Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΥΜΕΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1700/19, 23/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ.Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1700/19 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΧΧ ΣΥΜΕΟΥ Ημερομηνία: 23.12.21 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κος Α. Παπαχαραλάμπους Κατηγορούμενος : παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε 2 κατηγορίες δηλαδή της παράνομης κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α' δηλαδή μεταμφεταμίνης συνολικού βάρους 0,33 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (πρώτη κατηγορία) και της παράνομης χρήσης μεταμφεταμίνης (κατηγορία δύο) κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)
(2)και 10(α) αντίστοιχα του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 ως τροποποιήθηκε. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Συνήγορο Υπεράσπισης και έχουν ως ακολούθως: Στις 10 Οκτωβρίου 2016 στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης για τροχαία αδικήματα κατά την προφορική εξέταση του κατηγορούμενου αυτός ανέφερε ότι κατείχε μεταμφεταμίνη και έβγαλε από το εσώρουχο του ένα διαφανές νάϋλον σακούλι, εντός του οποίου υπήρχαν τεμάχια από καλαμάκι και τα οποία περιείχαν κρυσταλλική ουσία. Αυτά παραλήφθηκαν ως τεκμήρια, του επεστήθηκε η προσοχή του στον νόμο και απάντησε « τι να σου πω, ντρέπομαι που τα κρατώ». Ο κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση η οποία του λήφθηκε ότι τα ανευρεθέντα είναι μεταμφεταμίνη την οποία κατείχε για δική του χρήση. Η τελευταία ημέρα κατά την οποία έκανε χρήση ήταν στις 9 Οκτωβρίου
- Κατόπιν εξετάσεων από το Κρατικό Χημείο διαφάνηκε ότι η ανευρεθείσα ουσία ήταν μεταμφεταμίνη 0,33 γραμμάρια και την κατείχε χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «παραδέχομαι». Στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής και η υπ' αριθμόν 5800/18 στην οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β' δηλαδή κάνναβης συνολικού βάρους 1,2298 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας και για παράνομη χρήση, κατά παράβαση των ιδίων άρθρων, του ίδιου Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε. Τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Στις 7 Απριλίου 2017 σε έλεγχο τροχαίας ανακόπηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε το μοτοποδήλατο KΧΧ ΧΧ8 με ληγμένη μαθητική άδεια οδηγού. Αυτός φαινόταν ανήσυχος και δημιουργήθηκαν οι υποψίες για κατοχή ναρκωτικών. Του έγινε σωματικός έλεγχος και στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του, ανευρέθηκε ένα πλαστικό δοχείο με τρία τεμάχια χαρτομάντιλου, εντός των οποίων υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε « έν χόρτο, εν για δική μου χρήση». Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε θεληματική κατάθεση και ανέφερε ότι η ανευρεθείσα κάνναβη είναι δική του για δική του χρήση. Επίσης είπε ότι την τελευταία φορά που έκανε χρήση ήταν το προηγούμενο βράδυ δηλαδή στις 6 Απριλίου
- Κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «παραδέχομαι όλες τις κατηγορίες και απολογούμαι». Η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο Συνήγορος Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Αναφορικά με την κύρια υπόθεση υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος από μόνος του παραδέχτηκε την κατοχή της μεταμφεταμίνης, λέγοντας ο κος Παπαχαραλάμπους ότι η ανευρεθείσα ποσότητα είναι μικρή. Το ίδιο υποστήριξε και για την 5800/18 όπου ο κατηγορούμενος και πάλιν σε έλεγχο της τροχαίας παραδέχτηκε τα αδικήματα και ότι η ανευρεθείσα ουσία ήταν για δική του χρήση. Ανέφερε ότι αυτός συνεργάστηκε πλήρως με τις ανακριτικές αρχές. Επίσης ζήτησε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η παραδοχή του, αλλά και ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Ο κος Παπαχαραλάμπους είπε ότι μεταβλήθηκαν οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δηλαδή, αυτός έχει αρραβωνιαστεί και είναι πατέρας δύο παιδιών 5 και 3 ετών αντίστοιχα. Όταν διέπραξε τα αδικήματα αυτός ήταν 23 ετών, δηλαδή πρόκειται για νεαρό άτομο. Επίσης ανέφερε ότι αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου και δικαιούται επιείκειας από το Δικαστήριο. Επίσης επικαλέστηκε τα οικογενειακά του προβλήματα και εν κατακλείδι είπε ότι αν το Δικαστήριο επιβάλει ποινή φυλάκισης αυτή δύναται να ανασταλεί. Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το νομοθέτη όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Για το αδίκημα της παράνομης κατοχής της μεταμφεταμίνης η οποία αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α΄ προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Για το αδίκημα της παράνομης κατοχής κάνναβης η οποία αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β΄ προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές και για το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' και Β' προβλέπεται ποινή φυλάκισης διά βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Περαιτέρω η σοβαρότητα των αδικημάτων διαφαίνεται και από το γεγονός ότι αυτά αφορούν ναρκωτικά τα οποία όπως επανειλημμένα έχει τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ενσπείρουν τον πόνο και την δυστυχία σε μεγάλο αριθμό νέων κυρίως ανθρώπων και των οικογενειών τους. Επιπλέον πρόκειται για αδικήματα, τα οποία βρίσκονται σε έξαρση και συναφώς καθίσταται επιτακτική η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην Παγιαβλάς ν.Αστυνομίας
(1998)2ΑΑΔ,240 λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Η χρήση ναρκωτικών έχει, όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6162 και 6162/15.7.96. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο, τόσο για τη φυσική, όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή». Το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής. Είναι γεγονός ότι τόσο ο σχετικός Νόμος όσο και η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προβαίνουν σε μια διαφοροποίηση ως προς την μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β)(iii) το αδίκημα καθίσταται λιγότερο σοβαρό μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οιανδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και ότι το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με τη χρήση ναρκωτικών. Στην υπόθεση Beyki ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 52/07 ημερομηνίας 23.1.2008 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.» Ακόμη όμως και στην περίπτωση των χρηστών, η ποινή φυλάκισης δεν είναι ως θέμα αρχής κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, λανθασμένη. Σε σχέση με την αντιμετώπιση των χρηστών στην Παγιαβλάς (ανωτέρο) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Πράγματι, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη. Αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση, όμως, μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών, αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό, αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες, δε θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεσή του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. Έτσι, και στην περίπωση των χρηστών, συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών.» Η μικρή ποσότητα ναρκωτικών επίσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Όμως, από μόνο του το γεγονός αυτό, δεν έχει αναγκαία αποφασιστική σημασία. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνδυάζεται με άλλους μετριαστικούς παράγοντες όπως π.χ η απουσία εμπορίας και η περιστασιακή χρήση (βλ. Τρύφωνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 202/08 ημερ. 19.3.2009 και Σελλής ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 215). Η προσπάθεια ενός χρήστη να απεγκλωβιστεί από τον εθισμό του αποτελεί ένα επιπρόσθετο μετριαστικό παράγοντα. Τέτοια προσπάθεια, σύμφωνα με τη νομολογία, πρέπει να ανταμείβεται ανάλογα, καθ' ην έκταση με την ενδεχόμενη απεξάρτηση θα εκλείψει και η ανάγκη διάπραξης αδικημάτων προς εξασφάλιση της δόσης του χρήστη (βλ. Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 82). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω λοιπόν υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή διαφαίνεται και από τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών ενόψει και της ανησυχητικής έξαρσης, η οποία παρατηρείται αλλά και των συνεπειών τέτοιας φύσης αδικημάτων στην κοινωνία. Παρά τα πιο πάνω είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής όμως δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος λοιπόν του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν από τον συνήγορο του και ιδιαίτερα την παραδοχή του στο Δικαστήριο ως επίσης και στην αστυνομία, την θεληματική κατάθεση την οποία έδωσε και ανέφερε ότι τα ανευρεθέντα είναι για δική του χρήση αλλά ότι πλέον δεν είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, την ποσότητα που κατείχε η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη, και από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν προκύπτει εμπλοκή του σε Αδικήματα εμπορίας ναρκωτικών ως προνοεί το άρθρο 30
(4)β, iii. Αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου όλες τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις ως εκτέθηκαν ενώπιον μου. Τέλος ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου είναι και ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων. Ως έχει νομολογηθεί η πάροδος χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από περέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος τέτοιου μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Ως λέχθηκε δε στην Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 365, η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου και/ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αποτελούν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα, ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής, αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση. Η έκταση φυσικά της ευθύνης του κατηγορούμενου στην εν λόγω καθυστέρηση λαμβάνεται επίσης υπόψην στο δέοντα βαθμό. Σε τέτοια περίπτωση αυτός δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία του παραβάτη τείνει ασφαλώς προς το μετριασμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 10.10.16, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 6.3.19 και δεν δόθηκε καμία εξήγηση από την ΚΑ περί τούτου. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 5 χρόνια μετά. Τόσο ο χρόνος όσο και οι λοιποί παράγοντες λαμβάνονται λοιπόν σοβαρά υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα κρίνω ότι στην παρούσα δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης του κατηγορούμενου. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορία 1: €500 πρόστιμο, Κατηγορία 2: €500 πρόστιμο. Σε αυτή λήφθηκε υπόψη η ποινική υπόθεση με αρ. 5800/18. Τα τεκμήρια της 5800/18 να κατασχεθούν και να καταστραφούν από την αστυνομία. (Υπ.) ...................................... Γ.Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο