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των κατηγορουμένων. Ειδικότερα για τον 1ο κατηγορούμενο είπε ότι ηλικίας 35 ετών, εργάζεται ως ναυαγοσώστης για 7½ μήνες ετησίως και τους υπόλοιπους μήνες εργοδοτείται από την εταιρεία AχχχS BχχχN ως επαγγελματίας οδηγός. Παρουσίασε σχετικές βεβαιώσεις προς τούτο (τεκμήρια Α και Β). Ακόμη ανέφερε ότι είναι αρραβωνιασμένος και θα αποκτήσει το πρώτο του παιδί. Αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα (τεκμήριο Γ). Ο δε 2ος κατηγορούμενος είναι ηλικίας 42 ετών, ναυαγοσώστης για 7½ μήνες ετησίως (τεκμήριο Δ σχετικό). Αυτός αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, είναι αρραβωνιασμένος και προσπαθούν με την αρραβωνιαστικιά του να τεκνοποιήσουν. Παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου τα τεκμήρια Ε και Ε1 για τα 2 δάνεια που έχει. Επιπρόσθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εξέφρασε την απολογία των κατηγορουμένων προς το Δικαστήριο, προς την αστυνομία και την κοινωνία γενικότερα αλλά και προς τους παραπονούμενους Αστυφύλακες. Επικαλέστηκε ότι αυτό που συνέβηκε ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό χωρίς να το προσχεδιάσουν και αρχικά οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν ένα βαρύ κατηγορητήριο ενώ τώρα αντιμετωπίζουν λιγότερες κατηγορίες αφού οι λοιπές διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Ακόμη ότι ο 2ος κατηγορούμενος ευρισκόταν υπό την επήρρεια οινοπνεύματος κατά την διάπραξη των αδικημάτων. Οι κατηγορούμενοι πρόσθεσε είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ένα άλλο παράγοντα που επεσήμανε είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνάρτηση με την αλλαγή στις προσωπικές τους συνθήκες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται κατ' αρχήν από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Συγκεκριμένα για το αδίκημα της κατηγορίας 1, της 7 και της 14 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 χρόνων, για το αδίκημα της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 8 ποινή φυλάκισης 2 ετών, της κατηγορίας 6 σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε όλες τις πιο πάνω ποινές και της κατηγορίας 13 σε φυλάκιση 3 μηνών. Σοβαρότερα είναι ασφαλώς τα αδικήματα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, ως αδίκημα το οποίο ενέχει το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας. Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τόκκαλος
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. «Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Ούτε φυσικά και η επίλυση προσωπικών διαφορών με τη χρήση βίας μπορεί να γίνει ανεκτή. Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας ενώ λαμβάνεται περαιτέρω υπόψην και το κατά πόσο αυτή ασκείται σε δημόσιο χώρο στην παρουσία άλλων προσώπων (βλ. και Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327 και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 581). Καθίσταται ακόμη σοβαρότερο όταν διαπράττεται εναντίον αστυνομικών οργάνων οι οποίοι έχουν ταχθεί να διαφυλάττουν την τάξη, τους Νόμους και την ειρήνη στην κοινωνία. Σοβαρό όμως είναι και το αδίκημα της κατηγορίας 14 ήτοι της απειλής εναντίον αστυνομικού οργάνου. Η σοβαρότητα της παρούσας προκύπτει και από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και καταδεικνύουν την όλη απαράδεκτη συμπεριφορά των κατηγορουμένων ειδικότερα έναντι του ΜΚ2. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω λοιπόν υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων εναντίον αστυνομικού οργάνου κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, ως αυτή διαφαίνεται από τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω και τη συναφή ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Επίσης την πρόκληση σωματικών βλαβών στον ΜΚ2 δηλαδή εκδορών και μωλώπων. Το Δικαστήριο επίσης λαμβάνει υπόψη του την κατάσταση του 2ου κατηγορούμενου ο οποίος αντιμετωπίζει και την κατηγορία της Μέθης. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 ΑΑΔ, 194, λέχθηκε πως η μέθη μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγων, αφού εκτιμηθεί μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσίβλητος ενώ βρισκόταν κάτω από την επίδραση οινοπνεύματος άρχισε να συμπεριφέρεται με τρόπο που διασάλευε τη δημόσια τάξη. Στη Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ, 50, η οποία επίσης αφορούσε σε ληστεία, το Εφετείο σχολιάζοντας την εισήγηση των Εφεσειόντων ότι αυτοί ήταν σε κατάσταση μέθης, σημείωσε πως αυτοί ήλεγχαν τη συμπεριφορά τους για τους λόγους που καταγράφει. Η επήρεια του ποτού κάτω από την οποία τελεί δράστης κατά τη διάπραξη εγκλημάτων είναι δυνατό να υπεισέλθει ως παράγοντας που μετριάζει τη σοβαρότητά τους στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και επιδρά στις πράξεις ενός παραβάτη. Υπό τις συνθήκες αυτές μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας, νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν είχε ως στόχο τη διευκόλυνση της υλοποίησης ειλημμένης απόφασης για τη διάπραξη του αδικήματος. ( Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1998)2 ΑΑΔ 417, Julian Cotorceanu v Police, ποινική έφεση 84/20, 87/20, 17.2.21, Nicolae Samoila v Republic, ποινική έφεση 155/12, 8.12.16 ). Στην παρούσα λοιπόν κρίνω ότι η κατάσταση στην οποία ευρισκόταν ο κατηγορούμενος 2 μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας και μετριάζει την σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία αυτός διέπραξε. Σύμφωνα όμως με τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος λοιπόν των κατηγορουμένων λαμβάνω υπόψην μου: · Την παραδοχή τους στο Δικαστήριο ακόμη και σε αυτό το στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης όπου με αυτή την εξέλιξη διασώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος. · Το λευκό τους ποινικό μητρώο. · Την έλλειψη προσχεδιασμού στην διάπραξη των αδικημάτων και ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους συνθήκες ως τις ανέφερε ο συνήγορος τους, ότι είναι σήμερα ηλικίας 35 και 42 ετών αντίστοιχα αλλά και την αλλαγή σε αυτές από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Επιπρόσθετα όλα τα τεκμήρια τα οποία κατετέθηκαν ενώπιον μου και έχουν μελετηθεί ενδελεχώς. · Την κατάσταση μέθης στην οποία τελούσε ο κατηγορούμενος 2. Τέλος ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψην προς όφελος των κατηγορουμένων είναι και ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων. Ως έχει νομολογηθεί η πάροδος χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από περέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος τέτοιου μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Ως λέχθηκε δε στην Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 365, η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου και/ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αποτελούν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα, ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής, αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση. Η έκταση φυσικά της ευθύνης του κατηγορούμενου στην εν λόγω καθυστέρηση λαμβάνεται επίσης υπόψην στο δέοντα βαθμό. Σε τέτοια περίπτωση αυτός δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Ανεξαρτήτως όμως του ποιός φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία του παραβάτη τείνει ασφαλώς προς το μετριασμό της ποινής (βλ.Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 4.2.17, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 7.4.17. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 4 χρόνια μετά. Τόσο ο χρόνος όσο και οι λοιποί παράγοντες λαμβάνονται λοιπόν σοβαρά υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα κρίνω ότι στην παρούσα δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης των κατηγορουμένων. Καταληκτικά επιβάλλονται στους κατηγορούμενους οι ακόλουθες ποινές: 1ος κατηγορούμενος: Στην κατηγορία 1: €400 Στην κατηγορία 2: €200 Στην κατηγορία 6: : € 300 2ος κατηγορούμενος: Στην κατηγορία 7: €400 Στην κατηγορία 8: €200 Στην κατηγορία 13: €200 Στην κατηγορία 14: €280 (Υπ.) ......................................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο